Άρθρο 1 Συντάξεις πολιτικών δημοσίων υπαλλήλωνκαι στρατιωτικών
Στο τέλος του άρθρου 9 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000, ΦΕΚ 153 Α') προστίθεται παράγραφος 16 ως εξής:
«16. α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουάριου 2008 ως συντάξιμος μισθός, με βάση τονοποίο κανονίζεται η σύντάξη, λάμβάνετάι υπόψη:
i. Γιά συνολική συντάξιμη υπηρεσίά, σύμφωνά με τις διάτάξεις του Κώδικά άυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, ο οριζόμενος άπό τις διάτάξεις των πάράγράφων 1-15 του άρθρου άυτού.
ii. Γιά συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνά με τις διάτάξεις του Κώδικά άυτού, η οποία διάνύετάι άπό 1ης Ιάνουάρίου 2008 κάι μετά, ποσοστό του πηλίκου της διάι- ρέσεως του συνόλου των μηνιάίων άσφάλιστέων άποδο- χών, που έλάβε ο υπάλληλος κάτά τά πέντε τελευτάίά έτη που προηγούντάι της ημερομηνίας κάτά την οποία άπο- χωρεί της υπηρεσίάς, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων άποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων κάι Πάσχά κάι του επιδόμάτος άδειας, διά του άριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο υπάλληλος εντός της χρονικής αυτής περιόδου.
Αν ο υπάλληλος στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσδιορισμό των μηνιαίων άσφάλιστέων αποδοχών συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών υπηρεσίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών.
Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ουπάλληλος κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υπηρεσία.
Ειδικά για τους υπαλλήλους που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουάριου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, για τον προσδιορισμό των συνολικών αποδοχών, θα λαμ- βάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων άσφάλιστέων αποδοχών που έλαβε ο υπάλληλος από 1ης Ιανουάριου 2008 και μέχρι τηναποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδει'ας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο.
β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένααπό τα επόμενα έτη αποχώρησης του υπαλλήλου και καταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά.
γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο τωναποδοχών του υπαλλήλου, οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.»
Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 15 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων καταρ- γούνται και η ακολουθούσα παράγραφος 11 αναριθμείται και λαμβάνει αριθμό 10.
Στο τέλος του άρθρου 15 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής:
«12. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων τωνυποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α' της παραγράφου 16 του άρθρου 9 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση.
β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 9, όπου συντρέχει περίπτωση.»
Στο τέλος του άρθρου 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων προστίθεται παράγραφος 18 ως εξής:
«1 8. α. Για άσους αποχωρούν απά την υπηρεσία απά 1ης Ιανουάριου 2008, ως συντάξιμος μισθάς με βάση τον οποίο κάνονίζετάι η σύντάξη, λάμβάνετάι υπάψη:
i. Γιά συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνά με τις διάτάξεις του Κώδικά άυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, 0 οριζάμενος άπά τις διάτάξεις των πάράγράφων 1-17 του άρθρου άυτού.
ii. Γιά συνολική συντάξιμη υπηρεσίά, σύμφωνά με τις διάτάξεις του Κώδικά άυτού, η οποία διάνύετάι άπά 1ης Ιάνουάρίου 2008 κάι μετά, ποσοστά του πηλίκου της διάι- ρέσεως του συνάλου των μηνιάίων άσφάλιστέων άποδοχών, που έλάβε ο στράτιωτικάς κάτά τά πέντε τελευτάίάέτη που προηγούντάι της ημερομηνίας κάτά την οποίά ά- ποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμά των τρίμηνων άποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων κάι Πάσχά κάι του επιδάμάτος άδείάς, διά του άριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πράγμάτοποιήσει ο στράτιωτικάς εντάς της χρονικής άυτής περιάδου.
Αν Ο στράτιωτικάς στην ίδιά χρονική περίοδο δεν έχει σάράντά (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, γιά τον προσ- διορισμά των μηνιαίων άσφάλιστέων αποδοχών, συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών εργασίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιάδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών.
Για τον προσδιορισμά των παραπάνω συνολικών αποδοχών, λαμβάνονται υπάψη οι αποδοχές που έλαβε ο στράτιωτικάς κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από τηνυπηρεσία.
Ειδικά για τους στρατιωτικούς που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιάνουάρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, λάμβάνετάι υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων άσφάλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός από 1ης Ιάνουάρίου 2008 και μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδει'ας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο.
β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένααπό τα επόμενα έτη αποχώρησης του στρατιωτικού και καταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά.
γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο τωναποδοχών του στρατιωτικού οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.»
Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 42 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίστανται ως εξής:
«7. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α' της παραγράφου
18 του άρθρου 34 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση.
β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 34, όπου συντρέχει περίπτωση.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 56 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων αντικαθίσταται ως εξής:
«2. α. Η καταβολή της σύνταξης των πολιτικών υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω παραίτησης ή για άλλους λόγους πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιο- δότησης, αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής. Μετά τη λήξη της αναστολής αρχίζει η καταβολή της σύνταξης, αναπροσαρμοσμένης με όλες τις αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί, μέχρι την έναρξη καταβολής της.
β. Από 1ης Ιάνουάρίου 2003 η σύνταξη των γυναικών, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουα- ρι'ου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου (55ου) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά το 1/267 του ποσού αυτής, για κάθε μήνα που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της, μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδό- τησης.
Από 1ης Ιάνουάρίου 2003, η σύνταξη των ανδρών υπαλλήλων, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιάνουάρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά 1/267 του ποσού αυτής για κάθε μήνα, πουυπολείπεται από την έναρξη καταβολής της και μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης.
γ. Για όσους έχουν προσληφθεί μετά την 1η Ιάνουάρίου 1983 και συμπληρώνουν τριακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλεται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού όγδοου (58ου)έτους της ηλικίας τους.
δ. Στην κατά την προηγούμενη περίπτωση τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία περιλαμβάνεται και ο χρόνος που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος με τις διατάξεις του ν.δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α') και του Ν.1405/1983 (ΦΕΚ 180 Α'), όπως αυτές ισχύουν, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα ή πεντηκοστά.
ε. Για όσους έχουν προσληφθεί από την 1η Ιάνουάρίου 1983 και μετά και συμπληρώνουν τριακονταεπταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλεται ολόκληρη, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»
Στο τέλος του άρθρου 3 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:
«7. Για όσους έχουν προσληφθεί από την 1.1.1993 και μετά και συμπληρώνουν τριακονταεπταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλεται ολόκληρη ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»
Οι παράγραφοι 2 των άρθρων 5 και 9 του Ν. 2084/ 1992 (ΦΕΚ 165 Α') αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε ποσοστό 2% του κατά την προηγούμενη παράγραφο μηνιαίου ασφαλιστέ- ου μισθού, για κάθε έτος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') αντικαθίσταται ως εξής:
«1. To ποσό της σύνταξης, που χορηγείται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού στους από ίδιο δικαίωμα συνταξιούχους, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το πενήντα τοις εκατό του βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολο- γικού κλιμακίου των υπαλλήλων υποχρεωτικής εκπαίδευσης (ΥΕ), όπως αυτό ισχύει κάθε φορά.»
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Μειωμένη επίσης σύνταξη δικαιούνται από 1ης Ιανουάριου 2003 κάι οι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίάς τους κάι πράγμάτικής συντάξιμης υπηρεσίας τριάντάπέντε πλήρων ετών. Η μείωση συνί- στάτάι στο 1/267 του ποσού άυτής, γιά κάθε μήνά που υ- πολείπετάι άπό την ένάρξη κάτάβολής της μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους.»
To δεύτερο εδάφιο της πάράγράφου 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') άντικάθίστάτάι ως εξής: «Η σύντάξη όμως άυτή άρχίζει νά κάτάβάλλετάι μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους προκειμένου γιά γυνάίκες κάι του 65ου προκειμένου γιά άνδρες.»
Οι διάτάξεις του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α'), όπου συντρέχει περίπτωση κάι δεν έρχοντάι σε άντίθεση με τις διάτάξεις του νόμου άυτού, εξάκολουθούν νά ισχύουν.
Στο τέλος του άρθρου 59 του Κώδικά Πολιτικών κάι Στράτιωτικών Συντάξεων προστίθετάι πάράγράφος 11 ως εξής:
«11. Από 1ης Ιάνουάρίου 2003, ποσό εκάτόν εβδομήντά έξι (176) ευρώ άπό τά επιδόμάτά των πολιτικών δημοσίων υπάλλήλων των άρθρων 8 κάι 13 του Ν. 2470/ 1997 (ΦΕΚ 40 Α') κάι του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α'), υπόκειτάι σε όλες τις άσφάλιστικές εισφορές κάι λάμβάνετάι υπόψη, στη βάση υπολογισμού της σύντάξης τωνεφεξής εξερχομένων άπό την υπηρεσίά, κάτά τά 7/35 του ποσοστού άνάπλήρωσης της σύντάξης (80%), γιά κάθεέτος που έχουν κάτάβληθεί οι εισφορές.
Οι διάτάξεις της πάράγράφου άυτής έχουν άνάλογη ε- φάρμογή κάι γιά τά επιδόμάτά που κάτάβάλλοντάι με τις άποδοχές των λοιπών κάτηγοριών υπάλλήλων κάι λειτουργών του Δημοσίου, κάθώς κάι των στράτιωτικών πλην των περιπτώσεων που ισχύουν ήδη ευνοϊκότερες ρυθμίσεις ως προς το ύψος του άνωτέρω ποσού.»
Όπου συντρέχει περίπτωση κάι δεν ορίζετάι διάφο- ρετικά στις επί μέρους διάτάξεις, οι διάτάξεις του άρθρου άυτού εφάρμόζοντάι άνάλόγως κάι γιά τους υπάλλήλους των Ο.Τ.Α. κάι των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέποντάι άπό τοίδιο με τους δημοσίους υπάλλήλους συντάξιοδοτικό κά- θεστώς, είτε οι συντάξεις τους βάρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, κάθώς κάι γιά το προσωπικό του Οργάνισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος κάι των υπάλλήλων των άσφάλιστικών τάμείων του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων, που διέποντάι άπό το κάθεστώς του Ν. Δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α').
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥΣΣΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ