Νόμος 2969/2001

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 2969

(ΦΕΚ Α' 281/18-12-2001)

Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα προϊόντα.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1. Αντικείμενα ρυθμίσεων

Με τις διατάξεις του νόμου αυτού καθορίζονται:

α)

η παραγωγή, μεταποίηση, αποθήκευση και διακίνηση της αιθυλικής αλκοόλης, των αποσταγμάτων και των προϊόντων απόσταξης, των αλκοολούχων ποτών και των αλκοολούχων προϊόντων πάσης φύσεως,

β)

το είδος των μηχανημάτων παραγωγής αιθυλικής αλκοόλης και αποσταγμάτων, οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθώς και οι διαδικασίες ελέγχου και εποπτείας,

γ)

η διάκριση των επιτηδευματιών, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις εκδόσεως άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, και

δ)

οι παραβάσεις και η διαδικασία βεβαίωσής τους, ως και οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις σε βάρος των παραβατών.

Άρθρο 2. Αρμόδια Αρχή

Αρμόδιες διοικητικές Αρχές για την εφαρμογή του νό­μου αυτού είναι η Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και η Γενική Διεύθυνση του Γε­νικού Χημείου του Κράτους.

Άρθρο 3. Ορισμοί

Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού νο­ούνται ως:

1.

Αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης ­ Ουδέτερη: Η αλκοόλη που λαμβάνεται με απόσταξη ή με ώσμωση, ύστερα από αλκοολική ζύμωση ζαχαρούχων και αμυλούχων γεωργικών προϊόντων. Η αλκοόλη αυτή παράγεται από οινοπνευματοποιεία Β' Κατηγορίας και 18 Δεκεμβρίου 2001 ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που καθορίζονται από τις κοινοτικές διατάξεις. Όπου στη νομοθεσία αναφέρονται οι όροι «καθαρή αιθυλική αλκοόλη» ή «καθαρό οινόπνευμα» νοείται η ανωτέρω περιγραφείσα ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης. Με τον όρο καθαρό οινόπνευμα προς εμφιάλωση νοείται η αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης αλκοολικού τίτλου 95 % vol. η οποία έχει κατά τα λοιπά τα χαρακτηριστικά της ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης.

2.

Ακατέργαστη (ή ακάθαρτη ή ακαθάριστη) αιθυλική αλκοόλη: Το προϊόν με αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 52% vol., το οποίο λαμβάνεται με απόσταξη, ύστερα από αλκοολική ζύμωση ζαχαρούχων και αμυλούχων γεωργικών προϊόντων και δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο υπό διοικητικό έλεγχο για επαναπόσταξη, για πλήρη μετουσίωση, για βιομηχανική χρήση, καθώς και για εξαγωγή σε τρίτες χώρες ή αποστολή σε Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.

Σούμα: Το προϊόν της ολικής απόσταξης, χωρίς διαχωρισμό κλασμάτων, αλκοολούχων υγρών που προέρχονται από αλκοολική ζύμωση ζαχαρούχων και αμυλούχων γεωργικών πρώτων υλών, το οποίο παράγεται από τα οινοπνευματοποιεία Α' και Β' κατηγορίας και τα αποσταγματοποιεία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο υπό διοικητικό έλεγχο για επαναπόσταξη ή εξαγωγή σε τρίτες χώρες ή αποστολή σε Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Προϊόν απόσταξης γεωργικής προέλευσης: Το αλκοολούχο υγρό που λαμβάνεται με απόσταξη, ύστερα από αλκοολική ζύμωση ζαχαρούχων και αμυλούχων γεωργικών προϊόντων και το οποίο δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της αιθυλικής αλκοόλης, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1, ούτε τα χαρακτηριστικά αλκοολούχου ποτού, αλλά έχει διατηρήσει το άρωμα και τη γεύση από τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν. Στα προϊόντα απόσταξης μπορεί να αναφέρεται η πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή τους, εφόσον προέρχονται αποκλειστικά από αυτήν την πρώτη ύλη.

5.

Απόσταγμα οίνου: Το προϊόν που λαμβάνεται απο­κλειστικά με απόσταξη σε λιγότερο από 86% vol. οίνου ή αλκοολωμένου οίνου ή με επαναπόσταξη σε λιγότερο από 86% vol. προϊόντος απόσταξης οίνου, με χαρακτηριστικά που καθορίζονται από τις κοινοτικές διατάξεις.

6.

Απόσταγμα σταφίδας: Το προϊόν που λαμβάνεται με απόσταξη ύστερα από αλκοολική ζύμωση του εκχυλίσματος σταφίδων των ποικιλιών Μαύρη Κορινθιακή ή Μοσχάτο Μάλαγας και αποστάζεται σε λιγότερο από 94,50% vol., κατά τέτοιο τρόπο ώστε το προϊόν να έχει άρωμα και γεύση που να προέρχονται από την πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε.

7.

Απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής: Το προϊόν που λαμβάνεται με απόσταξη ύστερα από αλκοολική ζύμωση στεμφύλων σταφυλής, είτε απευθείας με υδρατμούς είτε ύστερα από προσθήκη νερού, στα οποία μπορεί να προστεθεί οινολάσπη σε καθορισμένη αναλογία και με χαρακτηριστικά του αποστάγματος που καθορίζονται από τις κοινοτικές διατάξεις. Η απόσταξη γίνεται με τα στέμφυλα μέσα στον άμβικα, σε λιγότερο από 86% vol. και στον ίδιο βαθμό επιτρέπεται και η επαναπόσταξη.

8.

Απόσταγμα φρούτων: Το προϊόν που λαμβάνεται σε λιγότερο από 86% vol.:

α)

είτε αποκλειστικά με αλκοολική ζύμωση και απόσταξη ενός σαρκώδους καρπού ή γλεύκους του καρπού αυτού με ή χωρίς τους πυρήνες του,

β)

είτε με απόσταξη ύστερα από διαβροχή φρούτων με αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κοινοτικές διατάξεις.

9.

Προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων): Το προϊόν που παράγεται από τους μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους) με ζύμωση και απόσταξη των πρώτων υλών που επιτρέπονται σύμφωνα με την παράγραφο Ε2 του άρθρου 7, το οποίο έχει ελάχιστο αλκοολικό τίτλο 35% vol.

9.

Α.α) Συνθετική αιθυλική αλκοόλη: Η αιθυλική αλκοόλη που λαμβάνεται συνθετικά, με εφαρμογή αποκλειστικά και μόνον χημικών μεθόδων, συνήθως από τα προϊόντα και παραπροϊόντα της πετροχημικής βιομηχανίας ως και από συνθετικό αέριο, αλκοολικού τίτλου τουλάχιστον 99,9% νοl., δυναμένη να χρησιμοποιείται, αποκλειστικά και μόνον, για ειδικές βιομηχανικές χρήσεις, κατόπιν της προηγουμένης μετουσιώσεώς της κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 8. 1

β)

Αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης: Η αιθυλική αλκοόλη που δεν είναι γεωργικής προέλευσης αλλά ούτε και συνθετική, λαμβανόμενη με βιολογική μέθοδο από βιομάζα, όπως ορίζεται στις σχετικές διατάξεις του ν. 3054/2002 (Α΄ 230), η οποία δύναται να χρησιμοποιείται, αποκλειστικά και μόνον, για ειδικές βιομηχανικές χρήσεις κατόπιν της προηγουμένης μετουσιώσεώς της κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 8. 2

γ)

Βιοαιθανόλη: Η αιθυλική αλκοόλη που λαμβάνεται από βιομάζα, για χρήση, κατόπιν της προηγούμενης μετουσίωσής της ως καύσιμο κίνησης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3054/2002. 3

10.

Μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη: Η αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης (ουδέτερη ή ακατέργαστη) και μη, αλκοολικού τίτλου τουλάχιστον 95% νοl., ως και η συνθετική αιθυλική αλκοόλη, στην οποία έχουν προστεθεί χημικές ουσίες ώστε να αποκλείεται η χρησιμοποίησή της για παρασκευή αλκοολούχων ποτών χωρίς όμως να επηρεάζονται οι λοιπές βιομηχανικές της χρήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι διατυπώσεις και η διαδικασία μετουσίωσης. 4

11.

α. Πλήρως μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη με την εθνική μέθοδο (φωτιστικό οινόπνευμα): 5

Η αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης χαμηλής ποιότητας (κεφαλές και ουρές της απόσταξης, ακατέργαστη ή ακάθαρτη ή ακαθάριστη αιθυλική αλκοόλη) με κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 93% vol. και όχι άνω των 96% vol., στην οποία προστίθενται οι ακόλουθες ουσίες ανά εκατόλιτρο ένυδρης αιθυλικής αλκοόλης 93% vol.: 6

α)

Μεθυλική αλκοόλη: 2 λίτρα. 7

β)

Τερεβινθέλαιο: 1 λίτρο. 8

γ)

Φωτιστικό πετρέλαιο: 0,50 λίτρα. 9

δ)

Κυανούν του μεθυλενίου: 0,40 γραμμάρια. 10

Το τελικό προϊόν πρέπει, ως έχει, να παρουσιάζει ένδειξη του εκατονταβάθμου αλκοολομέτρου 93% vol. στους 20° C. 11

β. Πλήρως μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη με την κοινή ευρωπαϊκή μέθοδο: 12

Η αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης (ουδέτερη ή ακατέργαστη), ως και η συνθετική αιθυλική αλκοόλη, στην οποία προστίθενται οι ουσίες που καθορίζονται, κατά το είδος και την αναλογία τους, στις εκάστοτε ισχύουσες ενωσιακές διατάξεις. 13

12.

Ποτά από ζύμωση: Τα ποτά του κωδικού Σ.Ο. 22.06 που λαμβάνονται από αλκοολική ζύμωση καρπών, φρούτων και γενικά γεωργικών πρώτων υλών ή/και των χυμών αυτών και προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση. Mε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι παραγωγής και διάθεσης των εν λόγω προϊόντων. 14

Άρθρο 4. Μηχανήματα παραγωγής αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων
1.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, όποιος προτί­θεται να αγοράσει, να εισαγάγει από τρίτες χώρες, να παραλάβει από άλλο Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να κατασκευάσει, να επισκευάσει ή να μεταφέρει άμβικα ή μηχανήματα κατάλληλα για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων ή κύριο μέρος αυτών των μηχανημάτων, οφείλει να λάβει προηγουμένως έγγραφη άδεια από το αρμόδιο Τελωνείο. Την ίδια υπο­χρέωση έχουν και οι επαγγελματίες κατασκευαστές τέτοιων μηχανημάτων οι οποίοι κατασκευάζουν αυτά χωρίς προηγούμενη παραγγελία.

2.

Όποιος αποκτήσει άμβικα ή αποστακτικά μηχανήματα κατάλληλα για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων γενικά ή μέρη τέτοιων μηχανημάτων, οποιαδήποτε και αν είναι η χρήση για την οποία προορίζονται τα μηχανήματα ή τα μέρη τους, οφείλει εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την κατοχή τους να δηλώσει εγγράφως στο αρμόδιο Τελωνείο το είδος, τη χωρητικότητα και τη χρήση για την οποία προορίζονται, καθώς και τη θέση στην οποία τοποθετήθηκαν και να λάβει άδεια κατοχής. Το Τελωνείο κοινοποιεί στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία αντίγραφο της ανωτέρω δήλωσης κατοχής μηχανημάτων, η οποία, ύστερα από έλεγχο, εκδίδει βεβαίωση περί καταλληλότητας αυτών για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται και περί της χωρητικότητάς τους, κοινοποιώντας αυτή στο Τελωνείο. Η αρμόδια Χημική Υπηρεσία προβαίνει στη σφράγιση των μηχανημάτων αυτών, με εξαίρεση τους άμβικες των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών, καθώς και των αρωματοποιών όπως ορίζονται στην περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 5, οι οποίοι σφραγίζονται από τα αρμόδια Τελωνεία. Από τη σφράγιση εξαιρούνται τα αποστακτικά μηχανήματα χωρητικότητας κάτω των σαράντα (40) λίτρων, τα οποία κατέχονται από δημόσια επιστημονικά ιδρύματα και τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την επιστημονική τους έρευνα. 15

Η αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε. καταχωρίζει τα στοιχεία του μηχανήματος στο Γενικό Μητρώο Κατοχής Αποστακτικών Μηχανημάτων και χορηγεί Αριθμό Γενικού Μητρώου του Μηχανήματος, ο οποίος αναγράφεται υποχρεωτικά σε όλες τις άδειες κατοχής που θα εκδοθούν στο μέλλον για το μηχάνημα αυτό. Ο κάτοχος του μηχανήματος είναι υποχρεωμένος να χαράξει τον Αριθμό Γενικού Μητρώου σε εμφανές σημείο στον λέβητα και στο κάλυμμα αυτού. Αντίγραφο της άδειας κατοχής του μηχανήματος κοινοποιείται στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε...

3.

Κάθε μεταβίβαση, μεταβολή χωρητικότητας ή άλλη μετασκευή, καταστροφή και μεταφορά άμβικα ή αποστακτικού μηχανήματος γνωστοποιείται από το Τελωνείο που έχει εκδόσει την άδεια κατοχής στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους. Αν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επισκευή, μετασκευή ή μεταβίβαση άμβικα, απαι­τείται έκδοση βεβαίωσης καταλληλότητας από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους.

4.

Απαγορεύεται η κατασκευή, η εισαγωγή από τρίτες χώρες ή η παραλαβή από Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμβίκων χωρητικότητας κάτω των 130 λίτρων, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

Εφόσον ο άμβικας προορίζεται να χρησιμοποιηθεί σε επιστημονικά εργαστήρια ή από τους επαγγελματίες που δικαιούνται να χρησιμοποιούν τέτοιους άμβικες σύμφωνα με το άρθρο 5, με εξαίρεση τους μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους).

β)

Εφόσον ο άμβικας προορίζεται για αντικατάσταση άλλου άμβικα κατεστραμμένου που ανήκει σε μικρό αποσταγματοποιό (διήμερο), υπό τον όρο ότι η καταστροφή βεβαιώνεται από την αρμόδια Τελωνειακή ή Χημική Αρχή. Για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής νοείται ως κατεστραμμένος ο άμβικας που, συνεπεία τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας ή μακρόχρονης χρήσης, έχει υποστεί φθορά ή βλάβη που καθιστά αδύνατη τη χρήση του, ως και ο άμβικας που καταστρέφεται με την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, διότι κρίνεται ακατάλληλος για χρήση για λόγους ποιότητας των παραγομένων προϊόντων. Για την ολική καταστροφή του άμβικα συντάσσεται πρωτόκολλο ολικής καταστροφής από την αρμόδια αρχή. 16

γ)

Εφόσον ο άμβικας προορίζεται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες ή αποστολή σε Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τον όρο ότι θα εξαχθεί ή θα αποσταλεί σε τακτή προθεσμία.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, μπορεί να χορηγηθεί στους αγροτικούς συνεταιρισμούς δυσπρόσιτων δημοτικών ή κοινοτικών ενοτήτων ορεινών ή νησιωτικών δήμων της χώρας άδεια κατασκευής και κατοχής ενός (1) άμβικα χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων, εφόσον στην περιοχή αυτή δεν υπάρχει οργανωμένο οινοποιείο και οι αμπελοκτήμονες της δημοτικής ή κοινοτικής ενότητας δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από τους άμβικες που λειτουργούν μέσα στα όρια αυτών. Ο άμβικας αυτός θα χρησιμοποιείται μόνο για την απόσταξη των στεμφύλων των αμπελοκτημόνων της δημοτικής ή κοινοτικής ενότητας, όπου εδρεύει ο αγροτικός συνεταιρισμός. Μεταβίβαση του παραπάνω άμβικα επιτρέπεται, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, μόνον: 17

α)

σε περίπτωση λύσης του συνεταιρισμού, οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται σε άλλο συνεταιρισμό που πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις, 18

β)

σε περίπτωση λύσης του συνεταιρισμού μετά την εφαρμογή του ν. 4015/2011 (Α΄210), οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται στον Αγροτικό συνεταιρισμό που προέκυψε από την μετατροπή της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του νόμου αυτού, μέλος της οποίας ήταν ο συνεταιρισμός που λύθηκε, 19

γ)

σε περίπτωση συγχώνευσης ή απορρόφησης του συνεταιρισμού από άλλο συνεταιρισμό, οπότε ο άμβικας μεταβιβάζεται, κατά περίπτωση, στον νέο ή τον απορροφώντα συνεταιρισμό. 20

Για τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ του προηγούμενου εδαφίου, η μεταβίβαση τελεί υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι, ο μεταβιβαζόμενος άμβικας εξακολουθεί και μετά από τη μεταβίβασή του να παραμένει εγκατεστημένος και να λειτουργεί μέσα στα όρια της ίδιας κοινοτικής ή δημοτικής, κατά περίπτωση, ενότητας, σύμφωνα με τη χορηγηθείσα άδεια βάσει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. 21

Στις περιπτώσεις μεταβίβασης σε άλλο συνεταιρισμό, εκτός της περίπτωσης που αυτός πληροί τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, ο μεταβιβαζόμενος άμβικας χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την απόσταξη των στεμφύλων των αμπελοκτημόνων της δημοτικής ή της κοινοτικής ενότητας, όπου έδρευε ο αγροτικός συνεταιρισμός στον οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια κατασκευής και κατοχής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 22

Σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός των ανωτέρω, ο άμβικας καταστρέφεται υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών. 23

6.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται: 24

α)

ο τύπος των σφραγίδων των αποστακτικών μηχανημάτων γενικά και η διαδικασία σφράγισης και αποσφράγισης των αποστακτικών μηχανημάτων, 25

β)

το είδος των τοποθετούμενων μηχανικών μετρητών ή άλλων μέσων μετρήσεως για τον έλεγχο των παραγόμενων αλκοολούχων προϊόντων, καθώς και οι όροι της τοποθετήσεως, λειτουργίας και ελέγχου αυτών. 26

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Άρθρο 5. Διάκριση οινοπνευματοποιών, ποτοποιών και λοιπών επιτηδευματιών ­Κατεργαζόμενες πρώτες ύλες

Οι επιτηδευματίες που ασχολούνται με την παραγωγή, ή τη μεταποίηση αιθυλικής αλκοόλης, μετουσιωμένης ή μη, αποσταγμάτων και αλκοολούχων ποτών διακρίνονται ανάλογα με το είδος των μηχανημάτων που χρησιμοποιούν και τα προϊόντα που παράγουν, ως ακολούθως:

α)

Σε οινοπνευματοποιούς Α' Κατηγορίας.

β)

Σε οινοπνευματοποιούς Β' Κατηγορίας.

γ)

Σε αποσταγματοποιούς.

δ)

Σε ποτοποιούς.

ε)

Σε μικρούς αποσταγματοποιούς (διήμερους).

στ)

Σε επιτηδευματίες παραγωγούς βιοαιθανόλης. 27

ζ)

Σε λοιπούς επιτηδευματίες που παράγουν αιθυλική αλκοόλη είτε συνθετική είτε μη γεωργικής προέλευσης, καθώς και άλλα αλκοολούχα προϊόντα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 3. 28

1.

Οινοπνευματοποιοί Α' Κατηγορίας χαρακτηρίζονται αυτοί που εργάζονται με απλούς άμβικες, δηλαδή αυτούς που αποτελούνται από λέβητα, κάλυμμα, τόξο ή αυλό και ψυγείο χωρίς να έχουν προθερμαντήρα, επιστρεπτικό μηχάνημα ή άλλα εξαρτήματα, χωρητικότητας πάνω από 200 λίτρα και παράγουν σούμα χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη σταφίδα, στέμφυλα σταφυλιών, οίνους και υπολείμματα της οινοποιίας. Επιτρέπεται στους εν λόγω επιτηδευματίες η χρησιμοποίηση και τελειότερων μηχανημάτων που αποτελούνται από τα εξής μέρη:

α)

λέβητα,

β)

στήλη συμπύκνωσης με ψυκτική συσκευή,

γ)

τόξο ή αυλό και

δ)

ψυγείο. Οινοπνευματοποιοί Α' Κατηγορίας θεωρούνται επίσης και οι εξής επιτηδευματίες:

α)

Οι νεφτοποιοί που κατεργάζονται υπολείμματα ρητι­νίτη οίνου και αναγκαστικά παράγουν ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη. Οι νεφτοποιοί δικαιούνται να κατεργάζονται μόνο υπολείμματα ρητινίτη οίνου και όχι άλλες ύλες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί αιθυλική αλκοόλη. Η ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη που παράγεται από τους νεφτοποιούς χρησιμοποιείται για παρασκευή πλήρως με­τουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης. Για να καταστεί κατάλληλη για το σκοπό αυτόν επιτρέπεται να επαναποστάζεται από τους νεφτοποιούς για ενίσχυση του βαθμού της. Η ακατέργαστη αυτή αιθυλική αλκοόλη μπορεί να διατεθεί σε οινοπνευματοποιούς Β' Κατηγορίας για ανακαθαρισμό, να εξαχθεί σε τρίτη χώρα ή να αποσταλεί σε Κράτος ­ Μέ­λος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β)

Οι αρωματοποιοί που χρησιμοποιούν άμβικες χωρητικότητας άνω των 40 λίτρων και που κατεργάζονται άνθη, φύλλα, ή γενικώς φυτικές αρωματικές ύλες για παραγωγή αιθερίων ελαίων ή αρωματικών υδάτων και αποσταγμάτων. Οι αρωματοποιοί αυτοί υποχρεούνται πριν από την έναρξη της λειτουργίας του άμβικα να ζητήσουν με αίτησή τους από το αρμόδιο Τελωνείο τη χορήγηση άδειας. Μετά το πέρας της απόσταξης, για την οποία χορηγήθηκε η άδεια, ο άμβικας σφραγίζεται.

γ)

Τα βιομηχανικά εργοστάσια και βιοτεχνίες τα οποία χρησιμοποιούν αιθυλική αλκοόλη ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους, αν χρησιμοποιούν αποστακτικά μηχανήματα οποιουδήποτε είδους.

2.

Οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας χαρακτηρίζονται αυτοί που παράγουν καθαρή αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης ή προϊόντα απόσταξης γεωργικής προέλευσης από σταφίδα, σταφύλια, στέμφυλα, οίνους, ακατέργαστη αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, μέλασσα, σύκα και γενικά από την κατεργασία γεωργικών ζαχαρούχων ή αμυλούχων πρώτων υλών ή και αλκοολούχων υγρών που προέρχονται από τις παραπάνω πρώτες ύλες, με τη χρησιμοποίηση μηχανημάτων συνεχούς απόσταξης ή με ανακαθαρτήρες (διυλιστήρια) και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούν και στήλες ως βοηθητικά μηχανήματα των ανακαθαρτήρων, ή με ώσμωση. Οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας θεωρούνται επίσης και αυτοί που χρησιμοποιούν μόνο στήλες ή αποστακτικά μηχανήματα τελειότερα από τους άμβικες των οινοπνευματοποιών Α' Κατηγορίας και οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τις παραπάνω πρώτες ύλες, παράγουν ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης ή σούμα ή προϊόντα απόσταξης γεωργικής προέλευσης, που προορίζονται είτε να υποβληθούν σε ανακαθαρισμό, είτε να εξαχθούν σε τρίτη χώρα, είτε να αποσταλούν σε Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε να διατεθούν στο εσωτερικό ύστερα από μετουσίωση. Η ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή ποτών. Με τους Οινοπνευματοποιούς Β΄ κατηγορίας εξομοιώνονται και οι επιτηδευματίες που παράγουν βιοαιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης και συνθετική αιθυλική αλκοόλη, έχοντας με αυτούς ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα. 29

3.

Αποσταγματοποιοί χαρακτηρίζονται αυτοί που παρά­γουν αποστάγματα οίνων, στεμφύλων σταφυλιών, ξερής μαύρης κορινθιακής σταφίδας, φρούτων και γενικώς γεωργικών προϊόντων, καθώς και ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη, προϊόντα απόσταξης και σούμα με τη χρησιμοποί­ηση κατάλληλων αποστακτικών μηχανημάτων. Ως μηχα­νήματα κατάλληλα για παραγωγή αποστάγματος θεωρούνται τα αποστακτικά μηχανήματα που θερμαίνο­νται με γυμνή φλόγα ή με ατμό και είναι εφοδιασμένα με προθερμαντήρα, με συμπυκνωτική στήλη και με επιστρεπτικό σωλήνα. Για παραγωγή αποστάγματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν και απλοί άμβικες. Αποσταγματοποιοί θεωρούνται επίσης και αυτοί που παράγουν προϊόντα απόσταξης με αρωματισμό αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης με διαβροχή σπόρων ή καρπών και απόσταξη. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθορίζονται:

α)

οι όροι που πρέπει να πληρούν οι χώροι, οι εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός των αποσταγματοποιείων για την παραγωγή κάθε κατηγορίας αποστάγματος,

β)

οι κατηγορίες των αποσταγμάτων, οι προδιαγραφές τους και οι όροι παραγωγής και διάθεσής τους και

γ)

οι όροι και η διαδικασία αναγνώρισης παραδοσιακών ονομασιών και γεωγραφικών επωνυμιών των αποσταγμάτων, καθώς και η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών αυθεντικότητας και παλαιότητας αυτών.

4.

Ποτοποιοί χαρακτηρίζονται όσοι παρασκευάζουν αλκοολούχα ποτά με τη χρησιμοποίηση ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης ή προϊόντος απόσταξης ή αποστάγματος οίνου ή αποσταγμάτων που έχουν παρασκευαστεί από τις παρακάτω πρώτες ύλες: στέμφυλα σταφυλών, σταφύλια, ξερή μαύρη κορινθιακή σταφίδα, καρπούς, οπώρες, στέμφυλα οπωρών και σιρόπι χυμού ή μέλασσα ζαχαροκάλαμων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθορίζονται:

α)

οι όροι που πρέπει να πληρούν οι χώροι, οι εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός των εργοστα­σίων παραγωγής αλκοολούχων ποτών (ποτοποιεία),

β)

η κατηγορία και το είδος του κάθε αλκοολούχου ποτού,

γ)

οι όροι που πρέπει να πληρούν τα αλκοολούχα ποτά για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση,

δ)

οι όροι υγιεινής των ποτοποιείων και οι όροι υγιεινής κατά τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων τους,

ε)

η διαδικασία ελέγχου των ποτοποιείων και των προϊ­όντων τους, κατά την παραγωγή και διάθεσή τους στην κατανάλωση, ως και τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής για την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας και

στ)

οι όροι και οι διαδικασίες αναγνώρισης παραδοσια­κών ονομασιών και γεωγραφικών επωνυμιών των ποτών, καθώς και η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών αυθεντικότητας και παλαιότητας αυτών. Αρμόδια Αρχή για τη χορήγηση πιστοποιητικών γνησιό­τητας και ηλικίας της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, των πάσης φύσεως αποσταγμάτων και αλκοολούχων ποτών είναι το Γενικό Χημείο του Κράτους.

5.

Μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) χαρακτηρίζονται οι αμπελοκαλλιεργητές ή οι παραγωγοί άλλων επιτρεπόμενων υλών, που εργάζονται με απλούς άμβικες χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στις ειδικές γι' αυτούς διατάξεις.

6.

α) Παραγωγοί βιοαιθανόλης χαρακτηρίζονται οι επιτηδευματίες, οι οποίοι έχοντες τις κατάλληλες κατά περίπτωση εγκαταστάσεις, μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και κατεργαζόμενοι βιομάζα, παράγουν βιοαιθανόλη σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 3054/2002. 30

β)

Παραγωγοί αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης χαρακτηρίζονται οι επιτηδευματίες οι οποίοι, έχοντες τις κατάλληλες κατά περίπτωση εγκαταστάσεις, 31

μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και κατεργαζόμενοι βιομάζα, όπως ορίζεται στις σχετικές διατάξεις του ν. 3054/2002, εκτός από τις γεωργικές πρώτες ύλες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε., με χρήση βιολογικών μεθόδων, παράγουν αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης. 32

7.

Παραγωγοί συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης χαρακτηρίζονται οι επιτηδευματίες οι οποίοι, έχοντες τις κατάλληλες κατά περίπτωση εγκαταστάσεις, μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και κατεργαζόμενοι συνήθως είτε προϊόντα και παραπροϊόντα της πετροχημικής βιομηχανίας είτε συνθετικό αέριο, με χρήση αποκλειστικά και μόνο χημικών μεθόδων, παράγουν συνθετική αιθυλική αλκοόλη. 33

Άρθρο 6. Άδειες ασκήσεως επαγγέλματος
1.

Οι οινοπνευματοποιοί Α' και Β' Κατηγορίας, οι αποσταγματοποιοί, οι ποτοποιοί και οι νεφτοποιοί οφείλουν, ένα μήνα πριν από την έναρξη της εργασίας τους, να υποβάλουν δήλωση περί ασκήσεως του επαγγέλματός τους στο αρμόδιο Τελωνείο, συνοδευόμενη από σχεδιάγραμμα του εργοστασίου και των μηχανημάτων. Αντίγραφο της δηλώσεως, συνοδευόμενο με σχεδιάγραμμα εις διπλούν του εργοστασίου και των μηχανημάτων υποβάλλεται στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους. Υποβάλλεται ξεχωριστή δήλωση για κάθε ανεξάρτητο εργοστάσιο του ίδιου επιτηδευματία, καθώς και για κάθε ανεξάρτητη εργασία σύμφωνα με τη διάκριση που γίνεται στο άρθρο 5. Το σχεδιάγραμμα των μηχανημάτων, στο οποίο πρέπει να αποτυπώνονται οι θέσεις σφράγισης, ελέγχεται και θεωρείται από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους, η οποία εκδίδει στη συνέχεια βεβαίωση καταλληλότητας του μηχανήματος και προβαίνει στη σφράγισή του. Η δήλωση πρέπει να περιλαμβάνει:

α)

Το όνομα και το επώνυμο του επιτηδευματία, καθώς και του αντιπροσώπου του.

β)

Την πόλη και την ακριβή θέση στην οποία βρίσκεται το εργοστάσιο.

γ)

Τα μέρη από τα οποία αποτελείται το εργοστάσιο και τον προορισμό κάθε μέρους.

δ)

Τον αριθμό, το είδος και το σύστημα των μηχανημάτων απόσταξης και την ημερήσια (24ωρη) παραγωγική ικανότητά τους εκφρασμένη σε λίτρα άνυδρης και ένυδρης αιθυλικής αλκοόλης. Εάν πρόκειται περί μηχανημάτων μη συνεχούς λειτουργίας, το είδος του μηχανήματος και τη χωρητικότητά τους σε λίτρα.

ε)

Το είδος των πρώτων υλών που θα κατεργαστούν.

στ)

Το είδος των προϊόντων που παράγονται.

ζ)

Την άδεια λειτουργίας του εργοστασίου.

2.

Με βάση τη δήλωση που υποβλήθηκε και ύστερα από την επαλήθευσή της από χημικό της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους και τη βεβαίωση ότι πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τη λειτουργία του εργοστασίου, εκδίδεται από το αρμόδιο Τελωνείο άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αντίγραφο της οποίας κοινο­ποιείται στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους. Η άδεια αυτή είναι τριετούς διάρκει­ας και για την ανανέωσή της ακολουθείται η ίδια διαδικασία, εκτός από την υποβολή των δικαιολογητικών στα οποία δεν έχουν επέλθει τροποποιήσεις. Με την ίδια διαδικασία τροποποιείται η άδεια, εφόσον πριν από την ημερομηνία λήξης της τροποποιηθούν οι εγκαταστάσεις, ο μηχανολογικός εξοπλισμός ή η παραγωγική δυναμικότητα της επιχείρησης. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως του εργοστασίου, ο νέος ιδιοκτήτης υποχρεούται, εντός δεκα­πέντε (15) ημερών από τη μεταβίβαση, να υποβάλει νέα δήλωση στο αρμόδιο Τελωνείο για την έκδοση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στο όνομά του. Ο νέος ιδιοκτήτης είναι υπεύθυνος για την τήρηση των προβλεπόμενων υποχρεώσεων για τη λειτουργία του εργοστασίου από την ημερομηνία που έγινε η μεταβίβαση.

3.

Εξαιρετικά για τους οινοπνευματοποιούς Β' κατηγορίας, η άδεια χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι η ημερήσια παραγωγική τους ικανότητα σε καθαρή αιθυλική αλκοόλη είναι τουλάχιστον 10.000 λίτρα άνυδρα. 34

4.

Η άδεια αυτή δεν υποκαθιστά άδειες άλλων αρχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών. Η εν λόγω άδεια ανακαλείται από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου που την εξέδωσε, εφόσον εκλείψουν οι προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες χορηγήθηκε.

5.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό άδεια ασκήσε ως επαγγέλματος δεν απαιτείται για τους επιτηδευματίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5, οι οποίοι οφείλουν να εφοδιάζονται από το αρμόδιο Τελωνείο μόνο με άδεια λειτουργίας των αποστακτικών τους μηχανημάτων για το χρονικό διάστημα που πρόκειται να εργαστούν. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι διατυπώσεις ελέγχου και εποπτείας των επιτηδευματιών των περιπτώσεων αυτών.

6.

Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος απαιτείται επίσης για τους επιτηδευματίες που παράγουν βιοαιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης και συνθετική αιθυλική αλκοόλη. 35

Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δεν απαιτείται για τους ήδη λειτουργούντες Οινοπνευματοποιούς Β΄ κατηγορίας, οι οποίοι διαθέτουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Οινοπνευματοποιού Β΄ κατηγορίας, προκειμένου για την παραγωγή από αυτούς βιοαιθανόλης με τη χρησιμοποίηση αποκλειστικά και μόνο των γεωργικών πρώτων υλών που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 5. 36

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) καθορίζονται οι όροι, διατυπώσεις και διαδικασίες για τη χορήγηση της κατά τα ανωτέρω άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, τον ασκούμενο έλεγχο στις οικείες μονάδες παραγωγής, καθώς και τα εφαρμοζόμενα μέσα για τη μέτρηση και τον έλεγχο των παραγόμενων προϊόντων. Με όμοια απόφαση, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι περιορισμοί, οι διαδικασίες και διατυπώσεις, καθώς και τα μέτρα ελέγχου, προκειμένου για την κατά την προηγούμενη περίπτωση παραγωγή βιοαιθανόλης από τους Οινοπνευματοποιούς Β΄ κατηγορίας. 37

Άρθρο 7. Υποχρεώσεις και δικαιώματα επιτηδευματιών

Α. Οινοπνευματοποιοί Α' Κατηγορίας

1.

Οι οινοπνευματοποιοί Α' Κατηγορίας και οι νεφτοποιοί πριν από την έναρξη της εργασίας τους οφείλουν:

α)

Να συστήσουν φορολογική αποθήκη και να λάβουν άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή.

β)

Να τηρούν βιβλίο, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, θεωρημένο από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία, στο οποίο θα αναγράφονται κάθε μέρα οι εισαγόμενες και οι κατεργαζόμενες στο εργοστάσιο πρώτες ύλες, τα παραγόμενα προϊόντα, ο αλκοολικός τίτλος αυτών, τα διατεθέντα και τα καταμετρηθέντα προϊόντα στο τέλος κάθε μήνα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος του βιβλίου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την ε­φαρμογή της διάταξης αυτής.

γ)

Να ενημερώνουν εγγράφως εκ των προτέρων τις αρμόδιες, Τελωνειακή και Χημική, Υπηρεσίες κάθε φορά που πρόκειται να παραλάβουν πρώτες ύλες, προκειμένου να καταμετρηθούν και δειγματισθούν.

δ)

Να έχουν τοποθετημένους στα αποστακτικά τους μη­χανήματα μετρητές και δειγματολήπτες και να διαθέτουν δοχεία ή δεξαμενές συλλογής της σούμας ή προκειμένου περί νεφτοποιών της ακάθαρτης αιθυλικής αλκοόλης, ογκομετρημένα. Η δαπάνη για την τοποθέτηση των μετρητών και των δειγματοληπτών βαρύνει τους εργοστασιάρχες.

ε)

Να δηλώσουν εγγράφως αμέσως μετά το τέλος της απόσταξης στις αρμόδιες, Χημική και Τελωνειακή, Υπηρεσίες τις ακριβείς ποσότητες των πρώτων υλών που κατεργάστηκαν και το είδος των προϊόντων που παρήχθησαν και να ζητήσουν την καταμέτρηση και δειγματοληψία αυτών, καθώς και την έκδοση Δελτίου Χημικής Ανάλυσης.

στ)

Να διαθέτουν τη σούμα που παράγουν αποκλειστικά για επαναπόσταξη, για εξαγωγή σε τρίτες χώρες ή για αποστολή σε Κράτος ­ Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 επιτρέπεται η συστέγαση των οινοπνευματοποιείων Α' Κατηγορίας με οινοπνευματοποιεία Β' Κατηγορίας ή αποσταγματοποιεία, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε δραστηριότητα θα διατηρεί την αυτονομία της, ώστε να διασφαλίζεται η γνησιότητα και καθαρότητα των προϊόντων.

3.

Απαγορεύεται στους οινοπνευματοποιούς Α' Κατηγορίας να λειτουργούν ως μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι).

4.

Απαγορεύεται στους νεφτοποιούς να είναι ταυτόχρονα οινοπνευματοποιοί Β' κατηγορίας, αποσταγματοποιοί ή ποτοποιοί.

Β. Οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας

1.

Η εξακρίβωση της δυναμικότητας των οινοπνευματοποιείων Β' Κατηγορίας γίνεται, εντός τριών μηνών από την έναρξη της λειτουργίας τους, από κλιμάκιο που αποτελείται από δύο χημικούς της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους και από έναν τελωνειακό υπάλληλο του αρμόδιου Τελωνείου. Για τη δυναμικότητα που προσδιορίζεται συντάσσεται πρωτόκολλο το οποίο προσυπογράφεται και από τον οινοπνευματοποιό ή τον αντιπρόσωπό του. Ο οινοπνευματοποιός έχει δικαίωμα να υποβάλλει ένσταση, στο αρμόδιο Τελωνείο, μέσα σε είκοσι πέντε (25) ημέρες από την υπογραφή του πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση αυτή συ­γκροτείται επιτροπή από την οικεία Τελωνειακή Περιφέρεια αποτελούμενη από 2 ανώτερους Χημικούς υπαλλήλους και 1 ανώτερο Τελωνειακό υπάλληλο, που προτείνονται από τις αρμόδιες Διευθύνσεις της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους και της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης αντίστοιχα.

2.

Απαγορεύεται για οποιονδήποτε λόγο η διακοπή λειτουργίας οινοπνευματοποιείου Β' Κατηγορίας χωρίς προηγούμενη γραπτή γνωστοποίηση στις αρμόδιες, Τελωνειακή και Χημική, Υπηρεσίες. Η γνωστοποίηση γίνεται ένα μήνα τουλάχιστον πριν τη διακοπή. Αν η λειτουργία διακοπεί αιφνιδίως λόγω βλάβης των μηχανημάτων ή ανωτέρας βίας, ο εργοστασιάρχης οφείλει να ενημερώσει εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών τις αρμόδιες, Χημική και Τελωνειακή, Υπηρεσίες, οι οποίες, εντός των επόμενων δύο (2) εργάσιμων επίσης ημερών προβαίνουν και στη διαπίστωση της επικαλούμενης αιτίας διακοπής.

3.

Οι οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας υποχρεούνται να διαθέτουν κατάλληλο γραφείο και χημικό εργαστήριο μέσα στο οινοπνευματοποιείο για την εγκατάσταση επόπτη Χημικού και Τελωνειακού υπαλλήλου.

4.

Για τον έλεγχο των παραγόμενων προϊόντων οι οινο­πνευματοποιοί Β' Κατηγορίας υποχρεούνται πριν από την έναρξη της λειτουργίας των μηχανημάτων τους να τοποθετήσουν σε αυτά κατάλληλους μετρητές και δειγματολήπτες. Ύστερα από έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους μπορούν να αντικαθιστούν τους μετρητές με άλλα μέσα μέτρησης.

5.

Τα δοχεία συλλογής και αποθήκευσης, καθώς και οι σωληνώσεις μεταφοράς, πρέπει να είναι από υλικά κατάλληλα για την αποθήκευση αλκοολούχων υγρών. Τα δοχεία συλλογής και αποθήκευσης πρέπει να είναι κανονικού γεωμετρικού σχήματος, εγκατεστημένα έτσι ώστε να είναι ευχερής ο έλεγχος και η σφράγισή τους, πριν δε από την έναρξη λειτουργίας να έχουν ογκομετρηθεί και εγκριθεί αρμοδίως οι οικείοι ογκομετρικοί πίνακες, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. 38

6.

Οι οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας οφείλουν να τηρούν βιβλίο, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, θεωρημένο από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία, στο οποίο θα καταχωρούν λεπτομερώς καθημερινά κάθε πράξη που αφορά το εργοστάσιό τους, δηλαδή τις εισαγόμενες και κατεργαζόμενες πρώτες ύλες, τα παραχθέντα προϊόντα, τον αλκοολικό τίτλο αυτών, τα διατεθέντα και τα καταμετρηθέντα προϊόντα στο τέλος κάθε μήνα. Για τους μηχανικούς μετρητές, τηρείται ξεχωριστό βιβλίο στο οποίο αναγράφονται καθημερινά οι ενδείξεις τους. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος των χρησιμοποιούμενων βιβλίων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Με την ίδια απόφαση μπορεί να παρέχεται σε οινοπνευματοποιούς Β' Κατηγορίας, οι οποίοι τηρούν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων βιβλία αποθήκης και παραγωγής ­ κοστολογίου, η δυνατότητα να υποκαθιστούν το βιβλίο του οινοπνευματοποιείου με τα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι σε αυτά θα περιληφθούν όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή.

7.

Οι οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας οφείλουν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά για απόσταξη με τους ανακαθαρτήρες τους τη σούμα που προμηθεύονται από οι­νοπνευματοποιούς Α' Κατηγορίας ή άλλους οινοπνευμα­τοποιούς Β' Κατηγορίας.

8.

Οι οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας επιτρέπεται να είναι ταυτόχρονα και αποσταγματοποιοί, χρησιμοποιώ­ντας όμως για το αποσταγματοποιείο τους ιδιαίτερες αποθήκες, καθώς και ποτοποιοί, με την προϋπόθεση ότι θα διαθέτουν για το ποτοποιείο άλλον ανεξάρτητο χώρο, που θα πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές.

9.

Οι οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας υποχρεούνται, στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα ή μέσα σε διάστημα δέκα ημερών από τη διακοπή της εργασίας τους, να υποβάλλουν δήλωση στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία, με βάση τα στοιχεία των τηρούμενων από αυτούς βιβλίων, για τις εργασίες που πραγματοποίησαν τον προηγούμενο μήνα. Η δήλωση υποβάλλεται σε ειδικό έντυπο που καθορίζεται από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Χημείου του Κράτους και περιλαμβάνει:

α)

Τις πρώτες ύλες, κατά κατηγορία, που υπήρχαν στην αποθήκη τους στην αρχή του προηγούμενου μήνα, τις πρώτες ύλες που εισήχθησαν κατά τη διάρκεια του μηνός, τις κατεργασθείσες μέσα στο μήνα και τα υπόλοιπα που υπήρχαν στην αποθήκη στο τέλος του μήνα.

β)

Τα αποστακτικά μηχανήματα που λειτούργησαν κατά τη διάρκεια του μηνός, τις ημέρες λειτουργίας κάθε μη­χανήματος και την ποσότητα των προϊόντων που παρήχθησαν, εκφρασμένα σε λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης, καθώς και τις αντίστοιχες ενδείξεις των μετρητών.

γ)

Την ποσότητα της ακάθαρτης αιθυλικής αλκοόλης που παρήχθη τον περασμένο μήνα και η οποία χρειάζεται ανακαθαρισμό, καθώς και την ποσότητα της ακάθαρτης αιθυλικής αλκοόλης η οποία υποβλήθηκε σε ανακαθαρισμό ή διατέθηκε για άλλες χρήσεις.

δ)

Την ποσότητα της καθαρής αιθυλικής αλκοόλης που παρήχθη, καθώς και την ποσότητα αυτής που διατέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.

ε)

Κάθε άλλη λεπτομέρεια που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

10.

Η αρμόδια Χημική Υπηρεσία, προς την οποία υποβάλλεται η δήλωση, προβαίνει στη θεώρησή της, ύστερα από έλεγχο των τηρούμενων βιβλίων και των ενδείξεων των μετρητών, καθώς και σε κάθε άλλη έρευνα την οποία κρίνει απαραίτητη. Αν από τον έλεγχο της δήλωσης παρουσιαστεί διαφορά ως προς τις πρώτες ύλες ή τα παραγόμενα προϊόντα ή ουσιώδης ανακρίβεια σε αυτά που πε­ριλαμβάνονται στη δήλωση, η Χημική Υπηρεσία συντάσσει σχετικό πρωτόκολλο παράβασης και ενημερώνει το αρμόδιο Τελωνείο.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης της κατεργασίας των πρώτων υλών για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης γενικά, ο τρόπος πίστωσής τους, καθώς και οι όροι που πρέπει να πληρούν οι χώροι, οι εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός των οινοπνευματοποιείων Β' Κατηγορίας.

Γ. Αποσταγματοποιοί

1.

Όσα ορίζονται στις παραγράφους Β1, Β2, Β4, Β5, Β6, Β9, Β10 και Β11 εφαρμόζονται και στους αποσταγματοποιούς.

2.

Οι αποσταγματοποιοί επιτρέπεται να είναι ταυτόχρονα και οινοπνευματοποιοί Β' Κατηγορίας, χρησιμοποιώντας όμως για το οινοπνευματοποιείο τους ιδιαίτερες αποθήκες, καθώς και ποτοποιοί, με την προϋπόθεση ότι θα διαθέτουν για το ποτοποιείο άλλον ανεξάρτητο χώρο που θα πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές.

3.

Τα αποσταγματοποιεία μπορούν να συστεγάζονται και συλλειτουργούν με οινοποιεία, στα οποία οι αρμόδιες κατά το άρθρο 2 του παρόντος νόμου Αρχές μπορούν να διενεργούν τους απαραίτητους ελέγχους σύμφωνα με όρους, προϋποθέσεις και διαδικασίες που καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στην περίπτωση αυτή, τα αποσταγματοποιεία απαγορεύεται να συστεγάζονται και συλλειτουργούν με Οινοπνευματοποιεία Α' και Β' κατηγορίας, επιτρεπομένης ωστόσο της συλλειτουργίας τους με ποτοποιεία. 39

4.

Προκειμένου για τα στέμφυλα που εισάγονται στα αποσταγματοποιεία προς παραγωγή αποστάγματος στεμφύλων σταφυλής, μπορεί να αναγνωρίζεται, κατά τους σχετικούς ελέγχους, ανοχή έως 15% πλέον του ορίου της απόδοσής τους σε αιθυλική αλκοόλη που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις της παραγράφου Ε2 του παρόντος άρθρου. 40

Δ. Ποτοποιοί

1.

Οι ποτοποιοί μπορούν να έχουν εγκατεστημένο στο ποτοποιείο τους απλό χάλκινο άμβικα ποτοποιίας, χωρητικότητας τουλάχιστον 150 λίτρων, τον οποίο θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την παρασκευή αλκοολούχων ποτών, απαγορευομένης της απόσταξης οίνων και υποπροϊόντων οινοποίησης, καθώς και αλκοολούχων υγρών που προέρχονται από αλκοολική ζύμωση σακχαρούχων ή αμυλούχων πρώτων υλών. Ειδικότερα, οι χάλκινοι άμβικες απόσταξης για παραγωγή αρωματισμένης αιθυλικής αλκοόλης με σπόρους ανίσου ή και άλλων φυτών, όπως αυτά προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις περί ούζου, πρέπει να έχουν χωρητικότητα από 150 έως 1.000 λίτρα. Ο άμβικας της ποτοποιίας διατηρείται πάντοτε σφραγισμένος από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους. Σε περίπτωση αδυναμίας της Χημικής Υπηρεσίας, η σφράγιση διενεργείται από το αρμόδιο Τελωνείο. Ο άμβικας αποσφραγίζεται μετά από αίτηση του ποτοποιού, κάθε φορά που πρόκειται να καθαριστεί από τα υπολείμματα της απόσταξης ή να γεμίσει με τις πρώτες ύλες για την παραγωγή των ποτών, οπότε και επανασφραγίζεται.

2.

Οι ποτοποιοί υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, θεωρημένο από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία, στο οποίο θα καταχωρούν κατά μήνα και κατά χρονολογική σειρά τις ποσότητες της αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων ή προϊόντων απόσταξης, καθώς και κάθε άλλου αλκοολούχου υγρού που παρέλαβαν, τις ποσότητες που κατεργάστηκαν, τα προϊόντα που πα­ρήγαγαν, τα προϊόντα που διέθεσαν στην κατανάλωση, καθώς και τα υπόλοιπα, όλων των ανωτέρω, που είχαν την 1η του μηνός από τον προηγούμενο μήνα και αυτά που έχουν στο τέλος του μήνα. Στο τέλος κάθε έτους οι ποτοποιοί υποχρεούνται να υποβάλουν στην εποπτεύουσα Χημική Υπηρεσία συγκεντρωτική δήλωση με όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος των χρησιμοποιούμενων βιβλίων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Με την ίδια απόφαση μπορεί να παρέχεται σε ποτοποιούς, οι οποίοι τηρούν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων βιβλία αποθήκης και παραγωγής ­ κοστολογίου, η δυνατότητα να υποκαθιστούν το βιβλίο του ποτοποιείου με τα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι σε αυτά θα περιληφθούν όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή.

3.

Επιτρέπεται στους ποτοποιούς να εμφιαλώνουν οίνους όξος, μη αλκοολούχα ποτά και χυμούς αρκεί να πληρούν τους όρους και να διαθέτουν τις εγκαταστάσεις και εξοπλισμό σύμφωνα με τις σχετικές ειδικές για τις δραστηριότητες αυτές διατάξεις. 41

Επίσης επιτρέπεται στους ποτοποιούς η παρασκευή και εμφιάλωση ποτών του κωδικού ΣΟ 22.05. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις προκειμένου για την παρασκευή και εμφιάλωση των προϊόντων του προηγουμένου εδαφίου. 42

4.

Επιτρέπεται η εμφιάλωση και διακίνηση ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης αλκοολικού τίτλου 95% vol. από τους ποτοποιούς, καθώς και πλήρως μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, υπό τον όρο ότι η εμφιάλωση της τελευταίας θα γίνεται σε διαφορετικές εγκαταστάσεις από αυτές του ποτοποιείου.

5.

Η χρήση αποστάγματος οίνου προς παρασκευή ποτών πρέπει να γίνεται με την παρουσία Χημικού της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας και να συντάσσεται Πρωτόκολλο Ανάμειξης.

6.

Απαγορεύεται η συνύπαρξη και λειτουργία ποτοποιείου σε ενιαίο χώρο με άλλη επιχείρηση εκτός από αποσταγματοποιείο και οινοπνευματοποιείο Β'κατηγορίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων της δευτέρας περιόδου της παραγράφου Γ3 του παρόντος άρθρου. 43

7.

Απαγορεύεται στους ποτοποιούς να χρησιμοποιούν για την παραγωγή ποτών οποιαδήποτε άλλη αλκοόλη εκτός από την ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, η οποία πρέπει να πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές.

8.

Απαγορεύεται στους ποτοποιούς να διατηρούν πρατήρια στα οποία πωλείται προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) ή να το εμπορεύονται έστω και αν συμπράττουν ή συνεργάζονται με άλλους.

9.

Απαγορεύεται η διάθεση εκτός της ελληνικής επι­κράτειας αλκοόλης αρωματισμένης με απόσταξη που προορίζεται για την παρασκευή ούζου.

10.

α. Απαγορεύεται η εμφιάλωση αλκοολούχων ποτών από άλλους επιτηδευματίες πλην των ποτοποιών. 44

β. Κατά παρέκκλιση προς τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, στις περιπτώσεις των αποσταγματοποιείων που συστεγάζονται και συλλειτουργούν με οινοποιεία που διαθέτουν εμφιαλωτήριο οίνων, επιτρέπεται η εμφιάλωση στο υφιστάμενο εμφιαλωτήριο οίνων, αποκλειστικά και μόνον, των παραγομένων από το αποσταγματοποιείο αποσταγμάτων. 45

Στην περίπτωση αυτή, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ρυθμίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για τη χρήση του εμφιαλωτηρίου για την εμφιάλωση των κατά τα ανωτέρω αποσταγμάτων, ενώ όσον αφορά τις διαδικασίες ελέγχου για την εμφιάλωση και τη διάθεση τούτων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου. 46

11.

Ο κατ' όγκο αλκοολικός τίτλος των αλκοολούχων ποτών που διατίθενται στην κατανάλωση δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερος του 60% vol.

Ε. Διήμεροι μικροί αποσταγματοποιοί. 47

1.

Οι αμπελοκαλλιεργητές ή οι παραγωγοί των άλλων επιτρεπόμενων υλών που ορίζονται στην παράγραφο 2 επιτρέπεται να αποστάζουν τις πρώτες ύλες της παραγω­γής τους, με απλούς χάλκινους άμβικες χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων ή με πήλινους άμβικες χωρητικότητας μέχρι 40 λίτρων, μέσα σε ένα δίμηνο χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη χρονική περίοδο από 1ης Αυγούστου κάθε έτους έως 31 Ιουλίου του επομένου, για κάθε δήμο ή δημοτικό διαμέρισμα ή κοινότητα από τον Προϊστάμενο της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που λόγω δυσμενών συνθηκών, ασθενειών ή σοβαρών καταστροφών ή ζημιών από ακραίες καιρικές συνθήκες όπως χαλάζι, παγετός, πλημμύρες, καύσωνας, δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή εντός του καθορισθέντος διμήνου, επιτρέπεται με απόφαση της οικείας Τελωνειακής Περιφέρειας η παράταση του διμήνου για έναν ακόμη μήνα.

2.

α) Οι πρώτες ύλες που επιτρέπεται να αποστάζουν οι διήμεροι μικροί αποσταγματοποιοί είναι στέμφυλα, οινοποιήσιμες ποικιλίες σταφυλιών, μούρα, κούμαρα, κράνα, ζίζιφα, υπολείμματα μέλιτος και σύκα απόσυκα. Στέμφυλα, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι τα προερχόμενα από κανονική και επιμελημένη έκθλιψη των σταφυλιών, η απόδοση των οποίων σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα επτάμισι (7,5) λίτρα ανά εκατό (100) χιλιόγραμμα καθαρών στεμφύλων κατ' ανώτατο όριο. 48

β)

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να επιτρέπεται η απόσταξη και άλλων φρούτων, όπως μήλα, αχλάδια, δαμάσκηνα, κεράσια, κορόμηλα. Η υποβολή των σχετικών αιτημάτων γίνεται μόνο από ομάδες παραγωγών και συνοδεύεται από βεβαίωση της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας ότι αποδέχεται τον εν λόγω προορισμό. Προκειμένου να εξεταστεί οποιοδήποτε σχετικό αίτημα τεκμηριώνεται, από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία, η καταλληλότητα της πρώτης ύλης. 49

γ)

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύναται, να επιτρέπεται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για συγκεκριμένο διάστημα και μόνο για περιοχές στις οποίες οι σχετικές καλλιέργειες έχουν πληγεί από φυσικά φαινόμενα, η απόσταξη επιτραπέζιων ποικιλιών σταφυλιών και να καθορίζεται η απόδοση αυτών σε λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης. 50

3.

Για την απόσταξη απαιτείται άδεια από το Τελωνείο, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου είναι εγκατεστημένος ο άμβικας όπου θα διενεργηθεί η απόσταξη. Η χρονική διάρκεια αυτής δεν μπορεί να υπερβεί για κάθε παραγωγό τα οκτώ 24ωρα, συνεχή ή χωρισμένα, κατ' ανώτατο όριο και συναρτάται με την ποσότητα των πρώτων υλών που προορίζονται για απόσταξη. Δικαίωμα άδειας απόσταξης αποκτούν αποκλειστικά οι παραγωγοί των επιτρεπόμενων πρώτων υλών της υποπαρ. 2 και σε άμβικα που είναι εγκατεστημένος μέσα στα όρια του δήμου που έχουν παραχθεί οι πρώτες ύλες ή σε όμορο δήμο. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται με άδεια του Τελωνείου, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου έχουν παραχθεί οι πρώτες ύλες, να μεταφερθούν αυτές προς απόσταξη σε άμβικα που είναι εγκατεστημένος και σε άλλον δήμο, πλην των ανωτέρω, αποκλειστικά στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος απόσταξης παραγωγός είναι κάτοχος του άμβικα αυτού. 51

Σε κάθε άμβικα μπορεί να αποστάζει εκτός από τον κάτοχό του και οποιοσδήποτε άλλος δικαιούχος απόσταξης παραγωγός. 52

Για την έκδοση άδειας απόσταξης απαιτείται η υποβολή στο αρμόδιο Τελωνείο αίτησης-δήλωσης του παραγωγού μαζί με τα κατά περίπτωση δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται με την απόφαση της υποπαρ. 12. Οι κάτοχοι αμπελουργικής έκτασης προσκομίζουν επιπλέον, αντίγραφο της οριστικοποιημένης ηλεκτρονικής δήλωσης συγκομιδής που υποβάλλεται προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων από την οποία αποδεικνύονται η ιδιότητα του παραγωγού, η θέση και η έκταση του κτήματος, καθώς και η ποσότητα των πρώτων υλών που παρήχθησαν. 53

Το αρμόδιο Τελωνείο μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ή να ανακαλέσει χορηγηθείσα κατά τα ανωτέρω άδεια απόσταξης είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν σχετικής εισήγησης της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε., στην περίπτωση που ο διήμερος μικρός αποσταγματοποιός είτε έχει υποπέσει καθ’ υποτροπή, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 11 του παρόντος, στις παραβάσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11, ως και του άρθρου 12 είτε έχει υποπέσει σε παραβάσεις που τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001, Α' 265). 54

4.

Απαγορεύεται η εργασία συγχρόνως με περισσότερους από έναν άμβικες τόσο από τον δικαιούχο απόσταξης παραγωγό, όσο και από τον κάτοχο του άμβικα σε περίπτωση που αυτός κατέχει περισσότερους από έναν.

5.

Απαγορεύεται η λειτουργία περισσότερων από έναν αμβίκων χωρητικότητας μέχρι 130 λίτρων στον ίδιο χώρο χωρίς ειδική άδεια του αρμόδιου Τελωνείου. Επίσης απαγορεύεται η λειτουργία των εν λόγω αμβίκων σε χώρους όπου έχουν εναποτεθεί οίνοι.

6.

Απαγορεύεται στους εν λόγω παραγωγούς να λει­τουργούν παράλληλα ως οινοπνευματοποιοί Α' και Β' Κατηγορίας, νεφτοποιοί, αποσταγματοποιοί και ποτοποιοί ή να εργάζονται στους ίδιους χώρους με τους επιτηδευματίες αυτούς.

7.

Οι άμβικες κάτω των 130 λίτρων είναι διαρκώς σφραγισμένοι και αποσφραγίζονται από την αρμόδια αρχή μόνο για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχει εκδοθεί η ά­δεια απόσταξης.

8.

α) Το παραγόμενο έτοιμο προς διάθεση προϊόν απόσταξης διατίθεται από τα δικαιούχα παραγωγής πρόσωπα της υποπαρ. 1, καθώς και από τους κατόχους προϊόντος απόσταξης, το οποίο δεν προέρχεται από δική τους παραγωγή, αλλά συνιστά αμοιβή για τη διάθεση του αποστακτικού τους μηχανήματος και τη χρήση αυτού από τα δικαιούχα παραγωγής πρόσωπα. Η διάθεση πραγματοποιείται με την έκδοση λογιστικών στοιχείων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 4308/2014 (Α' 251). Τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου έχουν υποχρέωση τήρησης και ενημέρωσης λογιστικών αρχείων. Για τη διακίνηση του προϊόντος απόσταξης εκδίδεται σχετικό παραστατικό κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 4308/2014, το οποίο συνοδεύει το προϊόν μέχρι τον τελικό προορισμό του. Δεν απαιτείται έκδοση παραστατικού διακίνησης, εφόσον εκδίδεται άμεσα λογιστικό στοιχείο αξίας. 55

β)

Από την περ. α) εξαιρούνται: 56

βα)

τα δικαιούχα παραγωγής πρόσωπα που εμπίπτουν στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 4308/2014 και 57

ββ)

τα δικαιούχα παραγωγής φυσικά πρόσωπα, τα οποία παράγουν το προϊόν αυτό, μέχρι το ανώτατο όριο των πενήντα ενός (51) λίτρων άνυδρων ανά αποστακτική περίοδο και ανά πρόσωπο, αποκλειστικά για κατανάλωση από τα ίδια, τα μέλη της οικογένειάς τους ή τους προσκεκλημένους τους, απαγορευομένης της εμπορίας. 58

Σε περίπτωση διακίνησης του προϊόντος απόσταξης από τα πρόσωπα των υποπερ. βα) και ββ) ή για λογαριασμό τους, αυτό συνοδεύεται από αντίγραφο της αδείας απόσταξης, καθώς και του αποδεικτικού είσπραξης των φορολογικών επιβαρύνσεων. Σε περίπτωση διακίνησης προς πώληση του προϊόντος απόσταξης από τα πρόσωπα της υποπερ. βα), το προϊόν συνοδεύεται, πλέον των ως άνω δικαιολογητικών, και από δήλωση διακίνησης. 59

γ)

Το προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών διατίθεται χύμα, χωρίς οποιασδήποτε μορφής τυποποίηση, σε δοχεία από γυαλί ή και άλλο κατάλληλο υλικό σύμφωνα με τους σχετικούς όρους χρήσης που προβλέπονται στην ισχύουσα ενωσιακή και εθνική νομοθεσία όσον αφορά τα υλικά και τα αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα. 60

Η κατά τα ανωτέρω διάθεση του προϊόντος απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών διενεργείται είτε απευθείας στους τελικούς καταναλωτές με λιανική πώληση είτε με πώληση στις επιχειρήσεις ομαδικής εστίασης, καθώς και σε επιχειρήσεις διάθεσης ποτών με αλκοόλη προς χονδρική και λιανική πώληση. 61

Τα στοιχεία του παραγωγού ή του κατόχου αποστακτικού μηχανήματος, κατά περίπτωση, αναγράφονται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα φορολογικά στοιχεία ή τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης των άρθρων 5 και 9 του ν. 4308/2014. 62

Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν προς λιανική πώληση για κατανάλωση προϊόν απόσταξης διήμερων μικρών αποσταγματοποιών οφείλουν να έχουν σε εμφανές σημείο στο κατάστημά τους αναρτημένη πινακίδα, στην οποία αναγράφονται, με ευκρινείς χαρακτήρες, το ονοματεπώνυμο του διήμερου μικρού αποσταγματοποιού ή του κατόχου αποστακτικού μηχανήματος, κατά περίπτωση, των οποίων το προϊόν διαθέτουν, καθώς και το σχετικό λογιστικό στοιχείο. 63

Για λόγους καλύτερης κατανόησης από τους καταναλωτές, το προϊόν μπορεί να διατίθεται στα σημεία πώλησης στον τελικό καταναλωτή με την κοινή ονομασία, κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 1169/2011, «παραδοσιακό απόσταγμα διημέρων», ακολουθούμενη πάντοτε και από τη νόμιμη ονομασία. Ο όρος «απόσταγμα» που περιλαμβάνεται στην κοινή ονομασία δεν χρησιμοποιείται κατά την έννοια του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/787. 64

9.

Απαγορεύεται η διάθεση του προϊόντος των μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) σε ποτοποιούς, αποσταγματοποιούς και οινοπνευματοποιούς Α' Κατηγορίας.

10.

Επιτρέπεται κατόπιν ειδικής άδειας από το αρμόδιο Τελωνείο, η κατασκευή ειδικής θυρίδας (πορτέλλο) στο λέβητα για το άδειασμα των υπολειμμάτων της απόσταξης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη επέμβαση στα λοιπά μέρη του άμβικα, με τρόπο ώστε να διαφυλάσσεται ο παραδο­σιακός χαρακτήρας του. Αντί της μετασκευής αυτής επιτρέπεται, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, η χρησιμοποίηση ειδικής ανυψωτικής συσκευής (παλάγκο) για την ανύψωση και ανατροπή του λέβητα για το άδειασμα των υπολειμμάτων της απόσταξης.

11.

Οι άμβικες κάτω των 130 λίτρων που κατέχονται από τους μοναχούς στην περιοχή του Αγίου Όρους της χερσονήσου του Άθω, από τη Μεγάλη Βίγκλα και εφεξής, για την παραγωγή αποστάγματος, παραμένουν διαρκώς ασφράγιστοι και επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ελεύθερα σε οποιαδήποτε εποχή του έτους. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους απαλλάσσονται από τις διατυπώσεις της σφράγισης και αποσφράγισης αμβίκων, των δηλώσεων και της λήψεως αδειών απόσταξης και του περιορισμού του χρονικού διαστήματος της απόσταξης. Η Ιερά Κοινότητα υποχρεούται να υποβάλλει στο αρμό­διο Τελωνείο στην αρχή κάθε έτους κατάσταση που να εμφανίζει:

α)

τον αριθμό των κατά το προηγούμενο έτος εργασθέντων αμβίκων και

β)

την ποσότητα του παραχθέντος προϊόντος. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τους άμβικες απόσταξης του Αγίου Όρους, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4, καθώς και οι διατάξεις γενικά της παρούσας παραγράφου Ε', ως προς τους όρους παραγωγής και διάθεσης στην κατανάλωση του προϊόντος απόσταξης. Στην περιοχή του Αγίου Όρους απαγορεύεται η σύσταση και λειτουργία οινοπνευματοποιείου Α' και Β' Κατηγορίας, αποσταγματοποιείου και ποτοποιείου.

11.

Α. α) Επιτρέπεται, κατόπιν ειδικής άδειας του αρμόδιου Τελωνείου, η μεταφορά, η αποσφράγιση και λειτουργία άμβικα μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου) για χρονικό διάστημα κατ’ ανώτατο όριο οκτώ (8) ωρών κατά τη διάρκεια ενός 24ωρου, στο πλαίσιο πραγματοποιούμενων πολιτιστικών εκδηλώσεων Ο.Τ.Α., Κοινοτήτων, Πολιτιστικών Συλλόγων ή επαγγελματικών φορέων με σκοπό την αναπαράσταση και προβολή του παραδοσιακού τρόπου απόσταξης. Η απόσταξη για τους σκοπούς αυτούς δύναται να διενεργείται και εκτός του καθοριζομένου από τις διατάξεις της υποπαραγράφου 1 της παρούσας παραγράφου Ε΄ δίμηνου χρονικού διαστήματος με τη χρησιμοποίηση αποκλειστικά των καθοριζομένων από την υποπαράγραφο 2 της παρούσας παραγράφου Ε΄ πρώτων υλών και με την έκδοση σχετικής άδειας απόσταξης. Επί του παραγόμενου προϊόντος, προοριζόμενου αποκλειστικά για δωρεάν επιτόπια κατανάλωση, επιβάλλεται ο προβλεπόμενος Ε.Φ.Κ. κατά τα ειδικότερα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 82 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265). Για τις ως άνω παραδόσεις αγαθών εκδίδονται τα προβλεπόμενα από τη φορολογική νομοθεσία παραστατικά. 65

β. Ομοίως επιτρέπεται, κατόπιν ειδικής άδειας του αρμόδιου Τελωνείου, η μεταφορά σφραγισμένου άμβικα μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου), τηρουμένων των προβλεπομένων διατυπώσεων και διαδικασίας, για χρονικό διάστημα, κατ’ ανώτατο όριο, ενός 24ωρου, αποκλειστικά και μόνο προς έκθεση αυτού στο πλαίσιο πραγματοποιούμενων πολιτιστικών εκδηλώσεων. 66

12.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται: 67

α)

ο τρόπος καθορισμού του διμήνου απόσταξης της υποπαρ. 1, 68

β)

η απόδοση σε άνυδρη αιθυλική αλκοόλη των λοιπών πλην των στεμφύλων επιτρεπόμενων να αποστάζονται από τους διήμερους μικρούς αποσταγματοποιούς πρώτων υλών της υποπαρ. 2, 69

γ)

ο προσδιορισμός του χρόνου απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών, 70

δ)

ο τύπος και το περιεχόμενο αίτησης δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά για τη χορήγηση της άδειας απόσταξης της υποπαρ. 3, 71

ε)

η διαδικασία για τη χορήγηση της ειδικής άδειας της υποπαρ. 11Α, 72

στ)

οι υποχρεώσεις των κατόχων αμβίκων για χρήση από τους διήμερους μικρούς αποσταγματοποιούς, 73

ζ)

ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης διακίνησης του τρίτου εδαφίου της υποπερ. ββ της περ. β' της υποπαρ. 8, 74

η)

κάθε άλλο σχετικό ζήτημα για την εφαρμογή της παρ. Ε'. 75

Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι διακίνησης και επισήμανσης του προϊόντος απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών. 76

ΣΤ. Παραγωγοί βιοαιθανόλης αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης και συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης. 77

1.

Οι διατάξεις των παραγράφων Β1, Β2, Β3, Β5, Β6, Β9 και Β10 εφαρμόζονται και για τους παραγωγούς βιοαιθανόλης τους παραγωγούς αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης και τους παραγωγούς συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης. 78

2.

α) Δεν επιτρέπεται στους παραγωγούς βιοαιθανόλης, στους παραγωγούς αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης και στους παραγωγούς συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης να είναι ταυτόχρονα Οινοπνευματοποιοί Α΄ κατηγορίας αποσταγματοποιοί ή ποτοποιοί. 79

β)

Δεν επιτρέπεται, στους επιτηδευματίες παραγωγούς αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης και στους επιτηδευματίες παραγωγούς συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης να είναι ταυτόχρονα και Οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας. 80

Επίσης δεν επιτρέπεται στους επιτηδευματίες παραγωγούς βιοαιθανόλης να είναι ταυτόχρονα και Οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας εκτός της περίπτωσης παραγωγής βιοαιθανόλης αποκλειστικά και μόνο από τις γεωργικές πρώτες ύλες που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου. 81

3.

Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης της κατεργασίας των πρώτων υλών, ο τρόπος πίστωσής τους, καθώς και οι όροι που πρέπει να πληρούν οι χώροι, οι εγκαταστάσεις, ο μηχανολογικός και λοιπός εξοπλισμός των εργοστασίων των οικείων, κατά περίπτωση προϊόντος, επιτηδευματιών που παράγουν βιοαιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης και συνθετική αιθυλική αλκοόλη. 82

Άρθρο 8. Διάθεση ­ Διακίνηση αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης
1.

α) Η πώληση της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης των αποσταγμάτων και των προϊόντων απόσταξης πάσης φύσεως είτε αυτά παράγονται εγχωρίως είτε προέρχονται από άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή από τρίτες χώρες επιτρέπεται να διενεργείται, αναλόγως προς τη φύση αυτών και το επιτήδευμα του παραλήπτη, από τους κατά τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 επιτηδευματίες και από τις φορολογικές αποθήκες εμπορίας, αποκλειστικά: 83

αα)

σε ποτοποιούς οι οποίοι διαθέτουν την προβλεπόμενη, από τις διατάξεις του άρθρου 6, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, 84

ββ)

σε οινοποιούς για ανάμειξη με οίνους ή γλεύκη, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα είναι αμπελοοινικής προελεύσεως σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις, 85

γγ)

σε βιομηχανικά εργοστάσια ή βιοτεχνίες που χρησιμοποιούν τα ανωτέρω προϊόντα ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους. 86

β)

Η καθαρή αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης επιτρέπεται να διατίθεται επίσης σε: 87

αα)

φαρμακοποιούς είτε προς εμφιάλωση (οινόπνευμα καθαρό προς εμφιάλωση), εφόσον διαθέτουν την ειδική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5, είτε για την παρασκευή από αυτούς, στο φαρμακείο τους, των διαφόρων λεγομένων γαληνικών παρασκευασμάτων (ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης), 88

ββ)

νοσοκομεία, θεραπευτήρια, κλινικές, νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για ιατρικούς σκοπούς, 89

γγ)

εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα, φορείς και υπηρεσίες για ερευνητικούς σκοπούς. 90

γ)

Η πώληση της αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης, ως και της συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης, είτε τα προϊόντα αυτά παράγονται εγχωρίως είτε προέρχονται από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ή από τρίτες χώρες, επιτρέπεται, από τους κατά τις παραγράφους 6 περίπτωση β΄ και 7 του άρθρου 5 επιτηδευματίες ως και από τις οικείες φορολογικές αποθήκες εμπορίας, αποκλειστικά και μόνο σε βιομηχανικά εργοστάσια ή βιοτεχνίες που χρησιμοποιούν τα ανωτέρω προϊόντα ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους. 91

δ)

Η πώληση βιοαιθανόλης είτε παραγόμενης εγχωρίως είτε προερχόμενης από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ή από τρίτες χώρες, επιτρέπεται, από τους κατά την περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 επιτηδευματίες και από τις οικείες φορολογικές αποθήκες εμπορίας, κατόπιν της προηγούμενης μετουσίωσής της αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 3054/2002.. 92

2.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται, κατόπιν έγκρισης του αρμόδιου Τελωνείου, η μεταπώληση των εν λόγω προϊόντων από τα παραπάνω πρόσωπα σε περίπτωση αιτιολογημένης αδυναμίας χρησιμοποίησής τους.

3.

Τα παραπάνω προϊόντα κατά τη μεταφορά τους από τα εργοστάσια παραγωγής ή από τις φορολογικές αποθήκες διακίνησής τους συνοδεύονται είτε με το προβλεπόμενο από το άρθρο 115 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα διοικητικό ή εμπορικό έγγραφο είτε με επικυρωμένο αντίγραφο του τελωνειακού παραστατικού του άρθρου 109 του ίδιου νόμου και σε κάθε περίπτωση με δελτίο χημικής ανάλυσης.

4.

Σε κάθε δοχείο μεταφοράς των προϊόντων αυτών πρέπει να υπάρχει ευδιάκριτη επιγραφή, όπου θα ανα­γράφεται ο αριθμός και η χρονολογία του συνοδευτικού εγγράφου που προβλέπεται κατά περίπτωση στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, το ποσό, το είδος και ο αλκοολικός τίτλος της μεταφερόμενης αιθυλικής αλκοόλης ή του αλκοολούχου αποστάγματος, καθώς και ο προορι­σμός αυτού.

5.

Απαγορεύεται η διάθεση, χύμα, παντός είδους αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης γεωργικής προέλευσης ως και αλκοολούχων ποτών, στην κατανάλωση και λιανική πώληση. Στη λιανική πώληση επιτρέπεται να διατίθεται εμφιαλωμένη καθαρή αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης 95% vol. Η εμφιάλωση επι­τρέπεται να γίνεται μόνο από ποτοποιούς και φαρμακοποιούς οι οποίοι κατέχουν ειδική άδεια, που εκ­δίδεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή. 93

6.

Επιτρέπεται η διάθεση στη λιανική πώληση εμφιαλωμένης της πλήρως μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, είτε με την εθνική μέθοδο (φωτιστικού οινο πνεύματος) είτε με την κοινή μέθοδο σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ενωσιακές διατάξεις. 94

Η παρασκευή της πλήρως μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, είτε με την εθνική μέθοδο (φωτιστικού οινοπνεύματος) είτε με την κοινή μέθοδο πραγματοποιείται, αποκλειστικά και μόνον, από τα οινοπνευματοποιεία Α΄ και Β΄ κατηγορίας ή από τους νεφτοποιούς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5, ως και από τις φορολογικές αποθήκες εμπορίας που διακινούν χύμα, παντός είδους αιθυλική αλκοόλη, αποστάγματα και προϊόντα απόσταξης γεωργικής προέλευσης. 95

Η εμφιάλωση της πλήρως μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, είτε με την εθνική μέθοδο (φωτιστικού οινοπνεύματος) είτε με την κοινή μέθοδο, επιτρέπεται να γίνεται μόνο από επιτηδευματίες οι οποίοι κατέχουν ειδική, κατά περίπτωση, άδεια που εκδίδεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, επί τη βάσει της οποίας και μόνον επιτρέπεται η εκ μέρους τους προμήθεια αυτής. 96

7.

α. Προκειμένου για την κατά την παρ. 1β΄του άρθρου 83 του ν. 2960/2001 και την παράγραφο 10 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη, η μετουσίωση μπορεί να διενεργείται επ’ ονόματι των Οινοπνευματοποιών Β΄ κατηγορίας ή των φορολογικών αποθηκών εμπορίας χύμα, παντός είδους, αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης, με σκοπό την εν συνεχεία διάθεσή της τμηματικά στις δικαιούχες βιομηχανίες και βιοτεχνίες που κέκτηνται την προς τούτο σχετική έγκριση, υπό όρους, προϋποθέσεις και διαδικασίες που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 97

β. Δεν επιτρέπεται η καθ’ οιονδήποτε τύπο ή τρόπο διάθεση στη λιανική πώληση της, κατά το προηγούμενο εδάφιο, μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, ταύτης προοριζομένης αποκλειστικά και μόνον για βιομηχανική χρήση. 98

8.

Οι επιτηδευματίες που ασκούν εμπορία χημικών αντι­δραστηρίων επιτρέπεται να διαθέτουν απόλυτη αιθυλική αλκοόλη (δηλαδή αιθυλική αλκοόλη με αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του 99% vol. εμφιαλωμένη σε εργαστήρια για αναλυτικούς σκοπούς.

9.

Η συνθετική αιθυλική αλκοόλη, ως και η αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης επιτρέπεται να διατίθεται μόνο μετουσιωμένη για ειδικές βιομηχανικές χρήσεις. Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των εν λόγω αλκοολών για παραγωγή ποτών ή προϊόντων διατροφής εν γένει, ως και για εμφιάλωση. 99

Επίσης απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της βιοαιθανόλης σε οποιαδήποτε άλλη χρήση, πλην της προβλεπόμενης στις σχετικές διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 3. 100

10.

Οι φορολογικές αποθήκες που διακινούν χύμα αιθυ­λική αλκοόλη, αποστάγματα και προϊόντα απόσταξης παντός είδους, υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους, και μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, δήλωση διακίνησης των προϊόντων τους. Επίσης, υποχρεούνται να διαθέτουν ογκομετρημένες δεξαμενές κανονικού σχήματος για την αποθήκευση των προϊόντων τους, τοποθετημένες με τρόπο ώστε να είναι ευχερής η σφράγισή τους και η καταμέτρηση του περιεχομένου τους.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδί­δεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία:

α)

για την ανάμειξη αιθυλικής αλκοόλης αμπελοοινικής προέλευσης, αποστάγματος οίνου ή σταφίδων και προϊόντος απόσταξης οίνου ή σταφίδων με οίνους ή γλεύκη,

β)

για την πλήρη μετουσίωση, την παρασκευή, διάθεση και εμφιάλωση της, κατά την παράγραφο 11 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης, ως και για την εμφιάλωση της ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης και τη διάθεσή της στη λιανική πώληση, 101

γ)

για τη μετουσίωση της μεθυλικής αλκοόλης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Άρθρο 9. Φύρες και αποδόσεις
1.

Στις πρώτες ύλες που εισάγονται στα εργοστάσια για την παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων, αναγνωρίζεται φύρα (φυσική απομείωση και απώλειες), εφόσον αυτή πραγματοποιηθεί και βεβαιωθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους, ως εξής:

α)

Για την ξερή σταφίδα και τους οίνους, φύρα μεταφοράς μέχρι 1%, εφόσον έγινε καταμέτρηση πριν και μετά τη μεταφορά και φύρα αποθήκευσης 0,50%.

β)

Για τα σύκα, απόσυκα και το χαρουπάλευρο, φύρα μεταφοράς, αποθήκευσης και αλέσεως 0,50%.

γ)

Για τη μέλασσα, φύρα μεταφοράς 0,25% εφόσον έγι­νε καταμέτρηση πριν και μετά τη μεταφορά και φύρα αποθήκευσης 0,25%. Οι φύρες αποθήκευσης υπολογίζονται εφάπαξ ανεξάρτητα από το χρόνο αποθήκευσης των πρώτων υλών.

2.

Για την ξερή σταφίδα, τα σύκα, τα απόσυκα και το χαρουπάλευρο καθορίζεται επιπλέον φύρα κατεργασίας 1%.

3.

Εάν κατά τον έλεγχο που πραγματοποιούν οι αρμόδιοι χημικοί και τελωνειακοί υπάλληλοι, παρουσιαστεί και βεβαιωθεί έλλειμμα στην κατεχόμενη, παραγόμενη ή μεταφερόμενη αιθυλική αλκοόλη κάθε είδους, αναγνωρίζεται φύρα που υπολογίζεται στα λίτρα της περιεχόμενης άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ως εξής:

α)

Στην αιθυλική αλκοόλη και στα προϊόντα απόσταξης κάθε είδους αναγνωρίζεται φύρα 0,50% για έλλειμμα που βεβαιώνεται μέσα στο μήνα που αυτή παρήχθη ανεξάρτητα από την ημερομηνία παραγωγής. Για την αιθυλική αλκοόλη, και τα προϊόντα απόσταξης κάθε είδους που πα­ρήχθησαν προηγούμενο μήνα από αυτόν που βεβαιώνεται το έλλειμμα και τα οποία αποθηκεύτηκαν στη φορολογική αποθήκη του οινοπνευματοποιείου ή σε άλλη φορολογική αποθήκη, αναγνωρίζεται φύρα 0,25% για κάθε μήνα μετά το μήνα παραγωγής της ή την ημέρα παραλαβής της. Η φύρα αυτή επιμερίζεται σε ημέρες, υπολογίζοντας ότι κάθε μήνας αποτελείται από 30 ημέρες.

β)

Κατά τη μεταφορά της αιθυλικής αλκοόλης, του αποστάγματος κάθε είδους, των προϊόντων απόσταξης, των οίνων από ανάμειξη με αιθυλική αλκοόλη ή απόσταγμα και των αλκοολούχων ποτών, από το εργοστάσιο παραγωγής σε φορολογική αποθήκη ή από μία φορολογική αποθήκη σε άλλη, αναγνωρίζεται φύρα μεταφοράς μέχρι 1%, κατ' ανώτατο όριο, εφόσον αυτή πραγματοποιηθεί και βεβαιωθεί. Η φύρα αυτή υπολογίζεται στα λίτρα της περιεχόμενης άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης. Εάν η μεταφορά γίνεται με περισσότερα από ένα δοχεία, η φύρα υπολογίζεται σε κάθε δοχείο χωριστά.

γ)

Στη σούμα που παράγουν τα οινοπνευματοποιεία Α' και Β' Κατηγορίας, που αποθηκεύεται στις αποθήκες τους, αναγνωρίζεται φύρα 0,5% για έλλειμμα που βεβαι­ώνεται μέσα στο μήνα που παρήχθη ανεξάρτητα από την ημερομηνία παραγωγής και για τους επόμενους μήνες 0,25% για κάθε μήνα. Η φύρα αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3% συνολικώς για το πρώτο έτος και το 2% για κάθε επόμενο έτος. Στην ακατέργαστη αιθυλική αλκοόλη και στη σούμα, που αποθηκεύεται σε άλλη φορολογική α­ποθήκη από αυτήν του εργοστασίου στο οποίο φύρα 1% κατ' ανώτατο όριο. Επίσης, φύρα 2% κατ' ανώτατο όριο αναγνωρίζεται και στους ποτοποιούς κατά την απόσταξη για την αρωμάτιση της αιθυλικής αλκοόλης η οποία θα χρησιμοποιηθεί για παρασκευή του αλκοο­λούχου ποτού ούζου.

στ)

Στην αιθυλική αλκοόλη και τα αλκοολούχα προϊόντα κάθε είδους που παραλαμβάνονται από ποτοποιούς, για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών, καθώς και στα ποτά που παράγονται από αυτούς, αναγνωρίζεται φύρα αποθήκευσης μέχρι 3% κατ' έτος, η οποία επιμερίζεται ημερολογιακά. Επίσης αναγνωρίζεται και φύρα παραγωγής και εμφιάλωσης αλκοολούχων ποτών μέχρι 2% κατ' ανώτατο όριο. Οι φύρες αυτές υπολογίζονται στην άνυδρη αιθυλική αλκοόλη και βεβαιώνονται από τους αρμόδιους υπαλλήλους μετά από έλεγχο στην αιθυλική αλκοόλη, στις αλκοολούχες πρώτες ύλες και στα ποτά που παρήχθη­σαν.

ζ)

Στα παραγόμενα αποστάγματα κάθε είδους αναγνωρίζεται φύρα μέχρι 2% για έλλειμμα που βεβαιώνεται μέσα στο μήνα που αυτά παρήχθησαν. Εφόσον τα αποστάγματα αυτά τεθούν σε παλαίωση, αναγνωρίζεται φύρα 0,50% κατά μήνα, μετά τον πρώτο μήνα από την ημέρα παραγωγής τους και για το πρώτο έτος. Για το επόμενο πλήρες έτος αναγνωρίζεται φύρα 4% και 3% ετησίως για τα επόμενα έτη, εφόσον η παλαίωση γίνεται σε δρύινα βαρέλια χωρητικότητας άνω των 1.000 λίτρων. Εάν η χωρητικότητα των βαρελιών είναι μέχρι και 1.000 λίτρα, οι φύρες αυτές είναι 5% και 4% αντίστοιχα. Εφόσον τα αποστάγματα παραμένουν απλώς αποθηκευμένα και όχι σε συνθήκες παλαίωσης, ισχύουν για τις φύρες αποθήκευσης όσα αναφέρονται στην περίπτωση α' της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Μετά από τη διάθεση του αποστάγματος οίνου για την παραγωγή του αλκοολούχου ποτού μπράντυ, ισχύουν όσα αναφέρονται στην περίπτωση στ' του άρθρου αυτού.

η)

Στις αναμείξεις αιθυλικής αλκοόλης ή αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης, με οίνους ή γλεύκη αναγνωρί­ζεται φύρα 5% κατ' ανώτατο όριο κατά τις αναμείξεις με ξηρούς οίνους και 8% κατά τις αναμείξεις με γλυκείς οίνους για τον πρώτο χρόνο και 1% για τα επόμενα έτη. Για τους οίνους ονομασίας προελεύσεως, η φύρα μετά το πρώτο έτος υπολογίζεται σε 2% για κάθε έτος για τα δέκα πρώτα χρόνια και για τα επόμενα σε 1% κάθε έτος. Οι φύρες αυτές υπολογίζονται στην πρόσθετη αιθυλική αλκοόλη και επιμερίζονται ημερολογιακά. Σε περίπτωση που οι οίνοι από ανάμειξη χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών, η φύρα υπολογίζεται στα παραγόμενα ποτά σύμφωνα με όσα προ­βλέπονται στην περίπτωση στ' της παραγράφου αυτής.

θ)

Η φύρα της αιθυλικής αλκοόλης που προορίζεται για βιομηχανική χρήση προσδιορίζεται κατόπιν βιομηχανικού πειράματος από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία του Γενικού Χημείου του Κράτους.

4.

Οι διατάξεις της παραγράφου 3 εφαρμόζονται τόσο στα εγχώρια ή κοινοτικά προϊόντα, όσο και στα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, ανεξάρτητα από το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται και δεν εφαρμόζονται για αυτά οι γενικές διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα για τις φύρες.

5.

Ο υπολογισμός και η βεβαίωση της φύρας διενεργείται κάθε μήνα με την υποβολή της μηνιαίας δήλωσης. Στην περίπτωση των επιτηδευματιών που δεν υποχρεού­νται σε υποβολή μηνιαίας δήλωσης, ο υπολογισμός και η βεβαίωση της φύρας γίνεται μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους.

6.

Οι φύρες του 'Άρθρου αυτού είναι ανεξάρτητες από την ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του 'Άρθρου 83 του ν.2960/2001 “Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας. 102

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθορίζονται οι φύρες μεταφοράς, κατεργασίας και αποθήκευσης των πρώτων υλών που δεν κατονομάζονται στο άρθρο αυτό. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι αποδόσεις των πρώτων υλών παραγωγής, παντός είδους αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης, ως και αλκοολούχων εν γένει προϊόντων, καθώς και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. 103

Άρθρο 10. Έλεγχος
1.

Τα Οινοπνευματοποιεία Α΄ και Β΄ κατηγορίας, τα αποσταγματοποιεία, τα ποτοποιεία, τα εργοστάσια των παραγωγών βιοαιθανόλης, αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης, συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης, οι επιχειρήσεις εν γένει διακίνησης και εμπορίας παντός είδους αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων, προϊόντων απόσταξης και αλκοολούχων ποτών, τα εργοστάσια που χρησιμοποιούν αιθυλική αλκοόλη παντός είδους ή εργάζονται με αποστακτικά μηχανήματα κατάλληλα για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης παντός είδους, αυτοί που κατέχουν άμβικες απόσταξης ή άλλα αποστακτικά μηχανήματα, οι κατασκευαστές τέτοιων μηχανημάτων, καθώς και η μεταφερόμενη και διατιθέμενη, παντός είδους, αιθυλική αλκοόλη, τα αποστάγματα, τα προϊόντα απόσταξης γεωργικής προέλευσης, ως και τα αλκοολούχα ποτά υπόκεινται στον έλεγχο της Τελωνειακής και Χημικής Υπηρεσίας.. 104

2.

Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού, οι υπάλληλοι των εν λόγω Υπηρεσιών προβαίνουν σε κάθε αναγκαία εξέταση ή έρευνα για τη διαπίστωση παραβάσεων του νόμου αυτού και ενεργούν όλες τις ανακριτικές πράξεις, έχοντας τα καθήκοντα και δικαιώματα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Διενεργούν επίσης κατά την κρίση τους δειγματοληψίες και υποβάλλουν το ταχύτερο δυνατόν τα δείγματα που λαμβάνουν στις αρμόδιες Διευθύν­σεις του Γενικού Χημείου του Κράτους για χημική ανάλυση. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται οι όροι και οι δια­τυπώσεις που πρέπει να τηρούνται κατά τη δειγματοληψία και τη χημική εξέταση των δειγμάτων.

3.

Αν από το διενεργούμενο έλεγχο από τη Χημική Υπη­ρεσία διαπιστωθούν παραβάσεις που σχετίζονται καθ' οποιονδήποτε τρόπο με τη φορολογία των προϊόντων αυτών και γενικά με τις διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, καθώς και με τις διατάξεις του νόμου αυτού αρμοδιότητας της Τελωνειακής Υπηρεσίας, ενημερώνεται η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή η οποία ενεργεί για τον κολασμό αυτών.

4.

Αν από το διενεργούμενο έλεγχο της Τελωνειακής Υπηρεσίας διαπιστωθούν παραβάσεις του νόμου αυτού, που αφορούν τους όρους και διαδικασίες παραγωγής, διάθεσης και καταλληλότητας των προϊόντων και των μέσων παραγωγής αυτών, ενημερώνεται η αρμόδια Χημική Αρχή η οποία ενεργεί για τον κολασμό αυτών.

5.

Στα Οινοπνευματοποιεία Α΄ και Β΄ κατηγορίας, στα εργοστάσια των παραγωγών βιοαιθανόλης, αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προέλευσης και συνθετικής αιθυλικής αλκοόλης, στα αποσταγματοποιεία και στις φορολογικές αποθήκες διακίνησης, χύμα, κάθε είδους αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης ασκείται συστηματική εποπτεία από το αρμόδιο Τελωνείο και από την αρμόδια Χημική Υπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής. 105

Άρθρο 11. Διοικητικές κυρώσεις

Επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα σε περίπτωση παραβά­σεων του νόμου αυτού επιβάλλονται κατά περίπτωση οι ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:

1.

Τιμωρούνται με πρόστιμο 500 ευρώ:

α)

(…) 106

β)

Όποιοι δηλώνουν ανακριβώς το είδος και τη χωρητι­κότητα των μηχανημάτων τους, όποιοι κατέχουν αποστακτικά μηχανήματα διαφορετικής χωρητικότητας από αυτήν που αναφέρεται στην άδεια κατοχής, καθώς και όποιοι δεν ζητούν αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών τους τη σφράγιση των μηχανημάτων με τα οποία εργάσθηκαν από την αρμόδια Αρχή.

γ)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι), οι οποίοι παραβαίνουν τις διατάξεις των παραγράφων Ε5 και Ε10 του άρθρου 7.

δ)

Όποιοι παράγουν και διαθέτουν ως απόσταγμα οίνου, απόσταγμα σταφίδας ή απόσταγμα στεμφύλων, προϊόντα που προέρχονται από απόσταξη των αντίστοι­χων πρώτων υλών, τα οποία έχουν ανώτερο αλκοολικό τίτλο από το μέγιστο που προβλέπεται για καθένα από αυτά τα προϊόντα.

ε)

Όποιοι δεν τηρούν τους όρους και διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τη μετουσίωση της αιθυλικής αλκοόλης.

στ)

Όποιοι δεν έχουν χαράξει σε εμφανές σημείο στο λέβητα και στο κάλυμμα του αποστακτικού μηχανήματος τον Αριθμό Γενικού Μητρώου αυτού.

ζ)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) οι οποίοι διαθέτουν ή διακινούν το προϊόν τους χωρίς τα προβλεπόμενα λογιστικά στοιχεία ή συνοδευτικά παραστατικά, κατά περίπτωση καθώς και οι μικροί αποσταγματοποιοί, οι οποίοι δεν τηρούν λογιστικά αρχεία, κατά παράβαση των διατάξεων των υποπαραγράφων α' και β' της παραγράφου Ε8 του άρθρου 7. 107

2.

Τιμωρούνται με πρόστιμο 1.500 ευρώ:

α)

Οι οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας, οι εξομοιούμενοι προς αυτούς επιτηδευματίες των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5, και οι αποσταγματοποιοί που παραλείπουν να υποβάλουν ή υποβάλουν εκπρόθεσμα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προβλεπόμενη από την υποπαράγραφο 9 της παραγράφου Β΄ του άρθρου 7 μηνιαία δήλωση, καθώς και αυτοί που συντάσσουν ανακριβώς την εν λόγω δήλωση. 108

β)

Οι οινοπνευματοποιοί Α΄, οι οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας, οι εξομοιούμενοι προς αυτούς επιτηδευματίες των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5, οι αποσταγματοποιοί, οι ποτοποιοί και οι λοιποί εργοστασιάρχες, οι οποίοι παράγουν ή χρησιμοποιούν κάθε είδους αιθυλική αλκοόλη, αποστάγματα, ως και προϊόντα απόσταξης ή χρησιμοποιούν μηχανήματα κατάλληλα για την παραγωγή των προϊόντων αυτών που δεν συμμορφώνονται προς τους όρους, υποχρεώσεις και κανονισμούς, σχετικά με τον έλεγχο και την εποπτεία των εργοστασίων, την τοποθέτηση και συντήρηση των μέσων μέτρησης της παραγόμενης αιθυλικής αλκοόλης, ως και των επιτιθέμενων σφραγίδων. 109

γ)

Οι οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας και οι εξομοιούμενοι προς αυτούς επιτηδευματίες των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5, οι οποίοι δεν αναφέρουν εντός της προβλεπόμενης στην υποπαράγραφο 2 της παραγράφου Β΄ του άρθρου 7 προθεσμίας στις αρμόδιες, Τελωνειακή και Χημική, Υπηρεσίες την, λόγω βλάβης ή ανωτέρας βίας, αιφνίδια διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου τους ή τη διακοπή για άλλον λόγο. 110

δ)

Όποιοι μεταφέρουν χύμα κάθε είδους αιθυλική αλκοόλη, αποστάγματα και προϊόντα απόσταξης, χωρίς το προβλεπόμενο, ειδικό κατά περίπτωση, δελτίο χημικής ανάλυσης. 111

ε)

Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως γ' του άρθρου 12, οι οινοπνευματοποιοί Α' Κατηγορίας που διαθέτουν τη σούμα που παράγουν για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στην περίπτωση στ' της παραγράφου Α1 του άρθρου 7.

στ)

Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως ε' του άρθρου 12, όποιοι χρησιμοποιούν για την παραγωγή αλκοολού­χων ποτών ή ζύθου ύλες που δεν επιτρέπονται από τη νο­μοθεσία.

ζ)

Οι επιτηδευματίες των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 5 οι οποίοι εργάζονται χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη άδεια λειτουρ­γίας των μηχανημάτων τους ή εργάζονται μετά τη λήξη της άδειας αυτής.

η)

Οι ποτοποιοί που παρασκευάζουν αλκοολούχα ποτά με αλκοολικό τίτλο διαφορετικό από αυτόν που προβλέπει η νομοθεσία.

θ)

Όποιοι διαθέτουν εμφιαλωμένη πλήρως μετουσιωμένη ή εμφιαλωμένη ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης, με αλκοολικό τίτλο διαφορετικό από αυ­τόν που προβλέπεται από τη νομοθεσία και όποιοι δεν τηρούν τους όρους και προϋποθέσεις για την παραγωγή και διάθεση των εν λόγω προϊόντων.

ι)

Όποιοι χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση του άρθρου 8 κατέχουν, διαθέτουν ή χρησιμοποιούν χύμα κάθε είδους αιθυλική αλκοόλη, αποστάγματα ως και προϊόντα απόσταξης. 112

ια)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι), οι οποίοι χρησιμοποιούν για την παραγωγή του προϊόντος τους άλλες πρώτες ύλες από αυτές που επιτρέπονται σύμφωνα με την παράγραφο Ε2 του άρθρου 7.

ιβ)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι), οι οποίοι διαθέτουν το προϊόν τους στην κατανάλωση, κατά παράβαση των διατάξεων της υποπαραγράφου β' της παραγράφου Ε8 του άρθρου 7. 113

ιγ)

Όποιοι υποπέσουν σε οποιαδήποτε άλλη παράβαση του νόμου αυτού, καθώς και των προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν για την εφαρμογή του, η οποία δεν τιμωρείται από ειδική διάταξη αυτού. 114

3.

Τιμωρούνται με πρόστιμο 3.000 ευρώ:

α)

Οι οινοπνευματοποιοί και οι ποτοποιοί που παραβαί­νουν τις διατάξεις των παραγράφων Α2, Α4, Β8, Γ2, Γ3 και Δ6 του άρθρου 7.

β)

Όποιοι δεν τηρούν ή τηρούν ανακριβώς τα βιβλία που προβλέπονται από το άρθρο 7, καθώς και αυτοί που αρνούνται να παραδώσουν για έλεγχο στους αρμόδιους υπαλλήλους τα βιβλία αυτά ως και τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

γ)

Όποιοι αρνούνται να επιτρέψουν την είσοδο στο ερ­γοστάσιο ή τη φορολογική τους αποθήκη στους αρμόδιους για τον έλεγχο υπαλλήλους.

δ)

Όποιοι χρησιμοποιούν για την παραγωγή τους μηχα­νήματα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στην άδεια.

ε)

Όποιοι χρησιμοποιούν τα αποστακτικά τους μηχανήματα για άλλους σκοπούς από αυτούς για τους οποίους έχουν εφοδιαστεί με σχετική άδεια.

στ)

Οι φαρμακοποιοί, αρωματοποιοί και λοιποί επαγγελματίες οι οποίοι χρησιμοποιούν αποστακτικά μηχανήματα κατάλληλα για απόσταξη αιθυλικής αλκοόλης εάν χρησιμοποιούν τα μηχανήματα αυτά για ενίσχυση του αλ­κοολικού τίτλου της αιθυλικής αλκοόλης ή για τον ανακαθαρισμό της.

ζ)

Οι οινοπνευματοποιοί Α΄ κατηγορίας, οι οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας, οι προς αυτούς εξομοιούμενοι επιτηδευματίες των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5 και οι αποσταγματοποιοί, που δεν δηλώνουν αμέσως στις αρμόδιες, Χημική και Τελωνειακή, Υπηρεσίες κάθε βλάβη που συμβαίνει στα μηχανήματά τους και στις τοποθετημένες σφραγίδες, από την οποία μπορεί να προκληθεί διαρροή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων υγρών, παντός είδους. 115

η)

Όποιοι χρησιμοποιούν τη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη σε χρήσεις άλλες από αυτές για τις οποίες μετου­σιώθηκε και αυτοί που κατεργάζονται τη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς.

θ)

Οι ποτοποιοί που διατηρούν πρατήρια στα οποία πωλείται προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) και οι εν γένει παραβαίνοντες τις διατάξεις της παραγράφου Δ8 του άρθρου 7, καθώς και οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) και οι λοιποί επιτηδευματίες που παραβαίνουν τις διατάξεις των παραγράφων Ε6 και Ε9 του άρθρου 7.

ι)

Οι διήμεροι μικροί αποσταγματοποιοί οι οποίοι υποβάλλουν ψευδή ή ανακριβή δήλωση καθώς και ψευδή δικαιολογητικά για την έκδοση άδειας απόσταξης, καθώς και αυτοί που εκδίδουν τα εν λόγω ψευδή δικαιολογητικά. Επίσης οι διήμεροι μικροί αποσταγματοποιοί που αποστάζουν συγχρόνως με περισσότερους από έναν άμβικες. 116

ια)

Όποιοι υποπέσουν σε παραβάσεις που προβλέπο­νται και τιμωρούνται ποινικώς σύμφωνα με το άρθρο 12.

ιβ)

Όποιοι, χωρίς άδεια ή με άδεια της οποίας η ισχύς έχει λήξει, αγοράζουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από κράτος-μέλος της ΕΕ, πωλούν, κατασκευάζουν, επισκευάζουν ή μεταφέρουν μηχανήματα κατάλληλα για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων ή μέρη αυτών, καθώς και αυτοί που κατέχουν σφραγισμένα μεν αποστακτικά μηχανήματα χωρίς όμως να διαθέτουν άδεια κατοχής. 117

ιγ)

Όποιοι παράγουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από κράτος-μέλος της ΕΕ, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση καθ’ οιονδήποτε τύπο ή τρόπο αλκοολούχα ποτά τα οποία κρίθηκαν από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλή-ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. 118

ιδ)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) που παράγουν, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, ως και όποιοι κατέχουν διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, καθ’ οιανδήποτε τύπο ή τρόπο, προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) το οποίο κρίθηκε από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλές-ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. 119

4.

Σε περίπτωση υποτροπής τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυ­τού πρόστιμα πενταπλασιάζονται. Ως υποτροπή νοείται, η διάπραξη από τον ίδιο επιτηδευματία περισσοτέρων της μιας παραβάσεων του παρόντος νόμου εντός χρονικού διαστήματος δέκα (10) ετών από της βεβαιώσεως της πρώτης παραβάσεως. 120

5.

Ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί, ύστερα από εισή­γηση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης ή της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, να ανακαλεί τη χορηγηθείσα άδεια ασκήσεως επαγγέλματος για χρόνο όχι μεγαλύτερο του ενός (1) έτους, αν ο επιτη­δευματίας υποπέσει καθ' υποτροπή στις παραβάσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού και στο άρθρο 12 ή που τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.

6.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

Άρθρο 12. Ποινικές κυρώσεις

Επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών:

α)

Όποιοι παρασκευάζουν αιθυλική αλκοόλη και γενικά αλκοολούχα ποτά ή αποστάγματα χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με τη σχετική άδεια ή μετά τη λήξη αυτής.

β)

Όποιοι δεν δηλώνουν ή δηλώνουν ανακριβώς τις εισαγόμενες στο εργοστάσιό τους πρώτες ύλες για παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης γενικά.

γ)

Όποιοι παρασκευάζουν αιθυλική αλκοόλη ή αποστάγματα από μη επιτρεπόμενες πρώτες ύλες. Επίσης ό­ποιοι διαθέτουν ή χρησιμοποιούν για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών οποιαδήποτε άλλη αλκοόλη, εκτός α­πό την ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης.

δ)

Όποιοι χρησιμοποιούν μεθυλική αλκοόλη ή άλλη αλκοόλη ως υποκατάστατο της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, με εξαίρεση τη μετουσιωμένη συνθετική αιθυλική αλκοόλη και τη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προέλευσης, όπου από τη νομοθεσία επιτρέπεται η χρήση τους. 121

ε)

Όποιοι χρησιμοποιούν για την παρασκευή αλκοολού­χων ποτών και ζύθου κάθε είδους ύλες ακατάλληλες για κατανάλωση από άνθρωπο.

στ Όποιοι επιφέρουν μετατροπές ή αλλοιώσεις στους τοποθετημένους στα αποστακτικά μηχανήματα μετρητές ή άλλα μέσα μετρήσεως, καθώς και όποιοι παραβιάζουν ή αφαιρούν ή αλλοιώνουν ή απομιμούνται τις τοποθετημένες σφραγίδες στα αποστακτικά και λοιπά μηχανήματα, στους μετρητές, στους δειγματολήπτες και στα δοχεία συλλογής και αποθήκευσης των αποσταγματοποιών, των οινοπνευματοποιών Α΄ κατηγορίας, των οινοπνευματοποιών Β΄ κατηγορίας και των προς τούτους εξομοιουμένων επιτηδευματιών των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5. 122

ζ)

Οι οινοπνευματοποιοί Α΄ κατηγορίας οι οινοπνευματοποιοί Β΄ κατηγορίας και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι επιτηδευματίες των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 5, ως και οι αποσταγματοποιοί, οι οποίοι παρουσιάζουν αδικαιολόγητα έλλειμμα μεγαλύτερο από τις νόμιμες φύρες αποθήκευσης στις εισαγόμενες για κατεργασία στα εργοστάσιά τους πρώτες ύλες. 123

η)

Όποιοι χωρίς δικαίωμα χρησιμοποιούν για το χαρα­κτηρισμό την περιγραφή, την επισήμανση και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών και αποσταγμάτων, ανα­γνωρισμένες γεωγραφικές και κατά παράδοση επωνυμίες και ενδείξεις.

θ)

Όποιοι κατέχουν άμβικες ή αποστακτικά μηχανήματα ασφράγιστα και χωρίς άδεια κατοχής από την αρμόδια Αρχή εκτός αν αυτά προέρχονται από κληρονομιά.

ι)

Όποιοι εμφιαλώνουν και τυποποιούν προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) κατά παράβαση των διατάξεων της υποπαραγράφου γ' της παραγράφου Ε8 του άρθρου 7, καθώς και αυτοί που χρησιμοποιούν για την παρασκευή αλκοολούχων ποτών το εν λόγω προϊόν. 124

ια)

Όποιοι παράγουν, εισάγουν από τρίτες χώρες, παραλαμβάνουν από κράτος-μέλος της ΕΕ, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση καθ’ οιονδήποτε τύπο ή τρόπο αλκοολούχα ποτά τα οποία κρίθηκαν από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλή-επιβλαβή για την υγεία. 125

ιβ)

Οι μικροί αποσταγματοποιοί (διήμεροι) που παράγουν, κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, ως και όποιοι κατέχουν, διακινούν ή διαθέτουν στην κατανάλωση, καθ’ οιανδήποτε τύπο ή τρόπο, προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων) το οποίο κρίθηκε από το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ως μη ασφαλές-επιβλαβές για την υγεία. 126

Άρθρο 13. Κατάσχεση ­ Δήμευση ­ Απόδοση
1.

Στις περιπτώσεις των παραβάσεων, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 12, τα ανακαλυφθέντα όργανα και αντικείμενα με τα οποία συντελέσθηκε η παράβαση, δηλαδή τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται παράνομα, η παρανόμως παραληφθείσα, μεταφερόμενη, κατεχόμενη ή διατιθέμενη στην κατανάλωση αιθυλική αλκοόλη κάθε είδους ή αλκοολούχα ποτά και αποστάγματα, τα υλικά και κάθε αντικείμενο που έχει σχέση με τη διάπραξη της παράβασης, καθώς και τα κάθε είδους μεταφορικά μέσα, κατάσχονται από τα αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 10 όργανα και δημεύονται μετά από απόφαση του ποινικού δικαστηρίου προς όφελος του Δημοσίου.

2.

Εάν από τη χημική ανάλυση που διενεργείται στα ερ­γαστήρια του Γενικού Χημείου του Κράτους αποδειχθεί ότι η αιθυλική αλκοόλη κάθε είδους, τα αποστάγματα, τα αλκοολούχα ποτά και γενικότερα τα αλκοολούχα υγρά που έχουν κατασχεθεί είναι ακατάλληλα για κατανάλωση από άνθρωπο, αυτά καταστρέφονται με απόχυση, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Διεύ­θυνσης της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους. Η καταστροφή γίνεται υπό τον έλεγχο της αρ­μόδιας Χημικής και Τελωνειακής Αρχής. Αν το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο κρίνει ότι τα κατασχεθέντα είναι ακα­τάλληλα για κατανάλωση από άνθρωπο αλλά κατάλληλα για άλλες βιομηχανικές χρήσεις, οι οποίες πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς στη σχετική απόφασή του, αυτά διατίθενται αποκλειστικά σε εργοστάσια που δικαι­ούνται να τα χρησιμοποιούν και βιομηχανοποιούνται υπό τον έλεγχο της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας. Το προϊόν της διάθεσης αποτελεί δημόσιο έσοδο.

3.

Η κατάσχεση επιβάλλεται με την παρουσία ενός ενη­λίκου μάρτυρα, ελλείψει δε τοιούτου, η κατάσχεση γίνε­ται εγκύρως και χωρίς την παρουσία μάρτυρα.

4.

Αν το αντικείμενο ή το προϊόν το οποίο πρόκειται να κατασχεθεί βρίσκεται σε οικία, αποθήκη ή άλλο κλειστό χώρο, ο διενεργών την έρευνα υπάλληλος προσκαλεί τους ευρισκομένους εντός των χώρων αυτών να ανοίξουν, εάν δε αυτοί δεν συμμορφωθούν, τότε παραβιάζει την πόρτα και εισέρχεται με την παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής και επιβάλλει την κατάσχεση.

5.

Για την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους επιβλήθηκε η κατάσχεση, την περιγραφή του κατασχεθέντος πράγματος και υπογράφεται από τον συντάξαντα αυτήν υπάλληλο, τους παρευρεθέντες ενδιαφερομένους και το μάρτυρα.

6.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της παράβασης, ως και τα μεταφορικά μέσα με τα οποία διαπράχθηκε αυτή προσάγονται αμέσως από το δημόσιο υπάλληλο που ενήργησε την κατάσχεση στην Τελωνειακή Αρχή στην περιφέρεια της οποίας διαπράχθηκε η παράβαση, με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης. Η εν λόγω Υπηρεσία φροντίζει για την περαιτέρω φύλαξη ή εκποίησή τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα. Αν η μεταφορά των κατασχεθέντων είναι αδύνατη ή δυσχερής, σφραγίζονται από την αρμόδια Αρχή ή ορίζεται φύλακας ή μεσεγγυούχος. Ως μεσεγγυούχος είναι δυνατόν να ορισθεί και ο καθ' ου η κατάσχεση.

7.

Η έκθεση κατάσχεσης μαζί με όλο το αποδεικτικό υ­λικό που προέκυψε από την προκαταρκτική έρευνα και ανάκριση αποστέλλονται στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, συνοδευόμενη από αναφορά περί της αξιόποινης πράξης, που συντάσσεται από την αρμόδια Τελωνειακή ή Χημική Αρχή. Σε περίπτωση που η αναφορά περί της αξιόποινης πράξης συντάσσεται λόγω αρμοδιότητας από τη Χημική Αρχή, αντίγραφο αυτής διαβιβάζεται στην Τελωνειακή Αρχή που έχουν παραδοθεί τα κατασχεθέντα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών μπορεί, μετά από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται εντός 48 ωρών από της λήψεως από τον Εισαγγελέα της έκθεσης κατάσχεσης, να άρει την κατάσχεση, εάν αυτή ενεργήθηκε άκυρα ή παράνομα. Σε κάθε περίπτωση, ύστερα από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δύναται να διατάξει την απόδοση σε αυτόν με εγγύηση χρηματική, η οποία κατατίθεται νόμιμα και είναι ίση με την στο εσωτερικό αξία αυτών. Η εγγύηση επέχει θέση τιμήματος πώλησης των κατασχε­θέντων και υπόκειται σε δήμευση, σύμφωνα με την παρά­γραφο 1 του άρθρου αυτού.

8.

Κατασχεθέντα αντικείμενα για τα οποία απεφάνθη το αρμόδιο Δικαστήριο ότι πρέπει να αποδοθούν στον ιδιο­κτήτη τους, τα οποία όμως ο ιδιοκτήτης δεν φρόντισε να παραλάβει μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημέρα που του κοινοποιήθηκε με απόδειξη η σχετική απόφαση, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και παραγράφεται κάθε δικαίωμα του ιδιοκτήτη σε αυτά.

9.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα, σε περίπτωση δημεύσεώς τους, εκποιούνται με δημοπρασία από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.

Άρθρο 14. Διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων
1.

Η παράβαση βεβαιώνεται με πρωτόκολλο παράβασης, το οποίο συντάσσεται από υπάλληλο της αρμόδιας , κατά περίπτωση, για την επιβολή του προστίμου Τελωνειακής ή Χημικής Υπηρεσίας. 127

2.

Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων που προβλέπονται από το νόμο αυτόν είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής ή Χημικής Υπηρεσίας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας συντελέστηκε η παρά­βαση. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσής της, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής ή Χημικής Υπηρεσίας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής ή Χημικής Υπηρεσίας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη.

3.

Το πρόστιμο επιβάλλεται ύστερα από την έγγραφη α­πολογία του παραβάτη ή μετά την άπρακτη πάροδο της προς απολογία αυτού ταχθείσας προθεσμίας. Η κλήση του παραβάτη προς απολογία κοινοποιείται δια παντός δημοσίου οργάνου, προκειμένου μεν για πρόσωπα των οποίων είναι γνωστή η διαμονή, για πρόσωπα που εργάζονται σε πλοία, ως και για πλοιοκτήτες, σύμφωνα με τις διατάξεις περί επιδόσεως των άρθρων 47, 48, 50 έως και 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκειμένου δε για πρόσωπα αγνώστου διανομής ή για πρόσωπα που εργάζονται και διαμένουν στο εξωτερικό και είναι αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση της κλήσης στο κατάστημα της προσκαλούσας Αρχής με την παρουσία δύο (2) ενηλίκων μαρτύρων. Στην κλήση ορίζεται προθεσμία προς απολογία, η οποία αρχίζει από της επομένης της κοινοποιήσεως της κλήσεως και δεν μπορεί ούτε να είναι μικρότερη των δύο (2) ημερών ούτε να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Για κάθε παράβαση επιβάλλεται ιδιαίτερο πρό­στιμο με αιτιολογημένη πράξη.

4.

Η πράξη επιβολής του προστίμου κοινοποιείται σε εκείνους σε βάρος των οποίων εκδόθηκε, με οποιοδήποτε δημόσιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις περί επιδόσεως των άρθρων 47, 48, 50 έως και 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Αν, σύμφωνα με βεβαίωση της Αστυνομικής Αρχής, δεν είναι γνωστή η διαμονή αυτών είτε στο ε­σωτερικό είτε στο εξωτερικό, η κοινοποίηση γίνεται με δημοσίευση περίληψης της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Οι διατάξεις των άρθρων 161, 162 και 163 περί αστικής ευθύνης του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα εφαρμό­ζονται και για τις παραβάσεις του νόμου αυτού. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων σχετικά με την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων για την τέλεση της παράβασης, δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη.

6.

Οι διοικητικές παραβάσεις του νόμου αυτού παραγράφονται, εάν εντός τριετίας από την τέλεσή τους δεν κοινοποιηθεί στον ή στους υπαιτίους η καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας αρχής. Προκειμένου περί μη κανονικών δειγμάτων, κάθε είδους, αιθυλικής αλκοόλης, αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης, ως και αλκοολούχων ποτών, η τέλεση των κατά τα ανωτέρω διοικητικών παραβάσεων ανατρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία τα αποτελέσματα των οικείων χημικών εξετάσεων κατέστησαν οριστικά ή από της εκδόσεως της σχετικής γνωμοδοτήσεως του ΑΧΣ. 128

7.

Οι ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, επιβάλλονται αθροιστικά.

8.

Κατά της πράξης επιβολής του προστίμου επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ενώπιον των τακτικών δι­οικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώ­δικα Διοικητικής Δικονομίας. Σε άσκηση προσφυγής νομιμοποιείται εκείνος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η πράξη. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξεως επιβολής του προστίμου ως προς το ποσοστό τριά­ντα τοις εκατό (30%) του επιβληθέντος ποσού. Μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης το ποσοστό 30% που εισπράχθηκε, συμψηφίζεται ή επιστρέφεται ολικά ή μερικά, κατά περίπτωση. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί.

9.

Καθένας καταλογιζόμενος με πρόστιμο ή κηρυσσόμενος αστικώς συνυπεύθυνος υποβάλλει μόνος τη δική του προσφυγή. Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση προσφυγής καταλογισθέντος επωφελείται από την τυχόν εκδιδόμενη επιεικέστερη απόφαση και ο δι' αυτόν κηρυχθείς αστικώς συνυπεύθυνος, έστω και αν και δεν άσκησε ο ίδιος προσφυγή.

10.

Αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα προσφυγή, τα οφειλό­μενα πρόστιμα εισπράττονται αναγκαστικά, με νόμιμο τίτλο την πράξη της αρμόδιας Αρχής, σύμφωνα με τις δια­τάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

11.

Στις περιπτώσεις παραβάσεων, οι οποίες προβλέ­πονται και τιμωρούνται ποινικώς σύμφωνα με το άρθρο 12, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Αρχής, που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, υποβάλλει αμελλητί τη σχετική δικογραφία στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, για την άσκηση της ποινικής διώξεως.

Άρθρο 15. Μεταβατικές διατάξεις
1.

Τα βασιλικά διατάγματα, οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση διατάξεων άρθρων του νόμου 971 της 21/25 Οκτωβρίου 1917 «Περί φορολογίας του οινοπνεύματος» και ιδιαίτερα τα βασιλικά διατάγματα της 25.12.1917, 8.10.1935, 17.9.1936, 3.11.1950, καθώς και οι Α.Υ.Ο. 22801/4512/86, 18795/ 4531/88, 64360/ 11505/70, 8051/1917/75 και 3016915/ 2381/5.9.97 εξακο­λουθούν να ισχύουν μέχρι την αντικατάστασή τους.

2.

Οι παραβάσεις των διατάξεων των ανωτέρω νομοθε­τικών και κανονιστικών πράξεων τιμωρούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 16. Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: 1. Ο νόμος 971 της 21/25 Οκτωβρίου 1917 «Περί φορολογίας του οινοπνεύματος», όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 14/18 Φεβρουαρίου 1939, με εξαίρεση τις διατάξεις της παραγράφου ΣΤ' του άρθρου 28 και των εδαφίων γ' και ζ' της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος. 2. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που εκδόθηκε μετά το βασιλικό διάταγμα της 14/18 Φεβρουαρίου 1939, η οποία τροποποιεί ή συμπληρώνει το νόμο 971 της 21/25 Οκτωβρίου 1917 και έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 17. Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Ιανου­αρίου 2002.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 2001

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ

Φ. ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα,

14 Δεκεμβρίου 2001

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Φ. ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ