Άρθρο 1 Γενικοί ορισμοί
Για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται:
"Άγονη επιβατική γραμμή": η υπεραστική επιβατική γραμμή νήσου, η εξυπηρέτηση της οποίας δεν έχει ανατεθεί σε Κ.Τ.Ε.Λ..
"Αστική επιβατική γραμμή": εκείνη που εξυπηρετείορισμένα σημεία της αστικής περιοχής με τη διαδρομή που καθορίζεται προς τούτο.
"Αστική επιβατική συγκοινωνία": η τακτική μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ανά επιβάτη, που διενεργείται με λεωφορεία αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης κατάλληλου τύπου μέσα στην αστική περιοχή.
"Αστικό λεωφορείο": το αυτοκίνητο λεωφορείο με το οποίο εκτελείται η αστική συγκοινωνία.
"Αστική περιοχή": εκείνη που καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του οικείου Νομαρχιακού Συμβουλίου.
"Ετήσιο έργο λεωφορειακής γραμμής": ο αριθμός των χιλιομετρικών επιβατών, που προκύπτει από τη διαίρεση των ετήσιων ακαθάριστων εισπράξεων της γραμμής δια του χιλιομετρικού συντελεστή κομίστρου της ίδιας γραμμής.
"Ημιαστικό λεωφορείο": το αυτοκίνητο λεωφορείο, με το οποίο εκτελείται αστική ή υπεραστική επιβατική συγκοινωνία.
"Κ.Τ.Ε.Λ.": νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τηνεπωνυμία "Κοινό Ταμείο Είσπραξης Λεωφορείων", που συ- στάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 102/1973.
"Κοινό δρομολόγιο": το δρομολόγιο κατά την εκτέλεση του οποίου το λεωφορείο σταθμεύει υποχρεωτικά σε
ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου268
23 Νοεμβρίου 2001 όλες τις προβλεπόμενες στάσεις εφόσον υπάρχουν επιβάτες για αποβίβαση ή επιβίβαση.
"Τακτικές γραμμές": οι γραμμές με τις οποίες μεταφέρονται επιβάτες με καθορισμένη συχνότητα και διαδρομή και στις οποίες οι επιβάτες μπορούν να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται σε προκαθορισμένες στάσεις.
"Ταχύ δρομολόγιο": το δρομολόγιο κατά την εκτέλεση του οποίου το λεωφορείο σταθμεύει για επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών μόνο σε κύριες στάσεις της γραμμής που έχουν ρητά καθορισθεί.
"Υπεραστική επιβατική γραμμή": εκείνη που συνδέει δήμους, δημοτικά διαμερίσματα, κοινότητες και ενδιάμεσες περιοχές.
"Υπεραστική επιβατική συγκοινωνία": η τακτική μεταφορά επιβατών, με κόμιστρο ανά επιβάτη, που διενεργείται με λεωφορεία αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης μεταξύ δήμων, δημοτικών διαμερισμάτων ή κοινοτήτων.
"Υπεραστικό λεωφορείο": το αυτοκίνητο λεωφορείο με το οποίο εκτελείται η υπεραστική επιβατική συγκοινωνία.
"Υπερταχύ δρομολόγιο": το δρομολόγιο κατά τηνεκτέλεση του οποίου το λεωφορείο δεν σταθμεύει σε ενδιάμεση στάση από την αφετηρία μέχρι το τέρμα της γραμμής.
"Φορείς συγκοινωνιακού έργου": οι φορείς που ε- κτελούν οδικές επιβατικές μεταφορές σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
"Χιλιομετρικός επιβάτης": εκείνος που διανύει με λεωφορείο απόσταση ενός χιλιομέτρου.
"Χιλιομετρικός συντελεστής κομίστρου": το κόμιστρο που αντιστοιχεί σε ένα χιλιομετρικό επιβάτη.