ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ

Αρ. Φύλλου 265

22 Νοεμβρίου 2001

ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. 2960

Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1
1.

Η Τελωνειακή Νομοθεσία, που θεσπίζεται με τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακές Αρχές:

α)

στις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία,

β)

στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και

γ)

στα κοινοτικά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση.

Άρθρο 2 Τελωνειακό έδαφος
1.

Το τελωνειακό έδαφος της χώρας περιλαμβάνει το χερσαίο, ηπειρωτικό και νησιωτικό τμήμα, τα χωρικά ύδατα, τα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και τον εναέριο χώρο. Οι Ελεύθερες Ζώνες και ελεύθερες αποθήκες αποτελούν ειδικά τμήματα του τελωνειακού εδάφους της χώρας.

2.

Στο τελωνειακό έδαφος συνιστώνται Τελωνειακές Αρχές, αρμόδιες για την εφαρμογή της Τελωνειακής και συναφούς Εθνικής, Κοινοτικής και Διεθνούς Νομοθεσίας.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα των Τελωνειακών Αρχών.

4.

Επί του τελωνειακού εδάφους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Γεωργίας και κατά περίπτωση Εμπορικής Ναυτιλίας, καθορίζονται τα σημεία εισόδου - εξόδου εμπορευμάτων και επιβατών, στα οποία λειτουργούν υποχρεωτικά Τελωνειακές Αρχές.

Άρθρο 3 Αρμοδιότητες
1.

Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας ανήκει η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, της Εθνικής και Κοινοτικής Νομοθεσίας για την παρακολούθηση των προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και των προδρόμων ουσιών, η βεβαίωση και είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επιβαλλόμενων σύμφωνα με την ανωτέρω Νομοθεσία, η διαχείριση του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.), καθώς και η ανταλλαγή και διαχείριση πληροφοριών που περιέρχονται σε αυτή, μέσω πληροφοριακών συστημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και αφορούν θέματα αρμοδιότητάς της.

Στην αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας επίσης ανήκει η εφαρμογή συναφούς νομοθεσίας, που της έχει ανατεθεί, καθώς και η βεβαίωση και είσπραξη επιβαρύνσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή.

2.

2 Η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι επίσης αρμόδια, δια των οργάνων της στα σημεία εισόδου εξόδου, σε τελωνειακούς περιβόλους και στο εν γένει τελωνειακό έδαφος, για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου, να ελέγχει πρόσωπα, αποσκευές, εμπορεύματα και μεταφορικά μέσα, για τον εντοπισμό αφ` ενός παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών ουσιών, όπλων, εκρηκτικών, πυρηνικών υλικών, κεφαλαίων προερχόμενων από οικονομικές εγκληματικές δραστηριότητες, πολιτιστικών αγαθών, πειρατικών προϊόντων, προϊόντων παραποίη-σης ή απομίμησης, ασέμνων ειδών, και αφ` ετέρου παρατυπιών που αφορούν μεταφορές, αλιεία, λαθρομετανάστευση, προστασία περιβάλλοντος, διακίνηση ειδών πνευματικής ιδιοκτησίας, άγριας πανίδας και χλωρίδας, προδρόμων ουσιών, καθώς και παρατυπιών που δεν κατονομάζονται στην παρούσα παράγραφο και διαπιστώνονται κατά τους ελέγχους, που της έχουν ανατεθεί, με ειδικές Ενωσιακές και Εθνικές Διατάξεις, Διεθνείς Συνθήκες και συμφωνίες για την προστασία των εθνικών συμφερόντων και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι αρμόδια για τον έλεγχο των συνοδευομένων και ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1672 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 (L 284).

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται η διαδικασία ελέγχου εισόδου - εξόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση των συνοδευόμενων και ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων, το είδος και ο τρόπος υποβολής της δήλωσης συνοδευόμενων ρευστών διαθεσίμων και γνωστοποίησης ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια και ειδικότερη διαδικασία εφαρμογής του Κανονισμού 2018/1672.

3.

Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας ανήκει η εποπτεία, ο έλεγχος και η φύλαξη, όπου απαιτείται, των χώρων που έχουν αναγνωρισθεί ως τελωνειακοί περίβολοι και αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης ή έχουν εγκριθεί ως Ελεύθερες Ζώνες. Με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου, καθώς και των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας που αφορούν την τέλεση ανακριτικών πράξεων, η είσοδος εντός των χώρων αυτών οποιουδήποτε υπαλλήλου άλλης δημόσιας διωκτικής υπηρεσίας επιτρέπεται κατόπιν έγγραφης ειδοποίησης και έγκρισης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Η αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας σε υποκείμενους σε τελωνειακή επιτήρηση χώρους Μεθοριακών Τελωνείων και Τελωνείων Διεθνών Λιμένων και Αερολιμένων περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο των διαβατηρίων. Η εγκατάσταση αστυνομικών ή λιμενικών φυλακίων στα σημεία εισόδου εξόδου και σε τελωνειακούς περιβόλους αποσκοπεί στην τήρηση της έννομης τάξης εντός των χώρων αυτών και δεν παρέχεται στα αστυνομικά ή λιμενικά όργανα η αρμοδιότητα ελέγχου εμπορευμάτων, μεταφορικών μέσων, αποθηκών και αποσκευών ταξιδιωτών.

4.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν να ελέγχουν την ταυτότητα των προσώπων που εισέρχονται, εξέρχονται ή κυκλοφορούν στους τελωνειακούς περιβόλους, καθώς και στο τελωνειακό έδαφος της χώρας, σε συνδυασμό με τους διενεργούμενους τελωνειακούς ελέγχους. Κατά πάντα χρόνο οι υπάλληλοι της Τελωνειακής Υπηρεσίας επισκέπτονται κάθε χώρο υποκείμενο σε τελωνειακή επιτήρηση, όπως αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, Ελεύθερες Ζώνες και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, για επιθεώρηση και έλεγχο των ευρισκόμενων σε αυτές εμπορευμάτων και των συνοδευτικών εγγράφων και στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν τη νόμιμη κατοχή και σύννομη διαχείριση.

5.

Για τη διαπίστωση τελωνειακής παράβασης οι τελωνειακοί υπάλληλοι καθώς και οι, από τον Υπουργό Οικονομικών με ειδικές διαταγές συγκεκριμένου περιεχομένου και χρονικής ισχύος, εξουσιοδοτημένοι οικονομικοί υπάλληλοι, κατόπιν έγκαιρης ενημέρωσης του Προϊσταμένου του Τελωνείου, μπορούν να διενεργούν ελέγχους επί όλων των αγαθών, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, τόσο κατά το στάδιο της διακίνησης όσο και κατά το στάδιο της εναπόθεσής τους στους χώρους της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων και των υφιστάμενων αποθεμάτων με βάση τα τηρούμενα στοιχεία και να ενεργούν ελέγχους των βιβλίων και λοιπών στοιχείων οποιασδήποτε επιχείρησης ή ιδιώτη. Επιπλέον οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν να προβαίνουν σε κάθε εξέταση ή έρευνα και να ενεργούν όλες τις ανακριτικές πράξεις προς διαπίστωση των αδικημάτων λαθρεμπορίας, δασμοφοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης τελωνειακής παράβασης, έχοντας τα καθήκοντα και δικαιώματα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

5Α.

3 Κατά τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων, όταν απαιτείται η ιδιόχειρη υπογραφή του ελεγχόμενου και του ελεγκτή επί εγγράφου, αυτοί δύνανται να υπογράφουν, αντί αυτής, με ψηφιοποιημένη ιδιόχειρη υπογραφή, η οποία τίθεται με τη χρήση γραφίδας ή άλλου πρόσφορου μέσου σε επιφάνεια καταγραφής ηλεκτρονικού μέσου που χρησιμοποιείται από την Τελωνειακή Αρχή. Με τη θέση ψηφιοποιημένης ιδιόχειρης υπογραφής του ελεγχόμενου επί του ως άνω μέσου, τεκμαίρεται ότι αυτός έχει λάβει γνώση του περιεχομένου του ελέγχου που ενσωματώνεται στο ηλεκτρονικό μέσο. Η ψηφιοποιημένη ιδιόχειρη υπογραφή επέχει την ίδια νομική και αποδεικτική ισχύ με την ιδιόχειρη υπογραφή επί έγχαρτου εγγράφου. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως έγγραφα που δύνανται να υπογράφονται με τη χρήση ψηφιοποιημένης ιδιόχειρης υπογραφής νοούνται όσα παράγονται μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής ή μέσω ειδικού πληροφοριακού συστήματος που συνθέτει αυτοματοποιημένα δεδομένα ή μέσω ψηφιοποίησης έντυπου εγγράφου της Τελωνειακής Αρχής.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η έναρξη ισχύος, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

6.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι για τον έλεγχο, τη διαπίστωση της απόκρυψης, κατοχής ή μεταφοράς με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο υποκειμένων ειδών ή απαγορευμένων ουσιών, σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε κατάλληλο επιστημονικό μέσο. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι κατά την εκτέλεση των ελεγκτικών και διωκτικών καθηκόντων τους δικαιούνται να οπλοφορούν. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις οπλοφορίας, οι περιπτώσεις οπλοχρησίας, ο τρόπος εκπαίδευσης και προμήθειας του αναγκαίου οπλισμού, καθώς και οι σχετικές αναγκαίες λεπτομέρειες για τις μεθόδους και τον τρόπο αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος στον τομέα του λαθρεμπορίου και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και όπλων.

6Α.

4 Για τη διαπίστωση παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας και ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται σε αυτήν ή σχετίζονται με την εφαρμογή της δύναται να εγκαθίστανται και να λειτουργούν συστήματα επιτήρησης με δυνατότητα λήψης και καταγραφής ήχου και εικόνας σε χώρους που διενεργούνται τελωνειακές εργασίες ή που υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου λογισμικού, υλισμικού, των τεχνικών προδιαγραφών και του είδους της λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης ως συνεχούς ή ασυνεχούς. Με μέριμνα του υπεύθυνου επεξεργασίας, ενημερώνεται το κοινό, με κάθε πρόσφορο μέσο, σχετικά: α) με το ότι πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια συστημάτων επιτήρησης και β) με τα δικαιώματά του σύμφωνα με τα άρθρα 53 έως 59 του ν. 4624/2019 (Α` 137), σε συνδυασμό με τα άρθρα 15, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119).

6Β.

Κατά τη διαπίστωση και καταδίωξη αυτόφωρων διαπραττόμενων αδικημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου ή για λόγους κατεπείγοντος, επιτρέπονται η καταγραφή ήχου και η δυνατότητα εστίασης (zoom), καθώς και η λειτουργία φορητών συστημάτων επιτήρησης, χωρίς τοπικό περιορισμό, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας. Τα ανωτέρω τελούν υπό την έγκριση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος ενημερώνεται άμεσα από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Σε περίπτωση μη έγκρισης, ο αρμόδιος εισαγγελέας απαγορεύει τη συνέχιση της διαδικασίας και τη χρήση των συλλεγέντων δεδομένων και διατάσσει την καταστροφή τους με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση.

Ως υπεύθυνος επεξεργασίας ορίζεται η Α.Α.Δ.Ε.. Τα δεδομένα που καταγράφονται και αφορούν σε αξιόποινες πράξεις διαβιβάζονται στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές. Τα δεδομένα διατηρούνται για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τη συλλογή τους, μετά την παρέλευση του οποίου καταστρέφονται, με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση. Κατ` εξαίρεση, αν η διατήρησή τους είναι απαραίτητη για την απόδειξη διαπραττόμενων αδικημάτων και παραβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, τα δεδομένα διατηρούνται έως την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και στη συνέχεια καταστρέφονται, με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση.

6Γ.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. που εκδίδεται μετά από μελέτη εκτίμησης αντικτύπου, ορίζονται η θέση εγκατάστασης των συστημάτων επιτήρησης, τα χαρακτηριστικά τους, ο χρόνος ενεργοποίησης, η εμβέλεια και η διάρκεια λειτουργίας τους, κατά τρόπο, που διασφαλίζονται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα του μέτρου, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας των δεδομένων και μείωσης των επιπτώσεων στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στην επεξεργασία των δεδομένων, κατόπιν ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης, τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας, ο χρόνος επεξεργασίας αυτών, ο έλεγχος πρόσβασης και επεξεργασίας των δεδομένων, τα μέσα ενημέρωσης του κοινού για τη λειτουργία συστημάτων επιτήρησης και την επεξεργασία των δεδομένων στον χώρο που εισέρχονται, και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παρ. 6Α, 6Β και της παρούσας.

Η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται, κατόπιν ειδικής αιτιολόγησης περί συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση συγκεκριμένου χώρου και την τήρηση των αρχών της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του μέτρου, αφού ληφθούν υπόψη: α) η ανωτέρω μελέτη εκτίμησης αντικτύπου των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και β) η θέση των εργαζομένων του χώρου, όπου τα συστήματα επιτήρησης θα εγκατασταθούν και θα λειτουργούν, και υπόκειται σε περιοδική αξιολόγηση, ως προς τα δεδομένα, στα οποία βασίστηκε για την έκδοσή της. Η ισχύς της ως άνω απόφασης δεν δύναται να υπερβαίνει την τριετία.

Η απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ αποστέλλεται, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος μπορεί να ζητήσει κάθε στοιχείο για τον έλεγχο της νομιμότητας της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης. Κατά της απόφασης εγκατάστασης και λειτουργίας σταθερών ή φορητών συστημάτων καταγραφής ήχου ή και εικόνας, ασκείται αίτηση ακυρώσεως ενώπιων του Συμβουλίου Επικρατείας.

7.

Η Τελωνειακή Υπηρεσία συνεργάζεται με άλλες Υπηρεσίες του εσωτερικού ή του εξωτερικού στον τομέα της αρμοδιότητάς της και παρέχει τη συνδρομή της σε αυτές, όπως ορίζεται από ειδικές σχετικές διατάξεις. Οι άλλες Διωκτικές και Στρατιωτικές Αρχές και άλλες Υπηρεσίες και Φορείς του Δημόσιου Τομέα, έχουν υποχρέωση να συνδράμουν τους τελωνειακούς υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εφόσον ζητηθεί, ενώ σε ουδένα έλεγχο υπόκεινται οι τελωνειακοί υπάλληλοι, από ιδιωτικό Φορέα Ασφάλειας ή Φρούρησης Χώρου υποκειμένου σε τελωνειακό έλεγχο, εφόσον δηλωθεί η ιδιότητά τους.

8.

Για την εξυπηρέτηση των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του εξαγωγικού της εμπορίου, η Τελωνειακή Υπηρεσία δια των οργάνων συνεργάζεται με τους οικονομικούς παράγοντες της χώρας και τους Διεθνείς Φορείς Εμπορίου και Διακίνησης Εμπορευμάτων προκειμένου να διασφαλίζεται:

α)

η πληροφόρηση και ενημέρωση του πολίτη και των παραγωγικών, εισαγωγικών και εξαγωγικών φορέων και τάξεων και

β)

το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης και προσφυγής.

Άρθρο 4

Απείθεια, εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση, απειλή ή άσκηση βίας εναντίον τελωνειακών υπαλλήλων, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, τιμωρούνται κατά τις διατάξεις της Ποινικής Νομοθεσίας. Παράλληλα, αστικές απαιτήσεις, που γεννώνται εκ των ανωτέρω πράξεων διεκδικούνται κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου.

Άρθρο 5 Ωράριο λειτουργίας

Η εκτέλεση τελωνειακών εργασιών και διατυπώσεων διενεργείται κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες των Δημόσιων Υπηρεσιών.

Για τις ανάγκες όμως του εμπορίου, καθώς και για την εξυπηρέτηση των επιβατών που διακινούνται μέσω των Διεθνών Λιμένων, Αερολιμένων και των Μεθοριακών Τελωνειακών Αρχών εισόδου εξόδου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ιδιαίτερο ωράριο λειτουργίας των Τελωνειακών Αρχών.

Οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών δύνανται να επιτρέπουν, μετά από αίτηση και με δαπάνες του ενδιαφερομένου, την εκτέλεση τελωνειακών εργασιών και διατυπώσεων και πέραν των εργάσιμων ημερών και ωρών.

Άρθρο 6 Τελωνειακός περίβολος

Οι τελωνειακοί περίβολοι είναι οι απαραίτητοι χώροι που βρίσκονται υπό τελωνειακό έλεγχο, εποπτεία ή φύλαξη και βρίσκονται εκτός του Τελωνείου και των τελωνειακών αποθηκών. Μπορούν να χρησιμοποιούνται και ως υπαίθριοι χώροι προσωρινής εναπόθεσης, όπου εκτελούνται τελωνειακές εργασίες. Τελωνειακοί περίβολοι θεωρούνται και οι δημόσιοι χώροι λιμένων, αερολιμένων και σιδηροδρομικών σταθμών.

Τα όρια του τελωνειακού περιβόλου για κάθε Τελωνειακή Αρχή καθορίζονται με απόφαση του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Περιφέρειας.

Άρθρο 7 Έγκριση εργασιών
1.

Εργασίες που αφορούν φόρτωση, εκφόρτωση, μεταφόρτωση και γενικά διακίνηση υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις εμπορευμάτων, επιτρέπονται μόνο με έγγραφη άδεια της Τελωνειακής Αρχής.

2.

Η άδεια εκδίδεται από την Τελωνειακή Αρχή για συγκεκριμένη περίπτωση εργασίας και για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και προβλέπει την παρουσία ή μη τελωνειακού υπαλλήλου κατά την εκτέλεση αυτής.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας ή και άλλων συναρμόδιων Υπουργών μπορεί να απαγορευθεί η εισαγωγή φυτών, ζώων ή οποιωνδήποτε άλλων αντικειμένων, με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας από μόλυνση ή ασθένεια και να επιβληθούν οι ποινές που προβλέπονται από τους ισχύοντες υγειονομικούς ή ειδικούς νόμους.

Άρθρο 8 Απαγορεύσεις
1.

Απαγορεύεται σε πλοία, οποιασδήποτε χωρητικότητας και προέλευσης, που φέρουν φορτίο το οποίο υπόκειται σε τελωνειακό έλεγχο, η προσέγγιση σε λιμάνια και όρμους όπου δεν υπάρχει αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ή σε θέσεις που δεν έχουν εγκριθεί για εκφόρτωση από τις Τελωνειακές Αρχές.

2.

Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο που μεταφέρει υποκείμενα σε τελωνειακές διαδικασίες ή σε δασμούς και φόρους εμπορεύματα να τα εκφορτώσει σε μη εγκεκριμένο από τις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές σημείο στο εσωτερικό της χώρας.

Άρθρο 9 Περί ναυαγίου
1.

Σε περιπτώσεις ναυαγίου τηρούνται οι διατάξεις των νόμων περί ναυαγίων και ναυαγιαιρέσεων.

2.

Οι Τελωνειακές Αρχές οφείλουν να παρέχουν τη συνδρομή τους, με κάθε δυνατό μέσο, στους ναυαγούς και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που αναλογούν σε προϊόντα του ναυαγίου, σε συνεργασία με τη Λιμενική Αρχή.

3.

Οι Τελωνειακές Αρχές, ανεξάρτητα από την τάξη τους, έχουν το δικαίωμα να ενεργούν όλες τις τελωνειακές εργασίες που απαιτούνται, ανάλογα με τον προορισμό που δίνεται στο ναυάγιο.

Άρθρο 10 Ανώτερη βία
1.

Παραβάσεις των Τελωνειακών Διατάξεων επισύρουν ποινικές κυρώσεις, εφόσον ο υπαίτιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη.

2.

Παραβάσεις οφειλόμενες σε αποδεδειγμένη ανώτερη βία ή άλλο τυχαίο γεγονός δεν επισύρουν ποινικές κυρώσεις. Το βάρος της απόδειξης των τυχαίων γεγονότων φέρει τόσο ο πλοίαρχος και ο μεταφορέας, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το νόμο περί εμπορικής ναυτιλίας, όσο και οι οδηγοί, κυβερνήτες, συνοδοί μεταφορικών μέσων και οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι.

Άρθρο 11 Απόρρητο στοιχείων
1.

5 Ολα τα τελωνειακά παραστατικά, που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές είτε γραπτά είτε με τη χρήση μηχανογραφικής μεθόδου και από την ημερομηνία αποδοχής τους, από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, αποτελούν τίτλους υπέρ του Δημοσίου.

2.

Τα στοιχεία που απορρέουν από τα τελωνειακά παραστατικά είναι απόρρητα και απαγορεύεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε τρίτο, εκτός από τη δικαστική αρχή, μόνο εφόσον έχει διαταχθεί ανάκριση, προς διακρίβωση της τέλεσης αξιόποινης πράξης σε βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η χορήγηση πληροφοριών από τα παραστατικά έγγραφα των τελωνείων στις δημόσιες αρχές επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που ανακύπτουν θέματα προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και διεκδίκησης πόρων.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΕΣ ΑΦΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΔΗΛΩΤΙΚΑ

ΤΜΗΜΑ Α΄ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

Άρθρο 12 Κατάθεση δηλωτικού
1.

6 Ο πλοίαρχος κάθε πλοίου, που προέρχεται από το εξωτερικό και καταπλέει σε λιμάνι ή όρμο της χώρας ή βρίσκεται αγκυροβολημένο εντός των χωρικών υδάτων για οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και λόγω ανώτερης βίας, οφείλει να καταθέσει στην Τελωνειακή Αρχή δηλωτικό του φορτίου μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τον κατάπλου και πάντως πριν από τον απόπλου. Την ίδια υποχρέωση έχει ο πλοίαρχος και αν το πλοίο δεν φέρει φορτίο.

Της παραπάνω υποχρέωσης εξαιρούνται τα πλοία με χωρητικότητα κάτω των εκατό κόρων, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν φέρουν φορτίο.

2.

Δεν κατατίθεται από τον πλοίαρχο δηλωτικό, όταν πρόκειται για πλοίο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια τακτικής γραμμής, εκτός εάν με αυτό μεταφέρονται υπό καθεστώς διαμετακόμισης εμπορεύματα που έχουν προορισμό το λιμάνι κατάπλου του πλοίου.

3.

Μέχρι να κατατεθεί δηλωτικό, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να εκφορτωθούν, παρά μόνο ύστερα από ειδική έγκριση της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και στους χώρους που ελέγχονται από αυτήν.

4.

Η Τελωνειακή Αρχή μπορεί να ζητά και την επίδειξη κάθε σχετικού, με το δηλωτικό, εγγράφου.

5.

Η Τελωνειακή Αρχή θεωρεί και καταχωρεί το δηλωτικό, αφού αναγράψει σ' αυτό την ώρα κατάθεσής του καθώς και την ημερομηνία και ώρα κατάπλου του πλοίου.

6.

Ο πλοίαρχος πλοίου, που έχει τεθεί υπό επιτήρηση και του έχει απαγορευθεί η ελευθεροκοινωνία για υγειονομικούς λόγους, οφείλει να προβεί σε προφορική προς τον υγειονόμο δήλωση του φορτίου και η συντασσόμενη από αυτόν έκθεση αναπληρώνει το δηλωτικό.

7.

7 Ο πλοίαρχος δεν υποχρεούται στην τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου όταν transit διερχόμενο πλοίο, αποπλέει χωρίς να ελευθεροκοινωνήσει, εντός προθεσμίας σαράντα οκτώ (48) ωρών από τον κατάπλου.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατή η θέσπιση ειδικότερων διαδικασιών και διατυπώσεων, που αφορούν την κατάθεση του δηλωτικού για:

α)

Ελεύθερες Ζώνες,

β)

ειδικά πλοία,

γ)

πλοία αναψυχής ή ναυτικών αθλήσεων,

δ)

πλοία που μεταφέρουν στρατιωτικά εφόδια,

ε)

πλοία που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία.

Άρθρο 13

Το δηλωτικό των φορτηγών, επιβατικών και οχηματαγωγών πλοίων επιτρέπεται να κατατίθεται στην Τελωνειακή Αρχή και από τους πράκτορες των ναυτιλιακών εταιριών, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το προηγούμενο άρθρο και να περιλαμβάνει μόνο τα εμπορεύματα που προορίζονται για το λιμάνι κατάπλου. Τα οχήματα διεθνών μεταφορών, που διακινούνται δια των παραπάνω πλοίων και μεταφέρουν εμπορεύματα που καλύπτονται από τίτλο διεθνούς διαμετακόμισης, περιλαμβάνονται στο δηλωτικό ως ένας στίχος, για κάθε όχημα.

Άρθρο 14
1.

Οι πλοίαρχοι οφείλουν, πριν από τον απόπλου από το λιμάνι του πρώτου κατάπλου, κατά τους όρους του άρθρου 12 του παρόντα Κώδικα, να εφοδιαστούν από την Τελωνειακή Αρχή με δηλωτικό.

2.

Εάν δεν εκφορτώθηκε φορτίο, η Τελωνειακή Αρχή επιστρέφει το δηλωτικό στον πλοίαρχο, αφού βεβαιώσει σε αυτό ότι δεν αποβιβάσθηκε εμπόρευμα και κρατάει αντίγραφο.

3.

Εάν μέρος του φορτίου εκφορτώθηκε, βεβαιώνεται αυτό ενυπόγραφα από τον πλοίαρχο στο πρωτότυπο δηλωτικό και η Τελωνειακή Αρχή τον εφοδιάζει με αντίγραφο του κατατεθειμένου δηλωτικού ή του επιστρέφει το πρωτότυπο, αφού κρατήσει αντίγραφο αυτού.

4.

Εκδίδονται από την Τελωνειακή Αρχή τόσα αντίγραφα δηλωτικού, όσοι είναι οι λιμένες προορισμού.

5.

Εάν το πλοίο έχει προορισμό λιμάνι εκτός της χώρας, εκδίδεται ένα μόνο αντίγραφο.

6.

Της κατά την παράγραφο 1 υποχρέωσης δεν απαλλάσσεται ο πλοίαρχος, όταν το πλοίο αποπλέει χωρίς φορτίο.

Άρθρο 15
1.

Ο πλοίαρχος μετά τον κατάπλου στο δεύτερο λιμάνι της χώρας παραδίδει στην Τελωνειακή Αρχή, μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 12 προθεσμία, το δηλωτικό, ως ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο.

2.

Η Τελωνειακή Αρχή προορισμού των εμπορευμάτων ενημερώνει άμεσα την Τελωνειακή Αρχή έκδοσης αντιγράφων δηλωτικού, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.

Άρθρο 16
1.

Ως δηλωτικό μπορεί να γίνει δεκτό από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή και κάθε εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο, που περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων.

2.

Επέχουν θέση δηλωτικού οι εκθέσεις ή τα έγγραφα των αρμόδιων Αρχών για παράδοση ναυαγίων ή ναυαγιαιρεσιών στην Τελωνειακή Αρχή, καθώς και άλλα έγγραφα ή αιτήσεις, που κατατίθενται στις Τελωνειακές Αρχές είτε για τη θέση σε ανάλωση, είτε για τη διαμετακόμιση ειδών που παραλήφθηκαν με το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής για ορισμένη ειδική χρήση, είτε εισήχθησαν αντικανονικά, είτε εισάγονται από τα πληρώματα των πλοίων, είτε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, ή οι διαταγές του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδονται για ανάλογες περιπτώσεις.

3.

Ειδικά για τα εμπορεύματα που διακινούνται στο πλαίσιο διαδικασίας διαμετακόμισης, ως δηλωτικό χρησιμοποιείται αντίγραφο του αντιτύπου του παραστατικού διαμετακόμισης.

4.

Το δηλωτικό κατατίθεται με την προσκόμιση των εμπορευμάτων στην Τελωνειακή Αρχή.

5.

Η εν λόγω Αρχή μπορεί να ορίζει, εφόσον υπάρχει δικαιολογημένη αιτία, προθεσμία κατάθεσης του δηλωτικού και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων, που να λήγει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά από την ημέρα προσκόμισης των εμπορευμάτων σε αυτήν.

6.

Σε περίπτωση μη κατάθεσης του δηλωτικού ή καθυστέρησης εκφόρτωσης των εμπορευμάτων, η Τελωνειακή Αρχή, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που προβλέπονται, δικαιούται να διατάξει, με κίνδυνο και έξοδα του μεταφορέα, την εκφόρτωση των εμπορευμάτων από το μέσο μεταφοράς στο οποίο βρίσκονται, στους χώρους που έχουν καθοριστεί ή εγκριθεί από την Αρχή αυτή, για να εξασφαλίζεται ο έλεγχος τόσο των εμπορευμάτων όσο και του μέσου μεταφοράς.

7.

Το δηλωτικό τηρείται και εξοφλείται από την Τελωνειακή Αρχή, η οποία ελέγχει αν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο δηλωτικό λαμβάνουν τελωνειακό προορισμό μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Το δηλωτικό φυλάσσεται στην εν λόγω Τελωνειακή Αρχή.

Άρθρο 17
1.

Το δηλωτικό του φορτίου περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του πλοιάρχου, την εθνικότητα και τον αριθμό της ταυτότητας ή του διαβατηρίου του, το όνομα και την εθνικότητα του πλοίου, τη χώρα προέλευσης και τον τόπο φόρτωσης, τον αριθμό των μελών του πληρώματος, την ποσότητα και το είδος του φορτίου και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα. Στο δηλωτικό περιλαμβάνονται και τα μη αναφερόμενα στις φορτωτικές εμπορεύματα.

2.

Όταν το δηλωτικό έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση στην Ελληνική, επικυρωμένη από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα και επέχει θέση πρωτότυπου δηλωτικού.

3.

Ο πλοίαρχος δεν υποχρεούται να περιλάβει στο δηλωτικό τις αποσκευές των επιβατών, εάν δεν έχουν εκδοθεί γι' αυτές φορτωτικές.

4.

Για τα είδη που φέρουν τα μέλη του πληρώματος για δική τους χρήση ή κατέχουν για οποιονδήποτε σκοπό, καθώς και για τα εφόδια του πλοίου, οφείλει ο πλοίαρχος να καταθέσει μαζί με το δηλωτικό και ιδιαίτερη δήλωση, η οποία αν έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση στην Ελληνική. Η δήλωση αυτή θεωρείται από την Τελωνειακή Αρχή και λαμβάνει τον ίδιο αριθμό με το δηλωτικό. Ο πλοίαρχος οφείλει να καταθέσει τις δηλώσεις αυτές, έστω και με αρνητικό περιεχόμενο. Συμπληρωματικές δηλώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.

5.

Τα έγγραφα που συνοδεύουν το δηλωτικό προσαρτώνται σε αυτό.

6.

Σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι και οι διατυπώσεις των παραπάνω παραγράφων, η Τελωνειακή Αρχή κρίνει το δηλωτικό απαράδεκτο, επιβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1α του άρθρου 145 του παρόντα Κώδικα και υποχρεώνει τον πλοίαρχο στη σύνταξη και κατάθεση νέου δηλωτικού.

Άρθρο 18
1.

Κάθε πλοίο, κατά τον κατάπλου, απόπλου ή και στην περίπτωση που παραμένει αγκυροβολημένο στο λιμάνι, υπόκειται σε επίσκεψη, από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, η παρεμπόδιση της οποίας δεν επιτρέπεται, έστω και αν άλλες διατάξεις ορίζουν διαφορετικά. Οι ναυτικοί πράκτορες ή οι αντιπρόσωποι των πλοίων υποχρεούνται να γνωστοποιούν γραπτά στην Τελωνειακή Αρχή, δώδεκα (12) τουλάχιστον ώρες, πριν από τον κατάπλου του πλοίου, την επικείμενη άφιξη, παρέχοντας κάθε αναγκαία πληροφορία.

2.

Οι πλοίαρχοι οφείλουν να επιδεικνύουν στους τελωνειακούς υπαλλήλους που πραγματοποιούν την επίσκεψη όλα τα εμπορεύματα, να ανοίγουν τα κλεισμένα μέρη του πλοίου και να διευκολύνουν γενικά την εκτέλεση της επίσκεψης, θέτοντας στη διάθεση των υπαλλήλων κάθε ζητούμενο σχετικό έγγραφο.

3.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι που πραγματοποιούν την επίσκεψη, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, προβαίνουν στην κατάσχεση των εμπορευμάτων που υποχρεωτικά περιλαμβάνονται στο δηλωτικό και άσχετα με την κατάθεση αυτού, εφόσον αυτά δεν συνοδεύονται από τις ανάλογες φορτωτικές και τα υπόλοιπα επίσημα έγγραφα, που αποδεικνύουν τη νόμιμη κατοχή, κυριότητα, προέλευση και προορισμό αυτών.

4.

Σε περίπτωση αντίστασης του πλοιάρχου στην επίσκεψη, αυτή πραγματοποιείται με τη συνδρομή της Λιμενικής ή άλλης Δημόσιας Αρχής. Εάν ο πλοίαρχος πλοίου με ξένη σημαία αντισταθεί κατά την επίσκεψη, αυτή πραγματοποιείται με την παρουσία εκπροσώπου της Προξενικής Αρχής και σε περίπτωση που αυτή δεν προσέλθει, με τη συνδρομή της Λιμενικής Αρχής

5.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου στο λιμάνι, η Τελωνειακή Αρχή το επιτηρεί, μπορεί δε να απαγορεύσει την άνοδο σε αυτό προσώπων, που δεν έχουν σχέση με τις εργασίες του πλοίου.

6.

Για πρόληψη λαθρεμπορικών ενεργειών, οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν, όταν επιβιβασθούν στο πλοίο, να παραμένουν σε αυτό για φρούρηση, στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η φρούρηση και η επιτήρηση του πλοίου ενεργείται με δαπάνη των υπευθύνων αυτού. Σε περίπτωση που ο πλοίαρχος αρνηθεί να διευκολύνει την εγκατάσταση στο πλοίο ή την ασφαλή επιβίβαση ή αποβίβαση από αυτό των εντεταλμένων τελωνειακών υπαλλήλων, επιβάλλεται σε αυτόν το πρόστιμο που προβλέπεται από την παράγραφο 1 γ' του άρθρου 145.

7.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, οι τελωνειακοί υπάλληλοι που πραγματο- ποιούν την επίσκεψη στο πλοίο ή σε οποιοδήποτε αεροσκάφος, που βρίσκεται σε Ελληνικό Αερολιμένα ή σε οποιοδήποτε όχημα ή σιδηροδρομικό συρμό, που εισέρχεται στο τελωνειακό έδαφος της χώρας ή εξέρχεται ή διατρέχει αυτό, μπορούν ιδιαίτερα:

α)

να δίνουν εντολή, ορισμένα εμπορεύματα να επισημαίνονται με σημεία αναγνώρισης, πριν την εκφόρτωσή τους.

β)

να ασφαλίζουν, σφραγίζουν και να επισημαίνουν οποιοδήποτε εμπόρευμα.

γ)

να ανοίγουν, ακόμη και με θραύση, οποιοδήποτε εμπορευματοκιβώτιο ή κλεισμένο χώρο, ασφαλισμένο με κλειδιά, τα οποία παρακρατούνται.

Σε περίπτωση ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης ή αλλοίωσης τελωνειακών σφραγίδων, κλειδαριών ή άλλων σημείων αναγνώρισης, που τέθηκαν σύμφωνα με τα παραπάνω εδάφια α' και β', επιβάλλεται στον πλοίαρχο το από την παράγραφο 3δ του άρθρου 144 προβλεπόμενο πρόστιμο.

8.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες της ελευθεροκοινωνίας και επίσκεψης από την Τελωνειακή Αρχή, των πλοίων και των αεροσκαφών των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας ή άλλων Δημοσίων Υπηρεσιών, καθώς και οι δηλώσεις και οι διατυπώσεις που πρέπει να τηρηθούν για τα είδη, που μεταφέρονται από τα πληρώματα αυτών. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται οι διατυπώσεις που πρέπει να τηρηθούν για τα πολεμικά πλοία και αεροσκάφη άλλων κρατών.

9.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνα- τόν να ορίζονται ειδικές διαδικασίες ελευθεροκοινωνίας, τελωνειακής επίσκεψης, επίβλεψης και ελέγχου της κίνησης των πλοίων αναψυχής ή ναυτικών αθλήσεων, καθώς και οι υποχρεώσεις των κυβερνητών και ιδιοκτητών αυτών.

Άρθρο 19
1.

Στην περίπτωση κατά την οποία πλοία, για λόγους ανώτερης βίας, προσορμίζονται και έχουν ανάγκη επισκευής, οι πλοίαρχοι, αφού φροντίσουν για τις διατυπώσεις περί δηλωτικών, μετά από άδεια της Τελωνειακής Αρχής, μπορούν να εκφορτώσουν και να εναποθέσουν τα εμπορεύματα του πλοίου σε χώρους που εγκρίνονται από την Αρχή αυτή.

2.

Δύο (2) μήνες από την εκφόρτωση τα, κατά τους όρους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εμπορεύματα επιβαρύνονται με δικαιώματα υπερημερίας.

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

Άρθρο 20 Αεροπορικές μεταφορές
1.

Τα αεροσκάφη που προέρχονται από άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τρίτη χώρα υποχρεούνται να προσγειώνονται αποκλειστικά σε αεροδρόμια που βρίσκονται υπό την επιτήρηση και τον έλεγχο των Τελωνειακών Αρχών, ενώ η αναχώρηση με προορισμό άλλο Κράτος-Μέλος ή τρίτη χώρα επιτρέπεται μόνο από τα παραπάνω αεροδρόμια.

2.

Οι κυβερνήτες των αεροσκαφών που προέρχονται από αερολιμένα εκτός του τελωνειακού εδάφους της χώρας οφείλουν να καταθέτουν στην Τελωνειακή Αρχή, σύμφωνα με τα άρθρα 12 έως 19 του παρόντα Κώδικα, το δηλωτικό φορτίου, όπως προβλέπεται από τη Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία. Το δηλωτικό αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την επωνυμία της αεροπορικής εταιρείας που μεταφέρει τα εμπορεύματα, τον αριθμό και την ημερομηνία της πτήσης, το όνομα του αερολιμένα φόρτωσης-αναχώρησης και εκφόρτωσης-προορισμού, τον αριθμό της φορτωτικής, τον αριθμό των δεμάτων, περιληπτική περιγραφή των εμπορευμάτων και τη μικτή μάζα.

Άρθρο 21 Οδικές – Σιδηροδρομικές μεταφορές
1.

Για τα εμπορεύματα, που μεταφέρονται οδικώς στο Τελωνειακό έδαφος της χώρας, μέσω αναγνωρισμένων χερσαίων σημείων εισόδου, εφόσον δεν καλύπτονται με τίτλο διεθνούς διαμετακόμισης, κατατίθεται στην Τελωνειακή Αρχή εισόδου, από τον οδηγό του μεταφορικού μέσου, ως δηλωτικό εισαγωγής, οποιοδήποτε έγγραφο, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 16 του

παρόντα Κώδικα.

2.

Για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται σιδηροδρομικώς στο τελωνειακό έδαφος της χώρας ισχύουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. Ειδικότερες διαδικασίες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

3.

Με απόφαση του Υπουργού οικονομικών ρυθμίζονται οι διαδικασίες εισαγωγής, διαμετακόμισης και εξαγωγής των εμπορευμάτων, που μεταφέρονται μέσω δικτύου αγωγών, καθώς και τυχόν λοιπές συναφείς τελωνειακές εργασίες.

Άρθρο 22 Υποχρεώσεις προσώπων

Οι κυβερνήτες αεροσκαφών, οι προϊστάμενοι αμαξοστοιχιών, οι οδηγοί φορτηγών οδικών οχημάτων ή άλλων χερσαίων μεταφορικών μέσων ή οι υπεύθυνοι διαχειριστές δικτύου αγωγών υπέχουν τις υποχρεώσεις και ευθύνες, που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα για τους πλοιάρχους.

Οι φορείς ιδιοκτησίας των μεταφορικών αυτών μέσων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι κατά νόμο εκπρόσωποί τους υπέχουν τις υποχρεώσεις και ευθύνες, που προβλέπονται για τους πράκτορες.

Άρθρο 23

Οι τελωνειακές διατυπώσεις για τα είδη, που διακινούνται με το ταχυδρομείο και υπόκεινται σε έλεγχο από τις Τελωνειακές Αρχές, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και

Μεταφορών και Επικοινωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΕΙΣΟΔΟΣ – ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ – ΕΝΑΠΟΘΕΣΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 24 Είσοδος – Επιτήρηση Εμπορευμάτων
1.

Τα εμπορεύματα, που εισέρχονται στο Τελωνειακό έδαφος της χώρας, υποβάλλονται, από τη στιγμή της εισόδου τους, σε τελωνειακή επιτήρηση ή και έλεγχο, προσκομίζονται δε, χωρίς καθυστέρηση και σύμφωνα με τους όρους, που καθορίζει η Τελωνειακή Αρχή εισόδου στο Τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαίκής `Ενωσης (Ε.Ε.), στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ή σε άλλο χώρο, που καθορίζει ή εγκρίνει η αρμόδια αυτή Αρχή.

Με ανάλογο τρόπο προσκομίζονται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή και τα κοινοτικά εμπορεύματα, που αποστέλλονται από άλλο Κράτος -Μέλος στην Ελλάδα και διακινούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, με την κάλυψη εγγράφου κοινοτικής διαμετακόμισης ή εγγράφου που επέχει θέση εγγράφου κοινοτικής διαμετακόμισης ή αντιτύπου ελέγχου Τ5.

Στην περίπτωση αυτή η εκπρόθεσμη κατάθεση των εγγράφων αυτών και η μη προσκόμιση των κοινοτικών εμπορευμάτων στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή προορισμού, συνεπάγεται εκτός από τις άλλες προβλεπόμενες κυρώσεις και την επιβολή, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, προστίμου που

προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 145 του παρόντα Κώδικα.

2.

Η εκφόρτωση των εμπορευμάτων στις δημόσιες προσωρινές αποθήκες και χώρους ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, που καθορίζει ή εγκρίνει η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, καθώς και η παράδοση αυτών στην αρμόδια αυτή Αρχή, γίνεται ύστερα από άδεια αυτής, με βάση το δηλωτικό

εισαγωγής.

3.

Αν κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων διαπιστωθούν ελλείμματα ή βρεθούν δέματα, δοχεία, κιβώτια ή άλλα είδη συσκευασίας τους, που φέρουν σαφή σημεία παραβίασης ή διαρρέουν ή είναι κενά του περιεχομένου τους, για την παραλαβή των εμπορευμάτων εκ μέρους της Τελωνειακής Αρχής συντάσσεται πρωτόκολλο, που υπογράφεται από το διαχειριστή της αποθήκης και το μεταφορέα ή τον αντιπρόσωπό του.

Στο πρωτόκολλο αυτό αναγράφονται, με κάθε λεπτομέρεια, η κατάσταση και το περιεχόμενο των παραπάνω μέ σων συσκευασίας κατά βάρος, ποσότητα και εμπορευματολογική περιγραφή, καθώς και τα ληφθέντα διασφαλιστικά μέτρα.

Για τα ελλείμματα αυτά η Τελωνειακή Αρχή προβαίνει στη βεβαίωση και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στην είσπραξη των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που αναλογούν σε αυτά.

Άρθρο 25 Προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων
1.

Η προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων, που μετα φέρονται απευθείας από το εξωτερικό ή αποστέλλονται ύστερα από διαμετακόμιση, επιτρέπεται με γραπτή άδεια της Τελωνειακής Αρχής σε προσωρινές αποθήκες ή χώρους, που βρίσκονται στη χωρική της αρμοδιότητα και τη διαχείριση των οποίων έχουν άλλα εκτός από τις Τελωνειακές Αρχές φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την εξυπηρέτηση του

εμπορίου.

Η εκφόρτωση των εμπορευμάτων στις παραπάνω αποθήκες και χώρους γίνεται με βάση το δηλωτικό.

8 Η χρήση των προσωρινών αυτών αποθηκών ή χώρων επιτρέπεται να γίνεται από περισσότερους του ενός μεταφορείς και εισαγωγείς εμπορευμάτων.

Για τα εμπορεύματα που εναποτίθενται στις παραπάνω αποθήκες ή χώρους εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις των Τελωνειακών Νόμων και Κανονισμών. Οι αποθήκες και χώροι αυτοί θεωρούνται ως προσωρινές τελωνειακές αποθήκες και χώροι, μέσα στους οποίους μπορούν να διεξάγονται από την Τελωνειακή Υπηρεσία όλες οι προβλεπόμενες τελωνειακές εργασίες και διαδικασίες και θεωρείται ότι αυτές διεξάγονται εκτός Τελωνειακού

Καταστήματος.

2.

Τα εμπορεύματα που τελούν σε κατάσταση προσωρινής εναπόθεσης επιτρέπεται να μετακινηθούν ή απομακρυνθούν από τον τόπο που είχαν αρχικά τοποθετηθεί ή αποθηκευτεί, μόνο με άδεια της Τελωνειακής

Αρχής. Τα εμπορεύματα αυτά επιτρέπεται να υποστούν μόνο επεξεργασία τέτοια, που να εξασφαλίζει τη διατήρησή τους στην αυτή κατάσταση, χωρίς μεταβολή της εμφάνισης ή των τεχνικών χαρακτηριστικών τους. Επίσης επιτρέπεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και ύστερα από άδεια της Τελωνειακής Αρχής, η εξέταση ή η λήψη δειγμάτων των εμπορευμάτων αυτών, με σκοπό να τους δοθεί τελωνειακός προορισμός.

3.

Οι Τελωνειακές Αρχές ασκούν έλεγχο και εποπτεία στις αποθήκες ή χώρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Για την άσκηση του ελέγχου και της εποπτείας, μπορεί να εγκαθίσταται στους χώρους αυτούς κλιμάκιο τελωνειακών υπαλλήλων.

4.

Οι εκμεταλλευόμενοι αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης ή χώρους ευθύνονται έναντι του Δημοσίου για τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που αναλογούν στα εμπορεύματα. Το Δημόσιο δεν υπέχει ευθύνη για οποιαδήποτε βλάβη, φθορά ή καταστροφή, οφειλόμενη σε οποιαδήποτε αιτία, των εμπορευμάτων που εναποτίθενται στις αποθήκες ή χώρους αυτούς.

5.

Στις προσωρινές αποθήκες ή χώρους, που προβλέ πονται από το άρθρο αυτό, απαγορεύεται η αποθήκευση εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί στις διατυπώσεις της τελωνειακής αποταμίευσης ή εξαγωγής. Η εναπόθεση

εμπορευμάτων, στις παραπάνω αποθήκες ή χώρους, που μπορούν από τη φύση ή την κατάστασή τους να επηρεάσουν άλλα εμπορεύματα ή να προκαλέσουν κίνδυνο στη δημόσια υγεία, τάξη, ασφάλεια ή στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις, επιτρέπεται μόνο σε ειδικά διαρρυθμισμένα ιδιαίτερα διαμερίσματα ή χώρους, εφόσον υπάρχουν και μπορούν να αποτρέψουν τους κινδύνους αυτούς.

Αν δεν υπάρχουν τέτοιοι ειδικοί χώροι, η εναπόθεση των εν λόγω εμπορευμάτων επιτρέπεται, μόνο με άδεια της Τελωνειακής Αρχής, στις κατάλληλες εγκαταστάσεις του εισαγωγέα αυτών.

Η Τελωνειακή Αρχή μπορεί να μην επιτρέψει την εκφόρτωση σε προσωρινές αποθήκες ή χώρους εμπορευμάτων, που έχουν υποστεί σήψη ή αλλοίωση, κατά τη γνώμη ιατρού της Υγειονομικής ή Κτηνιατρικής ή άλλης Δημόσιας Υπηρεσίας ή άλλου ιατρού ή ειδικού επιστήμονα. Τα εμπορεύματα αυτά, εφόσον δεν ζητείται η καταστροφή τους, επανεξάγοντqι, με δαπάνες που βαρύνουν τον κάτοχο αυτών.

6.

Για τη λειτουργία των αποθηκών και χώρων προσωρινής εναπόθεσης της παραγράφου 1 απαιτείται άδεια του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας, που εκδίδεται μετά από αίτηση του

ενδιαφερομένου και εισήγηση της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται:

α)

Οι προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι αποθήκες ή χώροι που προβλέπονται από την παράγραφο 1.

β)

Η διαδικασία παραλαβής των εμπορευμάτων.

γ)

Οι όροι αποθήκευσης και λογιστικής διαχείρισης των εμπορευμάτων.

δ)

Ο τρόπος παρακολούθησης και άσκησης του τελωνειακού ελέγχου τόσο των εμπορευμάτων όσο και των χώρων.

ε)

Ο χρόνος λειτουργίας των αποθηκών και χώρων αυτών και οι λόγοι ανάκλησης της άδειας λειτουργίας πριν από το χρόνο λήξης αυτής.

στ)

Οι εγγυήσεις, που παρέχονται για τη διασφάλιση των οφειλόμενων κάθε φορά προς το Δημόσιο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, για τα εμπορεύματα που αποθηκεύονται Δεν απαιτείται παροχή εγγύησης, όταν ο εκμεταλλευόμενος προσωρινές αποθήκες ή χώρους είναι Νομικό Πρόσωπο

Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.).

ζ)

Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την έγκριση και λειτουργία των

αποθηκών αυτών.

Με όμοια απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να ανατίθεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα η διαχείριση των εμπορευμάτων που εκφορτώνονται σε

δημόσιες προσωρινές αποθήκες ή χώρους.

8.

Οι εκμεταλλευόμενοι τις αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης ή χώρους, της παραγράφου 1 του παρόντος, οφείλουν να γνωστοποιούν γραmά στην Τελωνειακή Αρχή κάθε επιπλέον ή επί έλαπον διαπιστούμενη, κατά

την εκφόρτωση, διαφορά μεταξύ των αναγραφόμενων στο δηλωτικό εμπορευμάτων και εκείνων που εναποτέθηκαν.

Επί έλαπον διαφορές εμπορευμάτων, που δεν γνωστοποιήθηκαν γραmά στην Τελωνειακή Αρχή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την εκφόρτωση, δεν λαμβάνονται υπόψη, οι δε εκμεταλλευόμενοι τις προσωρινές αυτές αποθήκες ή χώρους υποχρεούνται, επιφυλασσομέ νων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, στην καταβολή των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στις διαφορές αυτές.

Για τη βεβαίωση και είσπραξη των οφειλόμενων στο Δημόσιο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στα διαπιστούμενα κάθε φορά ελλείμματα ή τις διαφορές εμπορευμάτων, που εισήχθησαν στις

προσωρινές αποθήκες ή χώρους, εκδίδεται από την Τελωνειακή Αρχή καταλογιστική πράξη, σε βάρος των εκμεταλλευομένων τις προσωρινές αυτές αποθήκες ή χώρους.

9.

Για την εναπόθεση των εμπορευμάτων στις προσωρινές αποθήκες ή χώρους, που προβλέπονται από το άρθρο αυτό, ισχύουν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 43 του παρόντα Κώδικα.

Οι παραπάνω προθεσμίες εναπόθεσης των εμπορευμάτων μπορούν να περιορίζονται ή παρατείνονται από την Τελωνειακή Αρχή, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις,

10.

Τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο Τελωνείο και εναποτίθενται στις προσωρινές αποθήκες ή χώρους, πρέπει, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 43, να λάβουν τελωνειακό προορισμό, που μπορεί να είναι:

α)

είτε η υπαγωγή τους σε οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς,

β)

είτε: η είσοδός τους σε Ελεύθερη Ζώνη,

γ)

είτε η επανεξαγωγή τους εκτός του τελωνειακού εδάφους της

Ευρωπαϊκής`Ενωσης (Ε.Ε.),

δ)

είτε η καταστροφή τους με την άδεια της Τελωνειακής Αρχής και με τους όρους που η Αρχή αυτή καθορίζει,

ε)

είτε η εγκατάλειψή τους υπέρ του Δημοσίου, ύστερα από έγκριση της Τελωνειακής Αρχής,

Για τα εμπορεύματα, στα οποία δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε τελωνειακός προορισμός, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται, εφαρμόζονται οι περί αζητήτων εμπορευμάτων διατάξεις του παρόντα Κώδικα,

11.

Η εγκατάλειψη ή η καταστροφή των εμπορευμάτων δεν συνεπάγεται δαπάνη για το Δημόσιο.

Η Τελωνειακή Αρχή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 37 του παρόντα Κώδικα, να καταστρέψει τα εμπορεύματα που έχουν τοποθετηθεί στις προσωρινές αποθήκες ή χώρους, πληροφορεί δε γι` αυτό τον κάτοχο των εμπορευμάτων. Τα έξοδα καταστροφής των εμπορευμάτων βαρύνουν τον κάτοχό τους.

12.

Οι εκμεταλλευόμενοι τις προσωρινές αποθήκες ή χώρους του παρόντος άρθρου υποχρεούνται να διαθέτουν σε αυτούς τους χώρους, χωρίς επιβάρυνση για το Δημόσιο, κατάλληλο και ασφαλή στεγασμένο χώρο:

α)

για την εγκατάσταση της Τελωνειακής Υπηρεσίας, προς διενέργεια των κατά περίπτωση απαιτούμενων τελωνειακών και συναφών εργασιών και διατυπώσεων.

β)

για τη μεταφορά των εμπορευμάτων που δεν παραλαμβάνονται μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και κηρύσσονται αζήτητα, Η μεταφορά αυτή διενεργείται με προσωπικό και μεταφορικά μέσα των εκμεταλλευομένων τις αποθήκες αυτές, Οι εκμεταλλευόμενοι τις προσωρινές αποθήκες δικαιούνται σε απόληψη προνομιακώς των τυχόν οφειλόμενων αποθηκεύτρων, εργατικών και μεταφορικών εξόδων, από το

πλειστηρίασμα που επιτυγχάνεται.

Μετά τη διάθεση ή καταστροφή από την Τελωνειακή Αρχή των εμπορευμάτων που περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43, οι απαιτήσεις των εκμεταλλευομένων τις

αποθήκες ή χώρους αυτούς, αποσβένονται

13.

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντα ή άλλων Τελωνειακών ΝόμωΥ και Κανονισμών σχετικά με τις άδειες εισόδου ή εξόδου των εμπορευμάτων ή άλλων αντικειμένων, απαγορεύεται η είσοδος και

έξοδος των κάθε φύσης αντικειμένων, εμπορευμάτων, οχημάτων και ατόμων στις αποθήκες ή χώρους, που προβλέπονται από το παρόν άρθρο και τελούν υπό τελωνειακή επιτήρηση, φρούρηση ή εποπτεία, χωρίς έλεγχο από τους υπαλλήλους της Τελωνειακής Υπηρεσίας, οι οποίοι μπορούν να απαγορεύσουν την είσοδο προσώπων ή οχημάτων, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού ιδιωτικών εταιριών ασφάλειας και φρούρησης, που δεν έχει σχέση με συγκεκριμένη εργασία.

Η εκμίσθωση χώρων για την εγκατάσταση επαγγελματιών, προς άσκηση του επιτηδεύματός τους, μέσα στις αποθήκες και χώρους που τελούν υπό τελωνειακή επιτήρηση, επιτρέπεται μόνο με έγκριση της αρμόδιας

Τελωνειακής Αρχής.

14.

Η αποθήκευση, ταξινόμηση, διαλογή των εμπορευμάτων και αποσκευών επιβατών, οι εργασίες για την επαλήθευση, εξέταση και τον έλεγχο αυτών, καθώς και οι υπόλοιπες απαραίτητες εργασίες στις αποθήκες ή χώρους, που τελούν υπό την αποκλειστική διαχείριση των Τελωνείων του Κράτους, πραγματοποιείται από την Κομιστική Υπηρεσία, κατά τις υποδείξεις του Προίσταμένου της οικείας Τελωνειακής Αρχής, κατά το χρόνο λειτουργίας της Αρχής αυτής.

Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης ή παράβασης των υποδείξεων του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, επιβάλλονται στον υπαίτιο οι κυ ρώσεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, περί ασκήσεως

πειθαρχικού ελέγχου των φορτοεκφορτωτών, μετά από αίτηση της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Σε περίπτωση υποτροπής, ο υπαίτιος απομακρύνεται της Κομιστικής Υπηρεσίας των Τελωνείων, με απόφαση του Προϊσταμένου του Τελωνείου,

Το προσωπικό που προσλαμβάνεται, από τους εκμεταλλευόμενους τις αποθήκες ή χώρους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για τη φορτοεκφόρτωση και διαχείριση των εμπορευμάτων, πρέπει να απομακρύνεται από αυτούς, ύστερα από υπόδειξη του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Αρχής, για δικαιολογημένη αιτία.

Οι υπόχρεοι για την εκτέλεση φορτοεκφορτωτικών εργασιών πρέπει να χρησιμοποιούν, εφόσον κατά την κρίση των Προίσταμένων του Τελωνείου επιβάλλεται τούτο, προς ταχεία και ασφαλή διενέργεια των εργασιών αυτών, τα κατάλληλα μηχανικά και λοιπά μέσα,

15.

Το Δημόσιο δεν ευθύνεται για τις φυσικές απομειώσεις, φθορές ή βλάβες των εναποτιθέμενων εμπορευμάτων στις προσωρινές αποθήκες ή χώρους, που τελούν υπό τη διαχείριση των Τελωνείων, καθώς και για τις οφειλόμενες σε ανώτερη βία.

16.

Εφαρμόζονται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή οι περί λαθρεμπορίας διατάξεις του παρόντα Κώδικα, ανεξάρτητα από την τυχόν λήψη εγγύησης ή αλλού διασφαλιστικού, των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μέτρου, όταν διαπιστώνεται ότι ελλείπουν εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί στις αποθήκες ή χώρους της παραγράφου 1, χωρίς την τήρηση γι` αυτά των τελωνειακών και λοιπών συναφών διατυπώσεων και τη χορήγηση της κατά περίπτωση απαιτούμενης, κατά τις διατάξεις του παρόντα ή άλλων Τελωνειακών Νόμων και Κανονισμών, γραπτής άδειας παράδοσης ή εξόδου ή φόρτωσης αυτών.

17.

9 Επιτρέπεται, με έγκριση της Τελωνειακής Αρχής και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, η προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων σε αποθήκες ή χώρους παραχωρούμενους από το πρόσωπο που κατέχει τα εμπορεύματα.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου αυτής, καθώς και του εδαφίου 3 της ανωτέρω παραγράφου 5.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΟ – ΔΑΣΜΟΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Άρθρο 26

Οι δασμοί, που καθίστανται απαιτητοί, σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής, υπολογίζονται σύμφωνα με το Δασμολόγιο των Ευρωπαίκών Κοινοτήτων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κοινοτικό Τελωνειακό Κώδικα, ενώ οι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις επιβάλλονται από Εθνικές Διατάξεις.

Άρθρο 27
1.

Η εφαρμογή των ευεργετικών δασμολογικών μέτρων έναντι τρίτων χωρών, που προβλέπονται είτε σε διμερείς προτιμησιακές συμφωνίες είτε σε αυτόνομα προτιμησιακά καθεστώτα της Ευρωπαίκής`Ενωσης (Ε. Ε.), εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων καταγωγής, που

αναφέρονται στις εν λόγω συμφωνίες ή στις διατάξεις εφαρμογής του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα αντίστοιχα.

Η μη προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων προσδιορίζεται για την εφαρμογή του Δασμολογίου των Ευρωπαίκών Κοινοτήτων και για την εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής. Οι σχετικές διατάξεις αναφέρονται στον Κοινοτικό Τελωνειακό Κώδικα.

2.

10 Η μη τήρηση των διατάξεων περί καταγωγής των εμπορευμάτων θεωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

3.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι αρμόδιοι Εθνικοί Φορείς ή Αρχές για την έκδοση του εγγράφου πιστοποίησης της καταγωγής.

Άρθρο 28
1.

Τα εμπορεύματα τελωνίζονται στην κατάσταση και μορφή που προσκομίζονται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, όπου κατατίθεται διασάφηση θέσης αυτών σε οποιοδήποτε καθεστώς, υπό την εποπτεία της οποίας

προσδίδεται οιοσδήποτε προορισμός.

2.

Η κατάταξη των προς τελωνισμό εμπορευμάτων στην οικεία διάκριση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) του Δασμολογίου ενεργείται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

3.

Εάν ο παραλήπτης αμφισβητεί την από την Τελωνειακή Αρχή κατάταξη, τη δασμολογητέα ή φορολογητέα αξία, την υπαγωγή ή μη των εμπορευμάτων σε άλλο συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ή

Άλλο. Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), ή άλλο φόρο, ή τέλος, συντάσσεται για την αμφισβήτηση αυτή πράξη στο σώμα της διασάφησης, που υπογράφεται από τον ενεργήσαντα τον τελωνισμό υπάλληλο, τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τελωνισμού και το διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπο αυτού.

4.

Η επίλυση των κατά την προηγούμενη παράγραφο αμφισβητήσεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών Τελωνειακών Αμφισβητήσεων, (Π.Ε.Τ.Α.), που λειτουργούν στις έδρες των Τελωνειακών Περιφερειών.

5.

Η εκδίκαση των ασκούμενων εφέσεων κατά των απο φάσεων των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (Π.Ε.Τ.Α.) ανήκει στην αρμοδιότητα της Ανώτατης Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων

(Α.Ε.Τ.Α.), καθώς επίσης και η επίλυση των, μεταξύ του Προίσταμένου του Τμήματος Τελωνισμού και του ενεργήσαντα τον τελωνισμό υπαλλήλου, αναφυόμενων διαφωνιών ως προς την κατάταξη.

6.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, ανακαθορίζονται η συγκρότηση, οι Αρμοδιότητες και η έδρα των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (Π.Ε.Τ.Α.) και της Ανώτατης Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων(Α.Ε.Τ.Α.).

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται τα μέλη των ανωτέρω Επιτροπών, ο τρόπος αποστολής, από τις Τελωνειακές Αρχές των αμφισβητούμενων διασαφήσεων και των σχετικών δειγμάτων, τα έξοδα εξέτασης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΟΦΕΙΛΗ

Άρθρο 29 Γένεση, βεβαίωση, είσπραξη, απόσβεση τελωνειακής οφειλής
1.

11 Τελωνειακή οφειλή είναι η υποχρέωση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου έναντι Τελωνειακής Αρχής για καταβολή του συνόλου των δασμών, των φόρων, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), και των λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου, που αναλογούν σε εμπορεύματα και τα επιβαρύνουν κατά τις οικείες διατάξεις.

2.

Επιφυλασσομένων των διατάξεων του Τελωνειακού Κοινοτικού Κώδικα η τελωνειακή οφειλή γεννάται:

α)

τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής διασάφησης για θέση σε ανάλωση ή ελεύθερη κυκλοφορία ή εξαγωγή ενός εμπορεύματος υποκειμένου σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις,

β)

από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος ενός εμπορεύματος,

γ)

από την υπεξαίρεση υποκειμένου σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις εμπορεύματος κατά την τελωνειακή επιτήρηση,

δ)

από τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη θέση των εμπορευμάτων σε ένα καθεστώς ή προορισμό ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που είχαν τεθεί για την υπαγωγή των εμπορευμάτων

αυτών στο συγκεκριμένο καθεστώς,

ε)

όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ειδικότερα καθοριζόμενη.

3.

12 Η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται από τις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του παρόντος Κώδικα, βεβαιώνεται επί των οικείων παραστατικών εγγράφων αρχικά ή συμπληρωματικά, ή με έκδοση καταλογιστικής πράξης όπου απαιτείται, και εγγράφεται στα ειδικά λογιστικά βιβλία.

4.

Η είσπραξη της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιείται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

4α.

13 14 15 Κατά την εισαγωγή μη υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης αγαθών ο φόρος προστιθεμένης αξίας που βεβαιώνεται επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού δεν εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή εισαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι αναγράφεται στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ του εισαγωγέα και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

Ο εισαγωγέας είναι μη εγκατεστημένο στη χώρα μας υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο.

β)

Η πραγματοποιούμενη στατιστική αξία των εισαγωγών ανέρχεται σε ετήσια βάση σε τουλάχιστον 40.000.000 ευρώ.

γ)

Ποσοστό άνω του 90% της αξίας των εισαγόμενων αγαθών σε ετήσια βάση παραδίδεται σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτες χώρες.

δ)

Παρέχεται άδεια από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για την έκδοση της οποίας λαμβάνονται υπόψη στοιχεία όπως χρηματοπιστωτική φερεγγυότητα, συμμόρφωση προς τις τελωνειακές απαιτήσεις, δυνατότητα παροχής οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας ζητηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Στη σχετική άδεια αναφέρονται ρητά οι εταιρείες του Ομίλου που θα δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας διάταξης.

Επί εισαγωγής αγαθών από εισαγωγέα που ανήκει σε όμιλο εταιρειών, οι ανωτέρω προϋποθέσεις β` και γ` υπολογίζονται για το σύνολο των εταιρειών του Ομίλου που ορίζονται στην άδεια.

β. Ως «όμιλος εταιρειών» νοείται κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες εταιρείες.

Ως «ελέγχουσα εταιρεία» νοείται εταιρεία του Ομίλου που ασκεί επιρροή, άμεση ή έμμεση, σε άλλη εταιρεία η οποία καλείται ελεγχόμενη λόγω των δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή ειδικών κανόνων δικαίου.

γ. Αν μετά την υπαγωγή του εισαγωγέα στην παρούσα διάταξη διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται μία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις α`, β` ή γ`:

(αα) η άδεια της ανωτέρω περίπτωσης δ` ανακαλείται,

(ββ) τελωνειακή οφειλή γεννάται για την αξία των ει- σαγομένων αγαθών που αποδεδειγμένα, βάσει ελέγχου της αρμόδιας ΕΛ.Υ.Τ, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξαγωγής ή παράδοσης σε άλλο κράτος - μέλος.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης.

5.

Η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής επέρχεται με την καταβολή ή διαγραφή του ποσού της οφειλής κατά τα οριζόμενα στην Εθνική και Κοινοτική Νομοθεσία.

6.

16 Υπόχρεος για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής είναι ο διασαφιστής, το πρόσωπο στο όνομα του οποίου κατατίθεται Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και Λοιπών Φορολογιών, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο σε βάρος του οποίου γεννάται η οφειλή κατά τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας.

Για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής ευθύνονται επίσης, προσωπικά και αλληλέγγυα και τα φυσικά πρόσωπα, όπως αυτά αναφέρονται στις περιπτώσεις (α) και (γ) της παραγράφου 3 του άρθρου 153 του παρόντος Κώδικα, καθώς και οι διαχειριστές εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και οι εκκαθαριστές ανωνύμων εταιρειών ή συνεταιρισμών ή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης τους, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης αυτής.

7.

17 Τελωνειακή οφειλή, που βεβαιώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατ` εφαρμογή των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, για την οποία απέβησαν άκαρπες όλες οι νόμιμες ενέργειες για την είσπραξη της και έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά τις οικείες διατάξεις του νόμου "περί δημοσίου λογιστικού" (ν. 2362/1995 ΦΕΚ 247 Α`), διαγράφεται.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται το αρμόδιο όργανο, οι όροι και οι προϋποθέσεις, ο τρόπος, η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαγραφή της οφειλής που έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Άρθρο 30 Εγγυήσεις
1.

Για την εξασφάλιση της τελωνειακής οφειλής όλων των τελωνειακών καθεστώτων, οι Τελωνειακές Αρχές μπορούν να απαιτούν, από το διασαφιστή ή τον υπόχρεο κατάθεσης του σχετικού τελωνειακού παραστατικού, τη σύσταση εγγύησης.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τις προθεσμίες και τον τρόπο καταβολής ή αναστολής της τελωνειακής οφειλής και των παρεχόμενων εγγυήσεων, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα.

Άρθρο 31
1.

Το Δημόσιο διατηρεί αμείωτες τις απαιτήσεις του κατά του κυρίου των εμπορευμάτων για δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που δεν είχαν εισπραχθεί, όπως επίσης και για εκείνες που είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί Τα ποσά θεωρούνται ότι είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί, όταν δεν βεβαιώθηκαν ή δεν εισπράχθηκαν, ολικά ή μερικά, λόγω οποιασδήποτε παράλειψης που έγινε κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων, εφόσον αυτό προκύπτει από το κείμενο του τελωνειακού παραστατικού που κατατέθηκε, τις πράξεις επ’ αυτού και τα δικαιολογητικά έγγραφα, που επισυνάπτονται σε αυτό, με τα οποία προσδιορίζονται τα κρίσιμα στοιχεία για την ορθή βεβαίωση των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται

2.

Επίσης, ως ελλιπώς βεβαιωθέντα ή εισπραχθέντα θεωρούνται και τα ποσά που βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, αν κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο αποδειχθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι για το καθεστώς, στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα, όροι ή ότι τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά που χρησιμοποιήθηκαν για προτιμησιακή μεταχείριση του εμπορεύματος δεν είναι αυθεντικά ή έγκυρα.

3.

`Οσα έχουν εισπραχθεί ή έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί ελλιπώς βεβαιώνονται συμπληρωματικά με πράξη της Τελωνειακής Αρχής και εισπράπονται απ` αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις περί Εισπράξεως

Δημοσίων Εσόδων.

4.

18 Η προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά της πράξης βεβαίωσης των ποσών που, από οποιαδήποτε αιτία, δεν εισπράχθηκαν ή ελλιπώς βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν, όπως επίσης και η άσκηση προσφυγής, δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός εάν καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της οφειλής που βεβαιώθηκε όταν αφορά εθνικούς πόρους και κατατεθεί εγγύηση ισόποση με το εκατό τοις εκατό (100%) της οφειλής όταν αφορά ίδιους πόρους της κοινότητας. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και για τις πράξεις βεβαίωσης της Τελωνειακής Αρχής για εμπορεύματα που παραδόθηκαν με τελωνειακό καθεστώς, που επιφέρει αναστολή είσπραξης των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Η αίτηση αναστολής ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων κατά της πράξης βεβαίωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

Άρθρο 32 Αχρεωστήτως εισπραχθέντα
1.

Τα ποσά που εισπράχθηκαν από τα Τελωνεία αχρεωστήτως επιστρέφονται άτοκα στο δικαιούχο, εάν, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών (3) ετών από την ημερομηνία βεβαίωσής τους, αυτός υποβάλλει σχετική αίτηση στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή επισυνάπτοντας τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται.

Εάν η διαπίστωση της αχρεώστητης είσπραξης έγινε από την Τελωνειακή Υπηρεσία, καλείται από αυτήν ο δικαιούχος να υποβάλει τη σχετική αίτηση περί επιστροφής με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μέσα στην ως άνω προθεσμία. Για την επιστροφή αυτή οι Τελωνειακές Αρχές ενεργούν κατά προτεραιότητα. Εάν η αχρεώστητη είσπραξη έχει αναγνωριστεί ή βεβαιωθεί με απόφαση του αρμόδιου Δοικητικού Δικαστηρίου, ο

δικαιούχος πρέπει μέσα σε ένα (1) έτος, από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, να υποβάλει σχετική αίτηση περί επιστροφής στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Εάν η αναγνώριση ή βεβαίωση της αχρεώστητης είσπραξης έγινε με απόφαση που εκδόθηκε μετά από έφεση ή αναίρεση, η ετήσια προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης. `Έντοκη επιστροφή επιτρέπεται εάν και εφόσον η σχετική αίτηση υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών, που αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από το μήνα κατά τον οποίο κοινοποιήθηκε στην Τελωνειακή Αρχή η απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου.

Η μη υποβολή της αίτησης επιστροφής εμπρόθεσμα συνεπάγεται την παραγραφή του δικαιώματος έντοκης επιστροφής του δικαιούχου.

2.

Για την επιστροφή εκδίδεται απόφαση:

-του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής επιπέδου Διεύθυνσης,

-του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας, για τις υπόλοιπες Τελωνειακές Αρχές.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την επιστροφή, ο τρόπος επιστροφής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

3.

Εάν εντός της προβλεπόμενης κατά περίπτωση προθεσμίας, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν υποβληθεί από το δικαιούχο ή τον αντιπρόσωπό του αίτηση με τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, παραγράφονται οι απαιτήσεις αχρεωστήτως εισπραχθέντων.

4.

Η χρηματική αξίωση από την αχρεώστητη είσπραξη επιβαρύνσεων, για την οποία εκδόθηκε η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου απόφαση της Τελωνειακής Αρχής, παραγράφεται μετά την παρέλευση προθεσμίας ενός (1) έτους από την κοινοποίηση της απόφασης.

5.

Η αναστολή ή διακοπή της παραγραφής διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού.

6.

Ποσά από φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις μέχρι τρία (3) ευρώ, κατά πράξη, που εισπράχθηκαν αχρεώστητα ή βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, δεν επιστρέφονται ή δεν βεβαιώνονται συμπληρωματικά για είσπραξη.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών το ανωτέρω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται, δεν μπορεί όμως να υπερβεί το αντίστοιχο για τους δασμούς ποσό, που προβλέπεται από τις ισχύουσες συναφείς διατάξεις

της Κοινοτικής Τελωνειακής Νομοθεσίας.

19 Άρθρο 32 Α

Ποσά τα οποία εισπράττονται από τη Δ/νση Διαχείρισης Δημοσίου, ως προϊόν εκποίησης υλικών και τροχοφόρων κυριότητας Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευομένων από το Δημόσιο και εταιρειών του ευρύτερου Δημόσιου τομέα, για λογαριασμό τους, αποδίδονται στους δικαιούχους άτοκα σε ποσοστό 75% του εισπραχθέντος τιμήματος.

Ομοίως, τακτοποιούνται όλες οι εκκρεμείς, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, μη αποδοθείσες απαιτήσεις τρίτων προερχομένων από τη λειτουργία του τέως Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού Α.Ε. (Ο.Δ.Δ.Υ.Α.Ε.). Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων του προηγουμένου εδαφίου παρατείνεται ως 31−12−2016. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατή η αναπροσαρμογή του ποσοστού απόδοσης.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της διαδικασίας απόδοσης των σχετικών ποσών στους δικαιούχους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΣΥΝΗΘΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 33
1.

Ο κύριος των εμπορευμάτων ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, οφείλει μετά την προσκόμισή τους στην Τελωνειακή Αρχή, να καταθέσει διασάφηση, προκειμένου τα εμπορεύματα αυτά να υπαχθούν σε οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς ή να λάβου έναν από τους λοιπούς τελωνειακούς προορισμούς, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα από

την Κοινοτική Νομοθεσία.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατόν να καθορίζονται συγκεκριμένες Τελωνειακές Αρχές της Επικράτειας για τον τελωνισμό συγκεκριμένων εμπορευμάτων, όταν αυτό επιβάλλεται από τη φύση τους ή τον τρόπο διακίνησής τους.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται:

α)

οι επί μέρους διαδικασίες που αφορούν στην εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων υπαγωγής των εμπορευμάτων σε ένα από τα τελωνειακά καθεστώτα, ή οι όροι και προϋποθέσεις και ειδικότερες διαδικασίες δια των οποίων προσδίδεται οιοσδήποτε άλλος τελωνειακός προορισμός,

κατά το μέρος που οι διαδικασίες αυτές δεν καθορίζονται ρητά από την Κοινοτική Νομοθεσία.

β)

η συμπλήρωση, κατάθεση της διασάφησης, η εξέταση, δειγματοληψία των εμπορευμάτων, ο υπολογισμός, βεβαίωση, συμπληρωματική βεβαίωση και είσπραξη των επιβαρύνσεων κατά το μέρος που οι διαδικασίες αυτές δεν καθορίζονται ρητά από την Κοινοτική Νομοθεσία, καθώς και ο τύπος των χρησιμοποιούμενων εντύπων ή αποδεικτικών είσπραξης, εφόσον δεν προβλέπονται από την Κοινοτική Νομοθεσία.

γ)

ο χρόνος και ο τόπος φύλαξης των εξοφλημένων τελωνειακών παραστατικών εγγράφων, που κατατίθενται στις Τελωνειακές Αρχές.

4.

Επιτρέπεται η αναστολή είσπραξης εθνικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν σε εμπορεύματα κοινοτικά ή μη, εγχώρια ή και ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία, σε κάθε περίπτωση που πρόκειται να υποστούν, υπό την επίβλεψη των Τελωνειακών Αρχών, οιασδήποτε μορφής ενσωμάτωση και επεξεργασία για την παραγωγή προίόντων, τα οποία τίθενται οριστικά σε ανάλωση. Ειδικότεροι όροι λειτουργίας και ελέγχου της συγκεκριμένης δραστηριότητας καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5.

20 21 Ειδικά για τις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, στις οποίες κατέχονται ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73, εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών για τις αποθήκες αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καθορίζονται οι προδιαγραφές και ρυθμίζονται τα θέματα εγκατάστασης των συστημάτων ελέγχου εισροών - εκροών, των συστημάτων ιχνηθέτησης, καθώς και οι διαδικασίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις της εγκατάστασης για το κάθε είδος καυσίμου, των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Άρθρο 34

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκρισης εφαρμογής των απλουστευμένων διαδικασιών, που προβλέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα.

Άρθρο 35

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για τις ταχυδρομικές αποστολές επιστολών και δεμάτων μπορεί:

α)

να μην απαιτείται η κατάθεση της προβλεπόμενης από το άρθρο 33 διασάφησης, για να τεθούν σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματα, τα οποία προηγούμενα είχαν τεθεί υπό το καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

β)

να μην αποτελούν αντικείμενο διασάφησης τα εμπορεύματα που εισάγονται για σκοπούς μη εμπορικούς, καθώς και τα εμπορεύματα μικρής αξίας, ιδίως εκείνα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές επιβατών.

Άρθρο 36

Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων επιτρέπεται στο διασαφιστή να προσκομίζει ή να τροποποιεί μεταγενέστερα ορισμένα στοιχεία της διασάφησης, καταθέτοντας Συμπληρωματικές διασαφήσεις γενικού, περιοδικού ή ανακεφαλαιωτικού χαρακτήρα.

Οι ενδείξεις των συμπληρωματικών διασαφήσεων θεωρείται ότι συνιστούν, μαζί με τις ενδείξεις των διασαφήσεων στις οποίες αναφέρονται, μια ενιαία και αδιαίρετη πράξη που ισχύει από την ημερομηνία αποδοχής της αντίστοιχης αρχικής διασάφησης.

ΤΜΗΜΑ Γ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ – ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 37
1.

Η Τελωνειακή Αρχή, πριν από την έκδοση της άδειας παραλαβής και ύστερα από γραmή αίτηση του διασαφιστή ή υπόχρεου καταβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), μπορεί να εγκρίνει:

α)

Την εγκατάλειψη των εμπορευμάτων, υπέρ του Δημοσίου, μετά προηγούμενη καταβολή του συνόλου των εξόδων και κάθε άλλης επιβάρυνσης που έχει επιβληθεί ή κρίνεται αναγκαία.

Η εγκατάλειψη δεν συνεπάγεται έξοδα για το Δημόσιο.

Η αίτηση αυτή μπορεί να διατυπώνεται και στο σώμα της διασάφησης.

Η αποδοχή της από την Τελωνειακή Αρχή σημειώνεται και στη διασάφηση.

Μετά την αποδοχή δεν επιτρέπεται ανάκλησή της.

Στα εγκαταλειπόμενα εμπορεύματα εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 48.

β)

Την καταστροφή των εμπορευμάτων.

Τα σχετικά έξοδα βαρύνουν το διασαφιστή. Η γραπτή αίτηση του διασαφιστή για την καταστροφή των εμπορευμάτων μπορεί να διατυπώνεται και στο σώμα της διασάφησης, Η αποδοχή της από την Τελωνειακή Αρχή ση μειώνεται και στη διασάφηση. Για την καταστροφή συ ντάσσεται πρωτόκολλο

και γίνεται μνεία στη διασάφηση.

Στη διασάφηση και στο προσαρτώμενο σε αυτήν πρωτόκολλο καταστροφής αναφέρεται το είδος και η ποσότητα των υπολειμμάτων και απορριμμάτων, που ενδεχόμενα προκύπτουν από την καταστροφή, ώστε να είναι δυνατόν να τεθούν σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον προηγούμενα καταβληθούν οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν σ` αυτά.

Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία καταστροφής διενεργείται από Επιτροπή και υπό τους όρους και προϋποθέσεις, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

2.

Η εγκατάλειψη υπέρ του Δημοσίου ή η καταστροφή των εμπορευμάτων υπό τον έλεγχο της Τελωνειακής Αρχής απαλλάσσει το διασαφιστή από την υποχρέωση να πληρώσει δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις εκτός από τα ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα.

3.

Μετά την αποδοχή της αίτησης εγκατάλειψης, τα εμπορεύματα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ακολουθείται για την εκποίηση η διαδικασία των άρθρων 45, 46, 47, 48 και 49του παρόντα Κώδικα.

4.

Στη διαδικασία της εκποίησης, σύμφωνα με τα ως άνω άρθρα, οδηγούνται υποχρεωτικά τα εμπορεύματα:

α)

Αν μετά την καταχώρηση και την αποδοχή της διασάφησης ο διασαφιστής αποχωρήσει ή δεν προσφέρει την απαραίτητη συνδρομή και δεν προσέλθει, μέσα σε τέσσερις (4) ημέρες από την αποδοχή της, για την εξέταση των εμπορευμάτων.

Στην περίπτωση αυτή ο Προϊστάμενος του Τελωνείου ή ο Προϊστάμενος του Τμήματος Τελωνισμού μαζί με τον Τελωνειακό Ελεγκτή ή, αν δεν υπάρχει Τελωνειακός Ελεγκτής, με άλλο τελωνειακό υπάλληλο, εξετάζει, έστω και αν απουσιάζει ο διασαφιστής, τα εμπορεύματα ή συνεχίζει την εξέταση, αν αυτή είχε αρχίσει πριν από την αποχώρηση του διασαφιστή, αφού γίνει μνεία στη διασάφηση για την παρουσία ή την απουσία του.

β)

Αν τα εμπορεύματα, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες ή και μετά παράταση το πολύ πέντε (5) ημερών, που είναι δυνατόν να χορηγηθεί από την Τελωνειακή Αρχή, ύστερα από αίτηση του διασαφιστή, μετά την εξέτασή τους με παρουσία του διασαφιστή, δεν παραληφθούν ή αν δεν παρασχεθεί εγγύηση για τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Και στις δυο αυτές περιπτώσεις προηγούνται της εκποίησης τα ακόλουθα:

Αν μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την εξέταση των εμπορευμάτων ο διασαφιστής δεν προσέλθει, για να ρυθμιστεί η κατάσταση των εμπορευμάτων και δεν είναι δυνατή η έκδοση άδειας παραλαβής τους, είτε γιατί δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα από τα οποία εξαρτάται η θέση των εμπορευμάτων σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία, είτε γιατί δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εγγύησης εμπρόθεσμα οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, η Τελωνειακή Αρχή επικολλά στην εξωτερική θύρα του Τελωνειακού Καταστήματος δηλοποίηση, η οποία περιλαμβάνει και τα στοιχεία της διασάφησης, καθώς και της εξέτασης των εμπορευμάτων. Στη δηλοποίηση αυτή ορίζεται επίσης και η ημέρα εκποίησης των εμπορευμάτων με Δημοπρασία, η οποία διενεργείται μετά την πάροδο πέντε (5) ημερών από την τοιχοκόλληση της δηλοποίησης. Η Τελωνειακή Αρχή πληροφορεί επίσης σχετικά το διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπό του με απλή επιστολή της, επίδοση της οποίας δεν απαιτείται.

5.

Η Τελωνειακή Αρχή μπορεί, με ευθύνη και με δαπάνες του διασαφιστή, να μεταφέρει τα εμπορεύματα, αν βρίσκονται σε χώρους που εγκρίθηκαν από αυτήν και είναι έξω από τις τελωνειακές αποθήκες ή περιβόλους, σε ειδικούς υπό την εποπτεία της χώρους ή αποθήκες.

6.

Αν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε φθορά ή είναι δυσχερής η φύλαξή τους, η Τελωνειακή Αρχή μπορεί να συντμήσει τις προθεσμίες του άρθρου αυτού.

7.

Σε περίπτωση που υφίσταται κίνδυνος από τη διατήρηση των εμπορευμάτων η Τελωνειακή Αρχή μπορεί να καταστρέψει τα εμπορεύματα. Οι σχετικές δαπάνες καταστροφής βαρύνουν το διασαφιστή.

8.

Για τον υπολογισμό των πιο πάνω προθεσμιών δεν λαμβάνονται υπόψη οι μη εργάσιμες ημέρες, αν συμπίπτοuv με τη λήξη των προθεσμιών αυτών.

ΤΜΗΜΑ Δ’ ΕΘΝΙΚΗ ΔΙΑΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Άρθρο 38
1.

Για τη διακίνηση υποκειμένων εμπορευμάτων, με αναστολή είσπραξης των αναλογουσών επ’ αυτών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων μεταξύ δύο Τελωνείων, που βρίσκονται εντός του ελληνικού τελωνειακού εδάφους, κατατίθεται διασάφηση (δήλωση) διαμετακόμισης υπό τους όρους, που προβλέπονται για την εφαρμογή του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.

2.

Για την κατά τα ανωτέρω διακίνηση υποκειμένων εμπορευμάτων κατατίθεται εγγύηση.

Ο κύριος υπόχρεος και ο εγγυητής ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για οποιαδήποτε απώλεια του εμπορεύματος ή διαφορά που προκύπτει στον τόπο της παραλαβής αυτού.

Οι Τελωνειακές Αρχές είναι δυνατόν να εγκρίνουν τη μη σύσταση εγγύησης, υπό τους όρους και προϋποθέσεις, που προβλέπονται για την εφαρμογή του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης.

3.

Η Τελωνειακή Αρχή επιτρέπει τη διακίνηση των εμπορευμάτων μετά από την εξέταση και επαλήθευσή τους.

Στη συνέχεια τα εμπορεύματα σφραγίζονται και παραδίδονται με τα συνοδευτικά έγγραφα και παραστατικά προς μεταφορά στο Τελωνείο Προορισμού.

Η Τελωνειακή Αρχή δύναται να επιτρέψει τη διακίνηση των εμπορευμάτων χωρίς σφράγιση, όταν το είδος αυτών και τυχόν άλλα μέτρα που έχουν ληφθεί εξασφαλίζουν τη διαπίστωση της ταυτότητάς τους.

4.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά τις διατυπώσεις της διακίνησης εμπορευμάτων για τα οποία αναγράφεται σε δηλωτικό πλοίου ότι προορίζονται να μεταφερθούν σε άλλο προορισμό, που πραγματοποιούνται από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα του πλοίου, ο οποίος και έχει κατ` αναλογία τις ευθύνες και υποχρεώσεις του κύριου υπόχρεου.

Σε περίπτωση που δηλώνεται από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα προορισμός διαφορετικός από αυτόν που αναγράφεται στο δηλωτικό του πλοίου, κατατίθεται σχετική αίτηση από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα, η οποία εγκρίνεται και θεωρείται από το Τελωνείο και προσαρτάται επί της φορτωτικής που επισυνάπτεται στη διασάφηση διαμετακόμισης, αντίγραφο δε αυτής προσαρτάται στο δηλωτικό.

Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου η εξέταση και επαλήθευση των εμπορευμάτων δεν πραγματοποιείται παρά μόνο αν τούτο κριθεί αναγκαίο από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

5.

Για τη διαδικασία της παραγράφου 4 προσαρτάται η φορτωτική του πλοίου υπογεγραμμένη από τον πλοίαρχο ή τον πράκτορα της ναυτιλιακής εταιρίας, που πραγματοποίησε τη μεταφορά.

6.

Το καθεστώς της εθνικής διαμετακόμισης θεωρείται ότι έληξε κανονικά, όταν τόσο τα εμπορεύματα όσο και τα παραστατικά που τα συνοδεύουν προσκομισθούν στο Τελωνείο Προορισμού.

7.

Το επιστρεmέο αντίτυπο της διασάφησης (δήλωσης) διαμετακόμισης, δεόντως συμπληρωμένο και θεωρημένο από το Τελωνείο Προορισμού, επιστρέφεται το αργότερο εντός μηνός στο Τελωνείο Αναχώρησης.

Εάν μετά την παρέλευση μηνός δεν επιστραφεί το εν λόγω αντίτυπο, το Τελωνείο Αναχώρησης διεξάγει έρευνα σύμφωνα με τα οριζόμενα για το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακόμισης, με σκοπό τη διαπίστωση της λήξης του καθεστώτος.

8.

22 Η ποινή ανακριβούς δήλωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 42, επιβάλλεται, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, και στην περίπτωση που το τελωνείο αναχώρησης ενημερωθεί από το τελωνείο προορισμού, ότι κατά την άφιξη των εμπορευμάτων προέκυψε επιπλέον ποσότητα του ίδιου ή διαφορετικού είδους, μεταξύ της αναγραφόμενης στη διασάφηση διαμετακόμισης και της ευρεθείσας.

Σε περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν προσκομισθούν ή στο τελωνείο προορισμού ευρεθούν εμπορεύματα επί έλαττον ή διαφορετικά από τα αναφερόμενα στη διασάφηση διαμετακόμισης, το τελωνείο αναχώρησης, με βάση την ενημέρωση που δέχεται από το τελωνείο προορισμού, προβαίνει στις ενέργειες για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τις τελωνειακές παραβάσεις και τη λαθρεμπορία.

Στις ως άνω ενέργειες προβαίνει το ελληνικό τελωνείο προορισμού, όταν το τελωνείο αναχώρησης βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και διαπιστώνεται ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται στην Ελλάδα.

9.

Η εγγύηση που έχει συσταθεί επιστρέφεται, μετά τη διαπίστωση από το Τελωνείο Αναχώρησης ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες για το καθεστώς διατυπώσεις και ότι δεν προέκυψε παρατυπία ή διαφορά στα εμπορεύμα τα που διακινήθηκαν, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που σημειώνονται στο επιστρεπτέο αντίτυπο της διασάφησης (δήλωσης) διαμετακόμισης.

10.

Επιτρέπεται στις Τελωνειακές Αρχές, που έχει εγκατασταθεί το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.), η ανταλλαγή δεδομένων, που αφορούν την αναχώρηση, άφιξη και τα αποτελέσματα ελέγχων, μέσω του συστήματος αυτού.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο του εντύπου εθνικής διαμετακόμισης, για αποστολή από ένα Τελωνείο σε άλλο, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε ειδικά μέτρα Επιτήρησης.

ΤΜΗΜΑ Ε’ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΖΩΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΣ

23 27 Άρθρο 39
1.

Οι ελεύθερες ζώνες και οι ελεύθερες αποθήκες αποτελούν τμήματα του τελωνειακού εδάφους της χώρας, διακριτά από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος, όπου εμπορεύματα τρίτων χωρών που αποτιθενται σε αυτές θεωρούνται ως προς την εφαρμογή των εισαγωγικών δασμών, φόρων και μέτρων εμπορικής πολιτικής ως μη ευρισκόμενα στο τελωνειακό έδαφος της χώρας.

Εγχώρια εμπορεύματα ή εμπορεύματα τελούντα σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν αποτιθενται σε χώρους ελεύθερων ζωνών, προορίζονται κατά κανόνα για εξαγωγή.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών:

α)

Συνιστώνται ή καταργούνται ελεύθερες ζώνες ή ελεύθερες αποθήκες, ή τροποποιούνται τα όρια αυτών.

β)

Ορίζεται ο Φορέας Διοίκησης ή και Διαχείρισης της ελεύθερης ζώνης ή της ελεύθερης αποθήκης.

γ)

Προσδιορίζονται οι όροι λειτουργίας, διαχείρισης και ελέγχου αυτών, καθώς και οι όροι διακίνησης, παραμονής και διαχείρισης των εμπορευμάτων σε αυτές.

δ)

Προσδιορίζεται η ευθύνη και οι αρμοδιότητες του διαχειριστή αυτών κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η ακώλυτη διενέργεια του κοινοτικού και διεθνούς εμπορίου.

3.

Για τη σύσταση ελεύθερης ζώνης και ελεύθερης αποθήκης απαιτείται προηγούμενη γνώμη του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και κατά περίπτωση:

α)

Του Υπουργού Εξωτερικών, όταν η ελεύθερη ζώνη συνίσταται με αίτηση Φορέα Διοίκησης ή και Εκμετάλλευσης της ελεύθερης ζώνης ή της ελεύθερης αποθήκης στον οποίο συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα εκτός της Ελληνικής Επικράτειας.

β)

Του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, εφόσον οι ελεύθερες ζώνες ή αποθήκες συνιστώνται σε παραμεθόριες περιοχές.

4.

Για την έκδοση της απόφασης σύστασης ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης υποβάλλεται αίτηση από το Φορέα Διοίκησης ή και Εκμετάλλευσης του χώρου όπου πρόκειται να συσταθεί η ελεύθερη ζώνη ή η ελεύθερη αποθήκη προς τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών.

Στην κατά τα ανωτέρω αίτηση σύστασης επισυνάπτεται ή υποβάλλεται ηλεκτρονικά μελέτη σκοπιμότητας από την οποία πρέπει να προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

Η προσδοκώμενη συμβολή της ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης στην αύξηση της εμπορευματικής διακίνησης εμπορευμάτων τρίτων χωρών σε συνδυασμό με τα γενικότερα οικονομικά οφέλη που αναμένονται από τη λειτουργία της.

β)

Ο προβλεπόμενος ή/και ο υπάρχων όγκος διακίνησης μη κοινοτικών εμπορευμάτων μέσω της προτεινόμενης ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης.

γ)

Τα παρεχόμενα για τη σωστή διοίκηση και εκμετάλλευση της ελεύθερης ζώνης εχέγγυα όπως και εκείνα για τη σωστή διαχείριση των εμπορευμάτων.

5.

Η διοίκηση των ελεύθερων ζωνών ασκείται από νομικά πρόσωπα, των δε ελεύθερων αποθηκών ασκείται είτε από φυσικά είτε από νομικά πρόσωπα.

6.

Στις ελεύθερες ζώνες και ελεύθερες αποθήκες επιτρέπεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Φορέα Διοίκησης αυτών, να ασκούνται δραστηριότητες βιομηχανικής ή και εμπορικής φύσης ή και παροχής υπηρεσιών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον παρέχονται όλα τα εχέγγυα που κρίνονται απαραίτητα για τη διασφάλιση του συνόλου της τελωνειακής νομοθεσίας.

7.

Τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτεθεί σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη μπορεί:

α)

Να τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

β)

Να υποβάλλονται σε συνήθεις εργασίες, χωρίς άδεια της Τελωνειακής Αρχής, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση τους, τη βελτίωση της εμφάνισης τους ή και της εμπορικής ποιότητας ή και αυτές που απαιτούνται για την προετοιμασία της διανομής ή και μεταπώλησης τους.

γ)

Να υπάγονται στα καθεστώτα τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, μεταποίησης υπό τελωνειακό έλεγχο, προσωρινής εισαγωγής με τους όρους που προβλέπονται από τα καθεστώτα αυτά.

δ)

Να εγκαταλείπονται υπέρ του Δημοσίου ή και να καταστρέφονται, χωρίς οι απαιτούμενες διαδικασίες να συνεπάγονται έξοδα για το Δημόσιο, ενώ τα υπολείμματα της καταστροφής λαμβάνουν έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που προβλέπονται για τα μη κοινοτικά εμπορεύματα.

8.

28 α) Επιχειρήσεις ναυπήγησης και επισκευής πλοίων δύνανται να λειτουργούν ως Ελεύθερα Τελωνειακά Συγκροτήματα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

β)

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία για την τροποποίηση και επέκταση των λειτουργούντων στην Ελλάδα Ελεύθερων Τελωνειακών Συγκροτημάτων, Ελεύθερων Τελωνειακών Χώρων και Χώρων Τελωνειακής Επίβλεψης.

ΤΜΗΜΑ ΣΤ’ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΙ

Άρθρο 40

Με την κατάθεση τελωνειακού παραστατικού επιτρέπεται η παράδοση προίόντων που προορίζονται για τον εφοδιασμό πλοίων, αεροσκαφών, Διεθνών Οργανισμών, ξένων ενόπλων δυνάμεων και λοιπών κατηγοριών δικαιούχων ατέλειας σύμφωνα με τις ειδικότερα ισχύουσες Εθνικές και Κοινοτικές, κατά περίπτωση, Διατάξεις.

Ως εφόδια νοούνται τα προίόντα, που προορίζονται αποκλειστικά για διάθεση στους ως άνω προορισμούς.

Τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προίόντα, εφόσον προορίζονται για εφόδια, απολαύουν δασμοφορολογικής ατέλειας κατά την εισαγωγή, ως ειδικότερες Εθνικές και Κοινοτικές Διατάξεις ορίζουν.

Επιτρέπεται η απόθεση των προίόντων, που προορίζονται για αποστολή προς εφοδιασμό των ως άνω περιπτώσεων, σε ειδικούς χώρους ή αποθήκες, που υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο ή επιτήρηση.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η διαδικασία και οι αναγκαίες λεmομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των εφοδιασμών, ειδικότερα δε εκείνες που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των ως άνω αποθηκών της διακίνησης και του τρόπου ελέγχου των εφοδίων προς τους ως άνω προορισμού.

ΤΜΗΜΑ Ζ’ ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

29 Άρθρο 41 Δικαιώματα υπερημερίας και αποταμίευσης – Διοικητικό κόστος υπερημερίας
1.

Τα εμπορεύματα που εναποτίθενται στον τελωνειακό περίβολο ή στις αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, τη διαχείριση των οποίων έχουν οι τελωνειακές αρχές, υποβάλλονται σε δικαιώματα υπερημερίας μετά παρέλευση οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία εναπόθεσης τους. Εάν η λήξη της προθεσμίας συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα, αυτή παρατείνεται μέχρι την πρώτη εργάσιμη.

Τα δικαιώματα υπερημερίας επιβάλλονται, σε κάθε περίπτωση, για τις παρεχόμενες από τα τελωνεία υπηρεσίες διαχείρισης και διαφύλαξης των εμπορευμάτων, κατά το χρόνο παραμονής τους σε προσωρινή εναπόθεση στις αποθήκες του Δημοσίου. Στις περιπτώσεις τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκες τη διαχείριση των οποίων έχουν οι τελωνειακές αρχές, τα εμπορεύματα επιβαρύνονται με δικαιώματα υπερημερίας τέσσερις (4) ημέρες μετά την κατάθεση παραστατικών πρόσδοσης άλλου τελωνειακού προορισμού.

2.

Τις πρώτες δεκαπέντε (15) ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας της πρώτης παραγράφου επιβάλλεται δικαίωμα υπερημερίας ισόποσο των είκοσι λεπτών (0,20) του ευρώ για τα αποτιθέμενα στις τελωνειακές αποθήκες και δέκα λεπτών (0,10) του ευρώ για τα αποτιθέμενα εμπορεύματα στον τελωνειακό περίβολο, για κάθε ημέρα ανά πενήντα (50) χιλιόγραμμα βάρους.

3.

Οταν το βάρος είναι μικρότερο των πενήντα (50) χιλιόγραμμων αυτό λογίζεται ως πενήντα (50) χιλιόγραμμα, ενώ όταν είναι μεγαλύτερο υπολογίζεται ως διπλό ή πολλαπλό των πενήντα (50) χιλιόγραμμων.

4.

Μετά την παρέλευση της παραπάνω δεκαπενθήμερης προθεσμίας το δικαίωμα αυτό διπλασιάζεται και μετά την παρέλευση άλλων δεκαπέντε (15) ημερών τριπλασιάζεται.

5.

Τα εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί στις παραπάνω αποθήκες, για τα οποία ζητείται τελωνειακός προορισμός ή θέση σε οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς και κατατίθεται διασάφηση, υποβάλλονται στο δεκαπλάσιο του δικαιώματος υπερημερίας μετά τέσσερις (4) ημέρες από την επαλήθευση τους ή μετά είκοσι (20) ημέρες από την αποδοχή του ως άνω τελωνειακού παραστατικού.

6.

Τα ως άνω δικαιώματα δεν μπορούν να υπερβούν τη συναλλακτική αξία του εμπορεύματος.

7.

Για τα εμπορεύματα, για τα οποία κατατέθηκε διασάφηση εξαγωγής ή διαμετακόμισης, το δεκαπλάσιο ως άνω δικαίωμα υπερημερίας επιβάλλεται μετά παρέλευση ενός (1) μήνα από την αποδοχή των σχετικών παραστατικών.

8.

Τα δικαιώματα υπερημερίας βεβαιώνονται επί του οικείου παραστατικού και εισπράττονται μαζί με τις λοιπές δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Συμπληρωματική βεβαίωση είναι δυνατή.

9.

Για τα ως άνω εμπορεύματα δεν υπολογίζονται δικαιώματα υπερημερίας κατά τις τέσσερις (4) επόμενες ημέρες από την έκδοση της άδειας παράδοσης. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής τα εμπορεύματα επιβαρύνονται με απλά δικαιώματα υπερημερίας.

10.

Εμπορεύματα των οποίων η καθυστέρηση παραλαβής οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας μπορούν μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου να απαλλάσσονται ολικά ή μερικά από τα οφειλόμενα δικαιώματα υπερημερίας.

Η απαλλαγή αυτή παρέχεται με πράξη:

α)

των προϊσταμένων των τελωνείων Β` τάξης για τα εμπορεύματα της αρμοδιότητας τους και για τα εμπορεύματα αρμοδιότητας των υποδεέστερων αρχών που υπάγονται σε αυτά, εφόσον η αιτούμενη απαλλαγή αφορά χρονικό διάστημα μέχρι δεκαπέντε (15) ημερών,

β)

των προϊσταμένων των τελωνείων Α` τάξης, επιπέδου διεύθυνσης, για τα εμπορεύματα της αρμοδιότητας τους, καθώς και για τα εμπορεύματα της αρμοδιότητας των υποδεέστερων αρχών που υπάγονται σε αυτές, εφόσον η αιτούμενη απαλλαγή αφορά χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) μήνα.

Οταν πρόκειται για απαλλαγή από δικαιώματα υπερημερίας για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των ανωτέρω, αυτή χορηγείται με πράξη επιτροπής στην έδρα της οικείας τελωνειακής περιφέρειας, που αποτελείται από τον προϊστάμενο της περιφέρειας αυτής, ως πρόεδρο, και δύο προϊσταμένους τελωνείων της ίδιας περιφέρειας ως μέλη, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

11.

Για τα εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί σε ελεύθερες ζώνες, αποθήκες αποταμίευσης ή αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, τη διαχείριση των οποίων έχουν άλλα εκτός τελωνειακών αρχών πρόσωπα και σε αποθήκες ή χώρους ιδιωτών (προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης), ευρισκομένων εκτός τελωνειακών χώρων, εισπράττεται διοικητικό κόστος υπερημερίας μετά παρέλευση τεσσάρων (4) ημερών από την επαλήθευση τους ή είκοσι (20) ημερών από την αποδοχή των παραστατικών πρόσδοσης προορισμού στα εμπορεύματα αυτά.

12.

Το διοικητικό κόστος υπερημερίας επιβάλλεται μετά την παρέλευση των προθεσμιών της προηγούμενης παραγράφου και ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) ευρώ ημερησίως, βεβαιώνεται δε και εισπράττεται επί του τελωνειακού παραστατικού. Οι διατάξεις της παραγράφου 10 εφαρμόζονται ανάλογα και για την απαλλαγή από το διοικητικό κόστος υπερημερίας.

13.

Η κατά τα ανωτέρω επιβάρυνση των εμπορευμάτων με δικαιώματα υπερημερίας ή το διοικητικό κόστος δεν αναστέλλει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 37 του παρόντος Κώδικα.

14.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η αύξηση ή η μείωση του δικαιώματος υπερημερίας και του διοικητικού κόστους υπερημερίας του παρόντος άρθρου.

15.

Για τα εμπορεύματα που ευρίσκονται αποταμιευμένα σε αποθήκες αποταμίευσης, υπό τη διαχείριση της Τελωνειακής Αρχής, επιβάλλονται δικαιώματα αποταμίευσης, τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

ΤΜΗΜΑ Η’ ΠΟΙΝΕΣ ΑΝΑΚΡΙΒΟΥΣ ΔΗΛΩΣΗΣ

Άρθρο 42
1.

30 Σε κάθε περίπτωση που υπολογιστούν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις κατώτερες ή ανώτερες των πράγματι αναλογουσών και διαπιστωθεί ότι αυτό οφείλεται στην ανακρίβεια εγγραφών και δηλωθέντων στοιχείων επί των τελωνειακών παραστατικών, επιβάλλεται, αντίστοιχα, ποινή ανακριβούς δήλωσης υπολογιζόμενη σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της επιπλέον διαφοράς και σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί της επί έλαττον διαφοράς του ποσού από δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που οφείλονται για τα εμπορεύματα που τίθενται σε ανάλωση, ελεύθερη κυκλοφορία ή οποιοδήποτε άλλο ανασταλτικό καθεστώς.

Το ύψος της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το οριζόμενο στην επόμενη παράγραφο.

2.

31 Σε κάθε άλλη περίπτωση ανακριβών στοιχείων και εγγραφών επί τελωνειακών παραστατικών, ανεξαρτήτως καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένης και της εξαγωγής, που δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των πράγματι οφειλόμενων επιβαρύνσεων, επιβάλλεται ποινή ανακριβούς δήλωσης ποσού εκατό (100) ευρώ ανά παραστατικό.

3.

32 Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται και κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών παραστατικών.

4.

Οι ποινές ανακριβούς δήλωσης που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους εισπράπονται έστω και αν τα εμπορεύματα εγκαταλειφθούν ή καταστραφούν.

5.

Η επιβολή των παραπάνω ποινών δεν αποκλείει την εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, όταν συντρέχει περίπτωση.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται η αύξηση ή μείωση κατά πενήντα τοις εκατό (50%) των ποινών του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ Θ’ ΑΖΗΤΗΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ

Άρθρο 43
1.

Εμπορεύματα που μεταφέρονται δια θαλάσσης και δεν παραλαμβάνονται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών, από την ημερομηνία κατάθεσης του δηλωτικού, καθώς και εμπορεύματα που μεταφέρονται με κάθε άλλο μεταφορικό μέσο και δεν παραλαμβάνονται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, από την ημερομηνία κατάθεσης του δηλωτικού, κηρύσσονται αζήτητα, με πρωτόκολλο που συντάσσεται εις διπλούν και υπογράφεται από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου και τον αρμόδιο τελωνειακό υπάλληλο που τα διαχειρίζεται

2.

Στο πρωτόκολλο περιγράφεται το είδος των εμπορευμάτων και αναγράφονται το μικτό -καθαρό βάρος, η ποσότητα, η κατάσταση των εμπορευμάτων, ο αριθμός ή η κατάσταση των δοχείων και των δεμάτων. Μετά την επαλήθευση των παραπάνω στοιχείων από τον ειδικά προς τούτο οριζόμενο υπάλληλο και τον Προίστάμενο του Τμήματος Τελωνισμού, τα

εμπορεύματα παραδίδονται στον τελωνειακό υπάλληλο, που διαχειρίζεται τα αζήτητα και καταχωρούνται στο βιβλίο αζητήτων εμπορευμάτων, που τηρείται από την Τελωνειακή Αρχή, ή στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.).

3.

Το ένα από τα παραπάνω πρωτόκολλα προσαρτάται στο δηλωτικό για εξόφληση του αντίστοιχου στίχου και το άλλο πρωτόκολλο τηρείται στο Τελωνείο αντί δηλωτικού.

4.

Τα εμπορεύματα που κηρύσσονται αζήτητα σύμφωνα με τα παραπάνω, μεταφέρονται σε χωριστή αποθήκη αζητήτων, με έξοδα που τα επιβαρύνουν. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει αποθήκη αζητήτων ή όταν η μεταφορά των εμπορευμάτων σε αποθήκη είναι οικονομικά ασύμφορη ή δεν είναι δυνατή για ειδικούς λόγους, τα εμπορεύματα παραμένουν σε ιδιαίτερο χώρο των προσωρινών τελωνειακών αποθηκών ή περιβόλων.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορούν να μεταβάλλονται οι προθεσμίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και των άρθρων 44 και 48, είτε γενικά για όλα τα εμπορεύματα είτε ειδικά για ορισμένα από αυτά.

Άρθρο 44

Σε δέκα (10) ημέρες από τη σύνταξη των πρωτοκόλλων που προβλέπονται από το προηγούμενο άρθρο, αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών τοιχοκολλούνται στην είσοδο του Τελωνειακού Καταστήματος. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των πρωτοκόλλων αυτών είναι δυνατόν να κοινοποιούνται στις μεταφορικές εταιρίες και πράκτορες αυτών, με τις οποίες μεταφέρθηκαν τα εμπορεύματα, εφόσον εδρεύουν στην πόλη, όπου βρίσκεται και η Τελωνειακή Αρχή.

Άρθρο 45
1.

Μέσα σε άλλες δέκα (10) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου άρθρου, ο Προίστάμενος του Τελωνείου εκδίδει διακήρυξη για την πώληση των εμπορευμάτων, τα οποία αναφέρει κατά είδος και βάρος και ορίζει τον τόπο και την ημέρα της Δημοπρασίας.

2.

Η διακήρυξη τοιχοκολλάται, στην ορισμένη γι’ αυτό θέση του Τελωνειακού Καταστήματος, με απόδειξη του υπαλλήλου που ενήργησε την τοιχοκόλληση και δημοσιεύεται στο Κατάστημα της Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής, στην οποία εδρεύει η Τελωνειακή Αρχή, καθώς επίσης μπορεί να δημοσιευτεί και σε περίληψη σε τοπική εφημερίδα, εάν υπάρχει. Όταν πρόκειται για αζήτητα των Τελωνείων Αθηνών, Πειραιά

και Θεσσαλονίκης, περίληψη της διακήρυξης δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες και σε εμφανές μέρος, η δε δαπάνη που απαιτείται γι` αυτό, καταβάλλεται από την πάγια προκαταβολή των Τελωνείων αυτών.

3.

Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να εξετάσουν τα προς δημοπράτηση εμπορεύματα, που βρίσκονται στην αποθήκη του Τελωνείου.

Άρθρο 46
1.

Η Δημοπρασία ενεργείται από την Τελωνειακή Αρχή την ημέρα που ορίστηκε, από την ενδέκατη πρωινή ώρα και μέχρι τη δωδέκατη μεσημβρινή στο Τελωνειακό Κατάστημα και παρατείνεται στην περίπτωση που δίνονται ανώτερες προσφορές.

2.

Μετά την κατακύρωση στο όνομα του τελευταίου πλειοδότη παρακατατίθεται απ’ αυτόν άμεσα το τέταρτο του πλειστηριάσματος και στη συνέχεια υπογράφονται τα πρακτικά της Δημοπρασίας από τον τελευταίο πλειοδότη, τον εγγυητή και τον κήρυκα, η έγκριση δε της κατακύρωσης γίνεται από την αρμόδια Επιτροπή Εκποίησης, η οποία απαρτίζεται από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου, τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τελωνισμού και έναν υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα, που ορίζεται από τον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Αρχής ή προκειμένου για Τελωνεία επιπέδου Τμήματος, από τον Προϊστάμενο αυτών και δύο άλλους τελωνειακούς υπαλλήλους, που ορίζονται με απόφαση του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας.

Άρθρο 47
1.

Μετά την έγκριση, ο Προίστάμενος του Τελωνείου καλεί με έγγραφο τον υπερθεματιστή να καταθέσει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, υποχρεώνεται δε αυτός, ύστερα από την καταβολή του ποσού αυτού, να προσδώσει στα εμπορεύματα οποιοδήποτε τελωνειακό προορισμό.

2.

Εάν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της έγκρισης, ενεργείται αναπλειστηριασμός σε βάρος αυτού και του εγγυητή και η επί έλαπον διαφορά εισπράττεται με τα νόμιμα αναγκαστικά μέσα, που προβλέπονται από τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

3.

Εάν, πριν από την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, εμφανιστεί ο κύριος των εμπορευμάτων και ζητήσει να λάβουν τελωνειακό προορισμό, θεωρείται άκυρη η Δημοπρασία και διενεργούνται οι σχετικές με τον τελωνειακό προορισμό διατυπώσεις.

4.

Η μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη, η αποσυσκευασία για επαλήθευση, η επανασυσκευασία και επανατοποθέτηση αυτών, ενεργείται υπό την επιστασία του Τελωνείου.

5.

Μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την καταβολή του πλειστηριάσματος, αυτό κατατίθεται στο αρμόδιο ταμείο με την έκδοση γραμματίου παραλαβής για παρακαταθήκη, στο όνομα του Προίσταμένου του Τελωνείου, ο οποίος το παραλαμβάνει και το προσαρτά στο πρωτόκολλο αζητήτων, με τα πρακτικά.

6.

Εάν ο δικαιούχος πλειστηριάσματος προσκομίσει στην Τελωνειακή Αρχή μέσα σε ένα (1) χρόνο από την κατάθεσή του, νόμιμο τίτλο, που να αποδεικνύει την κυριότητα των πωληθέντων αζητήτων εμπορευμάτων, η Τελωνειακή Αρχή αποστέλλει το γραμμάτιο στον αρμόδιο ταμία με έγγραφο, με το οποίο δίνει εντολή να αποδοθεί το ποσό που παρακατατέθηκε, αφαιρουμένων τυχόν εξόδων.

7.

Αντίγραφο του εγγράφου αυτού με τα πρακτικά, προσαρτάται στο σχετικό πρωτόκολλο αζητήτων, για εξόφλησή του.

8.

Εάν μέσα σε ένα (1) χρόνο από την έκδοση του γραμματίου παρακαταθήκης δεν εμφανισθεί ο κύριος του πωληθέντος αζητήτου, ο Προϊστάμενος Τελωνείου αποστέλλει το γραμμάτιο σε δέκα (10) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας, στο Δημόσιο Ταμία, για να εισαχθεί ως Δημόσιο Έσοδο το ποσό που παρακατατέθηκε και εκδίδεται τακτικό γραμμάτιο παραλαβής.

9.

Εμπορεύματα, που έχουν κηρυχθεί αζήτητα από Τοπικά Τελωνειακά Γραφεία, απαγορεύεται να εκποιηθούν από αυτά. Τα εμπορεύματα αυτά αποστέλλονται για πώληση στο πλησιέστερο Τελωνείο Α ή Β Τάξης. Είναι δυνατή δε η αποστολή μόνο των σχετικών εγγράφων στις ως άνω αναφερόμενες Αρχές.

10.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 46 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται και στην περίπτωση της εκποίησης εμπορευμάτων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

11.

Για τα εμπορεύματα που εκποιούνται από την Τελωνειακή Αρχή και που δεν παραλαμβάνονται από τον τελευταίο πλειοδότη, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την καταβολή του πλειστηριάσματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αζητήτων εμπορευμάτων του άρθρου 43 και επομένων του παρόντα Κώδικα.

12.

Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που, μετά την εκποίηση και καταβολή του πλειστηριάσματος, εγκαταλείπονται στις αποθήκες αποταμίευσης, αυτά μεταφέρονται σε αποθήκες υπό τη διαχείριση του Τελωνείου.

Η δαπάνη της μεταφοράς εκπίπτει από το πλειστηρίασμα της νέας εκποίησης.

Άρθρο 48
1.

`Οταν μεταξύ των αζητήτων εμπορευμάτων υπάρχουν είδη που έχουν ευτελή αξία ή είδη που κατέστησαν άχρηστα λόγω βλάβης, βεβαιώνεται αυτό με λεπτομερές πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφεται από τον Προίστάμενο του Τελωνείου, έναν υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα και το διαχειριστή της αποθήκης και στη συνέχεια καταστρέφονται, παρουσία αυτών.

2.

33 Εάν πρόκειται για βρώσιμα, την απαγόρευση ανάλωσης τους βεβαιώνει στο ίδιο πρωτόκολλο και όργανο της αρμόδιας υγειονομικής υπηρεσίας.

3.

Εάν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε φθορά, οι οριζόμενες προθεσμίες στο άρθρο 43 του παρόντα Κώδικα μπορούν να συντομευθούν, κατά την κρίση της Τελωνειακής Αρχής.

4.

Αζήτητα εμπορεύματα, τα οποία δεν έγινε δυνατόν να εκποιηθούν μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επαλήθευσή τους, σε τρεις (3) διαφορετικές δημοπρασίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους, τουλάχιστον κατά δέκα (10) ημέρες, θεωρούνται ως εγκαταλελειμμένα και περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου.

Για τη συνδρομή των παραπάνω όρων της εγκατάλειψης, συντάσσεται πράξη στα οικεία πρωτόκολλα από τον Προίστάμενο του Τελωνείου και από αρμόδιο υπάλληλο, στον οποίο ανατέθηκαν ελεγκτικά καθήκοντα.

5.

Τα εμπορεύματα που περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται να καταστρέφονται ή να διατίθενται, με την επιφύλαξη της διασφάλισης των Ιδίων Πόρων της Ευρωπαίκής `Ενωσης, ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές

επιβαρύνσεις για κάλυψη των αναγκών Δημοσίων Υπηρεσιών ή Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων. Με την ίδια επιφύλαξη, είναι δυνατόν να εκποιούνται τα παραπάνω είδη, ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση Επιτροπής και ύστερα από γενικές ή ειδικές διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών.

34 Με την ίδια επιφύλαξη, είναι δυνατόν να εκποιούνται τα παραπάνω είδη, ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση επιτροπής και ύστερα από γενικές ή ειδικές διαταγές του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με εξαίρεση τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), για τα οποία απαιτείται η καταβολή αυτού, εκτός εάν ο υπερθεματιστής είναι εγκεκριμένος αποθηκευτής και θέσει αυτά σε καθεστώς αναστολής ή τα παραλαμβάνει για εξαγωγή ή εφοδιασμό πλοίων και αεροσκαφών ή ατελώς εφόσον είναι δικαιούχο ατέλειας πρόσωπο.

Η ανωτέρω Επιτροπή απαρτίζεται:

α)

Προκειμένου για Τελωνεία επιπέδου Διεύθυνσης από τον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Αρχής, τον αρμόδιο Προϊστάμενο Τελωνισμού και τον ελεγκτή αζητήτων, κωλυομένων δε αυτών από τους νόμιμους αναπληρωτές τους.

β)

Προκειμένου για Τελωνείο άλλης βαθμίδας από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και δύο άλλους τελωνειακούς υπαλλήλους, που ορίζονται με απόφαση του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας.

Η παράδοση των εμπορευμάτων αυτών στις Δημόσιες Υπηρεσίες ή Φιλανθρωπικά Ιδρύματα, υπέρ των οποίων διατίθενται, γίνεται με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, το οποίο αναγράφει λεπτομερώς τα είδη που παραδίδονται σύμφωνα με τις δασμολογικές και εμπορευματολογικές διακρίσεις. Η διάθεση από τα Φιλανθρωπικά Ιδρύματα στη γενική κατανάλωση των ειδών αυτών απαγορεύεται πριν από την παρέλευση πενταετίας από την παραλαβή τους. Είδη που περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο 4, είναι δυνατόν να διατίθενται δωρεάν στους συνεταιρισμούς των Δημοσίων Υπαλλήλων, ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 49
1.

Εμπορεύματα για τα οποία προβλέπονται Απαγορεύσεις ή περιορισμοί κατά την εισαγωγή τους, όταν κηρυχθούν αζήτητα και περιέλθουν στην κυριότητα του Δημοσίου, επιτρέπεται κατ` εξαίρεση να εκποιούνται ή να διατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 48 του

παρόντα Κώδικα, με όρους και διατυπώσεις που καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού.

2.

Οι διατάξεις του παρόντα Κώδικα για τα Αζήτητα εμπορεύματα εφαρμόζονται και σε περίπτωση κατάσχεσης ή μεσεγγύησης, που διατάχθηκε από Ποινικό Δικαστήριο, για εμπορεύματα που βρίσκονται στις αποθήκες ή χώρους προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης, αν αυτή δεν αρθεί μέσα σε ένα χρόνο, από την επιβολή της ή από τη λήξη της αποταμίευσης, όταν πρόκειται για αποταμιευμένα εμπορεύματα.

ΤΜΗΜΑ Ι

ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ

Άρθρο 50
1.

Οι επιβάτες που προέρχονται από τρίτη προς την Ευρωπαϊκή `Ενωση (Ε.Ε.) χώρα οφείλουν να προσκομίζουν τις αποσκευές τους στην Τελωνειακή Αρχή εισόδου για εξέταση.

2.

Η δήλωση του περιεχομένου των αποσκευών γίνεται προφορικά.

3.

Είδη υποκείμενα σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις παραδίδονται στον επιβάτη μετά τον τελωνισμό τους και την έκδοση του αποδεικτικού πληρωμής.

Άρθρο 51
1.

Τα υποκείμενα σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις είδη, που δεν είναι δυνατόν να τελωνισθούν κατά την άφιξή τους, παραδίδονται προς φύλαξη στην Τελωνειακή Αρχή, η οποία εκδίδει, μετά από προηγούμενη εξέτασή τους, απόδειξη παραλαβής.

2.

Όσες από τις αποσκευές των επιβατών δεν παραληφθούν εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την παράδοσή τους στο Τελωνείο, εξετάζονται από την Τελωνειακή Αρχή και ενεργούνται τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 και επόμενα του παρόντα.

Η ανωτέρω προθεσμία είναι δυνατόν να παραταθεί κατά περίπτωση, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, μέχρι τρεις (3) μήνες, με απόφαση της οικείας Τελωνειακής Αρχής και εφόσον συντρέχουν ειδικοί προς τούτο λόγοι.

3.

Οι αποσκευές των επιβατών είναι δυνατόν να διαμετακομίζονται, εφαρμοζομένων ανάλογα των διατάξεων περί διαμετακόμισης.

ΤΜΗΜΑ Ι Α’

ΕΥΦΛΕΚΤΕΣ ΥΛΕΣ

Άρθρο 52

Τα εισαγόμενα δοχεία ή δέματα, που περιέχουν εύφλεκτες, εκρηκτικές ή άλλες επικίνδυνες για την υγεία και το περιβάλλον ύλες και ουσίες, πρέπει να φέρουν ευδιάκριτη και ευανάγνωστη επιγραφή, που να δηλώνει το περιεχόμενο και την επικινδυνότητά τους. Οι μεταφορείς ή οι πράκτορες των εταιριών οφείλουν να δηλώνουν, με χωριστό σημείωμα, στην Τελωνειακή Αρχή την εισαγωγή των δοχείων ή δεμάτων αυτών πριν την εκφόρτωσή τους άλλως, υποπίπτουν σε απλή τελωνειακή παράβαση, τιμωρούμενη κατά τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΙΔΙΚΟΙ ΦΟΡΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 53 Επιβολή του φόρου

Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα. 35

36 37 38 39

Άρθρο 53Α Επιβολή Φόρου Κατανάλωσης-Βάση Υπολογισμού και Συντελεστές Φόρου-Βεβαίωση και Είσπραξη του Φόρου
1.

Επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ως ακολούθως:

α)

Στα υγρά αναπλήρωσης, τα οποία περιέχονται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα του κωδικού Συνδυασμένης Ονοματολογίας 85434000 ή σε ειδικούς περιέκτες επαναπλήρωσης ή φιαλίδια μίας χρήσης που προορίζονται να ενσωματωθούν σε συσκευές ηλεκτρονικού τσιγάρου, τα οποία κατατάσσονται στους κωδικούς Σ.Ο. 24041200 και 240419. Οι συσκευές ηλεκτρονικού τσιγάρου του κωδικού Σ.Ο. 85434000 δεν υπόκεινται σε Φόρο Κατανάλωσης, εφόσον αποτελούνται μόνο από την εξωτερική συσκευή και δεν περιέχουν υγρά τα οποία καταναλώνονται μέσω αυτής.

β)

Στον καβουρδισμένο καφέ των κωδικών Σ.Ο. 0901 21 00 και 0901 22 00.

γ)

Στον μη καβουρδισμένο καφέ των κωδικών Σ.Ο. 0901 11 00 και 0901 12 00.

δ)

Στα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ του κωδικού Σ.Ο. ΕΧ 2101 11 00, σε υγρή ή στερεή μορφή, εκτός από εκείνα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στα παρασκευάσματα διατροφής.

ε)

Στα παρασκευάσματα με βάση τα εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα του καφέ ή με βάση τον καφέ των κωδικών Σ.Ο. 2101 12 92 και 2101 12 98.

στ)

Στο μείγμα καπνού που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού της περ. ε) της παρ. 3.

ζ)

Στο υπόστρωμα ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν χωρίς καπνό της περ. στ) της παρ. 3.

η)

Στο υπόστρωμα νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή που περιέχεται σε «σακουλάκια νικοτίνης» της περ. ζ) της παρ. 3.

2.

Οι συντελεστές φόρου κατανάλωσης που επιβάλλονται στα προϊόντα της παρ. 1 ορίζονται ως ακολούθως:

α)

Για τα προϊόντα της περ. α), δέκα λεπτά (0,10) ανά χιλιοστόλιτρο (ml) προϊόντος.

β)

Για τα προϊόντα της περ. β), τρία (3) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

γ)

Για τα προϊόντα της περ. γ), δύο (2) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους.

δ)

Για τα προϊόντα της περ. δ), τέσσερα (4) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

ε)

Για τα προϊόντα της περ. ε), τέσσερα (4) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

στ)

Για τα προϊόντα της περ. στ), εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους μείγματος καπνού του προϊόντος.

ζ)

Για τα προϊόντα της περ. ζ), εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους υποστρώματος ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή του προϊόντος.

η)

Για τα προϊόντα της περ. η), πενήντα ευρώ (50) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους υποστρώματος νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή του προϊόντος.

3.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου:

α)

ως «ηλεκτρονικό τσιγάρο» ορίζεται το προϊόν, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κατανάλωση ατμού με επιστόμιο ή στοιχείο του εν λόγω προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του περιέκτη, του δοχείου και της συσκευής χωρίς περιέκτη ή δοχείο. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να είναι είτε επαναπληρώσιμα μέσω περιέκτη επαναπλήρωσης και δοχείου είτε επαναπληρώσιμα με περιέκτες μίας χρήσης.

β)

Ως «περιέκτης επαναπλήρωσης» ορίζεται το δοχείο που περιέχει υγρό, το οποίο μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί για να επαναπληρώσει ηλεκτρονικό τσιγάρο.

γ)

Ως «παραγωγή καφέ», δεν νοείται η φρύξη (καβούρντισμα), η άλεση και η συσκευασία του τελικού προϊόντος.

δ)

Ως «εγκεκριμένος αποθηκευτής προϊόντων φόρου κατανάλωσης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραλαμβάνει, κατέχει ή αποστέλλει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του υποκείμενα σε φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία τελούν σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης.

ε)

Ως «ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού»: το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο περιέχει καπνό και παράγει αερόλυμα, μέσω διαδικασίας θέρμανσης και όχι καύσης.

στ)

Ως «ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν χωρίς καπνό»: το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο δεν περιέχει καπνό, προορίζεται για εισπνοή, μέσω διαδικασίας θέρμανσης και όχι καύσης και περιέχει υπόστρωμα ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή, εξαιρουμένων των προϊόντων που προορίζονται για ιατρική και φαρμακευτική χρήση.

ζ)

Ως «σακουλάκια νικοτίνης»: το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο δεν περιέχει καπνό, προορίζεται για λήψη από το στόμα, χωρίς εισπνοή και χωρίς διαδικασία θέρμανσης ή καύσης και το οποίο περιέχει υπόστρωμα νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή, εξαιρουμένων των προϊόντων που προορίζονται για ιατρική και φαρμακευτική χρήση.

4.

Τα προϊόντα της παρ. 1 τα οποία παράγονται εγχωρίως ή παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας ή εισάγονται από τρίτη χώρα και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, δύνανται να τίθενται σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης και για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στο καθεστώς αυτό τελούν σε αναστολή καταβολής του φόρου κατανάλωσης και του Φ.Π.Α., σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α` 248).

5.

Το άρθρο 56, αναφορικά με το απαιτητό του φόρου κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση και το άρθρο 109 αναφορικά με τη διαδικασία και τις διατυπώσεις για τη βεβαίωση και είσπραξη του φόρου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και στα προϊόντα του παρόντος άρθρου.

Το άρθρο 65 εφαρμόζεται και για τα προϊόντα της παρ. 1, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής. Η καταστροφή των προϊόντων διενεργείται, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, από την επιτροπή του άρθρου 37, με την εξαίρεση των προϊόντων των περ. στ) και ζ) της παρ. 1, η καταστροφή των οποίων διενεργείται από την επιτροπή του άρθρου 105.

Τα άρθρα 102, 105, 106 και 108 εφαρμόζονται αναλόγως και για τα προϊόντα των περ. στ) και ζ) της παρ. 1.

5Α.

Τα προϊόντα των περ. α), β), δ), ε), στ), ζ) και η) της παρ. 1, που αποκτά ιδιώτης για δική του χρήση και τα οποία μεταφέρει στη χώρα αυτοπροσώπως από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή τρίτη χώρα, απαλλάσσονται από τον φόρο κατανάλωσης. Για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ίδια χρήση, λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες Αρχές τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α)

η εμπορική ιδιότητα του κατόχου και οι λόγοι κατοχής των προϊόντων,

β)

ο τόπος όπου βρίσκονται τα προϊόντα ή, αναλόγως της περίπτωσης, ο χρησιμοποιούμενος τρόπος μεταφοράς,

γ)

κάθε έγγραφο σχετικό με τα προϊόντα,

δ)

η φύση των προϊόντων,

ε)

η ποσότητα των προϊόντων, για την οποία, ως αποδεικτικό στοιχείο, ορίζεται για τα προϊόντα της περ. α) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των είκοσι (20) χιλιοστόλιτρων (ml) υγρών αναπλήρωσης που περιέχονται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, για τα προϊόντα της περ. στ) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των διακοσίων (200) τεμαχίων ηλεκτρικά θερμαινόμενου προϊόντος καπνού, για τα προϊόντα των περ. ζ) και η) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των διακοσίων (200) τεμαχίων, και για τα προϊόντα καφέ των περ. β), δ) και ε) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των τριών (3) κιλών.

6.

Η υποχρέωση καταβολής του φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα της παρ. 1, στην περίπτωση παραλαβής των προϊόντων αυτών από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. γεννάται κατά την παραλαβή τους στο εσωτερικό της χώρας.

7.

Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι κατά περίπτωση:

α)

το πρόσωπο που εισάγει από τρίτη χώρα τα ανωτέρω προϊόντα,

β)

το πρόσωπο που αποκτά από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. τα ανωτέρω προϊόντα,

γ)

το πρόσωπο που παράγει εγχωρίως τα ανωτέρω προϊόντα, εκτός καθεστώτος αναστολής,

δ)

ο εγκεκριμένος αποθηκευτής των προϊόντων αυτών,

ε)

ειδικά για τα προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει εγκριθεί ως δικαιούχος υποβολής αίτησης επιστροφής φόρου κατανάλωσης, και αποκτά τα προϊόντα αυτά από εγκεκριμένο αποθηκευτή - πωλητή, το οποίο δύναται να καταβάλει με την υποβολή του προβλεπόμενου τελωνειακού παραστατικού τον φόρο κατανάλωσης που αναλογεί στα αποκτώμενα προϊόντα κατά τη θέση τους σε ανάλωση.

8.

Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα της παρ. 1 ενεργείται από την αρμόδια Αρχή, ως κατωτέρω:

α)

Ως προς την εισαγωγή, κατά την ίδια χρονική στιγμή που βεβαιώνονται και εισπράττονται οι λοιπές δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις.

β)

Ως προς την απόκτηση από άλλο κράτος μέλος, το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από τη γένεση της υποχρέωσης, εκτός εάν τα προϊόντα τεθούν άμεσα σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης της παρ. 4.

γ)

Ως προς την εγχώρια παραγωγή των προϊόντων αυτών, εκτός καθεστώτος αναστολής, το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από τη γένεση της υποχρέωσης.

δ)

Ως προς την έξοδο από τη φορολογική αποθήκη, ήτοι από το καθεστώς αναστολής των φορολογικών επιβαρύνσεων, το αργότερο μέχρι τις 25 του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου από το καθεστώς αναστολής με την επιφύλαξη των επομένων εδαφίων. Για τα προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, η οποία πραγματοποιείται από τα υπόχρεα πρόσωπα της περ. ε) της παρ. 7, η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου κατανάλωσης ενεργείται κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας με Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (ΔΕΦΚ), που υποβάλλεται από τα πρόσωπα αυτά. Για τα προϊόντα των περ. στ) και ζ) της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 104 και 111.

9.

Με τον φόρο κατανάλωσης των ανωτέρω προϊόντων βεβαιώνεται και εισπράττεται, κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο αναλογών Φ.Π.Α. Κατ` εξαίρεση, ο αναλογών Φ.Π.Α. των προϊόντων καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, βεβαιώνεται και εισπράττεται με δήλωση που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή - πωλητή, το αργότερο μέχρι τις 25 του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου από το καθεστώς αναστολής, σε περίπτωση που ο φόρος κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της περ. δ) της παρ. 8.

Η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται με βάση τα άρθρα 19 και 20 του ν. 2859/2000 (Α` 248).

Οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές των προϊόντων του παρόντος ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. των εισροών τους με την υποβολή του προβλεπόμενου παραστατικού στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

9α.

Επιστρέφεται το ποσό του φόρου κατανάλωσης που έχει εισπραχθεί κατά τα οριζόμενα στην παρ. 8, για τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), εγχωρίως παραγόμενα και για τα εξερχόμενα από φορολογική αποθήκη προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, τα οποία, μετά τη θέση τους σε ανάλωση, αυτούσια ή κατόπιν επεξεργασίας τους, συμπεριλαμβανομένων και των συνήθων εργασιών που δεν μεταβάλλουν τη Δασμολογική τους Κλάση, εξάγονται σε τρίτες χώρες ή αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Δικαιούχοι επιστροφής του φόρου κατανάλωσης είναι τα πρόσωπα της παρ. 7, κατά περίπτωση, τα οποία διενεργούν την εξαγωγή ή την παράδοσή τους σε άλλο κράτος μέλος και τα οποία έχουν εγκριθεί για την υποβολή αίτησης επιστροφής του φόρου κατανάλωσης.

10.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας φορολογικής αποθήκης και εγκεκριμένου αποθηκευτή των ανωτέρω προϊόντων, οι διαδικασίες επιβολής του Φόρου Κατανάλωσης, η παρακολούθηση και ο έλεγχος των προϊόντων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την επιστροφή του φόρου κατανάλωσης της παρ. 9α.

11.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την έκδοση της κανονιστικής απόφασης, κατ` εξουσιοδότηση του πρώτου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 53Α, εφαρμόζονται: α) για τα προϊόντα της περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α, η υπό στοιχεία ΔΕΦΚΦ1119744ΕΞ2017/8.8.2017 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β` 2889), και β) για τα προϊόντα της περ. η) της παρ. 1 του άρθρου 53Α, η υπό στοιχεία ΔΕΦΚΦ Β 1182030 ΕΞ 14-12-2016/13.12.2016 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β` 4173).

40 41 42 Άρθρο 54 Αντικείμενο του φόρου

Εφαρμογή του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα στα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα - Εδαφική εφαρμογή - Γενεσιουργό γεγονός επιβολής του φόρου

1.

Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, κατά:

α)

την παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένης, ανάλογα με την περίπτωση, της εξόρυξής τους στο εσωτερικό της χώρας,

β)

την εισαγωγή τους ή την παράτυπη είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας,

γ)

την παραλαβή τους από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Επί των εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων του άρθρου 53 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς με τον παρόντα κώδικα νομοθεσίας.

3.

Οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τις ενωσιακές τελωνειακές διατάξεις για την είσοδο εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εφαρμόζονται κατ` αναλογία κατά την είσοδο υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων στο έδαφος της Ένωσης από ένα από τα εδάφη που αναφέρονται στην παρ. 5. Οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τις ενωσιακές τελωνειακές διατάξεις για την έξοδο εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης εφαρμόζονται κατ` αναλογία κατά την έξοδο υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από το έδαφος της Ένωσης προς ένα από τα εδάφη που αναφέρονται στην παρ. 5.

4.

Τα άρθρα 57 έως 65, 112 έως 117 και 119 δεν εφαρμόζονται σε υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα των μη ενωσιακών εμπορευμάτων, όπως ορίζονται στο σημείο 24 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) (L 269).

5.

Θεωρούνται ως προϊόντα εισαγόμενα στο εσωτερικό της χώρας, τα προϊόντα που προέρχονται από τα ακόλουθα εδάφη, τα οποία αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης:

α)

Κανάριοι Νήσοι,

β)

Τα γαλλικά εδάφη που αναφέρονται στο άρθρο 349 και στην παρ. 1 του άρθρου 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ)

Νήσοι Άαλαντ,

δ)

Αγγλονορμανδικές Νήσοι.

Οι περ. α` και β` παύουν να ισχύουν από την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση σχετικής δήλωσης της Ισπανίας ή της Γαλλίας αντίστοιχα, για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στη δήλωση αυτή.

6.

Θεωρούνται, επίσης, ως προϊόντα εισαγόμενα στο εσωτερικό της χώρας τα προϊόντα που προέρχονται από τα εδάφη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), καθώς και από τα ακόλουθα εδάφη, τα οποία δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης:

α)

Νήσος Ελιγολάνδη,

β)

Έδαφος του Μπίζινγκεν,

γ)

Θέουτα,

δ)

Μελίλια,

ε)

Λιβίνιο,

στ)

το Γιβραλτάρ.

7.

Για την εφαρμογή του τρίτου μέρους, η διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από ή προς:

α)

το Πριγκιπάτο του Μονακό, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς τη Γαλλία,

β)

τον Άγιο Μαρίνο, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς την Ιταλία,

γ)

τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς την Κύπρο,

δ)

τη Νήσο του Μαν, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς το Ηνωμένο Βασίλειο,

ε)

το Jungholz και το Mittelberg (Kleines Walsertal), αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς τη Γερμανία.

43 44 Άρθρο 55 Ορισμοί

Για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα νοούνται ως:

α)

«εγκεκριμένος αποθηκευτής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει, να παραλαμβάνει ή να αποστέλλει υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε φορολογική αποθήκη,

β)

«έδαφος κράτους μέλους»: το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. στο οποίο εφαρμόζονται οι Συνθήκες, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), πλην των τρίτων εδαφών,

γ)

«έδαφος της Ένωσης»: τα εδάφη των κρατών μελών της Ε.Ε.,

δ)

«τρίτα εδάφη»: τα εδάφη που απαριθμούνται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 54,

ε)

«τρίτη χώρα»: κράτος ή έδαφος στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι Συνθήκες,

στ)

«παράτυπη είσοδος»: η είσοδος προϊόντων στο έδαφος της χώρας τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) και για τα οποία έχει γεννηθεί τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ίδιου Κανονισμού ή θα είχε γεννηθεί, εάν στα εμπορεύματα είχε επιβληθεί τελωνειακός δασμός,

ζ)

«καθεστώς αναστολής»: το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην παραγωγή, τη μεταποίηση, την κατοχή, την αποθήκευση, ή τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης,

η)

«εισαγωγή»: η θέση των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) (L 269),

θ)

«εγγεγραμμένος παραλήπτης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις τελωνειακές αρχές, να παραλαμβάνει, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα προερχόμενα από το έδαφος άλλου κράτους-

μέλους της Ε.Ε., τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης,

ι)

«εγγεγραμμένος αποστολέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις τελωνειακές αρχές, αποκλειστικά και μόνο να αποστέλει υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατόπιν της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του,

ια)

«φορολογική αποθήκη»: ο τόπος όπου υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα παράγονται, μεταποιούνται, κατέχονται, αποθηκεύονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης από εγκεκριμένο αποθηκευτή στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του,

ιβ)

«Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου»: η εγκατάσταση καταναλωτή φυσικού αερίου στην οποία παραδίδεται φυσικό αέριο για τελική χρήση.

ιγ)

«Διανομέας ή Αναδιανομέας φυσικού αερίου» είναι: αα. ο Προμηθευτής φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περ. κβ` της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011 (Α` 179), για την ποσότητα φυσικού αερίου που προμηθεύει σε Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου,

ββ. ο Τελικός Πελάτης φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περ. ιστ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011, για την ποσότητα που καταναλώνει και την οποία προμηθεύεται αποκλειστικά για δική του χρήση σε σημείο διαφορετικό από το Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου,

ιδ)

«πιστοποιημένος αποστολέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο με σκοπό, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, την αποστολή υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, και στη συνέχεια διακινούνται προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.,

ιε)

«πιστοποιημένος παραλήπτης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο με σκοπό, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, την παραλαβή υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και στη συνέχεια διακινούνται προς το εσωτερικό της χώρας,

ιστ)

«κράτος μέλος προορισμού»: το κράτος μέλος της Ε.Ε., στο οποίο πρόκειται να παραδοθούν ή να χρησιμοποιηθούν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος του παρόντος,

ιζ)

«κράτος μέλος αποστολής»: το κράτος μέλος της Ε.Ε., από το οποίο αποστέλλονται σε κράτος μέλος προορισμού της περ. ιστ` υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος του παρόντος,

ιη)

«κράτος μέλος εξαγωγής»: το κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου υποβάλλεται η διασάφηση εξαγωγής κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 221 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα»,

ιθ)

«διαγραφή»: η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης που δεν έχει καταβληθεί,

κ)

«επιστροφή»: η επιστροφή ποσού ειδικού φόρου κατανάλωσης που έχει καταβληθεί,

κα)

«μηχανοργανωμένο σύστημα»: το μηχανοργανωμένο σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 1 της Απόφασης (ΕΕ) 2020/263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2020 για την εισαγωγή της πληροφορικής στη διακίνηση και στους ελέγχους των αγαθών που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (L 58)..

45 46 47 Άρθρο 56 Απαιτητό του φόρου

Χρόνος και τόπος όπου καθίσταται απαιτητός ο φόρος

1.

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά το χρόνο θέσης σε ανάλωση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Θεωρείται ως «θέση σε ανάλωση»:

α)

η έξοδος υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από ένα καθεστώς αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της παράτυπης εξόδου,

β)

η κατοχή ή αποθήκευση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων παρατυπίας, εκτός καθεστώτος αναστολής, για τα οποία δεν έχει επιβληθεί ειδικός φόρος κατανάλωσης δυνάμει των εφαρμοστέων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου και της εθνικής νομοθεσίας,

γ)

η παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης, υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων και η παράτυπη παραγωγή ή μεταποίηση, εκτός καθεστώτος αναστολής,

δ)

η εισαγωγή υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, εκτός εάν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα υπαχθούν, αμέσως μετά την εισαγωγή, σε καθεστώς αναστολής, ή η παράτυπη είσοδος προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, εκτός εάν η τελωνειακή οφειλή έχει αποσβεσθεί σύμφωνα με τα στοιχεία ε`, στ`, ζ` και ια` της παρ. 1 του άρθρου 124 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση). Η εφαρμογή της παρούσας για οφειλές που αποσβαίνονται σύμφωνα με το στοιχείο ε` της παρ. 1 του άρθρου 124 του ίδιου Κανονισμού είναι ανεξάρτητη από την επιβολή και την είσπραξη των πολλαπλών τελών της παρ. 1 του άρθρου 150 και την εφαρμογή του Πέμπτου Μέρους, όταν συντρέχει λαθρεμπορία.

Για την εφαρμογή της περ. α`, ως έξοδος από το καθεστώς αναστολής των πετρελαιοειδών προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής εντός φορολογικών αποθηκών στο εσωτερικό της χώρας και ζητείται η θέση τους σε ανάλωση, θεωρείται η φυσική έξοδος των προϊόντων από τη φορολογική αποθήκη.

3.

Ο χρόνος εξόδου από καθεστώς αναστολής, σύμφωνα με την περ. α` της παρ. 2, είναι:

α)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από τον εγγεγραμμένο παραλήπτη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο ii της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112,

β)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από τον παραλήπτη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο iv της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112,

γ)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων στον τόπο άμεσης παράδοσής τους, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 112.

4.

Με την επιφύλαξη της παρ. 5, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν την ημερομηνία κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός.

5.

Στην περίπτωση παράτυπης εξόδου από καθεστώς αναστολής ή κατοχής ή αποθήκευσης εκτός καθεστώτος αναστολής ή παράτυπης παραγωγής ή παράτυπης εισαγωγής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν κατά τον χρόνο διαπίστωσης των παρατυπιών αυτών.

Εντούτοις, όταν από τα στοιχεία που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνεται ότι η παράτυπη έξοδος από καθεστώς αναστολής ή η κατοχή εκτός καθεστώτος αναστολής ή η παράτυπη παραγωγή ή η παράτυπη εισαγωγή πραγματοποιήθηκαν ή υπήρξαν, κατά περίπτωση, σε χρόνο προγενέστερο της διαπίστωσης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά την προγενέστερη της διαπίστωσης ημερομηνία, στην οποία πραγματοποιήθηκαν ή υπήρξαν.

6.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 101, υπόχρεος να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που καθίσταται απαιτητός είναι:

α)

σε σχέση με την έξοδο υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από καθεστώς αναστολής, όπως αναφέρεται στην περ. α` της παρ. 2:

i)

Ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης ή κάθε άλλο πρόσωπο που απελευθερώνει ή εξ ονόματος του οποίου απελευθερώνονται τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα από καθεστώς αναστολής και σε περίπτωση παράτυπης εξόδου από τη φορολογική αποθήκη, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην έξοδο αυτή,

ii)

σε περίπτωση παρατυπίας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, όπως αυτή ορίζεται στις παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 118, ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος αποστολέας ή κάθε άλλο πρόσωπο που εγγυήθηκε την πληρωμή, σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 112, και κάθε πρόσωπο που συμμετείχε στην παράτυπη έξοδο και το οποίο γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει τον παράτυπο χαρακτήρα της εξόδου,

β)

σχετικά με την κατοχή ή αποθήκευση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων όπως αναφέρεται στην περ. β` της παρ. 2, το πρόσωπο που κατέχει ή αποθηκεύει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα ή κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην κατοχή ή αποθήκευση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων ή οποιοσδήποτε συνδυασμός αυτών των προσώπων, σύμφωνα με την αρχή της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης,

γ)

σχετικά με την παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης, υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων όπως αναφέρεται στην περ. γ` της παρ. 2: το πρόσωπο που παράγει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα και, σε περίπτωση παράτυπης παραγωγής, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην παραγωγή τους,

δ)

σχετικά με την εισαγωγή ή την παράτυπη είσοδο υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που αναφέρεται στην περ. δ` της παρ. 2, ο διασαφιστής, όπως ορίζεται στο σημείο 15 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) ή κάθε άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 77 του ίδιου Κανονισμού και σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην παράτυπη εισαγωγή.

Σε περίπτωση περισσότερων υπόχρεων για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού ειδικού φόρου κατανάλωσης, τα πρόσωπα αυτά είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεα για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής.

7.

Σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης της άδειας εγκεκριμένου αποθηκευτή, οι φορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αποθηκευμένα σε καθεστώς αναστολής προϊόντα στη φορολογική αποθήκη ή στις φορολογικές αποθήκες του αποθηκευτή, καθίστανται άμεσα απαιτητές και τα προϊόντα δεσμεύονται μέχρι την εξόφληση αυτών από τον υπόχρεο ή από τις εγγυήσεις που έχουν κατατεθεί.

8.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, δύναται να καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για τον χρόνο και τον τόπο όπου καθίσταται απαιτητός ο φόρος και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

48 Άρθρο 57 Ειδικές περιπτώσεις απαιτητού του φόρου

Διακινήσεις υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς και γενεσιουργός αιτία του ειδικού φόρου κατανάλωσης 1. Αν υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., διακινούνται, προκειμένου να παραδοθούν στο εσωτερικό της χώρας για εμπορικούς σκοπούς ή να χρησιμοποιηθούν σε αυτό, υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6.

Για τους σκοπούς των άρθρων 57, 57Α, 57Β και 58, τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα διακινούνται μόνο από πιστοποιημένο αποστολέα προς πιστοποιημένο παραλήπτη.

Για την απόκτηση της ιδιότητας του πιστοποιημένου αποστολέα ή του πιστοποιημένου παραλήπτη απαιτείται η εγγραφή σε μητρώο, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος, θεωρείται ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα έχουν «παραδοθεί για εμπορικούς σκοπούς», εφόσον έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., έχουν διακινηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους και παραδίδονται είτε σε μη ιδιώτη είτε σε ιδιώτη αν η διακίνηση δεν καλύπτεται από το άρθρο 59 ή το άρθρο 60. Ωστόσο, τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα δεν θεωρούνται ότι έχουν παραδοθεί για εμπορικούς σκοπούς, εφόσον μεταφέρονται από τον εν λόγω ιδιώτη για δική του χρήση, όταν διακινούνται από το έδαφος του άλλου κράτους μέλους.

3.

Η διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων βάσει του παρόντος άρθρου αρχίζει όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα εξέλθουν από τις εγκαταστάσεις του πιστοποιημένου αποστολέα ή από οποιονδήποτε τόπο στο κράτος μέλος αποστολής που έχει γνωστοποιηθεί πριν από την έναρξη της διακίνησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

4.

Η διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων βάσει του παρόντος άρθρου λήγει όταν ο πιστοποιημένος παραλήπτης παραλάβει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα στις εγκαταστάσεις του ή σε οποιονδήποτε τόπο στο κράτος μέλος προορισμού που έχει γνωστοποιηθεί πριν από την έναρξη της διακίνησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού.

5.

Οι όροι υπό τους οποίους ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός, καθώς και ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι αυτοί που ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

6.

Ο πιστοποιημένος παραλήπτης είναι υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός όταν τα προϊόντα έχουν παραδοθεί στο εσωτερικό της χώρας, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση, σύμφωνα με το άρθρο 119.

7.

Σε περίπτωση μη εγγραφής ή πιστοποίησης ενός ή όλων των προσώπων που εμπλέκονται στη διακίνηση, τα πρόσωπα αυτά καθίστανται επίσης υπόχρεα για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

8.

Τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία βρίσκονται επί πλοίου ή αεροσκάφους που πραγματοποιεί θαλάσσια ταξίδια ή πτήσεις μεταξύ των εδαφών δύο κρατών μελών της Ε.Ε. και τα οποία δεν διατίθενται προς πώληση όταν το πλοίο ή το αεροσκάφος βρίσκεται στο έδαφος της χώρας, δεν υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης στη χώρα.

9.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι διατυπώσεις, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο, η αρμόδια αρχή για την εγγραφή και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος. 49

50 Άρθρο 57Α Προϋποθέσεις διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς - Ηλεκτρονικό απλουστευμένο διοικητικό έγγραφο και αναφορά παραλαβής
1.

Η διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς είναι σύμφωνη με τα άρθρα 57, 57Α, 57Β και 58, μόνο εάν πραγματοποιείται υπό την κάλυψη ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 7 έως 11.

2.

Ο πιστοποιημένος παραλήπτης, δυνάμει της παρ. 6 του άρθρου 57, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α)

Πριν από την αποστολή των προϊόντων, παρέχει εγγύηση που καλύπτει τους ενεχόμενους κινδύνους μη καταβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης που μπορεί να επέλθουν κατά τη διακίνηση μέσω των εδαφών των κρατών μελών διαμεταγωγής και στο εσωτερικό της χώρας.

β)

Καταβάλλει τον οφειλόμενο ειδικό φόρο κατανάλωσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή με την άφιξη των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την άφιξη.

γ)

Αποδέχεται κάθε έλεγχο που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές για να εξακριβώσουν ότι πραγματοποιήθηκε η παραλαβή των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων και ότι καταβλήθηκε ο οφειλόμενος ειδικός φόρος κατανάλωσης.

Κατά παρέκκλιση της περ. α), δύναται, στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 16, να επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης από τον μεταφορέα, τον κύριο των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τον πιστοποιημένο αποστολέα, ή από κοινού με οποιονδήποτε συνδυασμό από δύο ή περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα με ή χωρίς τον πιστοποιημένο παραλήπτη.

3.

Η εγγύηση της περ. α) της παρ. 2 ισχύει σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

4.

Ο εξουσιοδοτημένος από τις τελωνειακές αρχές εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εγγεγραμμένος αποστολέας μπορεί να ενεργεί ως πιστοποιημένος αποστολέας, αφού ενημερώσει τις εν λόγω αρχές.

5.

Ο εξουσιοδοτημένος από τις τελωνειακές αρχές εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εγγεγραμμένος παραλήπτης μπορεί να ενεργεί ως πιστοποιημένος παραλήπτης, αφού ενημερώσει τις εν λόγω αρχές.

6.

Για τον πιστοποιημένο αποστολέα ή τον πιστοποιημένο παραλήπτη που αποστέλλει ή παραλαμβάνει μόνο περιστασιακά προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, η εγγραφή στο μητρώο που αναφέρεται στις περ. ιδ) και ιε) του άρθρου 55 περιορίζεται σε συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σε έναν μόνο παραλήπτη ή αποστολέα και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αυτή η προσωρινή πιστοποίηση, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων των περ. ιδ) και ιε) του άρθρου 55, παρέχεται επίσης σε ιδιώτες που ενεργούν ως αποστολείς ή παραλήπτες αν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης παραδίδονται για εμπορικούς σκοπούς δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 57.

7.

Όταν προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης πρόκειται να διακινηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 57Α, 57Β και 58, ο πιστοποιημένος αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

8.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής επαληθεύει, ηλεκτρονικά, τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο απλουστευμένου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου. Εάν τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται, πάραυτα, ο πιστοποιημένος αποστολέας. Εάν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή αποδίδει στο έγγραφο μοναδικό απλουστευμένο διοικητικό κωδικό αναφοράς και τον κοινοποιεί στον πιστοποιημένο αποστολέα.

9.

Μετά την απόδοση του απλουστευμένου διοικητικού κωδικού αναφοράς, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές διαβιβάζουν, πάραυτα, το ηλεκτρονικό απλουστευμένο διοικητικό έγγραφο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού, οι οποίες το προωθούν στον πιστοποιημένο παραλήπτη.

10.

Ο πιστοποιημένος αποστολέας παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή αν κανένα πρόσωπο δεν συνοδεύει τα προϊόντα, στον μεταφορέα, τον μοναδικό απλουστευμένο διοικητικό κωδικό αναφοράς. Το πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή ο μεταφορέας παρέχει τον κωδικό στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που θα το ζητήσουν κατά τη διάρκεια της διακίνησης.

11.

Κατά τη διακίνηση προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης δυνάμει των άρθρων 57, 57Α, 57Β και 58, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα, να αλλάξει τον προορισμό προς άλλον τόπο παράδοσης στο ίδιο κράτος μέλος της Ε.Ε., τον οποίο διαχειρίζεται ο ίδιος πιστοποιημένος παραλήπτης ή προς τον τόπο αποστολής. Προς τον σκοπό αυτόν, ο πιστοποιημένος αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού εγγράφου αλλαγής προορισμού στις τελωνειακές αρχές, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

12.

Κατά την παραλαβή των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση και διακινούνται σύμφωνα με τα άρθρα 57, 57Α και 58, ο πιστοποιημένος παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις τελωνειακές αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

13.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει, ηλεκτρονικά, τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται, παραύτα, ο πιστοποιημένος παραλήπτης. Εάν τα στοιχεία είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή παρέχει στον πιστοποιημένο παραλήπτη επιβεβαίωση για την καταχώριση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

Η αναφορά παραλαβής θεωρείται επαρκής απόδειξη ότι ο πιστοποιημένος παραλήπτης έχει ολοκληρώσει όλες τις απαραίτητες διατυπώσεις και έχει, κατά περίπτωση και εφόσον τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα δεν εξαιρούνται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, καταβάλλει κάθε πληρωμή τυχόν οφειλόμενου ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κράτος μέλος προορισμού ή ενταχθεί σε καθεστώς αναστολής σύμφωνα με τα άρθρα 62 έως 64.

14.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν την αναφορά παραλαβής στον πιστοποιημένο αποστολέα.

15.

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που έχει καταβληθεί στο εσωτερικό της χώρας από τον πιστοποιημένο αποστολέα επιστρέφεται, κατόπιν αίτησής του και βάσει της αναφοράς παραλαβής που αποστέλλεται από το κράτος προορισμού μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 66.

16.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται το είδος, η παροχή και η ισχύς της εγγύησης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εγγραφή στο μητρώο σύμφωνα με την παρ. 6, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

51 Άρθρο 57Β Εφεδρικές διαδικασίες και έγγραφα - Ανάκτηση δεδομένων - Εναλλακτικές αποδείξεις παραλαβής προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους, προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς
1.

Κατά παρέκκλιση των παρ. 7 έως 11 του άρθρου 57Α, εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί να αρχίζει διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

τα προϊόντα συνοδεύονται από εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 57Α,

β)

ο πιστοποιημένος αποστολέας ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν την έναρξη της διακίνησης.

Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο πιστοποιημένος αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης υποβάλλει αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη μη διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της μη διαθεσιμότητας.

2.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου κατά τα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 57Α.

Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 8 του άρθρου 57Α, αν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1. Οι παρ. 9 και 12 έως 15 του άρθρου 57Α εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

3.

Ο πιστοποιημένος αποστολέας φυλάσσει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 στα λογιστικά του αρχεία.

4.

Όταν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί να τροποποιήσει τον προορισμό των προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παρ. 11 του άρθρου 57Α, και να κοινοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας. Ο πιστοποιημένος αποστολέας ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν από την έναρξη αλλαγής του προορισμού. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

5.

Όταν υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα πρόκειται να διακινηθούν δυνάμει των άρθρων 57, 57Α, 57Β και 58 και η αναφορά παραλαβής δεν είναι δυνατό να υποβληθεί κατά τη λήξη της διακίνησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 57Α, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος προορισμού είτε διότι δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος, ο πιστοποιημένος παραλήπτης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εφεδρικό έγγραφο στο οποίο περιέχονται τα ίδια στοιχεία με την αναφορά παραλαβής και δηλώνεται η λήξη της διακίνησης.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού αποστέλλουν αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής είναι δυνατό να τους υποβληθεί σύντομα από τον πιστοποιημένο παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, όπως προβλέπεται στην παρ. 12 του άρθρου 57Α ή εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν το αντίγραφο στον πιστοποιημένο αποστολέα ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεση του πιστοποιημένου αποστολέα.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο πιστοποιημένος παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 57Α. Οι παρ. 13 και 14 του άρθρου 57Α εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

6.

Με την επιφύλαξη της παρ. 5, η αναφορά παραλαβής που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 57Α, συνιστά απόδειξη ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα έχουν παραδοθεί στον πιστοποιημένο παραλήπτη.

7.

Κατά παρέκκλιση της παρ. 6, αν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην παρ. 5, είναι δυνατό να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη, με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού, βάσει κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που απεστάλησαν έχουν φθάσει στον προορισμό τους.

Το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 συνιστά κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας.

8.

Αν η θεώρηση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού γίνεται αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του κράτος μέλους αποστολής, κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή απόδειξη για το ότι ο πιστοποιημένος παραλήπτης έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες διατυπώσεις και έχει προβεί σε τυχόν καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης που οφείλεται στο κράτος μέλος προορισμού.

9.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύναται να καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

52 Άρθρο 58 Διακίνηση προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση μεταξύ δύο τόπων στο έδαφος της χώρας μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

Η διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, προς προορισμό που βρίσκεται επίσης στο εσωτερικό της χώρας, μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., διενεργείται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η διακίνηση πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 57Α, μέσω κατάλληλης διαδρομής,

β)

ο πιστοποιημένος παραλήπτης βεβαιώνει την παραλαβή των προϊόντων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες,

γ)

ο πιστοποιημένος αποστολέας και ο πιστοποιημένος παραλήπτης αποδέχονται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να διαπιστώνουν την πραγματική παραλαβή των προϊόντων.

Άρθρο 59 Απόκτηση από ιδιώτες
1.

53 Για τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία αποκτά ιδιώτης για δική του χρήση και τα οποία μεταφέρει αυτοπροσώπως από ένα κράτος-μέλος σε άλλο, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης οφείλονται μόνο στο κράτος-μέλος, όπου τα προϊόντα αυτά αποκτώνται.

2.

Για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, προορίζονται για ίδια χρήση ενός ιδιώτη, λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α)

η εμπορική ιδιότητα του κατόχου και οι λόγοι κατοχής των προϊόντων,

β)

ο τόπος όπου βρίσκονται τα προϊόντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο χρησιμοποιούμενος τρόπος μεταφοράς,

γ)

κάθε έγγραφο σχετικό με τα προϊόντα,

δ)

η φύση των προϊόντων,

ε)

η ποσότητα των προϊόντων.

3.

Για την εφαρμογή της περίπτωσης ε` της παραγράφου 2, ως αποδεικτικό στοιχείο, ορίζονται ενδεικτικά τα ακόλουθα ποσοτικά όρια ανά προϊόν:

α)

για τα προϊόντα καπνού:

-

τσιγάρα: 800 τεμάχια

-

πουράκια (πούρα βάρους όχι πάνω από 3γρ. το τεμάχιο): 400 τεμάχια

-

πούρα: 200 τεμάχια

-

καπνός για κάπνισμα: 1 κιλό β) για τα αλκοολούχα ποτά:

-

οινοπνευματώδη ποτά: 10 λίτρα

-

ενδιάμεσα προϊόντα: 20 λίτρα

-

οίνοι: 90 λίτρα (από τους οποίους το πολύ 60 λίτρα αφρώδεις)

-

μπύρες: 110 λίτρα.

4.

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης πετρελαιοειδών προϊόντων, τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος-μέλος, καθίσταται απαιτητός και εισπράττεται από τις αρμόδιες αρχές, εάν η μεταφορά αυτών των προϊόντων στη χώρα γίνεται με ανορθόδοξους τρόπους από ιδιώτη ή για λογαριασμό του.

Ως ανορθόδοξες μεταφορές θεωρούνται οι μεταφορές καυσίμων κινητήρων, όταν τα καύσιμα δεν μεταφέρονται στη δεξαμενή των οχημάτων ή σε κατάλληλο εφεδρικό δοχείο, καθώς και η μεταφορά υγρών καυσίμων θέρμανσης όταν δεν γίνεται με βυτιοφόρο επαγγελματιών..

54 55 56 Άρθρο 60 Πωλήσεις εξ αποστάσεως
1.

Τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και αγοράζονται από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποθηκευτή, του εγγεγραμμένου παραλήπτη ή του πιστοποιημένου παραλήπτη, είναι εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας και δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας άμεσα ή έμμεσα από αποστολέα που ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ή για λογαριασμό του, υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

2.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρ. 1, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός και καταβάλλεται κατά την παράδοση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας. Οι όροι υπό τους οποίους ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός, καθώς και ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι αυτοί που ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός.

3.

Υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ο αποστολέας ή ο φορολογικός αντιπρόσωπος αυτού. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας και εγκεκριμένος από την αρμόδια τελωνειακή αρχή. Στις περιπτώσεις που ο αποστολέας ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της περ. α` της παρ. 4, υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ο παραλήπτης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων.

4.

Στην περίπτωση αποστολής προϊόντων από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας ή ο φορολογικός αντιπρόσωπός του συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α)

πριν από την αποστολή των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, εγγράφεται στα μητρώα και εγγυάται την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή,

β)

καταβάλλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή την ημέρα άφιξης των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα,

γ)

τηρεί λογιστική των παραδιδόμενων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων.

5.

Στην περίπτωση αποστολής προϊόντων από το εσωτερικό της χώρας σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται, κατόπιν σχετικού αιτήματος του αποστολέα, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 66.

6.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι διατυπώσεις, οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

7.

Οι διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού μέσω διαδικτύου, τηλεπικοινωνιών ή κάθε άλλου τρόπου πώλησης βασιζόμενου σε εξελισσόμενη τεχνολογία απαγορεύονται.

57 58 Καταστροφές και απώλειες υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση

1.

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 57 και στην παρ. 1 του άρθρου 60, σε περίπτωση ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, εξαιτίας τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας ή κατόπιν έγκρισης των αρμόδιων αρχών του συγκεκριμένου κράτους μέλους για την καταστροφή των προϊόντων, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης δεν καθίσταται απαιτητός στο εν λόγω κράτος μέλος.

Θεωρείται ότι τα προϊόντα έχουν υποστεί ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ως προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

2.

Σε περίπτωση μερικής απώλειας που οφείλεται στη φύση των προϊόντων κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος, στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης δεν καθίσταται απαιτητός σε αυτό το κράτος μέλος, εφόσον το ποσό της απώλειας δεν υπερβαίνει το κοινό όριο μερικής απώλειας που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα εν λόγω υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, εκτός εάν υπάρχει εύλογη αιτία απάτης ή παρατυπίας.

3.

Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων της παρ. 1 αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές της χώρας, αν η εν λόγω ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, επήλθε στο εσωτερικό της ή όταν η απώλεια διαπιστώνεται στο εσωτερικό της χώρας και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του τόπου όπου επήλθε.

Στις περιπτώσεις διαπίστωσης ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας, ολικής ή μερικής, των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, η εγγύηση που κατατίθεται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 57Α ή την περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 60 αποδεσμεύεται, πλήρως ή εν μέρει, κατά περίπτωση, με την προσκόμιση ικανοποιητικών αποδείξεων.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

59 Άρθρο 62 Παραγωγή – Μεταποίηση – Κατοχή - Αποθήκευση
1.

Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντα Κώδικα, η παραγωγή, η μεταποίηση, η κατοχή και η αποθήκευση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντα Κώδικα, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του τρίτου μέρους. Όταν δεν έχει καταβληθεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), τα ανωτέρω πραγματοποιούνται σε φορολογική αποθήκη.

2.

Όπου στο τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα αναφέρεται ο όρος «μεταποίηση» εννοείται μεταποίηση για λογαριασμό του ιδίου ή για λογαριασμό τρίτου.

Άρθρο 63 Σύσταση φορολογικών αποθηκών
1.

Για τη σύσταση και λειτουργία των φορολογικών αποθηκών απαιτείται

άδεια της αρμόδιας Αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση του

ενδιαφερομένου με απόφασή της, χωριστά για κάθε κατηγορία προϊόντος.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α)

οι προϋποθέσεις με τις οποίες χορηγείται η άδεια σύστασης και

λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών,

β)

ο ανώτατος χρόνος παραμονής των προϊόντων κατά κατηγορία, στη

φορολογική αποθήκη,

γ)

η διαδικασία παραλαβής ή αποστολής των προϊόντων,

δ)

οι όροι αποθήκευσης και λογιστικής διαχείρισης των προϊόντων,

ε)

ο τρόπος παρακολούθησης των προϊόντων και της άσκησης του ελέγχου

αυτών,

στ)

ο χρόνος διάρκειας της λειτουργίας των αποθηκών αυτών και οι

λόγοι ανάκλησης της άδειας αυτής πριν από το χρόνο λήξης,

ζ)

κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την αναγνώριση ή λειτουργία των

φορολογικών αποθηκών.

3.

60 61 62 Οι τελωνειακές αρχές ασκούν εποπτεία και έλεγχο κατά τρόπο διαρκή ή περιοδικό στις φορολογικές αποθήκες, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 2.

Για τα βιομηχανοποιημένα καπνά οι όροι και προϋποθέσεις για την εποπτεία και τον έλεγχο των φορολογικών αποθηκών με διαρκή παρουσία υπαλλήλων των αρμόδιων τελωνειακών αρχών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Για τις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 73 εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών για τις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4.

63 Οταν οι φορολογικές αποθήκες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, βρίσκονται σε μη κατοικημένη περιοχή ή έξω από την έδρα της αρμόδιας αρχής ή έχουν έναρξη και λήξη της λειτουργίας τους σε ώρες που δεν υπάρχει τακτική συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση, υποχρεούνται οι οικείοι εγκεκριμένοι αποθηκευτές να εξασφαλίσουν, με δικά τους ή μισθωμένα μεταφορικά μέσα, την έγκαιρη μετακίνηση των υπαλλήλων της αρμόδιας αρχής, οι οποίοι εποπτεύουν και ελέγχουν τις εργασίες των αποθηκών αυτών.

64 Άρθρο 64 Αναγνώριση εγκεκριμένου αποθηκευτή
1.

Για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως εγκεκριμένου αποθηκευτή απαιτείται άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

2.

Για να παρασχεθεί η άδεια της παρ. 1, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πρέπει:

α)

να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία τελούν υπό αναστολή καταβολής του φόρου, εφόσον βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη,

β)

να μην έχει καταδικαστεί, βάσει τελεσίδικης ποινικής απόφασης, για παραβάσεις των περί λαθρεμπορίας διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 119Α σε συνδυασμό με τα άρθρα 155 έως 187, ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που σχετίζεται με την πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων προϊόντων ειδικού φόρου κατανάλωσης, ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή να μην έχει εκδοθεί εις βάρος του τελεσίδικη απόφαση διοικητικού ή πολιτικού δικαστηρίου περί συμμετοχής σε πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων προϊόντων υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

γ)

να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 4.

3.

Για την εφαρμογή του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα ο εγκεκριμένος αποθηκευτής:

α)

υποχρεούται:

-

να εισάγει στη φορολογική αποθήκη του και να προβαίνει στη λογιστική εγγραφή, με την περάτωση της διακίνησης, όλων των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, εκτός εάν εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 112,

-

να τηρεί για κάθε φορολογική αποθήκη λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων και των διακινήσεων των προϊόντων,

-

να αποδέχεται οποιονδήποτε έλεγχο,

-

να παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του,

-

να συμμορφώνεται με άλλες υποχρεώσεις που επιβάλλουν ο Υπουργός Οικονομικών, ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε.,

-

να διαθέτει εντός των αποθηκών και αδαπάνως για το Δημόσιο κατάλληλο και ασφαλή στεγασμένο χώρο για την εγκατάσταση της αρμόδιας Αρχής προς διενέργεια των κατά περίπτωση απαιτούμενων εργασιών και διατυπώσεων,

-

να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή των δεδομένων που έχουν ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της άδειας και να παρέχει τα επιβαλλόμενα από αυτήν τυχόν πρόσθετα διασφαλιστικά μέτρα.

β)

Επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν στα προϊόντα.

γ)

Ευθύνεται για τις πράξεις των αποθηκαρίων των αποθηκών αυτών σε περίπτωση καταλογισμού τους από την αρμόδια αρχή.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται οι όροι, οι λοιπές προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της άδειας του εγκεκριμένου αποθηκευτή, το ύψος και το είδος της εγγύησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

65 66 Άρθρο 65 Καταστροφές και απώλειες προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής
1.

Η ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και τελούν υπό καθεστώς αναστολής από αιτία οφειλόμενη στην ίδια τη φύση του προϊόντος, σε τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία ή ακόμα με την άδεια των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους για καταστροφή των προϊόντων, δεν θεωρείται θέση σε ανάλωση.

Θεωρείται ότι τα προϊόντα έχουν υποστεί ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

2.

Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων της παρ. 1 αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες εθνικές αρχές, εάν η εν λόγω ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, επήλθε στο εσωτερικό της χώρας ή όταν η απώλεια διαπιστώνεται στο εσωτερικό της χώρας και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του τόπου όπου επήλθε. Στις περιπτώσεις διαπίστωσης ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας, ολικής ή μερικής, των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, η εγγύηση που κατατίθεται σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 112 αποδεσμεύεται, πλήρως ή εν μέρει, κατά περίπτωση, με την προσκόμιση ικανοποιητικών αποδείξεων.

2Α.

Μερική απώλεια, η οποία οφείλεται στη φύση των προϊόντων και επέρχεται κατά τη διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των κρατών μελών δεν θεωρείται θέση σε ανάλωση, εφόσον το ποσό της απώλειας είναι χαμηλότερο από το κοινό όριο μερικής απώλειας που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα εν λόγω υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν εύλογη αιτία να υποπτευθούν απάτη ή παρατυπία. Το τμήμα της μερικής απώλειας που υπερβαίνει το κοινό όριο μερικής απώλειας για τα εν λόγω υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα θεωρείται ως θέση σε ανάλωση.

3.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται τα προϊόντα που υπόκεινται σε φυσική απομείωση, τα ποσοστά της απομείωσης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των απωλειών αυτών στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ Γ’ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ

67 68 Άρθρο 66 Επιστροφή ή διαγραφή του φόρου – Βεβαίωση και είσπραξη εκ των υστέρων
1.

Τα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας δύνανται, στις περιπτώσεις της παρ. 15 του άρθρου 57Α, της παρ. 5 του άρθρου 60 και της παρ. 3 του άρθρου 119, να αποτελέσουν, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, αντικείμενο επιστροφής ή διαγραφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, εφόσον τα προϊόντα αυτά δεν πρόκειται να καταναλωθούν στο εσωτερικό της χώρας.

Αν τα προϊόντα αυτά φέρουν φορολογικά επισήματα, ήτοι ένσημες ταινίες φορολογίας καπνού ή αλκοολούχων ποτών, πριν από την αποστολή τους και προκειμένου να επιστραφεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, προσκομίζονται για καταστροφή τα επισήματα αυτά στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

2.

Στην περίπτωση της παρ. 15 του άρθρου 57Α ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται μόνον εφόσον ο φόρος αυτός έχει καταστεί απαιτητός και έχει εισπραχθεί στο άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

3.

Στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 60 ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται, κατόπιν σχετικού αιτήματος του αποστολέα, εφόσον ο ίδιος ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος έχει ακολουθήσει στο κράτος μέλος προορισμού τις διαδικασίες της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

4.

Πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 1, στις περιπτώσεις που υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα φέρουν φορολογικά επισήματα, ήτοι ένσημες ταινίες φορολογίας καπνού ή αλκοολούχων ποτών, ποσά που καταβλήθηκαν ή αποτέλεσαν αντικείμενο εγγύησης για την απόκτησή τους, πλην της αξίας τους, επιστρέφονται, διαγράφονται ή αποδεσμεύονται, κατά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή εάν ο ειδικός φόρος κατανάλωσης έχει καταστεί απαιτητός και έχει εισπραχθεί σε άλλο κράτος μέλος.

Το ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, το οποίο καταβλήθηκε ή αποτέλεσε αντικείμενο εγγύησης επιστρέφεται, διαγράφεται ή αποδεσμεύεται με την προσκόμιση στην αρμόδια αρχή, ικανοποιητικής απόδειξης ότι τα φορολογικά επισήματα έχουν αφαιρεθεί ή καταστραφεί.

5.

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που έχει βεβαιωθεί για προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση με απαλλαγή από τον φόρο αυτόν, βάσει των διατάξεων του τρίτου μέρος διαγράφεται, εάν τα προϊόντα μετά τη θέση τους σε ανάλωση υπέστησαν ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, εξαιτίας τυχαίων περιστατικών ή ανωτέρας βίας, ή ακόμη και με σχετική για την καταστροφή τους έγκριση από τις αρμόδιες αρχές. Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπον ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιστρέφεται ή διαγράφεται ο ειδικός φόρος κατανάλωσης σύμφωνα με το παρόν, οι αρμόδιες για την επιστροφή ή διαγραφή αρχές, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

7.

Οι διατάξεις περί συμπληρωματικής βεβαίωσης και είσπραξης εκ των υστέρων του άρθρου 31, καθώς και οι διατάξεις περί αχρεωστήτως εισπραχθέντων του άρθρου 32 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα.

69 Άρθρο 67 Πωλήσεις από καταστήματα αφορολοόγητων κερδών
1.

Τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία διατίθενται από τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που μεταβαίνουν σε τρίτο έδαφος ή σε τρίτη χώρα αεροπορικώς ή διά θαλάσσης απαλλάσσονται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

2.

[Έως την 1η Ιανουαρίου 2017] απαλλάσσονται επίσης από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, τα οποία διατίθενται από καταστήματα αφορολογήτων ειδών που είναι εγκατεστημένα εκτός αερολιμένα ή λιμένα και τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που μεταβαίνουν σε τρίτο έδαφος ή σε τρίτη χώρα δια ξηράς.

3.

Τα προϊόντα τα οποία διατίθενται μέσα σε αεροσκάφος ή πλοίο κατά τη διάρκεια της πτήσης ή του πλου προς τρίτο έδαφος ή τρίτη χώρα αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τα προϊόντα τα οποία διατίθενται από τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών.

4.

Οι όροι και οι προύποθέσεις για τη χορήγηση των ανωτέρω απαλλαγών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

"κατάστημα αφορολόγητων ειδών": κατάστημα που βρίσκεται μέσα σε αερολιμένα ή λιμένα και πληροί τις προύποθέσεις που καθορίζονται από τις οικείες διατάξεις,

β)

"ταξιδιώτης που μεταβαίνει σε τρίτο έδαφος ή σε τρίτη χώρα": επιβάτης κάτοχος αεροπορικού εισιτηρίου ή εισιτηρίου θαλάσσιας διαδρομής, στο οποίο ως τελικός προορισμός αναφέρεται αερολιμένας ή λιμένας τρίτου εδάφους ή τρίτης χώρας.

70 71 Άρθρο 68 Απαλλαγές
1.

Απαλλάσσονται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 53 του παρόντος Κώδικα, εφόσον προορίζονται να χρησιμοποιηθούν:

α)

στα πλαίσια διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων,

β)

από αναγνωρισμένους διεθνείς οργανισμούς και από τα μέλη των οργανισμών αυτών, μέσα στα όρια και σύμφωνα με τις προύποθέσεις που καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις για την ίδρυσή τους ή από τις συμφωνίες για την έδρα τους,

γ)

από τις ένοπλες δυνάμεις κάθε κράτους που συμμετέχει στη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού πλην του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, εφόσον προορίζονται για χρήση από τις δυνάμεις αυτές ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει, ή για τον εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους,

δ)

από τις ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου που σταθμεύουν στην Κύπρο, σύμφωνα με τη συνθήκη εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας της 16ης Αυγούστου 1960, για χρήση από τις εν λόγω ένοπλες δυνάμεις ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει ή για τον εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους,

ε)

για κατανάλωση στα πλαίσια συμφωνίας που συνάπτεται με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αυτή η συμφωνία γίνεται δεκτή ή επιτρέπεται να υπαχθεί σε καθεστώς απαλλαγής από το φόρο προστιθέμενης αξίας.

στ)

από τις Ένοπλες Δυνάμεις οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Ελλάδας, εντός της οποίας είναι απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, για χρήση από τις δυνάμεις αυτές ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει, ή για εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους, εφόσον οι δυνάμεις αυτές συμμετέχουν σε αμυντική προσπάθεια για την υλοποίηση ενωσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ).

2.

Προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής από το έδαφος ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και υπόκεινται σε απαλλαγή, σύμφωνα με την παρ. 1, συνοδεύονται από πιστοποιητικό απαλλαγής, στο οποίο διευκρινίζονται η φύση και η ποσότητα των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που πρόκειται να παραδοθούν, η αξία των προϊόντων και η ταυτότητα του απαλλασσόμενου παραλήπτη, καθώς και το κράτος μέλος υποδοχής που πιστοποιεί την απαλλαγή. Το έντυπο που χρησιμοποιείται για το πιστοποιητικό απαλλαγής καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2Α.

Η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 114 και 115 δεν εφαρμόζεται στη διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής προς τις ένοπλες δυνάμεις που αναφέρονται στην περ. γ) της παρ. 1, εάν η διακίνηση καλύπτεται από καθεστώς που βασίζεται απευθείας στη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού.

3.

Επίσης, απαλλάσσονται του ειδικού φόρου κατανάλωσης τα προϊόντα που προορίζονται για εφοδιασμό πλοίων και αεροσκαφών. Η απαλλαγή αυτή παρέχεται σύμφωνα με τις ισχύουσες Εθνικές Διατάξεις.

4.

Οι όροι και οι προύποθέσεις χορήγησης των απαλλαγών των παρ. 1 και 3, καθώς και οι χορηγούμενες ποσότητες, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

ΤΜΗΜΑ Δ’ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 69 Άγιο Όρος

Οι διατάξεις του τρίτου μέρους του παρόντα Κώδικα δεν θίγουν το ειδικό

καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως είναι κατοχυρωμένο με το άρθρο 105 του

Συντάγματος.

Άρθρο 70
1.

Οι επιτηδευματίες που εκμεταλλεύονται καταστήματα σε πλοία και

αεροσκάφη που εκτελούν ενδοκοινοτικά ταξίδια και επιθυμούν να

διενεργούν πωλήσεις προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, κατά τη διάρκεια

της ενδοκοινοτικής πτήσης ή του ενδοκοινοτικού θαλάσσιου πλου σε

επιβάτες, προκειμένου να τα μεταφέρουν με τις αποσκευές τους, οφείλουν

να το δηλώσουν στην αρμόδια Αρχή και να λάβουν σχετική έγκριση.

2.

73 Για τα προϊόντα που πωλούνται με τις προϋποθέσεις της παρ. 1, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και διακινούνται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 57Α, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός με την πώληση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας και αποδίδεται από τον επιτηδευματία που εκμεταλλεύεται το κατάστημα. Αν η έδρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του επιτηδευματία είναι σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., τις φορολογικές του υποχρεώσεις αναλαμβάνει ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας και εγκεκριμένος από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων φορολογικός του αντιπρόσωπος..

3.

Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο επιτηδευματίας που

εκμεταλλεύεται το κατάστημα ή ο φορολογικός του εκπρόσωπος υποχρεούται:

α)

να παρέχει εγγύηση για την καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης

(Ε.Φ.Κ.) που αναλογεί στα προς πώληση προϊόντα,

β)

να καταβάλει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) με την πώληση

αυτών,

γ)

να θέτει στη διάθεση του ελέγχου κάθε απαραίτητο στοιχείο ή

έγγραφο, που κρίνεται από την αρμόδια Αρχή αναγκαίο ή χρήσιμο, για την

εξακρίβωση της καταβολής των οφειλόμενων φόρων.

4.

Τα πρόσωπα της παραγράφου 2 καταβάλλουν τον Ειδικό Φόρο

Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που αναλογεί στις πωλήσεις κάθε δεκαπενθημέρου

του μήνα, μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο, με τις ίδιες διαδικασίες που

εφαρμόζονται για την είσπραξη του φόρου κατά την έξοδο των προϊόντων

από το καθεστώς αναστολής..

5.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που έχει καταβληθεί στο

εσωτερικό της χώρας για προϊόντα τα οποία πωλούνται σε επιβάτες στο

εσωτερικό άλλου Κράτους - Μέλους επιστρέφεται

6.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες

για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

74 75 76 Άρθρο 71 Μικροί οινοπαραγωγοί
1.

Απαλλάσσονται από τις σχετικές με τη διακίνηση και τον έλεγχο υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του Τμήματος Β` του Κεφαλαίου Α` και του Τμήματος Β` του Κεφαλαίου Γ` του τρίτου Μέρους, οι μικροί οινοπαραγωγοί που παράγουν κατά μέσο όρο κάτω των χιλίων εκατόλιτρων (1000 hl) οίνου ανά αμπελουργική περίοδο, βάσει της μέσης ετήσιας παραγωγής για τουλάχιστον τρεις (3) συνεχόμενες αμπελουργικές περιόδους, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του κατ` εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2018/273 της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2017 «για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησης αμπελοφυτεύσεων, το αμπελουργικό μητρώο, τα συνοδευτικά έγγραφα και την πιστοποίηση, τα βιβλία εισερχομένων και εξερχομέ-νων, τις υποχρεωτικές δηλώσεις, τις κοινοποιήσεις και τη δημοσίευση κοινοποιηθεισών πληροφοριών, και τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους σχετικούς ελέγχους και κυρώσεις, την τροποποίηση των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθμ. 555/2008, (ΕΚ) αριθμ. 606/2009 και (ΕΚ) αριθμ. 607/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 436/2009 της Επιτροπής και του κατ` εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/560 της Επιτροπής» (L 58).

2.

Όταν οι μικροί οινοπαραγωγοί της παρ. 1 πραγματοποιούν οι ίδιοι ενδοενωσιακές συναλλαγές, ενημερώνουν τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον ανωτέρω κατ` εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2018/273 της Επιτροπής.

3.

Όταν οι μικροί οινοπαραγωγοί απαλλάσσονται από υποχρεώσεις σύμφωνα με την παρ. 1, ο παραλήπτης ενημερώνει, μέσω του εγγράφου που απαιτείται από τον ανωτέρω κατ` εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2018/273 ή με αναφορά σε αυτό, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού για τις παραδόσεις οίνου που έχουν παραληφθεί.

4.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύναται να καθορίζονται οι διατυπώσεις και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 77 ΑΛΚΟΟΛΗ ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΠΝΑ

ΤΜΗΜΑ Α΄ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ 78 79

Άρθρο 72 Πεδίο εφαρμογής
1.

Ως ενεργειακά προϊόντα για την εφαρμογή του τρίτου μέρους του παρόντα Κώδικα θεωρούνται τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

Σογιέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1507).

Αραχιδέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1508).

Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1509).

Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που παίρνονται αποκλειστικά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της κλάσης 1509 (κωδικός Σ.Ο. 1510).

Φοινικέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1511).

Λάδια ηλιοτρόπιου, κνήκου ή βαμβακιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1512).

Λάδια κοκοφοίνικα (λάδι κοπρά), λαχανοφοίνικα (φοινοκοπυρηνέλαιο) ή babassu και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1513).

Λάδια αγριογογγύλης, αγριοκράμβης ή σιναπιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1514).

Άλλα λίπη και λάδια φυτικά (στα οποία περιλαμβάνεται και το λάδι jojoba) και τα κλάσματά τους, σταθερά, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1515).

Λίπη και λάδια ζωικά ή φυτικά και τα κλάσματά τους, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα, διεστεροποιημένα, επανεστεροποιημένα ή ελαϊδινισμένα (με ισομέρεια λιπαρών οξέων), έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα (κωδικός Σ.Ο. 1516).

Μαργαρίνη. Μείγματα ή παρασκευάσματα βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού, άλλα από τα λίπη και λάδια διατροφής και τα κλάσματά τους της κλάσης 1516 (κωδικός Σ.Ο. 1517).

Λίπη και λάδια ζωικά ή φυτικά και τα κλάσματά τους, θερμικά επεξεργασμένα (βρασμένα ή ψημένα), οξειδωμένα, αφυδατωμένα, θειωμένα, εμφυσημένα, πολυμερισμένα με απλή θέρμανση ή αλλιώς χημικώς τροποποιημένα, με εξαίρεση εκείνα της κλάσης 1516. Μείγματα ή παρασκευάσματα μη βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού (κωδικός Σ.Ο. 1518), εφόσον όλα τα ανωτέρω προϊόντα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

β)

Λιθάνθρακες. Πλίνθοι, σφαίρες και παρόμοια στερεά καύσιμα που παίρνονται από το λιθάνθρακα (κωδικός Σ.Ο. 2701).

Λιγνίτες, έστω και συσσωματωμένοι, με εξαίρεση το γαγάτη (κωδικός Σ.Ο. 2702).

Οπτάνθρακας (κοκ) και ημιοπτάνθρακας από λιθάνθρακα, λιγνίτη ή τύρφη, έστω και συσσωματωμένοι. Άνθρακας αποστακτικού κέρατος (κωδικός Σ.Ο. 2704).

Αέριο από λιθάνθρακα, υδραέριο, φτωχό αέριο και παρόμοια αέρια, με εξαίρεση τα αέρια πετρελαίου και άλλους αεριώδεις υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2705).

Πίσσες από λιθάνθρακα, λιγνίτη ή τύρφη και άλλες ορυκτές πίσσες, έστω και αφυδατωμένες ή μερικώς αποσταγμένες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι πίσσες που έχουν ανασυσταθεί (κωδικός Σ.Ο. 2706).

Λάδια και άλλα προϊόντα που προέρχονται από την απόσταξη σε υψηλή θερμοκρασία των πισσών από λιθάνθρακα. Ανάλογα προϊόντα στα οποία τα αρωματικά συστατικά υπερισχύουν κατά βάρος από τα μη αρωματικά συστατικά (κωδικός Σ.Ο. 2707).

Πίσσα στερεή και οπτάνθρακας (κοκ) πίσσας, που παίρνονται από πίσσα λιθανθράκων ή από άλλες ορυκτές πίσσες (κωδικός Σ.Ο. 2708).

Λάδια ακατέργαστα, από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά (ακατέργαστο πετρέλαιο), (κωδικός Σ.Ο. 2709).

Λάδια από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά, άλλα από τα ακατέργαστα λάδια. Παρασκευάσματα που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού, που περιέχουν κατά βάρος 70% ή περισσότερο λάδια από πετρέλαιο ή ασφαλτούχα ορυκτά και στα οποία τα λάδια αυτά αποτελούν το βασικό συστατικό. Χρησιμοποιημένα λάδια (κωδικός Σ.Ο. 2710).

Αέρια πετρελαίου και άλλοι αέριοι υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2711).

Βαζελίνη. Παραφίνη, κερί πετρελαίου μικροκρυστάλλινο, slack wax, οζοκηρίτης, κερί από λιγνίτη, κερί από τύρφη, άλλα ορυκτά κεριά και παρόμοια προϊόντα που παίρνονται με σύνθεση ή άλλες μεθόδους, έστω και χρωματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 2712).

Οπτάνθρακας (κοκ) από πετρέλαιο, άσφαλτος από πετρέλαιο και άλλα υπολείμματα των λαδιών πετρελαίου ή των ασφαλτούχων ορυκτών (κωδικός Σ.Ο. 2713).

Άσφαλτοι εν γένει φυσικές. Σχίστες και άμμος, ασφαλτούχα. Ασφαλτίτες και πετρώματα ασφαλτούχα (κωδικός Σ.Ο. 2714).

Μείγματα ασφαλτούχα με βάση τη φυσική άσφαλτο εν γένει, την πίσσα του πετρελαίου, την ορυκτή πίσσα ή το υπόλειμμα αυτής (π.χ. μαστίχες ασφαλτούχες, cutbacks) (κωδικός Σ.Ο. 2715).

γ)

Υδρογονάνθρακες άκυκλοι (κωδικός Σ.Ο. 2901).

Υδρογονάνθρακες κυκλικοί (κωδικός Σ.Ο. 2902).

δ)

Μεθανόλη (μεθυλική αλκοόλη) (Κωδικός Σ.Ο. 2905 11 00), εφόσον δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων.

ε)

Παρασκευάσματα λιπαντικά (στα οποία περιλαμβάνονται και τα λάδια κοπής, τα παρασκευάσματα για την απελευθέρωση του παξιμαδιού της βίδας, παρασκευάσματα αντισκωριακά ή αντιδιαβρωτικά και τα παρασκευάσματα για το ξεκαλούπωμα, με βάση τα λιπαντικά) και παρασκευάσματα των τύπων που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία με λάδι ή με λίπος των υφαντικών υλών, του δέρματος, των γουνοδερμάτων ή άλλων υλών, με εξαίρεση εκείνα που περιέχουν σαν βασικά συστατικά 70% ή περισσότερο κατά βάρος λάδια από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά (κωδικός Σ.Ο. 3403).

στ)

Αντικροτικά παρασκευάσματα, ανασχετικά της οξείδωσης, προσθετικά εξουδετέρωσης καταλοίπων, βελτιωτικά του ιξώδους των λιπαντικών λαδιών, προσθετικά κατά της διάβρωσης και άλλα παρασκευασμένα προσθετικά, για ορυκτά λάδια (στα οποία περιλαμβάνεται και η βενζίνη) ή για άλλα υγρά που χρησιμοποιούνται για τους ίδιους σκοπούς με τα ορυκτά λάδια (κωδικός Σ.Ο. 3811).

ζ)

Αλκυλοβενζόλια σε μείγματα και αλκυλοναφθαλένια σε μείγματα, άλλα από εκείνα των κλάσεων 2707 ή 2902 (κωδικός Σ.Ο. 3817).

η)

Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων..

2.

Ως ενεργειακό προϊόν για την εφαρμογή του τρίτου μέρους του παρόντα Κώδικα θεωρείται επίσης :

Η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού Σ.Ο. 2716.

3.

Από τα προϊόντα της προηγούμενης παραγράφου 1 και ανεξάρτητα από το αν επιβαρύνονται με Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 73, τα παρακάτω ενεργειακά προϊόντα υπόκεινται στις διατάξεις περί ελέγχου και κυκλοφορίας του τρίτου μέρους του Κώδικα:

α)

Σογιέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1507).

Αραχιδέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1508).

Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1509).

Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που παίρνονται αποκλειστικά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα, και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της κλάσης 1509 (κωδικός Σ.Ο. 1510).

Φοινικέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1511).

Λάδια ηλιοτρόπιου, κνήκου ή βαμβακιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1512).

Λάδια κοκοφοίνικα (λάδι κοπρά), λαχανοφοίνικα (φοινοκοπυρηνέλαιο) ή babassu και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1513).

Λάδια αγριογογγύλης, αγριοκράμβης ή σιναπιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1514).

Άλλα λίπη και λάδια φυτικά (στα οποία περιλαμβάνεται και το λάδι jojoba) και τα κλάσματά τους, σταθερά, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1515).

Λίπη και λάδια ζωικά ή φυτικά και τα κλάσματά τους, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα, διεστεροποιημένα, επανεστεροποιημένα ή ελαϊδινισμένα (με ισομέρεια λιπαρών οξέων), έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα (κωδικός Σ.Ο. 1516).

Μαργαρίνη. Μείγματα ή παρασκευάσματα βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού, άλλα από τα λίπη και λάδια διατροφής και τα κλάσματά τους της κλάσης 1516 (κωδικός Σ.Ο. 1517).

Λίπη και λάδια ζωικά ή φυτικά και τα κλάσματά τους, θερμικά επεξεργασμένα (βρασμένα ή ψημένα), οξειδωμένα, αφυδατωμένα, θειωμένα, εμφυσημένα, πολυμερισμένα με απλή θέρμανση ή αλλιώς χημικώς τροποποιημένα, με εξαίρεση εκείνα της κλάσης 1516. Μείγματα ή παρασκευάσματα μη βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού (κωδικός Σ.Ο. 1518), εφόσον όλα τα ανωτέρω προϊόντα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

β)

Βενζόλιο (βενζένιο), (κωδικός Σ.Ο. 2707 10).

Τολουόλιο (τολουένιο), (κωδικός Σ.Ο. 2707 20).

Ξυλόλιο (ξυλένιο), (κωδικός Σ.Ο. 2707 30).

Άλλα μείγματα αρωματικών υδρογονανθράκων που αποστάζουν 65% ή περισσότερο του όγκου τους (με τις απώλειες) στους 250°C σύμφωνα με τη μέθοδο ASTM D 86 (κωδικός Σ.Ο. 2707 50).

γ)

Ενεργειακά προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 έως 2710 19 68, 2710 20 έως 2710 20 39 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90%) κατ` όγκο, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 210° C και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65 %) κατ` όγκο ,συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία 250° C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86). Εντούτοις, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 21,2710 12 25, 2710 19 29 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90 %) κατ` όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 210° C και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65 %) κατ` όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία 250° C, σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86)), οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο και την κυκλοφορία ισχύουν για τη χύμα εμπορική κυκλοφορία..

δ)

Αέρια πετρελαίου και άλλοι αέριοι υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2711), με εξαίρεση το φυσικό αέριο των κωδικών της Σ.Ο. 2711 11, 2711 21 και 2711 29.

ε)

Υδρογονάνθρακες άκυκλοι κορεσμένοι (κωδικός Σ.Ο. 2901 10).

στ)

Βενζόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 20).

Τολουόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 30).

Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 41).

Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 42).

Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 43).

Ισομερή του ξυλολίου σε μείγμα (κωδικός Σ.Ο. 2902 44).

ζ)

Μεθανόλη (μεθυλική αλκοόλη) του κωδικού της Σ.Ο. 2905 11 00, όταν δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων.

η)

Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

θ)

Πρόσθετες ύλες των κωδικών Σ.Ο. 38111110, 38111190, 38111900 και 38119000.

4 Οι τίτλοι και κωδικοί αριθμοί της Σ.Ο. που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό, αναφέρονται στο κείμενο της Σ.Ο. του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1925 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2017 (ΕΕ L282/1 της 31.10.2017), που τροποποιεί το Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (EE L 256/1 της 7.9.1987). 84 85

Άρθρο 73 Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης
1.

Οι συντελεστές του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα παρακάτω ενεργειακά προϊόντα ορίζονται ως ακολούθως:

86 87 88 89 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100

101 ΕΙΔΟΣ

ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο.

ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ

ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

α)

Βενζίνη με μόλυβδο

-με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 98

-με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98

2710 1251 2710 1259

681

1.000 λίτρα

β)

Βενζίνη χωρίς μόλυβδο

-με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 95

-με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 95, αλλά μικρότερο του 98

-με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98

2710 12 41 2710 12 45 2710 12 49

700

1.000 λίτρα

γ)

Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί προσφέρε-ται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 2710 12 51 και 2710 12 59

271012 41 2710 12 45 2710 12 49

700

1.000 λίτρα

δ)

Βενζίνη αεροπλάνων

271012 31

697

1.000 λίτρα

ε)

Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνης

2710 1270

697

1.000 λίτρα

στ)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

ζ)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2710 19 43 έως 2710 19 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

η)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ)

2710 19 43 έως 271019 48 και 2710 20 11 έως 2710 20 19

410

1.000 λίτρα

θ)

Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ)

2710 19 62 έως 2710 19 68 και 2710 20 31 έως 2710 20 39

38

1000 χιλιόγραμμα»

ι)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2710 19 21 και 271019 25

410

1.000 λίτρα

ια)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2710 19 21 και 2710 19 25

410

1.000 λίτρα

ιβ)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις ι) και ια)

2710 19 21 και 27101925

410

1.000 λίτρα

ιγ)

Υγραέρια (LPG) που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων

2711 1211 έως και 271119 00

430

1.000 Χιλιόγραμα

ιδ)

Υγραέρια (LPG) που χρησιμοποιούνται

ως καύσιμα θέρμανσης

για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις περιπτώσεις ιγ) και ιε)

2711 12 11 έως και 271119 00 και

2711 29 00

60

1.000 Χιλιόγραμα

ιε)

Υγραέρια (LPG) και μεθάνιο που προορίζονται για βιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική χρήση σε κινητήρες πλην της περίπτωσης ιγ'

2711 12 11 έως και 2711 19 00 και  2711 29 00

120

1.000  χιλιόγραμμα

ιστ)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2711 11 00 και 27112100

0

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

ιζ)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

για οικιακή χρήση

για χρήση από τους λοιπούς καταναλωτές

2711 11 00 και 27112100

0,3

1,50

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

ιη)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω ιστ) και ιζ) περιπτώσεις

για ετήσια κατανάλωση >3.600.000 Gjoule

(>1.000.000Mwh)

για ετήσια κατανάλωση από 1.800.001 έως μεικτή 3.600.000 Gjoule (από 500.001 έως 1.000.000 Mwh)

για ετήσια κατανάλωση από 360.001 έως 1.800.000 Gjoule (από 100.001 έως 500.001 Mwh)

για ετήσια κατανάλωση από 36.000 έως 360.000 Gjoule (από 10.000 έως 100.000 Mwh)

για ετήσια κατανάλωση < 36.000 Gjoule (< 10.000 Mwh)

2711 11 00 και 271121 00

0,30

0,35

0,40

0,45

1,50

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

ιθ)

Λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης

-

Για επιχειρηματική χρήση

2701, 2702 και 2704

104 0,3

gigajoule

-

Για μη επιχειρηματική χρήση

0,3

κ)

Λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ), που χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτή που καθορίζεται στην παραπάνω ιθ) περίπτωση

2701, 2702 και 2704

0,3

gigajoule

κα)

Ηλεκτρική ενέργεια

για επιχειρηματική χρήση

από καταναλωτές υψηλής τάσης

από τους λοιπούς καταναλωτές

για μη επιχειρηματική χρήση

από οικιακή χρήση

από λοιπές χρήσεις

2716

5

2

5

2,2

5

ΜWh

κβ)

- Βενζόλιο (βενζένιο) - Τολουόλιο (τολουένιο) -Ξυλόλιο (ξυλένιο) - `Αλλα μείγματα αρωματικών υδρογονανθράκων που αποστάζουν 65% ή περισσότερο του όγκου τους (με τις απώλειες) στους 250°C σύμφωνα με τη μέθοδο ASTM D 86 -Μείγματα από τα παραπάνω προϊόντα

2707

372

1.000 χιλιόγραμμα

κγ)

- Βενζόλιο - Τολουόλιο - ο-Ξυλόλιο - μ-Ξυλόλιο - π-Ξυλόλιo - Ισομερή του Ξυλολίου σε μείγμα - Αιθυλοβενζόλιο - Μείγματα από τα παραπάνω προϊόντα

2902

372

1.000 χιλιόγραμμα

κδ)

Ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT)

2710 1221

20

1000 χιλιόγραμμα

κε)

Άλλα ελαφρά λάδια

2710 1290

12

1.000 χιλιόγραμμα

105 Κστ) Βιοντίζελ και μείνματα αυτού, όπως ορίζονται με την ΚΥΑ (Α.Χ.Σ.) 52/2016, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων, είτε αυτούσια είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ'

3826 00 10 3826 00 90

410

1.000 λίτρα

2.

106 107 108 109 110 111 112 113 114 Για την εφαρμογή των περιπτώσεων ζ΄, ια΄, στ΄, ι΄, ιγ΄, ιστ΄, ιδ΄, ιζ΄, ιθ΄ και ειδικότερα:

α)

Για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων ζ` για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL), και ια` για το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), τα οποία χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης για τη χρονική περίοδο από τη 15η Οκτωβρίου μέχρι και την 30ή Απριλίου κάθε έτους, ο συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορίζεται σε διακόσια ογδόντα (280) ευρώ το χιλιόλιτρο.

Στην περίπτωση που οι παραπάνω ημερομηνίες συμπίπτουν με μη εργάσιμες ημέρες, ως ημερομηνία λαμβάνεται η προηγούμενη εργάσιμη για την έναρξη και η επόμενη εργάσιμη για τη λήξη.

1) Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της περίπτωσης ζ της παραγράφου 1 τίθεται σε ανάλωση, διακινείται και διατίθεται από επιτηδευματίες που εντάσσονται σε Μητρώο Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙΠΕΘΕ), με την εξαίρεση της περίπτωσης των Ενόπλων Δυνάμεων για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση ένταξης τους στο Μητρώο ΔΙΠΕΘΕ.

2) Τα μέλη του Μητρώου ΔΙΠΕΘΕ υποχρεούνται να καταχωρούν με ακρίβεια εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, όλες τις συναλλαγές του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης που πραγματοποιούν σε όλα τα στάδια, αρχής γενομένης από την κατάθεση στην Τελωνειακή Αρχή της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Δ.Ε.Φ.Κ.), μέχρι και την τελική κατανάλωση.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες ένταξης των ενδιαφερόμενων επιτηδευματιών στο Μητρώο ΔΙΠΕΘΕ, ο τρόπος ελέγχου μέσω του ανωτέρω Πληροφοριακού Συστήματος της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου θέρμανσης, οι υπηρεσίες ελέγχου, καθώς και η διαδικασία για την παραλαβή πετρελαίου θέρμανσης από πρόσωπα που δεν είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο της Δ.Ε.Η. και οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτονται από Αυτόνομους Σταθμούς Ενέργειας. Μέχρι την έκδοση των προβλεπομένων στο προηγούμενο εδάφιο υπουργικών αποφάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις της υπ` αριθμ. Δ 33Α 5055143 ΕΞ 2010 (Β` 2047) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

2.

Τα μέλη του Μητρώου ΔΙΠΕΘΕ υποχρεούνται να καταχωρούν με ακρίβεια εντός 14 ημερών στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου θέρμανσης που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, όλες τις συναλλαγές του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης που πραγματοποιούν σε όλα τα στάδια, αρχής γενομένης από την κατάθεση στην Τελωνειακή Αρχή της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Δ.Ε.Φ.Κ.), μέχρι και την τελική κατανάλωση.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προύποθέσεις και οι διαδικασίες ένταξης των ενδιαφερόμενων επιτηδευματιών στο μητρώο ΔΙΠΕΘΕ, ο τρόπος ελέγχου μέσω του ανωτέρω Πληροφοριακού Συστήματος της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου θέρμανσης, οι υπηρεσίες ελέγχου, καθώς και η διαδικασία για την παραλαβή πετρελαίου θέρμανσης από πρόσωπα που δεν είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο της ΔΕΗ και οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτονται από Αυτόνομους Σταθμούς Ενέργειας.

β)

Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω περιπτώσεων στ΄, ι΄, ιγ΄ και ιστ΄, ως καύσιμα κινητήρων θεωρούνται τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται σε μηχανές ή συσκευές στις οποίες η χημική ενέργεια του καυσίμου μέσω της καύσης μετατρέπεται σε θερμική ενέργεια και εν συνεχεία σε κινητική ενέργεια, ενώ για την εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω περιπτώσεων ζ΄, ια΄, ιδ΄, ιζ΄ και ιθ΄, ως καύσιμα θέρμανσης θεωρούνται τα προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για τη λειτουργία κεντρικών συστημάτων θέρμανσης (καλοριφέρ) ή άλλων μέσων για τη θέρμανση ανθρώπων στους χώρους κατοικίας, διαμονής ή εργασίας τους.

3.

Για τον υπολογισμό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα ενεργειακά προϊόντα, που φορολογούνται με βάση το χιλιόλιτρο, λαμβάνεται υπόψη θερμοκρασία προϊόντος 15°C.

4.

Τα ενεργειακά προϊόντα, πλην εκείνων για τα οποία καθορίζεται συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον παρόντα Κώδικα, όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ή να διατεθούν προς πώληση ή χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων ή ως καύσιμα θέρμανσης, φορολογούνται, αναλόγως της χρήσης, με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων ή καυσίμου θέρμανσης.

5.

Εκτός από τα προϊόντα του άρθρου 72 του παρόντα Κώδικα, κάθε προϊόν, το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων.

6.

Κάθε υδρογονάνθρακας, εκτός της τύρφης, ο οποίος δεν αναφέρεται στο άρθρο 72 του παρόντα Κώδικα που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται για θέρμανση, φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου ενεργειακού προϊόντος της παραπάνω παραγράφου 1.

7.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού 115 .

8.

116 Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης κα` του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2690/2001 ως "επιχειρηματική χρήση" νοείται η χρήση από μία επιχείρηση ικανή να λειτουργήσει αυτόνομα από οργανωτική άποψη, η οποία διενεργεί ανεξαρτήτως και οπουδήποτε την παροχή αγαθών και υπηρεσιών όποιος και να είναι ο σκοπός ή τα αποτελέσματα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και προύποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του ειδικού φόρου κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προσδιορίζονται, τα στοιχεία που διαβιβάζονται από τους διανομείς ηλεκτρικής ενέργειας και τον Διαχειριστή Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ) στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασης τους.

9.

117 118 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης του φυσικού αερίου των περιπτώσεων ιζ` και ιη` της παραγράφου 1, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζονται τα στοιχεία που διαβιβάζονται στις αρμόδιες Ελεγκτικές Τελωνειακές Υπηρεσίες, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους, στο πλαίσιο επιβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στο φυσικό αέριο..

Άρθρο 74 Ειδικές περιπτώσεις απαιτητού του φόρου
1.

119 Εκτός από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα που καθορίζουν τη γενεσιουργό αιτία και τους όρους καταβολής του φόρου, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) επί των ενεργειακών προϊόντων καθίσταται απαιτητός και κατά την επέλευση μίας εκ των γενεσιουργών αιτιών που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του προηγούμενου άρθρου..

2.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας καθίσταται απαιτητός και στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι δεν πληρούται ή δεν πληρούται πλέον κάποιος όρος τελικής χρήσης για την απαλλαγή ή την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

3.

Για την εφαρμογή των άρθρων 54 και 56 του παρόντα Κώδικα, η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τη στιγμή της προμήθειάς τους από το διανομέα ή τον αναδιανομέα.

Όταν η παράδοση προς κατανάλωση λαμβάνει χώρα σε κράτος μέλος όπου δεν είναι εγκατεστημένος ο διανομέας ή ο αναδιανομέας, ο φόρος του κράτους μέλους παράδοσης είναι απαιτητός από εταιρεία που πρέπει να καταγραφεί στο κράτος μέλος παράδοσης σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο κράτος αυτό.

Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική του χρήση θεωρείται ως διανομέας.

4.

Για την εφαρμογή των άρθρων 54 και 56 του παρόντα Κώδικα, ο άνθρακας, ο οππτάνθρακας και ο λιγνίτης υπνται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τη στιγμή της παράδοσής τους από επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο για το σκοπό αυτόν, από τις αρμόδιες αρχές.

Οι αρχές αυτές δύνανται να επιτρέψουν στον παραγωγό, στον έμπορο, στον εισαγωγέα ή στον φορολογικό εκπρόσωπο να υποκαθιστούν την εγγεγραμμένη επιχείρηση για τις φορολογικές υποχρεώσεις οι οποίες της επιβάλλονται.

5.

Οι όροι και οι διατυπώσεις εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων 3 και 4 καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

6.

H κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός μίας εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων δεν θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής φόρου, εάν η κατανάλωση συνίσταται σε ενεργειακά προϊόντα που παράγονται εντός της εγκατάστασης. Όταν η κατανάλωση αυτή γίνεται για λόγους άσχετους προς την παραγωγή ενεργειακών προϊόντων και ειδικότερα για την προώθηση οχημάτων, αυτό θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής του φόρου. 120

Άρθρο 75 Κανονικές δεξαμενές καυσίμων και ειδικά εμπορευματοκιβώτια
1.

Τα ενεργειακά προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση σε ένα άλλο κράτος μέλος και τα οποία περιέχονται στις κανονικές δεξαμενές καυσίμων εμπορικών οχημάτων με κινητήρα και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα από τα εν λόγω οχήματα, καθώς και σε ειδικά εμπορευματοκιβώτια, και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα εμπορευματοκιβώτια, δεν υπόκεινται στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης του άρθρου 73 του παρόντα Κώδικα.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου νοούνται ως «κανονικές δεξαμενές καυσίμων»:

Οι δεξαμενές που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα οχήματα με κινητήρα του ίδιου τύπου με το εξεταζόμενο όχημα και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου, τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και, ενδεχομένως, για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων. Θεωρούνται επίσης ως κανονικές δεξαμενές καυσίμων οι δεξαμενές υγραερίου, που είναι τοποθετημένες σε οχήματα με κινητήρα και επιτρέπουν την απευθείας χρησιμοποίηση του υγραερίου ως καυσίμου, καθώς και οι δεξαμενές που είναι τοποθετημένες σε άλλα συστήματα με τα οποία μπορεί να είναι εξοπλισμένο το όχημα.

Οι δεξαμενές καυσίμων που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα εμπορευματοκιβώτια του ίδιου τύπου με τον τύπο του εξεταζόμενου εμπορευματοκιβωτίου και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα ειδικά εμπορευματοκιβώτια.

3.

Ως «ειδικά εμπορευματοκιβώτια» νοούνται τα εμπορευματοκιβώτια που διαθέτουν ειδικά σχεδιασμένο εξοπλισμό για συστήματα ψύξης, συστήματα οξυγόνωσης, συστήματα θερμομόνωσης ή άλλα συστήματα. 121

Άρθρο 76 Παραγωγή ενεργειακών προϊόντων
1.

122 Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 54, της περίπτωσης ζ` του άρθρου 55 και της περίπτωσης γ` της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του παρόντος Κώδικα, ως παραγωγή θεωρείται κατά περίπτωση και η εξόρυξη.

2.

Δεν χαρακτηρίζονται ως παραγωγή ενεργειακών προϊόντων:

α)

οι διεργασίες κατά τις οποίες παράγονται παρεμπιπτόντως μικρές ποσότητες ενεργειακών προϊόντων,

β)

οι διεργασίες δια των οποίων ο χρήστης ενός ενεργειακού προϊόντος καθιστά δυνατή την εκ νέου χρησιμοποίησή του στην επιχείρησή του, υπό τον όρο ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ο οποίος έχει ήδη καταβληθεί για το προϊόν αυτό, δεν υπολείπεται του φόρου, ο οποίος θα ήταν απαιτητός εάν το εκ νέου χρησιμοποιηθέν ενεργειακό προϊόν επρόκειτο να υποβληθεί ξανά σε φορολογία,

γ)

η διεργασία η οποία συνίσταται στην ανάμιξη, εκτός μιας εγκατάστασης παραγωγής ή μιας αποθήκης υπό φορολογικό έλεγχο, ενεργειακών προϊόντων με άλλα ενεργειακά προϊόντα ή άλλα υλικά, υπό τον όρο ότι:

έχει προηγουμένως καταβληθεί φόρος για τα συστατικά και

το καταβληθέν ποσό δεν υπολείπεται του ποσού του φόρου ο οποίος θα ήταν απαιτητός για το μείγμα.

Η προϋπόθεση που αναφέρεται στην πρώτη υποπερίπτωση της περίπτωσης γ΄ δεν ισχύει όταν το μείγμα απαλλάσσεται για ειδική χρήση. 123

Άρθρο 77 Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής του φόρου
1.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης που έχει ήδη καταβληθεί για ενεργειακά προϊόντα που έχουν μολυνθεί ή έχουν αναμειχθεί τυχαία και συνεπεία του γεγονότος αυτού κατέστησαν ακατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό που προορίζονταν, επιστρέφεται ή συμψηφίζεται, εφόσον τα προϊόντα αυτά επανεισάγονται στη φορολογική αποθήκη για ανακύκλωση.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι διατυπώσεις εφαρμογής των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου 124 .

125 126 127 128 129 130 131 132 133 134 135 136 137 138 139 140 141 142 143 144 145 146 147 148 149 150 151 152 153 154 155 156 157 158

159 162 Άρθρο 78 Ειδικές απαλλαγές ενεργειακών προϊόντων
1.

Εκτός από τις απαλλαγές που προβλέπονται από το άρθρο 68, απαλλάσσονται επίσης:

α)

Ενεργειακά προϊόντα που παραλαμβάνονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, ως καύσιμα για τις αεροπορικές μεταφορές, εκτός των ιδιωτικών πτήσεων αναψυχής.

Ως «ιδιωτική πτήση αναψυχής» νοείται η χρησιμοποίηση αεροσκάφους από τον ιδιοκτήτη του ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο το χρησιμοποιεί, βάσει μισθώσεως ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα, όταν δεν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής ή για τις ανάγκες των δημόσιων αρχών.

β)

Ενεργειακά προϊόντα που παραλαμβάνονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, ως καύσιμα για τη ναυσιπλοΐα στα ύδατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής αλιείας, εκτός από την περίπτωση χρησιμοποίησής τους σε ιδιωτικά σκάφη αναψυχής και ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί ενός σκάφους αναψυχής.

Ως «ιδιωτικά σκάφη αναψυχής» νοούνται οποιαδήποτε σκάφη χρησιμοποιούνται από τον ιδιοκτήτη τους ή από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο τα χρησιμοποιεί, βάσει μισθώσεως ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα, όταν δεν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής ή για τις ανάγκες των δημόσιων αρχών.

δ)

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της περ. η) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46 και 2710 20 11, 2710 20 15, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, αποκλειστικά, ως ηλεκτρομονωτικό υλικό ηλεκτρικών μετασχηματιστών.

ε)

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της περ. η’ των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46 και 2710 20 11, 2710 20 15, καθώς και το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), το ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) και τα άλλα ελαφρά λάδια των περ. ιβ’, κδ’ και κε’, αντιστοίχως, της παρ. 1 του άρθρου 73, που παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν, αποκλειστικά, ως πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους.

στ)

Τα προϊόντα των περ. κβ’ και κγ’ του άρθρου 73, που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από τις βιομηχανίες ή βιοτεχνίες, ως πρώτες ύλες για την παραγωγή των προϊόντων τους.

ζ)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 και το φυσικό αέριο της περ. ιη’ των κωδικών Σ.Ο. 2711 11 00 και 2711 21 00, που χρησιμοποιούνται, αποκλειστικά, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

η)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 που χρησιμοποιούνται στην ορυκτολογική κατεργασία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται οι οικονομικές δραστηριότητες του κλάδου 23 «παραγωγή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων» του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2006 «για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE- αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς» (L 393).

θ)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 και η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που χρησιμοποιούνται για χημική αναγωγή, ηλεκτρολυτική και μεταλλουργική κατεργασία.

ι)

Η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που παράγεται και χρησιμοποιείται για ιδία χρήση, εφόσον προέρχεται από αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, παλιρροϊκή ενέργεια και ενέργεια κυμάτων.

ια)

Η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που χρησιμοποιείται για γεωργική χρήση.

2.

Ειδικά για τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στις παρακάτω περιπτώσεις, οι συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζονται, ως εξής:

ΕΙΔΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο. ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

α)

Βενζίνη για γεωργικές 2710 12 51 299 1.000 λίτρα

χρήσεις άρθρου 16 του και 2710 12 59

ν. 3686/1957 (Α΄ 64)

και δασικών συνεταιρισμών

άρθρου 5 του ν. 827/1978

(Α΄ 194)

β)

Υγραέρια και μεθάνιο 27111211 έως 0,29 1000 χιλιόγραμμα

που χρησιμοποιείται στη 27111900 και

γεωργία 27112900

γ)

Βενζίνη εκχύλισης 2710 12 25 17 1000 χιλιόγραμμα

(εξάνιο) που παραλαμβάνεται

με τους όρους των

διατάξεων του β.δ. 57/1967

(Α΄ 14)

3.

Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43 και 2710 20 11 της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 73 που χρησιμοποιείται από τις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις στους κινητήρες σταθερής θέσης, στα μηχανήματα και μηχανολογικό εξοπλισμό και στα οχήματα, που σύμφωνα με τον προορισμό τους χρησιμοποιούνται, εκτός δημοσίων οδών ή δεν έχουν λάβει άδεια κύριας χρήσης στις δημόσιες οδούς, καθώς και από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά και προνοιακά ιδρύματα, επιστρέφεται ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που ανέρχεται στα εκατόν εικοσιπέντε (125) ευρώ ανά χιλιόλιτρο.

4.

Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων, της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 73, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, καθορίζεται, από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2023, μηδενικός συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης, ανά χιλιόλιτρο. Για το διάστημα ισχύος του μηδενικού συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατά τη θέση σε ανάλωση του ως άνω προϊόντος, εφαρμόζεται ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 73 και επιστρέφεται, κατά τον χρόνο που καθορίζεται με την κανονιστική πράξη του τέταρτου εδαφίου, ποσό ειδικού φόρου κατανάλωσης ίσο με τον ως άνω οριζόμενο συντελεστή σύμφωνα με τους λοιπούς όρους που καθορίζονται στην ίδια πράξη.

Το ποσό επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες ή μη οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες και τα νομικά τους πρόσωπα, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ο χρόνος επιστροφής, τα δικαιούχα επιστροφής πρόσωπα, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ποσοτήτων πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για τις οποίες υπολογίζεται η επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, η αρμόδια για την επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης αρχή, ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για το οποίο χορηγείται επιστροφή του φόρου, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

4Α.

Σε αλιείς, δικαιούχους απαλλαγής του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) καυσίμων, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1, κατοίκους μικρών και απομακρυσμένων νησιών, όπου δεν υφίσταται φορολογική αποθήκη καυσίμων ναυτιλίας, παρέχεται δυνατότητα προκαταβολής της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων που αναλογεί στις ετήσιες καταναλώσεις καυσίμων κινητήρων για τις ανάγκες τους.

Η δυνατότητα προκαταβολής της δικαιούμενης, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1, επιστροφής ισχύει και για νομικά πρόσωπα, καθώς και για οποιαδήποτε νομική οντότητα, με αντικείμενο την επαγγελματική αλιεία, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι μέτοχοι ή εταίροι είναι κάτοικοι μικρών και απομακρυσμένων νησιών.

Η προκαταβολή της παρούσας είναι ακατάσχετη και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται τα νησιά που υπάγονται στη ρύθμιση της παρούσας, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του ύψους της προκαταβολής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4β.

163 Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 73, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, καθορίζεται, από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2024, μηδενικός συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης, ανά χιλιόλιτρο. Για το διάστημα ισχύος του μηδενικού συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατά τη θέση σε ανάλωση του ως άνω προϊόντος, εφαρμόζεται ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 73 και επιστρέφεται, κατά τον χρόνο που καθορίζεται με την κανονιστική πράξη του πέμπτου εδαφίου της παρούσας, ποσό ειδικού φόρου κατανάλωσης ίσο με τον ως άνω οριζόμενο συντελεστή σύμφωνα με τους λοιπούς όρους που καθορίζονται στην ίδια πράξη.

Ποσοστό επί των δικαιούμενων ποσών επιστροφής δύναται να προκαταβάλλεται σύμφωνα με την κανονιστική πράξη του πέμπτου εδαφίου.

Το ποσό επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες ή μη οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες και τα νομικά τους πρόσωπα, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της προκαταβολής και επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, το ποσοστό και τα κριτήρια της προκαταβολής, ο χρόνος προκαταβολής και επιστροφής, τα δικαιούχα προκαταβολής και επιστροφής πρόσωπα, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ποσοτήτων πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για τις οποίες υπολογίζεται η επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, η αρμόδια για την επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης αρχή, ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για το οποίο χορηγείται επιστροφή του φόρου, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

5.

Η απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των περ. α’ και β’ της παρ. 1 δύναται να χορηγείται, με επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα δικαιούχα πρόσωπα, οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά, οι αρμόδιες αρχές και η διαδικασία επιστροφής και ελέγχου χορήγησης αυτής και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

6.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης και ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρησιμοποίησης του πετρελαίου, για το οποίο χορηγείται επιστροφή του φόρου αυτού, σύμφωνα με την παρ. 3.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος, καθώς και ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρησιμοποίησης των παραλαμβανόμενων, με μερική ή ολική απαλλαγή προϊόντων.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι απαιτούμενοι έλεγχοι, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με την περ. ζ’ της παρ. 1.

164 Άρθρο 78Α Μέτρα δέουσας επιμέλειας για διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων
1.

Τα νομικά πρόσωπα των άρθρων 5 και 6 του ν. 3054/2002 (Α` 230) που διαθέτουν και διακινούν ενεργειακά προϊόντα των περ. α) έως γ) και στ) έως ιε) της παρ. 1 του άρθρου 73 σε ατομικές επιχειρήσεις ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που εμπορεύονται και διακινούν καύσιμα (Πρατήρια Καυσίμων), εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος.

2.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, σε σχέση με τα Πρατήρια Καυσίμων με τα οποία συναλλάσσονται, συνίστανται:

α)

στην τήρηση και τακτική επικαιροποίηση των στοιχείων φορολογικού μητρώου των Πρατηρίων Καυσίμων,

β)

στον περιοδικό έλεγχο ύπαρξης της άδειας λειτουργίας, των πιστοποιητικών των δεξαμενών και αντλιών, καθώς και στην υπεύθυνη δήλωση του εξουσιοδοτημένου συνεργείου και του εγκαταστάτη του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών - εκροών, όπου αυτό απαιτείται, στα Πρατήρια Καυσίμων. Για τις υφιστάμενες κατά την 31η Δεκεμβρίου 2023 συμβάσεις συνεργασίας ή συναλλαγές, ο έλεγχος δέουσας επιμέλειας ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την 31η Δεκεμβρίου 2023,

γ)

σε τουλάχιστον έναν κατ` έτος έλεγχο της χημικής σύνθεσης των ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 που διατίθενται και διακινούνται από τα Πρατήρια Καυσίμων,

δ)

στην παροχή προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) κάθε πληροφορίας σχετικά με ενδεχόμενες παραβάσεις τέλεσης ή επικείμενης τέλεσης λαθρεμπορίας καυσίμων, εγκλήματος φοροδιαφυγής ή νοθείας καυσίμων.

3.

Αν από την τήρηση μέτρων δέουσας επιμέλειας διαπιστωθεί ότι Πρατήριο Καυσίμων δεν παρέχει στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 τα στοιχεία και τις πληροφορίες της παρ. 2 ή δεν έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών - εκροών, όπου αυτό απαιτείται, ή κατέχει, διαθέτει ή διακινεί νοθευμένα ενεργειακά προϊόντα ή ενεργειακά προϊόντα λαθρεμπορίας της παρ. 1, τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, υποχρεούνται σωρευτικά:

α)

εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη διαπίστωση των ανωτέρω, να ενημερώσουν την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. για τις ανωτέρω διαπιστώσεις,

β)

ταυτόχρονα με την ως άνω ενημέρωση να διακόψουν τη διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 προς το συγκεκριμένο Πρατήριο Καυσίμων,

γ)

εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να αποσύρουν όλα τα τυχόν σήματά τους και τις αντλίες τους και, εντός ευλόγου χρόνου, όλο τον υπόλοιπο εξοπλισμό τους από το Πρατήριο Καυσίμων, μέχρι την αποκατάσταση των ανωτέρω και, σε περίπτωση σφράγισης της εγκατάστασης του Πρατηρίου Καυσίμων, μέχρι τη νόμιμη επαναλειτουργία του.

4.

Αν από την τήρηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας προκύψουν ενδείξεις λαθρεμπορίας, εγκλήματος φοροδιαφυγής ή νοθείας καυσίμων, τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ενημερώνουν αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., παρέχοντας αμέσως, και το αργότερο εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας, κάθε διαθέσιμο στοιχείο, περιλαμβανομένων των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων ελέγχου της χημικής σύνθεσης των ενεργειακών προϊόντων που διατίθενται από το Πρατήριο Καυσίμων.

5.

Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. ενημερώσουν τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 για μη εγκατάσταση ή μη πλήρωση των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετά δοσης δεδομένων εισροών - εκροών σε Πρατήριο Καυσίμων ή για την τέλεση λαθρεμπορίας καυσίμων ή νοθείας καυσίμων ή παραποίησης φορολογικών μηχανισμών από Πρατήριο Καυσίμων ή για παραβάσεις σχετικά με ελλειμματικές παραδόσεις αντλιών, τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται σωρευτικά:

α)

να διακόψουν αυθημερόν από την ως άνω ενημέρωση τη διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 προς το συγκεκριμένο Πρατήριο Καυσίμων,

β)

εφόσον το Πρατήριο Καυσίμων φέρει σήμα λειτουργίας τους, ή εφόσον έχουν διαθέσει ή διακινήσει ενεργειακά προϊόντα προς το Πρατήριο Καυσίμων εντός των τελευταίων πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να απαντλήσουν και να μεταφέρουν με δικές τους δαπάνες τα ενεργειακά προϊόντα που είναι αποθηκευμένα στις δεξαμενές του πρατηρίου αυτού εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη λήψη σχετικής ειδικής εντολής της Α.Α.Δ.Ε.. Τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 δύνανται να αναζητούν το κόστος της απάντλησης, μεταφοράς και επαναδιύλισης των ενεργειακών προϊόντων από τον παραβάτη,

γ)

εντός δέκα (10) ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να αποσύρουν το τυχόν σήμα και τις αντλίες τους και, εντός ευλόγου χρόνου, όλο τον υπόλοιπο εξοπλισμό τους, από το Πρατήριο Καυσίμων, μέχρι την αποκατάσταση των ανωτέρω ή, σε περίπτωση σφράγισης της εγκατάστασης του Πρατηρίου Καυσίμων, μέχρι τη νόμιμη επαναλειτουργία του.

6.

Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. ενημερώσουν τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 για την τέλεση λαθρεμπορίας ή νοθείας καυσίμων ή μη εγκατάστασης ή μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών εκροών ή παραποίησης φορολογικών μηχανισμών από Πρατήριο Καυσίμων, τα μέτρα της παρ. 5 εφαρμόζονται εντός τριάντα (30) ημερών και σε κάθε άλλο Πρατήριο Καυσίμων, που, σύμφωνα με την ενημέρωση της Α.Α.Δ.Ε. προς τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, ανήκει κατά ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) ή διοικείται από τα πρόσωπα, στα οποία ανήκει ή τα οποία διοικούν το Πρατήριο Καυσίμων, το οποίο διαπιστώνεται ότι έχει τελέσει τις ως άνω παραβάσεις. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και για τα πρατήρια καυσίμων που ανήκουν κατά εκατό τοις εκατό (100%) στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ή κατά εκατό τοις εκατό (100%) σε θυγατρικές τους εφόσον διαπιστωθούν πέντε (5) παραβάσεις σε διάστημα τριών (3) μηνών.

7.

Για τη μη τήρηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας του παρόντος, επιβάλλονται πρόστιμα στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ως εξής:

α)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. α) της παρ. 3 και της περ. β) της παρ. 5, επιβάλλεται πρόστιμο δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €), ανά Πρατήριο Καυσίμων,

β)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. β) της παρ. 3 και της περ. α) της παρ. 5 επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), ανά παραστατικό πώλησης καυσίμων, ανεξαρτήτως ποσότητας, και όχι κατώτερο των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €), ανά Πρατήριο Καυσίμων,

γ)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. γ) της παρ. 3 και της περ. γ) της παρ. 5 επιβάλλεται πρόστιμο τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 €), ανά Πρατήριο Καυσίμων,

δ)

για μη τήρηση της υποχρέωσης της παρ. 4 επιβάλλεται πρόστιμο δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €), ανά Πρατήριο Καυσίμων,

ε)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 6, επιβάλλεται πρόστιμο κατ` αντιστοιχία προς όσα προβλέπονται στις περ. β) έως δ).

8.

Η Α.Α.Δ.Ε. προβαίνει σε ετήσια δημοσιοποίηση των κυρώσεων που επιβάλλει στα υπόχρεα νομικά πρόσωπα τήρησης μέτρων δέουσας επιμέλειας.

9.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τρόπος διαπίστωσης των παραβάσεων των παρ. 3 και 4, το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης της περ. β) της παρ. 2, η διαδικασία, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., ο χρόνος, ο τρόπος, οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των παραβατών, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΑΛΚΟΟΛΗ – ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ

Άρθρο 79 Γενικές διατάξεις

Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος

Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του

παρόντα Κώδικα, θεωρούνται:

α)

η Αιθυλική αλκοόλη,

β)

η μπύρα,

γ)

τα Ενδιάμεσα προϊόντα,

δ)

το Κρασί,

ε)

τα παρασκευαζόμενα ποτά με ζύμωση, εκτός από το Κρασί και την μπύρα

Άρθρο 80 Αιθυλική αλκοόλη

Ο όρος Αιθυλική αλκοόλη του άρθρου 79 του παρόντα Κώδικα

περιλαμβάνει:

α)

όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του

1,2% νοl., τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.07 και 22.08,

ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα αποτελούν μέρος προϊόντος

υπαγόμενου σε άλλο κεφάλαιο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας,

β)

τα προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 22.04, 22.05 και 22.06 με αποκτημένο

ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 22% νοl.,

γ)

τα αλκοολούχα ποτά που περιέχουν ακέραια προϊόντα ή άλλα φυτικά

προϊόντα σε διάλυμα.

165 166 Άρθρο 81 Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης
1.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) αιθυλικής αλκοόλης,

καθορίζεται ανά εκατόλιτρο (ΗL) άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης θερμοκρασίας

20ο C και υπολογίζεται με βάση τον αριθμό εκατολίτρων άνυδρης αιθυλικής

αλκοόλης.

2.

167 168 169 Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε δύο χιλιάδες τετρακόσια πενήντα (2.450) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.

3.

170 171 172 173 174 175 176 Εφαρμόζεται συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) αιθυλικής αλκοόλης, μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%), έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή:

α)

στην αιθυλική αλκοόλη για την παρασκευή ούζου. Στο ούζο, η αιθυλική αλκοόλη ή μέρος αυτής έχει αρωματιστεί με απόσταξη σε παραδοσιακούς χάλκινους άμβικες ασυνεχούς λειτουργίας με χωρητικότητα έως χίλια (1.000) λίτρα,

β)

στο τσίπουρο ή στην τσικουδιά. Η παραγωγή του τσίπουρου ή της τσικουδιάς πραγματοποιείται με απόσταξη σε παραδοσιακούς άμβικες ασυνεχούς λειτουργίας.

Ο μειωμένος συντελεστής καθορίζεται σε χίλια διακόσια είκοσι πέντε (1.225) ευρώ, ανά εκατόλιτρο, άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.

5.

179 180 ...

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι διατυπώσεις για τη σύσταση και λειτουργία φορολογικών αποθηκών ισοπροπυλικής αλκοόλης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του καθεστώτος αυτού.

Άρθρο 82 Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης τσίπουρου ή τσικουδιάς μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) 181 182
1.

Στο προϊόν απόσταξης, που παράγεται από τους διήμερους μικρούς αποσταγματοποιούς (παραδοσιακό απόσταγμα διημέρων) της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2969/2001 (Α’ 281) από πρώτες ύλες παραγωγής των ιδίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. Ε’ του άρθρου 7 του ιδίου νόμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει τα πέντε (5) εκατόλιτρα καθαρής (άνυδρης) αλκοόλης κατ’ έτος και των οποίων η παραγωγή δεν δύναται να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες, κατ’ ανώτατο ετήσιο όριο, εφαρμόζεται μειωμένος έως και ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) αιθυλικής αλκοόλης έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή αιθυλικής αλκοόλης.

2.

Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε τριακόσια εβδομήντα (370) ευρώ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης και εφαρμόζεται εφάπαξ και κατ’ αποκοπή.

3.

Το προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών δεν επιβαρύνεται με το δικαίωμα υπέρ του Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης - Αλκοολούχων Ποτών της περ. β’ της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993 (Α’ 48).

4.

Η βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που αναλογεί στο προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών πραγματοποιείται κατά την έκδοση της άδειας απόσταξης της υποπαρ. 3 της παρ. Ε’ του άρθρου 7 του ν. 2969/2001. Κατ’ εξαίρεση της παρ. 5 του άρθρου 109 του παρόντος, κατά τη βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής Φ.Π.Α. Με τη διάθεση του προϊόντος απόσταξης στην κατανάλωση, αποδίδεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στον Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), ο αναλογών Φ.Π.Α.

5.

Η διάθεση στην κατανάλωση του προϊόντος απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών πραγματοποιείται σύμφωνα με την παρ. Ε’ του άρθρου 7 του ν. 2969/2001.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

184 185 Άρθρο 83 Απαλλαγές από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης
1.

Τα προϊόντα του άρθρου 80 του παρόντος απαλλάσσονται του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) αιθυλικής αλκοόλης, όταν:

α)

διανέμονται με τη μορφή αιθυλικής αλκοόλης, η οποία έχει υποστεί πλήρη μετουσίωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί μετουσίωσης,

β)

έχουν υποστεί μετουσίωση, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ελληνικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και χρησιμοποιούνται ως μέρος της διαδικασίας παρασκευής οποιουδήποτε προϊόντος που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, υπό την προϋπόθεση ότι:

βα)

έχουν ενσωματωθεί στο προϊόν αυτό ή

ββ)

χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση και τον καθαρισμό του εξοπλισμού παρασκευής που χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη διαδικασία παρασκευής.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες ενωσιακές διατάξεις, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται το είδος και το ποσοστό των χρησιμοποιούμενων μετουσιωτικών της αιθυλικής αλκοόλης,

γ)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξυδιού, σύμφωνα με τον ορισμό του κωδικού Σ.Ο. 22.09,

δ)

χρησιμοποιούνται αυτούσια για την παραγωγή φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση, όπως η παραγωγή και η κυκλοφορία αυτών ορίζονται από την ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή πρώτης ύλης των φαρμάκων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας παραγωγής τους,

ε)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών που προορίζονται για την παραγωγή ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών, με ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και 1,2% vol.,

στ)

χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη ή ως συστατικά ημιτελών προϊόντων για την παραγωγή ειδών διατροφής, γεμιστών ή όχι, εφόσον σε κάθε περίπτωση η περιεχόμενη αιθυλική αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα 8,5 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος για τις σοκολάτες και τα 5 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος για άλλα προϊόντα,

ζ)

χρησιμοποιούνται ως δείγματα για αναλύσεις για τη διεξαγωγή των αναγκαίων δοκιμών παραγωγής ή για επιστημονικούς σκοπούς,

η)

χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιστημονικής έρευνας,

θ)

χρησιμοποιούνται στα νοσοκομεία, θεραπευτήρια, κλινικές, νοσηλευτικά ιδρύματα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, για ιατρικούς σκοπούς,

ι)

χρησιμοποιούνται για τον ψεκασμό αρτοσκευασμάτων και παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες που διαθέτουν αυτόματα μηχανήματα ψεκασμού των αρτοσκευασμάτων αυτών,

ια)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των συμπληρωμάτων διατροφής που ορίζονται από την Οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 2002 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (L 183) και τα οποία περιέχουν αιθυλική αλκοόλη. Η απαλλαγή της παρούσας περίπτωσης χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι η μονάδα συσκευασίας του συμπληρώματος διατροφής που διατίθεται στην κατανάλωση δεν υπερβαίνει το 0,15 του λίτρου και τα συμπληρώματα διατροφής διατίθενται στην αγορά δυνάμει του άρθρου 10 της ίδιας Οδηγίας.

3.

Από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 28η Φεβρουαρίου κάθε έτους, οι ποτοποιοί που λειτουργούν εκτός καθεστώτος αναστολής, οι οποίοι παρέλαβαν ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης ή παντός είδους αλκοολούχα αποστάγματα και προϊόντα απόσταξης με άμεση καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή με τρίμηνη αναστολή καταβολής αυτού, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 110, για την παρασκευή των αλκοολούχων ποτών τους, δικαιούνται να παραλαμβάνουν με απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ποσότητα ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης ή παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης, σε λίτρα άνυδρα ίση με το 2% της συνολικής ποσότητας σε λίτρα άνυδρα των υλών αυτών, που παρέλαβαν κατά το προηγούμενο έτος, για την κάλυψη των απωλειών (φυρών) που είναι εγγενείς στη φύση των υλών αυτών και πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία παραγωγής, μεταποίησης, αποθήκευσης και μεταφοράς τους. Η απαλλαγή αυτή δεν ισχύει για την ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης που παραλαμβάνεται για εμφιάλωση.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι ανεξάρτητες από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ν. 2969/2001 (ΦΕΚ 281 Α`).

4 . Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ποσότητες, οι όροι και οι διατυπώσεις των απαλλαγών από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης των παραγράφων 1 και 3, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 84 Ένσημες ταινίες φορολογίας αλκοολούχων ποτών
1.

Στα αλκοολούχα ποτά που παράγονται στο εσωτερικό της χώρας,

προέρχονται από άλλα Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή

εισάγονται από τρίτες χώρες και προορίζονται να καταναλωθούν σε άμεση

συσκευασία λιανικής πώλησης στο εσωτερικό της χώρας και στα οποία

επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), επικολλώνται ένσημες

ταινίες φορολογίας,

2.

Η επικόλληση των ταινιών αυτών γίνεται στους χώρους παραγωγής και

διασφαλίζει την καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που

αναλογεί στο προϊόν.

3.

195 Οι ταινίες αυτές χορηγούνται:

-στους εγκεκριμένους αποθηκευτές και εγγεγραμμένους παραλήπτες, προκειμένου να επικολληθούν σε αλκοολούχα ποτά προερχόμενα από άλλο κράτος-μέλος ή σε εισαγωγείς προκειμένου για ποτά από τρίτες χώρες,

-στους εγκεκριμένους αποθηκευτές ή ποτοποιούς, προκειμένου να επικολληθούν σε αλκοολούχα ποτά εγχώριας παραγωγής,

-στους φορολογικούς αντιπροσώπους εγκεκριμένων αποθηκευτών άλλων κρατών- μελών.

4.

Από την υποχρέωση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου

εξαιρούνται τα προϊόντα που εισάγονται από φυσικά πρόσωπα και

προορίζονται για ατομική χρήση υπό τους όρους και προϋποθέσεις που

καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται

ορισμένα προϊόντα από την υποχρέωση επικόλλησης ενσήμων ταινιών

φορολογίας,

6.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η αξία

(κόστος), ο τύπος και οι προδιαγραφές των ενσήμων ταινιών φορολογίας,

η διαδικασία χορήγησης, η ημερομηνία έναρξης επικόλλησης αυτών, καθώς

και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 85 Καταστροφή ενσήμων ταινιών φορολογίας

Ένσημες ταινίες φορολογίας που υφίστανται βλάβη ή φθορά κατά την

επικόλλησή τους ή καθίσταται αδύνατη η επικόλλησή τους από άλλη αιτία

στα προϊόντα για τα οποία προορίζονται, καθώς και αυτές που είναι

κακέκτυπες καταστρέφονται ενώπιον Επιτροπής η οποία συγκροτείται με

εισήγηση της αρμόδιας Αρχής και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και

αντικαθίστανται σύμφωνα με όσα ειδικότερα καθορίζονται στην απόφαση

αυτή,

Σε περίπτωση που η παραπάνω βλάβη ή φθορά των ενσήμων ταινιών

φορολογίας από άλλη αιτία, οφείλεται κατά την κρίση της Επιτροπής, σε

υπαιτιότητα του παραλήπτη, η αντικατάστασή τους γίνεται με την καταβολή

του αντιτίμου αυτών.

Άρθρο 86 Ορισμός μπύρας

Μπύρα θεωρείται κάθε προϊόν αλκοολικού τίτλου μεγαλύτερου του 0,5

νοl., που υπάγεται στον κωδικό Σ.Ο. 22,03, καθώς και κάθε προϊόν, το

οποίο είναι μίγμα μπύρας με μη αλκοολούχα ποτά, τα οποία υπάγονται στον

κωδικό Σ.Ο. 22,06.

Άρθρο 87 Τρόπος υπολογισμού και συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης
1.

196 α) Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) των προϊόντων του άρθρου 86 του παρόντος καθορίζεται με βάση τον αριθμό των εκατόλιτρων της μπύρας και τους βαθμούς PLATO κατά όγκο.

β)

Για τους σκοπούς μέτρησης των βαθμών PLATO κατά όγκο λαμβάνονται υπόψη όλα τα συστατικά της μπύρας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προστίθενται μετά την ολοκλήρωση της ζύμωσης. Σε περίπτωση που οι βαθμοί PLATO της μπύρας δεν αντιστοιχούν σε ακέραιο αριθμό, για τον υπολογισμό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) το κλασματικό μέρος στρογγυλοποιείται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό και συγκεκριμένα, εφόσον το κλάσμα είναι μικρότερο του μισού (0,5), στρογγυλοποιείται στον μικρότερο ακέραιο αριθμό, ενώ εάν είναι ίσο ή μεγαλύτερο του μισού (0,5), στρογγυλο-ποιείται στον μεγαλύτερο ακέραιο αριθμό.

γ)

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

2.

197 198 199 200 201 Ο φόρος αυτός ορίζεται σε πέντε ευρώ (5 ευρώ) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.

3.

202 203 204 Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης μπύρας, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή, για την μπύρα που παράγεται στη χώρα μας ή στα άλλα Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, εφόσον η παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας ετησίως.

Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή ο όρος "ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο" σημαίνει το ζυθοποιείο το οποίο πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

-

είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο,

-

χρησιμοποιεί δικές του εγκαταστάσεις και

-

δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμεταλλεύσεως άλλου επιτηδευματία.

θεωρούνται επίσης ως ένα και μόνο ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο δύο ή περισσότερα μικρά ζυθοποιεία όταν αυτά συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 200.000 εκατόλιτρα μπύρας.

205 206 207 Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε δύο ευρώ και πενήντα λεπτά (2,50) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών..

Άρθρο 88 Ενδιάμεσα προϊόντα
1.

Ενδιάμεσα προϊόντα του άρθρου 79 του παρόντα Κώδικα νοούνται όλα

τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% νοl,

μέχρι και 22% νοl τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο, 22,04, 22.05

και 22.06 και τα οποία δεν εμπίπτουν στο Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 86,

90 και 92 του παρόντα Κώδικα.

2.

Επίσης στην κατηγορία των ενδιάμεσων προϊόντων υπάγεται κάθε απλό

ποτό προερχόμενο από ζύμωση, το οποίο εμπίπτει στο Πεδίο εφαρμογής του

άρθρου 92 και το οποίο έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του 5,5%

νοl" η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση,

καθώς και κάθε αφρώδες ποτό προερχόμενο από ζύμωση που εμπίπτει στο

Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 του παρόντα Κώδικα, έχει αποκτημένο

αλκοολικό τίτλο άνω του 8,5% νοl η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν

προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

Άρθρο 89 Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης

208 209 210 211 212 Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που επιβάλλεται στα προϊόντα του άρθρου 88, ορίζεται σε εκατόν δύο (102) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα VII μέρος II του Κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) 922/72, (ΕΟΚ) 234/79, (ΕΚ) 1037/2001 και (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου (L 347) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε πενήντα ένα (51) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.

Άρθρο 90 Κρασί

Ο όρος Κρασί του άρθρου 79 του παρόντα Κώδικα περιλαμβάνει το "απλό

Κρασί" και "αφρώδη κρασιά":

1.

Ο όρος "απλό Κρασί" περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται

στους κωδικούς αριθμούς Σ.Ο, 22.04 και 22.05, εκτός από τα αφρώδη

κρασιά της επόμενης παραγράφου, τα οποία:

α)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% νοl,

μέχρι και 15% νοl, με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο

τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση,

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 15% νοl.

μέχρι και 18% νοl., με την προϋπόθεση ότι έχουν παραχθεί χωρίς

εμπλουτισμό και η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται

εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

2.

213 Ο όρος «αφρώδη κρασιά» περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04.10, 22.04.21.06, 22.04.21.07, 22.04.21.08, 22.04.21.09, 22.04.29.10 και 22.05, τα οποία πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:

α)

Περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού, τα οποία συγκρατούνται με σύρματα ή συνδετήρες ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα,

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω των 1,2 % vol. μέχρι και 15 % vol. με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση

214 Άρθρο 91 Συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης

Ο συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που επιβάλλεται

στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου 90, είναι μηδέν (0) ευρώ.

Άρθρο 92 Ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από κρασί και μπύρα
1.

Ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από το Κρασί και την μπύρα

θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04 και

22.05

και δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 90 του παρόντα Κώδικα, καθώς

και τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό Σ.Ο. 22.06, με εξαίρεση τα

λοιπά αφρώδη ποτά που παρασκευάζονται με ζύμωση και τα οποία ορίζονται

με την παράγραφο 2, καθώς και όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από το άρθρο 86 του παρόντα Κώδικα, τα οποία:

α)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% νοl.

μέχρι και 10% νοl..

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του

10% νοl. μέχρι και 15% νοl, με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που

περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση,

2.

215 «Λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση» θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.06.00.31 και 22.06.00.39, καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04.10, 22.04.21.06, 22.04.21.07, 22.04.21.08, 22.04.21.09, 22.04.29.10 και 22.05, τα οποία δεν αναφέρονται στο άρθρο 90 και τα οποία πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:

α)

περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού που συγκρατούνται με σύρμα ή συνδετήρα ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα, και

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 13% vol. ή

γ)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 13% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση.

216 Άρθρο 93 Συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης
1.

Ο συντελεστής του Ε.Φ.Κ. που επιβάλλεται στα προϊόντα του άρθρου 92 ορίζεται σε είκοσι (20) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.

2.

Απαλλάσσονται του Ε.Φ.Κ. τα προϊόντα του άρθρου 92, όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξυδιού, σύμφωνα με τον ορισμό του κωδικού Σ.Ο. 22.09.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες για τον έλεγχο και την εποπτεία των μονάδων παραγωγής, εμφιάλωσης και εμπορίας των προϊόντων του άρθρου 92 για φορολογικούς σκοπούς.

217 Άρθρο 93Α Ηλεκτρονικό Μητρώο Επιτηδευματιών Αλκοολούχων Ποτών
1.

Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δημιουργείται ηλεκτρονικό μητρώο επιτηδευματιών, στο οποίο καταχωρίζονται και τηρούνται τα στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων, τα οποία στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, παράγουν, εισάγουν, παραλαμβάνουν από άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε., μεταποιούν, διαθέτουν ή αποκτούν μέσω χονδρικής πώλησης στο εσωτερικό της Χώρας έτοιμα προς κατανάλωση αλκοολούχα ποτά του άρθρου 79. Η εγγραφή στο μητρώο είναι υποχρεωτική και γίνεται με ευθύνη των ανωτέρω προσώπων, τα οποία υποχρεούνται στην επικαιροποίηση των καταχωρισθέντων στοιχείων, σε κάθε περίπτωση μεταβολής τους. Με την καταχώριση, στο μητρώο αποδίδεται μοναδικός Αριθμός Επιτηδευματία Αλκοολούχων Ποτών. Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2969/2001 (Α` 281).

2.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι επιμέρους κατηγορίες αλκοολούχων ποτών, για τις οποίες όταν ασκείται επιτήδευμα της παρ. 1, είναι υποχρεωτική η εγγραφή στο μητρώο, τα ειδικότερα στοιχεία που καταχωρίζονται σε αυτό, ο χρόνος καταχώρισης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.

218 Άρθρο 93Β Ηλεκτρονικό Σύστημα Ταυτοποίησης Αλκοολούχων Ποτών
1.

Για την παρακολούθηση έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών του άρθρου 79 καθιερώνεται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ηλεκτρονικό σύστημα ταυτοποίησης με βάση την ένδειξη παρτίδας. Στο ανωτέρω σύστημα καταχωρίζονται στοιχεία σχετικά με την παραλαβή, την παραγωγή, τη μεταποίηση και τις χονδρικές πωλήσεις έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων προϊόντων τα οποία παράγονται, εισάγονται, παραλαμβάνονται από άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. ή διακινούνται στο εσωτερικό της Χώρας. Υπόχρεα για την ενημέρωση του Συστήματος Ταυτοποίησης είναι τα πρόσωπα, τα οποία, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, διενεργούν τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου και τα οποία οφείλουν να έχουν λάβει τον μοναδικό Αριθμό Επιτηδευματία Αλκοολούχων Ποτών του άρθρου 93Α.

2.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι συναλλαγές της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι επιμέρους κατηγορίες έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και τα ειδικότερα στοιχεία που καταχωρίζονται υποχρεωτικά στο ηλεκτρονικό μητρώο, ο χρόνος καταχώρισης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να προβλε-φθεί η ταυτοποίηση μέσω ηλεκτρονικού μητρώου και σε άλλα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.

219 Άρθρο 93Γ Πιστοποίηση Ανεξάρτητων Μικρών Παραγωγών
1.

Νοούνται ως Ανεξάρτητοι Μικροί Παραγωγοί για τους σκοπούς του παρόντος και στο πλαίσιο της εφαρμογής από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. της Οδηγίας 92/83/ ΕΟΚ, οι παραγωγοί των προϊόντων των άρθρων 80, 86, 88, 90 και 92, κατά περίπτωση, υπό τις εξής ειδικότερες προϋποθέσεις:

α)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 80, το «μικρό αποστακτήριο», ήτοι μια επιχείρηση απόσταξης που λειτουργεί ως νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη επιχείρηση απόσταξης, δεν λειτουργεί με άδεια εκμετάλλευσης και η ετήσια παραγωγή της δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) εκατόλιτρα άνυδρης αλκοόλης.

β)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 86, τα «ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία» της παρ. 3 του άρθρου 87.

γ)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 88, ο παραγωγός ενδιάμεσων προϊόντων, ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο παραγωγό ενδιάμεσων προϊόντων, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού, δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα ετησίως. Όταν δύο (2) ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.

δ)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 90, ο οινοπαραγωγός που είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον οινοπαραγωγό, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου οινοπαραγωγού, δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) εκατόλιτρα ή, στην περίπτωση αποστολής προϊόντων στη Δημοκρατία της Μάλτας, τα είκοσι χιλιάδες (20.000) εκατόλιτρα κρασιού ετησίως. Όταν δύο ή περισσότεροι μικροί οινοπαραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ή τις είκοσι χιλιάδες (20.000) εκατόλιτρα, κατά περίπτωση, οι εν λόγω οινοπαραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός.

ε)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 92, ο παραγωγός παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον παραγωγό λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού, δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) εκατόλιτρα, ετησίως. Όταν δύο ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.

2.

Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν στα ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, κατόπιν αιτήματός τους, ετήσιο πιστοποιητικό, με το οποίο επιβεβαιώνονται η συνολική ετήσια παραγωγή των προϊόντων του άρθρου 86, καθώς και η συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια της παρ. 3 του άρθρου 87.

3.

Οι αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χορηγούν στους ανεξάρτητους μικρούς οινοπαραγωγούς, κατόπιν αιτήματός τους, ετήσιο πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνονται η συνολική ετήσια παραγωγή τους προϊόντων του άρθρου 90, καθώς και η συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια της περ. δ’ της παρ. 1 και τις ειδικότερες προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της περ. β’ της παρ. 5.

4.

Οι Ανεξάρτητοι Μικροί Παραγωγοί των προϊόντων των άρθρων 80, 88 και 92 μπορούν να πιστοποιούν οι ίδιοι τη συνολική ετήσια παραγωγή τους, καθώς και τη συμμόρφωσή τους με τα κατά περίπτωση κριτήρια των περ. α’, γ’ και ε’ της παρ. 1 για τον χαρακτηρισμό τους ως ανεξάρτητών μικρών παραγωγών.

5.

α. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις και διαδικασίες για την πιστοποίηση των παρ. 2 και 4, οι σχετικές κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης αυτών και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία για την πιστοποίηση της παρ. 3, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

γ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύνανται να καθορίζονται οι διαδικασίες ή οι ειδικότερες προϋποθέσεις αναγνώρισης στη Χώρα μας των πιστοποιητικών που εκδίδονται σε άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. για παραγωγούς των προϊόντων των άρθρων 80, 86, 88, 90 και 92, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε αυτά και πληρούν κατά περίπτωση τα κριτήρια της παρ. 1

ΤΜΗΜΑ Γ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΠΝΑ

Άρθρο 94 Είδη βιομηχανοποιημένων καπνών

Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος

Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του

παρόντα Κώδικα, θεωρούνται:

α)

τα τσιγάρα,

β)

τα πούρα και τα πουράκια,,

γ)

ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή

χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων,

δ)

τα άλλα καπνά για κάπνισμα

221 Άρθρο 95 Έννοια βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα θεωρούνται:

Α. Τσιγάρα:

α)

Οι κύλινδροι καπνού που μπορούν να καπνίζονται ως έχουν και οι οποίοι δεν είναι πούρα ή πουρακια.

β)

Οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό γλιστρούν μέσα σε σωλήνες τσιγάρων.

γ)

Οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό περιτυλίγονται σε τσιγαρόχαρτα.

Β. Πούρα ή πουρακια:

α)

Οι κύλινδροι καπνού με εξωτερικό περίβλημα από φυσικό καπνό.

β)

Οι κύλινδροι καπνού με τεμαχισμένο μείγμα καπνού και με εξωτερικό περιτύλιγμα στο σύνηθες χρώμα του πούρου, από ανασυσταθέντα καπνό, που καλύπτει πλήρως το προϊόν και όπου χρειάζεται και το φίλτρο, όχι όμως και το επιστόμιο στην περίπτωση προϊόντων με επιστόμιο, όπου το βάρος ανά μονάδα, μη περιλαμβανομένου του φίλτρου ή του επιστομίου, δεν είναι μικρότερο από 2,3 γραμμάρια ούτε μεγαλύτερο από 10 γραμμάρια και η περίμετρος στο ένα τρίτο τουλάχιστον του μήκους δεν είναι μικρότερη από 34 χιλιοστά.

Τα προϊόντα των παραπάνω περιπτώσεων θεωρούνται πούρα ή πουρακια αν μπορούν και προορίζονται αποκλειστικά να καπνίζονται ως έχουν, δεδομένων των χαρακτηριστικών τους και των συνήθων καταναλωτικών προσδοκιών.

Γ. Λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων:

Ο κομμένος ή κατ` άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιη μένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάπνισμα χωρίς μεταγενέστερη βιομηχανική μεταποίηση και του οποίου τουλάχιστον το 25% του βάρους των σωματιδίων καπνού έχει πλάτος κοπής μικρότερο από 1,5 χιλιοστόμετρο ή έχει πλάτος κοπής ίσο προς 1,5 χιλιοστόμετρο ή μεγαλύτερο, εφόσον ο καπνός αυτός πωλείται ή έχει πωληθεί για στρίψιμο τσιγάρων.

Δ. Άλλα καπνά για κάπνισμα:

α)

Ο κομμένος ή κατ` άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιημένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος είναι κατάλληλος για κάπνισμα χωρίς μεταποίηση.

β)

Τα συσκευασμένα υπολείμματα καπνού για λιανική πώληση, που δεν εμπίπτουν στις παραπάνω περιπτώσεις Α, Β και Γ, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν για κάπνισμα. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «υπολείμματα καπνού» νοούνται τα κατάλοιπα των φύλλων καπνού και τα υποπροϊόντα που προέρχονται από την επεξεργασία του καπνού ή την παραγωγή προϊόντων καπνού.

2.

Εξομοιώνονται με πούρα και πουράκια τα προϊόντα που αποτελούνται κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, ανταποκρίνονται όμως στα λοιπά κριτήρια της περίπτωσης Β της προηγούμενης παραγράφου.

3.

Εξομοιώνονται με τσιγάρα και άλλα καπνά για κάπνισμα τα προϊόντα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, ανταποκρίνονται όμως στα άλλα κριτήρια των περιπτώσεων Α και Δ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

4.

Τα προϊόντα που δεν περιέχουν καπνό, εφόσον προορίζονται αποκλειστικά για ιατρική χρήση, δεν θεωρούνται βιομηχανοποιημένα καπνά.

Άρθρο 96 Προσδιορισμός του φόρου
1.

222 223 Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης των βιομηχανοποιημένων καπνών:

α)

προκειμένου για τα τσιγάρα, αποτελείται από ένα πάγιο στοιχείο (πάγιος φόρος) που ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά μονάδα προϊόντος και από ένα αναλογικό στοιχείο (αναλογικός φόρος) που ορίζεται σε ποσοστό επί της κατά μονάδα προϊόντος τιμής λιανικής πώλησης αυτών,

β)

προκειμένου για το λεπτοκομμένο καπνό για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους και

γ)

προκειμένου για τα πούρα και τα πουράκια σε ποσοστό επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης αυτών.

2.

Τιμή λιανικής πώλησης για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα

Κώδικα είναι η μέγιστη τιμή λιανικής πώλησης κάθε συγκεκριμένου

προϊόντος βιομηχανοποιημένων καπνών προς τους καταναλωτές στην οποία

περιλαμβάνονται και οι επιβαλλόμενοι δασμοί και φόροι.

224 232 233 234 235 236 237 Άρθρο 97 Βάση υπολογισμού και συντελεστές του φόρου

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά υπολογίζεται ως εξής:

1.

Στα τσιγάρα και τα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά ο ειδικός φόρος κατανάλωσης διαρθρώνεται:

α)

σε ένα πάγιο φόρο, ο οποίος επιβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι 82,50 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι το ίδιο για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, και

β)

σε έναν αναλογικό φόρο, ο συντελεστής του οποίου είναι 26% και υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.

Το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α` και β` δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 117,50 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα).

2.

Στα πούρα ή στα πουράκια ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό 35% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης τους.

3.

Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 170 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

4.

Στα άλλα καπνά για κάπνισμα, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 156,70 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

5.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία, καθώς και τα όμοια προϊόντα που διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ανεξάρτητα από την προέλευση τους, συσκευασμένα σε λευκά πακέτα χωρίς ενδείξεις και τιμή λιανικής πώλησης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων της επιχείρησης που τα παράγει ή τα διαθέτει στην αγορά, εκτός αν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη τιμή.

6.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένη κατά δέκα τοις εκατό (10%), και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.

7.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται, για τους σκοπούς της παραγράφου 6 του άρθρου 112, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.»

8.

Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων υπολογίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, διαιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση.

Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών βάσει των δεδομένων που αφορούν τις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1ης και 31ης Ιανουαρίου κάθε έτους..

238 Άρθρο 98 Βάση υπολογισμού του φόρου μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών για ατομική χρήση
1.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) των βιομηχανοποιημένων καπνών που κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες, αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από χίλια (1.000) τεμάχια, προκειμένου για τσιγάρα ή 500 γραμμάρια μικτού βάρους, προκειμένου για τα λοιπά προϊόντα, υπολογίζεται για τα τσιγάρα και τα πούρα και πουράκια με βάση πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης που καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

2.

Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, για αποκλειστική χρήση των παραληπτών τους και σε ποσότητες μέχρι αυτές που αναγράφονται στην πρώτη παράγραφο.»

3.

Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου Ε.3. αρχίζει από την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή.

239 Άρθρο 98Α Λεπτοκομμένος καπνός και άλλα καπνά προοριζόμενα για κάπνισμα -Φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του Φ.Π.Α.

Στις περιπτώσεις παράδοσης, ενδοκοινοτικής απόκτησης ή εισαγωγής από τρίτες χώρες, προϊόντων λεπτοκομμένου καπνού που προορίζονται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και άλλων καπνών που προορίζονται για κάπνισμα, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 94 και 95 και τα οποία:

α)

αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας ή

β)

κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 98 και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των πεντακοσίων (500) γραμμαρίων μικτού βάρους ή

γ)

παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, εφόσον προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 98, και όχι πάνω από πεντακόσια (500) γραμμάρια μικτού βάρους και προορίζονται αποκλειστικά για ατομική χρήση ή

δ)

παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία ή

ε)

διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με βάση τη μέση, κατ` έτος, σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας του προηγούμενου έτους που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. Ως μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης νοείται το πηλίκο της συνολικής φορολογητέας αξίας του κατά περίπτωση είδους προς τη συνολική ποσότητα του είδους αυτού σε χιλιόγραμμα καθαρού βάρους που τέθηκε σε ανάλωση το προηγούμενο έτος. Η μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης κάθε έτους καθορίζεται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., η οποία εκδίδεται εντός του Ια-νουαρίου κάθε έτους και εφαρμόζεται για όλο το έτος.

Άρθρο 99 Μήκος τσιγάρων για τον υπολογισμό του φόρου

Για τον υπολογισμό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) καπνού, ανάλογα με το μήκος του τσιγάρου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το φίλτρο και το επιστόμιο θεωρείται:

α)

ως ένα τσιγάρο, όταν έχει μήκος μέχρι οκτώ (8) εκατοστά,

β)

ως δύο τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από οκτώ (8) εκατοστά και μέχρι έντεκα (11) εκατοστά,

γ)

ως τρία τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από έντεκα (11) εκατοστά και μέχρι δεκατέσσερα (14) εκατοστά και ούτω καθεξής.

Άρθρο 100 Καθορισμός τιμής λιανικής πώλησης
1.

Οι τιμές λιανικής πώλησης των βιομηχανοποιημένων καπνών, που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας, καθορίζονται ελεύθερα από τους καπνοβιομηχάνους ή από τους εντολοδόχους των καπνοβιομηχάνων των λοιπών Κρατών - Μελών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, καθώς και από τους εισαγωγείς αυτών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να γράφουν σε ευρώ την τιμή λιανικής πώλησης στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία που διατίθενται στη λιανική πώληση ή στις ένσημες φορολογικές ταινίες που επικολλούνται σε αυτά.

2.

Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 υποχρεούνται δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον πριν από κάθε μεταβολή της τιμής των προϊόντων τους ή την κυκλοφορία νέων τύπων, να δηλώνουν τούτο εγγράφως στην αρμόδια Αρχή για τη φορολογία των προϊόντων αυτών,

3.

Για τους σκοπούς του παρόντα Κώδικα ως "καπνοβιομήχανος" θεωρείται κάθε πρόσωπο που μεταποιεί τον καπνό σε επεξεργασμένα προϊόντα, τα οποία προορίζονται για λιανική πώληση.

240 Άρθρο 100 Α
1.

Για τη σύσταση καπνοβιομηχανίας ή επαγγελματικού εργαστηρίου παραγωγής προϊόντων καπνού, εκτός από τις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας που χορηγούνται από την αρμόδια Διεύθυνση Ανάπτυξης της οικείας Περιφέρειας, απαιτείται και άδεια του Υπουργού Οικονομικών. Η άδεια αυτή, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου, είναι τριετούς διάρκειας και για την ανανέωση της απαιτείται η υποβολή νέας αίτησης.

2.

Για τη χορήγηση άδειας σύστασης καπνοβιομηχανίας απαιτείται κατοχή μηχανικών εγκαταστάσεων ετήσιας παραγωγικής δυναμικότητας τουλάχιστον 250.000 χιλιόγραμμων επεξεργασμένου καπνού.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επιθυμεί να συστήσει καπνοβιομηχανία οφείλει επιπλέον πριν από την έναρξη της εργασίας του να συστήσει φορολογική αποθήκη και να λάβει άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή.

3.

Για τη χορήγηση άδειας σύστασης επαγγελματικού εργαστηρίου απαιτείται κατοχή μηχανικών εγκαταστάσεων ετήσιας παραγωγικής δυναμικότητας τουλάχιστον 2.000 χιλιόγραμμων επεξεργασμένου καπνού.

Οταν παράγονται προϊόντα καπνού από επαγγελματικό εργαστήριο υπό καθεστώς αναστολής του φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει επιπλέον πριν από την έναρξη της εργασίας του να συστήσει φορολογική αποθήκη και να λάβει άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή.

Οταν παράγονται προϊόντα καπνού από επαγγελματικό εργαστήριο εκτός καθεστώτος αναστολής του φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56, 106 και 111 του παρόντος Κώδικα, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών Το πρόσωπο αυτό υποχρεούται να παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Υπουργός Οικονομικών και η αρμόδια αρχή.

4.

Για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 18 του προεδρικού διατάγματος της 28ης Ιουλίου 1931 (ΦΕΚ 239 Α`), ως άδεια σύστασης ειδικού καπνεργοστασίου νοείται η άδεια που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

5.

241 242 Για τη διενέργεια των ακόλουθων δραστηριοτήτων, απαιτείται άδεια, η οποία εκδίδεται από τις Τελωνειακές Περιφέρειες της Α.Α.Δ.Ε., κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου:

α)

την αποστολή σε άλλο κράτος - μέλος, την παραλαβή από άλλο κράτος - μέλος, καθώς και για την εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών,

β)

την εισαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών,

γ)

την κατασκευή, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών.

Από την ως άνω υποχρέωση λήψης άδειας εξαιρούνται οι καπνοκαλλιεργητές, καθώς και οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση, την τροποποίηση, την ανάκληση και τον χρόνο ισχύος της άδειας της παρούσας, την αδειοδότηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα..

243 244 Άρθρο 100Β Ενιαίο κεντρικό μητρώο εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Για τους σκοπούς του παρόντος ως “εφοδιαστική αλυσίδα”, νοείται η αποστολή σε άλλο κράτος - μέλος, παραλαβή από άλλο κράτος - μέλος, εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, διαμεσολάβηση, κατοχή και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η παραγωγή, αποθήκευση, μεταποίηση, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, αποστολή, παραλαβή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία του εξοπλισμού παραγωγής αυτών, καθώς και οι λοιπές δραστηριότητες στο πλαίσιο της εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με την εξαίρεση των καπνοκαλλιεργητών, καθώς και των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.

2.

Στο Πληροφορικό Σύστημα Τελωνειακών Ηλεκτρονικών υπηρεσιών ICISnet δημιουργείται μητρώο υπό την ονομασία “Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών” (Ε.Κ.Μ.Ε.Α.), για την παρακολούθηση της εφοδιαστικής αλυσίδας της παρ. 1.

3.

Στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. καταχωρίζονται, τηρούνται και παρακολουθούνται όλες οι άδειες ή εγκρίσεις, οι οποίες χορηγούνται από τις τελωνειακές αρχές και τις αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α` 143) σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και εν γένει σε νομικές οντότητες, τα οποία δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, κάθε άλλη δήλωση ή γνωστοποίηση ή κοινοποίηση που υποβάλλεται στις αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 αντί της άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, του ν. 4302/2014 (Α` 225) και του ν. 4442/2016 (Α` 230), καθώς και οι συμβάσεις μελλοντικής πώλησης ακατέργαστου καπνού του ν. 4015/2011 (Α` 210), οι οποίες κατατίθενται στον ΟΠΕΚΕΠΕ, σύμφωνα με τη υπ` αρ. 238/19130/11-2-2014 κοινή υπουργική απόφαση (Β` 380). Τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, στα οποία δεν χορηγείται άδεια ή έγκριση ή δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης ή γνωστοποίησης ή κοινοποίησης, αντί άδειας, στις αρμόδιες Αρχές, υποβάλλουν δήλωση καταχώρισης στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. Με την καταχώριση στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. των αδειών, εγκρίσεων ή γνωστοποιήσεων, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και την υποβολή των δηλώσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, αποδίδεται σε καθένα από τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών μοναδικός Αριθμός Μητρώου Διακινητή Καπνικών Προϊόντων (Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π.).

4.

Ο Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π. του αποστολέα και του παραλήπτη αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της Χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα τιμολόγια ή τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης των άρθρων 5 και 9 του ν. 4308/2014 (Α` 251).

5.

Το Ε.Κ.Μ.Ε.Α. διαλειτουργεί και διασυνδέεται με το πληροφοριακό σύστημα του μητρώου ιχνηλασιμότητας καπνικών προϊόντων του άρθρου 106Α, κατά τους όρους του άρθρου 84 του ν. 4727/2020 (Α` 184).

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι αρμόδιες Αρχές για τη διαχείριση, την ενημέρωση και την παρακολούθηση της ορθής λειτουργίας του Ε.Κ.Μ.Ε.Α., τα ζητήματα της ανταλλαγής πληροφοριών και διασταύρωσης στοιχείων για τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, τσιγαρόχαρτου και λοιπών κρίσιμων υλών για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) 2016/679 και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019 (Α` 137), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης καταχώρισης στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. της παρ. 3.

245 246 247 Άρθρο 100Γ Ορισμοί
1.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία: α) ως «πελάτες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, που προμηθεύονται βιομηχανοποιη-μένα καπνά από τις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού από τους εισαγωγείς από τρίτες χώρες και τους παραλήπτες από άλλα κράτη - μέλη με σκοπό τη μεταπώλησή τους, β) ως «προμηθευτές» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους ιδιότητας παρέχουν συμβατικώς στις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες ή στα αδειοδο-τημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού πρώτες ύλες, καθώς και πάσης φύσεως υλικά και υπηρεσίες.

2.

Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, οι επιχειρήσεις πρώτης μεταποίησης καπνού, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών και οι επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης βιομηχανοποιημένων καπνών έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές τους. Μέτρα δέουσας επιμέλειας έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. ως προς τους πελάτες τους. Οι καλλιεργητές καπνού εξαιρούνται απολύτως από την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας.

3.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον: α) την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και των προμηθευτών βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή, β) την τήρηση και καταγραφή αρχείων με όλες τις σχετικές συναλλαγές, γ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας της εμπορικής δραστηριότητας στα πλαίσια της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.

4.

Τα πρόσωπα της παρ. 2 υποχρεούνται να αποστέλλουν κάθε εξάμηνο στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου προϊόντων Ε.Φ.Κ. & Φ.Κ., που συστήνεται με το άρθρο 6 του ν. 4410/2016 (Α` 141), ηλεκτρονική κατάσταση με τις συναλλαγές των προμηθευτών και πελατών τους, καθώς και να παρέχουν άμεσα πληροφορίες για ασυνήθιστες ή ύποπτες συναλλαγές. Οι ηλεκτρονικές καταστάσεις υποβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, από τον μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνεται ένα εξάμηνο από την ημερομηνία της συναλλαγής.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος.

Άρθρο 101 Υπόχρεος καταβολής του φόρου

Υπόχρεος για την καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) των βιομηχανοποιημένων καπνών είναι κάθε πρόσωπο στο οποίο γίνεται διάθεση ενσήμων φορολογικών ταινιών, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 106 του παρόντα Κώδικα, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που ορίζεται ως υπόχρεος με άλλες διατάξεις του Κώδικα αυτού, σε ειδικές περιπτώσεις.

Άρθρο 102 Ειδικές απαλλαγές βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Απαλλάσσονται από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και κάθε ειδική εισφορά υπέρ τρίτων ή τυγχάνουν επιστροφής ή συμψηφισμού των φόρων αυτών, εφόσον έχουν καταβληθεί:

α)

249 τα μετουσιωμένα επεξεργασμένα καπνά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία ή στην καλλιέργεια δενδροκηπευτικών και τα υπολείμματα βιομηχανοποίησης του καπνού, τα οποία χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 108 του παρόντος Κώδικα,

β)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που καταστρέφονται, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 105 του παρόντα Κώδικα,

γ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που προορίζονται αποκλειστικά για επιστημονικές δοκιμές, καθώς και για δοκιμές σχετικές με την ποιότητα αυτών,

δ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που ξανά χρησιμοποιούνται από τον καπνοβιομήχανο,

ε)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που διατίθενται στο εργατοτεχνικό προσωπικό των καπνοβιομηχανιών,

στ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που διατίθενται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του παρόντος Κώδικα 250 .

2.

Με αποφάσεις του γπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 103 Αποδόσεις από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης
1.

Από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που αναλογεί στα τσιγάρα τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κατά τις ισχύουσες διατάξεις εισφορές υπέρ τρίτων, αποδίδονται:

α)

στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), ποσό 0,06 ευρώ ανά

χιλιάδα τεμαχίων,

β)

στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας, στο Ι.Κ.Α., στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών Βιομηχανίας Καπνού (Τ.Ε.Α.Μ.Β.Κ.), στο λογαριασμό "Αποθεματικό Κεφάλαιο Προστασίας Καπνοπαραγωγής" και στο λογαριασμό "Αποθεματικό Πρόνοιας" τα ποσά που ορίζονται, κατά περίπτωση με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, τα οποία δεν μπορούν να υπερβαίνουν εκείνα που καθορίστηκαν κατά το τελευταίο οικονομικό έτος.

2.

Η απόδοση τών ποσών που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο γίνεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, που στο σκέλος των δαπανών του οποίου εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του επόμενου της είσπραξης χρόνου.

Άρθρο 104 Πίστωση φόρου
1.

251 252 Στα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του παρόντα κώδικα, μετά από αίτηση τους, παρέχεται πίστωση του φόρου του παρόντα κώδικα, διάρκειας τεσσάρων (4) εβδομάδων, εφόσον πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά που προορίζονται για εμπορία και παράγονται στο εσωτερικό της χώρας ή παράγονται και προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, συμπεριλαμβανομένων των εδαφίων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 54 του παρόντα κώδικα.

Αφετηρία της πίστωσης είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία ο φόρος γίνεται απαιτητός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του παρόντα Κώδικα.

2.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διατυπώσεις χορήγησης της πίστωσης, οι απαιτούμενες Εγγυήσεις, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

β)

ο τρόπος αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που δίδονται ως εγγύηση.

3.

Επίσης, με αποφάσεις του γπουργού Οικονομικών συγκροτείται Επιτροπή αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της περίπτωσης (β) της προηγούμενης παραγράφου.

4.

Τα έγγραφα που συντάσσονται σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου, καθώς και από κάθε δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, εκτός από τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων και φυλάκων μεταγραφών, τα οποία όμως μειώνονται στο μισό, χωρίς να μπορούν να υπερβούν για καθένα από αυτά το ποσό των πενήντα εννέα (59) ευρώ, κατά περίπτωση. Δεν απαιτείται παράσταση δικηγόρου κατά τη σύνταξη και υπογραφή των συμβολαίων παροχής της πίστωσης.

5.

Η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους με τους οποίους έχει παρασχεθεί η πιο πάνω πίστωση, εφόσον βεβαιώνεται με πράξη της αρμόδιας Αρχής, καθιστά απαιτητό ολόκληρο το ποσό των πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί και συνεπάγεται περαιτέρω αναστολή χορήγησης στον υπόχρεο άλλων πιστώσεων του φόρου του παρόντα Κώδικα και του άρθρου 44 του ν.

2859/2000 (ΦΕΚ 248/2000) μέχρι την πλήρη συμμόρφωση του υποχρέου.

Σε περίπτωση υποτροπής ουδεμία πίστωση παρέχεται.

Άρθρο 105 Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής φόρου
1.

Βιομηχανοποιημένα καπνά για τα οποία έχουν καταβληθεί οι φόροι που αναλογούν, εφόσον έχουν υποστεί φθορά ή βλάβη που να καθιστά αδύνατη την κατανάλωσή τους, καταστρέφονται έπειτα από αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης.

Η καταστροφή γίνεται ενώπιον Enιτροπής, η οποία συγκροτείται με εισήγηση της αρμόδιας Αρχής και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Τα έξοδα καταστροφής και η αποζημίωση των μελών της Επιτροπής βαρύνουν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.

2 253 . Οι φόροι και κάθε ειδική εισφορά υπέρ τρίτων, που έχουν καταβληθεί για τα προϊόντα που καταστρέφονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, κατά περίπτωση, εφόσον η αίτηση περί καταστροφής υποβληθεί εντός τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής των δηλώσεων Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, υπολογισμού και βεβαίωσης των φόρων που αναλογούν και η αίτηση για το συμψηφισμό ή την επιστροφή υποβληθεί εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία πραγματοποίησης της καταστροφής.

Η επιστροφή των φόρων γίνεται μόνο όταν είναι αδύνατος ο συμψηφισμός τους.

Για την επιστροφή των φόρων των οποίων δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 32 του παρόντος Κώδικα..

3.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 106 Ένσημες ταινίες φορολογίας
1.

Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές.

Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους,

254 Προκειμένου περί μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών εμπορικού χαρακτήρα αλλοδαπής προέλευσης που δεν υπερβαίνουν κατά αποστολή τα πέντε χιλιάδες (5.000) τεμάχια σε συσκευασία λιανικής πώλησης, η επικόλληση της ταινίας, εφόσον συντρέχουν δικαιολογητικοί λόγοι, μπορεί να γίνει, ύστερα από έγκριση του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής περιφέρειας, εντός τελωνειακού καταστήματος ή φορολογικής αποθήκης παρουσία τελωνειακού υπαλλήλου.

Η διάθεση ενσήμων ταινιών γίνεται στα κατωτέρω πρόσωπα:

α)

στον εγκεκριμένο αποθηκευτή και στον εγγεγραμμένο παραλήπτη του εσωτερικού, καθώς και στον εγκεκριμένο αποθηκευτή άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β)

στο φορολογικό αντιπρόσωπο εγκεκριμένου αποθηκευτή άλλων κρατών-

μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ)

στον εισαγωγέα από τρίτες χώρες και

δ)

στο πρόσωπο που έχει άδεια να παράγει βιομηχανοποιημένα καπνά στο εσωτερικό της χώρας, εκτός καθεστώτος αναστολής.

2.

Η αξία (κόστος), οι διαστάσεις, ο χρωματισμός, οι ενδείξεις και τα λοιπά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ενσήμων ταινιών καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Η αξία των ενσήμων φορολογικών ταινιών καταβάλλεται από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 κατά την παραλαβή τους.

3.

Η προμήθεια και διαχείριση των ενσήμων ταινιών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διατυπώσεις που ισχύουν για την ταμειακή υπηρεσία των Τελωνείων.

4.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος εφοδιασμού των δικαιούμενων προσώπων με ένσημες ταινίες, η διαδικασία αποστολής αυτών στα άλλα Κράτη - Μέλη ή σε τρίτες χώρες, προκειμένου να επικολληθούν στα κουτιά συσκευασίας των βιομηχανοποιημένων καπνών που παράγονται και προορίζονται για κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και η διαδικασία για την επικόλληση των ταινιών του εδαφίου γ` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου,

5.

Ένσημες ταινίες που υφίστανται βλάβη ή φθορά κατά την επικόλλησή τους ή καθίσταται αδύνατη η επικόλλησή τους από άλλη αιτία στα προϊόντα για τα οποία προορίζονται, καθώς και αυτές που είναι κακέκτυπες, καταστρέφονται ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 105 και αντικαθίστανται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργείου Οικονομικών. Σε περίπτωση που η παραπάνω βλάβη ή φθορά των ενσήμων ταινιών από άλλη αιτία οφείλεται, κατά την κρίση της Επιτροπής του άρθρου 105 του παρόντα Κώδικα, σε υπαιτιότητα του παραλήπτη, η αντικατάστασή τους γίνεται με την καταβολή του αντιτίμου αυτών.

257 Απώλεια ενσήμων ταινιών, πλην της οφειλόμενης σε λόγους ανωτέρας βίας, γεννά υποχρέωση άμεσης καταβολής των προβλεπόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα προϊόντα για τα οποία αυτές προορίζονταν.

258 Άρθρο 106Α Ιχνηλασιμότητα (άρθρο 15 της οδηγίας)

Γ ια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία:

Ως «κατασκευαστής» θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει προϊόν ή το οποίο δίνει εντολή να σχεδιαστεί ή να κατασκευαστεί ένα προϊόν και διαθέτει το προϊόν αυτό στην αγορά υπό την ονομασία ή το εμπορικό σήμα του.

Ως «μονάδα συσκευασίας» θεωρείται η μικρότερη ατομική συσκευασία ενός προϊόντος καπνού ή συναφούς προϊόντος που διατίθεται στην αγορά.

1.

Όλες οι μονάδες συσκευασίας των προϊόντων καπνού επισημαίνονται με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό, ο οποίος τυπώνεται ή τοποθετείται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλος και δεν κρύβεται ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα ή ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από το άνοιγμα της μονάδας συσκευασίας. Στην περίπτωση προϊόντων καπνού που κατασκευάζονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα εκείνα που προορίζονται για την αγορά της Ένωσης ή διατίθενται σε αυτήν.

2.

Ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός επιτρέπει τον προσδιορισμό των ακολούθων στοιχείων:

α)

της ημερομηνίας και του τόπου κατασκευής,

β)

της μονάδας κατασκευής,

γ)

του μηχανήματος που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των προϊόντων καπνού,

δ)

της βάρδιας παραγωγής ή του χρόνου κατασκευής,

ε)

της περιγραφής του προϊόντος,

στ)

της προβλεπόμενης αγοράς λιανικής πώλησης,

ζ)

του προβλεπόμενου δρομολογίου της φόρτωσης,

η)

κατά περίπτωση, του εισαγωγέα στην Ένωση,

θ)

του πραγματικού δρομολογίου της φόρτωσης από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των χρησιμοποιούμενων αποθηκών, καθώς και της ημερομηνίας φόρτωσης, του προορισμού, του σημείου αναχώρησης και του παραλήπτη,

ι)

της ταυτότητας όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης και

ια)

του τιμολογίου, του αριθμού παραγγελίας και των αρχείων πληρωμών όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλης.

3.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α` έως ζ` και, κατά περίπτωση, η` της παραγράφου 2 αποτελούν μέρος του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού ενώ οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία θ` έως ια` της ίδιας παραγράφου είναι προσιτές ηλεκτρονικά μέσω συνδέσμου στον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό.

4.

Όλοι οι οικονομικοί φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, καταγράφουν την περι- έλευση όλων των μονάδων συσκευασίας στην κατοχή τους, καθώς επίσης όλες τις ενδιάμεσες μετακινήσεις και την τελική έξοδο των μονάδων συσκευασίας από την κατοχή τους.

Η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με τη σήμανση και την καταγραφή της γενικής συσκευασίας όπως της κούτας, του κιβωτίου ή της παλέτας, υπό τον όρο ότι η παρακολούθηση και ο εντοπισμός όλων των μονάδων συσκευασίας παραμένει εφικτός.

5.

Όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού των προϊόντων καπνού τηρούν πλήρη και ακριβή αρχεία με όλες τις σχετικές συναλλαγές.

6.

Οι κατασκευαστές προϊόντων καπνού παρέχουν σε όλους τους οικονομικούς φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγέων, των αποθηκών και των μεταφορικών εταιρειών, τον αναγκαίο εξοπλισμό για την καταγραφή των προϊόντων καπνού που αγοράζονται, πωλούνται, αποθηκεύονται, μεταφέρονται ή τυγχάνουν άλλου χειρισμού.

Ο εν λόγω εξοπλισμός λαμβάνει και διαβιβάζει ηλεκτρονικά τα καταγεγραμμένα στοιχεία σε μονάδα αποθήκευσης δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 7.

7.

Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς προϊόντων καπνού συνάπτουν συμβάσεις αποθήκευσης δεδομένων με ανεξάρτητο τρίτο μέρος, προκειμένου να αναλάβει την φιλοξενία της μονάδας αποθήκευσης δεδομένων για όλα τα σχετικά δεδομένα. Η μονάδα αποθήκευσης πρέπει να βρίσκεται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η καταλληλότητα του τρίτου μέρους και ιδίως η ανεξαρτησία και οι τεχνικές δυνατότητες, καθώς και η σύμβαση αποθήκευσης δεδομένων εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή επιτροπή.

Οι δραστηριότητες του τρίτου μέρους παρακολουθούνται από εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος προτείνεται και αμείβεται από τον κατασκευαστή των προϊόντων καπνού και εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή επιτροπή. Ο εξωτερικός ελεγκτής έχει την υποχρέωση να υποβάλλει ετήσια έκθεση στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών και στην Ευρωπαϊκή επιτροπή εκτιμώντας ιδίως τυχόν παρατυπίες σχετικά με την πρόσβαση.

Η επιτροπή, οι αρμόδιες αρχές και ο εξωτερικός ελεγκτής έχουν πλήρη πρόσβαση στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορεί να επιτραπεί η πρόσβαση στους κατασκευαστές ή στους εισαγωγείς στα αποθηκευμένα δεδομένα, από την Ευρωπαϊκή επιτροπή ή από τον Υπουργό Οικονομικών, υπό τον όρο ότι οι εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες εξακολουθούν να προστατεύονται επαρκώς σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

8.

Τα καταγεγραμμένα δεδομένα δεν τροποποιούνται ούτε διαγράφονται από οποιονδήποτε οικονομικό φορέα που εμπλέκεται στο εμπόριο προϊόντων καπνού.

9.

Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται τη- ρουμένης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας για την προστασία αυτών.

10.

Τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για το μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό και οι σχετικές λειτουργίες είναι πλήρως συμβατά μεταξύ τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

11.

Οι παράγραφοι 1 έως και 10 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 13 του άρθρου 15 της οδηγίας 2014/40/ ΕΕ.

12.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

13.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πρόσβασης των αρμοδίων αρχών στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων.

259 Άρθρο 106Β Χαρακτηριστικό ασφαλείας (άρθρο 16 της οδηγίας)
1.

Πέραν του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού που αναφέρεται στο άρθρο 106Α, όλες οι μονάδες συσκευασίας των προϊόντων καπνού που διατίθενται στην αγορά, φέρουν απαραβίαστο χαρακτηριστικό ασφαλείας που αποτελείται από ορατά και αόρατα στοιχεία. Το χαρακτηριστικό ασφαλείας τυπώνεται ή επικολλάται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλο και δεν κρύβεται ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα και ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από άλλα στοιχεία που επιβάλλονται από τη νομοθεσία. Τα φορολογικά επισήματα ή εθνικά αναγνωριστικά σήματα που χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς μπορούν να χρησιμοποιούνται ως χαρακτηριστικά ασφαλείας, υπό τον όρο ότι συμμορφώνονται με όλα τα τεχνικά πρότυπα και εκπληρώνουν όλες τις λειτουργίες του παρόντος άρθρου.

2.

Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 16 της οδηγίας 2014/40/ΕΕ.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού

Άρθρο 107 Ενδείξεις και συσκευασία βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσης των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, αναγράφεται λιθογραφικά ή τυπογραφικά η επωνυμία της επιχείρησης που τα παράγει, το σήμα και το είδος αυτών, το βάρος σε γραμμάρια ή ο αριθμός των τεμαχίων που

περιέχονται, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

Με όμοιες αποφάσεις δύναται να καθορίζονται ενδείξεις που αναγράφονται στα παραπάνω προϊόντα, τα οποία προορίζονται για τις ξένες πρεσβείες και διπλωματικές αποστολές ή για τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών ή για εφοδιασμό των πλοίων και αεροσκαφών που αναχωρούν για το εξωτερικό ή πραγματοποιούν ενδοκοινοτική θαλάσσια διαδρομή ή με άλλο τρόπο διατίθενται αφορολόγητα.

2.

Επιτρέπεται να γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής ή μεταποίησης βιομηχανοποιημένων καπνών και η περαιτέρω συσκευασία τους σε κούτες ή δέματα, καθώς και η τοποθέτησή τους σε χαρτοκιβώτια.

Άρθρο 108 Υπολείμματα καπνοβιομηχανίας
1.

Η καπνόσκονη και τα λοιπά υπολείμματα από τη βιομηχανοποίηση του καπνού, τα οποία απαλλάσσονται από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (α) του άρθρου 102 επιτρέπεται, είτε να χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας για γεωπονικούς ή άλλους σκοπούς μετά από προηγούμενη αχρήστευσή τους, είτε

να αποστέλλονται σε άλλο Κράτος - Μέλος, είτε να εξάγονται αυτούσια μετά από έγκριση της αρμόδιας Αρχής, είτε να καταστρέφονται από τις καπνοβιομηχανίες.

2.

Τα υπολείμματα βιομηχανοποίησης του καπνού μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη βιομηχανική παραγωγή ομογενοποιημένου ή αναγεννημένου (ανακατεργασμένου καπνού), μετά από έγκριση της αρμόδιας Αρχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 109 Βεβαίωση και είσπραξη του φόρου
1.

260 261 Η βεβαίωση και η είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, ενεργείται από την αρμόδια Αρχή κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 8 και 8Α του παρόντος άρθρου και των άρθρων 110 και 111..

2.

262 Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου ενεργείται με παραστατικό έγγραφο, το οποίο υποβάλλεται από τον υπόχρεο στην αρμόδια αρχή και από την ημερομηνία αποδοχής του αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου. Το παραστατικό αυτό καταρτίζεται με ευθύνη του υπόχρεου και το περιεχόμενο του ελέγχεται και επαληθεύεται κατά τα οριζόμενα σε ειδικές προς τούτο διατάξεις,

3.

Για την είσπραξη του φόρου χορηγείται από την αρμόδια Αρχή αποδεικτικό είσπραξης, το οποίο επέχει και θέση άδειας παράδοσης των προϊόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 110 και 111 του παρόντα Κώδικα, αντίτυπο του οποίου προσαρτάται επί του σχετικού παραστατικού εγγράφου.

4.

Η βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 53 του παρόντα Κώδικα, που εισάγονται από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας, ενεργείται από την αρμόδια Αρχή.

5.

263 264 265 Με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), καθώς και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση.

Κατ` εξαίρεση, προκειμένου για την αιθυλική αλκοόλη, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) θα εισπράττεται το αργότερο μέχρι την 25η του επόμενου μήνα από το μήνα εξόδου αυτής από το καθεστώς αναστολής.

Οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών, καθώς και οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές, εγγεγραμμένοι παραλήπτες, εκτός των περιστασιακά εγγεγραμμένων παραληπτών κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 113 και οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών, ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των εισροών τους με την κατάθεση του παραστατικού εγγράφου ή κατά την εκκαθάριση των φόρων που γίνεται με την κατάσταση φορολογίας βιομηχανοποιημένων καπνών αντίστοιχα με βάση τα δικαιολογητικά δαπανών που κατέχουν αυτοί κατά το χρόνο της κατάθεσης του παραστατικού εγγράφου ή της εκκαθάρισης των φόρων κατά περίπτωση.

Το δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α., όπως αυτό προβλέπεται ανωτέρω, ασκούν και τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραγωγή, εξόρυξη, εισαγωγή, και διάθεση λιθάνθρακα, λιγνίτη και οπτάνθρακα των δασμολογικών κλάσεων 2701, 2702 και 2704.

6.

266 267 Στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται επιστροφή ποσού του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης σύμφωνα με την περίπτωση α` της παραγράφου 2 του άρθρου 73 για το

πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της περίπτωσης ζ` της παραγράφου 1 του άρθρου 73 που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης, συνυπολογίζεται και ο αναλογών σε αυτό Φ.Π.Α. βάσει του ισχύοντος συντελεστή.

7.

268 269 270 Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο φυσικό αέριο των περιπτώσεων ιζ` και ιη` της παραγράφου 1 του άρθρου 73, βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των σχετικών παραστατικών πώλησης φυσικού αερίου. Τα στοιχεία για τον υπολογισμό του Ε.Φ.Κ., καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του ανωτέρω εδαφίου καθορίζονται με την απόφαση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 73.

Με τον Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση. Κατ` εξαίρεση προκειμένου για το φυσικό αέριο ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του Ε.Φ.Κ..

8.

271 Στις περιπτώσεις εφοδιασμού αεροσκαφών με καύσιμα τα οποία εξέρχονται από φορολογικές αποθήκες και δεν παρέχεται απαλλαγή είτε από Ε.Φ.Κ. είτε από Φ.Π.Α., οι αναλογούντες κατά περίπτωση φόροι βεβαιώνονται και εισπράττονται έως την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα παράδοσης των καυσίμων.

8Α.

272 Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που αναλογεί στα προϊόντα των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 73, τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ή διατίθενται προς πώληση ή χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης ή κινητήρων, βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια Αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα που πραγματοποιήθηκε η πώληση ή η ιδιοκατανάλωση αυτών.

9.

273 274 275 Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του παραστατικού εγγράφου και κάθε λεπτομέρεια εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

276 Άρθρο 109Α Πίστωση καταβολής φορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων ενεργειακών προϊόντων

Κατ` εξαίρεση της παρ. 1 του άρθρου 109 και με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 8 του άρθρου 109, μέχρι και την 20ή Δεκεμβρίου κάθε έτους, παρέχεται πίστωση διάρκειας έως πέντε (5) ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (Δ.Ε.Φ.Κ.), στους εγκεκριμένους αποθηκευτές, της περ. α` του άρθρου 55, για την καταβολή στις τελωνειακές αρχές του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), και των λοιπών συνεισπραττόμενων επιβαρύνσεων, που αναλογούν στα ενεργειακά προϊόντα των περ. α` έως και ιε` της παρ. 1 του άρθρου 73, τα οποία εξέρχονται από το καθεστώς αναστολής και για τα οποία βεβαιώνονται οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, κατατίθεται εγγύηση, είτε χρηματική είτε τραπεζική είτε ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το σύνολο των οφειλό-μενων επιβαρύνσεων. Αν δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα το σύνολο της οφειλής, αυτή εισπράττεται με ανάλογη κατάπτωση της εγγύησης υπέρ του Δημοσίου.

Άρθρο 110 Βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης – αλκοολούχων ποτών

1 277 . Έξοδος από το καθεστώς αναστολής ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης, οποιουδήποτε αλκοολικού τίτλου, εξαιρουμένων των προϊόντων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί με αναστολή καταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) για χρονικό διάστημα μέχρι τρεις (3) μήνες, από την ημέρα εξόδου των προϊόντων αυτών, από το εργοστάσιο παραγωγής ή τη φορολογική αποθήκη διακίνησης τους, εφόσον παραλαμβάνονται από ποτοποιούς ως πρώτες ύλες παρασκευής αλκοολούχων ποτών.

Η αναστολή αυτή παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες κάθε φορά ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης από πεντακόσια (500) χιλιόγραμμα και άνω ή παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος και προϊόντος απόσταξης από διακόσια πενήντα (250) χιλιόγραμμα και άνω, υπό τον όρο ότι θα κατατεθεί από τον παραλήπτη στην αρμόδια Αρχή τραπεζική εγγύηση που θα καλύπτει τον αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.). Το ποσό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) του οποίου, κατά τα ανωτέρω, αναστέλλεται η καταβολή, αποτελεί διαμορφωτικό στοιχείο της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του Φ.Π.Α..

Η αναστολή δεν παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης προς εμφιάλωση.

Η καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) γίνεται με δήλωση, που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, μαζί με αναλυτική κατάσταση για τις ποσότητες που εξήλθαν από το καθεστώς αναστολής και σημειώματος που εκδίδεται από την αρμόδια Αρχή, μετά από προηγούμενο έλεγχο αυτών.

2.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ετοίμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων βεβαιώνεται και εισπράπεται το αργότερο μέχρι τις 25 του επόμενου μήνα από το μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής, με βάση δήλωση και αναλυτική κατάσταση, που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή και σημείωμα που εκδίδεται από την αρμόδια Αρχή.

3.

278 Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης και ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 79 του παρόντος Κώδικα, την ημέρα παραλαβής των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με βάση δήλωση, που υποβάλλει ο υπόχρεος στην αρμόδια αρχή και σχετικό σημείωμα που εκδίδει η αρχή αυτή.

Κατ` εξαίρεση, προκειμένου για πωλήσεις αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων σε επιβάτες ενδοκοινοτικών πτήσεων ή ενδοκοινοτικών θαλάσσιων πλόων, τα οποία παραδίδονται σε αυτούς στο εσωτερικό της χώρας για να μεταφερθούν με τις αποσκευές τους, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που αναλογεί στις παραδόσεις προϊόντων κάθε δεκαπενθήμερου του μήνα, μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο.

4.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) για τις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, ο φόρος αυτός εισπράττεται με ανάλογη κατάπτωση των σχετικών εγγυήσεων υπέρ του Δημοσίου με διαδικασία που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5.

Οι υποβαλλόμενες από τους ενδιαφερομένους δηλώσεις και αναλυτικές καταστάσεις, που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους, συντάσσονται με ευθύνη των ενδιαφερομένων και το ορθό του περιεχομένου τους, καθώς και το ακριβές του καταβληθέντος συνεπεία αυτών ποσού του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), τελούν υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσής τους από τις αρμόδιες Αρχές, ύστερα από έλεγχο που θα διενεργούν.

6.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ο τύπος της αναλυτικής κατάστασης, τα στοιχεία που αυτή θα περιλαμβάνει, η διαδικασία του ελέγχου που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο και κάθε λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 111 Υπολογισμός, βεβαίωση και είσπραξη Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) των βιομηχανοποιημένων καπνών, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 97 του παρόντα Κώδικα, υπολογίζεται στην κατάσταση φορολογίας που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, αφού προηγουμένως συμψηφισθεί η αξία ανάλογου αριθμού ενσήμων φορολογικών ταινιών, η οποία έχει καταβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 106 του παρόντα Κώδικα.

Σε περίπτωση που ο συμψηφισμός της αξίας των ταινιών καθίσταται αδύνατος, λόγω αναγνωρισμένων απωλειών του άρθρου 65 του παρόντα Κώδικα, η αξία αυτή κατ` εξαίρεση επιστρέφεται

Ειδικότερα:

α)

για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που παράγονται νόμιμα εκτός καθεστώτος αναστολής ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) εισπράπεται κατά την παραλαβή των ενσήμων φορολογικών ταινιών και πριν αυτά εξαχθούν από το καπνεργοστάσιο,

β)

για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εισάγονται από τρίτες χώρες, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) εισπράττεται κατά τον τελωνισμό τους σε ανάλωση.

2.

Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου γίνεται κατά το χρόνο που αυτός είναι απαιτητός, επί του παραστατικού της παραγράφου 2 του άρθρου 109 του παρόντα Κώδικα, στο οποίο επισυνάπτονται και οι υπό της παραπάνω παραγράφου 1 προβλεπόμενες καταστάσεις φορολογίας.

3.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

279 280 Άρθρο 112 Διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
1.

Τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα μπορούν να διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των ακόλουθων τόπων εντός του εδάφους της Ένωσης, ακόμα και μέσω τρίτης χώρας ή τρίτου εδάφους:

α)

από μια φορολογική αποθήκη προς:

i)

άλλη φορολογική αποθήκη,

ii)

εγγεγραμμένο παραλήπτη,

iii)

τόπο όπου τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα εξέρχονται από το έδαφος της Ένωσης, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 114,

iv)

τον παραλήπτη που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 68, όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από το έδαφος άλλου κράτους μέλους,

v)

το τελωνείο εξόδου, εφόσον προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (L 343), το οποίο είναι ταυτόχρονα τελωνείο αναχώρησης για το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, εφόσον αυτό προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 189 του κατ` εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 «για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (L 343), β) από τον τόπο εισαγωγής προς οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στην περ. α), όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από εγγεγραμμένο αποστολέα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «τόπος εισαγωγής» νοείται ο τόπος όπου τα προϊόντα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 201 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 «για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (L 269).

1Α.

Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εισαγωγή πραγματοποιείται εντός φορολογικής αποθήκης, τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα δύναται να διακινούνται από τον τόπο εισαγωγής υπό καθεστώς αναστολής μόνο αν ο διασαφιστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται, άμεσα ή έμμεσα, στη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013, παρέχει στις τελωνειακές αρχές τα εξής:

α)

τον μοναδικό αριθμό ειδικού φόρου κατανάλωσης, σύμφωνα με το στοιχείο α` της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 2012 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 2073/2004» (L 121), με τον οποίο εξακριβώνεται η ταυτότητα του εγγεγραμμένου αποστολέα για τη διακίνηση,

β)

τον μοναδικό αριθμό ειδικού φόρου κατανάλωσης, σύμφωνα με το στοιχείο α` της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου, με τον οποίο εξακριβώνεται η ταυτότητα του παραλήπτη προς τον οποίο αποστέλλονται τα προϊόντα,

γ)

κατά περίπτωση, τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα εισαγόμενα προϊόντα προορίζονται να αποσταλούν από το έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

2.

Κατά παρέκκλιση από τα στοιχεία i και ii της περ. α` της παρ. 1 και της περ β` της παρ. 1, επιτρέπεται η διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής προς τόπο άμεσης παράδοσης που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, όταν ο τόπος αυτός έχει οριστεί από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή παραλαβής ή από τον εγγεγραμμένο παραλήπτη, ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος παραλήπτης με άδεια που υπόκειται στους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 113.

Ο εν λόγω εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εν λόγω εγγεγραμμένος παραλήπτης παραμένει υπεύθυνος για την υποβολή της αναφοράς παραλαβής που αναφέρεται στην παρ. 10 του άρθρου 114.

3.

Οι παρ. 1, 1Α και 2 εφαρμόζονται επίσης για τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων με μηδενικό συντελεστή τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ανάλωση.

4.

Η διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής αρχίζει:

α)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. α` της παρ. 1, όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα εξέλθουν από τη φορολογική αποθήκη αποστολής και

β)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. β` της παρ. 1, όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013.

5.

Η διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής λήγει:

α)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία i, ii και iv της περ. α` της παρ. 1 και στην περ. β` της παρ. 1, μόλις ο παραλήπτης παραλάβει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα,

β)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο στοιχείο iii της περ. α` της παρ. 1, όταν τα προϊόντα εξέλθουν από το έδαφος της Ένωσης και

γ)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο στοιχείο v` της περ. α` της παρ. 1, όταν τα προϊόντα υπαχθούν στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης.

6.

Οι κίνδυνοι της διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής καλύπτονται από εγγύηση, η οποία παρέχεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή αποστολής ή τον εγγεγραμμένο αποστολέα.

Η παρεχόμενη εγγύηση ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση.

Δεν απαιτείται η σύσταση εγγύησης για διακινήσεις ενεργειακών προϊόντων μεταξύ κρατών μελών μέσω σταθερών αγωγών, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

7.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 6, δύναται στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της περ. γ` της παρ. 8, να επιτρέπεται η παροχή εγγύησης από τον μεταφορέα, τον κύριο των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τον παραλήπτη ή από κοινού από δύο ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 6.

Στις περιπτώσεις προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για τα οποία προβλέπεται επικόλληση ένσημης ταινίας φορολογίας στο εσωτερικό της χώρας, η εγγύηση μπορεί να βαρύνει το πρόσωπο που παραλαμβάνει τις ταινίες αυτές και παρέχεται τη στιγμή της παραλαβής τους.

8.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α)

οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η άμεση παράδοση στο εσωτερικό της χώρας σύμφωνα με την παρ. 2, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή πραγματοποιείται,

β)

το είδος της παρεχόμενης εγγύησης της παρ. 6. Δύναται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση παροχής εγγύησης, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις και μόνο για διακινήσεις υπό καθεστώς αναστολής που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας και να καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα,

γ)

οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή εγγύησης από τα πρόσωπα της παρ. 7..

281 Άρθρο 112 Α Σφράγιση βυτιοφόρων μεταφοράς υποκείμενων υγρών καυσίμων προς εξαγωγή
1.

Η διακίνηση, υπό καθεστώς αναστολής, των υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων των περ. α) έως ιβ) της παρ. 1 του άρθρου 73, τα οποία προορίζονται για εξαγωγή, μέσω βυτιοφόρων οχημάτων, γίνεται με αποκλειστική ευθύνη των εγκεκριμένων αποθηκευτών του άρθρου 55 και είναι επιτρεπτή, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα διαμερίσματα των δεξαμενών των βυτιοφόρων οχημάτων σφραγίζονται, κατά τη φόρτωση, με εταιρικές σφραγίδες, ώστε να διασφαλίζεται το απαραβίαστο των διαμερισμάτων τους, κατά τη διακίνηση,

β)

τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό ογκομέτρησης με τα στοιχεία ογκομέτρησης όλων των διαμερισμάτων των δεξαμενών τους, εκδιδόμενο από αρμόδιους πιστοποιημένους φορείς, καθώς και βέργα μέτρησης στάθμης των δεξαμενών τους συνοδευόμε-νη από το απαιτούμενο πιστοποιητικό διακρίβωσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην περ. α` της παρ. 13 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α` 137) και τα άρθρα 30 και 31 του ν. 4608/2019 (Α` 66),

γ)

τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό καταλληλότητας για τελωνειακή σφράγιση και αριθμό μητρώου «Διακινητή Πετρελαίου Ναυτιλίας και Αφορολογήτων Καυσίμων» (ΔΙ.ΠΕ.Ν.Α.Κ.).

2.

Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 119Α, και τιμωρείται ως εξής:

α)

Για παράβαση της περ. α) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ανά διαμέρισμα.

β)

Για παράβαση της περ. β) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο.

γ)

Για παράβαση της περ. γ) επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ανά βυτιοφόρο. Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων της παρούσας είναι οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές του άρθρου 55, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη σφράγιση των βυτιοφόρων σύμφωνα με την παρ. 1.

3.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου τήρησης της παρ. 1, τα σημεία σφράγισης, τα χαρακτηριστικά των σφραγίδων, τα συνοδευτικά έγγραφα τα οποία φέρουν υποχρεωτικά τα στοιχεία των σφραγίδων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

282 Άρθρο 112Β Έλεγχος στη διακίνηση και την παραλαβή ορισμένων ενεργειακών προϊόντων
1.

Οι οντότητες των περ. α’, β’ και γ’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), οι οποίες, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους ή της παραγωγικής τους διαδικασίας, παραλαμβάνουν είτε από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., είτε από το εσωτερικό της χώρας, προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 2710 1971 έως και 2710 1999 και των δασμολογικών κλάσεων 3403 και 3814, σε χύδην μορφή, τα οποία δεν υπόκεινται στη νομοθεσία για τον έλεγχο και την κυκλοφορία του Μέρους Τρίτου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 72, υποχρεούνται να υποβάλουν στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της χώρας δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων αυτών, πριν την έναρξη της διακίνησής τους. Αν τα ως άνω προϊόντα εισάγονται από τρίτες χώρες, η δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων, υποβάλλεται κατά τον ίδιο χρόνο με τη διασάφηση εισαγωγής.

2.

Οι διακινήσεις στο έδαφος της χώρας των προϊόντων της παρ. 1, τα οποία παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή από το εσωτερικό της χώρας, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά υπό την κάλυψη της δήλωσης γνωστοποίησης παραλαβής της παρ.1, μέχρι την ολοκλήρωσή τους.

3.

Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 από τον παραλήπτη και της παρ. 2 από τον μεταφορέα, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επιβάλλονται αυτοτελώς στα ανωτέρω πρόσωπα τα διοικητικά πρόστιμα της παρ. 1 του άρθρου 119Α, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 119Α σχετικά με τη λαθρεμπορία.

4.

Εφόσον μετά από έλεγχο διαπιστωθεί η κατοχή των προϊόντων της παρ. 1, σε χύδην μορφή ή η ανάμιξή τους με άλλα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73, σε εγκατάσταση κατόχου άδειας λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 (Α’ 230), εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 119Α.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται:

α. οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου τήρησης όσων ορίζονται στις παρ. 1 και 2,

β. το περιεχόμενο της δήλωσης γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων της παρ. 1,

γ. οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, στις οποίες υποβάλλεται η δήλωση γνωστοποίησης,

δ. ο τρόπος υποβολής της,

ε. οι υποχρεώσεις των παραληπτών και των μεταφορέων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., είναι δυνατό να ορίζονται και άλλα προϊόντα, πλέον όσων ορίζονται στην παρ. 1, τα οποία υπάγονται σε έλεγχο στη διακίνηση και την παραλαβή, σύμφωνα με το παρόν.

283 Άρθρο 113 Εγγεγραμμένος παραλήπτης Εγγεγραμμένος αποστολέας
1.

284 Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης δύναται στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων να παραλαμβάνει προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει ή να αποστέλλει υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής..

2.

Για το χαρακτηρισμό προσώπου ως εγγεγραμμένου παραλήπτη απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφαση της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

3.

Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης υποχρεούται:

α)

να εγγυάται πριν από την αποστολή των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων την καταβολή των αναλογούντων φόρων και να καταβάλλει αυτούς στην αρμόδια αρχή με την παραλαβή των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραλαβή τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,

β)

να προβαίνει, μόλις περατωθεί η διακίνηση των προϊόντων που παραλαμβάνονται υπό καθεστώς αναστολής, στη λογιστική τους εγγραφή,

γ)

να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν ότι τα προϊόντα πράγματι παρελήφθησαν.

4.

Για τον εγγεγραμμένο παραλήπτη που παραλαμβάνει μόνον περιστασιακά υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 περιορίζεται σε συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων, σε έναν μόνον αποστολέα και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης συμμορφώνεται ομοίως με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 3.

5.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές η άδεια του εγγεγραμμένου παραλήπτη και του περιστασιακά εγγεγραμμένου παραλήπτη, καθώς και οι διατυπώσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παραγράφων 2 έως και 4.

6.

Ο εγγεγραμμένος αποστολέας δύναται στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων μόνο να αποστέλλει υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής κατόπιν της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 79 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθμ. 2913/1992.

7.

Για το χαρακτηρισμό προσώπου ως εγγεγραμμένου αποστολέα απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφαση της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

Ο εγγεγραμμένος αποστολέας υποχρεούται:

α)

να παρέχει εγγύηση, η οποία να καλύπτει το ποσό των αναλογούντων φόρων για τα αποστελλόμενα υπό καθεστώς αναστολής προϊόντα,

β)

να τηρεί λογιστική των υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που αποστέλλει,

γ)

να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν για την κανονικότητα των διακινήσεων.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η άδεια του εγγεγραμμένου αποστολέα από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι διατυπώσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 7.

9.

Για την αγορά, κατοχή και διανομή των προϊόντων του άρθρου 53 από τα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 60 του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται οι ισχύουσες εθνικές διατάξεις. Οι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

285 286 Άρθρο 114 Διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων μέσω μηχανοργανωμένου συστήματος
1.

Η διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα υπό καθεστώς αναστολής μόνον εάν πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3.

Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 112, η διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας πραγματοποιείται με την ίδια διαδικασία.

2.

Για τους σκοπούς της παρ. 1, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

3.

Η τελωνειακή αρχή επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου.

Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται πάραυτα ο αποστολέας.

Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή αποδίδει στο έγγραφο μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς και τον κοινοποιεί στον αποστολέα.

4.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία i, ii και iv της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 112 και στην παρ. 2 του άρθρου 112, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν πάραυτα το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού, οι οποίες το προωθούν στον παραλήπτη, εάν ο παραλήπτης είναι εγκεκριμένος αποθηκευτής ή εγγεγραμμένος παραλήπτης.

Όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας και προορίζονται για εγκεκριμένο αποθηκευτή, το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού και στον εγκεκριμένο αποθηκευτή.

5.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία iii και v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, εάν το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής όπου υποβάλλεται η διασάφηση εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής.

Ο διασαφιστής παρέχει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τον μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς, με τον οποίο δηλώνονται τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που αναφέρονται στη διασάφηση εξαγωγής.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής επαληθεύουν, πριν από την παράδοση των προϊόντων προς εξαγωγή, κατά πόσον τα δεδομένα του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου αντιστοιχούν σε εκείνα που περιέχονται στη διασάφηση εξαγωγής.

Αν υπάρχουν αναντιστοιχίες μεταξύ του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου και της διασάφησης εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τις γνωστοποιούν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

Αν τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής γνωστοποιούν, μόλις το αντιληφθούν, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, ότι τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν πάραυτα τη γνωστοποίηση στον αποστολέα. Με την παραλαβή της γνωστοποίησης, ο αποστολέας ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7 ή αλλάζει τον προορισμό των προϊόντων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 8.

6.

Ο αποστολέας παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης ή, αν κανένα πρόσωπο δεν συνοδεύει τα προϊόντα, στον μεταφορέα, τον μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς. Το πρόσωπο που συνοδεύει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα ή ο μεταφορέας παρέχει τον εν λόγω κωδικό στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που θα το ζητήσουν καθ` όλη τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης.

7.

Ο αποστολέας μπορεί να ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο εάν δεν έχει αρχίσει η διακίνηση σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 112.

8.

Κατά τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής, ο αποστολέας μπορεί, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, να αλλάζει τον προορισμό ή τον παραλήπτη των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, σε έναν από τους προορισμούς που αναφέρονται στα στοιχεία i, ii, iii ή v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112 ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Προς τον σκοπό αυτόν, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού εγγράφου αλλαγής προορισμού στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

9.

Στην περίπτωση διακίνησης, διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, ενεργειακών προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής τα οποία προορίζονται για παραλήπτη ο οποίος δεν είναι οριστικά γνωστός κατά τη χρονική στιγμή υποβολής από τον αποστολέα του σχεδίου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στον αποστολέα να παραλείπει από το έγγραφο αυτό τα στοιχεία που αφορούν τον παραλήπτη.

Μόλις γίνουν γνωστά τα στοιχεία που αφορούν στον παραλήπτη, το αργότερο δε όταν λήξει η διακίνηση, ο αποστολέας, κάνοντας χρήση της διαδικασίας της παρ. 8, τα διαβιβάζει αμέσως στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διακινήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία iii και v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112.

10.

Κατά την παραλαβή των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων σε οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στα στοιχεία i, ii ή iv της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112 ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την λήξη της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής.

Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται πάραυτα ο παραλήπτης.

Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή επιβεβαιώνει στον παραλήπτη την καταχώριση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα.

Όταν τα προϊόντα διακινούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά παραλαβής διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.

11.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο iii της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112 και στην περ. β` της ίδιας παραγράφου κατά περίπτωση, το τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, με βάση τις πληροφορίες σχετικά με την έξοδο των προϊόντων, τις οποίες έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου που αναφέρεται στο άρθρο 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 ή από το τελωνείο όπου διεκπεραιώνονται οι διατυπώσεις για την έξοδο προϊόντων από το τελωνειακό έδαφος, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 54, η οποία βεβαιώνει ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα εξήλθαν από το έδαφος της Ένωσης.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής, με βάση τις πληροφορίες που έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447.

Το τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να συνταχθεί η αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με την παρούσα. Μόλις επαληθευτούν τα εν λόγω στοιχεία και εφόσον το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής διαβιβάζει την αναφορά εξαγωγής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια την διαβιβάζουν στον αποστολέα.

Στις περιπτώσεις που ο τόπος αποστολής των προϊόντων και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά εξαγωγής προωθείται στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.

12.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι διαδικασίες για την υποβολή της αναφοράς παραλαβής των προϊόντων από τους παραλήπτες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 68, από τους περιστασιακά εγγεγραμμένους παραλήπτες που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 113, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

287 288 Άρθρο 115 Διαδικασίες σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο
1.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 114, σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να αρχίζει τη διακίνηση των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, υπό την προϋπόθεση:

α)

ότι τα προϊόντα συνοδεύονται από εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 114,

β)

ότι ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν από την έναρξη της διακίνησης.

Σε περίπτωση που ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής ένα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α`, για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη μη διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της μη διαθεσιμότητας.

2.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 114.

Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 114, αν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α` της παρ. 1. Οι παρ. 4, 5, 10 και 11 του άρθρου 114 εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

3.

Ο αποστολέας οφείλει να φυλάσσει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α` της παρ. 1, στα λογιστικά του αρχεία.

4.

Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να τροποποιήσει τον προορισμό των προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παρ. 8 του άρθρου 114 και κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας άλλα μέσα επικοινωνίας. Για τον σκοπό αυτόν ο αποστολέας ενημερώνει την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής πριν από την έναρξη της αλλαγής προορισμού. Οι παρ. 2 και 3 του παρόντος εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία iii και v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, ο αποστολέας παρέχει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α` της παρ. 1, στον διασαφιστή.

Ο διασαφιστής παρέχει στις αρμόδιες αρχές του τόπου εξαγωγής αντίγραφο του εν λόγω εφεδρικού εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που δηλώνονται στη διασάφηση εξαγωγής ή τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό του εφεδρικού εγγράφου.

5.

Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία i, ii και iv της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, στην περ. β` της παρ. 1 του άρθρου 112 και στην παρ. 2 του άρθρου 112, η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 114, δεν μπορεί να υποβληθεί κατά την περάτωση μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο στο κράτος μέλος προορισμού είτε διότι, σύμφωνα με την περίπτωση που αναφέρεται στην παρ. 1, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού, εξαιρουμένων δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς παραλαβής και επιβεβαιώνει την περάτωση της διακίνησης.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού αποστέλλουν αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες το διαβιβάζουν στον αποστολέα ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 114 μπορεί να τους υποβληθεί εγκαίρως από τον παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ` αναλογία, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν η διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 114. Τα εδάφια δεύτερο έως και πέμπτο της παρ. 10 του άρθρου 114 εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

6.

Όταν, στην περίπτωση που αναφέρεται στα στοιχεία iii και v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 114 ή η γνωστοποίηση ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν πλέον από το έδαφος της Ε.Ε. όπως προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 114, δεν είναι δυνατό να καταρτιστεί στη λήξη μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος εξαγωγής, είτε διότι, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρ. 1, οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2 δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής έγγραφο που περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς εξαγωγής ή της γνωστοποίησης και πιστοποιεί τη λήξη της διακίνησης ή ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν από το έδαφος της Ε.Ε., εκτός εάν η αναφορά εξαγωγής ή η γνωστοποίηση, μπορεί να καταρτιστεί συντόμως μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν στον αποστολέα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του.

Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ` αναλογία, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν ό τόπος αποστολής και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος εξαγωγής ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 114 ή τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 114. Τα εδάφια τρίτο έως και πέμπτο της παρ. 11 του άρθρου 114, εφαρμόζονται κατ` αναλογία.

7.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύναται να καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

289 290 Άρθρο 116 Εναλλακτικές αποδείξεις – Αμοιβαία συνδρομή
1.

Με την επιφύλαξη των παρ. 5 και 6 του άρθρου 115, η αναφορά παραλαβής, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 114, ή η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 114, πιστοποιούν ότι μια διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης έχει λήξει, σύμφωνα με την παρ 5 του άρθρου 112.

2.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, εάν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής ή αναφορά εξαγωγής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 115, μπορεί να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία i, ii και iv της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, στην περ. β` της παρ. 1 του άρθρου 112 και στην παρ. 2 του άρθρου 112, δύναται να προσκομισθεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού, με βάση κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα έχουν φθάσει στον προορισμό τους.

Κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 115.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία iii και v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα, στις περιστάσεις που καθορίζονται στην παρ. 2, έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης, οι τελωνειακές αρχές:

α)

κάνουν δεκτή, ως αποδεικτικό στοιχείο για το ότι τα προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης, θεώρηση των αρχών του κράτους μέλους της Ε.Ε. στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο εξόδου, η οποία πιστοποιεί ότι τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης ή έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με την υποπερ. v της περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 112,

β)

μπορούν να λάβουν υπόψη κάθε συνδυασμό των ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων:

βα)

δελτίο παράδοσης,

ββ)

έγγραφο υπογεγραμμένο ή επικυρωμένο από τον οικονομικό φορέα που έχει πραγματοποιήσει τη μεταφορά των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε., το οποίο πιστοποιεί την έξοδο των προϊόντων,

βγ)

έγγραφο στο οποίο η τελωνειακή αρχή κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας πιστοποιεί την παράδοση σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για αυτήν την πιστοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος ή χώρα,

βδ)

καταχωρίσεις που τηρούνται από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με προϊόντα τα οποία προμηθεύουν σε πλοία, αεροσκάφη ή υπεράκτιες εγκαταστάσεις,

βε)

άλλα αποδεικτικά στοιχεία αποδεκτά από τις αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

Αν οι τελωνειακές αρχές αποδεχθούν τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, προβαίνουν σε λήξη της διακίνησης μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος.

3.

Οι αρμόδιες αρχές της χώρας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, ανταλλάσσουν πληροφορίες με αυτές και συνεργάζονται με την Επιτροπή, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων που διέπουν τη διακίνηση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και η είσπραξη των εν λόγω φόρων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2004 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης» (L 121).

4.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύνανται να καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρ. 2.

Άρθρο 117 Καταβολή δικαιώματος υπέρ Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.

291 Το δικαίωμα υπέρ Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης - Αλκοολούχων Ποτών (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 79, όπως αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης β` της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993 (ΦΕΚ 48 Α`) βεβαιώνεται και εισπράττεται από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τη βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, η οποία το αποδίδει στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, το ανωτέρω δικαίωμα βεβαιώνεται και εισπράττεται μαζί με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και επί του ιδίου παραστατικού εγγράφου, στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες προθεσμίες για τη βεβαίωση και είσπραξη του Ε.Φ.Κ.. Στις περιπτώσεις διάθεσης αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης με τρίμηνη αναστολή καταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, κατ` εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 110, το δικαίωμα υπέρ (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.) καταβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη (25η) ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

292 293 Άρθρο 118 Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
1.

Οταν διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α`, η θέση σε ανάλωση πραγματοποιείται στο κράτος-μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία και ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο κράτος-

μέλος αυτό.

Οταν η παρατυπία αυτή διαπράττεται στο εσωτερικό της χώρας ο ειδικός φόρος κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 56 παράγραφος 6 περίπτωση α` σημείο Ν) του παρόντος Κώδικα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 119Α.

2.

Όταν διαπιστώνεται παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α`, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία, η εν λόγω παρατυπία θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας κατά το χρόνο που έγινε η διαπίστωση αυτή.

3.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 2, όταν τα προϊόντα προέρχονται από άλλο κράτος-μέλος, οι αρμόδιες αρχές της χώρας μας, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους αποστολής.

4.

Όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που αποστέλλονται από το εσωτερικό της χώρας σε άλλα κράτη-μέλη υπό καθεστώς αναστολής δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους και, κατά τη διάρκεια της διακίνησης δεν έχει διαπιστωθεί καμία παρατυπία που να προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 περίπτωση α`, θεωρείται ότι διαπράχθηκε παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη στιγμή κατά την οποία άρχισε η διακίνηση, εκτός εάν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της διακίνησης σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 4, προσκομισθούν στην αρμόδια αρχή της χώρας μας ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για την περάτωση της διακίνησης, σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5, ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

Εάν το πρόσωπο που παρέχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 112 εγγύηση δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν αφίχθησαν στον προορισμό τους, του χορηγείται προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημέρα της ανακοίνωσης της πληροφορίας αυτής από την αρμόδια αρχή, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η διακίνηση έχει περατωθεί σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5, ή να υποδείξει τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

5.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις των παραγράφων 2 και 4, εάν, πριν από τη λήξη τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η διακίνηση σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 4, εξακριβωθεί το κράτος-μέλος στο οποίο διαπράχθηκε πράγματι η παρατυπία, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους στο οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους-

μέλους στο οποίο επιβλήθηκε ο ειδικός φόρος κατανάλωσης , οι οποίες τον επιστρέφουν ή τον διαγράφουν μόλις αποδειχθεί η επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο άλλο κράτος-μέλος.

6.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "παρατυπία" νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, πλην των περι πτώσεων του άρθρου 65, λόγω της οποίας η διακίνηση ή μέρος της διακίνησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων δεν περατώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 112 παράγραφος 5.

294 295 Άρθρο 119 Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση
1.

Σε περίπτωση που διαπραχθεί παρατυπία κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 57 ή την παρ. 1 του άρθρου 60, σε έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. άλλο από το έδαφος κράτους μέλους στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, τα προϊόντα υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

Σε περίπτωση που η παρατυπία διαπραχθεί στο έδαφος της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 57 ή την παρ. 1 του άρθρου 60, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

Ωστόσο, εάν εξακριβωθεί σε ποιου κράτους μέλους το έδαφος πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία πριν από τη λήξη τριετούς περιόδου από την ημερομηνία απόκτησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1.

3.

Τον ειδικό φόρο κατανάλωσης υποχρεούται να καταβάλει το πρόσωπο που εγγυήθηκε την καταβολή του, σύμφωνα με την περ. α` της παρ. 2 του άρθρου 57Α ή την παρ. 4 του άρθρου 60, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετείχε στην παρατυπία, με την επιφύλαξη του άρθρου 119Α. Σε περίπτωση περισσότερων υπόχρεων για την καταβολή του ίδιου ειδικού φόρου κατανάλωσης, τα πρόσωπα αυτά είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεα για την πληρωμή της οφειλής.

3Α.

Για υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία τέθηκαν σε ανάλωση στην Ελλάδα, η αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατόπιν σχετικού αιτήματος, επιστρέφει ή διαγράφει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ο οποίος επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία.

Όταν το κράτος μέλος προορισμού είναι η Ελλάδα και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές αποδεσμεύουν την εγγύηση που έχει κατατεθεί κατ` εφαρμογή της περ. α` της παρ. 2 του άρθρου 57Α ή της περ. α` της παρ. 4 του άρθρου 60.

4.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 57 ή της παρ. 1 του άρθρου 60, η οποία δεν καλύπτεται από το άρθρο 61 και λόγω της οποίας δεν έληξε με κανονικό τρόπο μια διακίνηση ή μέρος μιας διακίνησης προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

5.

Οποιαδήποτε απουσία εγγραφής ή πιστοποίησης ενός ή και όλων των προσώπων που εμπλέκονται στη διακίνηση, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 57 ή της περ. α` της παρ. 4 του άρθρου 60 ή οποιαδήποτε μη τήρηση της παρ. 1 του άρθρου 57Α, θεωρείται παρατυπία. Οι παρ. 1 έως 4 εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός εάν ο παραλήπτης είναι υπόχρεος να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 60.

296 Άρθρο 119Α Παραβάσεις – Κυρώσεις
1.

297 Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ελάχιστα όρια του προστίμου που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο. Με όμοια απόφαση μπορεί οι απλές τελωνειακές παραβάσεις να κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητα τους και να προσδιορίζεται ειδικότερα το ύψος του προστίμου μέσα στα όρια που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο..

2.

Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα.

Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.

3.

Οι εκτός των περιπτώσεων των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 διαπραττόμενες παραβάσεις, κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά.

4.

298 299 300 Στις περιπτώσεις νόθευσης ή λαθρεμπορίας καυσίμων σε πρατήριο καυσίμων ή παρεμπόδισης του σχετικού ελέγχου, επιβάλλεται σφράγιση ως εξής:

α)

Όταν, από εξέταση δείγματος καυσίμων των υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης του Γ.Χ.Κ., που λαμβάνεται, είτε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., είτε από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ελεγκτική ή διωκτική αρχή, με βάση την έκθεση ανάλυσης του κατ` έφεση δείγματος ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου, και του κατ` έφεση δείγματος, προκύπτει ότι το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει, διακινεί και εμπορεύεται νοθευμένα καύσιμα, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη,

β)

αν μετά από έκθεση ελέγχου είτε της αρμόδιας υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε., είτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας ελεγκτικής ή διωκτικής αρχής, διαπιστώνεται τέλεση λαθρεμπορίας καυσίμων, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για δύο (2) έτη,

γ)

αν οι ιδιοκτήτες του πρατηρίου ή οι προστηθέντες από αυτούς παρεμποδίζουν τον έλεγχο για τη διαπίστωση των ανωτέρω με χρήση βίας ή απειλής σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη.

Αλλαγή ή διακοπή δραστηριότητας κατά τον χρόνο της σφράγισης στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η εγκατάσταση δεν κωλύει τη σφράγιση της εγκατάστασης. Η σφράγιση πραγματοποιείται είτε από την τελωνειακή υπηρεσία που έχει διενεργήσει τον έλεγχο, είτε από την τελωνειακή υπηρεσία στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η έδρα της ελεγχόμενης εγκατάστασης, αν ο έλεγχος έχει διενεργηθεί από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ελεγκτική ή διωκτική αρχή.

Το δείγμα καυσίμου που έχει ληφθεί, αποστέλλεται άμεσα από την ελέγχουσα αρχή στη χημική υπηρεσία που διενεργεί την ανάλυση, η οποία ολοκληρώνει τις σχετικές διαδικασίες έως και την έκδοση της σχετικής έκθεσης ανάλυσης του κατ` έφεση δείγματος, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του δείγματος. Η απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ` έφεση δείγματος, εκδίδεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που αυτό επιλαμβάνεται της διαφοράς.

Αν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, οι κυρώσεις της παρ. 2 επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις λοιπές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.

Στην περίπτωση μη κανονικών δειγμάτων, πριν από την εξέταση του κατ` έφεση δείγματος καυσίμων, ενημερώνεται η αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε.. Μετά από την εξέταση του κατ` έφεση δείγματος ή την έκδοση απόφασης του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, η σχετική απόφαση επιβολής κύρωσης προς τον παραβάτη κοινοποιείται αμελλητί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να επιβάλλει τις κυρώσεις του ν. 3054/2002 (Α` 230) για μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, πλην της κύρωσης της σφράγισης που έχει ήδη επιβληθεί σύμφωνα με το παρόν.

Για την εφαρμογή της παρούσας, ως καύσιμα νοούνται τα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73.

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες των οποίων η εγκατάσταση πρατηρίου καυσίμων σφραγίστηκε, απαγορεύεται να δραστηριοποιούνται με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ή ιδιότητα ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις εμπορίας ή διακίνησης ενεργειακών προϊόντων για δύο (2) έτη από τη διαπίστωση της παράβασης. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 78Α και τις θυγατρικές τους που είναι ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται όταν σφραγίζονται τουλάχιστον πέντε (5) πρατήρια εντός τριών (3) μηνών.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος, ο χρόνος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης των εγκαταστάσεων κατόχου άδειας εμπορίας ή λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, στις οποίες διαπιστώνονται οι παραβάσεις της παρούσας και δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και των κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και του ν. 4624/2019 (Α` 137), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

5.

301 Όταν, κατόπιν ελέγχου, διαπιστώνεται ότι φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει, παρασκευάζει, εμφιαλώνει ή διαθέτει, αιθυλική αλκοόλη ή αλκοολούχα ποτά του άρθρου 80 α) κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας περί λαθρεμπορίας ή β) κατά παράβαση των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και τροφίμων, με βάση την οριστική έκθεση εξέτασης δείγματος ή την έκθεση (επιτόπιου) ελέγχου από τις Χημικές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους (Γ.Χ.Κ.) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, σφραγίζεται η εγκατάσταση του ελεγχόμενου προσώπου, στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για χρονικό διάστημα από δέκα (10) έως τριάντα (30) ημέρες, ανάλογα με τη βαρύτητά της. Κριτήρια της βαρύτητας αποτελούν η ποσότητα αλκοολούχων ποτών και η υποτροπή τέλεσης της παράβασης. Ως υποτροπή, ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου.

Τα στοιχεία των παραβατών, η εγκατάσταση στην οποία επιβάλλεται η σφράγιση, οι παραβάσεις και οι κυρώσεις δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε., τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και του ν. 4624/2019 (Α` 137).

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται η έννοια της εγκατάστασης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων βαρύτητας της παράβασης, οι ειδικότεροι όροι, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης των εγκαταστάσεων, καθώς και η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των εγκαταστάσεων, των παραβάσεων, των επιβαλλόμενων κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

302 303 Άρθρο 119Β Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Οι επιχειρήσεις καπνικών προϊόντων και συγκεκριμένα οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος - μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων για τα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας. Η πρώτη υποβολή του καταλόγου αυτού γίνεται εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός επανυποβάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός δύο (2) μηνών από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.

2.

Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή από τη Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών ή από τις αστυνομικές ή λιμενικές αρχές, η Α.Α.Δ.Ε., εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά στην επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013, η οποία περιλαμβάνει:

(α) την ημερομηνία, ώρα και τόπο της κατάσχεσης,

(β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(γ) οποιεσδήποτε ενδείξεις ταυτότητας εμφανίζονται στα κιβώτια ή στις παλέτες ή στις κούτες ή στα πακέτα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.

3.

Επί της αναφερόμενης στην παρ. 2 κατασχεθείσας ποσότητας, διενεργείται δειγματοληψία ως εξής:

α)

η Τελωνειακή Αρχή που προέβη στην κατάσχεση, λαμβάνει, κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, τέσσερα (4) όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο (2) από τα οποία αποστέλλει στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,

β)

αν η κατάσχεση διενεργήθηκε από άλλη Υπηρεσία με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η Υπηρεσία αυτή προβαίνει, κατόπιν υπόδειξης της Τελωνειακής Αρχής στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας πραγματοποιήθηκε η κατάσχεση, στην οποία αποστέλλει την έκθεση κατάσχεσης, στη δειγματοληψία σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α` και παραδίδει τα δείγματα αυτά στην ίδια Τελωνειακή Αρχή. Αμέσως μετά από την παραλαβή των δειγμάτων η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή αποστέλλει τα δύο (2) δείγματα στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,

γ)

κατόπιν σχετικού αιτήματος της επιχείρησης καπνικών που υποβάλλεται στην Τελωνειακή Αρχή των περ. α` και β`, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, η επιχείρηση καπνικών μπορεί να επιθεωρήσει το σύνολο των κατασχεθέντων προϊόντων.

Με το ίδιο αίτημα μπορεί να ζητηθεί εκ νέου δειγματοληψία της κατασχεθείσας ποσότητας, παρουσία εκπροσώπου της, η οποία διενεργείται από μικτά κλιμάκια που αποτελούνται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. και λαμβάνονται τέσσερα (4) όμοια δείγματα, δύο (2) για την επιχείρηση και δύο (2) για εξέταση από την αρμόδια χημική υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε.

4.

Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω διενέργεια της δειγματοληψίας, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της Τελωνειακής Αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Αν η εταιρεία έχει αιτηθεί τη δειγματοληψία της περ. γ` της παρ. 3, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου εκκινεί από τη διενέργειά της. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα:

(α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή,

(ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και

(η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά.

Η επιχείρηση μπορεί μέσα στην ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.

5.

Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, σε περίπτωση που η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο:

(α) Ποσού που ισούται με το 100% των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

(β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους στην Ελληνική Επικράτεια ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 200% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημέ-να καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση θα προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το 400% του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ποσό της περίπτωσης αυτής διατίθεται για τη χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων. Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση. Κατά τα λοιπά, ως προς την τηρητέα διοικητική διαδικασία και την άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 4, 150 παρ. 4 και 152 παρ. 3, 5, 6 και 7 του παρόντος Κώδικα.

Στην ανωτέρω περ. β`, αν πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, που έχουν συνάψει Συμφωνίες Συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανο-ποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι συμφωνίες, για την επιβολή της υποχρεωτικής πληρωμής εφαρμόζονται αναλογικά τα οριζόμενα στην παρ. 5Α.

5.

Α. Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, οι οποίες έχουν συνάψει Συμφωνίες Συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι Συμφωνίες, η υποχρεωτική πληρωμή της παρ. 5 επιβάλλεται ως εξής:

α)

Εάν στο πλαίσιο των Συμφωνιών Συνεργασίας έχει καταβληθεί πληρωμή για τη συγκεκριμένη κατάσχεση από την επιχείρηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ποσό της πληρωμής που αναλογεί στην Ελλάδα υπολείπεται του ποσού της πληρωμής που οφείλει να καταβληθεί κατά την παρ. 5, επιβάλλεται το ποσό που προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που αναλογεί στην Ελλάδα και έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν το ποσό της πληρωμής που έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναλογεί στην Ελλάδα υπερβαίνει το οφειλόμενο ποσό κατά την παρ. 5, δεν εκ-δίδεται καταλογιστική πράξη σε βάρος της επιχείρησης.

β)

Εάν η έκδοση της καταλογιστικής πράξης κατά την παρ. 5 προηγηθεί της καταβολής πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε η καταλογιστική πράξη τροποποιείται και το επιβαλλόμενο ποσό πληρωμής μειώνεται κατά το ποσό της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναλογεί στην Ελλάδα. Εάν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό που επιβλήθηκε δυνάμει της καταλογιστικής πράξης, η καταλογιστική πράξη ανακαλείται.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η καταβολή της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ποσό αυτής που αναλογεί στην Ελλάδα αποδεικνύονται με επίσημο έγγραφο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο οφείλει να προσκομίσει η επιχείρηση στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

6.

Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το αδίκημα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παρ. 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση λόγου ανώτερης βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβη το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει την καταλογιστική πράξη.

7.

Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν το χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοποιημένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα επιχείρησης, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις.

Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.

8.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας της δειγματοληψίας, της διαδικασίας της χημικής εξέτασης των δειγμάτων, της οριστικοποίησης των αποτελεσμάτων της χημικής εξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

9.

Τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά της παρ. 2 καταστρέφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 171.

304 305 Άρθρο 119Γ Κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Αρμόδιες υπηρεσίες για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών - εκροών των φορολογικών αποθηκών και των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 73 είναι τα τελωνεία ελέγχου των ανωτέρω αποθηκών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της παρ. 2 του άρθρου 63 και στην υπό στοιχεία ΔΔΘΤΟΚ Δ 1026126 ΕΞ 2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β’ 810), αντίστοιχα, καθώς και οι τελωνειακές ελεγκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία Δ.ΟΡΓ.Α 1125859 ΕΞ2020 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β’ 4738). Αν κρίνεται αναγκαίο, ζητείται η συνδρομή των λοιπών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές καθορίζονται από την ίδια απόφαση, καθώς και των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, σύμφωνα με το π.δ. 5/2022 (Α’ 15).

2.

α. Για κάθε παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 33 και του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 63 και των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους και κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος, επιβάλλεται στους, κατά περίπτωση, υπόχρεους διοικητικό πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, επιφυλασσομένης της υποπερ. αδ) και επιβάλλεται, κατά περίπτωση, ανάκληση της άδειας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης. Το ποσό του προστίμου προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της παράβασης, καθώς και την υποτροπή.

Ειδικότερα:

αα)

Σε περίπτωση μη εγκατάστασης ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών - εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης.

αβ)

Σε περίπτωση μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης ή/ και στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης.

αγ)

Σε περίπτωση διαπίστωσης των παραβάσεων της παρ. 3, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης ή στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών ή σε οποιονδήποτε άλλο συνέπραξε ή προσέφερε συνδρομή, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην τέλεση των παραβάσεων αυτών, πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης.

αδ)

Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο των υποπερ. αα’, αβ’ και αγ’ διπλασιάζεται. Ως υποτροπή ορίζεται η εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης.

β. Υπόχρεοι για την καταβολή των επιβαλλόμενων, με το παρόν, προστίμων είναι:

α)

τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπέχουν αυτοτελή ευθύνη, με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών, καθώς και όσοι ενήργησαν ως αυτουργοί ή ως συναυτουργοί κατά την τέλεση της παράβασης ή θεωρούνται ως τέτοιοι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 153, με επιμερισμό, στην περίπτωση αυτή, του επιβληθέντος ποσού, εις έκαστο εξ αυτών, ανάλογα με τον βαθμό συνυπευθυνότητάς του και

β)

τα νομικά πρόσωπα, τα οποία είτε υπέχουν αυτοτελή ευθύνη με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών είτε κηρύσσονται αστικά συνυπεύθυνα και καθίστανται εις ολόκληρον υπόχρεα για την καταβολή του συνόλου του επιβληθέντος προστίμου, σε περίπτωση που οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών υπέχουν ευθύνη διάπραξης της παράβασης ως φυσικά πρόσωπα και θεωρούνται αυτουργοί ή συναυτουργοί, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 153.

Ειδικά για τις παραβάσεις της υποπερ. αγ) της περ. α’ της παρούσας, για την καταβολή των σχετικών προστίμων ευθύνεται αυτοτελώς και όποιος συμπράττει ή προσφέρει συνδρομή, καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των παραβάσεων αυτών.

γ. Κατά της απόφασης επιβολής των προστίμων ο έχων έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2717/1999 «Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας» (Α’ 97). Με την άσκηση της προσφυγής, αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί ή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση βάσει νομοθετικής διάταξης το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως στην περίπτωση μη τήρησης της ως άνω ρύθμισης. Το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου, που δεν αναστέλλεται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση επί αιτήσεως αναστολής κατά τα άρθρα 200 έως 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

3.

α) Ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών επιβάλλεται σε όποιον προμηθεύει ή εγκαθιστά μετρητικά συστήματα και τον συνοδευτικό εξοπλισμό τους, τα οποία προορίζονται για εφαρμογές του συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών και συνοδεύονται από πλαστά ή παραποιημένα πιστοποιητικά.

β)

Ποινή κάθειρξης επιβάλλεται, σε όποιον:

αα)

Επεμβαίνει χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιεί ή αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη ή παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, τα οποία φυλάσσονται στον χώρο της εγκατάστασης ή αποστέλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων της Α.Α.Δ.Ε..

ββ)

Παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, πωλεί, αποθηκεύει ή διακινεί ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73, μέσω δεξαμενών, αγωγών, αντλιών ή μετρητών που δεν συνδέονται με το εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-

εκροών.

4.

Οι κυρώσεις του παρόντος επιβάλλονται με την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών -εκροών στις φορολογικές αποθήκες και αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 33 και του τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 63, με εξαίρεση την κύρωση της υποπερ. αα’ της περ. α’ της παρ. 2, η οποία εφαρμόζεται από την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρ. 5.

5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εξειδικεύονται οι παραβάσεις του παρόντος, ορίζεται το ποσό των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση εντός των ορίων της περ. α’ της παρ. 2, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης των υποπερ. αβ) και αγ) της περ. α’ της παρ. 2, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6 του ν. 4410/2016 (Α’ 141), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) 679/2016 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)» (L 119) και του ν. 4624/2019 (Α’137).

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ – ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΟΡΙΣΜΟΙ – ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΦΟΡΟΥ – ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΟΡΙΣΜΟΙ – ΤΕΛΟΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

306 Άρθρο 120 Έννοια όρων

Για την εφαρμογή των διατάξεων του τέταρτου μέρους του παρόντα Κώδικα νοούνται ως:

α)

"Κοινοτικά Οχήματα": Τα αυτοκίνητα οχήματα και οι μοτοσικλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ. [ 307 …].

β)

"Αποστολή ή Μεταφορά": Κάθε αποστολή ή μεταφορά που αρχίζει σε άλλο Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής `Ενωσης (Ε.Ε.) και καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας. Η έννοια της μεταφοράς περιλαμβάνει και τα οχήματα που μεταφέρονται αυτοδύναμα.

γ)

"Πρόσωπο": Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα χωρίς όμως να αποτελεί νομικό πρόσωπο.

δ)

"Πρόσωπο Εγκατεστημένο στο Εσωτερικό της Χώρας": Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του ή την έδρα του, αντίστοιχα, στο εσωτερικό της χώρας.

ε)

"Συνήθης κατοικία": Ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί.

Εν τούτοις η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για το λόγο αυτόν υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους, που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται

ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτόν. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταντο άτομο διαμένει σε μια χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια.

Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται μεταφορά συνήθους κατοικίας.

στ)

"Πρώτος Τόπος Προορισμού": Ο τόπος της πρώτης εκφόρτωσης στο εσωτερικό της χώρας,

ζ)

"Εγκεκριμένος Αποθηκευτής Οχημάτων": Το πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή να κατέχει, να παραλαμβάνει ή να αποστέλει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του κοινοτικά οχήματα που υπόκεινται σε τέλος ταξινόμησης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής.

η)

"Φορολογική Αποθήκη Οχημάτων": Κάθε τόπος όπου κατέχονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται, από εγκεκριμένο αποθηκευτή, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, κοινοτικά οχήματα που τελούν υπό καθεστώς αναστολής είσπραξης του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).

θ)

Χρηματοδοτική μίσθωση: η σύμβαση παραχώρησης, έναντι μισθώματος, επιβατικού αυτοκινήτου από εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, εγκατεστημένη στη χώρα μας ή σε άλλο κράτος - μέλος, για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλόμενου μισθωτή, ο οποίος έχει δικαίωμα στο τέλος της σύμβασης είτε να εξαγοράσει το επιβατικό αυτοκίνητο είτε να ανανεώσει τη σύμβαση για ορισμένο χρόνο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 1665/1986 (Λ` 194).

ι)

Μίσθωση: η από επιχείρηση, η οποία είναι εγκατεστημένη στη χώρα μας ή σε άλλο κράτος - μέλος και έχει σχετικό σκοπό, σύμβαση παραχώρησης της χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου έναντι μισθώματος, για ορισμένο χρόνο, χωρίς δικαίωμα εξαγοράς στη λήξη της σύμβασης.

κ)

«Λιανική τιμή πώλησης προ φόρων για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης»: η ανώτατη προτεινόμενη τιμή πώλησης, χωρίς ΦΠΑ, από τον κατασκευαστή, προκειμένου για εγχωρίως παραγόμενα οχήματα ή από τον εισαγωγέα/επίσημο αντιπρόσωπο, προκειμένου για εισαγόμενα και ενδοκοινοτικώς αποκτούμενα οχήματα, όπως αυτή προκύπτει από τους υποβαλλόμενους τιμοκαταλόγους στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή. Στην εν λόγω τιμή, η οποία ισχύει από την ημερομηνία υποβολής του τιμοκαταλόγου, συμπεριλαμβάνεται η αξία του πρόσθετου εξοπλισμού, καθώς και η αξία ειδικών εκδόσεων του οχήματος και κάθε είδους διαμορφωτικό της τιμής πώλησης κόστος. Οι λιανικές τιμές πώλησης προ φόρων κατά μάρκα, μοντέλο, παραλλαγή και έκδοση των οχημάτων δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και στο διαδίκτυο.

309 310 Άρθρο 121 Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης
1.

Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Κανονισμός ΕΟΚ 2658/1987 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ΕΕ I της 7-9-1987), υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το άρθρο 126 του ν. 2960/2001 και το άρθρο 4 του ν. 1573/1985 (Α` 201).

2.

α) Οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της παρ. 1 ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα προοδευτικής φορολόγησης:

Φορολογητέα αξία

Αξία από (ευρώ) Αξία έως και (ευρώ) Συντελεστής

0 14.000 4%

>14.000 17.000 26%

>17.000 20.000 53%

>20.000 25.000 62%

>25.000 30.000 71%

>30.000 30%

Για την επιλογή των ως άνω συντελεστών, για μεταχειρισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία του άρθρου 126, πριν από τις μειώσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

β)

Για αυτοκίνητα οχήματα τρίκυκλα ή τετράκυκλα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 168/2013 (Ε.Ε.) και της Οδηγίας 2002/24/ΕΚ του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2002 (E.E. L 124 της 9-5-2002) και πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του Κανονισμού 168/2013 (Ε.Ε.) ή της Οδηγίας 2002/51/Ε.Κ. ή μεταγενέστερης, οι συντελεστές τέλους ταξινόμησης ορίζονται ως ακολούθως:

ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΕΛΟΥΣ

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

Κάτω των 50 κυβικών εκατοστών 0%

Από 50 μέχρι 500 κυβικά εκατοστά 4%

Από 501 μέχρι 900 κυβικά εκατοστά 7%

Από 901 κυβικά εκατοστά και πάνω 11%

Το άρθρο 26 του ν. 1959/1991 (Α` 123) και η υπό στοιχεία Β.27660/712/10-7-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών (Β` 519), εφαρμόζονται και για τα πετρελαιοκίνητα οχήματα αυτής της περίπτωσης,

3.

331 333 Α) Για τα επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία ταξινομούνται για πρώτη φορά σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την 31η.12.2020, των οποίων η εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος) σύμφωνα με τον Νέο Ευρωπαϊκό Κύκλο Οδήγησης (New European Driving Cycle) είναι:

αα)

μικρότερη ή ίση των εκατό (100) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 μειώνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%),

αβ)

μεγαλύτερη από εκατόν είκοσι (120) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν σαράντα (140) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%),

αγ)

μεγαλύτερη από εκατόν σαράντα (140) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν εξήντα (160) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά είκοσι τοις εκατό (20%),

αδ)

μεγαλύτερη από εκατόν εξήντα (160) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν ογδόντα (180) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%),

αε)

μεγαλύτερη από εκατόν ογδόντα (180) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια (200) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά σαράντα τοις εκατό (40%),

αστ)

μεγαλύτερη από διακόσια (200) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια πενήντα (250) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά εξήντα τοις εκατό (60%),

αζ)

μεγαλύτερη από διακόσια πενήντα (250) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά εκατό τοις εκατό (100%).

Β) Για επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία ταξινομούνται για πρώτη φορά, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 1η.1.2021 και εφεξής, των οποίων η εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος), σύμφωνα με την Παγκοσμίως Εναρμονισμένη Διαδικασία Δοκιμής Ελαφρών Οχημάτων (Worldwide Light Test Procedure), είναι:

βα)

μικρότερη ή ίση των εκατό τριάντα (130) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 μειώνονται κατά 5%,

ββ)

μεγαλύτερη από εκατόν πενήντα έξι (156) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν ογδόντα δύο (182) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%),

βγ)

μεγαλύτερη από εκατόν ογδόντα δύο (182) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια οκτώ (208) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά είκοσι τοις εκατό (20%),

βδ)

μεγαλύτερη από διακόσια οκτώ (208) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια τριάντα τέσσερα (234) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%),

βε)

μεγαλύτερη από διακόσια τριάντα τέσσερα (234) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια εξήντα (260) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά σαράντα τοις εκατό (40%),

βστ)

μεγαλύτερη από διακόσια εξήντα (260) και μικρότερη από ή ίση με τριακόσια είκοσι πέντε (325) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά εξήντα τοις εκατό (60%),

βζ)

μεγαλύτερη από τριακόσια είκοσι πέντε (325) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2 αυξάνονται κατά εκατό τοις εκατό (100%).

Γ) Ειδικά για τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, ανεξαρτήτως της τιμής μέτρησης της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος) σύμφωνα με τον Νέο Ευρωπαϊκό Κύκλο Οδήγησης (New European Driving Cycle) ή σύμφωνα με την Παγκοσμίως Εναρμονισμένη Διαδικασία Δοκιμής Ελαφρών Οχημάτων (Worldwide Light Test Procedure), καθώς και για τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, για τα οποία δεν αποδεικνύονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α’ της παρ. 2, αυξάνονται, πλέον των προσαυξήσεων που προβλέπονται στην παρ. 4, κατά:

Γα) 10%, εφόσον υπάγονται στην περ. α) της παρ. 4 ή πληρούν εκ κατασκευής της προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO 6, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης, ως προς την πρώτη ταξινόμηση, από 01.09.2018 και μετά (Καν. 515/2007 και 692/2008 ή 2017/1151 ή μεταγενέστερων τροποποιητικών αυτών), ή τις προδιαγραφές του Euro VI, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης, ως προς την πρώτη ταξινόμηση, από 01.09.2019 και μετά (Καν. 595/2009).

γβ)

30%, εφόσον υπάγονται ως προς τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO στην περ. β) της παρ. 4.

γγ)

60%, εφόσον υπάγονται ως προς τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO στην περ. γ) της παρ. 4.

γδ)

100%, εφόσον δεν πληρούν προδιαγραφές ορίων εκπομπών (Euro), συμβατικής τεχνολογίας.

3.

334 A. Ως εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα -CO2, συνδυασμένος κύκλος, λαμβάνεται υπόψη, για τα υβριδικά ηλεκτρικά επιβατικά αυτοκίνητα εξωτερικής φόρτισης, η σταθμισμένη, σε συνδυασμένο κύκλο, τιμή της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα - CO2 και για τα επιβατικά αυτοκίνητα διπλής τροφοδοσίας, βενζίνης - αερίου ή πετρελαίου - αερίου, η τιμή, σε συνδυασμένο κύκλο, της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα - CO2 του αερίου καυσίμου.

4.

Για επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία:

α)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO 6 με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και 31-8-2018, όπως αυτά ορίζονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ) και 692/2008 (ΕΕ) ή 2017/1151 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές του Κανονισμού 595/2009 (ΕΚ) Euro VI, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και 31-8-2019 οι συντελεστές της περ. α` της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%),

β)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO 6 και 5 b, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και 31-8-2015, όπως αυτά ορίζονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροπο-ποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές των σειρών Β2 ή C (EEV) των Οδηγιών 1999/96 ΕΚ, 2005/55 ΕΚ Euro V, οι συντελεστές της περ. α` της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%),

γ)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών EURO 6a και EURO 5a, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και 31-12-2012, όπως αυτά ορίζονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές της Οδηγίας 98/69 ΕΚ γραμμή (φάση) Β Euro 4, ή τις προδιαγραφές της σειράς Β1 των Οδηγιών 1999/96 ΕΚ, 2005/55 ΕΚ Euro IV που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 98/69 ΕΚ γραμμή (φάση) Α Euro 3, της Οδηγίας 94/12 ΕΚ, Euro 2, της Οδηγίας 91/441 ΕΟΚ Euro 1 ή τις προδιαγραφές των Οδηγιών 1999/96/ΕΚ, 2005/55/ΕΚ, φάση Α Euro III, 91/542/ΕΟΚ φάση Β Euro II, 91/542/ΕΟΚ φάση Α Euro I, οι συντελεστές της περ. α` της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%),

δ)

δεν πληρούν προδιαγραφές ορίων εκπομπών (Euro) συμβατικής τεχνολογίας και για τα οποία δεν αποδεικνύονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%), με επιπλέον εφαρμογή επί αυτών της προσαύξησης της περ. ζ) της παρ. 3,

ε)

δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του Κανονισμού 168/2013 (ΕΕ) ή της Οδηγίας 2002/51 ΕΚ, οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

5.

Τα υβριδικά μηχανοκίνητα επιβατικά αυτοκίνητα, όπως αυτά προσδιορίζονται από την Οδηγία 2007/46/ ΕΚ, όπως ισχύει, και ειδικότερα τα υβριδικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τον Κανονισμό 692/2008, όπως ισχύει, με εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα μεγαλύτερη από ή ίση με πενήντα ένα (51) γρ./χλμ., απαλλάσσονται από το πενήντα τοις εκατό (50%) του προβλεπόμενου από το άρθρο αυτό τέλους ταξινόμησης. Τα υβριδικά αυτοκίνητα του προηγούμενου εδαφίου με εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα μικρότερη ή ίση με πενήντα (50) γρ./χλμ. απαλλάσσονται από το εβδομήντα πέντε (75%) του προ-βλεπόμενου από τις διατάξεις του άρθρου αυτού τέλους ταξινόμησης. Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τον Κανονισμό 692/2008, δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος τέλους ταξινόμησης.

6.

Τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 8703 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.), απαλλάσσονται από το εβδομήντα πέντε (75%) του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του παρόντος τέλους ταξινόμησης.

7.

Επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία είχαν ταξινομηθεί και κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, εφόσον μεταφέρονται ή αποστέλλονται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εξάγονται σε τρίτη χώρα και επαναφέρονται στην ημεδαπή μέσα σε διάστημα οκτώ (8) ετών από τη διαγραφή τους από τα μητρώα αυτοκινήτων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό να επαναταξινομηθούν και να τεθούν εκ νέου σε κυκλοφορία, απαλλάσσονται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος τέλος ταξινόμησης.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

8.

335 Για την υπαγωγή στους αντίστοιχους συντελεστές τέλους ταξινόμησης των παρ. 2, 3 και 4, η διαπίστωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και του ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων («Euro»), τις προδιαγραφές του οποίου πληροί εκ κατασκευής το όχημα, πραγματοποιείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή με βάση την έγκριση τύπου που προσκομίζεται σε αυτήν ή το δελτίο κοινοποίησης έγκρισης τύπου και το αντίστοιχο πιστοποιητικό συμμόρφωσης του οχήματος.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ταύτιση στοιχείων μεταξύ του πιστοποιητικού συμμόρφωσης του οχήματος και της αντίστοιχης έγκρισης τύπου ή του δελτίου κοινοποίησης έγκρισης τύπου, η υπαγωγή στον αντίστοιχο συντελεστή τέλους ταξινόμησης γίνεται με βάση τις αναγραφόμενες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και το αναγραφόμενο στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης πρότυπο εκπομπών ρύπων που πληροί εκ κατασκευής το όχημα.

Προκειμένου για μεταχειρισμένα οχήματα, απαιτείται η προσκόμιση και της πρωτότυπης άδειας κυκλοφορίας αυτών που είχαν λάβει στην ξένη χώρα.

Στις ειδικές περιπτώσεις οχημάτων που δεν διαθέτουν τα δικαιολογητικά έγγραφα του πρώτου εδαφίου, για την υπαγωγή του οχήματος στον αντίστοιχο συντελεστή τέλους ταξινόμησης, καθορίζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Υποδομών και Μεταφορών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά έγγραφα που προσκομίζονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για τον χαρακτηρισμό του οχήματος ως αντιρρυπαντικής τεχνολογίας και τη διαπίστωση των προδιαγραφών της οδηγίας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας που αυτό πληροί εκ κατασκευής, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

9.

336 Στα επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης Σ.Ο. 87.03, τα οποία έχουν λάβει έγκριση Μεμονωμένου Οχήματος Ιδιαίτερης Κατασκευής (Μ.Ο.Ι.Κ.) σύμφωνα με την υπ` αρ. 33692/2202/2014 (Β` 3134) απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και ταξινομούνται ως «οχήματα μεταχειρισμένων εξαρτημάτων», επιβάλλεται τέλος ταξινόμησης αναλόγως του κυλινδρισμού του κινητήρα τους, ως εξής:

Κυλινδρισμός κινητήρα Ποσό τέλους ταξινόμησης

Έως 1.000 κυβικά εκατοστά 500 ευρώ

από 1.001 έως 1.400 κυβικά εκατοστά 700 ευρώ

από 1.401 έως 1.600 κυβικά εκατοστά 900 ευρώ

από 1.601 έως 1.800 κυβικά εκατοστά 1.100 ευρώ

από 1.801 έως 2000 κυβικά εκατοστά 1.300 ευρώ

από 2001 κυβικά εκατοστά και άνω 1.500 ευρώ

Ως προς τον χρόνο γένεσης της υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του απαιτητού αυτού, καθώς και για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης, εφαρμόζονται τα άρθρα 128 και 130.

Ειδικότερα για τα εγχωρίως κατασκευαζόμενα Μ.Ο.Ι.Κ., η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται με την ολοκλήρωση της κατασκευής τους και το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται, πριν από τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία, με την υποβολή της ειδικής δήλωσης της παρ. 2 του άρθρου 130.

H παρ. 7 του παρόντος και το άρθρο 129 εφαρμόζονται και για τα επιβατικά οχήματα της παρούσας.

337 Άρθρο 121A Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκίνητων που τίθενται στη διάθεση προσώπων εγκατεστημένων

στη χώρα με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση

1.

Το τέλος ταξινόμησης του άρθρου 121 του παρόντος νόμου, για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης και αυτοκίνητα τύπου JEEP των δασμολογικών κλάσε-ων 87.03 και 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, αντίστοιχα, τα οποία τίθενται στη διάθεση προσώπων εγκατεστημένων στο εσωτερικό της χώρας με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση, κατά την έννοια των περιπτώσεων θ` και ι` του άρθρου 120, επιβάλλεται ανάλογα με το χρονικό διάστημα της χρήσης τους στη χώρα και υπολογίζεται ως εξής:

α. Για καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο, το τέλος ταξινόμησης ισούται με το ποσό που προκύπτει από την επιβολή του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και κατηγορίας αμαξώματος του άρθρου 126 του παρόντος νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στη χρονική στιγμή λήξης του διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για το υπό κρίση αυτοκίνητο.

β. Για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο, το τέλος ταξινόμησης ισούται με το ποσό που προκύπτει από την επιβολή ποσοστού επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης όμοιου καινούργιου αυτοκινήτου. Στην περίπτωση αυτή, το ποσοστό ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και αμαξώματος, κατά τη λήξη του διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης και του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και αμαξώματος, κατά την έναρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης.

Όταν δεν προκύπτει διαφορά μεταξύ των ως άνω ποσοστών, επιβάλλεται τέλος ταξινόμησης:

-

για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο παλαιό-τητας άνω των 18 μηνών, με συντελεστή 1 % επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για κάθε μήνα κυκλοφορίας και

-

για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο παλαιό-τητας άνω των 54 μηνών, με συντελεστή 0,5% επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για κάθε μήνα κυκλοφορίας.

2.

Η είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του συνολικού τέλους ταξινόμησης και του μέρους αυτού που καταβάλλεται αναλογικά, σύμφωνα με τις ως άνω περιπτώσεις α` και β`, αναστέλλεται μέχρι τη λήξη του χρονικού διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης. Τα επιβατικά αυτοκίνητα δύνανται να επαναποστέλονται σε άλλο κράτος - μέλος ή να εξάγονται σε τρίτη χώρα, με τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων και διαδικασιών, πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, οπότε η ως άνω διαφορά διαγράφεται.

3.

Υπόχρεο πρόσωπο, εκτός του ιδιοκτήτη, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 130 είναι και ο μισθωτής, ο οποίος κατέχει ή χρησιμοποιεί επιβατικό αυτοκίνητο με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση.

4.

Όταν δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων το χρονικό διάστημα της χρήσης του αυτοκινήτου στη χώρα, ως αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, το τέλος ταξινόμησης καταβάλλεται ολόκληρο από τον υπόχρεο και το μέρος αυτού που δεν αναλογεί στο χρονικό διάστημα της μίσθωσης και χρήσης στη χώρα, το οποίο υπολογίζεται αναλογικά με βάση τους συντελεστές απομείωσης λόγω ηλικίας, αμαξώματος και διανυθέντων χιλιομέτρων του άρθρου 126 του ιδίου νόμου, επιστρέφεται εντόκως, με βάση το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων εκδόσεως Ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας. Στις περιπτώσεις επιστροφής του τέλους ταξινόμησης, δικαιούχο πρόσωπο, εκτός από τον υπόχρεο, είναι και ο ιδιοκτήτης επιβατικού αυτοκινήτου το οποίο εκμισθώνει, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη χώρα με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση και για το οποίο έχει καταβληθεί όλο το τέλος ταξινόμησης. Η καταβολή σε οποιοδήποτε από τα ως άνω πρόσωπα απαλλάσσει το Δημόσιο από οποιαδήποτε ευθύνη.

5.

Αυτοκίνητο για το οποίο το τέλος ταξινόμησης έχει καταβληθεί αναλογικά ή έχει επιστραφεί δεν δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 121 του παρόντος νόμου, περί απαλλαγής λόγω επαναταξινόμησης.

6.

Το ελάχιστο χρονικό διάστημα χρήσης του επιβατικού αυτοκινήτου στη χώρα για σκοπούς υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να υπολείπεται του ενός (1) μήνα. Για την έναρξη του χρονικού διαστήματος υπολογισμού του τέλους ταξινόμησης λαμβάνεται ο χρόνος γένεσης υποχρέωσης καταβολής του, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 128 του παρόντος νόμου, με εξαίρεση όταν το επιβατικό αυτοκίνητο έχει τεθεί σε ένα από τα ανασταλτικά καθεστώτα του άρθρου 133 του παρόντος νόμου, οπότε το χρονικό διάστημα υπαγωγής ξεκινά να υπολογίζεται με την έξοδο από τα καθεστώτα αυτά.

7.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα έντυπα, τα απαιτούμενα δικαιολογη-τικά και η διαδικασία υπαγωγής των επιβατικών αυτοκινήτων στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου με αναλογική καταβολή ή επιστροφή του τέλους ταξινόμησης, τα απαιτούμενα παράβολα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

8.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται δέκα (10) ημέρες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 7 και για αυτοκίνητα για τα

οποία το τέλος ταξινόμησης βεβαιώνεται, μετά την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 122 Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης
1.

Για τα επιβατικά αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 94/12 Ε.Κ. ή μεταγενέστερης ανεξάρτητα από το καύσιμο που χρησιμοποιούν, τα οποία προορίζονται να κυκλοφορήσουν ως

δημόσιας χρήσης, καταβάλλεται το δεκατρία τοις εκατό (13%) του τέλους ταξινόμησης που προβλέπεται από τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου για τα όμοια αντιρρυπαντικής τεχνολογίας επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης.

2.

Για τα αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 91/441 Ε.Ο.Κ. και παλαιοτέρων ή είναι συμβατικής τεχνολογίας καταβάλλεται το πενήντα τοις εκατό (50%) του τέλους ταξινόμησης που προβλέπεται από τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου για όμοια αντιρρυπαντικής ή συμβατικής τεχνολογίας επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης.

3.

Προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα που λειτουργούν με πετρελαιοκινητήρα και προορίζονται να τεθούν σε κυκλοφορία ως δημόσιας χρήσης, η επιβάρυνση από το τέλος ταξινόμησης των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ποσοστό το εκατό τοις εκατό (100%) της φορολογητέας αξίας που διαμορφώνεται σε κάθε περίπτωση.

4.

338 Τα επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εφόσον αποχαρακτηρίζονται και τίθενται σε κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης πριν παρέλθει πενταετία από τον τελωνισμό τους, υπόκεινται στην καταβολή της διαφοράς μεταξύ των μειωμένων φόρων που κατέβαλαν κι εκείνων που ισχύουν κατά το χρόνο του τελωνισμού τους ως ιδιωτικής χρήσης και με βάση τα φορολογικά στοιχεία που διαμορφώνονται κατά τον ίδιο χρόνο. Μετά την παρέλευση πενταετίας από τον τελωνισμό τους ως δημόσιας χρήσης δεν οφείλεται διαφορά τέλους, αλλά καταβάλλεται ποσό ίσο με τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας που ισχύουν κατά το χρόνο ταξινόμησης τους ως ιδιωτικής χρήσης.

5.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για

επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που παραλήφθηκαν με τα προηγούμενα

ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα.

6.

339 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

340 345 346 347 Άρθρο 123 Τέλος ταξινόμησης φορτηγών αυτοκινήτων
1.

Τα φορτηγά αυτοκίνητα και οι βάσεις τους της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.), καθώς και τα αυτοκίνητα οχήματα που διαθέτουν εκ κατασκευής χωριστό θάλαμο με δύο σειρές καθισμάτων για τον οδηγό, συνοδηγό και τους επιβάτες και χωριστό ανοικτό χώρο φόρτωσης εμπορευμάτων της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.03 της Σ.Ο., τα οποία πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6, όπως αυτά προβλέπονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), και 692/2008 (ΕΕ), καθώς και αυτά που πληρούν τις προδιαγραφές του Κανονισμού 595/2009 (ΕΚ) Euro VI, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ως εξής:

α)

Φορτηγά αυτοκίνητα, μικτού βάρους πάνω από 3,5 τόνους, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%).

β)

Ανοικτά φορτηγά μέχρι και 3,5 τόνους, ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

γ)

Κλειστά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους μέχρι και 3,5 τόνους, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

δ)

Βάσεις των φορτηγών αυτοκινήτων των προηγούμενων περιπτώσεων, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%).

ε)

Αυτοκίνητα οχήματα με μικτό βάρος μέχρι 3,5 τόνους που διαθέτουν εκ κατασκευής χωριστό θάλαμο με δύο σειρές καθισμάτων για τον οδηγό, συνοδηγό και τους επιβάτες και χωριστό ανοικτό χώρο φόρτωσης εμπορευμάτων της Δ.Κ. 87.03, ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

στ)

Οι συντελεστές των περ. α` έως και ε` προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), προκειμένου για αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 5, όπως αυτά ορίζονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ) και 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών, ή τις προδιαγραφές των σειρών Β2 ή C (EEV) της Οδηγίας 1999/96 ΕΚ, 2005/55 ΕΚ Euro V και κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), προκειμένου για αυτοκίνητα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές των ανωτέρω ορίων εκπομπών και τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6, όπως αυτά προβλέπονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΚ), καθώς και αυτά που δεν πληρούν τις προδιαγραφές του Κανονισμού 595/2009 Euro VI..

358 Οι συντελεστές για οχήματα της περίπτωσης η`, τα οποία δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της οδηγίας 92/61/ΕΚ ή μεταγενέστερης προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

ζ)

Για τα αυτοκίνητα οχήματα που καθορίζονται στις περιπτώσεις β` και ε`, τα οποία με την προσθήκη στον ανοικτό χώρο φόρτωσης καλύμματος από άκαμπτο στερεό υλικό, διασκευάζονται σε οχήματα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα των δασμολογικών κλάσεων 87.04 και 87.03, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1573/1985 (A` 201).

Ως αυτοκίνητο όχημα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα νοείται όχι μόνο αυτό που εκ κατασκευής το αμάξωμά του είναι κλειστό, αλλά και αυτό που προκύπτει με την προσθήκη στο αμάξωμα ανοικτού φορτηγού της περίπτωσης β`, καθώς και στον ανοικτό χώρο φόρτωσης των οχημάτων της περίπτωσης ε`, καλύμματος από άκαμπτα στερεά υλικά, ανεξάρτητα αν αφαιρείται εύκολα ή δύσκολα ή αν το πίσω μέρος του αμαξώματος παραμένει ανοικτό.

η)

Αυτοκίνητα οχήματα, ανοικτά ή κλειστά, τρίκυκλα ή τετράκυκλα, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/61/ΕΚ του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1992 (EEL 225 της 10.9.1992) και πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της οδηγίας αυτής ή μεταγενέστερης, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης, ως ακολούθως:

ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ ΠΟΣΟΣΤΟ

ΤΕΛΟΥΣ

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

------------------------------------------------------------------

Κάτω των 50 κυβικών εκατοστών 0%

Από 50 μέχρι 500 κυβικά εκατοστά 3%

Από 501 μέχρι 900 κυβικά εκατοστά 6%

Από 901 κυβικά εκατοστά και πάνω 10%

2.

Προκειμένου για κλειστά φορτηγά που προέρχονται από μετατροπή επιβατικών αυτοκινήτων, το αναφερόμενο στην περίπτωση γ` της προηγούμενης παραγράφου ποσοστό τέλους τριπλασιάζεται και υπολογίζεται επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται για τα επιβατικά.

3.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων των περιπτώσεων β`, γ` και των βάσεων αυτών, καθώς και των περιπτώσεων ε` και η` της παραγράφου 1, η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων.

Για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, η ως άνω τιμή λιανικής πώλησης προ φόρων απομοιώνεται με βάση τα στοιχεία που η αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών διαθέτει και η τελική φορολογητέα αξία καθορίζεται από την υπηρεσία αυτή.

4.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων της περίπτωσης α` της παρ. 1 και των βάσεων αυτών, η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται από την άθροιση των παρακάτω στοιχείων:

α)

Την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα αξία για τα καινούρια αυτοκίνητα.

Για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα λαμβάνεται υπόψη η τιμή που καθορίζεται από την αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών με βάση τα στοιχεία που η υπηρεσία αυτή διαθέτει. Η τεκμαρτή αυτή αξία δεν μπορεί να είναι μικρότερη της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας (τιμή αγοράς).

β)

Τους εισαγωγικούς δασμούς που πράγματι καταβάλλονται.

γ)

Τα παρεπόμενα έξοδα με τα οποία επιβαρύνονται τα οχήματα, όπως έξοδα προμήθειας, μεσιτείας, τόκων, φόρτωσης, εκφόρτωσης, ασφάλισης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας.

5.

359 Τα ανοικτά φορτηγά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.04 που διασκευάζονται σε κλειστά φορτηγά της ίδιας δασμολογικής κλάσης, μικτού βάρους μέχρι και τρεισήμισι (3,5) τόνους, κατ` εφαρμογή της παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 2443/1996 ( Α` 265 ), υποβάλλονται αντί των φορολογικών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από τον ν. 1573/1985 ( Α` 201 ) σε τέλος ταξινόμησης, το ύψος του οποίου ορίζεται ως εξής:

α)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 901 έως και 1.400 κυβικά εκατοστά, τριακόσια εβδομήντα (370) ευρώ,

β)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 1.401 έως και 1.800 κυβικά εκατοστά, πεντακόσια είκοσι (520) ευρώ,

γ)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 1.801 έως και 2.000 κυβικά εκατοστά, επτακόσια σαράντα (740) ευρώ,

δ)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 2.001 κυβικά εκατοστά και άνω, χίλια εκατόν ογδόντα (1.180) ευρώ.

6.

Τα ηλεκτροκίνητα φορτηγά αυτοκίνητα και τα οχήματα της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου αυτού τέλος ταξινόμησης.

7.

Τα ανοικτά ή κλειστά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων που προέρχονται από διασκευή ελκυστήρων της δασμολογικής κλάσης (δ.κ.) 87.1, επιβατικών αυτοκινήτων (λεωφορείων) της δ.κ. 87.2, φορτηγών αυτοκινήτων ψυγείων της δ.κ. 87.04 για τα οποία δεν έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος ταξινόμησης, αυτοκινήτων οχημάτων ειδικών χρήσεων της δ.κ. 87.05 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, υποβάλλονται, αντί των φορολογικών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το ν. 1573/1985 (Α` 201), σε τέλος ταξινόμησης το ύψος του οποίου ορίζεται ως εξής:

-

Μικτού βάρους πάνω από 3,5 τόνους μέχρι και 7,5 τόνους 1.000 ευρώ.

-

Μικτού βάρους πάνω από 7,5 τόνους μέχρι και 14 τόνους 1.800 ευρώ.

-

Μικτού βάρους πάνω από 14 τόνους 2.500 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά πεντακόσια (500) ευρώ στις περιπτώσεις που από τη μετασκευή προκύπτει ανατρεπόμενο ή βυτιοφόρο όχημα

8.

Αναστέλλεται η βεβαίωση του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στα φορτηγά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και στις βάσεις αυτών, που παραλαμβάνονται με προορισμό τη διασκευή τους στο εσωτερικό της χώρας, μετά από έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, υπό τους όρους και διατυπώσεις που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε οχήματα των δασμολογικών κλάσεων 87.02, 87.04 και 87.05 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.

Το τέλος ταξινόμησης που αναλογεί στα διασκευασθέντα έτοιμα οχήματα, που προορίζονται για ταξινόμηση στη χώρα μας, επιβάλλεται και εισπράττεται με την ολοκλήρωση της διασκευής των οχημάτων αυτών.

Ομοίως και για τα προερχόμενα από διασκευή των βάσεων των δασμολογικών κλάσεων 87.02 και 87.06 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας έτοιμα οχήματα, το τέλος ταξινόμησης με το οποίο επιβαρύνονται επιβάλλεται και εισπράττεται μετά την ολοκλήρωση της διασκευής των βάσεων αυτών.

Για τα ως άνω οχήματα που δεν προορίζονται για ταξινόμηση στη χώρα μας, μετά την ολοκλήρωση της διασκευής επιτρέπεται με την τήρηση των διατυπώσεων και διαδικασιών να επαναποστέλλονται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να εξάγονται σε τρίτη χώρα χωρίς καταβολή του αναλογούντος τέλους ταξινόμησης που έτυχαν αναστολής.

360 Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης, ως φορολογητέα αξία για τα φορτηγά οχήματα της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προκύπτουν από διασκευή, κατά τα ανωτέρω, λαμβάνεται υπόψη η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα αξία του αρχικού οχήματος και τα λοιπά στοιχεία της παραγράφου 4, στα οποία προστίθεται και το κόστος της διασκευής, εφόσον το τελικό παραγόμενο φορτηγό αυτοκίνητο έχει μικτό βάρος πάνω από 3,5 τόνους ή η λιανική τιμή πώλησης προ φόρων του τελικού παραγό- μενου φορτηγού αυτοκίνητου, εφόσον έχει μικτό βάρος μέχρι και 3,5 τόνους.

9.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι διαδικασίες και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τη διαπίστωση του προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

10.

Τα δικαιολογητικά στοιχεία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των φορτηγών οχημάτων ανεξαρτήτου προελεύσεως ή των εγχωρίως παραγομένων, καθορίζονται με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 126.

Άρθρο 124 Τέλος ταξινόμησης μοτοσικλετών
1.

Οι μοτοσικλέτες της δασμολογικής κλάσης 87.11 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης, ως ακολούθως:

361 ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

Μέχρι και 125 κυβικά εκατοστά 0%

Από 126 μέχρι και 249 κυβικά εκατοστά 2%

Από 250 μέχρι και 900 κυβικά εκατοστά 7%

Από 901 μέχρι και 1.400 κυβικά εκατοστά 12%

Από 1.401 μέχρι και 1.600 κυβικά εκατοστά 14%

Από 1.601 μέχρι και 1.800 κυβικά εκατοστά 17%

Από 1.801 και άνω κυβικά εκατοστά 25%. 362

2.

Προκειμένου για κλειστά φορτηγά που προέρχονται από μετατροπή επιβατικών αυτοκινήτων, τα αναφερόμενα στην περίπτωση (γ) της προηγούμενης παραγράφου ποσοστά τέλους τριπλασιάζονται και υπολογίζονται επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται για τα επιβατικά.

3.

Ως αυτοκίνητο όχημα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα νοείται όχι μόνο αυτό που εκ κατασκευής το αμάξωμά του είναι κλειστό αλλά και αυτό που προκύπτει με την προσθήκη στο αμάξωμα ανοικτού φορτηγού, καλύμματος από άκαμπτα στερεά υλικά, ανεξάρτητα αν αφαιρείται εύκολα ή δύσκολα ή αν το πίσω μέρος του αμαξώματος παραμένει ανοικτό.

4.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται από την άθροιση των παρακάτω στοιχείων:

α)

Την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα αξία για τα καινούρια αυτοκίνητα.

Για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα λαμβάνεται υπόψη η τιμή που καθορίζεται από την αρμόδια Τελωνειακή Υπηρεσία Αξιών με βάση τα στοιχεία που η υπηρεσία αυτή διαθέτει Η τεκμαρτή αυτή αξία δεν μπορεί να είναι μικρότερη της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας (τιμή

αγοράς) .

β)

Τους εισαγωγικούς δασμούς που πράγματι καταβάλλονται

γ)

Τα παρεπόμενα έξοδα με τα οποία επιβαρύνονται τα οχήματα, όπως έξοδα προμήθειας, μεσιτείας, τόκων, φόρτωσης, εκφόρτωσης, ασφάλισης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας.

5.

Τα ανοικτά φορτηγά αυτοκίνητα που διασκευάζονται σε κλειστά κατ` εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 11 του άρθρου 4 του ν. 2443/1996 (ΦΕΚ 265 Α) υποβάλλονται αντί των φορολογικών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το ν. 1573/1985 (ΦΕΚ 201 Α) σε τέλος ταξινόμησης, το ύψος του οποίου ορίζεται ως εξής:

-

Για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 901 - 1.400 κυβ. εκατοστά, επτακόσια τριάντα τρία (733) ευρώ.

-

Για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 1.401 - 1.800 κυβ. εκατοστά, χίλια είκοσι επτά (1.027) ευρώ.

-

Για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 1.801 - 2.000 κυβ. εκατοστά, χίλια τετρακόσια εξήντα επτά (1.467) ευρώ.

-

Για τα κυλινδρισμού κινητήρα από 2.001 κυβ. εκατοστά και πάνω δύο χιλιάδες τριακόσια σαράντα επτά (2.347) ευρώ.

6.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων `Εργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι διαδικασίες και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τον χαρακτηρισμό των αυτοκινήτων του άρθρου αυτού ως αντιρρυπαντικής

τεχνολογίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ο έλεγχος της κανονικότητας των αναγραφομένων τιμών επί των τιμοκαταλόγων των φορτηγών αυτοκινήτων και των λοιπών δικαιολογητικών στοιχείων, καθώς κι ο προσδιορισμός της φορολογητέας αξίας των εγχωρίως παραγομένων, υπάγεται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής

της παραγράφου 4 του άρθρου 126 του παρόντα.

Άρθρο 125 Τέλος ταξινόμησης άλλων οχημάτων
1.

Αυτοκίνητα, οχήματα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 2367/1953 (ΦΕΚ 82 Α`) με εξαίρεση εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 121, 122, 123 και 124 του παρόντα Κώδικα, που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ίσο προς τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τέλη κυκλοφορίας ενός (1) έτους.

2.

Τα εκποιούμενα από το Δημόσιο ή τον Οργανισμό Διακίνησης Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.) μεταχειρισμένα αυτοκίνητα οχήματα, τα οποία τίθενται από τους αγοραστές σε κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ίσο προς τα κατά περίπτωση τέλη κυκλοφορίας ενός (1) έτους.

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑ ΑΞΙΑ – ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

363 365 Άρθρο 126 Φορολογητέα Αξία επιβατικών αυτοκινήτων
1.

366 Η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των επιβατικών αυτοκινήτων διαμορφώνεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων του αυτοκινήτου, κατά τύπο, παραλλαγή και έκδοση αυτού, όπως αυτή προκύπτει από τους υποβαλλόμενους τιμοκαταλόγους στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή από τους επίσημους αντιπρόσωπους/διανομείς αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του προαιρετικού (EXTRA) αυτού εξοπλισμού.

Για μεταχειρισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, λαμβάνεται υπόψη η κατά τα παραπάνω τιμή λιανικής πώλησης όμοιου κατά μάρκα, τύπο, παραλλαγή και έκδοση καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου με τον ίδιο εξοπλισμό, κατά το χρόνο κυκλοφορίας του στη διεθνή αγορά, αφού αυτή μειωθεί κατά το ποσοστό απομείωσης που ορίζεται ανάλογα με την ηλικία του και την κατηγορία αμαξώματος.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται τα ως άνω ποσοστά ανά εξάμηνο και έτος ηλικίας του αυτοκινήτου και ανά κατηγορία αμαξώματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των εν λόγω ποσοστών, καθώς και ο τρόπος προσδιορισμού των ποσοστών των ενδιάμεσων μηνών καθορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

Η φορολογητέα αξία, μετά την ως άνω απομείωση, μειώνεται περαιτέρω ποσοστιαία με χρήση συντελεστή 0,10 για κάθε 500 επιπλέον χιλιόμετρα που έχουν διανυθεί από τον ετήσιο μέσο όρο.

Η απομείωση βάσει διανυ- θέντων χιλιομέτρων δεν πρέπει να ξεπερνά το 10% της αξίας που προσδιορίζεται μετά την ως άνω απομείωση.

Ο ετήσιος μέσος όρος διανυθέντων χιλιομέτρων, για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης, ορίζεται στις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000). Η συνολική απομείωση, περιλαμβανόμενης και της απομείωσης λόγω διανυθέντων χιλιομέτρων πέραν του μέσου όρου, δεν δύναται να υπερβαίνει το 95%.

β)

Τα έξοδα ασφάλισης και μεταφοράς του αυτοκινήτου στη χώρα.

2.

Προκειμένου για ασθενοφόρα οχήματα η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης διαμορφώνεται χωρίς το συνυπολογισμό της αξίας του ιατρικού εξοπλισμού αυτών.

3.

Όταν τα στοιχεία διαμόρφωσης της φορολογητέας αξίας επιβολής του τέλους ταξινόμησης των οχημάτων των άρθρων 121, 122, 123 και 124 του παρόντα Κώδικα εκφράζονται σε νόμισμα άλλου κράτους, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του νομίσματος αυτού προς το ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 168 μέχρι και 172 του Κανονισμού (Ε.Ο.Κ.) 2454/1993.

4.

367 Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται τα απαραίτητα ή πρόσφορα για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας ή του κυλινδρισμού του κινητήρα των επιβατικών αυτοκινήτων, δικαιολογητικά στοιχεία, καθώς και η σχετική διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

368 369 Με όμοια απόφαση συνιστάται Ειδική Επιτροπή για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων οχημάτων της επόμενης παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

5.

... 370 371

Άρθρο 127 Κυλινδρισμός κινητήρα
1.

Ο κυλινδρισμός του κινητήρα που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τέλους ταξινόμησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 123, 124 και 125 του παρόντα Κώδικα, δεν μπορεί να είναι κατώτερος εκείνου που καθορίζεται από το εργοστάσιο κατασκευής και περιλαμβάνεται στα διεθνή έντυπα τεχνικών προδιαγραφών για το συγκεκριμένο τύπο αυτοκινήτου.

2.

Σε περίπτωση αντικατάστασης κινητήρα αυτοκινήτου με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού, εφόσον η αντικατάσταση λαμβάνει χώρα εντός τριετίας από την έκδοση της πρώτης άδειας κυκλοφορίας, το τέλος ταξινόμησης επανυπολογίζεται με βάση τον κυλινδρισμό του νέου κινητήρα

και καταβάλλεται η διαφορά κατά την έκδοση της νέας άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας αυτής. Αν αντικατασταθεί ο κινητήρας αυτοκινήτου προσώπων που απαλλάχτηκαν από το τέλος ταξινόμησης με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού από το όριο που προβλέπεται για την απαλλαγή, ανεξάρτητα από το χρόνο αντικατάστασης, καταβάλλεται ολόκληρο το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της νέας άδειας κυκλοφορίας. Οσοι προβαίνουν σε αντικατάσταση κινητήρα αυτοκινήτου τους προκειμένου να τους εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας, οφείλουν να προσκομίσουν στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή τα σχετικά φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για την αγορά ή τοποθέτηση του κινητήρα.

Άρθρο 128 Χρόνος γένεσης υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και απαιτητό αυτού
1.

Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται:

-για τα κοινοτικά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας,

-για τα εγχωρίως παραγόμενα με την ολοκλήρωση της παραγωγής του οχήματος,

-προκειμένου για οχήματα που παράγονται υπό καθεστώς τελωνειακής επίβλεψης κατά την έξοδο από το καθεστώς αυτό,

2.

Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 121, 122, 123 και 124 του παρόντα Κώδικα, το αργότερο:

-για τα μεταφερόμενα ή αποστελλόμενα από τα λοιπά Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή, η ειδική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχήςν της ειδικής δήλωσης.

-για τα εισαγόμενα οχήματα, τη 15η ημέρα από τη θέση αυτών σε ανάλωση ή την ημερομηνία αποδοχής του σχετικού παραστατικού της παραγράφου 3 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, εφόσον αυτό κατατεθεί νωρίτερα,

-για τα εγχωρίως παραγόμενα, κατά το χρόνο που γεννάται η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού.

3.

Οταν τα οχήματα τίθενται σε ένα από τα καθεστώτα αναστολής του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα ή στα τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα του άρθρου 84 παράγραφος 1 στοιχείο α` του Κανονισμού Ε.Ο.Κ. 2913/1992 (ΕΕL 302/19.10.1992) το τελος ταξινόμησης και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) καθίστανται απαιτητοί κατά την έξοδο των οχημάτων, έστω και αντικανονικά από τα καθεστώτα αυτά. Η θέση των οχημάτων στα καθεστώτα αυτά θα πρέπει να γίνει πριν το τέλος ταξινόμησης καταστεί απαιτητό, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

4.

372 Το τέλος ταξινόμησης για τα επιβατικά αυτοκίνητα του άρθρου 121α, καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν από τη θέση αυτών σε κυκλοφορία και το αργότερο τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή, η ειδική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης. Εφόσον δεν συντρέχει για τα εν λόγω αυτοκίνητα υποχρέωση ταξινόμησης, το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό 5 ημέρες από την είσοδο τους στη χώρα και ως θέση σε κυκλοφορία, νοείται η χρήση του οδικού δικτύου της χώρας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

Άρθρο 129 Μεταφορά, αποστολή, άφιξη κοινοτικών οχημάτων 373
1.

374 Τα κοινοτικά οχήματα που αναφέρονται στα άρθρα 121,121α, 122, 123 και 124 του παρόντος Κώδικα, καθώς και οι βάσεις των δασμολογικών κλάσεων 87.02 και 87.06 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία εισέρχονται στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως στην πλη- σιέστερη Τελωνειακή Αρχή..

2.

375 Όταν τα παραπάνω οχήματα, μεταφέρονται έμφορτα ή αυτοδύναμα στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή ή τον ιδιοκτήτη των οχημάτων ή τον παραλήπτη ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους.

3.

376 Κατά τη δήλωση των οχημάτων της παραγράφου 1 καθορίζεται η αναγκαία προθεσμία για τη μεταφορά των οχημάτων στον δηλωθέντα πρώτο ή τελικό τόπο προορισμού.

4.

Η κατά τις ανωτέρω παραγράφους δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα κοινοτικά οχήματα εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα.

5.

Τα κοινοτικά οχήματα δύναται, πριν από τη βεβαίωση του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, να επαναποστέλονται στα λοιπά Κράτη - Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) ή να εξάγονται σε τρίτες χώρες.

6.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

377 378 379 380 381

382 Άρθρο 130 Βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης οχημάτων – Πιστοποιητικά ταξινόμησης
1.

Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.

2.

Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής ενωσιακών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Για τα οχήματα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 133 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).

3.

Η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης ή η χορήγηση οριστικής απαλλαγής από αυτό, των οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες, γίνεται:

α)

όταν το τέλος καταβληθεί κατά το χρόνο θέσης σε ανάλωση, επί του ιδίου παραστατικού που χρησιμοποιείται για τη βεβαίωση και είσπραξη των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων εισαγωγής,

β)

όταν το τέλος καταβληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, επί της ειδικής δήλωσης της παρ. 2. Η ειδική δήλωση υποβάλλεται στην τελωνειακή αρχή στην οποία έγινε η θέση σε ανάλωση του οχήματος και συσχετίζεται με το παραστατικό θέσης σε ανάλωση που μέχρι τότε παραμένει σε εκκρεμότητα,

γ)

όταν τα οχήματα έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό ανασταλτικό καθεστώς επί του παραστατικού με το οποίο τίθενται σε ανάλωση.

4.

Οι συντελεστές, που λαμβάνονται υπόψη για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και εφόσον το όχημα είναι ενωσιακό και του Φ.Π.Α., είναι εκείνοι που ισχύουν κατά το χρόνο που το τέλος καθίσταται απαιτητό. Αν μειωθούν οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης ή και του Φ.Π.Α., μετά την υποβολή του παραστατικού βεβαίωσης και είσπραξης και πριν από την έκδοση του αποδεικτικού είσπραξης, εφαρμόζεται ο ευνοϊκότερος για τον υπόχρεο συντελεστής. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν το αποδεικτικό είσπραξης δεν εκδόθηκε για λόγους που αποκλειστικά βαρύνουν τον υπόχρεο. Αν δεν υποβληθεί η δήλωση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 129 και εφόσον οι τελωνειακές αρχές αδυνατούν να προσδιορίσουν το χρόνο κατά τον οποίο το τέλος κατέστη απαιτητό, οι συντελεστές, που λαμβάνονται υπόψη για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), είναι αυτοί που ισχύουν κατά την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης.

5.

Μετά την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και των λοιπών επιβαρύνσεων ή τη νόμιμη οριστική απαλλαγή από αυτά εκδίδονται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή αποδεικτικό είσπραξης και πιστοποιητικό ταξινόμησης ή τελωνισμού του οχήματος.

6.

α) Με αποφάσεις του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης, του αποδεικτικού είσπραξης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

β)

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ταξινόμησης και ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στην ψηφιοποίησή του, τη διακίνηση, τη διαχείριση, την καταχώριση, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την έκδοση του πιστοποιητικού ταξινόμησης θέμα.

7.

Μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη του οχήματος ή του νόμιμου αντιπροσώπου του που υποβάλλεται πριν τη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο της πρόθεσης της τελωνειακής αρχής να προβεί στην επαλήθευση των στοιχείων αυτού, επιτρέπεται η διόρθωση των εκ παραδρομής δηλωθέντων στοιχείων της Ειδικής Δήλωσης, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο όχημα.

Διόρθωση της Δήλωσης δεν επιτρέπεται αν κατά την αποδοχή ή την καταχώριση διαπιστώνεται ανακρίβεια των στοιχείων αυτής.

8.

Μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη του οχήματος ή του νόμιμου αντιπροσώπου του επιτρέπεται η ακύρωση της Ειδικής Δήλωσης, εφόσον συντρέχει συγγνωστή νομική ή πραγματική πλάνη αυτού, που συνεπάγεται αδυναμία ταξινόμησης του οχήματος από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ή ικανοποίησης όλων των προβλεπόμενων προϋποθέσεων υπαγωγής του οχήματος σε ειδικό απαλλακτικό φορολογικό καθεστώς.

Εάν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον ιδιοκτήτη του οχήματος ότι προτίθενται να προβούν στην εξέταση αυτού, αίτηση ακύρωσης της Δήλωσης μπορεί να γίνει δεκτή μόνο μετά την πραγματοποίηση της εξέτασης.

Η διόρθωση ή η ακύρωση της Δήλωσης δεν επιδρά στην εφαρμογή των ισχυουσών κατασταλτικών διατάξεων.

9.

Για την επαλήθευση των στοιχείων που αναγράφονται στην Ειδική Δήλωση οχήματος, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 33, καθώς και οι αντίστοιχες περί διασαφήσεων και επαλήθευσης εμπορευμάτων διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 269), του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 343) και του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2447/2015 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Αν κατά τον έλεγχο και την επαλήθευση του οχήματος διαπιστωθούν διαφορές, εφαρμόζεται το άρθρο 42.

10.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται εθνικές αρχές, ως εθνικά σημεία επαφής, αρμόδια για την επεξεργασία εισερχόμενων και εξερχόμενων αιτημάτων για δεδομένα ταξινόμησης οχημάτων, καθώς και λοιπά θέματα που αφορούν στους όρους λειτουργίας της αυτοματοποιημένης διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών ταξινόμησης οχημάτων με χρήση της εφαρμογής λογισμικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για Οχήματα και Άδειες Οδήγησης (EUCARIS), για τους σκοπούς του Φ.Π.Α., όπως προβλέπεται στο άρθρο 21α του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2010 για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας.

11.

Το τέλος ταξινόμησης που βεβαιώθηκε και εισπράχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, επιστρέφεται, σε περίπτωση οχημάτων, τα οποία δεν ταξινομήθηκαν, με συνέπεια να μην κυκλοφορήσουν στο εσωτερικό της χώρας, λόγω εξαγωγής σε τρίτες χώρες ή αποστολής τους σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. Δικαιούχος της επιστροφής είναι το πρόσωπο της παρ. 1, το οποίο κατέβαλε το τέλος ταξινόμησης με την κατά περίπτωση υποβολή του προβλεπόμενου από τις παρ. 2 και 3 τελωνειακού παραστατικού. Το σχετικό δικαίωμα παρέχεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την επιστροφή του τέλους ταξινόμησης.

Άρθρο 131 Βεβαίωση και είσπραξη εκ των υστέρων – Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων

Οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιβαρύνσεις των κοινοτικών οχημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ – ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ – ΑΝΑΣΤΟΛΕΣ

383 Άρθρο 132 Οριστικές απαλλαγές
1.

Τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται από τις Ιερές Μονές του

Αγίου Ορους απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης, εφόσον έχει

προηγηθεί έγκριση της Ιεράς Κοινότητας για την απόκτησή τους.

2.

Οπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από

τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό

τέλος επιβατικών αυτοκινήτων, θα παρέχεται, με τους αυτούς όρους και

προϋποθέσεις, πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης.

3.

Οπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή μόνο

από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), θα παρέχεται, με τους αυτούς

όρους και προϋποθέσεις, απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης ως ακολούθως:

α)

Για επιβατικά οχήματα ή αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και μοτοσικλέτες

ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) του προβλεπόμενου κατά περίπτωση

τέλους ταξινόμησης.

β)

Για φορτηγά αυτοκίνητα ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) του

προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης.

γ)

Για τα επιβατικά οχήματα ή αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και μοτοσικλέτες, που παραλαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.245/88 ΑΥΟ (ΦΕΚ 195 Β`), που κυρώθηκε με το ν. 1839/1989 (ΦΕΚ 90 Α), για τα οποία πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1α του άρθρου 5 της απόφασης αυτής, πλήρης απαλλαγή του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης.

4.

Οπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται απαλλαγή από τα δύο

τρίτα (2/3) του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) επιβατικών

αυτοκινήτων, θα παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις,

απαλλαγή από το πενήντα τοις εκατό (50%) του προβλεπόμενου τέλους

ταξινόμησης.

5.

Οι παραπάνω απαλλαγές από το τέλος ταξινόμησης θα παρέχονται και

στα κοινοτικά ή στα παραγόμενα στο εσωτερικό της χώρας αυτοκίνητα

οχήματα, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται από τις

κείμενες διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο

Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για αυτοκίνητα

οχήματα που εισάγονται από τρίτες χώρες.

6.

385 386 Για αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και αποδεσμεύονται, πριν από την παρέλευση του κατά περίπτωση ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος, εισπράττεται το τέλος ταξινόμησης που αναλογεί ή η διαφορά μεταξύ του τέλους αυτού και του τέλους ταξινόμησης που έχει καταβληθεί. Το τέλος ταξινόμησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 140 του παρόντος Κώδικα, θα υπολογίζεται με βάση τα φορολογικά στοιχεία και τους συντελεστές φορολογίας που ισχύουν για τα αυτοκίνητα αυτά κατά το χρόνο της αποδέσμευσης.

Σε περίπτωση κλοπής αυτοκινήτων που έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και υπό την προϋπόθεση ότι, παρέχεται από τις ισχύουσες διατάξεις η δυνατότητα εκ νέου χορήγησης απαλλαγής από το φόρο, για την εκ νέου υπαγωγή του δικαιούχου στο δικαίωμα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο συντελείται η κλοπή, εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται εντός του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, οφείλεται το αναλογούν για το κλαπέν αυτοκίνητο τέλος ταξινόμησης, ενώ εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται πέραν του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, απαλλάσσεται ο δικαιούχος από την καταβολή του αντίστοιχου τέλους ταξινόμησης.

7.

387 388 389 Κατ` εξαίρεση των ρυθμίσεων της προηγούμενης παραγράφου, τα επιβατικά αυτοκίνητα, που παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τους ανάπηρους πολίτες, τους πολύτεκνους γονείς και τους γονείς με τρία τέκνα και συνεπεία θανάτου αυτών, περιέρχονται στους κληρονόμους των ανωτέρω προσώπων, αυτοί καταβάλλουν τόσα δέκατα του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί ή αντίστοιχα της διαφοράς μεταξύ του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί και του τέλους ταξινόμησης που έχει καταβληθεί, όσα είναι και τα εξάμηνα που υπολείπονται για τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος. Το κλάσμα του εξαμήνου θεωρείται ως ολόκληρο εξάμηνο.

Το τέλος ταξινόμησης θα υπολογίζεται με βάση τα φορολογικά στοιχεία και τους συντελεστές φορολογίας που ισχύουν για τα αυτοκίνητα αυτά κατά το χρόνο της αποδέσμευσης.

Οι νόμιμοι κληρονόμοι δύναται να αποδεσμεύουν τελωνειακά, εντός του εκάστοτε ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος, επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις για τα άτομα με αναπηρίες και έχει περιέλθει στην κατοχή τους κατόπιν κληρονομικής διαδοχής, μέσω μεταβίβασης σε άλλο δικαιούχο της ίδιας απαλλαγής πρόσωπο χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης και με νέα εκκίνηση του προβλεπόμενου περιοριστικού διαστήματος παρακολούθησης της ατέλειας από την ημερομηνία της μεταβίβασης.

390 Τα επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τα άτομα με αναπηρίες και συνεπεία θανάτου αυτών περιέρχονται στους νόμιμους κληρονόμους τους, τακτοποιούνται τελωνειακά από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την ημερομηνία θανάτου του δικαιούχου προσώπου.

391 Σε περίπτωση υποβολής αιτημάτων τακτοποίησης - αποδέσμευσης αναπηρικών αυτοκινήτων από τους κληρονόμους των αποθανόντων δικαιούχων μετά την πάροδο της διετίας, η εν λόγω τακτοποίηση-αποδέσμευση θα πραγματοποιείται από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής, μετά την επιβολή από την αρμόδια τελωνειακή αρχή του προβλεπόμενου από την παράγραφο 2 του άρθρου 147 προστίμου, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.

8.

392 Επιβατικά αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί ατελώς με τις διατάξεις των αναπήρων και ζητείται η αποδέσμευση τους από το καθεστώς της ατέλειας μετά την παρέλευση πενταετίας και μέχρι τη συμπλήρωση επταετίας από τον τελωνισμό τους, υποβάλλονται στο τριάντα τοις εκατό (30%) του τέλους ταξινόμησης, το οποίο θα υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 121 του παρόντος Κώδικα. Μετά την παρέλευση της επταετίας δεν οφείλεται τέλος ταξινόμησης.

8Α.

393 α. Όταν καταστρέφεται ολοσχερώς αυτοκίνητο που έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για τα άτομα με αναπηρίες, είναι δυνατή η αντικατάστασή του με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης εντός του ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος τελωνειακής παρακολούθησής του.

β. Το δικαίωμα αντικατάστασης αυτοκινήτου λόγω ολικής καταστροφής, σύμφωνα με την παρ. 1 παρέχεται άπαξ ανά δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλονται στην τελωνειακή αρχή:

βα)

αίτηση για την παραλαβή νέου αυτοκινήτου με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης,

ββ)

ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της οικείας Αστυνομικής Υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δηλώσει την ολική καταστροφή,

βγ)

πράξη οριστικής διαγραφής από τα Μητρώα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών του αυτοκινήτου που καταστράφηκε,

βδ)

βεβαίωση ότι το αυτοκίνητο που καταστράφηκε έχει εγκαταλειφθεί υπέρ του Δημοσίου μέσω τελωνειακής αρχής και,

βε)

βεβαίωση της αρμόδιας Διεύθυνσης Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (ΔΙ.Δ.Δ.Υ.) της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε., ότι το αυτοκίνητο που εγκαταλείφθηκε σύμφωνα με την περ. δ` έχει χαρακτηριστεί ως Όχημα Τέλους Κύκλου Ζωής (Ο.Τ. Κ.Ζ.).

9.

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικης Αλληλεγγύης, τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας Πρόνοιας (Πε.Σ.Υ.Π.) και αποκεντρωμένες μονάδες αυτών, το Εθνικό Κέντρο Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), καθώς και νοσοκομεία που λειτουργούν ως Ν.Π.Ι.Δ. επιχορηγούμενα από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α). 394 395

9Α.

396 Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα και οι ειδικές κινητές μονάδες, καινούρια ή μεταχειρισμένα, που αποκτώνται από Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον τα οχήματα αυτά παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό του ΕΚΑΒ ή παρα-χωρούνται για χρήση στο ΕΚΑΒ. Αν η παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό του ΕΚΑΒ ή η παραχώρηση της χρήσης των ανωτέρω οχημάτων στο ΕΚΑΒ, λήξουν πριν από τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής, εισπράττεται το ποσό του τέλους ταξινόμησης που υπολείπεται, κατά τον χρόνο λήξης της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών για λογαριασμό του ΕΚΑΒ ή λήξης της παραχώρησης της ως άνω χρήσης στο ΕΚΑΒ. Το αναλογούν τέλος ταξινόμησης υπολογίζεται με βάση το τέλος ταξινόμησης για το οποίο χορηγήθηκε η απαλλαγή και τους μήνες που υπολείπονται για τη συμπλήρωση της πενταετίας. Για τον υπολογισμό του αναλογούντος τέλους ταξινόμησης λογίζεται ως μήνας διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών.

10.

397 Το προσωπικό των αναγνωρισμένων από την Ελλάδα Διεθνών Οργανισμών ή των μελών τους, καθώς επίσης και των Ευρωπαϊκών Οργανισμών που έχουν ίδια διεθνή νομική προσωπικότητα, μπορούν να τύχουν διευρυμένου καθεστώτος απαλλαγών για τα αυτοκίνητα που παραλαμβάνουν, εφόσον συμφωνηθεί μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του εκάστοτε Οργανισμού πέραν των προβλεπομένων από τις Συμφωνίες Έδρας τους. Τα πρόσωπα αυτά, με εξαίρεση το προσωπικό που προσλαμβάνεται τοπικά, μπορούν να παραλαμβάνουν ατελώς τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα ή να τα αντικαθιστούν ατελώς, με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για κάθε ένα εκ των Οργανισμών αυτών.

11.

398 399 400 401 α) Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα πάσης φύσεως αυτοκίνητα οχήματα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, καθώς και ασθενοφόρα και ειδικές κινητές μονάδες, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στο Δημόσιο - συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος / Ελληνικής Ακτοφυλακής - για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από τον οικείο Υπουργό.

β)

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα πάσης φύσεως αυτοκίνητα οχήματα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, καθώς και ασθενοφόρα και ειδικές κινητές μονάδες, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` Βαθμού για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από το οικείο όργανο ή Υπουργό, κατά περίπτωση.

γ)

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα και οι ειδικές κινητές μονάδες, καινούρια ή μεταχειρισμένα, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στο Υπουργείο Υγείας, στα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. στις Δ.Υ.Πε. του Π.Ε.Δ.Υ. και στο Ε.Κ.Α.Β. για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από τον οικείο Υπουργό.

12.

402 Απαλλάσσονται από δασμό και τέλος ταξινόμησης τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται στα πλαίσια διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Βιέννης της 18.4.1961 περί των διπλωματικών σχέσεων που κυρώθηκε με το Ν.δ. 503/70 (Α΄108) και της Σύμβασης της Βιέννης της 24.4.1963 επί των προξενικών σχέσεων που κυρώθηκε με το ν. 90/1975 (Α΄150), αντίστοιχα.

13.

403 Απαλλάσσονται από δασμό και τέλος ταξινόμησης τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται από αναγνωρισμένους στην Ελλάδα διεθνείς οργανισμούς ή τα μέλη των οργανισμών αυτών, καθώς και το προσωπικό τους, μέσα στα όρια και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις για την ίδρυσή τους ή από τις συμφωνίες για την έδρα τους.

14.

α) Τα αυτοκίνητα οχήματα των παραγράφων 12 και 13 του παρόντος άρθρου απαγορεύεται να μεταβιβαστούν, μισθωθούν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παραχωρηθεί η χρήση τους πριν από την πάροδο πέντε (5) ετών από την ατελή παραλαβή τους χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής και την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. Μετά την παρέλευση του ανωτέρω περιοριστικού διαστήματος, τα ανωτέρω αυτοκίνητα οχήματα, κατόπιν άδειας της τελωνειακής αρχής, δύνανται να μεταβιβάζονται ελεύθερα από δασμούς και φόρους.

β)

Δεν απαιτείται η καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων εντός του ανωτέρω περιοριστικού διαστήματος στις περιπτώσεις όπου τα ανωτέρω αυτοκίνητα οχήματα, είτε μεταβιβαστούν σε άλλο δικαιούχο της ατέλειας πρόσωπο, είτε εξαχθούν σε τρίτη χώρα, είτε αποσταλούν σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είτε εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου, είτε καταστραφούν.

15.

404 405 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 133 Καθεστώτα αναστολής και προσωρινής απαλλαγής οχημάτων
1.

Τα κοινοτικά οχήματα δύνανται να τίθενται σε καθεστώς φορολογικής

αποθήκης και για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στο καθεστώς αυτό

τελούν σε αναστολή καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου

Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).

2.

406 Τα κοινοτικά οχήματα δύνανται να παραμένουν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας χωρίς να απαιτείται η καταβολή του τέλους ταξινόμησης. Για τη χορήγηση της προσωρινής αυτής απαλλαγής από την καταβολή του τέλους ταξινόμησης εφαρμόζονται ανάλογα οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής για τα οχήματα τρίτων χωρών που εισάγονται προσωρινά στη χώρα.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του ν. 1477/1984 (ΦΕΚ

144 Α`) εφαρμόζονται ανάλογα και για τα κοινοτικά επιβατικά αυτοκίνητα

με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού

Οικονομικών.

4.

Οπου από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του τελωνειακού

καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής

παρέχεται απαλλαγή από δασμούς και φόρους στα αυτοκίνητα οχήματα, λόγω

υπαγωγής τους στο παραπάνω καθεστώς, θα παρέχεται απαλλαγή και από το

τέλος ταξινόμησης, για όσο διάστημα τα οχήματα παραμένουν στο καθεστώς

αυτό.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

Άρθρο 134 Φορολογικές αποθήκες κοινοτικών οχημάτων
1.

Για τη σύσταση και λειτουργία των φορολογικών αποθηκών απαιτείται

άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση

του ενδιαφερομένου.

2.

Οι αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές ασκούν εποπτεία και έλεγχο στις

φορολογικές αποθήκες, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α)

οι προϋποθέσεις με τις οποίες χορηγείται η άδεια λειτουργίας των

φορολογικών αποθηκών.

β)

η διαδικασία παραλαβής ή αποστολής των οχημάτων από τις

φορολογικές αποθήκες.

γ)

οι όροι αποθήκευσης και λογιστικής διαχείρισης των οχημάτων.

δ)

ο τρόπος παρακολούθησης των οχημάτων και της άσκησης του ελέγχου

αυτών.

ε)

ο χρόνος διάρκειας της λειτουργίας των αποθηκών αυτών και οι λόγοι

ανάκλησης της άδειας αυτής πριν από το χρόνο λήξης.

στ)

κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του

παρόντος άρθρου.

Άρθρο 135 Αναγνώριση εγκεκριμένου αποθηκευτή κοινοτικών οχημάτων
1.

Για το χαρακτηρισμό προσώπου ως εγκεκριμένου αποθηκευτή απαιτείται

άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση

του ενδιαφερομένου.

2.

Για να παρασχεθεί η άδεια της προηγούμενης παραγράφου, το

ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει:

α)

να παραλαμβάνει, να κατέχει ή να αποστέλλει κατά την άσκηση του

επαγγέλματός του κοινοτικά οχήματα που τελούν σε αναστολή καταβολής του

τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), εφόσον

βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη,

β)

να μην έχει διαπράξει σοβαρές καθ` υποτροπή παραβάσεις της

Φορολογικής ή Τελωνειακής Νομοθεσίας.

3.

Ο εγκεκριμένος αποθηκευτής:

α)

υποχρεούται:

-να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του τον προβλεπόμενο για

φορολογικούς σκοπούς Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.),

-να τηρεί λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων ή κινήσεων των οχημάτων ανά

αποθήκη,

-να επιδεικνύει τα οχήματα σε κάθε ζήτηση της αρμόδιας Τελωνειακής

Αρχής,

-να δέχεται οποιονδήποτε έλεγχο,

-να παρέχει εγγύηση για τη Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου,

-να συμμορφώνεται με άλλες υποχρεώσεις, που επιβάλλει ο Υπουργός

Οικονομικών και η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή,

-να διαθέτει εντός των αποθηκών και αδαπάνως για το Δημόσιο κατάλληλο

και ασφαλή στεγασμένο χώρο για την εγκατάσταση της αρμόδιας Τελωνειακής

Αρχής προς διενέργεια των κατά περίπτωση απαιτούμενων εργασιών και

διατυπώσεων,

-να ενημερώνει την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή

των δεδομένων που έχουν ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της άδειας και να

παρέχει τα επιβαλλόμενα από αυτήν πρόσθετα διασφαλιστικά μέτρα.

β)

επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τις επιβαρύνσεις που

αναλογούν στα οχήματα.

γ)

ευθύνεται επίσης αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις πράξεις των

αποθηκαρίωντων αποθηκών αυτών σε περίπτωση καταλογισμού τους από την

αρμόδια Τελωνειακή Αρχή.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι

προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας εγκεκριμένου αποθηκευτή, καθώς

και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος

άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ

ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ - ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Άρθρο 136 Περιορισμοί στην κατοχή και κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων
1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα,

πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να

κατέχουν, πέρα από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2του άρθρου 130

προθεσμία ή να κυκλοφορούν πέρα από την προθεσμία της παραγράφου 3 του

άρθρου 129 του παρόντα Κώδικα, κοινοτικά οχήματα χωρίς την καταβολή του

τέλους ταξινόμησης.

2.

Δεν επιτρέπεται η μετακίνηση των παραπάνω οχημάτων από τον πρώτο

τόπο προορισμού σε άλλον, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας

Τελωνειακής Αρχής.

3.

Οι μετά την ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής

περιΟρισμοί και κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των περιορισμών αυτών,

που προβλέπονται από τις διατάξεις που παρέχουν απαλλαγή από το τέλος

ταξινόμησης στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες οχήματα, θα εφαρμόζονται

ανάλογα και στα κοινοτικά οχήματα για τα οποία παρασχέθηκε οριστική

απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 132 του παρόντα Κώδικα.

Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής αντί της ημερομηνίας αποδοχής

του παραστατικού εισαγωγής θα λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία αποδοχής

της ειδικής δήλωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα.

4.

Οχήματα ιδιωτικής χρήσης, που φέρουν άδεια κυκλοφορίας προσωρινού

τύπου άλλου Κράτους - Μέλους της Κοινότητας ή τρίτης χώρας και

πρόκειται να τεθούν στο καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του

παρόντα Κώδικα ή σε τελωνειακό καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, δεν

επιτρέπεται να παραμένουν ή και να κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας,

πέρα από την ημερομηνία ισχύος της παραπάνω άδειας κυκλοφορίας.

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ

407 408 Άρθρο 137 Παραβάσεις – κυρώσεις

Α. Κοινοτικά οχήματα

1.

Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους Α1, Α4, Β5, Β6, καθώς και των αναφερομένων στις παραγράφους Γ2, Γ4, Γ5 και Γ12 τα οχήματα υπόκεινται και σε προσωρινή δέσμευση, με πράξη της Τελωνειακής Αρχής που διαπίστωσε την παράβαση, εάν δεν διασφαλίζεται η είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου..

Στις ανωτέρω περιπτώσεις επιβάλλεται εφάπαξ πρόστιμο, το οποίο καθορίζεται ως κατωτέρω:

α)

Επιβατικά οχήματα και τύπου JEEP:

Μέχρι 1.400 κυβικά εκατοστά 2.500 ευρώ

από 1.401 μέχρι 1.600 κυβικά εκατοστά 3.000 ευρώ

από 1.601 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 5.000 ευρώ

από 2.001 μέχρι 3.000 κυβικά εκατοστά 8.000 ευρώ

από 3.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 10.000 ευρώ

β)

Μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα:

Μέχρι 500 κυβικά εκατοστά 300 ευρώ

από 501 μέχρι 750 κυβικά εκατοστά 400 ευρώ

από 751 μέχρι 1.000 κυβικά εκατοστά 700 ευρώ

από 1.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 1.000 ευρώ

γ)

Φορτηγά αυτοκίνητα:

αα. Φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους πάνω από 3,5 τόννους ανεξαρτήτως κυλινδρισμού: 2.000 ευρώ

ββ. Ανοικτά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους μέχρι και 3,5 τόννους ανεξαρτήτως κυλινδρισμού: 1.500 ευρώ

γγ. Κλειστά φορτηγά μικτού βάρους μέχρι και 3,5 τόνους:

Μέχρι 1.400 κυβικά εκατοστά 1.300 ευρώ

Από 1.401 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 1.800 ευρώ

Από 2.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 2.000 ευρώ

δ)

Βάσεις φορτηγών των προηγούμενων υποπεριπτώσεων 1.500 ευρώ για την υποπερίπτωση αα` και 1.200 ευρώ για τις υποπεριπτώσεις ββ` και γγ`.

Τα παραπάνω πρόστιμα επιβάλλονται μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 2 του άρθρου 128 του παρόντα Κώδικα προθεσμίας.

2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και όταν έχει υποβληθεί η δήλωση άφιξης του οχήματος όμως ο υπόχρεος δεν προσέρχεται στην Τελωνειακή Αρχή μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος ταξινόμησης κατέστη απαιτητό για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου Α1 δεν εφαρμόζονται όταν, πριν από τη διαπίστωση της παραπάνω παράβασης από τις διωκτικές αρχές της χώρας, τα εν λόγω πρόσωπα προσέρχονται αυτοβούλως στην Τελωνειακή Αρχή για την τήρηση των προβλεπόμενων, κατά περίπτωση, διατυπώσεων. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλονται τα πρόστιμα της παραγράφου Α4 του παρόντος άρθρου. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η ημερομηνία άφιξης του οχήματος στη χώρα, αντί του προστίμου της περίπτωσης δ` της παραγράφου Α4 του παρόντος άρθρου επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

4.

Η διάπραξη των αναφερόμενων παρακάτω παραβάσεων χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επισύρει, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόστιμα:

α)

Για τη μη υποβολή της δήλωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 129, πρόστιμο οκτακοσίων (800) ευρώ για κάθε όχημα..

β)

Για την κυκλοφορία του οχήματος πέραν της προθεσμίας της παραγράφου 3 του άρθρου 129 πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το οποίο μειώνεται στο ένα πέμπτο (1/5) αν ο ιδιοκτήτης του οχήματος είναι δικαιούχος οριστικής απαλλαγής βάσει των διατάξεων του άρθρου 132.

γ)

Για τη μη τήρηση των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 136 πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ.

δ)

Για την εκπρόθεσμη υποβολή της ειδικής δήλωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, την εκπρόθεσμη επαναποστολή ή εξαγωγή ή εγκατάλειψη ή καταστροφή ή ακινητοποίηση του οχήματος, πρόστιμο για κάθε ημέρα καθυστέρησης ως εξής:

Επιβατικά αυτοκίνητα και τύπου JEEP:

Μέχρι 900 κυβικά εκατοστά 10 ευρώ

από 901 μέχρι 1.200 κυβικά εκατοστά 12 ευρώ

από 1.201 μέχρι 1.600 κυβικά εκατοστά 15 ευρώ

από 1.601 μέχρι 1.800 κυβικά εκατοστά 20 ευρώ

από 1.801 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 25 ευρώ

από 2.001 μέχρι 2.500 κυβικά εκατοστά 30 ευρώ

από 2.501 μέχρι 3.000 κυβικά εκατοστά 40 ευρώ

από 3.001 μέχρι 4.000 κυβικά εκατοστά 45 ευρώ

από 4.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 50 ευρώ

Φορτηγά αυτοκίνητα ανεξαρτήτως κυλινδρισμού, είκοσι (20) ευρώ.

Μοτοσυκλέτες ανεξαρτήτως κυλινδρισμού δέκα (10) ευρώ.

Τα παραπάνω πρόστιμα περιορίζονται στο 50% του αναφερόμενου κατά περίπτωση ποσού, όταν πρόκειται για οχήματα που κυκλοφορούν κατ` εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα.

ε)

Για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης, που αφορά η ειδική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε ημέρα καθυστέρησης, όπως αυτό ορίζεται στην πιο πάνω περίπτωση δ`. Το πρόστιμο αυτό δεν επιβάλλεται όταν η εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του παραλήπτη του οχήματος.

στ)

Όταν το όχημα, το οποίο κυκλοφορεί στη χώρα κατ` εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του Κώδικα, οδηγείται από τρίτο, μη δικαιούχο, πρόσωπο, επιβάλλεται πρόστιμο επτακοσίων (700) ευρώ, εφόσον το δικαιούχο πρόσωπο βρισκόταν στη χώρα κατά το χρόνο που συντελέστηκε η παράβαση. Η οδήγηση του παραπάνω οχήματος από τρίτο, μη δικαιούχο, πρόσωπο συνιστά έξοδο του οχήματος από το καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα, αν κατά το χρόνο που διαπιστώνεται η παράβαση το δικαιούχο πρόσωπο δεν βρίσκεται στη χώρα. Κατά του μη δικαιούχου προσώπου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου Α1 του παρόντος άρθρου.

ζ)

410 Για τη μη τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων υπαγωγής των κοινοτικών οχημάτων στις ρυθμίσεις του άρθρου 121α του παρόντα Κώδικα, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, εκτός από την εκπρόθεσμη επαναποστολή ή εξαγωγή, για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο της πιο πάνω περίπτωσης δ` και την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης ή της διαφοράς αυτού, για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο της πιο πάνω περίπτωσης ε`.

5.

Το βάρος της απόδειξης προς τις Τελωνειακές Αρχές της συνδρομής των προϋποθέσεων για την άσκηση των ευεργετημάτων των άρθρων 132 και 133 του παρόντα Κώδικα φέρουν οι ενδιαφερόμενοι

Β. Οχήματα Τρίτων Χωρών

1.

Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, που ισχύουν για τον εισαγωγικό δασμό και το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των οχημάτων, εφαρμόζονται και για το τέλος ταξινόμησης.

2.

Η κατοχή ή κυκλοφορία οχήματος που έχει τεθεί σε ανάλωση, χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που το τέλος κατέστη απαιτητό, χωρίς ο υπόχρεος να προσέλθει στην Τελωνειακή Αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος, καθώς και η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων Τρίτων Χωρών από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενων του παρόντα Κώδικα.

3.

Στις περιπτώσεις των παραπάνω παραγράφων δεν ασκείται ποινική δίωξη, εφόσον αμέσως καταβληθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρόστιμο ίσο με το ύψος των αναλογουσών στο όχημα δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και παραιτηθούν των προβλεπομένων ενδίκων μέσων κατά της καταλογιστικής πράξης επιβολής του τέλους αυτού.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων Β1 και Β2 δεν εφαρμόζονται, όταν το πρόσωπο που κατέχει ή κυκλοφορεί όχημα χωρίς να έχει καταβάλει τις οφειλόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, πριν από τη διαπίστωση της παράβασης αυτής από τις διωκτικές αρχές, προσέρχεται αυτοβούλως στην Τελωνειακή Αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλονται τα πρόστιμα της περίπτωσης δ` της παραγράφου Α4 του παρόντος άρθρου. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίζει στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται η ημερομηνία άφιξης του οχήματος στη χώρα, αντί του προστίμου της περίπτωσης δ` της παραγράφου Α4 του παρόντος άρθρου επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

5.

Για την εκπρόθεσμη υποβολή της ειδικής δήλωσης της περίπτωσης β` της παραγράφου 3 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα ή την εκπρόθεσμη αποστολή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξαγωγή, ακινητοποίηση, εγκατάλειψη, καταστροφή του οχήματος, επιβάλλεται για κάθε ημέρα καθυστέρησης το πρόστιμο που προβλέπεται από την περίπτωση δ` της παραγράφου Α4 του παρόντος όρθρου.

6.

Για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης, που αφορά ειδική δήλωση της περίπτωσης β` της παραγράφου 3 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα που υποβλήθηκε εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα, επιβάλλεται για κάθε ημέρα καθυστέρησης το πρόστιμο που προβλέπεται από την περίπτωση δ` της παραπάνω παραγράφου Α4. Το πρόστιμο αυτό δεν επιβάλλεται όταν η εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του παραλήπτη του οχήματος.

Γ. Οχήματα Κοινοτικών και Τρίτων Χωρών

1.

Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παραπάνω παραγράφους Α 1, Α4, Β5, Β6, καθώς και των αναφερομένων στις παραγράφους Γ2, Γ4 και Γ5, τα οχήματα υπόκεινται και σε προσωρινή δέσμευση, με πράξη της Τελωνειακής Αρχής που διαπίστωσε την παράβαση, εάν δεν διασφαλίζεται η είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου. Η δέσμευση αυτή πραγματοποιείται με ακινητοποίηση αυτών σε τελωνειακούς χώρους ή φύλαξη στον Ο.Δ.Δ.Υ. ή ακινητοποίηση σε ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης με ευθύνη και οικονομική επιβάρυνση του κατόχου του οχήματος και με τη λήψη αξιόχρεης εγγύησης.

Η απόδοση των δεσμευθέντων οχημάτων γίνεται μετά από την καταβολή των οφειλόμενων προστίμων και τυχόν άλλων προβλεπόμενων επιβαρύνσεων. Αν το όχημα δεν παραληφθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η καταλογιστική πράξη επιβολής των προστίμων κατέστη οριστική, περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου και διαγράφεται το σύνολο του επιβληθέντος προστίμου. Το όχημα περιέρχεται αμέσως στην κυριότητα του Δημοσίου, χωρίς να επιβάλλονται τα πρόστιμα, αν ο ενδιαφερόμενος παραιτηθεί των ενδίκων μέσων και δηλώσει ότι εγκαταλείπει το όχημα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

2.

Η μεταβίβαση ή εκμίσθωση οχημάτων, κατά παράβαση των περιορισμών του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο εννιακοσίων (900) ευρώ.

3.

Σε περίπτωση κυκλοφορίας των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 125 του παρόντα Κώδικα οχημάτων πριν από την καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, επιβάλλεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή στους ιδιοκτήτες ή κατόχους αυτών πρόστιμο ίσο με το πενταπλάσιο των τελών κυκλοφορίας που τα βαρύνουν.

4.

Σε περίπτωση ρήξης, αφαίρεσης, αντικατάστασης και αλλοίωσης των τελωνειακών σφραγίδων που τίθενται από τις τελωνειακές αρχές στα οχήματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, όταν ακινητοποιούνται από αυτές, επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ. Όταν διαπιστώνεται χιλιομετρική διαφορά επιβάλλονται επιπλέον τα πρόστιμα που προβλέπονται στην περίπτωση δ` της παραγράφου Α4 του παρόντος άρθρου.

5.

Για τη μη τήρηση της προϋπόθεσης της παραγράφου 4 του άρθρου 136 του παρόντα Κώδικα ή την υπέρβαση της προθεσμίας παραμονής ή κυκλοφορίας του οχήματος που είναι εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 139 του παρόντα Κώδικα επιβάλλεται, κατά περίπτωση, πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ.

6.

Oλα τα επιβαλλόμενα πρόστιμα των παραγράφων Α4, Β5, Β6 , Γ2, Γ4 και Γ5 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβανομένων και των προβλεπομένων από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 147, δεν δύναται να υπερβαίνουν, σωρευτικά ή μεμονωμένα, το ύψος του εφάπαξ προστίμου που αναλογεί στο όχημα όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο Α1.

7.

Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενων του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δήλωσης Ψευδών στοιχείων ή παραποίησης των κατατιθέμενων παραστατικών ή χρήσης ιδιαίτερων τεχνασμάτων, με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένων φορολογικών ή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο όχημα.

8.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων η` και θ` της παραγράφου 2 του άρθρου 155 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως και για το τέλος ταξινόμησης και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις αυτού.

9.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται πρόσθετα μέτρα ελέγχου στο εσωτερικό της χώρας που κρίνονται αναγκαία για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του τέταρτου μέρους του παρόντα Κώδικα.

10.

Τα ποσά των προστίμων και πολλαπλών τελών του παρόντος άρθρου δύνανται να τροποποιούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

11.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για παραβάσεις για τις οποίες μέχρι τη δημοσίευση των διατάξεων αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δεν έχουν εκδοθεί οι καταλογιστικές πράξεις.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης στην περίπτωση που έχουν εκδοθεί καταλογιστικές πράξεις, δεν έχουν όμως οριστικοποιηθεί, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν αίτηση υπαγωγής στις παρούσες διατάξεις, παραιτηθούν των ενδίκων μέσων και καταβάλουν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ακόμη και για παραβάσεις για τις οποίες οι καταλογιστικές πράξεις έχουν οριστικοποιηθεί, εκκρεμούν όμως ως προς την καταβολή στις τελωνειακές αρχές των καταλογισθέντων ποσών, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή στις παρούσες διατάξεις, παραιτηθούν όλων των ενδίκων μέσων και απαιτήσεων ή δικαιωμάτων για το όχημα και καταβάλουν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου οφειλόμενα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη. Αν τα καταλογισθέντα ποσά αφορούν εκκρεμείς απλές τελωνειακές παραβάσεις και οι οφειλέτες είναι αγνώστου διαμονής, τα δε οχήματά τους έχουν δεσμευτεί από τις αρμόδιες 411 αρχές, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου Γ1 του παρόντος άρθρου.

Ποσά που έχουν καταβληθεί συμψηφίζονται μέχρι το ύψος των προστίμων που προβλέπονται από το παρόν άρθρο και τυχόν διαφορά δεν επιστρέφεται.

12.

412 Στις περιπτώσεις αυτοκινήτων οχημάτων που καταλαμβάνονται πριν ή μετά την ταξινόμηση τους να έχουν διασκευασθεί χωρίς την τήρηση των διατάξεων του ν. 1573/1985 (Α` 201), επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 1/5 του αναλογούντος στα οχήματα τέλους ταξινόμησης με ανώτατο όριο το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής των αναλογουσών στα διασκευασθέντα οχήματα φορολογικών επιβαρύνσεων, εφόσον μετά την καταβολή του προβλεπόμενου από το προηγούμενο εδάφιο προστίμου, επαναφερθούν στην αρχική τους μορφή, γεγονός που θα βεβαιώνεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.

Σε περίπτωση που ιδιοκτήτης οχήματος, ο οποίος υπέπεσε σε παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας, κατέβαλε το προβλεπόμενο πρόστιμο και επανέφερε το όχημα στην αρχική μορφή του, καταληφθεί εκ νέου να έχει διασκευάσει το ίδιο όχημα χωρίς την τήρηση των διατάξεων του ν. 1573/1985, επιβάλλεται σε αυτόν το διπλάσιο του κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενου προστίμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 138 Εγκατάλειψη υπέρ του Δημοσίου ή καταστροφή οχημάτων

Οι διατάξεις του άρθρου 37 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως

και στις περιπτώσεις εγκατάλειψης ή καταστροφής κοινοτικών οχημάτων ή

οχημάτων που έχουν τεθεί σε ανάλωση χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή του

τέλους ταξινόμησης.

Άρθρο 139 Ελληνικές άδειες κυκλοφορίας προσωρινού τύπου
1.

Οχήματα ιδιωτικής χρήσης, που τίθενται στο καθεστώς της παραγράφου

2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα ή σε τελωνειακό καθεστώς προσωρινής

εισαγωγής και φέρουν άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύτιου άλλου κράτους,

επιτρέπεται και μετά τη λήξη ισχύος της άδειας αυτής να παραμένουν και

να κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας, στο πλαίσιο των ιδίων

καθεστώτων, εφόσον εφοδιάζονται από τις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές της

χώρας με ελληνική άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου.

2.

Ελληνική άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου μπορεί να χορηγείται

σε οχήματα που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής επιβολής

δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς και σε ανάριθμα οχήματα, εφόσον

προορίζονται να εξαχθούν ή μεταφερθούν αυτοδυνάμως εκτός της χώρας.

3.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος των

ελληνικών προσωρινών αδειών κυκλοφορίας, ο τύπος και το σχήμα των

πινακίδων, το αντίτιμο της διάθεσης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία

λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 140 Φορολογική μεταχείριση μεταβιβαζομένων αυτοκινήτων μετοικούντων
1.

Ιδιωτικής χρήσης επιβατικά αυτοκίνητα ή αυτοκινούμενα τροχόσπιτα

που παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί από 1.3.1988, με τις απαλλαγές

που προβλέπονται από τις διατάξεις των Κεφαλαίων Β` ή Η` της Δ.

245/1988 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Α.Υ.Ο.), η οποία κυρώθηκε

με το ν. 1839/1989, είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται στο εξής από το

δικαιούχο ατέλειας πρόσωπο, μετά την παρέλευση της ετήσιας

περιοριστικής προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 της

Δ.245/1988 Α.Υ.Ο. μόνο ύστερα από έγκριση της αρμόδιας Τελωνειακής

Αρχής και εφόσον προηγουμένως καταβληθεί ποσοστό του τέλους ταξινόμησης

επιβατικών αυτοκινήτων ανάλογα με το διάστημα που έχει παρέλθει από την

ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής του αυτοκινήτου μέχρι

την καταβολή του ποσοστού αυτού, ως ακολούθως:

α. Από 1 μέχρι 2 έτη καταβάλλεται το 50%.

β. Από 2 μέχρι 3 έτη καταβάλλεται το 40%.

γ. Από 3 μέχρι 4 έτη καταβάλλεται το 30%.

δ. Από 4 μέχρι 5 έτη καταβάλλεται το 20%.

ε. Από 5 έτη και άνω χωρίς καταβολή.

2.

Το ποσοστό που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο υπολογίζεται

επί του ποσού του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί στο συγκεκριμένο

αυτοκίνητο με βάση τους συντελεστές που ορίζονται στην περίπτωση (α)

της παραγράφου 2 του άρθρου 121 του παρόντα Κώδικα και τη φορολογητέα

αξία του αυτοκινήτου που έχει διαμορφωθεί κατά την παράδοση του

αυτοκινήτου με τις διατάξεις της Δ. 245/1988 Α.Υ.Ο.

3.

413 Η έγκριση για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου χορηγείται ύστερα από αίτηση που καταθέτει στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή το δικαιούχο ατέλειας πρόσωπο.

4.

414 Μετά την πάροδο πενταετίας από την ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής του αυτοκινήτου, η μεταβίβαση γίνεται χωρίς να απαιτείται έγκριση της Τελωνειακής Αρχής.

5.

Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου προσώπου δεν οφείλονται τα

ποσοστά του τέλους ταξινόμησης που ορίζονται στην παράγραφο 1 και η

έγκριση για την περιέλευση του αυτοκινήτου στους κληρονόμους χορηγείται

ύστερα από αίτησή τους.

6.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες

εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 141 Άλλες διατάξεις
1.

Οπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ` εξουσιοδότηση αυτών

εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης

(Ε.Φ.Κ.) αυτοκινήτων οχημάτων ή εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος νοείται

εφεξής τέλος ταξινόμησης.

2.

Το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του τέταρτου μέρους του παρόντα

Κώδικα τέλος ταξινόμησης επιβάλλεται ανεξάρτητα αν η άδεια κυκλοφορίας

του οχήματος χορηγείται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και

Επικοινωνιών ή από οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία.

3.

Οι Αμφισβητήσεις που εγείρονται κατά την εφαρμογή των διατάξεων

του τρίτου και τέταρτου μέρους του παρόντα Κώδικα μεταξύ της αρμόδιας

Τελωνειακής Αρχής και των ενδιαφερόμενων προσώπων επιλύονται διοικητικά

από τις Επιτροπές Τελωνειακών Αμφισβητήσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία

που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις.

4.

415 Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται η φράση «αυτοκίνητα τύπου JEEP της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας», νοείται εφεξής ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ - ΠΑΡΑΤΥΠΙΩΝ

Άρθρο 142 Έννοια και βεβαίωση παραβάσεων – παρατυπιών
1.

Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν

σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και την Τελωνειακή Υπηρεσία,

χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση.

2.

Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε

τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή

ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών

επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155

του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων

πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και

αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης

λαθρεμπορίας.

3.

Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν

απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών

επιβαρύνσεων.

4.

Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής

παράβασης (π.τ.π.), που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της

Τελωνειακής Υπηρεσίας.

Ειδικά, στις περιπτώσεις όπου οι τελωνειακές παραβάσεις

χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορίες, αυτές βεβαιώνονται με σχετικό

πρωτόκολλο από τα όργανα του αρμόδιου Τελωνείου, με βάση τα στοιχεία,

που διαβιβάζονται στον Προϊστάμενό του, από τη Δημόσια Αρχή, η οποία

πρώτη επιλήφθηκε της δίωξης του λαθρεμπορίου και τα οποία, στις

περιπτώσεις της αυτόφωρης λαθρεμπορίας, απαριθμούνται στο αντίγραφο της

έκθεσης κατάσχεσης και του φακέλου της προανάκρισης, που σχηματίσθηκε,

στις λοιπές δε περιπτώσεις στο αντίγραφο του προανακριτικού φακέλου.

5.

Με ιδιαίτερο πρωτόκολλο είναι δυνατόν να βεβαιώνεται αυτοτελώς η

υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς καταβολή δασμών, φόρων και

λοιπών επιβαρύνσεων, που διέφυγαν της καταβολής αν και γεννήθηκε κατά

νόμο τελωνειακή οφειλή και ανεξάρτητα αν βεβαιωθεί τελωνειακή παράβαση

επιφέρουσα πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.

6.

Τα προβλεπόμενα στα άρθρα 143, 144, 145, 146 και 147 του παρόντα

Κώδικα ποσά προστίμων δύνανται να τροποποιούνται με προεδρικά

διατάγματα μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΠΡΟΣΤΙΜΑ

Άρθρο 143

Επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, εάν βρεθούν επί των

μεταφορικών μέσων ή αποβιβασθούν από αυτά εμπορεύματα περισσότερα ή

λιγότερα των αναγραφομένων στο δηλωτικό, επιβάλλεται στον μεταφορέα ή

τον πράκτορα πρόστιμο ίσο με τριακόσια (300) ευρώ ανά δηλωτικό.

Άρθρο 144
1.

416 Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στον πλοίαρχο ή στον μεταφορέα ή στον πράκτορα κατά περίπτωση :

α)

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί δηλωτικών των άρθρων 12, 13 και 14 του παρόντος Κώδικα ή όταν προκύπτουν αδικαιολόγητες διαφορές μεταξύ αυτού και του κατά το άρθρο 15 δηλωτικού, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση λαθρεμπορίας ούτε εμπίπτει η παράβαση στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 145 του παρόντος Κώδικα.

β)

Σε αντίσταση του πλοιάρχου στην επίσκεψη κατά το άρθρο 18 του παρόντος Κώδικα, βεβαιωμένη με πρωτόκολλο από την Τελωνειακή και Αιμενική ή Αστυνομική Αρχή.

γ)

Σε παράλειψη της δήλωσης του πλοιάρχου κατά το άρθρο 52 του παρόντος Κώδικα. Η ίδια ποινή επιβάλλεται στον πράκτορα που παρέλειψε τη δήλωση αυτή και στον παραλήπτη, όταν λείπει η προβλεπόμενη, από το άρθρο 52 του παρόντος Κώδικα, ευανάγνωστη επιγραφή.

2.

Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται στους πράκτορες ατμοπλοϊκών

ναυτιλιακών εταιριών, εάν μετά από έγγραφη πρόσκληση του Προϊσταμένου

Τελωνειακής Αρχής, παραλείψουν ή αναβάλουν με υπαιτιότητά τους την

εκφόρτωση, από τα πλοία ή άλλα θαλάσσια μέσα, των προσκομισθέντων

εμπορευμάτων, ή την τακτοποίησή τους, εντός των τελωνειακών αποθηκών,

σύμφωνα με τις έγγραφες υποδείξεις και εντός της αναφερόμενης ορισμένης

προθεσμίας.

3.

417 Με επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στον μεταφορέα κάθε οχήματος που εκτελεί οδικές μεταφορές για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις:

α)

Σε περίπτωση φόρτωσης, εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης εμπορευμάτων από όχημα χωρίς άδεια της Τελωνειακής Αρχής ή χωρίς την παρουσία των αρμόδιων τελωνειακών οργάνων, σε χώρους και αποθήκες μη εγκεκριμένους από αυτήν.

β)

Σε περίπτωση εκφόρτωσης από το όχημα εμπορευμάτων περισσότερων ή λιγότερων από τα αναγραφόμενα στο συνοδευτικό έγγραφο του φορτίου, πλην της περίπτωσης που, λόγω ανώτερης βίας, αποβιβάζονται λιγότερα εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 143 του παρόντος Κώδικα.

γ)

Σε περίπτωση ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης και αλλοίωσης των τελωνειακών σφραγίδων ή άλλων σημείων αναγνώρισης που τίθενται από τις Τελωνειακές Αρχές στο μεταφορικό μέσο ή στα εμπορεύματα.

4.

Με επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, ειδικά στο μεταφορέα

κάθε οχήματος που εκτελεί οδικές μεταφορές και μεταφέρει εμπορεύματα

που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και προορίζονται για

εξαγωγή και δεν μεταβαίνει στο Τελωνείο Εξόδου, μέσα στην προθεσμία που

ορίζεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, επιβάλλονται τα παρακάτω

πρόστιμα:

-Για μία ημέρα καθυστέρησης πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

-Για δύο ημέρες καθυστέρησης πρόστιμο έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

-Για τρεις ημέρες καθυστέρησης πρόστιμο δεκατεσσάρων χιλιάδων

(14.000) ευρώ.

-Για τέσσερις ημέρες καθυστέρησης και άνω, πρόστιμο ίσο με το μισό

του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που αναλογεί στα εν λόγω

εμπορεύματα και το οποίο δε μπορεί να είναι μικρότερο των τριάντα

χιλιάδων (30.000) ευρώ. Τα πρόστιμα αυτά δεν επιβάλλονται εάν η μη

εμπρόθεσμη μετάβαση στο Τελωνείο Εξόδου οφείλεται σε αποδεδειγμένη

ανώτερη βία.

5.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας επιβάλλεται:

α)

πρόστιμο τριάντα (30) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο παραβίασης της

προθεσμίας λήξης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής των μεταφορικών

μέσων εμπορικής χρήσης.

β)

πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για κάθε άλλη περίπτωση

παράβασης των κειμένων διατάξεων περί καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής

των μεταφορικών μέσων, του εδαφίου α της παρούσας παραγράφου.

6.

418 Επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των αναλογούντων δασμών και φόρων σε περιπτώσεις που το καθεστώς της διαμετακόμισης δεν εξοφλείται ή εξοφλείται με διαπιστώσεις ποσοτικών διαφορών επί έλατ-τον ή διαφορετικού είδους των αναφερομένων στη διασάφηση διαμετακόμισης, για τις οποίες γεννάται τελωνειακή οφειλή στην Ελλάδα.

Το πρόστιμο επιβάλλεται στον κύριο υπόχρεο ή στον μεταφορέα ή στον παραλήπτη, όταν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος γνώριζε την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς της διαμετακόμισης και δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εξακοσίων (600) ευρώ."

7.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στον μεταφορέα ή τον πράκτορα σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης προσκόμισης στο τελωνείο Εξόδου ή Προορισμού των εμπορευμάτων, που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της διαμετακόμισης, εκτός αν αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε δεόντως αιτιολογημένους λόγους, αποδεκτούς από την Τελωνειακή Αρχή ή σε λόγους ανώτερης βίας.

Για κάθε εικοσιτετράωρο καθυστέρησης επιβάλλεται πρόσθετο πρόστιμο εκατό (100) ευρώ.

Το ως άνω πρόστιμο μπορεί να επιβληθεί και στον παραλήπτη των εμπορευμάτων όταν αποδεικνύεται ότι γνώριζε την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε καθεστώς διαμετακόμισης.

8.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στον μεταφορέα ή τον πράκτορα σε περίπτωση παρέκκλισης του, από το καθορισμένο από το τελωνείο Αναχώρησης ή άλλο ενδιάμεσο τελωνείο δρομολόγιο του μέσου μεταφοράς που κυκλοφορεί με το καθεστώς της διαμετακόμισης ή μη διέλευσης του από τις προκαθορισμένες Τελωνειακές Αρχές, εκτός αν αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε δεόντως αιτιολογημένους λόγους, αποδεκτούς από την Τελωνειακή Αρχή ή σε λόγους ανώτερης βίας.

9.

Με επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στον μεταφορέα σε περίπτωση ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης και αλλοίωσης των τελωνειακών σφραγίδων ή άλλων σημείων αναγνώρισης που τίθενται από τις Τελωνειακές Αρχές στο μεταφορικό μέσο ή στα εμπορεύματα που κυκλοφορούν με το καθεστώς της διαμετακόμισης.

10.

Με επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στον κάτοχο του δελτίου TIR/ATA ή στον μεταφορέα σε περίπτωση παράβασης των λοιπών διατάξεων της ισχύουσας Διεθνούς Τελωνειακής Σύμβασης, περί διεθνών οδικών μεταφορών ή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και των παραρτημάτων αυτών ή του παρόντος Κώδικα και των συναφών τελωνειακών κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες επιβάλλονται υποχρεώσεις κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων δια του ελληνικού εδάφους.

11.

Οι κυρώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους 6, 7, 8 και 9 επιβάλλονται κατά την εφαρμογή κάθε καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης που ορίζεται στον Κοινοτικό Τελωνειακό Κώδικα ή της κοινής διαμετακόμισης που ορίζεται στη Σύμβαση του 1987 μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των χωρών ΕΖΕΣ για την κοινή διαμετακόμιση.

Άρθρο 145
1.

Επιβάλλεται στον πλοίαρχο ή στον πράκτορα, κατά περίπτωση,

πρόστιμο:

α)

τριακοσίων (300) ευρώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεσης του κατά

το άρθρο 12 του παρόντα Κώδικα δηλωτικού, ή αν τούτο δεν πληροί τους

όρους του παρόντα Κώδικα.

Για κάθε εικοσιτετράωρο αναβολής της κατάθεσης του δηλωτικού

επιβάλλεται πρόσθετο πρόστιμο τριάντα (30) ευρώ.

β)

Εξακοσίων (600) ευρώ σε περίπτωση απόπλου χωρίς το κατά το άρθρο

14 του παρόντα Κώδικα δηλωτικό, ή χωρίς την άδεια της Τελωνειακής Αρχής

ή κατά παράβαση άλλης διατύπωσης του παρόντα Κώδικα.

γ)

Εξακοσίων (600) ευρώ σε περίπτωση φόρτωσης, εκφόρτωσης, ή

μεταφόρτωσης χωρίς την άδεια της Τελωνειακής Αρχής ή χωρίς την παρουσία

των αρμόδιων τελωνειακών οργάνων.

δ)

Τριακοσίων (300) ευρώ σε περίπτωση μη προσκόμισης από τον πλοίαρχο

στο Τελωνείο του κατάπλου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντα

Κώδικα, δηλωτικού ή του επέχοντος θέση δηλωτικού εγγράφου, κατά τις

διατάξεις του παρόντα Κώδικα, καθώς και των άλλων τελωνειακών εγγράφων.

ε)

Μετην επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται το

πρόστιμο της παραγράφου 1 εδάφιο α του παρόντος άρθρου, ανά

εικοσιτετράωρο, στο μεταφορέα κάθε αυτοκινήτου οχήματος για τη μη

έγκαιρη, μέσα στην προθεσμία που καθορίσθηκε από το Τελωνείο Εισόδου,

προσκόμιση στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, για τελωνισμό, για παράδοση σε

ελεύθερη χρήση, ή για επανεξαγωγή κάθε αυτοκινήτου, που κινείται με

Δελτίο Ελεύθερης Χρήσης (Δ.Ε.Χ.) ή με άλλα τελωνειακά παραστατικά,

προσωρινής ισχύος, που επέχουν θέση αποσπάσματος δηλωτικού του

Τελωνείου Εισόδου.

στ)

Αν το πλοίο προσεγγίζει σε θέσεις άλλες από τις ορισμένες από την

Τελωνειακή ή Λιμενική Αρχή, καθώς και αν αυτό δεν αγκυροβολεί στην

προκαθορισμένη θέση, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500)

ευρώ.

2.

Το κατά την προηγούμενη παράγραφο 1 εδάφιο δ πρόστιμο επιβάλλεται

μόνο στο φορτωτή και παραλήπτη αλληλέγγυα, όταν αυτοί τυγχάνουν γνωστοί

και ευθύνονται για κάθε παρουσιαζόμενη στον τόπο της φόρτωσης και

εκφόρτωσης διαφορά μεταξύ φορτωθέντων και εκφορτωθέντων εμπορευμάτων

και εγχώριων προϊόντων, ως και για την έλλειψη ή τη μη έγκαιρη έκδοση

των νόμιμων τελωνειακών εγγράφων για τη μεταφορά εμπορευμάτων και

εγχώριων προϊόντων.

Διαφορές μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) πλέον ή έλαττον προκειμένου για

ελεύθερα δασμών εμπορεύματα και μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) προκειμένου

για υποκείμενα σε δασμολογικές επιβαρύνσεις εμπορεύματα, δεν

τιμωρούνται.

3.

Ομοίως, το κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου πρόστιμο

επιβάλλεται με τους όρους και προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου

και σε περίπτωση που τυχόν διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των στη

διασάφηση - δήλωση διαμετακόμισης, αναφερόμενων ειδών και των κατά την

επαλήθευση αυτής στον τόπο φόρτωσης ευρισκομένων, εφόσον από άλλη

διάταξη δεν προβλέπεται βαρύτερη κύρωση.

Άρθρο 146
1.

419 Επιβάλλεται πρόστιμο εξακοσίων (600) ευρώ στον διαχειριστή Αποθήκης Προσωρινής Εναπόθεσης, σε περίπτωση παράβασης των όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από την παράγραφο 7 εδάφια β` και γ` του άρθρου 25 του παρόντος Κώδικα..

2.

Το ίδιο ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται όταν, εμπορεύματα ελεύθερα

δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, εξάγονται από μη καθοριζόμενα σημεία

εισόδου - εξόδου.

3.

Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο των αναλογουσών

δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί

λαθρεμπορίας, εάν βρεθούν επί πλοίου χωρητικότητας μέχρι εκατό (100)

κόρων ή αποβιβασθούν από αυτό εμπορεύματα περισσότερα από τα

αναγραφόμενα στο δηλωτικό εισαγωγής, καθώς και αν προκύψουν ποσοτικές

διαφορές σε εμπορεύματα χυτά ή λυτά που υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό

(10%). Οσες φορές τα επιπλέον δέματα ή δοχεία που βρέθηκαν φέρνουν

διακριτικά σημεία και αριθμούς όμοια με των άλλων που αναγράφονται στο

δηλωτικό, θεωρούνται ως μη δηλωθέντα τα υποκείμενα σε ανώτερο ποσό

δασμοσφορολογικών επιβαρύνσεων. Επίσης επί διαφορών που προκύπτουν σε

χυτά ή λυτά ομοειδή εμπορεύματα, θεωρούνται ως μη δηλωθέντα τα

υποκείμενα σε ανώτερο ποσό δασμοσφορολογικών επιβαρύνσεων.

Τα πρόσθετα τέλη της παρούσας παραγράφου καθορίζονται σε χίλια

πεντακόσια (1.500) ευρώ και σε περίπτωση που, τα εμπορεύματα, δεν

υπόκεινται σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις ή υπόκεινται σε αυτές και

το τριπλάσιό τους, είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Άρθρο 147
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο εννιακοσίων (900) ευρώ σε οποιονδήποτε

μεταφέρει επιβάτες ή εμπορεύματα μέσω τελωνειακού περιβόλου κατά

παράβαση των διατάξεων της Τελωνειακής ή Λιμενικής Νομοθεσίας. Σε

περίπτωση υποτροπής, η οποία αφορά είτε το μεταφορέα, είτε το

μεταφορικό μέσο, το παραπάνω πρόστιμο πενταπλασιάζεται, το δε

μεταφορικό μέσο κατάσχεται.

2.

420 Για οποιαδήποτε άλλη παράβαση των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, καθώς και των υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων διαταγών, που εκδίδονται για την εφαρμογή του, η οποία δεν τιμωρείται από ειδική διάταξη αυτού, επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ.

3.

Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται και σε παραβάσεις διατάξεων που

εκδίδονται με προεδρικά διατάγματα κατά εξουσιοδότηση του παρόντα

Κώδικα, εφόσον δεν τιμωρούνται με ειδικές διατάξεις.

4.

Επιβάλλεται πρόστιμο στο τριπλάσιο της διαφοράς των δασμών, φόρων

και λοιπών επιβαρύνσεων που διέφυγαν με καταστρατήγηση των διατάξεων

περί απόβαρου, όταν τα εμπορεύματα, τελωνίζονται με βάση το μικτό βάρος

αυτών, εισάγονται γυμνά, παρά τον καθιερωμένο και συνήθη τρόπο

συσκευασίας ή όταν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε έκπτωση νομίμου

απόβαρου ή στην πραγματική αποστάθμιση και σε κάθε περίπτωση εισάγονται

μη συνοδευόμενα από τα απαιτούμενα εμπορικά έγγραφα μεταφοράς και

αποστολής και εισάγονται συσκευασμένα, όχι με το συνήθη εμπορικό τρόπο,

αλλά με ειδικό τρόπο, με σκοπό τη ζημιά του Δημοσίου.

5.

421 Στους παραβάτες των περί εξαγωγής και των απλουστευμένων αυτής διατάξεων, επιβάλλεται για κάθε παράβαση πρόστιμο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.

Αν η παράβαση συνεπάγεται λήψη μεγαλύτερων επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων, το πρόστιμο αυτό ορίζεται ίοο με το διπλάσιο της διαφοράς αυτής και δεν μπορεί να υπολείπεται σε κάθε περίπτωση του προστίμου του προηγούμενου εδαφίου, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

Σε περίπτωση επιβολής προστίμου ανακαλείται η έγκριση υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής και με πράξη του προϊσταμένου της οικείας τελωνειακής περιφέρειας επιβάλλεται στον παραβάτη εξαγωγέα στέρηση από ένα μέχρι τρία χρόνια της υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής σε όλες τις Τελωνειακές Αρχές της δικαιοδοσίας του.

6.

422 Επιφυλασσομένων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας εφόσον διαπιστώνεται υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση κατά την εξαγωγή, επιβάλλεται πρόστιμο πέντε τοις εκατό (5%) επί της διαφοράς μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και της πραγματικής, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πεντακοσίων (500) ευρώ.

7.

423 Για τα εμπορεύματα απομίμησης ή παραποίησης ή πειρατικά και λοιπά που αναφέρονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 1383/03, όταν διαπιστώνεται σύμφωνα με τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του διασαφιστή από δύο χιλιάδες (2.000) μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης (το είδος, την ποσότητα, την αξία των κατασχεθέντων εμπορευμάτων σε σχέση με την αξία των αντίστοιχων γνήσιων, τη συχνότητα εισαγωγών και την περίπτωση υποτροπής).

Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται σε βάρος του κυρίως υπόχρεου και του μεταφορέα, εφόσον αυτοί γνώριζαν την ανωτέρω παραβίαση.

8.

424 425 Για τη μη υποβολή δήλωσης συνοδευόμενων ρευστών διαθεσίμων και δήλωσης γνωστοποίησης ασυνό-δευτων ρευστών διαθεσίμων των άρθρων 3 και 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1672 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 (L 284), επιβάλλεται στον υπόχρεο πρόστιμο ίσο με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ποσού των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων.

Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται και για τις περιπτώσεις ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης συνοδευόμενων ρευστών διαθεσίμων και δήλωσης γνωστοποίησης ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων ή σε περίπτωση που τα ρευστά διαθέσιμα δεν καθίστανται διαθέσιμα προς έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση το ως άνω πρόστιμο παρακρατείται από τα ρευστά διαθέσιμα και η προθεσμία της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την είσπραξη του προστίμου.

9.

426 427 428 429 Στις περιπτώσεις μη καταχώρισης ή εκπρόθεσμης καταχώρισης ή ανακριβούς καταχώρισης των συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης εντός της προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών του άρθρου 73 παράγραφος 2 περίπτωση α` του παρόντος νόμου, επιβάλλεται ανά φορολογικό στοιχείο πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.

Στα μέλη ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω πρόστιμα για εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης, επιβάλλεται ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., ανά ημερολογιακό έτος, έναντι όλων των τελωνειακών αρχών, πρόστιμο έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, όταν το πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., είναι μέχρι πενήντα (50) φορολογικά στοιχεία, πρόστιμο τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν το πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών, ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. είναι από πενήντα ένα (51) έως εκατό (100) φορολογικά στοιχεία πρόστιμο έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από εκατόν ένα (101) και μέχρι 150 φορολογικά στοιχεία και περαιτέρω 50 ευρώ ανά 50 φορολογικά στοιχεία πέραν των 150 εφόσον το μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. υποβάλλει σχετική αίτηση στο αρμόδιο Τελωνείο και καταβαλλει το καταλογιζόμενο πρόστιμο με ταυτόχρονη παραίτηση από τα κατά το άρθρο 152 του ν. 2960/2001 καθοριζόμενα ένδικα μέσα εντός δύο μηνών από την έκδοση των καταλογιστικών Πράξεων.

Σε περίπτωση που μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., έχει προβεί σε μη καταχώριση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης ανεξαρτήτως αριθμού ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση άνω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων ανά ημερολογιακό έτος ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώριση κάτω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων αλλά διαπιστώνεται από τις αρμόδιες αρχές τέλεση λαθρεμπορίας, επιβάλλεται και ποινή διαγραφής του μέλους από το μητρώο ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ..

Δεν συνιστά παράβαση, κατά τα ανωτέρω, ανακριβής δήλωση η οποία επανεισήχθη διορθωμένη στο ως άνω σύστημα από μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 73 παράγραφος 2 περίπτωση α` του παρόντος νόμου προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών.

Στις περιπτώσεις που η εκπρόθεσμη καταχώριση στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης αφορά ακύρωση εμπρόθεσμης καταχώρισης και εκ νέου καταχώριση της ίδιας συναλλαγής με προσθήκη του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου του αγοραστή πετρελαίου θέρμανσης, κατόπιν αποστολής σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος στα μέλη του Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και εντός της ορισθείσας σε αυτό προθεσμίας, δεν οφείλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου. Καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου ανακαλούνται, μετά από σχετική αίτηση του μέλους Μητρώου ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., από την εκδούσα τελωνειακή αρχή και τυχόν καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται.

10.

430 Αν δεν πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις α, β, γ που ορίζονται στην παράγραφο 4α του άρθρου 29 του παρόντος νόμου, επιβάλλεται στον εισαγωγέα πρόστιμο δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

11.

431 Αν, στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου για τη διαπίστωση της τήρησης ή μη των εθνικών και ενωσιακών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, ο ελεγχόμενος δεν συνεργαστεί με την τελωνειακή αρχή ή δεν προσκομίσει τα ζητούμενα στοιχεία και αρχεία ή δεν επιτρέψει στην τελωνειακή αρχή την είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο της επαγγελματικής του εγκατάστασης ή του μεταφορικού του μέσου, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ σε βάρος του. Για την εφαρμογή της παρούσας, ως μη συνεργασία νοείται η μη ανταπόκριση σε αίτημα της τελωνειακής αρχής για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων σε χρόνο που ορίζεται από την τελωνειακή αρχή, ο οποίος δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες, ούτε να υπολείπεται των πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.

12.

432 Πράξη η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση από το Δημόσιο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων υγρών καυσίμων, τα οποία εισπράττονται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και που δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πενήντα (50) ευρώ, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και τιμωρείται με πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο των διαφυγουσών επιβαρύνσεων, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο των εκατό (100) ευρώ.

Άρθρο 148
1.

Οταν κατά τον έλεγχο των αποταμιευμένων εμπορευμάτων σε ιδιωτικές

ή δημόσιες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ανακαλύπτονται διαφορές

κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο ή μικρότερο, οι οποίες υπερβαίνουν κατά δύο

τοις εκατό (2%) τη σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, οριζόμενη φύρα ή

μεταβολές του είδους ή της ποιότητας των εμπορευμάτων επιβάλλεται

πρόστιμο στον κύριο των εμπορευμάτων, όχι μεγαλύτερο από το διπλάσιο

των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν ή για

αυτά που βρέθηκαν διαφορές στο είδος ή στην ποιότητά τους.

2.

Εάν οι διαφορές στην ποιότητα, στην ποσότητα ή στο είδος

υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%), εκτός της πληρωμής του κατά την

προηγούμενη παράγραφο, προστίμου, ο κύριος των εμπορευμάτων υποχρεούται

να καταβάλει αμέσως τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις για

όλα τα αποταμιευμένα, στο όνομά του, εμπορεύματα. Ακόμη, σε περίπτωση

υποτροπής, επιπλέον στερείται για ένα έτος του πλεονεκτήματος

αποταμίευσης.

3.

Εάν προκύπτει έλλειμμα στα δοχεία ή τα δέματα των σημειωμένων στα

βιβλία της αποταμίευσης, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των

οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα

που λείπουν. Εάν το βάρος κάθε δοχείου ή δέματος που λείπει δεν είναι

γνωστό, αυτό υπολογίζεται βάσει του μέσου βάρους των ομοειδών δεμάτων,

που έχουν αποταμιευθεί με την ίδια αίτηση. Για τις περιπτώσεις της

παρούσας παραγράφου επιφυλάσσεται η δίωξη για λαθρεμπορία σύμφωνα με

τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση γ` του άρθρου 155 του παρόντα

Κώδικα και γίνεται αφαίρεση και της άδειας σε περίπτωση δίωξης για

λαθρεμπορία.

4.

Εάν μέσα στις ιδιωτικές αποθήκες αποταμίευσης βρίσκονται

εμπορεύματα τα οποία δεν έχουν αναγραφεί στα βιβλία του αποταμιευτικού

καταστήματος, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων

δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

5.

433 Με την επιφύλαξη των παρ. 6, 7, 8, 9, 10 και 11 οπότε επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, για τη μη τήρηση των διαδικασιών του ειδικού καθεστώτος ελευθέρων ζωνών, όπως αυτές ορίζονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 952/2013, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2446/2015 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2447/2015, το άρθρο 33, το άρθρο 39 και την απόφαση της παρ. 2 αυτού, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο από εκατό (100) μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητά της.

6.

Στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση που συντάσσει Βεβαίωση Τελωνειακού Χαρακτήρα με την οποία μη ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία εισέρχονται έμμεσα στην ελεύθερη ζώνη, δηλώνονται, είτε με έντυπο είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, ως ενωσιακά, επιβάλλεται πρόστιμο από δύο (2.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.

7.

Όταν κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη ανακαλύπτονται διαφορές κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο ή μικρότερο, οι οποίες υπερβαίνουν κατά δύο τοις εκατό (2%) την, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 39, οριζόμενη φύρα ή μεταβολές του είδους ή της ποιότητας των εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς της ελεύθερης ζώνης επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των δα-

σμοφορολογικών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν ή για αυτά στα οποία βρέθηκαν διαφορές στο είδος ή στην ποιότητά τους.

8.

Εάν οι διαφορές στην ποιότητα, στην ποσότητα ή στο είδος υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%), εκτός της πληρωμής του, κατά την παρ. 7 προστίμου, ο φορέας διαχείρισης ή η εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, υποχρεούται να καταβάλλει αμέσως τους δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις για όλα τα εμπορεύματα που αφορούν στον ίδιο Αριθμό Καταχώρισης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.).

9.

Εάν, κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, προκύπτει έλλειμμα στα δοχεία ή τα δέματα που έχουν καταχωρισθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν. Εάν το βάρος κάθε δοχείου ή δέματος που λείπει, δεν είναι γνωστό, αυτό υπολογίζεται βάσει του μέσου βάρους των ομοειδών δοχείων ή δεμάτων, που έχουν καταχωρισθεί με τον ίδιο Αριθμό Καταχώρισης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.). Η εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων δεν αποκλείει τη δίωξη για λαθρεμπορία σύμφωνα με την περ. ιδ` της παρ. 2 του άρθρου 155.

10.

Εάν μέσα στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, βρίσκονται εμπορεύματα τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης και δεν έχουν καταχωρισθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να ειδικεύονται οι παραβάσεις της παρ. 5 και να ρυθμίζεται το ύψος των προστίμων για κάθε παράβαση μέσα στα όρια που προβλέπονται στο παρόν.

Άρθρο 149
1.

Παραβάσεις, που διαπιστώνονται στα πλαίσια του καθεστώτος

τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και επισύρουν την επιβολή προστίμου,

αντιμετωπίζονται με τις γενικότερες Εθνικές Νομοθετικές Διατάξεις που

ισχύουν για το εν λόγω καθεστώς.

2.

434 Εμπορεύματα, που έχουν παραληφθεί στα πλαίσια του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, τα οποία τίθενται σε ανάλωση ή για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω εκπρόθεσμης λήξης ή ανάκλησης του καθεστώτος, επιβαρύνονται με προσαύξηση που υπολογίζεται επί των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, από την ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής μέχρι την ημερομηνία καταβολής αυτού, με εξαίρεση τα υπολείμματα των εμπορευμάτων που καταστράφηκαν με έγκριση της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και τίθενται σε ανάλωση, για τα οποία η προσαύξηση υπολογίζεται από την ημερομηνία καταστροφής των αγαθών.

Το ποσοστό της προσαύξησης ισούται με το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής, όπως αυτό ορίζεται από τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 περί ΚΕΔΕ.

ΤΜΗΜΑ Γ’ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ

Άρθρο 150
1.

435 Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους.

Για το σκοπό αυτόν, οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και τις συναφείς εθνικές διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής.

Επί υπερτιμολόγησης ή υποτιμολόγησης ως βάση επιβολής του ως άνω πολλαπλού τέλους αποτελεί η διαφορά των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που προκύπτει από τη ληφθείσα κατά τον τελωνισμό αξία και την τρέχουσα συναλλακτική τιμή.

Στην περίπτωση που το τριπλάσιο των δασμών και λοιπών φόρων, που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το πρόστιμο καθορίζεται στο ποσό αυτό, προκειμένου για προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, στο μισό δε του ποσού αυτού για τα λοιπά εμπορεύματα, καθώς και για τις περιπτώσεις παραβάσεων του άρθρου 82 του παρόντος, από μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους).

Τα ποσά αυτά μπορεί να αυξομειώνονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς με αιτιολογημένη πράξη καταλογισμού.

2.

Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος

επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του

παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν

λόγω άρθρο.

Προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο

του αρμόδιου Τελωνείου, από τη Δημόσια Αρχή, που επιλήφθηκε πρώτη της

δίωξης του λαθρεμπορίου, στις περιπτώσεις αυτόφωρης λαθρεμπορίας

αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του σχηματισθέντος φακέλου

προανάκρισης, στις άλλες δε περιπτώσεις αντίγραφο του φακέλου

προανάκρισης.

3.

Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την

ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο

δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει

ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους

αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της

λαθρεμπορίας.

Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση

καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που

συνιστούν Ιδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα

και ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του

παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται

και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας.

4.

Ολες οι πράξεις αυτές προσβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων

Διοικητικών Δικαστηρίων σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής και η τυχόν υποβολή αίτησης

αναστολής δεν αναστέλλουν την είσπραξη του τριάντα τοις εκατό (30%) των

προστίμων και πολλαπλών τελών, που επιβλήθηκαν από την Τελωνειακή Αρχή.

Μετά την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο το ποσοστό

τριάντα τοις εκατό (30%) που εισπράχθηκε, συμψηφίζεται ή επιστρέφεται,

ολικά ή μερικά, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

436 α) H έκδοση πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους σε βάρος ορισμένου προσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1, για παράβαση που συνιστά συγχρόνως και το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού ποινικού αδικήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την πράξη αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα.

β)

Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν έχει κινηθεί η διαδικασία που προβλέπεται για τα αυτόφωρα εγκλήματα, σύμφωνα με τα άρθρα 275 επ. και 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται και την αναστολή αυτής διατάσσει το δικαστήριο στο οποίο έχει εισαχθεί για εκδίκαση η υπόθεση.

γ)

Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας, διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.

δ)

Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η τελωνειακή αρχή, που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης.

ε)

Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α`, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 151

Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων ή τελωνειακής παράβασης

με άλλη ποινικώς τιμωρητέα πράξη, κάθε τελωνειακή παράβαση τιμωρείται

ιδιαιτέρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.

Άρθρο 152
1.

437 Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση..

Οταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος

είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική

αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση

ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική

αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση

κατοικίας του παραβάτη, που υπέπεσε σε παράβαση. Οι ως άνω, εντός του

βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του

πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από

προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη

διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία,

προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία

καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το

πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.

Κατ` εξαίρεση σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων τα κατά τον

παρόντα Κώδικα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη μπορεί να επιβάλει για όλες τις

συρρέουσες παραβάσεις ο αρμόδιος για τη μία από αυτές Διευθυντής ή

Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής.

2.

438 439 440 Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντος Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ` αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις.

Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν η δύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης.

Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του σχετικού διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση αστικής ευθύνης, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 161 του παρόντος νόμου.

Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων, καταλογιστικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων και αφορούν προγενέστερες της μεταβίβασης περιόδους, δεν εκτελούνται και ανακαλούνται υποχρεωτικά, κατά το μέρος που αφορούν το νομικό πρόσωπο ως αστικώς συνυπεύθυνο, του οποίου οι οφειλές από πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, που προέρχονται αποκλειστικά από τις ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις, διαγράφονται. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται αίτηση στην αρχή που εξέδωσε τις καταλογιστικές πράξεις. Τυχόν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί σε εκτέλεσή τους δεν επιστρέφονται και δεν συμψηφίζονται.

3.

Η κλήση προς απολογία κοινοποιείται δια παντός δημοσίου οργάνου,

προκειμένου μεν για πρόσωπα των οποίων είναι γνωστή η διαμονή, καθώς

και για πρόσωπα που εργάζονται σε πλοία, ως και για πλοιοκτήτες, με

επίδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5, προκειμένου δε για

πρόσωπα αγνώστου διαμονής ή για πρόσωπα που εργάζονται και διαμένουν

στο εξωτερικό και είναι αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση της κλήσης

στο Κατάστημα της προσκαλούσας Τελωνειακής Αρχής με την παρουσία δύο

μαρτύρων.

Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της Τελωνειακής Αρχής,

προθεσμία για απολογία από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να

υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν απολογηθεί

μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς την

απολογία του.

4.

Οι τελωνειακές παραβάσεις παραγράφονται εάν, μέσα σε τριετία από

την τέλεση, δεν κοινοποιηθεί στον ή στους υπαίτιους η καταλογιστική

πράξη του Διευθυντή ή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής.

Κατ` εξαίρεση η ως άνω προθεσμία ορίζεται επταετής προκειμένου περί

των παραβάσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα.

5.

Η πράξη κοινοποιείται, στον καθ` ου εκδόθηκε, με επίδοση, με

οποιοδήποτε δημόσιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα

Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.).

Αν δεν είναι γνωστή η διαμονή αυτού είτε στο εσωτερικό είτε στο

εξωτερικό, σύμφωνα με βεβαίωση της αρμόδιας Κεντρικής Διεύθυνσης της

Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας, η κοινοποίηση γίνεται με δημοσίευση

περίληψης της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6.

Ο καθ` ου εκδόθηκε η πράξη ή αυτοί, οι οποίοι κηρύχθηκαν αστικώς

συνυπεύθυνοι με αυτόν, δικαιούνται προσφυγής σύμφωνα με τις οικείες

προβλεπόμενες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Καθένας

καταλογιζόμενος με πρόσθετο ή πολλαπλό τέλος ή κηρυσσόμενος αστικώς

συνυπεύθυνος υποβάλλει μόνο τη δική του προσφυγή.

Σε περίπτωση προσφυγής κάποιου εκ των καταλογιζομένων προσώπων

επωφελείται από την τυχόν εκδιδόμενη επιεικέστερη απόφαση και ο δι`

αυτής κηρυχθείς αστικώς συνυπεύθυνος, ακόμη και αν δεν άσκησε ο ίδιος

προσφυγή ή άλλο ένδικο μέσο.

7.

Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα προσφυγή, τα οφειλόμενα πρόστιμα ή

πολλαπλά τέλη εισπράττονται, με βάση την πράξη της Τελωνειακής Αρχής,

αναγκαστικά, εάν δεν καταβλήθηκαν εκουσίως από τους σύμφωνα με την

πράξη υποχρέους. Κατ` εξαίρεση η ως άνω πράξη της Τελωνειακής Αρχής

είναι άμεσα μετά την έκδοσή της εκτελεστή, εφόσον καταλογίζονται με

αυτή πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.

441

8.

Σε περίπτωση τροποποίησης, επί το επιεικέστερον, των διατάξεων του

παρόντα Κώδικα, οι οποίες καθορίζουν είτε τα επιβλητέα πρόστιμα ή

πολλαπλά τέλη επί τελωνειακών παραβάσεων είτε τα της αλληλεγγύου

ευθύνης των συνυπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολή τούτων,

οι επιεικέστερες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται, εάν δεν ορίζεται

διαφορετικά και επί των προ της ισχύος αυτών διαπραχθεισών ομοίων

παραβάσεων, οι οποίες δεν κρίθηκαν ποτέ τελεσίδικες από άποΨης

διοικητικών ενδίκων μέσων, μέχρι της δημοσίευσης των εν λόγω

τροποποιήσεων.

ΤΜΗΜΑ Δ’ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ – ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 153 Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.

442 Οταν Τελωνειακή Αρχή διαπιστώνει λαθρεμπορίες ή απάτες από τις

οποίες, βάσει Ειδικής Εκθεσης Ελέγχου, προκύπτει ότι διέφυγε και δεν

αποδόθηκε στο Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ενωση ποσό πάνω από εκατόν

πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από δασμούς, φόρους και λοιπές

επιβαρύνσεις, απαγορεύεται στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες

να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που

απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη,

για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών

στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου θυρίδων του παραβάτη σε Τράπεζες ή άλλα Πιστωτικά Ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών και κατ` ανώτατο μέχρι του εξαπλάσιου του ποσού δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων η διαφυγή ή μη απόδοση του οποίου διαπιστώνεται κατά τα ανωτέρω.

2.

Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται με αποφάσεις του Υπουργού

Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε

έτους.

3.

Τα παραπάνω μέτρα λαμβάνονται σε βάρος των αυτουργών και συνεργών

των αδικημάτων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Επί νομικών

προσώπων αυτουργοί ή συνεργοί κατά περίπτωση θεωρούνται:

α)

Για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των διοικητικών

συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράποντες σύμβουλοι, οι

διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε

πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση

είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν

όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των

διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι

προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

β)

Για τις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, οι ομόρρυθμοι εταίροι

ή διαχειριστές αυτών και στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι

διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε

εταίρος.

γ)

Για τους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή

οι διαχειριστές αυτών.

δ)

Για τις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς

εταιρίες, ως αυτουργοί των αδικημάτων της παραγράφου 1 θεωρούνται οι

εκπρόσωποί τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Οταν στα μέλη

αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις των

περιπτώσεων (α), (β), (γ) και (ε).

ε)

Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους

αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί των αδικημάτων της παραγράφου 1

θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην

Ελλάδα.

στ)

Επίσης, αυτουργοί θεωρούνται και όσοι δυνάμει του νόμου ή

δικαστικής απόφασης, ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές

αλλότριας περιουσίας, καθώς και ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής

αλλότριων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

ζ)

Ως άμεσοι συνεργοί των αδικημάτων της παραγράφου 1 θεωρούνται ο

προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής ή τύπου επιχείρησης ή όποιος

συμπράττει με οιονδήποτε τρόπο γενικά στη διάπραξη των αδικημάτων του

παρόντος, ως τοιούτου νοουμένου και του υπογράφοντος τη δήλωση, ως

πληρεξούσιος.

η)

Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον, κατά το

χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον

γνώριζαν ή, από την ιδιότητα τους και εν όψει των συγκεκριμένων

περιστάσεων, γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις,

με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων, του παρόντος.

4.

Αντίγραφο της πιο πάνω Ειδικής Εκθεσης Ελέγχου υποβάλλεται από την

Αρχή που τη συνέταξε στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης

Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, η οποία υποχρεώνεται να

ενημερώσει, με οποιονδήποτε τρόπο, όλες τις Δημόσιες Οικονομικές

Υπηρεσίες, τις Τράπεζες και λοιπά Πιστωτικά Ιδρύματα.

Η ενέργεια αυτή κοινοποιείται συΥχρόνως και στον παραβάτη με

αντίγραφο της σχετικής Ειδικής Εκθεσης Ελέγχου στη γνωστή κατοικία του

ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί, μέσα σε ένα (1) μήνα

από την ειδοποίησή του, να ζητήσει με αίτηση, προς τον Υπουργό

Οικονομικών, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων.

Ο Υπουργός Οικονομικών αποφαίνεται μέσα σε δεκα πέντε (15) ημέρες από

την υποβολή της αίτησης.

Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η κατά τον Κώδικα Διοικητικής

Δικονομίας προσφυγή.

443 Για την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997, όπως ισχύουν. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

5.

Κατ` εξαίρεση των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, τα

μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο παραβάτης καταβάλει ποσό πάνω από

εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών των

δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και των νόμιμων προσαυξήσεων

αυτών. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου ο

παραβάτης υποβάλλει σχετική αίτηση στον Προϊστάμενοτης αρμόδιας

Τελωνειακής Υπηρεσίας, ο οποίος υποχρεώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες να

εκδώσει προσωρινή ή μερική καταλογιστική πράξη. Η άσκηση προσφυγής κατά

της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν

μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί κατά νόμο πράξεις

καταλογισμού των ανωτέρω ποσών ή συμπληρωματικές χρεώσεις βεβαίωσης

αυτών, οι συνέπειες και Απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο

αίρονται αυτοδικαίως.

Άρθρο 154 Διοικητικές κυρώσεις
1.

Το Διοικητικό Εφετείο με την ίδια απόφαση με την οποία αποφαίνεται

περί της διαφυγής δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, ποσού άνω των

εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και περί της επιβολής των

προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις, πολλαπλών τελών, απαγγέλλει

υποχρεωτικά σε βάρος του παραβάτη την πλέον ενδεδειγμένη κατά περίπτωση

και μία τουλάχιστον από τις εξής κυρώσεις:

α)

Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του

Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των Κοινωφελών

Ιδρυμάτων και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας για χρονικό διάστημα ενός (1)

έτους.

β)

Την απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της σύναψης σύμβασης με

το Δημόσιο ή άλλους Δημόσιους Οργανισμούς ή Φορείς.

γ)

Την απώλεια για περίοδο τριών (3) ετών του δικαιώματος λήψης

δανείου με την εγγύηση του Δημοσίου ή δημόσιων επιχορηΥήσεων ή κρατικών

πιστώσεων.

2.

Αν οριστικοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της

Τελωνειακής Αρχής, λόγω μη άσκησης προσφυγής ή άσκησης προσφυγής η

οποία κρίθηκε τελεσίδικα ως εκπρόθεσμη ή κατέστη τελεσίδικη με απόφαση

του Διοικητικού Πρωτοδικείου και συντρέχουν οι προϋποθέσεις της

προηγούμενης παραγράφου, ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής

υποχρεώνεται να ζητήσει με αίτησή του από το Διοικητικό Εφετείο να

επιβάλει τις ποινές που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος.

Η απαγγέλλουσα τις στερήσεις απόφαση κοινοποιείται από το γραμματέα του

Διοικητικού Εφετείου στον Προϊστάμενο της Τελωνειακής Αρχής.

3.

Ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής οφείλει χωρίς υπαίτια

καθυστέρηση να ανακοινώνει στις αρμόδιες Αρχές την καταλογιστική του

πράξη ή την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με τις οποίες

επιβάλλονται οι κυρώσεις της παραγράφου 1.

4.

Οι κυρώσεις, τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού,

επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις καταλογιζόμενες δασμοφορολογικές

επιβαρύνσεις και τα πολλαπλά τέλη και πρόστιμα που προβλέπουν οι

κείμενες διατάξεις.

5.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση

κατάργησης της δίκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

ΤΜΗΜΑ Α’ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ

Άρθρο 155 Έννοια λαθρεμπορίας
1.

444 Η κατά το άρθρο 155 του παρόντος λαθρεμπορία τιμωρείται με:

α)

Φυλάκιση έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο.

β)

Φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών εάν:

βα)

διαπράχθηκε καθ` υποτροπήν,

ββ)

διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί,

βγ)

οι δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) τουλάχιστον ευρώ και άνω,

βδ)

ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.

γ)

Κάθειρξη, δέκα (10) τουλάχιστον ετών, εάν οι δασμοί, φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ..

2.

445 446 Ως λαθρεμπορία θεωρείται:

α)

η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων,

β)

η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας Αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν με έγγραφη άδεια επιτράπηκε αυτή κατ` εξαίρεση της απαγόρευσης από την αρμόδια Αρχή,

γ)

κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, από την ανακάλυψη και βεβαίωση του ελλείμματος, οπότε χαρακτηρίζεται η πράξη ως απλή τελωνειακή παράβαση και εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 148 του παρόντος,

δ)

η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό του πλοίου,

ε)

η ύπαρξη εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε πλοίο, πλοιάριο ή πλωτό μέσο ανεξαρτήτου χωρητικότητας, το οποίο έχει προσορμίσει χωρίς ανώτερη βία σε λιμάνι ή όρμο του Κράτους, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση,

στ)

η κατά την ώρα της αναχώρησης από το πλοίο έλλειψη εμπορευμάτων, που φορτώθηκαν για το εξωτερικό ή για άλλο λιμάνι του Κράτους με παραστατικό διαμετακόμισης,

ζ)

η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας,

η)

η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο ή παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι. Ως αυτουργοί του αδικήματος διώκονται τόσο οι τεχνικοί και οι άλλοι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευόμενος το αυτοκίνητο στο οποίο μεταφέρεται ο ως άνω αριθμός,

θ)

η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων,

ι)

η παράνομη εισαγωγή ή μεταφορά ειδών και δειγμάτων άγριας πανίδας και χλωρίδας που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, και προστατεύονται από Κοινοτικές ή Διεθνείς Συμβάσεις, τιμωρείται με τις διατάξεις περί λαθρεμπορίας, εκτός της περίπτωσης λαθραίας εισαγωγής αγρίων ζώντων ζώων, η οποία τιμωρείται με πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξαρτήτως των κυρώσεων που τυχόν προβλέπονται από άλλες διατάξεις.

Τα άγρια ζώντα ζώα επαναπροωθούνται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στο φυσικό τους περιβάλλον,

ια)

η με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση στην κατανάλωση εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης,

ιβ)

η χωρίς άδεια εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως βάση επιβολής του πολλαπλού τέλους θα λαμβάνεται η αξία των ειδών αυτών, όπως αυτή θα προσδιορίζεται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλης αρμόδιας Αρχής,

ιγ)

η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης παντός οχήματος,

ιδ)

κάθε έλλειψη από την ελεύθερη ζώνη εμπορευμάτων, τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, με σκοπό να στερήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, από τη βεβαίωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και εφαρμόζεται η παρ. 9 του άρθρου 148.

Άρθρο 156
1.

Η, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου,

γραπτή άδεια της αρμόδιας Αρχής δεν αποκλείει τη λαθρεμπορία, όταν η

άδεια εκδόθηκε, χωρίς να υπάρχει νόμιμη περίπτωση έκδοσής της ή χωρίς

να ενεργηθούν οι κατά νόμο προαπαιτούμενες της έκδοσης αυτής

διατυπώσεις και πληρωμές.

2.

Ο δημόσιος υπάλληλος, που εξέδωσε με τον τρόπο αυτό την άδεια,

τιμωρείται ως συνεργός λαθρεμπορίας, εάν ενήργησε με δόλο.

ΤΜΗΜΑ Β’ ΠΟΙΝΕΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ

Άρθρο 157
1.

Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται:

α)

Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της

λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση

ή ανάλωση του υπαίτιου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα

έκτο.

β)

Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις:

-εάν διαπράχθηκε καθ` υποτροπήν,

-εάν διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί,

-εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το

Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ενωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα

χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και

-εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα,

γ)

Με κάθειρξη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

2.

Σε περίπτωση υποτροπής ουδέποτε δύναται να επιβληθεί ποινή

ελαφρότερη αυτής που έχει προηγουμένως επιβληθεί.

3.

Σε περίπτωση απόπειρας επιβάλλεται η ποινή που επιβάλλεται στην

τετελεσμένη λαθρεμπορία, στους δε συνεργούς δύναται να επιβληθεί η

ποινή που επιβάλλεται κατά των αυτουργών.

Άρθρο 158
1.

Οταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί,

φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα

χιλιάδες (70.000) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον

δεν εξεδόθη οριστική απόφαση καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι,

παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα Κώδικα, καθοριζομένων

ενδίκων μέσων, καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σ` αυτούς, κατά τις

διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα Κώδικα, πολλαπλό τέλος, το οποίο

καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων 449 με την επιφύλαξη των ελαχίστων ορίων του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 150 του παρόντος Κώδικα..

Το υπό της παρούσης παραγράφου καθοριζόμενο όριο των ανηκόντων στο

αντικείμενο λαθρεμπορίας δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, δύναται

να αυξομειώνεται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται μετά από

πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.

Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής μόνον εάν το

καταλογισθέν ποσό είναι ανώτερο του διπλασίου των αναλογουσών

δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.

450 ...

2.

Οι τυχόν επιβεβλημένες κατασχέσεις αίρονται αυτοδίκαια αμέσως μετά

την καταβολή των πολλαπλών τελών, εάν συντρέχει η περίπτωση της

προηγούμενης παραγράφου.

3.

Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη από

δημόσιους υπαλλήλους ή ασκούντες στο Τελωνείο εκτελωνιστικό ή κομιστικό

επάγγελμα ή άλλο συναφές προς την Τελωνειακή Υπηρεσία έργο, ή εάν το

αντικείμενο της λαθρεμπορίας ελήφθη στην κατοχή του διαπράξαντος τη

λαθρεμπορία δια κλοπής ή άλλου αδικήματος. 451 Επίσης, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται, εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη από πρατηριούχους ενεργειακών προϊόντων, εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, οδηγούς και ιδιοκτήτες οχημάτων μεταφοράς υγρών καυσίμων, κατέχοντες αποθηκευτικούς χώρους (δεξαμενές), πλοιάρχους και ιδιοκτήτες δεξαμενόπλοιων (σλεπίων), επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας ενεργειακών προϊόντων.

4.

452 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται:

α)

οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών σε όσους παρέχουν πληροφορίες, οι οποίοι συμβάλλουν:

αα)

στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή λαθρεμπορικών πράξεων των άρθρων 155 και επόμενα ή

αβ)

στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων,

β)

οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών στους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε., οι οποίες χορηγούνται για την επίτευξη εξαιρετικών επιδόσεων, πέραν των συνήθων καθηκόντων τους, που συμβάλλουν:

βα)

στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή σημαντικών υποθέσεων λαθρεμπορικών πράξεων των άρθρων 155 και επόμενα ή

ββ)

στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων, και

γ)

το ύψος και το είδος των αμοιβών που δίδονται ως αντάλλαγμα στα πρόσωπα των περ. α` και β`, οι οποίες μπορεί να είναι υλικές, χρηματικές ή άλλες. Οι χρηματικές αμοιβές που καταβάλλονται είναι κατ` αποκοπή ποσά ή και ποσοστιαίες, έως είκοσι τοις εκατό (20%) επί των εισπραχθέντων πολλαπλών τελών ή του εκπλειστηριάσματος των κατασχεθέντων λαθραίων ειδών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα μέτρα προστασίας για τα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων.

453 Άρθρο 159
1.

Η άσκηση ποινικής δίωξης με την κατηγορία της λαθρεμπορίας, της συμμετοχής ή της συνέργειας σε αυτή, σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συνεπάγεται την κρίση του από το αρμόδιο όργανο για τη θέση του ή μη σε δυνητική αργία κατόπιν ακρόασής του. Η αμετάκλητη παραπομπή δημοσίου υπαλλήλου στη διαδικασία του ακροατηρίου για ίδια ως άνω αδικήματα συνεπάγεται τη θέση του υπαλλήλου σε υποχρεωτική αργία και λαμβάνει, μέχρι έκδοσης αμετάκλητης απόφασης των ποινικών δικαστηρίων, το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του. Σε περίπτωση που θα καταδικαστεί αμετάκλητα τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, εκπίπτει αυτοδικαίως της υπαλληλικής θέσης. Η καταδίκη σε οποιαδήποτε ποινή για λαθρεμπορία, συνεπάγεται αυτοδικαίως, τις συνέπειες των άρθρων 61 και 63 του Ποινικού Κώδικα. Ο δημόσιος υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στην Υπηρεσία αν αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και λαμβάνει τις αποδοχές που στερήθηκε κατά τον χρόνο της εκτός Υπηρεσίας παραμονής του. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν εφεξής και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Το αρμόδιο Συμβούλιο συνέρχεται εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντα Κώδικα για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στις εκκρεμείς υποθέσεις, διατηρουμένου του δικαιώματος του Προϊσταμένου της Αρχής να ενεργήσει, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα.

2.

Πλοίαρχοι, μηχανικοί, και καθένας που ανήκει στο πλήρωμα γενικά εμπορικού πλοίου ή αεροσκάφους, οι υπάλληλοι της υπηρεσίας των πρακτορείων των πλοίων και των αεροπορικών και των δι` αυτοκινήτων συγκοινωνιών και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι παντός βαθμού καθώς και οδηγοί αυτοκινήτων, εφόσον υποπέσουν στο αδίκημα της λαθρεμπορίας στερούνται πρόσκαιρα συνεπεία της καταδίκης τους του διπλώμα-τός τους ή της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους ή εκπίπτουν της θέσης την οποία κατέχουν, κατά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου.

3.

Σε περίπτωση αναστολής της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 150, το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με την παρ. 1, κρίνει για τη θέση ή μη σε δυνητική αργία του δημοσίου υπαλλήλου, κατόπιν ακρόασής του. Αν ο υπάλληλος έχει τεθεί ήδη σε υποχρεωτική αργία, το αρμόδιο όργανο κρίνει εκ νέου για τη διατήρηση ή μη της θέσης του υπαλλήλου σε αργία.

Άρθρο 160
1.

Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν

το αντικείμενο αυτής, δημεύονται.

2.

Επίσης δημεύονται τα ζώα, οι άμαξες, το οχήματα, τα πλοία

ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα εφοδιαστικά πλοία που προβαίνουν σε

εικονικούς εφοδιασμούς και κάθε άλλο μεταφορικό μέσο, που

χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του αποτελούντος το αντικείμενο της

λαθρεμπορίας εμπορεύματος. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί

αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας,

επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών,

επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλομένης κατά τον παρόντα Κώδικα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται

η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης της χρηματικής ποινής που έχει

επιδικασθεί.

3.

Η δήμευση σύμφωνα με το άρθρο αυτό επέρχεται ανεξάρτητα της

συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επί του

πράγματος εκτός από της περιπτώσεως που ο ίδιος αποδείξει έλλειψη

συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης.

4.

Εξαιρείται η περίπτωση κατά την οποία ο ένοχος της λαθρεμπορίας

έλαβε στην κατοχή του με αδίκημα τα σε δήμευση, κατά το παρόν άρθρο,

υποκείμενα, οπότε αποδίδονται μεν αυτά στον κύριο, αντί δε της δήμευσης

επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF του

αντικειμένου της λαθρεμπορίας, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής που

επιβάλλεται κατά τον παρόντα Κώδικα.

Εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης

δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το

αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών

περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέ σο ή

αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης.

5.

Τα δημευόμενα, σύμφωνα με το παρόν άρθρο μετά την τελεσιδικία της

περί δήμευσης απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου που δίκασε τη

λαθρεμπορία περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και διατίθενται,

σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και της συναφούς

νομοθεσίας.

6.

Το πλειστηρίασμα των, κατά το παρόν άρθρο, δημευομένων και

εκποιουμένων εισάγεται ως Δημόσιο Εσοδο, επιφυλασσομένων των διατάξεων

περί απόδοσης Ιδίων Πόρων στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ομοίως εισάγεται ως Δημόσιο Εσοδο, σε περίπτωση δήμευσης και μη

απόδοσης των αντικειμένων τούτων στην Τελωνειακή Υπηρεσία η, κατά τις

διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 167 του παρόντα Κώδικα,

παρασχεθείσα χρηματική εγγύηση για την απόδοση αυτών.

ΤΜΗΜΑ Γ’ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 161

Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία

δύναται, με την καταδικαστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα

συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της

καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση

δε του ως πολιτικώς ενάγοντα παριστάμενου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής

Ενωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον

παραλήπτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της

λαθρεμπορίας, και όταν ακόμα αυτός δεν έχει ποινική ευθύνη για τη

λαθρεμπορία, όταν ο καταδικασθείς ενήργησε επί των αντικειμένων της

λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή

του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία

παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος

ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του

εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα

αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν

ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της

πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας.

Άρθρο 162

Εκτός του κατά το προηγούμενο άρθρο κυρίου ή παραλήπτη των

αντικειμένων της λαθρεμπορίας, το Ποινικό Δικαστήριο δύναται να κηρύξει

επίσης αλληλεγγύως αστικά συνυπεύθυνους μετά του καταδικασθέντος προς

πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων,

με αίτηση του ως πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου και της επιδικασθείσας σ`

αυτό απαίτησης, τους ιδιοκτήτες των πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξών ή

αεροσκαφών, τις εταιρίες μεταφορών δια ξηράς, θάλασσας ή αέρος, ως και

τους με οποιαδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπροσώπους αυτών

ή των ιδιοκτητών πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξών ή αεροσκαφών, ακόμη δε

τους διευθυντές ξενοδοχείων και κάθε άλλης κατηγορίας καφενείων ή άλλων

καταστημάτων προσιτών στο κοινό, και όταν ακόμη αυτοί δεν επέχουν

ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία, όταν αυτή διαπράχθηκε εντός των

ανωτέρω μεταφορικών μέσων ή δι` αυτών ή εντός των άλλων υπό τη

διεύθυνση των καταστημάτων ή δια της χρησιμοποίησης αυτών είτε προς

εκτέλεση της λαθρεμπορίας, είτε προς διευκόλυνση αυτής με οποιονδήποτε

τρόπο, είτε προς απόκρυψη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, με

εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω

δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της

λαθρεμπορίας.

Άρθρο 163

Οι καταβάλλοντες έχουν δικαίωμα ανάληψης των καταβληθέντων από τους καταδικασθέντες, οι δε πράκτορες ή αντιπρόσωποι ναυτιλιακών εταιριών ή ιδιοκτητών πλοίων ή ιδιοκτητών άλλων μεταφορικών μέσων, από τις εταιρίες και ιδιοκτήτες, τους οποίους εκπροσωπούν.

ΤΜΗΜΑ Δ’ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑΣ

Άρθρο 164
1.

Το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ως και τα σε δήμευση υποκείμενα

κατά το άρθρο 160 του παρόντα Κώδικα, μεταφορικά μέσα κατάσχονται:

α)

Οταν η λαθρεμπορία είναι "εν τω πράπεσθαι". Είναι δε "εν τω

πράπεσθαι" η λαθρεμπορία, όταν το αντικείμενο αυτής δεν τοποθετήθηκε

ακόμη στον τόπο της οριστικής εναπόθεσής του, ήτοι στην οικία, το

κατάστημα, την αποθήκη ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο προορισμένο από τον

δράστη ή τον συμμέτοχο στην πράξη, για οριστική εναπόθεση του

λαθρεμπορεύματος.

β)

Αρτίως, μετά τη συντέλεση της λαθρεμπορίας. Η περίπτωση αυτή

υφίσταται, όταν τοποθετήθηκε μεν το αντικείμενο της πράξης στον τόπο

της οριστικής του εναπόθεσης, αλλά ο δημόσιος λειτουργός που ενεργεί

την κατάσχεση αντιλήφθηκε αυτό ενώ, μεταφέρονταν, παρακολούθησε αυτό

μέχρι τον τόπο της εναπόθεσης, στον οποίο ζήτησε να εισέλθει όταν

έφθασε. Είναι αδιάφορο το χρονικό διάστημα μέχρι της στιγμής της

εισόδου, εφόσον το διάστημα τούτο παρατάθηκε ένεκα εμποδίων που

παρεμβλήθηκαν στην είσοδο του υπαλλήλου.

γ)

Οταν ο δράστης συλλαμβάνεται πλησίον του τόπου της τέλεσης της

λαθρεμπορίας να κατέχει οποιαδήποτε πειστήρια ή ανευρίσκεται το

αντικείμενο ή το μέσο της λαθρεμπορίας, κατόπιν άμεσης καταγγελίας,

μετά από καταδίωξη, μέχρι της 7ης εσπερινής της επόμενης ημέρας.

δ)

Οταν έχουν τεθεί σε ανάλωση, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων

δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή έχουν διαφύγει της τελωνειακής

επιτήρησης που απαιτεί το καθεστώς, υπό το οποίο τελούν.

2.

Επιτρέπεται η δέσμευση ειδών των οποίων αμφισβητείται η, σύμφωνα

με τις Τελωνειακές Διατάξεις και τη συναφή με αυτές νομοθεσία, κατοχή

για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η προς άρση της αμφισβήτησης έρευνα

των αρμόδιων Τελωνειακών Αρχών.

Άρθρο 165
1.

Καθήκον και αρμοδιότητα σε ολόκληρο το Τελωνειακό έδαφος για

επιχείρηση κατάσχεσης του αντικειμένου ή του μεταφορικού μέσου ή του

προς απόκρυψη ή συγκάλυψη της λαθρεμπορίας χρησιμοποιηθέντος είδους

έχουν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, και κατά λόγω αρμοδιότητας κάθε

Ανακριτικός και Ειδικός ή Γενικός Προανακριτικός Υπάλληλος.

2.

Απόντων των πιο πάνω οργάνων, η κατάσχεση του λαθρεμπορεύματος

δύναται να επιχειρείται και από κάθε δημόσιο υπάλληλο.

3.

Ειδικά στους τελωνειακούς περιβόλους, τις αποθήκες προσωρινής

εναπόθεσης, αποταμίευσης, φορολογικές αποθήκες και στους λοιπούς

υποκείμενους τελωνειακά αναγνωρισμένους χώρους, αποκλειστικά αρμόδια

για τους ελέγχους και τις κατασχέσεις των διακινούμενων μέσω των χώρων

αυτών είναι μόνο η Τελωνειακή Υπηρεσία συνεπικουρούμενη, εφόσον

χρειαστεί και μετά από πρόσκληση του Προϊσταμένου του αρμόδιου

Τελωνείου και από τους κατά περίπτωση λοιπούς προανακριτικούς

υπαλλήλους.

4.

Η κατάσχεση επιβάλλεται με την παρουσία δύο ενηλίκων μαρτύρων,

πολιτών Ελλήνων, ελλείψει δε αυτών προσλαμβάνονται άλλοι έστω και αν

στερούνται τα προσόντα αυτά. Ελλείψει και αυτών η κατάσχεση γίνεται

χωρίς την παρουσία μαρτύρων.

5.

Αν το λαθρεμπόρευμα ή μεταφορικό μέσο το οποίο πρόκειται να

κατασχεθεί βρεθεί κλεισμένο σε οικία, αποθήκη ή άλλο κλειστό χώρο, ο

κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπάλληλος ή φύλακας προσκαλεί

τους ευρισκόμενους εντός να ανοίξουν, εάν δε αυτοί δεν συμμορφωθούν,

τότε ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται με παρουσία Δικαστικού

Λειτουργού, ή αν δεν είναι αυτοί παρόντες με άλλο δημόσιο υπάλληλο, ή

εν ελλείψει και αυτού, με δύο μάρτυρες και επιβάλλει την κατάσχεση.

Άρθρο 166
1.

Για την κατάσχεση συντάσσεται Εκθεση, στην οποία βεβαιώνεται με

λεπτομέρεια, η ύπαρξη των κατά το άρθρο 164 του παρόντα Κώδικα όρων, με

τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση, και περιγράφεται με κάθε ακρίβεια

το αντικείμενο, επί του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, γίνεται δε

αναφορά και της σύλληψης, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, αν διενεργηθεί

αυτή. Η Εκθεση αυτή υπογράφεται από τον συντάξαντα αυτή δημόσιο

υπάλληλο ή φύλακα, τους παρευρεθέντες ενδιαφερομένους και τους

μάρτυρες.

2.

Εάν δεν θέλουν ή δεν δύνανται να υπογράψουν οι ενδιαφερόμενοι ή οι

μάρτυρες, ή αν δεν υπάρχουν μάρτυρες γίνεται αναφορά στην Εκθεση.

Ουσιώδη στοιχεία της Εκθεσης, των οποίων η έλλειψη συνεπάγεται

ακυρότητα αυτής, είναι μόνο η παράλειψη της αναγραφής σε αυτή των κατά

το άρθρο 164 του παρόντα Κώδικα όρων, με τους οποίους επιτρέπεται η

κατάσχεση.

3.

Αν συντρέχει κάποια περίπτωση από εκείνες του άρθρου 164

παράγραφος 1 περιπτώσεις (α), (β) και (γ) του παρόντα Κώδικα,

συλλαμβάνεται ο δράστης από τα καθ` ύλην αρμόδια διωκτικά όργανα, όπως

αναφέρονται στο άρθρο 165 και προσάγεται αμέσως στον αρμόδιο

Εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί παραπέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του

Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αφορούν στην άμεση εκδίκαση των

εγκλημάτων "επ` αυτοφώρω".

Άρθρο 167
1.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της λαθρεμπορίας ως και τα μεταφορικά

μέσα προσάγονται αμέσως από το δημόσιο υπάλληλο, που ενήργησε την

κατάσχεση στην Τελωνειακή Αρχή της Περιφέρειας, στην οποία διαπράχθηκε

η λαθρεμπορία και αν ακόμη προέρχονται από κλοπή ή τα κατέχουν οι

δράστες παράνομα. Αν είναι αδύνατη ή δυσχερής η μεταφορά των

κατασχεθέντων, τότε σφραγίζονται αυτά από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ή

ορίζεται φύλακας ή λαμβάνεται οποιοδήποτε άλλο μέτρο για τη διαφύλαξη αυτών.

2.

Η Εκθεση Κατάσχεσης μετά τη διενεργηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο

169, προανάκριση, αποστέλλεται αμέσως στον αρμόδιο Εισαγγελέα,

αντίγραφο δε αυτής και του σχετικού πορίσματος της προανάκρισης

αποστέλλονται μαζί με τα κατασχεθέντα στον Προϊστάμενο της αρμόδιας

Τελωνειακής Αρχής. Η Εκθεση Κατάσχεσης κοινοποιείται στον καθ` ου ή σε

οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον αμέσως μόλις αυτή περιέλθει στον

αρμόδιο Εισαγγελέα. Το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών δύναται, μετά από

αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται, εντός 48 ωρών

από της λήψης από τον Εισαγγελέα της Εκθεσης Κατάσχεσης, να άρει την

κατάσχεση, εάν αυτή ενεργήθηκε άκυρα ή παράνομα ή εάν δεν υπάρχουν τα

στοιχεία της λαθρεμπορίας σύμφωνα με το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα.

Δύναται δε εν πάση περιπτώσει, μετά από αίτηση του κυρίου των

κατασχεθέντων, υποβαλλομένη εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, να

διατάξει, την απόδοση σε αυτόν, με εγγύηση χρηματική, η οποία

κατατίθεται νόμιμα και είναι ίση με την στο εσωτερικό αξία αυτών. Η

εγγύηση αυτή επέχει θέση τιμήματος πώλησης των κατασχεθέντων και

υπόκειται στη σύμφωνα με το άρθρο 160 δήμευση. Κατά του βουλεύματος του

Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνον ανακοπή ενώπιον του

Συμβουλίου Εφετών σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής

Δικονομίας, εντός 48 ωρών από την έκδοση του βουλεύματος, μη

απαιτουμένης της επίδοσης αυτού.

3.

Οταν η περί λαθρεμπορίας κατηγορία εισαχθεί στο Πλημμελειοδικείο,

με τη διαδικασία της άμεσης εκδίκασης - αυτόφωρο, το δικαστήριο

αποφαίνεται για τη δήμευση ή την απόδοση των αναφερόμενων στο άρθρο 160

κατασχεμένων ειδών, εάν δε αναβάλλει τη συζήτηση, δύναται να διατάξει

τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο

Άρθρο 168

Κάθε πολίτης οφείλει, εάν προσκληθεί από δημόσιο υπάλληλο που

πρόκειται να ενεργήσει ή ενεργεί ή ενήργησε την κατάσχεση

λαθρεμπορεύματος ή τη σύλληψη δράστη λαθρεμπορίας, να παράσχει κάθε

συνδρομή και ενίσχυση που θα του ζητηθεί ανάλογα με τις δυνάμεις του

προσκαλούμενου.

Άρθρο 169
1.

Οι αναφερόμενοι, στο άρθρο 165 παράγραφοι 1 και 2, αμέσως μετά την

κατάσχεση ή τη σύλληψη του δράστη, προβαίνουν στις ανακριτικές πράξεις,

προκειμένου να βεβαιώσουν τη λαθρεμπορία, σύμφωνα με τις διατάξεις της

Ποινικής Δικονομίας, αποστέλλουν δε άμεσα την ενεργηθείσα προανάκριση

στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

2.

Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής αφού παραλάβει,

σύμφωνα με το άρθρο 164 του παρόντα Κώδικα, τα κατασχεθέντα, συντάσσει

σχετική Εκθεση, την όποια στέλνει άμεσα στον Εισαγγελέα και μεριμνά για

τη μεταφορά ή φύλαξη αυτών και ενεργεί παραπέρα, σύμφωνα με τα άρθρα

170 και 171 του παρόντα Κώδικα.

Άρθρο 170
1.

454 Οταν η Τελωνειακή Αρχή παραλάβει τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 164 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, δημοσιεύει με τοιχοκόλληση στο Τελωνειακό Κατάστημα, πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο ώστε να εμφανισθεί εντός πέντε (5) ημερών και προκαταβάλει τις αναγκαίες δαπάνες για τη φύλαξη αυτών μέχρι τελεσιδικίας της απόφασης, η οποία θα αποφανθεί για τη δήμευση αυτών. Το ποσό των δαπανών ορίζει ο Προϊστάμενος του Τελωνείου με πρωτόκολλο, με το οποίο δύναται να ορισθεί και η κατά χρονικά διαστήματα προκαταβολή.

Για τα κατασχεθέντα μεταφορικά μέσα εφαρμογή έχουν τα οριζόμενα στο άρθρο 177..

2.

Αν κανείς δεν προκαταβάλει τις δαπάνες αυτές κατά το χρόνο που

ορίζεται στο πρωτόκολλο, η Τελωνειακή Αρχή προβαίνει στην εκποίηση, με

Δημοπρασία, των κατασχεθέντων. Η Δημοπρασία προκηρύσσεται με διακήρυξη

της Τελωνειακής Αρχής, η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με τους όρους του

άρθρου 45 του παρόντα Κώδικα. Η Δημοπρασία ενεργείται στο κατάστημα της

Τελωνειακής Αρχής με παρουσία του Προϊσταμένου αυτής ή του νόμιμου

αναπληρωτή του, την ημέρα και ώρα που ορίστηκε με τη διακήρυξη και

τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες μετά την τελευταία τοιχοκόλληση. Το

αποτέλεσμα της Δημοπρασίας εγκρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της

παραγράφου 2 του άρθρου 46 του παρόντα Κώδικα.

3.

455 Αν δεν υπάρξει αγοραστικό ενδιαφέρον ή ελλείψει τελωνειακών αποθηκευτικών χώρων ή πιστώσεων, η Τελωνειακή Αρχή δύναται με έγκριση του Προϊσταμένου της αρμόδιας κατά τόπον Τελωνειακής Περιφέρειας, να αποστείλει τα κατασχεθέντα σε άλλη Τελωνειακή Αρχή για φύλαξη, εκποίηση, μεταποίηση ή διάθεση των κατασχεθέντων.

456 458 Άρθρο 171 Εκποίηση, επαναδιύληση και καταστροφή κατασχεθέντων προϊόντων από τις Τελωνειακές Αρχές
1.

Αν τα κατασχεθέντα υπόκεινται σε φθορά ή ελάττωση αξίας για οποιονδήποτε λόγο ή η φύλαξη αυτών είναι δυσχερής και βεβαιούται αυτό με πρωτόκολλο της Τελωνειακής Αρχής, τότε δύναται αυτή να τα εκποιήσει σε τρεις (3) μονοήμερες διαδοχικές δημοπρασίες, και αν ακόμη προσφέρεται σε καταβολή των εξόδων της φύλαξης οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος. Η δημοπρασία ενεργείται με παρουσία του Προϊσταμένου της Τελωνει-ακής Αρχής ή του νόμιμου αναπληρωτή του.

1Α.

Κατ` εξαίρεση της παρ. 1:

α)

Τα κατασχεθέντα χημικά προϊόντα, τα οποία ταξινομούνται ως επικίνδυνα σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 (L 353), παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων.

β)

Τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται τρόφιμα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 (L 31) και δεν εκποιούνται κατά την πρώτη μονοήμερη δημοπρασία ή δεν επιτρέπεται να τεθούν προς εκποίηση διατίθενται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 48 ή παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή για μεταποίηση σε άλλες εγκαταστάσεις. Ειδικά τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται τρόφιμα και χαρακτηρίζονται ως μη ασφαλή, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή μεταποιούνται μετά από απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2969/2001 (Α` 281), περί κατάσχεσης - δήμευσης - απόδοσης.

γ)

Τα κατασχεθέντα ενεργειακά προϊόντα των περ. β) έως θ) της παρ. 1 του άρθρου 72, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 112Β δεν τίθενται σε δημοπρασία και μεταφέρονται, φυλάσσονται και επαναδιυλίζοναι από κατόχους άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 (Α` 230), με δαπάνες αυτών, κατόπιν έγγραφης υπόδειξης της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Για τα ως άνω προϊόντα, τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 καταβάλλουν στην αρμόδια Υπηρεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εύλογο τίμημα και αναλογούντες δασμούς μη ενωσιακών ειδών. Οι όροι της παραπάνω διαδικασίας και, ιδίως, ο χρόνος παραλαβής, φύλαξης και επαναδιύλισης των κατασχεθέντων ενεργειακών προϊόντων και ο τρόπος προσδιορισμού του ανωτέρου εύλογου τιμήματος καταγράφονται σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ της Α.Α.Δ.Ε. και των κατόχων άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002.

Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται η χημική ταυτοποίηση των κατασχεθέντων από τη Γενική Διεύθυνση του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε., με λήψη και εξέταση δειγμάτων ή και εγγράφων.

Αρμόδιο για την εφαρμογή της παρούσας είναι το τελωνείο στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου έγινε η κατάσχεση ή το τελωνείο στο οποίο αποστάλθηκαν, για οποιονδήποτε λόγο, τα κατασχεθέντα από άλλο τελωνείο ή από άλλη διωκτική αρχή.

Για την καταστροφή, την επαναδιύλιση ή τη μεταποίηση των κατασχεθέντων συγκροτείται τριμελής επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον προϊστάμενο του αρμόδιου τελωνείου, έναν (1) υπάλληλο του ίδιου τελωνείου με ελεγκτικά καθήκοντα και έναν (1) υπάλληλο της κατά τόπον αρμόδιας χημικής υπηρεσίας του ανωτέρω τελωνείου. Για τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής εκδίδεται απόφαση του ως άνω προϊσταμένου του τελωνείου, στην οποία ορίζονται τα μέλη της, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης των κατασχεθέντων. Η τριμελής επιτροπή συντάσσει πρωτόκολλο καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης, αντιστοίχως, στο οποίο αναφέρονται τα είδη των προϊόντων ή υλικών, η δασμολογική τους διάκριση, η ποσότητα αυτών, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης.

Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η καταστροφή εντός της χώρας, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων δύνανται να μεταφέρουν τα ανωτέρω προϊόντα ή υλικά, προς καταστροφή, εκτός αυτής, σύμφωνα με το καθεστώς διαμετακόμισης.

Ειδικά στην περίπτωση της καταστροφής, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων, γνωστοποιούν, εγγράφως, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την καταστροφή, στην ως άνω επιτροπή, με βάση δελτίο χημικής ανάλυσης, αν από τη διαδικασία καταστροφής των κατασχεθέντων προέκυψαν ή όχι ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 73 ή προϊόντα των παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 73, τα οποία πρόκειται να διατεθούν ή να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της χώρας, ως καύσιμα κινητήρων ή θέρμανσης ή άλλα υπολείμματα ή απορρίματα. Αν από την καταστροφή προέκυψαν προϊόντα του προηγούμενου εδαφίου, καταβάλλονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατά περίπτωση, οι αναλογούντες στα προϊόντα αυτά δασμοί, ειδικοί φόροι κατανάλωσης και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις, κατ` εφαρμογή του έκτου εδαφίου της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 37 και των παρ. 1, 4, 5 και 6 του άρθρου 73. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζεται ο τρόπος διαχείρισης των κατασχεθέντων ενεργειακών προϊόντων της περ. β), για τα οποία δεν επιτρέπεται η επαναδιύλιση, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.

2.

Το πλειστηρίασμα κατατίθεται στο Τελωνείο επί παρακαταθήκη.

3.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα, τα οποία για οποιονδήποτε λόγο δεν εκποιήθηκαν, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 και δεν διατάχθηκε η απόδοση με απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, που δίκασε τη λαθρεμπορία, θεωρούνται μετά το τρίμηνο από την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ως εγκαταλελειμ-μένα, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και εφαρμόζονται για την εκποίησή τους η περ. β) της παρ. 4, καθώς και οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 48. 4. Βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, καταστρέφονται:

α)

Τα προϊόντα της παρ. 2 του άρθρου 119Β το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από την κατάσχεση, εφόσον έχουν διενεργηθεί και ολοκληρωθεί δειγματοληψίες της παρ. 3 του άρθρου 119Β και σε κάθε περίπτωση, αμέσως μετά από τη γνωστοποίηση των εκθέσεων εξέτασης δειγμάτων της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους στην Τελωνειακή Αρχή που διενήργησε την κατάσχεση ή στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διενεργήθηκε η κατάσχεση από άλλη ελεγκτική αρχή και στην εταιρεία καπνικών, αν υποβάλλεται αίτημα σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 119Β.

β)

Τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά και τα προϊόντα των περ. α) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 167.

Αν βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, δεν έχουν καταστραφεί, εντός των ως άνω χρονικών πλαισίων και διατάχθηκε η δήμευσή τους, καταστρέφονται το συντομότερο δυνατόν. Η καταστροφή τους διενεργείται ενώπιον τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται με σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Περιφέρειας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η Τελωνειακή Αρχή που χειρίζεται την υπόθεση. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών έως χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή έως πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 94, καθώς και για οποιαδήποτε ποσότητα προϊόντων των περ. α) και στ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από τον προϊστάμενο της ως άνω αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και τον προϊστάμενο του δικαστικού τμήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και έναν (1) υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα της ίδιας Τελωνειακής Αρχής και αν η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή δεν είναι Τελωνείο Α` Τάξης, από τον προϊστάμενο αυτής και δύο (2) υπαλλήλους της ή υπαλλήλους της πλησιέστερης αυτής Τελωνειακής Αρχής. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών, οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσότητες του προηγούμενου εδαφίου, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από έναν (1) υπάλληλο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, ως πρόεδρο, έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης αυτής αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης ομοίως, αυτής Δ.Ο.Υ., ως μέλη. Ως αναπληρωτής του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ., δύναται να ορίζεται και υπάλληλος του Δήμου, στον οποίο εδρεύει η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται, κατόπιν εισήγησης των υπηρεσιών στις οποίες υπάγονται. Είναι δυνατή η μαζική καταστροφή κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών από την Επιτροπή του τρίτου εδαφίου, εφόσον αυτά προέρχονται από μεμονωμένες κατασχέσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή τα πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 94. Η καταστροφή, σύμφωνα με την παρούσα, δεν αναιρεί τη διενέργεια διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και την επιβολή, αντίστοιχα, προβλεπόμενων κυρώσεων.

5.

Κατά του Δημοσίου δεν δύναται να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από νόμιμη κατάσχεση, εκποίηση, διάθεση, μεταποίηση ή καταστροφή των κατασχεθέντων, λόγω λαθρεμπορίας.

Άρθρο 172
1.

Αρμόδιο δικαστήριο για εκδίκαση του αδικήματος της λαθρεμπορίας

κατά τα άρθρα 155, 156, 157, 159, 160 και επόμενα του παρόντα Κώδικα

είναι εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε το αδίκημα.

2 459 . Εάν ο κατηγορούμενος δεν συνελήφθη επ` αυτοφώρω ή εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν κατέστη εφικτή η άμεση εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά το άρθρο 166, ο Εισαγγελέας, εκτιμώντας τη σοβαρότητά της, παραγγέλλει τη διενέργεια προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 243 επ. και 246 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο ανακριτής και οι προανακριτικοί υπάλληλοι έχουν υποχρέωση να ολοκληρώσουν την έρευνα κατά προτεραιότητα.

3.

Μετά το πέρας της ανάκρισης δύναται ο Εισαγγελέας, με τη σύμφωνη

γνώμη του Ανακριτή, να παραπέμψει τον κατηγορούμενο, με απευθείας

κλήση, στο ακροατήριο. Κατά της κλήσης αυτής επιτρέπεται στον

κατηγορούμενο να προσφύγει ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, σύμφωνα με

τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο Εισαγγελέας Εφετών,

όταν πάρει την προσφυγή, δύναται να διατάξει είτε τη συμπλήρωση της

ανάκρισης, οπότε αυτή πρέπει να περατωθεί εντός της προθεσμίας που

προβλέπει η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου, είτε την υποβολή της

υπόθεσης στο Συμβούλιο, οπότε τούτο πρέπει να αποφανθεί για την

παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο εντός δέκα (10) ημερών

από της περιέλευσης σε αυτό της δικογραφίας μετά της προσαρτημένης

Εισαγγελικής Πρότασης.

4.

Εάν το Συμβούλιο αποφανθεί ότι δεν υπάρχει λόγος για κατηγορία, το

Βούλευμα εισάγεται εντός δέκα (10) ημερών από της έκδοσής του από τον

Εισαγγελέα Εφετών, για επικύρωση ή μεταρρύθμιση στο Συμβούλιο Εφε τών,

το οποίο οφείλει να αποφανθεί εντός δέκα (10) ημερών, σύμφωνα με τα

οριζόμενα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η εισαγωγή της υπόθεσης στο

ακροατήριο πρέπει να γίνει εντός δεκαπέντε (15) ημερών, το αργότερο,

από της παρέλευσης των προθεσμιών για άσκηση έφεσης ή αναίρεσης. Το

Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, δύναται να αναβάλει τη συζήτηση της

υπόθεσης, για περισσότερες αποδείξεις, σε ρητή δικάσιμη μη απέχουσα

περισσότερο των δεκαπέντε (15) ημερών, από της αρχικά ορισθείσας ημέρας

συζήτησης.

5.

Οι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται κατά τα λοιπά

εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντα Κώδικα. Το Δημόσιο ή

η Ευρωπαϊκή Ενωση δύναται να προβάλει τις απαιτήσεις του για

αποζημίωση, παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον, και το πρώτο επί

ακροατηρίου δια των νομίμων αντιπροσώπων του ή δια του Εισαγγελέα που

του ανατέθηκε με ειδική εντολή του Υπουργού των Οικονομικών. Η προβολή

αυτή των απαιτήσεων του Δημοσίου δεν επιτρέπεται το πρώτον στο Εφετείο.

Οι απαιτήσεις του Δημοσίου για αποζημίωση δεν δύνανται να περιλαμβάνουν

τις οφειλόμενες σ` αυτό δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις.

6 460 . ...

Άρθρο 173
1.

Σε κάθε περίπτωση συζήτησης στο ακροατήριο, καλούνται από τον

Εισαγγελέα, εκτός των κατηγορουμένων, κατά τις ίδιες διατυπώσεις και

προθεσμίες, οι ενδεικνυόμενοι από την προανάκριση ως αλληλέγγυοι με

αυτούς Αστικά συνυπεύθυνοι κατά τα άρθρα 161 και 162 του παρόντα

Κώδικα, οι οποίοι έχουν όλα τα δικαιώματα, τα οποία παρέχονται στον

κατηγορούμενο, από την Ποινική Δικονομία, όταν τους επιδοθεί η κλήση

για να εμφανισθούν στο ακροατήριο.

2.

Ο αστικά υπεύθυνος που συμμετέχει στη συζήτηση δύναται να ασκήσει

όλα τα ένδικα μέσα που ανήκουν στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη

δικαστική απόφαση, αλλά μόνο ως προς το μέρος το οποίο αναγνωρίζει την

αστική αυτού ευθύνη. Οταν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο από τον

κατηγορούμενο, το δικαστήριο το οποίο κρίνει τούτο επιλαμβάνεται και

του κεφαλαίου της απόφασης, του σχετικού με την ευθύνη των αστικά

συνυπεύθυνων, έστω και αν δεν στρέφεται κατά αυτού το ένδικο μέσο που

ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο και όταν ακόμη δεν εμφανίσθηκε ο αστικά

υπεύθυνος.

3.

Ο αστικά υπεύθυνος και αν δεν κλητευθεί, σύμφωνα με την παράγραφο

1 του άρθρου τούτου, δικαιούται πάντοτε να παρέμβει εκουσίως, στην

ποινική δίκη και στο Εφετείο το πρώτο, αλλά μέχρι της έναρξης της

αποδεικτικής διαδικασίας. Ο κλητευθείς ή εκείνος ο οποίος κάνει με τη

θέλησή του παρέμβαση δύναται να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία με

αίτησή του ή αυτεπάγγελτα εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν

φέρει την ιδιότητα του αστικά συνυπεύθυνου σύμφωνα με τα άρθρα 161 και

162 του παρόντα Κώδικα.

Άρθρο 174

Οποιοσδήποτε Οικονομικός Υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής,

Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης

Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για

λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως

μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

Άρθρο 175

Οταν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ή το μεταφορικό μέσο αυτής

κατάσχεται χωρίς να ανακαλυφθεί ο δράστης, ούτε και από την ανάκριση, ο

Εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο Πλημμελειοδικείο, το οποίο

αποφασίζει για τη δήμευση των κατασχεθέντων.

Άρθρο 176
1.

Καθένας που αξιώνει δικαίωμα επί των κατασχεθέντων αντικειμένων ή

μεταφορικών μέσων λαθρεμπορίας, είτε ανακαλύφθηκε είτε όχι ο δράστης

αυτής, αν θέλει να αμφισβητήσει τη δήμευση αυτών δύναται να υποβάλει

τις αξιώσεις του με αίτησή του στον Εισαγγελέα. Η αίτηση εισάγεται στο

αρμόδιο Δικαστήριο και συζητείται με την κύρια συζήτηση με την οποία

καλείται και ο αιτών αυτού. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης

και, αν δεν αποφανθεί υπέρ της δήμευσης, διατάσσει την απόδοση των

κατασχεθέντων ή του πλειστηριάσματος στο δικαιούχο, αφαιρουμένων των

δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.

2.

Την απόδοση στο δικαιούχο διατάσσει το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα,

όταν κρίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση δήμευσης.

3.

Η απόδοση κατά τα ανωτέρω των κατασχεθέντων στο δικαιούχο από την

Τελωνειακή Αρχή ενεργείται μετά την καταβολή ή μη, αναλόγως του

αιτούμενου προορισμού των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Αν

η αποφαινόμενη για τη δήμευση απόφαση του Δικαστηρίου είναι εκείνη, η

οποία καταδικάζει το δράστη, καθίσταται τελεσίδικος, όταν παρέλθουν οι

νόμιμες προθεσμίες των ενδίκων μέσων ως προς τον καταδικασθέντα. Ο

τρίτος, ο οποίος έχει αξιώσεις επί των δημευομένων αντικειμένων με βάση

την απόφαση, δεν δύναται να προσβάλει με ένδικα μέσα την απόφαση,

δύναται όμως να παρέμβει και υποβάλει τις αξιώσεις του σε κάθε συζήτηση

της υπόθεσης, συνεπεία των ενδίκων μέσων του καταδικασθέντος.

4.

Αν η αποφαινόμενη για τη δήμευση απόφαση του Δικαστηρίου δεν

περιέχει διάταξη που να καταδικάζει τον δράστη της λαθρεμπορίας,

δύναται να ανακοπεί από καθένα που έχει αξιώσεις επί των δημευομένων

αντικειμένων, μη κληθέντος δε να παραστεί κατά τη συζήτηση επί της

οποίας εξεδόθη, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, αρχομένης από της

επομένης της ημέρας της έκδοσής της. Επί της ανακοπής αποφαίνεται το

Πλημμελειοδικείο, η δε απόφαση αυτού είναι τελεσίδικη και δεν

επιτρέπεται κατ` αυτής ένδικο μέσο.

Άρθρο 177 461 462
1.

α) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχονται χερσαία ή εναέρια μεταφορικά μέσα ή μηχανήματα έργου ή εμπορευματοκιβώτια, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας, ναρκωτικών ουσιών, μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, όπλων, εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, το υπηρεσιακό όργανο το οποίο επέβαλε την κατάσχεση ή η Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί αυτό, τα παραδίδει, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή (αρμόδιο Τελωνείο ή Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων), που ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος, συντασσόμενης έκθεσης παράδοσης και παραλαβής. Εάν οι παραπάνω υπηρεσίες αποδεδειγμένα στερούνται χώρων και δυνατοτήτων φύλαξης, τα κατασχεθέντα αντικείμενα δύναται να παραμένουν στην παραφυλακή της υπηρεσίας που προέβη στην κατάσχεση, εάν είναι αναγκαίο και με τη συνδρομή άλλων δημοσίων υπηρεσιών, η δε αρμόδια Τελωνειακή Αρχή οφείλει να μεριμνήσει για την άμεση διαχείριση τους. Για τη φύλαξη των εναέριων μέσων, εφόσον είναι αδύνατη η φύλαξη τους στο χώρο της κατάσχεσης, ζητείται η συνδρομή του πλησιέστερου πολιτικού ή στρατιωτικού αεροδρομίου.

β)

Το ίδιο ως άνω όργανο ή η Υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί αυτό, επισυνάπτει τα πρωτότυπα της έκθεσης κατάσχεσης και της έκθεσης παράδοσης και παραλαβής, εφόσον αυτή έχει πραγματοποιηθεί, στα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης και κοινοποιεί υποχρεωτικά αντίγραφο του διαβιβαστικού εγγράφου της προανάκρισης στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο, κατά περίπτωση.

2.

α) Οταν κατάσχονται πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας ή ναρκωτικών ουσιών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή όπλων ή εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, η κατά τόπο αρμόδια Λιμενική Αρχή φυλάσσει αυτά και, αν είναι η κατάσχουσα αρχή, διαβιβάζει αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, μαζί με τα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης, στο αρμόδιο Τελωνείο και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, για τη διαχείρισή τους.

β)

Τα κατασχεθέντα πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, παραμένουν στην παραφυλακή της Λιμενικής Αρχής, η οποία τα φυλάσσει, μέχρις ότου παραδοθούν στον αγοραστή που θα αναδειχθεί από τις πλειοδοτικές δημοπρασίες ή διατεθούν για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου ή αποδοθούν στον ιδιοκτήτη ή δοθεί εντολή καταστροφής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

γ)

Για πλωτά μέσα αξίας άνω των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ με βάση την έκθεση κοστολόγησής τους δύναται η Λιμενική Αρχή, μόνο εάν τεκμηριωμένα υφίσταται πλήρης αδυναμία αυτής για την φύλαξη των κατασχεθέντων, να διορίσει ειδικό μεσεγγυούχο από τους εγγεγραμμένους στον ειδικό κατάλογο πραγματογνωμόνων. Ο ειδικός μεσεγγυούχος παραλαμβάνει το πλωτό μέσο με λεπτομερές πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά όλα τα στοιχεία αυτού και των εξαρτημάτων του. Με την ως άνω παραλαβή ο μεσεγγυούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το φυλάσσει στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε και φέρει αποκλειστικά και προσωπικά την ευθύνη για οποιαδήποτε φθορά, ζημιά ή κλοπή εξαρτημάτων που θα προκληθεί σε αυτό. Η αποζημίωση και τα σχετικά έξοδα των μεσεγγυούχων εκκαθαρίζονται από την αρχή που διέταξε τη μεσεγγύηση ή φύλαξη ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας και η εκκαθάριση διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τα σχετικά δικαιολογητικά για την πληρωμή του δικαιούχου.

3.

Η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, στην οποία παραδόθηκαν τα κατασχεθέντα ή κοινοποιήθηκε η κατάσχεση των ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, συντάσσει, εφόσον αυτά προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, έκθεση επαλήθευσης με την οποία προσδιορίζει τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στην εισαγωγή τους και αποστέλλει αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα μέσα σε ένα (1) μήνα από την παράδοση των κατασχεθέντων ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης.

Για τα πλωτά και εναέρια μέσα αντίγραφο της έκθεσης επαλήθευσης διαβιβάζεται και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού.

4.

α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, εάν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεθέντων σύμφωνα με τα άρθρα 310 του Κ.Π.Δ., 160 παράγραφος 4 του παρόντος κώδικα ή άλλες διατάξεις, δύναται να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη.

β)

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δύναται επίσης, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει με αμετάκλητη απόφαση του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των κατασχεθέντων σε αυτόν, ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση δήμευσης των κατασχεθέντων, υπό τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης ισόποσης με την αξία τους, όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση κοστολόγησης, προκειμένου να επέχει τη θέση των κατασχεθέντων που υπόκεινται σε δήμευση.

γ)

Κάθε βούλευμα ή απόφαση σχετικά με άρση της κατάσχεσης και απόδοση των μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 στον ρητά κατονομαζόμενο ιδιοκτήτη, καθώς και κάθε απόφαση για δήμευσή τους κοινοποιείται αμελλητί από τον Εισαγγελέα στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο μαζί με βεβαίωση από την οποία προκύπτει η ημερομηνία του αμετακλήτου αυτών.

δ)

Η παραλαβή από τον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων και κατά τα ανωτέρω αποδοθέντων ειδών ή μέσων πραγματοποιείται μετά από αίτησή του συνοδευόμενη από όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Ο ιδιοκτήτης, πριν την παραλαβή, υποχρεούται στην καταβολή των εξόδων μεταφοράς και φύλαξης, καθώς και δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στα ως άνω είδη ή μέσα.

5.

α) Η Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή το αρμόδιο Τελωνείο, εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης για τα είδη της παραγράφου 1 και μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης για τα είδη της παραγράφου 2, δεν έχουν λάβει έγγραφη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη, προβαίνουν στην εκποίηση ή διάθεσή τους.

β)

Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστησαν αμετάκλητα η απόφαση ή το βούλευμα ή η εισαγγελική διάταξη για άρση της κατάσχεσης και απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήτη, αυτά δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική αυτού υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ο ιδιοκτήτης αποστερείται παντός δικαιώματος παραλαβής ή αποζημίωσης.

γ)

Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητο το βούλευμα περί απόδοσης στον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων με τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική του υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα μπορεί να εκποιούνται ή να διατίθενται.

6.

α) Η εκποίηση των κατασχεθέντων ειδών των παραγράφων 1 και 2 πραγματοποιείται μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5 σύμφωνα με τους όρους πώλησης που ισχύουν για τις δημοπρασίες που διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης δημόσιου υλικού.

β)

Η Τελωνειακή Αρχή, η οποία έχει την αρμοδιότητα και ευθύνη της διαχείρισης των κατασχεθέντων ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, συντάσσει έκθεση κοστολόγησης.

γ)

Κατασχεθέντα είδη της περίπτωσης α της παραγράφου 2, τα οποία είναι σε κακή κατάσταση και άνευ εμπορικής αξίας, καταστρέφονται, κατ εξαίρεση της περίπτωσης α της παρούσας παραγράφου, μετά την πάροδο των προθεσμιών της παραγράφου 5. Η καταστροφή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της ιδίας Αρχής και τον Προϊστάμενο της Λιμενικής Αρχής.

Η γνωμοδότηση της επιτροπής διαβιβάζεται με μέριμνα της Λιμενικής Αρχής προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Αμυνας για την καταστροφή των πλωτών μέσων, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.

Με πρόταση της ίδιας γνωμοδοτικής επιτροπής είναι δυνατή η διάθεση των ως άνω ειδών για ειδικές χρήσεις σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

δ)

Τα πλωτά μέσα δύναται να εκποιούνται για διάλυση. Για όσα εξ αυτών ανήκουν στην κατηγορία των φουσκωτών σκαφών με εξωλέμβιους κινητήρες είναι δυνατή η εκποίηση των κινητήρων και των σκαφών μεμονωμένα.

ε)

Για τα πλωτά μέσα των οποίων οι δημοπρατήσεις απέβησαν άγονες, εκ των οποίων οι τρεις με την ίδια τιμή εκκίνησης, η Λιμενική Αρχή φύλαξης αυτών προβαίνει, μετά από σχετική βεβαίωση της Διεύθυνσης Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού, σε πρόταση προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολικής και το Υπουργείο Εθνικής Αμυνας για την καταστροφή τους, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.

7.

α) Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5, τα κατασχεμένα οχήματα της παραγράφου 1 δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος προς κυκλοφορία σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

β)

Με όμοια απόφαση, οχήματα τέλους κύκλου ζωής (Ο.Τ.Κ.Ζ.) και οχήματα για διάλυση δύναται να διατίθενται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ενοπλες Δυνάμεις, αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς λόγους, τα οποία μετά την χρησιμοποίησή τους παραδίδονται σε αδειοδοτημένους φορείς διαχείρισης τέτοιων οχημάτων.

γ)

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5, τα πλωτά μέσα της παραγράφου 2 και τα κατασχεθέντα είδη της παραγράφου 1, εκτός των οχημάτων, δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. Ν.Π.Δ.Δ., και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

δ)

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δύναται να διατίθενται, κατ εξαίρεση των περιπτώσεων α και γ και κατά προτεραιότητα, ένα ή περισσότερα κατασχεθέντα από οποιαδήποτε αιτία χερσαία ή πλωτά μεταφορικά μέσα, σε Τελωνειακές και Φορολογικές Υπηρεσίες για τις ανάγκες της δίωξης λαθρεμπορίου και φοροδιαφυγής.

ε)

Για τα οχήματα που δεν προέρχονται από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης η Υπηρεσία, στην οποία διατίθενται προς κυκλοφορία, αναλαμβάνει την έκδοση της κατά περίπτωση απαιτούμενης έγκρισης τύπου για την κυκλοφορία τους με δικές της ενέργειες και έξοδα.

στ)

Για τα κατασχεθέντα είδη που δεν προέρχονται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τα οποία διατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, καταβάλλονται από τις υπηρεσίες στις οποίες διατίθενται οι αναλογούντες δασμοί.

8.

Αν μετά την εκποίηση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, κατα βάλλεται σε αυτόν αποζημίωση από την αρμόδια υπηρε σία της Α.Α.Δ.Ε. και μετά από αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία εκποίησης, ως εξής:

α)

Οταν το εκποιηθέν είδος έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή, ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..

β)

Οταν το εκποιηθέν είδος δεν έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή και το εκπλειστηρίασμα εισπράττε- ται με άτοκες δόσεις, ο ιδιοκτήτης του κατασχεθέντος δύναται να επιλέξει είτε την είσπραξη ποσού ίσου με τις εισπραχθείσες κάθε φορά δόσεις αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α., είτε ποσού ίσου με το εκπλειστηρίασμα μειωμένο κατά την προβλεπόμενη έκπτωση, εάν αυτό καταβαλλόταν εφάπαξ, αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..

9.

Αν μετά την διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση ως εξής:

α)

Οταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται δωρεάν, ποσό ίσο με την τιμή κοστολόγησης αφαιρουμένου του εμπε- ριεχομένου Φ.Π.Α.. Υπόχρεη για την καταβολή του ποσού αυτού στον ιδιοκτήτη είναι η Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε το κατασχεθέν είδος.

β)

Οταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται έναντι τιμήματος, καταβάλλεται από μεν την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α. από δε την Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε αυτό, ποσό ίσο με τη διαφορά της τιμής κοστολόγησης και του τιμήματος που κατεβλήθη, αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α..

10.

Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 8 και 9 ποσά καταβάλλονται έντοκα από την ημερομηνία που οι αρμόδιες υπηρεσίες προς αποζημίωση λάβουν αίτημα με όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά του δικαιωθέντος ιδιοκτήτη μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού εντάλματος πληρωμής. Η καταβολή των προς αποζημίωση ποσών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. και του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 (Α 170).

11.

α) Τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που έχουν κατασχεθεί ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα λαθρεμπορευμάτων ή ναρκωτικών ουσιών ή όπλων ή εκρηκτικών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή λόγω διάπραξης οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, καθώς και τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που ανακαλύπτονται κατά τους ελέγχους ή έρευνες από τα Τελωνεία ή τις διωκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε. και του Υπουργείου Οικονομικών ή από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος, παραδίδονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο, κατά περίπτωση, μαζί με αντίγραφα της έκθεσης κατάσχεσης και των εγγράφων αναζήτησης και ειδοποίησης των ιδιοκτητών και συντάσσεται έκθεση παράδοσης-παραλαβής.

Τα κατασχεθέντα παραλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη μετά από άδεια παραλαβής από την αρμόδια αρχή ή με αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, αφού προηγουμένως καταβληθούν τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξης.

β)

Αν μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από την ημερομηνία παραλαβής τους η Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή το αρμόδιο Τελωνείο δεν έχουν λάβει έγγραφη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη ή μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από το αμετάκλητο δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον δικαιούχο η άδεια της αρμόδιας Αρχής για την παραλαβή του οχήματος δεν έχουν παραληφθεί από αυτόν, τότε τα κατασχεθέντα δύναται να διατίθενται στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ενοπλες Δυνάμεις αποκλειστικά για τις ανάγκες τους στο εσωτερικό της χώρας.

γ)

Μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, τα κατασχεθέντα δύναται να εκποιούνται ή να διατίθενται και σε άλλες υπηρεσίες εκτός των ανωτέρω, εφόσον δεν είναι καταχωρημένα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS II).

δ)

Αν μετά την εκποίηση ή την διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 8, 9 και 10.

12.

Ολα τα είδη χερσαίων και εναέριων μεταφορικών μέσων και μηχανημάτων έργου που για οποιαδήποτε αιτία έχουν δεσμευτεί ή ακινητοποιηθεί από τις αρμόδιες Τελωνειακές αρχές ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή και φυλάσσονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο τελωνείο, διατίθενται ή εκποιούνται, εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την ημερομηνία δέσμευσης ή ακινητοποίησης. Εάν μετά την εκποίηση ή διάθεση των ανωτέρω αρθεί η δέσμευση ή διαταχθεί αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται αποζημίωση κατ αντιστοιχία με τα οριζόμενα στις παραγράφους 8, 9 και 10.

13.

Οχήματα που δεσμεύονται από το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, προκειμένου να διατεθούν σε υπηρεσίες, αποδεσμεύονται αυτομάτως και δεν δύναται να δεσμευθούν στο μέλλον για τις ίδιες υπηρεσίες, εάν μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την δέσμευσή τους δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις διάθεσης.

14.

α) Με αποφάσεις του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται:

αα)

Οι όροι πώλησης των ειδών που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

αβ)

Οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. και οι όροι πώλησης ειδών πέραν των περιλαμβανομένων στο παρόν άρθρο, τα οποία περιέρχονται στη διαχείριση των ως άνω Υπηρεσιών.

β)

Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται το ημερήσιο κόστος φύλαξης, ο χρόνος υπολογισμού του, το κόστος μεταφοράς όλων των ειδών που περιέρχονται στη διαχείριση των αρμοδίων Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και οποιαδήποτε άλλη δαπάνη βαρύνει τα είδη κατά την απόδοσή τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 178
1.

Οι δικονομικές διατάξεις του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται και στις

περιπτώσεις της τέλεσης εγκλημάτων λαθρεμπορίας πριν από την ισχύ

αυτού, εφόσον δεν εκδικάστηκαν οριστικά.

2.

Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού ή αναγκαστικού

μέτρου σε εκτέλεση απόφασης ή διάταξης πολιτικού Δικαστηρίου και από

οποιαδήποτε αιτία, για εμπορεύματα που εναποτίθενται ή αποθηκεύονται

στις αποθήκες ή χώρους προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης που

προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα.

3.

α) Σε όσες περιπτώσεις έχει ασκηθεί νόμιμα προσφυγή κατά καταλογιστικής πράξης με την οποία επιβάλλονται πολλαπλά τέλη και η δικαστική απόφαση επί της προσφυγής κατέστη τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, με αποτέλεσμα να έχουν επιδικαστεί κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 1165/1918) αλλά να μην έχουν ακόμα εισπραχθεί εν μέρει ή εν όλω πολλαπλά τέλη, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το ποσό των πολλαπλών τελών πέραν του τριπλασίου διαγράφεται, ανεξαρτήτως ταμειακής βεβαιώσεως αυτών από το αρμόδιο Τελωνείο. Η είσπραξη των ανωτέρω πολλαπλών τελών θα περιοριστεί συνολικά, λαμβανομένων υπόψη και κατόπιν συμψηφισμού των ήδη εισπραχθέντων, στο τριπλάσιο των ανωτέρω επιβαρύνσεων.

β)

Τυχόν νόμιμες προσαυξήσεις, τέλη εκπρόθεσμης καταβολής και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ανωτέρω πολλαπλών τελών περιορίζονται και εισπράττονται υπολογιζόμενα με βάση το ύψος των συνολικώς καταβαλλόμενων πολλαπλών τελών, όπως αυτό θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή της ανωτέρω υπό α΄ διάταξης. Οι προσαυξήσεις πέραν του ανωτέρω ύψους διαγράφονται

γ)

Σε περίπτωση που το ήδη εισπραχθέν ποσό υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται σε επιστροφή του υπερβάλλοντος.

δ)

Η απαλλαγή χορηγείται μετά από αίτηση του οφειλέτη στο Τελωνείο ή την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στην οποία ανήκει η είσπραξη των πολλαπλών τελών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 7 εδάφ. 2 του παρόντος νόμου. 463

ε)

Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν και για όσες περιπτώσεις οι καταλογιζόμενοι δεν έχουν ασκήσει προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης ή η ασκηθείσα προσφυγή τους έχει απορριφθεί για τυπικούς λόγους. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο για καταλογιστικές πράξεις οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

4.

465 Οπου στον παρόντα Κώδικα και σε άλλες διατάξεις αναφέρεται ο όρος "πετρελαιοειδή προϊόντα", για την εφαρμογή των διατάξεων της Τελωνειακής Νομοθεσίας θεωρείται ότι αφορά στα ενεργειακά προϊόντα του άρθρου 72 του παρόντος Κώδικα.

5.

466 Η είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το φυσικό αέριο της περίπτωσης ιστ` της παραγράφου 1 του άρθρου 73 αναστέλλεται έως την 1.1.2014.

6.

Η είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για την ηλεκτρική ενέργεια αναστέλλεται έως την 1.1.2010.

7.

467 Οπου σε άλλες διατάξεις γίνεται παραπομπή σε τίτλους και κωδικούς αριθμούς Συνδυασμένης Ονοματολογίας άλλου κανονισμού αναφορικά με ενεργειακά προϊόντα, κατά αντιστοιχία ισχύουν οι κωδικοί αριθμοί της Συνδυασμένης Ονοματολογίας της παραγράφου 4 του άρθρου 72 του παρόντος Κώδικα. 468

8.

469 Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι διαδικασίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις έκδοσης άδειας λειτουργίας των πλωτών μέσων ως μέσων αποθήκευσης, διακίνησης και εφοδιασμού, κατά περίπτωση, ενεργειακών προϊόντων καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 179
1.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του γπουργού

Οικονομικών, ρυθμίζονται τα σχετικά με την εσωτερική οργάνωση της

λειτουργίας των Τελωνειακών Αρχών και τα καθήκοντα των Τελωνειακών

Υπαλλήλων.

2.

470 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, είναι δυνατόν:

(α) να ορίζονται ή και να καταργούνται τα βιβλία και τα έντυπα, που τηρούνται και χρησιμοποιούνται από τις Τελωνειακές Αρχές ή από τους συναλλασσόμενους,

(β) να καθορίζεται ή μεταρρυθμίζεται ο τύπος, η μορφή και ο τρόπος τήρησης των εν λόγω βιβλίων ή εντύπων από τις Τελωνειακές Αρχές και

(γ) να αναπροσαρμόζονται τόσο τα ανωτέρω βιβλία, έντυπα και παραστατικά, όσο και οι ρυθμίσεις, που αφορούν και εξυπηρετούν το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελωνείων (Ο.Π.Σ.Τ.).

Άρθρο 180
1.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού

Οικονομικών, επιτρέπεται να προσαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντα με

τις πράξεις των αρμόδιων Οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που έχουν

υποχρεωτική εφαρμογή και οι οποίες αναφέρονται σε θέματα που

ρυθμίζονται με διαφορετικό τρόπο από τον παρόντα Κώδικα.

2.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην

Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για

την προσαρμογή των τελωνειακών διαδικασιών προς τις αντίστοιχες

διαδικασίες, όπως καθορίζονται με πράξεις των Κοινοτικών Οργάνων.

3.

Οι υπουργικές αποφάσεις, που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις

του παρόντα Κώδικα, δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 181
1.

Τα προεδρικά διατάγματα και οι Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών

(Α.Υ.Ο.), Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ.Υ.Α.) που εκδόθηκαν κατ`

εξουσιοδότηση διατάξεων άρθρων του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού

Κώδικα", εφόσον οι εξουσιοδοτικές διατάξεις συμπεριλαμβάνονται και στον

παρόντα Τελωνειακό Κώδικα, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι αντικατάστασής

τους.

2.

Οι διοικητικές και κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ`

εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 1165/1918, του ν. 2127/1993 και του

ν. 2682/1999 αναλόγως προσαρμοζομένων, εξακολουθούν να ισχύουν και για

την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα.

Άρθρο 182

Τιμές, ποσά, πρόστιμα, συντελεστές που αποδίδονται στον παρόντα Κώδικα σε ευρώ ισχύουν από 1.1.2002.

Άρθρο 183 Διατήρηση αρμοδιοτήτων Γενικού Χημείου
1.

Με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα δεν θίγονται οι Αρμοδιότητες

των υπηρεσιών του Γενικού Χημείου του Κράτους σε θέματα:

α)

ελέγχου της καταλληλότητας των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών και

παραγόμενων έτοιμων προϊόντων,

β)

καθορισμού συντελεστή απόδοσης πρώτων υλών σε έτοιμα προϊόντα,

όπου απαιτείται,

γ)

προσδιορισμού νόμιμης φύρας,

δ)

καθορισμού υλών μετουσίωσης στις περιπτώσεις που απαιτείται,

ε)

δειyματοληπτικών ελέγχων και χημικών αναλύσεων για τον

προσδιορισμό του είδους του αλκοολικού τίτλου και των βαθμών ΡLΑΤΟ,

στ)

παρακολούθησης της παραγωγικής διαδικασίας από ποιοτικής πλευράς.

2.

Ομοίως οι Υπηρεσίες του Γενικού Χημείου του Κράτους συμμετέχουν σε

κοινές επιτροπές με τις αρμόδιες Αρχές για τη διενέργεια ογκομετρήσεων

των δεξαμενών και άλλων αποθηκευτικών χώρων, για τον προσδιορισμό της

ποσότητας των παραγόμενων προϊόντων, καθώς και για τον έλεγχο της

νόμιμης χρησιμοποίησης των παραλαμβανόμενων με μερική ή ολική απαλλαγή

προϊόντων για ορισμένες χρήσεις.

Άρθρο 184 Καταργούμενες και λοιπές διατάξεις
1.

Από την έναρξη εφαρμογής του παρόντα Κώδικα καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις όπως ισχύουν:

α)

του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικα",

β)

των άρθρων 1 έως και 69 του ν. 2127/1993, πλην της παραγράφου 5 του άρθρου 26 και των άρθρων 31 και 32 του ίδιου νόμου,

γ)

των άρθρων 1 έως και 21, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 22 του ν. 2682/1999,

δ)

του άρθρου 13 της παραγράφου 40 του ν. 2686/1996,

ε)

του άρθρου 26 της παραγράφου 6 του ν. 2187/1994.

στ)

Το άρθρο 3 του Ν. 2074/1992 (ΦΕΚ 128 Α΄), όπως ισχύει.

ζ)

Η παράγραφος 7 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 (ΦΕΚ 252 Α΄/6.12.1995).

η)

Το άρθρο 59 του Ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄/ 2.11.2004).θ) Το στοιχείο VI της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 1439/1984 (ΦΕΚ 65 Α΄).

ι)

Οι παράγραφοι 7 και 8 του άρθρου 27 του Ν. 2948/ 2001 (ΦΕΚ 242 Α΄/19.10.2001).

ια)

Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄).

2.

471 Όπου στον παρόντα κώδικα ή σε διατάξεις που αφορούν την εφαρμογή του παρόντα κώδικα γίνεται αναφορά σε εκκρεμείς δικαστικά υποθέσεις, ως τέτοιες νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή εκείνες για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης. Ως εκκρεμείς δικαστικά νοούνται επίσης, οι υποθέσεις οι οποίες έχουν συζητηθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση αλλά δεν έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους.

3.

472 Επίσης, καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα. 473

Άρθρο 185 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2002.

Παραγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφη- μερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 2001

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ Φ. ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κρά τους.

Αθήνα, 19 Νοεμβρίου 2001

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Φ. ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ