Νόμος 4170/2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4170

(ΦΕΚ Α' 163/12-07-2013)

Ενσωμάτωση της Oδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της ΕΛ.Τ.Ε., αναμόρφωση Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1. Σκοπός

Με τα άρθρα 1 έως και 25 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της υπ΄ αριθ. 2011/16/ΕΕ Οδηγίας του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του Ν. 1914/1990 (A΄ 178 ), όπως ισχύει.

Άρθρο 2. Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Με τα άρθρα 1 έως και 25 ορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες βάσει των οποίων οι ελληνικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές των κρατών μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών, όσον αφορά τους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3, τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και άλλους έμμεσους φόρους. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α' 86) (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, οι πληροφορίες του πρώτου εδαφίου μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες εκκινούν κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας και ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες. 1

2.

Τα άρθρα 2 έως και 24 δεν θίγουν την εφαρμογή των διατάξεων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των ελληνικών αρχών και των αρχών των κρατών-μελών. Επίσης, δεν θίγουν την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Άρθρο 3. Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν σε όλους τους φόρους κάθε τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος-μέλος εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και στους δασμούς, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών-μελών. Τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται, επίσης, όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή προς άλλο κράτος-μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.

3.

Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές·

β)

οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

4.

Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν για φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίοι εισπράττονται σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι Συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 4. Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 νοούνται ως:

1.

«αρμόδια αρχή» κράτους-μέλους: η αρχή η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν από το κράτος-μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως και 24:

-

η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης,

-

ένα τμήμα διασύνδεσης ή

-

ένας αρμόδιος υπάλληλος,

όπως ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται επίσης, ως αρμόδιες αρχές κατ΄ ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 5.

2.

«κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης»: η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη-μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας

3.

«τμήμα διασύνδεσης»: οποιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών

4.

«αρμόδιος υπάλληλος»: οποιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί

5.

«αιτούσα αρχή» ή «αποστέλλουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους-μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής ή κοινοποιεί με την αυτόματη ανταλλαγή της παραγράφου 9, πληροφορίες σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος αντιστοίχως. 2

6.

«λαμβάνουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους-μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής ή λαμβάνει πληροφορίες με αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών. 3

7.

«διοικητική έρευνα»: κάθε έλεγχος, εξακρίβωση και ενέργεια που πραγματοποιούν τα κράτη-μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας

8.

«ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος»: η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος-μέλος προς το λαμβάνον κράτος-μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση

9.

«αυτόματη ανταλλαγή»: 4

α)

για τους σκοπούς της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 9 και των άρθρων 9Α, 9ΑΑ, 9ΑΒ και 9ΑΓ, η συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα. Για τους σκοπούς της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 9, ως διαθέσιμες πληροφορίες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών του εν λόγω κράτους μέλους· 5

β)

για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών μελών στο οικείο κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενο αίτημα και ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα· 6

γ)

για τους σκοπούς του παρόντος, πλην των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9 και των άρθρων 9Α, 9ΑΑ, 9ΑΒ και 9ΑΓ, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών των περ. α) και β). Στο πλαίσιο της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9, της παρ. 5 του άρθρου 9, της παρ. 2 του άρθρου 21, και του Παραρτήματος IV, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα Ι. 7

Στο πλαίσιο των παρ. 2 και 3 του άρθρου 24, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα I ή στο Παράρτημα V. Στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΑ και του Παραρτήματος ΙΙΙ, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Στο πλαίσιο του άρθρου 9ΑΓ και του Παραρτήματος V, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα V. 8

10.

«αυθόρμητη ανταλλαγή»: η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος-μέλος

11.

«πρόσωπο»:

α)

φυσικό πρόσωπο·

β)

νομικό πρόσωπο, ή

γ)

εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου·

δ)

κάθε άλλο νομικό μόρφωμα οποιουδήποτε χαρακτήρα και μορφής, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει την κυριότητα ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από τα άρθρα 1 έως και 25

12.

«με ηλεκτρονικά μέσα» ή «ηλεκτρονικά»: η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων

13.

«δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

14.

«εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση»: κάθε συμφωνία, κοινοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, που πληροί τους ακόλουθους όρους: 9

α)

εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της φορολογικής αρχής κράτους μέλους ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως αν χρησιμοποιείται πράγματι, 10

β)

εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί, 11

γ)

αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή νομοθετικής ή διοικητικής διάταξης σχετικά με τη διαχείριση ή επιβολή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τους φόρους του κράτους μέλους ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης,

δ)

αφορά διασυνοριακή συναλλαγή ή το ερώτημα εάν οι δραστηριότητες που ασκούνται από πρόσωπο σε άλλη δικαιοδοσία δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση, και 12

ε)

εκδίδεται πριν από τις συναλλαγές ή τις δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση ή πριν από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν η συναλλαγή ή η σειρά συναλλαγών ή οι δραστηριότητες. 13

Η διασυνοριακή συναλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτές την πραγματοποίηση επενδύσεων, την παροχή αγαθών, υπηρεσιών, τη χρηματοδότηση ή τη χρησιμοποίηση υλικών ή άυλων περιουσιακών στοιχείων και δεν εμπλέκει κατ' ανάγκην άμεσα το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση. 14

15.

«εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης»: κάθε συμφωνία, κοινοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, που πληροί τους ακόλουθους όρους: 15

α)

εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της φορολογικής αρχής ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, καθώς και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως αν χρησιμοποιείται πράγματι, 16

β)

εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί, και 17

γ)

καθορίζει πριν από τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, ένα σύνολο κατάλληλων κριτηρίων για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης των εν λόγω συναλλαγών ή καθορίζει την κατανομή των κερδών σε μια μόνιμη εγκατάσταση. 18

Οι επιχειρήσεις θεωρούνται συνδεδεμένες, όταν μια από αυτές συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο της άλλης ή όταν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο των επιχειρήσεων. 19

Οι τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών είναι εκείνες με τις οποίες μια επιχείρηση μεταβιβάζει υλικά αγαθά και άυλα περιουσιακά στοιχεία ή παρέχει υπηρεσίες σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις. Ο όρος «ενδοομιλική τιμολόγηση» πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τα ανωτέρω. 20

16.

α. Για τους σκοπούς της παρ. 14, ως «διασυνοριακή συναλλαγή» νοείται μια συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών όταν: 21

αα)

τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών δεν έχουν όλα τη φορολογική κατοικία τους στο κράτος μέλος που εκδίδει, τροποποιεί ή ανανεώνει την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση· 22

ββ)

ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών έχει τη φορολογική κατοικία του ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες ή 23

γγ)

ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών ασκεί τις δραστηριότητές του σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης και η συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της μόνιμης εγκατάστασης. Μια διασυνοριακή συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών περιλαμβάνει, επίσης, μέτρα που λαμβάνονται από ένα πρόσωπο όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία τις οποίες το πρόσωπο αυτό ασκεί μέσω μόνιμης εγκατάστασης, ή 24

δδ)

έχει διασυνοριακές επιπτώσεις. 25

β. Για τους σκοπούς της παρ. 15, ως «διασυνοριακή συναλλαγή» νοείται μια συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών στην οποία συμμετέχουν συνδεδεμένες επιχειρήσεις που δεν έχουν όλες τη φορολογική κατοικία τους στο έδαφος μιας μοναδικής δικαιοδοσίας ή όταν η συναλλαγή ή η σειρά συναλλαγών έχει διασυνοριακές επιπτώσεις. 26

17.

Για τους σκοπούς των παρ. 15 και 16, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε μορφή άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. 27

18.

«διασυνοριακή ρύθμιση»: ρύθμιση που αφορά είτε περισσότερα από ένα κράτη μέλη είτε ένα κράτος μέλος και μια τρίτη χώρα, η οποία πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 28

α)

οι συμμετέχοντες στη ρύθμιση δεν έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην ίδια δικαιοδοσία, 29

β)

ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη ρύθμιση έχουν τη φορολογική κατοικία τους ταυτόχρονα σε περισσότερες από μια δικαιοδοσίες, 30

γ)

ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε εκείνη τη δικαιοδοσία και η ρύθμιση αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης, 31

δ)

ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία, χωρίς να διαθέτουν φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην εν λόγω δικαιοδοσία, 32

ε)

η σχετική ρύθμιση έχει πιθανό αντίκτυπο στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ή στον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου. 33

Για τους σκοπούς των παρ. 18 έως 25 του παρόντος άρθρου, του άρθρου 9ΑΒ και του Παραρτήματος IV, ως ρύθμιση νοείται επίσης και μια σειρά ρυθμίσεων. Μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη. 34

19.

«δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση»: κάθε διασυνοριακή ρύθμιση που διαθέτει τουλάχιστον ένα από τα διακριτικά του Παραρτήματος IV. 35

20.

«διακριτικό»: χαρακτηριστικό ή γνώρισμα μιας ρύθμισης το οποίο συνιστά ένδειξη δυνητικού κινδύνου φοροαποφυγής, με βάση τον κατάλογο του Παραρτήματος IV. 36

21.

«ενδιάμεσος»: κάθε πρόσωπο που καταρτίζει, διαθέτει στην αγορά, οργανώνει ή διαχειρίζεται την εφαρμογή μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης. 37

Ως «ενδιάμεσος» νοείται επίσης, κάθε πρόσωπο το οποίο, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και της συναφούς εμπειρογνωμοσύνης και αντίληψης που απαιτούνται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι γνωρίζει, ότι έχει αναλάβει να παρέχει, απευθείας ή μέσω άλλων προσώπων, βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με την κατάρτιση, τη διάθεση στην αγορά, την οργάνωση ή τη διαχείριση της εφαρμογής μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης. Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να παράσχει αποδείξεις περί του ότι το προαναφερόμενο πρόσωπο δεν γνώριζε και δεν θα ήταν εύλογο να υποτεθεί ότι γνώριζε, ότι το εν λόγω πρόσωπο συμμετείχε σε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Για τον σκοπό αυτόν, ένα πρόσωπο μπορεί να παραπέμψει σε κάθε σχετικό γεγονός και περίσταση, καθώς και στις διαθέσιμες πληροφορίες και τη συναφή εμπειρογνωμοσύνη και αντίληψη του προσώπου. 38

Για να εμπίπτει στην κατηγορία του ενδιαμέσου, ένα πρόσωπο πρέπει να πληροί επιπροσθέτως τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 39

α)

να έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, 40

β)

να διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος-μέλος μέσω της οποίας να παρέχονται οι υπηρεσίες που άπτονται της ρύθμισης, 41

γ)

να έχει συσταθεί σε κράτος μέλος ή να διέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, 42

δ)

να έχει εγγραφεί σε επαγγελματική ένωση που σχετίζεται με την παροχή νομικών, φορολογικών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε ένα κράτος-μέλος. 43

22.

«ενδιαφερόμενο πρόσωπο»: κάθε πρόσωπο στη διάθεση του οποίου τίθεται δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση προς εφαρμογή, ή το οποίο είναι έτοιμο να εφαρμόσει δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση ή έχει ήδη εφαρμόσει το πρώτο στάδιο τέτοιας ρύθμισης. 44

23.

Για τους σκοπούς του άρθρου 9ΑΒ, ως «συνδεδεμένη επιχείρηση» νοείται κάθε πρόσωπο που έχει σχέσεις με άλλο πρόσωπο με τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους τρόπους: 45

α)

το πρόσωπο συμμετέχει στη διαχείριση άλλου προσώπου, έχοντας τη δυνατότητα να ασκεί σημαντική επιρροή στο άλλο πρόσωπο, 46

β)

το πρόσωπο συμμετέχει στον έλεγχο άλλου προσώπου, μέσω συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο που αντιστοιχεί σε άνω του 25% των δικαιωμάτων ψήφου, 47

γ)

το πρόσωπο συμμετέχει στο κεφάλαιο άλλου προσώπου, μέσω δικαιώματος κυριότητας το οποίο υπερβαίνει, άμεσα ή έμμεσα, το 25% του κεφαλαίου, 48

δ)

το πρόσωπο δικαιούται 25% ή περισσότερο των κερδών άλλου προσώπου.

Αν συμμετέχουν περισσότερα του ενός πρόσωπα, όπως αναφέρεται στις περ. α) έως δ), στη διαχείριση, στον έλεγχο, στο κεφάλαιο ή στα κέρδη ενός και του αυτού προσώπου, όλα τα εν λόγω πρόσωπα λογίζονται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις. 49

Αν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν, όπως αναφέρεται στις περ. α) έως δ), στη διαχείριση, στον έλεγχο, στο κεφάλαιο ή στα κέρδη περισσότερων του ενός προσώπων, όλα τα εν λόγω πρόσωπα λογίζονται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις. 50

Για τους σκοπούς της παρούσας, ένα πρόσωπο το οποίο ενεργεί από κοινού με άλλο πρόσωπο ως προς τα δικαιώματα ψήφου ή την κυριότητα του μετοχικού κεφαλαίου μιας οντότητας θεωρείται ότι διατηρεί συμμετοχή στο σύνολο των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω οντότητας που κατέχει το άλλο πρόσωπο. 51

Στις έμμεσες συμμετοχές, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της περ. γ) κρίνεται με πολλαπλασιασμό των κατεχόμενων ποσοστών στα διαδοχικά επίπεδα. Πρόσωπο που κατέχει άνω του 50% των δικαιωμάτων ψήφου λογίζεται ως κάτοχος σε ποσοστό 100%. 52

Ένα φυσικό πρόσωπο, ο/η σύζυγός του και οι άμεσοι ανιόντες ή κατιόντες αυτού λογίζονται ως ένα πρόσωπο. 53

24.

«ρύθμιση γενικής χρήσης»: διασυνοριακή ρύθμιση, η οποία έχει καταρτιστεί, έχει διατεθεί στην αγορά, είναι έτοιμη για εφαρμογή ή καθίσταται διαθέσιμη προς εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται ουσιαστική εξατομίκευσή της. 54

25.

«ρύθμιση ειδικού τύπου»: οποιαδήποτε διασυνοριακή ρύθμιση η οποία δεν είναι ρύθμιση γενικής χρήσης. 55

26.

«κοινός έλεγχος»: διοικητική έρευνα που διενεργείται από κοινού από τις αρμόδιες αρχές δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και συνδέεται με ένα ή περισσότερα πρόσωπα που παρουσιάζουν κοινό ή συμπληρωματικό ενδιαφέρον για τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών. 56

27.

«παραβίαση δεδομένων»: η παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε καταστροφή, απώλεια, μεταβολή ή οποιοδήποτε συμβάν ακατάλληλης ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, γνωστοποίησης ή χρήσης πληροφοριών, ιδίως η διαβίβαση, αποθήκευση ή άλλου είδους επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ως αποτέλεσμα σκόπιμων παράνομων πράξεων, αμέλειας ή ατυχήματος. Η παραβίαση δεδομένων μπορεί να αφορά την εμπιστευτικότητα, τη διαθεσιμότητα και την ακεραιότητα των δεδομένων. 57

Άρθρο 5. Οργάνωση (άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Ως «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζεται η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για κάθε σχετική μεταβολή.

2.

Ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης», κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2, ορίζεται το Τμήμα Γ΄ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργεί:

α)

ως « αιτούσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 5, που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, και

β)

ως «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 6, που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών-μελών σχετικά με τον ορισμό της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.

3.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών συνεργάζεται με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25.

4.

Ως «τμήματα διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 ορίζονται: 58

α)

η Διεύθυνση Ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και 59

β)

η Διεύθυνση Στρατηγικής Τελωνειακών Ελέγχων και Παραβάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. 60

Τα ανωτέρω α' και β' τμήματα διασύνδεσης ενεργούν ως «αιτούσα αρχή» και ως «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφοι 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση, για το σκοπό της εφαρμογής της διοικητικής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 12 και 13. 61

5.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να ορίζεται τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης, εκτός των αναφερομένων στην παράγραφο 4. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών με ευθύνη της ενημερώνει τον κατάλογο των τμημάτων διασύνδεσης και τον διαθέτει στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών-μελών και στην Επιτροπή. 62

6.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης αποστέλλει ή λαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.

7.

Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης λαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται διοικητικές ενέργειες εκτός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

8.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ενεργούν ως αρμόδιες αρχές κατ΄ ανάθεση.

9.

Όπου στο Μέρος Πρώτο του ν. 4170/2013 (Α' 163) αναφέρονται οι υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών νοούνται ως αρμόδια αρχή ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ως κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ή τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης οι υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4389/2016 (Α' 94). Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., μπορεί να ορίζεται κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ή τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης εκτός των αναφερομένων στις παρ. 2 και 4. 63

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α΄ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 6. Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος (άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οποιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, που διαθέτει ή αποκτά κατόπιν ελέγχων ή άλλων διοικητικών ενεργειών.

2.

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται να αποστείλει αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών στη λαμβάνουσα αρχή κράτους-μέλους, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

Άρθρο 6A. Εύλογη συνάφεια 64
1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6. 65

2.

Προκειμένου να αποδειχθεί η εύλογη συνάφεια των ζητούμενων πληροφοριών, η αιτούσα ελληνική αρχή παρέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες στη λαμβάνουσα αρχή κράτους μέλους και η λαμβάνουσα ελληνική αρχή αξιώνει τις πληροφορίες αυτές στην περίπτωση που δέχεται αίτημα από αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέρους: 66

α)

τους φορολογικούς σκοπούς για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες, και 67

β)

διευκρίνιση των πληροφοριών που απαιτούνται για την εφαρμογή ή την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας, όταν η αίτηση προέρχεται από ελληνική αρχή, ή της εθνικής νομοθεσίας του έτερου κράτους μέλους, από το οποίο προέρχεται το αίτημα. 68

3.

Όταν αίτημα του άρθρου 6 αφορά ομάδα φορολογουμένων που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν ατομικά, η ελληνική αιτούσα αρχή παρέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες στη λαμβάνουσα αρχή κράτους μέλους και η λαμβάνουσα ελληνική αρχή αξιώνει τις πληροφορίες αυτές αν δέχεται αίτημα από αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους: 69

α)

λεπτομερή περιγραφή της ομάδας, 70

β)

επεξήγηση του εφαρμοστέου δικαίου και των πραγματικών περιστατικών, στη βάση των οποίων εικάζεται ότι οι φορολογούμενοι της ομάδας δεν έχουν συμμορφωθεί με αυτό, 71

γ)

επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι ζητούμενες πληροφορίες θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό της συμμόρφωσης των φορολογουμένων της ομάδας, και 72

δ)

κατά περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που σχετίζονται με τη συμμετοχή τρίτου μέρους που συνέβαλε ενεργά στην πιθανή μη συμμόρφωση των φορολογουμένων της ομάδας με το εφαρμοστέο δίκαιο. 73

Άρθρο 7. Διοικητικές έρευνες (άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.

2.

Το αίτημα του άρθρου 6 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένα τη διενέργεια διοικητικής έρευνας. Αν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια διοικητικής έρευνας, το αιτιολογεί αμέσως στην αιτούσα αρχή κράτους μέλους. 74

3.

Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει τον αιτούμενο έλεγχο ή τις άλλες διοικητικές ενέργειες, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες, όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στην Ελλάδα.

4.

Σε περίπτωση αιτιολογημένου ρητού αιτήματος από την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στην κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 8. Προθεσμίες (άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει τις πληροφορίες του άρθρου 6 το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή κράτους μέλους αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος για τους λόγους της καθυστερημένης απάντησης και για την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει. Η προθεσμία δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Ωστόσο, όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαθέτει ήδη τις πληροφορίες αυτές, οι πληροφορίες διαβιβάζονται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία αυτή. 75

2.

Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή και η αιτούσα αρχή κράτους μέλους δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παρ. 1. 76

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή κράτους−μέλους την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνει χώρα, ει δυνατόν, με ηλεκτρονικά μέσα. 77

4.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή κράτους μέλους τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παρ. 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, τις οποίες ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή. 78

5.

(…) 79

6.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών και σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 9. Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

α. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή, όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με άτομα που κατοικούν στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος, όσον αφορά τις ακόλουθες συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην ελληνική νομοθεσία: 80

α)

εισόδημα από απασχόληση· 81

β)

αμοιβές διευθυντών· 82

γ)

προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα· 83

δ)

συντάξεις· 84

ε)

ακίνητη περιουσία και εισόδημα από ακίνητη περιουσία· 85

στ)

άλλης φύσεως οικονομικές αξιώσεις και δικαιώματα. 86

Για φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1 η Ιανουαρίου 2024, η Ελλάδα επιδιώκει να συμπεριλάβει τον αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) των κατοίκων που έχει εκδοθεί από το κράτος μέλος κατοικίας στην κοινοποίηση των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου. 87

β)

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους-μέλους και λαμβάνει από την αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους-μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 περίπτωση β' του παρόντος άρθρου, τις πληροφορίες του επόμενου εδαφίου σχετικά με τις φορολογικά έτη από την 1η Ιανουαρίου 2016 και εξής όσον αφορά έναν Δηλωτέο Λογαριασμό. Τα Δηλούντα Ελληνικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά ένα Δηλωτέο Λογαριασμό με βάση τους εφαρμοστέους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που περιέχονται στα Παραρτήματα I και ΙΙ, και να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και σύμφωνη εφαρμογή αυτών των κανόνων με βάση το Τμήμα ΙΧ του Παραρτήματος Ι: 88

α)

(αα) στην περίπτωση κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και το οποίο είναι φυσικό πρόσωπο: 89

(i) το όνομα, 90

(ii) τη διεύθυνση, 91

(iii) το/τα κράτος/η μέλος/η κατοικίας, 92

(iv) τον/τους ΑΦΜ,(v) την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του παραπάνω φυσικού προσώπου. 93

(ββ) στην περίπτωση κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και είναι οντότητα: 94

(i) την επωνυμία, 95

(ii) τη διεύθυνση, 96

(iii) το/τα κράτος/η μέλος/η κατοικίας, 97

(iv) τον/τους ΑΦΜ της παραπάνω οντότητας και 98

(vi) όπου ο Δικαιούχος Λογαριασμού, κατόπιν εφαρμογής κανόνων δέουσας επιμέλειας σύμφωνων προς τα Παραρτήματα, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα και τις ακόλουθες πληροφορίες: 99

(i) το όνομα, 100

(ii) τη διεύθυνση, 101

(iii) το/τα κράτος/η μέλος/η κατοικίας και, εάν υπάρχει, άλλη/ες δικαιοδοσία/ες κατοικίας, 102

(iv) τον/τους ΑΦΜ, (v) την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε τέτοιου Δηλωτέου Προσώπου, 103

β)

τον αριθμό λογαριασμού ή το λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού, 104

γ)

την επωνυμία και τον αριθμό ταυτοποίησης, εάν υπάρχει, του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, 105

δ)

το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή του Συμβολαίου Προσόδων, της αξίας εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου, στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους· ε) σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής: 106

i)

το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό ή σε σχέση με το λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και 107

ii)

τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Δικαιούχου Λογαριασμού, 108

στ)

στην περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και

ζ)

σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στα στοιχεία ε' ή στ', το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους. 109

Για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο ή στα Παραρτήματα, το ποσό και ο χαρακτηρισμός των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με Δηλωτέο Λογαριασμό καθορίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας.Σε περίπτωση που η ανταλλαγή πληροφοριών για Δηλωτέο Λογαριασμό εμπίπτει και στα δύο πρώτα εδάφια της παρούσας παραγράφου και στην παράγραφο 1 περίπτωση α' στοιχείο γ' ή κάθε άλλης ενωσιακής νομικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ, όπως έχει ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη με τις διατάξεις του δεύτερου Κεφαλαίου του ν. 3312/2005 (Α' 35) και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις, εφαρμόζονται τα δύο πρώτα εδάφια της παρούσας παραγράφου. 110

2.

Η κοινοποίηση πληροφοριών πραγματοποιείται ως ακολούθως: 111

α)

όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στην παράγραφο 1 περίπτωση α' , κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες· 112

β)

όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στην παράγραφο 1 περίπτωση β' , κοινοποιούνται ετησίως, εντός εννέα μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους που αφορούν οι πληροφορίες. Κατ’ εξαίρεση, η κοινοποίηση πληροφοριών που αφορούν το ημερολογιακό έτος 2019 είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη του έτους αυτού. 113

3.

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 περίπτωση α'. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 περίπτωση α'. 114

4.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1, μπορεί να δηλώνει στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους-μέλους ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει πληροφορίες για μία ή μερικές από τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περίπτωση α' και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. 115

5.

α) (…) 116

β)

Για τους σκοπούς του Τμήματος VIII Ενότητα B' παράγραφος 1 στοιχείο γ' και Ενότητα Γ' παράγραφος 17 στοιχείο ζ' του Παραρτήματος I, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, διαβιβάζει στην Επιτροπή έως την 31η Ιουλίου 2015 τον κατάλογο οντοτήτων και λογαριασμών που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως Μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί, αντιστοίχως και ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή αυτών των στοιχείων προκειμένου να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Επιτροπή ο κατάλογος ως καταρτίζεται βάσει των ληφθεισών πληροφοριών. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος του προηγούμενου εδαφίου και ορίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα είδη των Μη Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων και των Εξαιρούμενων Λογαριασμών πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στο Τμήμα VIII Ενότητα B' παράγραφος 1 στοιχείο γ' και Ενότητα Γ' παράγραφος 17 στοιχείο ζ' του Παραρτήματος I και ιδιαίτερα ότι το καθεστώς ενός Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ως Μη Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή το καθεστώς ενός λογαριασμού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν παρακωλύει την επίτευξη των σκοπών του παρόντος νόμου. Με όμοια απόφαση εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος για τις «Συμμετέχουσες Δικαιοδοσίες» έναντι της Ελλάδας σύμφωνα με το Τμήμα VIII Ενότητα Δ' παράγραφος 4 του Παραρτήματος Ι. 117

6.

Σε περίπτωση που η Ελλάδα συμφωνήσει για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει με άλλα κράτη-μέλη, κοινοποιεί τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή.

7.

α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζονται τα ειδικότερα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και σύμφωνης εφαρμογής των κανόνων δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζονται από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα με βάση τους κανόνες που ορίζονται στο Τμήμα IX του Παραρτήματος I. 118

β)

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται τα πληροφοριακά μέσα, η παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη ειδικότερη λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών της παραγράφου 1 περίπτωση α' που λαμβάνει χώρα μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών-μελών σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών του άρθρου 20 παράγραφοι 3, 4 και 5. 119

γ)

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ορίζονται περαιτέρω θέματα σχετικά με την εφαρμογή της υποχρέωσης υποβολής στοιχείων και την τήρηση των κανόνων δέουσας επιμέλειας από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα που περιλαμβάνονται στα Παραρτήματα I και ΙΙ, την παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε ειδικότερη λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών της παραγράφου 1 περίπτωση β' που λαμβάνει χώρα μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών-μελών σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών του άρθρου 20 παράγραφοι 3, 4 και 5. 120

8.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή της παραγράφου 1 περίπτωση α' ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2015. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή της παραγράφου 1 περίπτωση β' ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016. 121

Άρθρο 9Α. Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης 122
1.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ.1 του άρθρου 4 κοινοποιεί, με αυτόματη ανταλλαγή, συναφείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν μια εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή μια εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ.8, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21. 123

2.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ.1 του άρθρου 4 κοινοποιεί επίσης, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21, στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 8, πληροφορίες σχετικά με τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης που εκδόθηκαν, τροποποιήθηκαν ή ανανεώθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2012. 124

Αν έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2012 και 31ης Δεκεμβρίου 2013, αυτή η κοινοποίηση πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2014. Αν έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2014 και 31ης Δεκεμβρίου 2016, αυτή η κοινοποίηση πραγματοποιείται ανεξάρτητα από το εάν εξακολουθούν να ισχύουν. 125

3.

Οι διμερείς ή πολυμερείς εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης με τρίτες χώρες εξαιρούνται από το πεδίο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, αν η διεθνής φορολογική συμφωνία, βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευση της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, δεν επιτρέπει την κοινοποίησή της σε τρίτους. Ανταλλαγή των ανωτέρω διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 10, εφόσον επιτρέπεται η κοινοποίησή τους σύμφωνα με τη διεθνή φορολογική συμφωνία, βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευσή τους, και η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών. 126

Σε περίπτωση εξαίρεσης των διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης από την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ανταλλάσσονται, αντί αυτών, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παρ.6, οι οποίες αναφέρονται στο αίτημα που οδήγησε στην έκδοση των ανωτέρω συμφωνιών. 127

4.

Οι παρ. 1 και 2 δεν ισχύουν αν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά και περιλαμβάνει αποκλειστικά τις φορολογικές υποθέσεις ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. 128

5.

Η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται ως ακολούθως: 129

α)

όσον αφορά τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 1: χωρίς καθυστέρηση μετά από την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση των εκ των προτέρων διασυνοριακών αποφάσεων ή των εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης και το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά από το τέλος του εξαμήνου του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου εκδόθηκαν, τροποποιήθηκαν ή ανανεώθηκαν οι εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις ή οι εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης, 130

β)

όσον αφορά τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παρ. 2: πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018. 131

6.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ.1 του άρθρου 4, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: 132

α)

τα στοιχεία αναγνώρισης του προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, και, κατά περίπτωση, της ομάδας προσώπων στην οποία ανήκει, 133

β)

σύνοψη του περιεχομένου της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, περιλαμβανομένης περιγραφής των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή συναλλαγών ή σειράς συναλλαγών και οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών που μπορούν να βοηθήσουν την αρμόδια αρχή στην εκτίμηση του δυνητικού φορολογικού κινδύνου, χωρίς να αποκαλύπτεται εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, εμπορική διαδικασία ή πληροφορία της οποίας η κοινοποίηση αντιβαίνει στη δημόσια τάξη, 134

γ)

τις ημερομηνίες έκδοσης τροποποίησης ή ανανέωσης της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, 135

δ)

την ημερομηνία έναρξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης αν προσδιορίζεται, 136

ε)

την ημερομηνία λήξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης αν προσδιορίζεται, 137

στ)

το είδος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, 138

ζ)

το ποσό της συναλλαγής ή της σειράς συναλλαγών της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης εφόσον το ποσό αυτό αναφέρεται στην ανωτέρω σχετική απόφαση ή συμφωνία, 139

η)

την περιγραφή του συνόλου των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, 140

θ)

τον προσδιορισμό της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, 141

ι)

τον προσδιορισμό των άλλων κρατών μελών, εφόσον υπάρχουν, τα οποία είναι πιθανό να αφορά η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή η εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης, 142

ια)

τα στοιχεία αναγνώρισης οιουδήποτε προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, στα άλλα κράτη μέλη που είναι πιθανό να θίγεται από την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή την εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης (αναφέροντας το κράτος μέλος με το οποίο συνδέονται τα θιγόμενα πρόσωπα), και 143

ιβ)

την ένδειξη για το αν η πληροφορία που κοινοποιείται βασίζεται στην ίδια την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης ή στο αίτημα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3. 144

7.

Προς διευκόλυνση της ανταλλαγής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ. 6, η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 τηρεί τα πρακτικά μέτρα που θεσπίζονται από την Επιτροπή και απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την τυποποίηση της κοινοποίησης των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ.6, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την κατάρτιση του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 20. 145

8.

Οι πληροφορίες που ορίζονται στις περιπτ. α), β), η) και ια) της παρ. 6 δεν κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 146

9.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, επιβεβαιώνει, εάν είναι δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και οπωσδήποτε το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών, τη λήψη των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που της διαβίβασε τις πληροφορίες. Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται μέχρις ότου τεθεί σε λειτουργία το ευρετήριο που αναφέρεται στην παρ. 6 του άρθρου 21. 147

10.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παρ.1 του άρθρου 4 μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 6, και λαμβάνοντας υπόψη την παρ. 5 του άρθρου 21, να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και το πλήρες κείμενο της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης. 148

Άρθρο 9AA Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά στην Έκθεση ανά Χώρα 149
1.

Η Τελική Μητρική Οντότητα ενός Ομίλου Πολυεθνικής Επιχείρησης (Ομίλου ΠΕ) που έχει τη φορολογική της κατοικία στην Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη Αναφέρουσα Οντότητα, σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ Τμήμα ΙΙ, υποβάλλει την Έκθεση ανά Χώρα όσον αφορά το οικείο Φορολογικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων εντός δώδεκα (12) μηνών από την τελευταία ημέρα του Φορολογικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ, σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ Τμήμα ΙΙ. 150

2.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4, που παραλαμβάνει την Έκθεση ανά Χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 1, κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 4, την Έκθεση ανά Χώρα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος στο οποίο, με βάση τις πληροφορίες της Έκθεσης ανά Χώρα, μία ή περισσότερες Συνιστώσες Οντότητες του Ομίλου ΠΕ της Αναφέρουσας Οντότητας είτε έχουν τη φορολογική κατοικία τους ή υπόκεινται σε φόρο όσον αφορά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης. 151

3.

Η Έκθεση ανά Χώρα περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τον Όμιλο ΠΕ: 152

α)

συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με το ποσό των εσόδων, τα κέρδη (ζημίες) προ φόρου εισοδήματος, τον καταβληθέντα φόρο εισοδήματος, τον οφειλόμενο φόρο εισοδήματος, το μετοχικό κεφάλαιο, τα συσσωρευμένα κέρδη, τον αριθμό των εργαζομένων και τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία εκτός των ταμειακών διαθεσίμων ή ταμειακών ισοδυνάμων, όσον αφορά σε κάθε περιοχή Δικαιοδοσίας στην οποία δραστηριοποιείται ο Όμιλος ΠΕ, 153

β)

έγγραφο ταυτοποίησης κάθε Συνιστώσας Οντότητας του Ομίλου ΠΕ, με το οποίο καθορίζεται η περιοχή Δικαιοδοσίας, στην οποία έχει τη φορολογική της κατοικία η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα και, σε περίπτωση που διαφέρει από αυτήν την περιοχή Δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας, η περιοχή Δικαιοδοσίας δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας οργανώνεται η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα, καθώς και η φύση της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω Συνιστώσας Οντότητας. 154

4.

Η κοινοποίηση πραγματοποιείται εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την τελευταία ημέρα του φορολογικού έτους του Ομίλου ΠΕ στον οποίο αναφέρεται η Έκθεση ανά Χώρα. Η πρώτη Έκθεση ανά Χώρα κοινοποιείται για το φορολογικό έτος του Ομίλου ΠΕ που αρχίζει την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, και πραγματοποιείται εντός δεκαοχτώ (18) μηνών από την τελευταία ημέρα του εν λόγω φορολογικού έτους. 155

5.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να εξειδικεύονται και να συμπληρώνονται οι διαδικασίες και υποχρεώσεις που αφορούν στην υποβολή των Εκθέσεων ανά Χώρα σχετικά με Ομίλους ΠΕ και κάθε άλλο συναφές θέμα σχετικά με τη διαδικασία αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά στην Έκθεση ανά Χώρα. 156

Άρθρο 9ΑΒ. Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις 157
1.

Οι ενδιάμεσοι υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη γνώση τους, στην κατοχή ή στον έλεγχό τους σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, ο υπολογισμός της οποίας εκκινεί από όποια από τις ακόλουθες ημερομηνίες προηγείται χρονικά: 158

α)

την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση καθίσταται διαθέσιμη προς εφαρμογή, ή 159

β)

την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση είναι έτοιμη προς εφαρμογή, ή 160

γ)

την ημέρα ολοκλήρωσης του πρώτου σταδίου της εφαρμογής της δηλωτέας ρύθμισης. 161

Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, και οι ενδιάμεσοι που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 21 του άρθρου 4 υποχρεούνται να υποβάλλουν πληροφορίες εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία υπολογίζεται από την επομένη ημέρα αυτής κατά την οποία παρείχαν, άμεσα ή μέσω άλλων προσώπων, οιαδήποτε βοήθεια ή συμβουλές. 162

Κάθε ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, εφόσον: 163

α)

έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα ή 164

β)

δεν διαθέτει φορολογική κατοικία σε κανένα κράτος μέλος αλλά: 165

βα)

διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα μέσω της οποίας παρέχονται οι υπηρεσίες που άπτονται της ρύθμισης, ή 166

ββ)

έχει συσταθεί στην Ελλάδα ή διέπεται από την ελληνική νομοθεσία, ή 167

βγ)

έχει εγγραφεί σε μητρώο επαγγελματικής ένωσης για νομικές, φορολογικές ή συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα. 168

2.

Σε περίπτωση εφαρμογής ρυθμίσεων γενικής χρήσης, ο ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει περιοδική έκθεση ανά τρίμηνο με την οποία παρέχεται ενημέρωση σχετικά με νέες δηλωτέες πληροφορίες, όπως αναφέρονται στις περ. α), δ), ζ) και η) της παρ. 13, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες στο διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της τελευταίας έκθεσης. Η πρώτη περιοδική έκθεση υποβάλλεται από τον ενδιάμεσο έως την 30η Απριλίου 2021. 169

3.

Όταν ο ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με την ίδια δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα και σε άλλο κράτος μέλος, απαλλάσσεται από την υποχρέωση, εάν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες έχουν υποβληθεί σε άλλο κράτος μέλος. 170

4.

Ο ενδιάμεσος, στον βαθμό που δραστηριοποιείται εντός των ορίων του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το επάγγελμα του δικηγόρου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών σχετικά με τη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα, όταν η συμμόρφωση προς την εν λόγω υποχρέωση συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης του δικηγόρου για την τήρηση απορρήτου και εχεμύθειας. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιάμεσος γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, σε κάθε άλλον ενδιάμεσο ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τις υποχρεώσεις υποβολής πληροφοριών που υπέχουν δυνάμει της παρ. 6. 171

5.

Στην περίπτωση που στην ίδια διασυνοριακή ρύθμιση υπάρχουν περισσότεροι του ενός ενδιάμεσοι, όλοι οι ενδιάμεσοι που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση υποχρεούνται στην υποβολή πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Προκειμένου να απαλλαγεί ένας ενδιάμεσος από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών στην ελληνική αρμόδια αρχή, πρέπει να μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 13 έχουν ήδη υποβληθεί από άλλον ενδιάμεσο. 172

6.

Όταν δεν υπάρχει ενδιάμεσος σύμφωνα με την παρ. 1 ή ο ενδιάμεσος γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή σε άλλον ενδιάμεσο την εφαρμογή απαλλαγής σύμφωνα με την παρ. 4, ο άλλος ενδιάμεσος στον οποίο απευθύνεται η γνωστοποίηση ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, το ίδιο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούνται να υποβάλουν τις πληροφορίες σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Σε κάθε περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες, αν δεν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση έχουν ήδη υποβληθεί από τον ενδιάμεσο σε άλλο κράτος μέλος. 173

7.

Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, εφόσον: 174

α)

έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, ή 175

β)

δεν έχει φορολογική κατοικία σε κανένα κράτος μέλος, αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία επωφελείται από τη ρύθμιση, ή 176

γ)

δεν έχει φορολογική κατοικία ούτε μόνιμη εγκατάσταση σε κανένα κράτος μέλος, αλλά: 177

γα)

αποκτά εισόδημα ή παράγει κέρδη στην Ελλάδα, ή 178

γβ)

ασκεί δραστηριότητα στην Ελλάδα. 179

8.

Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποβάλλει τις σχετικές πληροφορίες εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, ο υπολογισμός της οποίας εκκινεί από όποια από τις ακόλουθες ημερομηνίες προηγείται χρονικά: 180

α)

την επομένη της ημέρας, κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση κατέστη διαθέσιμη προς εφαρμογή στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, 181

β)

την επομένη της ημέρας, κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση είναι έτοιμη για εφαρμογή από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, 182

γ)

την ημέρα ολοκλήρωσης του πρώτου σταδίου της εφαρμογής της όσον αφορά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. 183

9.

Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με την ίδια δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα και σε άλλο κράτος μέλος, απαλλάσσεται από την υποχρέωση, εάν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες έχουν υποβληθεί σε άλλο κράτος-μέλος. 184

10.

Στις περιπτώσεις που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει τις πληροφορίες και υπάρχουν περισσότερα του ενός ενδιαφερόμενα πρόσωπα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο που υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες, σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7, είναι το πρώτο κατά σειρά από τα ακόλουθα πρόσωπα: 185

α)

το ενδιαφερόμενο πρόσωπο που συμφώνησε τη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση με τον ενδιάμεσο, 186

β)

ενδιαφερόμενο πρόσωπο που διαχειρίζεται την εφαρμογή της ρύθμισης. 187

Προκειμένου να απαλλαγεί ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών, πρέπει να μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 13 έχουν ήδη υποβληθεί από άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. 188

11.

Οι ενδιάμεσοι και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υποβάλλουν τις πληροφορίες σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις, για τις οποίες το πρώτο στάδιο ολοκληρώθηκε μεταξύ 25 Ιουνίου 2018 και 30 Ιουνίου 2020, έως τις 28 Φεβρουαρίου 2021. 189

12.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 κοινοποιεί τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παρ. 13 και που υποβλήθηκαν σε αυτήν σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 11, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21. 190

13.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 σύμφωνα με την παρ. 12 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα: 191

α)

τα στοιχεία ταυτοποίησης ενδιαμέσων και ενδιαφερομένων προσώπων, που περιλαμβάνουν το όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (για φυσικά πρόσωπα), τη φορολογική κατοικία, τον ΑΦΜ και, κατά περίπτωση, τα πρόσωπα που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, 192

β)

λεπτομερείς πληροφορίες για τα διακριτικά που αναφέρονται στο Παράρτημα IV και τα οποία καθιστούν δηλωτέα τη διασυνοριακή ρύθμιση, 193

γ)

σύνοψη του περιεχομένου της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, που περιλαμβάνουν αναφορά της ονομασίας με την οποία είναι ευρέως γνωστή, εφόσον υπάρχει, και περιγραφή των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή ρυθμίσεων με γενικούς όρους, χωρίς να αποκαλύπτεται τυχόν εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή εμπορική διαδικασία ή πληροφορία, της οποίας η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς κανόνες δημόσιας τάξης, 194

δ)

την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε ή θα ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο της εφαρμογής της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, 195

ε)

λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές διατάξεις που συνιστούν τη βάση της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, 196

στ)

αξία της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, 197

ζ)

αναφορά του κράτους μέλους του ενδιαφερόμενου προσώπου/ενδιαφερόμενων προσώπων και τυχόν άλλων κρατών μελών που είναι πιθανό να αφορά η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, 198

η)

τα στοιχεία ταυτοποίησης οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο κράτος-μέλος που είναι πιθανό να επηρεάσει η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, με αναφορά των κρατών-μελών με τα οποία συνδέεται το εν λόγω πρόσωπο. 199

14.

Το γεγονός ότι η Φορολογική Διοίκηση δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια έναντι δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης δεν συνεπάγεται, ότι η Φορολογική Διοίκηση εγκρίνει το κύρος ή τη φορολογική μεταχείριση της εν λόγω ρύθμισης. 200

15.

Προς υποστήριξη της ανταλλαγής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ. 13, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 τηρεί τα πρακτικά μέτρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για την τυποποίηση της κοινοποίησης των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ. 13, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την κατάρτιση του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 20. 201

16.

Οι πληροφορίες που ορίζονται στις περ. α), γ) και η) της παρ. 13 δεν κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 202

17.

Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών διενεργείται εντός μηνός από το τέλος του τριμήνου κατά το οποίο υποβλήθηκαν οι πληροφορίες. Οι πρώτες πληροφορίες κοινοποιούνται έως την 30η Απριλίου 2021. 203

18.

Η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 8 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2021, εφόσον: 204

α)

η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση καθίσταται διαθέσιμη ή έτοιμη προς εφαρμογή ή έχει ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο της εφαρμογής της μεταξύ της 1ης Ιουλίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2020 ή 205

β)

οι ενδιάμεσοι παρέχουν, απευθείας ή μέσω τρίτων προσώπων, βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές μεταξύ της 1ης Ιουλίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2020. 206

19.

α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού σχετικά με την εποπτεία ορισμένης κατηγορίας ενδιάμεσων, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), μπορεί να εξειδικεύονται τα θέματα που αφορούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τους ενδιάμεσους σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών. 207

β)

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να εξειδικεύονται θέματα σχετικά με τη διαδικασία της εφαρμογής των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις και να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα. 208

γ)

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να δοθεί παράταση έως τριών μηνών στις προθεσμίες υποβολής και ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις και για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, συνεπεία αντίστοιχης εκτελεστικής απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ, σε περίπτωση διασποράς της πανδημίας COVID-19. 209

Άρθρο 9ΑΓ Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που υποβάλλονται από Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας 210
1.

Οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας και πληρούν τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων των Τμημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του Παραρτήματος V. 211

2.

Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες δέουσας επιμέλειας και τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων των Τμημάτων II και ΙΙΙ του Παραρτήματος V, όταν υποβάλλονται στοιχεία στην Ελλάδα, η αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και εντός της προθεσμίας της παρ. 3, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου ο Δηλωτέος Πωλητής είναι κάτοικος, όπως καθορίζεται στην Ενότητα Δ' του Τμήματος II του Παραρτήματος V, και, ειδικά αν ο Δηλωτέος Πωλητής παρέχει υπηρεσίες μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η ακίνητη περιουσία, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε Δηλωτέο Πωλητή: 212

α)

το όνομα, τη διεύθυνση της έδρας, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και, κατά περίπτωση, τον ατομικό αριθμό ταυτοποίησης, που χορηγείται βάσει του πρώτου εδαφίου της παρ. 4, του Δηλούντος Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, καθώς και την εταιρική επωνυμία της Πλατφόρμας ή τις εταιρικές επωνυμίες των Πλατφορμών για την οποία ή τις οποίες υποβάλλει στοιχεία ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, 213

β)

το όνομα και το επώνυμο του Δηλωτέου Πωλητή, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και την επωνυμία του Δηλωτέου Πωλητή που είναι Οντότητα, 214

γ)

την κύρια διεύθυνση, 215

δ)

κάθε Α.Φ.Μ. του Δηλωτέου Πωλητή, συμπεριλαμβανομένου κάθε κράτους μέλους έκδοσης, ή, ελλείψει Α.Φ.Μ., τον τόπο γέννησης του Δηλωτέου Πωλητή, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, 216

ε)

τον αριθμό καταχώρισης επιχείρησης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) του Δηλωτέου Πωλητή, ο οποίος είναι Οντότητα, 217

στ)

τον αριθμό μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του Δηλωτέου Πωλητή, εφόσον υπάρχει, 218

ζ)

την ημερομηνία γέννησης του Δηλωτέου Πωλητή, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, 219

η)

το Αναγνωριστικό Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού προς τον οποίο καταβάλλεται ή πιστώνεται το Αντίτιμο, εφόσον είναι διαθέσιμο στον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου είναι κάτοικος ο Δηλωτέος Πωλητής, κατά την Ενότητα Δ' του Τμήματος II του Παραρτήματος V, δεν έχει ενημερώσει την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 ότι δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το Αναγνωριστικό Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού για τον σκοπό αυτόν, 220

θ)

αν είναι διαφορετικό από το όνομα του Δηλωτέου Πωλητή, επιπλέον του Αναγνωριστικού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού, το όνομα του δικαιούχου του χρηματοοικονομικού λογαριασμού στον οποίο καταβάλλεται ή πιστώνεται το Αντίτιμο, εφόσον είναι διαθέσιμο στον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία χρηματοοικονομικής ταυτοποίησης που έχει στη διάθεσή του ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας σχετικά με τον εν λόγω δικαιούχο του λογαριασμού, 221

ι)

κάθε κράτος μέλος του οποίου ο Δηλωτέος Πωλητής είναι κάτοικος όπως προσδιορίζεται βάσει της Ενότητας Δ' του Τμήματος II του Παραρτήματος V, 222

ια)

το συνολικό Αντίτιμο που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε κατά τη διάρκεια κάθε τριμήνου της Περιόδου Αναφοράς και τον αριθμό των Σχετικών Δραστηριοτήτων για τις οποίες καταβλήθηκε ή πιστώθηκε,

ιβ)

τυχόν αμοιβές, προμήθειες ή φόρους που παρακρατήθηκαν ή χρεώθηκαν από τον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας κατά τη διάρκεια κάθε τριμήνου της Περιόδου Αναφοράς. 223

Όταν ο Δηλωτέος Πωλητής παρέχει υπηρεσίες μίσθωσης ακινήτων, κοινοποιούνται οι ακόλουθες πρόσθετες πληροφορίες: 224

α)

η διεύθυνση κάθε Καταχωρισμένου Ακινήτου, όπως καθορίζεται βάσει των διαδικασιών της Ενότητας Ε' του Τμήματος II του Παραρτήματος V, καθώς και ο αριθμός κτηματολογίου ή ο αντίστοιχός του βάσει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου βρίσκεται, εφόσον είναι διαθέσιμος, 225

β)

το συνολικό Αντίτιμο που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε κατά τη διάρκεια κάθε τριμήνου της Περιόδου Αναφοράς και ο αριθμός των Σχετικών Δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν για κάθε Καταχωρισμένο Ακίνητο, 226

γ)

εφόσον είναι διαθέσιμος, ο αριθμός των ημερών μίσθωσης κάθε Καταχωρισμένου Ακινήτου κατά τη διάρκεια της Περιόδου Αναφοράς και ο τύπος κάθε Καταχωρισμένου Ακινήτου. 227

3.

Η κοινοποίηση βάσει της παρ. 2 πραγματοποιείται με χρήση του τυποποιημένου ηλεκτρονικού μορφότυπου που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 20 εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της Περιόδου Αναφοράς που αφορούν οι εφαρμοστέες απαιτήσεις υποβολής στοιχείων του Δηλούντος Φορέα Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας. Οι πρώτες πληροφορίες κοινοποιούνται για τις Περιόδους Αναφοράς από την 1η Ιανουαρίου 2023. 228

4.

Οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας κατά την περ. β) της παρ. 4 της Ενότητας Α' του Τμήματος I του Παραρτήματος V καταχωρίζονται κατά το δεύτερο εδάφιο. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 ή άλλου κράτους μέλους καταχώρισης χορηγεί ατομικό αριθμό ταυτοποίησης στους εν λόγω Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας. 229

5.

Οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας μπορούν να επιλέξουν να καταχωριστούν από την αρμόδια αρχή ενός μόνο κράτους μέλους σύμφωνα με την Ενότητα Δ' του Τμήματος IV του Παραρτήματος V. 230

6.

Ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, κατά την περ. β) της παρ. 4 της Ενότητας Α' του Τμήματος I του Παραρτήματος V, του οποίου η καταχώριση έχει ανακληθεί με την παρ. 6 της Ενότητας Δ' του Τμήματος IV του Παραρτήματος V, δύναται να επανακαταχωρίζεται στην Ελλάδα, μόνο εφόσον παρέχει στις ελληνικές αρχές τις δέουσες εγγυήσεις σχετικά με τη δέσμευσή του να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων εκκρεμών ανεκπλήρωτων απαιτήσεων υποβολής στοιχείων. 231

7.

Όταν Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας θεωρείται Εξαιρούμενος Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, και η σχετική απόδειξη παρασχέθηκε στην Ελλάδα σύμφωνα με την παρ. 3 της Ενότητας A' του Τμήματος Ι του Παραρτήματος V, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 πληροφορεί σχετικά τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών, καθώς και σχετικά με τυχόν επακόλουθες αλλαγές.

8.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 καταχωρίζει σε κεντρικό μητρώο της Επιτροπής τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με την παρ. 7 του παρόντος, καθώς και την παρ. 2 και την περ. α) της παρ. 4 της Ενότητας Δ' του Τμήματος IV του Παραρτήματος V. 232

9.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 δύναται να αποστείλει αιτιολογημένο αίτημα στην Επιτροπή για να καθορίσει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, αν οι πληροφορίες που απαιτείται να ανταλλάσσονται αυτόματα βάσει συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ελλάδας και μιας δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, κατά την παρ. 7 της Ενότητας Α' του Τμήματος I του Παραρτήματος V, ισοδύναμες με τις πληροφορίες που καθορίζονται στην Ενότητα Β' του Τμήματος III του Παραρτήματος V. 233

10.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) καθορίζονται οι προϋποθέσεις για να ζητηθούν, σύμφωνα με την παρ. 3α του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α' 206), τα στοιχεία που ορίζονται στα Τμήματα ΙΙ και ΙΙΙ του Παραρτήματος V από τους Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας. 234

11.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται: 235

α)

οι διαδικασίες για την καταχώριση των Δηλούντων Φορέων Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, κατά την περ. β) της παρ. 4 της Ενότητας Α' του Τμήματος Ι του Παραρτήματος V, την ανάκληση της καταχώρισης και την επανακαταχώρισή τους στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, 236

β)

οι διαδικασίες για την απαλλαγή των Δηλούντων Φορέων Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας κατά την περ. α) της παρ. 4 της Ενότητας Α' του Τμήματος Ι του Παραρτήματος V, από την υποχρέωση υποβολής στοιχείων στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 της Ενότητας Α' του Τμήματος ΙΙΙ του ως άνω Παραρτήματος, 237

γ)

οι διαδικασίες για την εξαίρεση Φορέων Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, σύμφωνα με την παρ. 3 της Ενότητας Α' του Τμήματος Ι του Παραρτήματος V, 238

δ)

οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των Δηλούντων Φορέων Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας και τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων που προβλέπονται στα Τμήματα II και ΙΙΙ του Παραρτήματος V, 239

ε)

οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι των Δηλούντων Φορέων Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, αν τα υποβληθέντα στοιχεία είναι ελλιπή ή ανακριβή. 240

Άρθρο 9Β Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αυτόματες ανταλλαγές

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 παρέχει στην Επιτροπή, κατ’ έτος, στατιστικά στοιχεία για τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών, σύμφωνα με τις περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9, τα άρθρα 9ΑΑ και 9ΑΓ και πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές και άλλες συναφείς δαπάνες και το όφελος, που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές, καθώς και οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταβολές, τόσο για τη φορολογική διοίκηση, όσο και για τρίτους. 241

ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 10. Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να κοινοποιεί αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε αυτήν και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιεί οπωσδήποτε τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες, τις οποίες λαμβάνει από τις ημεδαπές αρχές, στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους-μέλους σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)

οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι στο άλλο κράτος-μέλος υφίσταται διαφυγή φόρων

β)

ένας φορολογούμενος επιτυγχάνει στην Ελλάδα μείωση ή απαλλαγή φόρου, η οποία συνεπάγεται γι΄ αυτόν αύξηση φόρου ή υπαγωγή σε φόρο στο άλλο κράτος-μέλος

γ)

επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται, μεταξύ ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο στην Ελλάδα και ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο σε άλλο κράτος-μέλος, σε μία ή περισσότερες άλλες χώρες, κατά τέτοιον τρόπο που να ενδέχεται να συνεπάγονται μείωση φόρου στην Ελλάδα ή στο άλλο κράτος-μέλος ή και στα δύο

δ)

οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι υφίσταται μείωση φόρου, η οποία προκύπτει από εικονικές μεταφορές κερδών εντός ομάδων επιχειρήσεων

ε)

από πληροφορίες που διαβίβασε στην Ελλάδα η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέλους συνάγονται πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της επιβολής φόρου σε αυτό το άλλο κράτος-μέλος.

3.

Στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιούνται οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους.

Άρθρο 11. Προθεσμίες (άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία καθίστανται διαθέσιμες οι αναφερόμενες στο άρθρο 10 παράγραφος 2 πληροφορίες, διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους-μέλους το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός από τη στιγμή που κατέστησαν διαθέσιμες σε αυτήν.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία κοινοποιούνται πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 επιβεβαιώνει, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός επτά εργάσιμων ημερών, την παραλαβή των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που τις παρέσχε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ

Άρθρο 12. Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες υπαλλήλων αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών (άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Για την ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2, η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης της παρ. 4 του άρθρου 5, ανάλογα με την περίπτωση, ώστε υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι από το εν λόγω κράτος μέλος και σύμφωνα με τις διαδικαστικές ρυθμίσεις που ορίζει αυτό το τμήμα διασύνδεσης: 242

α)

να είναι παρόντες στα γραφεία στα οποία εκτελούν τα καθήκοντα τους οι υπηρεσίες της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, 243

β)

να είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες οι οποίες διεξάγονται σε ελληνικό έδαφος, και 244

γ)

να συμμετέχουν στις διοικητικές έρευνες που διενεργούν οι υπηρεσίες της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, όπου απαιτείται. 245

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή απαντά στα αιτήματα κατά το πρώτο εδάφιο εντός εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή του αιτήματος για να επιβεβαιώσει τη συμφωνία της ή να ανακοινώσει την αιτιολογημένη άρνησή της στην αιτούσα αρχή. 246

Αν οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα στα οποία έχουν πρόσβαση οι υπάλληλοι των υπηρεσιών της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, παρέχονται αντίγραφα των εγγράφων στους υπαλλήλους της αιτούσας αρχής. 247

2.

Όταν οι υπάλληλοι της αιτούσας αρχής είναι παρόντες κατά τη διάρκεια διοικητικής έρευνας ή συμμετέχουν σε διοικητικές έρευνες με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, δύνανται να διενεργούν συνέντευξη με φυσικά πρόσωπα και να εξετάζουν φακέλους με την επιφύλαξη των διαδικαστικών ρυθμίσεων του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.

Η άρνηση του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο έρευνας να συμμορφωθεί προς τα μέτρα ελέγχου των υπαλλήλων της αιτούσας αρχής αντιμετωπίζεται από τη λαμβάνουσα αρχή ως άρνηση κατά των δικών της υπαλλήλων. 248

3.

Οι ημεδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν αιτιολογημένα να ζητήσουν, μέσω του τμήματος διασύνδεσης της παρ. 4 του άρθρου 5, την παρουσία δικών τους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων σε διοικητικές υπηρεσίες και τη συμμετοχή τους σε διοικητικές έρευνες άλλου κράτους μέλους με την άσκηση ελεγκτικών διαδικασιών αντίστοιχων αυτών των παρ. 1 και 2. 249

4.

Οι υπάλληλοι που εξουσιοδοτούνται από το αιτούν κράτος μέλος να είναι παρόντες σε άλλο κράτος μέλος, ανά πάσα στιγμή είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία αναφέρονται η ταυτότητα και τα επίσημα καθήκοντά τους. 250

ΤΜΗΜΑ Β΄ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

Άρθρο 13. Ταυτόχρονοι έλεγχοι (άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Δύο ή περισσότερα κράτη-μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, το καθένα από το έδαφός του, σε έναν ή περισσότερους υπόχρεους σε φορολογίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη-μέλη, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών που συγκεντρώνονται από τους ελέγχους αυτούς.

2.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει, αποδέχεται ή απορρίπτει και αποστέλλει προτάσεις για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, από τις αιτούσες και προς τις λαμβάνουσες αρχές των άλλων κρατών-μελών, αντίστοιχα.

3.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, επιλέγει ανεξάρτητα τους υπόχρεους που προτίθεται να προτείνει για ταυτόχρονο έλεγχο, τόσο αυτούς που φορολογούνται στην Ελλάδα όσο και αυτούς που φορολογούνται σε άλλα κράτη - μέλη. Υποβάλλει αίτημα στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους, υπόχρεοι του οποίου ζητά να είναι υποκείμενοι στον έλεγχο, στο οποίο παραθέτει τους λόγους της επιλογής και καθορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προτείνει να διενεργηθούν οι έλεγχοι αυτοί.

4.

Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, ορίζει υπάλληλο ως αντιπρόσωπο έναντι των λοιπών κρατών-μελών που συμμετέχουν στον ταυτόχρονο έλεγχο για να κατευθύνει και να συντονίζει τον έλεγχο.

5.

Στις περιπτώσεις υποθέσεων, στις οποίες η αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή κρίνει αναγκαία τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, ενημερώνει αιτιολογημένα το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και, περαιτέρω, το τμήμα αυτό, εφόσον συμφωνεί, μεριμνά για την αποστολή της σχετικής πρότασης στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους ή των άλλων κρατών-μελών, με πλήρη αιτιολόγηση και παροχή όλων των απαραίτητων πληροφοριών και με καθορισμό της χρονικής περιόδου εντός της οποίας θα διενεργηθούν οι ταυτόχρονοι έλεγχοι.

6.

Για τις προτάσεις που υποβάλλονται, αντίστοιχα, στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παρ. 4, ανάλογα με την περίπτωση, από τις αιτούσες αρχές των άλλων κρατών μελών για συμμετοχή της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής σε ταυτόχρονους ελέγχους, αποφαίνεται το ίδιο τμήμα διασύνδεσης, κατόπιν σχετικής εισήγησης και παροχής των απαραίτητων πληροφοριών από την αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή. Το παραπάνω τμήμα διασύνδεσης γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή του άλλου κράτους μέλους τη συμφωνία του ως προς τη διενέργεια των ταυτόχρονων ελέγχων ή την αιτιολογημένη άρνησή του εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήψη της πρότασης. 251

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 13A. Κοινοί έλεγχοι 252
1.

Η αρμόδια αρχή ενός ή περισσότερων κρατών μελών μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 τη διενέργεια κοινού ελέγχου στην Ελλάδα. Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή απαντά στο αίτημα για κοινό έλεγχο εντός εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή μπορεί να απορρίψει αιτιολογημένα αίτημα για τη διενέργεια κοινού ελέγχου από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους. Αίτημα για κοινό έλεγχο μπορεί να υποβάλει και η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5. 253

2.

Οι κοινοί έλεγχοι διενεργούνται με πρότερη συμφωνία και με συντονισμό, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ρυθμίσεων, από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος κράτους μέλους και σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις διαδικαστικές απαιτήσεις του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του κοινού ελέγχου. Σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες κοινού ελέγχου, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους διορίζει εκπρόσωπο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και τον συντονισμό του κοινού ελέγχου στο εν λόγω κράτος μέλος. 254

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων των κρατών μελών που συμμετέχουν στον κοινό έλεγχο, όταν είναι παρόντες σε δραστηριότητες που εκτελούνται σε διαφορετικό κράτος μέλος, καθορίζονται σύμφωνα με τους νόμους του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι εν λόγω δραστηριότητες κοινού ελέγχου. Οι υπάλληλοι άλλου κράτους μέλους, ενώ τηρούν τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του κοινού ελέγχου, δεν ασκούν εξουσίες που υπερβαίνουν το πεδίο των εξουσιών που τους εκχωρεί η νομοθεσία του κράτους μέλους τους. 255

3.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2, όταν διενεργείται κοινός έλεγχος στην Ελλάδα: 256

α)

επιτρέπεται στους υπαλλήλους άλλων κρατών μελών που συμμετέχουν στις δραστηριότητες του κοινού ελέγχου να διενεργούν συνεντεύξεις με φυσικά πρόσωπα και να εξετάζουν φακέλους μαζί με τους υπαλλήλους της ελληνικής Φορολογικής Διοίκησης, με την τήρηση των αντίστοιχων διαδικαστικών ρυθμίσεων που ισχύουν στην Ελλάδα, 257

β)

τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέγονται κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων του κοινού ελέγχου μπορούν να αξιολογούνται και όσον αφορά το παραδεκτό τους, υπό τις ίδιες νομικές προϋποθέσεις, όπως στην περίπτωση ελέγχου που διενεργείται στην Ελλάδα, αν στον έλεγχο αυτόν συμμετέχουν μόνο υπάλληλοι της ελληνικής Φορολογικής Διοίκησης, ιδίως κατά τη διάρκεια ενδεχόμενης διαδικασίας καταγγελίας, επανεξέτασης ή προσφυγής, και 258

γ)

το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που υπόκεινται σε κοινό έλεγχο ή επηρεάζονται από αυτόν απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις, όπως στην περίπτωση ελέγχου στον οποίον συμμετέχουν μόνο υπάλληλοι της ελληνικής Φορολογικής Διοίκησης, ιδίως κατά τη διάρκεια διαδικασίας καταγγελίας, επανεξέτασης ή προσφυγής. 259

4.

Όταν οι αρμόδιες ελληνικές αρχές διενεργούν κοινό έλεγχο με τις αρχές ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκουν να συμφωνήσουν για τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που αφορούν στον κοινό έλεγχο και επιδιώκουν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη φορολογική κατάσταση του ελεγχόμενου προσώπου ή των ελεγχόμενων προσώπων βάσει των αποτελεσμάτων του κοινού ελέγχου. Οι διαπιστώσεις του κοινού ελέγχου ενσωματώνονται σε τελική έκθεση. Τα θέματα επί των οποίων συμφωνούν οι αρμόδιες αρχές αποτυπώνονται στην τελική έκθεση και λαμβάνονται υπόψη στις σχετικές πράξεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών μετά από τον κοινό έλεγχο. 260

5.

Το ελεγχόμενο πρόσωπο ή τα ελεγχόμενα πρόσωπα ενημερώνονται για το αποτέλεσμα του κοινού ελέγχου, με τη χορήγηση αντιγράφου της τελικής έκθεσης, εντός εξήντα (60) ημερών από την εκπόνηση της τελικής έκθεσης. 261

6.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνώμη του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, μπορεί να προβλέπονται κανόνες για τη διασφάλιση των διαδικασιών της παρ. 3 και να ρυθμίζονται άλλα ειδικότερα θέματα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος. 262

ΤΜΗΜΑ Γ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 14. Αίτημα κοινοποίησης (άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Ύστερα από αίτημα της αιτούσας αρχής κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή μεριμνά για την κοινοποίηση στον παραλήπτη πράξεων και αποφάσεων που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους-μέλους και αφορούν την εφαρμογή στο έδαφος του τελευταίου της νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο των άρθρων 1 έως και 25. Το αίτημα κοινοποίησης περιλαμβάνει το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης προς κοινοποίηση και διευκρινίζει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

2.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους για τη συνέχεια που δίδει στο αίτημα κοινοποίησης και για την ημερομηνία, κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαβιβάζει τις παραπάνω πράξεις ή αποφάσεις στην αρμόδια ημεδαπή φορολογική αρχή, η οποία τις κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων ή αποφάσεων και στη συνέχεια αποστέλλει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. 263

4.

Η αιτούσα ελληνική αρχή υποβάλλει αίτημα κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει τις πράξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στην Ελλάδα, ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να κοινοποιεί κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους- μέλους. 264

ΤΜΗΜΑ Γ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 15. Προϋποθέσεις (άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που τις έλαβε να της αποστείλει σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών.

2.

Η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 αποστέλλει τέτοια πληροφόρηση για πληροφορίες που έλαβε δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, όταν αυτό ζητείται από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες. Σε περίπτωση που ζητείται τέτοια πληροφόρηση, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, που έλαβε τις σχετικές πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται στα κράτη-μέλη, την πληροφόρηση αυτή προς την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.

3.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, προβαίνει σε πληροφόρηση μία φορά κατ΄ έτος σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη, σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί διμερώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 16. Γνωστοποίηση πληροφοριών και εγγράφων (άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 υπό οποιαδήποτε μορφή καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο δυνάμει του άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α' 206). Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση, την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και άλλους έμμεσους φόρους. 266

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α' 86) ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. 267

2.

Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, οι οποίες κινούνται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορούμενων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες.

3.

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που κοινοποιεί πληροφορίες και μόνον στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της ελληνικής νομοθεσίας, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην παρ. 1. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες. 268

4.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5, που λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, δύναται να χρησιμοποιεί τις ληφθείσες πληροφορίες και έγγραφα για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναφέρονται στην παρ. 1 χωρίς την άδεια της παρ. 2 για οποιονδήποτε σκοπό, εφόσον ο σκοπός αυτός περιλαμβάνεται σε κατάλογο της αρμόδιας αρχής αυτού του κράτους μέλους, ο οποίος της κοινοποιείται και απαριθμεί τους σκοπούς για τους οποίους επιτρέπεται η χρήση των πληροφοριών και εγγράφων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους. 269

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναφέρονται στην παρ. 1. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα. Αν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών κατάλογο των σκοπών για τους οποίους, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, μπορούν να χρησιμοποιούνται πληροφορίες και έγγραφα, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1, η άδεια του πρώτου εδαφίου της παρούσας δεν απαιτείται. 270

5.

Όταν η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παρ. 1 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν, αν η διαβίβαση αυτή συνάδει προς τους κανόνες και τις διαδικασίες των άρθρων 1 έως και 25. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται στο τρίτο κράτος μέλος, εφόσον το κράτος μέλος προέλευσης των πληροφοριών δεν αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5. 271

6.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 από την οποία προέρχονται οι πληροφορίες δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβασή τους από το κράτος μέλος που λαμβάνει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος, σύμφωνα με την παρ. 5. 272

Η άδεια για τη χρησιμοποίηση κατά την παρ. 4 πληροφοριών, οι οποίες διαβιβάσθηκαν σε τρίτο κράτος μέλος, μπορεί να χορηγείται μόνο από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 από την οποία προέρχονται αυτές οι πληροφορίες. 273

7.

Οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους που έχουν περιέλθει στη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους μέλους και γνωστοποιούνται στην αιτούσα ελληνική αρχή, ως αποδεικτικά στοιχεία στην ίδια βάση με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οποιοδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μία άλλη αρχή της Ελλάδας. 274

8.

Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 7, οι πληροφορίες που κοινοποιούνται μεταξύ κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΑ, χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της αξιολόγησης υψηλών κινδύνων σε σχέση με τις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών και άλλων κινδύνων σε σχέση με τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταφορά κερδών, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του κινδύνου μη συμμόρφωσης μελών του Ομίλου ΠΕ με τους εφαρμοστέους κανόνες για τις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών, και κατά περίπτωση για σκοπούς οικονομικής και στατιστικής ανάλυσης. Οι διορθώσεις των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών από τις ελληνικές φορολογικές αρχές δεν βασίζονται στις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΑ. Παρά τα ανωτέρω, δεν υπάρχει καμία απαγόρευση ως προς τη χρησιμοποίηση των ως άνω πληροφοριών ως βάση για την πραγματοποίηση περαιτέρω ερευνών όσον αφορά στις ρυθμίσεις του Ομίλου ΠΕ για τις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών ή όσον αφορά σε άλλα φορολογικά θέματα στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να γίνουν οι κατάλληλες διορθώσεις στο φορολογητέο εισόδημα μιας Συνιστώσας Οντότητας. 275

Άρθρο 17. Όρια (άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους-μέλους τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις συνήθεις πηγές πληροφόρησης τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

2.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διεξάγει έρευνες ούτε κοινοποιεί πληροφορίες εάν η διεξαγωγή αυτών των ερευνών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία.

3.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση πληροφοριών, όταν το αιτούν κράτος-μέλος αδυνατεί, για νομικούς λόγους, να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.

4.

Η άρνηση διαβίβασης πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην αποκάλυψη ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η αποκάλυψη θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

5.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή άλλου κράτους-μέλους για τους λόγους που είναι αντίθετη στην ικανοποίηση του αιτήματος παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 18. Υποχρεώσεις (άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος-μέλος, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία διαθέτει για τη συγκέντρωση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή δεν έχει δικό της συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.

2.

Σε καμία περίπτωση το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνείται την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

3.

Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβαση τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του στοιχείου γ΄ του άρθρου 21 του Ν. 1914/1990 (άρθρο 8 παράγραφος 1 της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ) εάν είχε ζητηθεί πριν από την 11 η Μαρτίου 2011.

Άρθρο 19. Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα (άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)

Η Ελλάδα δύναται να αιτηθεί ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με ένα κράτος-μέλος από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος-μέλος παρέχει τέτοια ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία προς τρίτη χώρα. Σε περίπτωση που η Ελλάδα παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος το οποίο επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με την Ελλάδα.

Άρθρο 20. Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι (άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 6 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή τους, το αίτημα συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αποστέλλονται, στο μέτρο του δυνατού, με χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παρ. 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. Τα τυποποιημένα έντυπα μπορούν να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών. 276

2.

Το τυποποιημένο έντυπο που αναφέρεται στην παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρέχει η αιτούσα ελληνική αρχή: 277

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας και, σε περίπτωση ομαδοποιημένων αιτημάτων, όπως αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 6Α, λεπτομερή περιγραφή της ομάδας, 278

β)

τους φορολογικούς λόγους για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες. 279

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται, στον βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις ζητούμενες πληροφορίες, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους μέλους. 280

3.

Οι αυθόρμητα παρεχόμενες πληροφορίες και η αποδοχή τους σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11, αντίστοιχα, τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 14, η πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 15 και οι κοινοποιήσεις σύμφωνα με τις παρ. 3 και 5 του άρθρου 16 και την παρ. 2 του άρθρου 23 αποστέλλονται μέσω των τυποποιημένων εντύπων που εγκρίνει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. 281

4.

Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9ΑΓ πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας τυποποιημένο μηχανογραφημένο μορφότυπο που έχει στόχο τη διευκόλυνση αυτής της αυτόματης ανταλλαγής και ο οποίος εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. 282

5.
6.

Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με: 284

α)

τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 9Α, και 285

β)

τις δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΒ, διενεργείται με τη χρήση τυποποιημένων εντύπων, που εγκρίνονται από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ρυθμίσεων. Τα τυποποιημένα έντυπα περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 9Α και στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ για την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και άλλα σχετικά πεδία που συνδέονται άμεσα με αυτά τα στοιχεία και απαιτούνται για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 9Α και 9ΑΒ αντίστοιχα. 286

Με βάση τις γλωσσικές ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, οι πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 9Α και 9ΑΒ κοινοποιούνται στην ελληνική γλώσσα, υπό την προϋπόθεση ότι τα βασικά στοιχεία των εν λόγω πληροφοριών αποστέλλονται και σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης. 287

7.

Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την Έκθεση ανά Χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 9ΑΑ, πραγματοποιείται μέσω του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στο Παράρτημα ΙΙΙ Τμήμα ΙΙΙ Πίνακες 1, 2 και 3, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ρυθμίσεων, που εγκρίνονται από την Επιτροπή. Με βάση τις ως άνω γλωσσικές ρυθμίσεις, οι πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 9ΑΑ μπορεί να κοινοποιούνται στην ελληνική γλώσσα ή και σε οποιαδήποτε άλλη από τις επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας της Ένωσης, με την πρόβλεψη ότι τα βασικά στοιχεία των εν λόγω πληροφοριών αποστέλλονται επίσης και σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης. 288

Άρθρο 21. Πρακτικές ρυθμίσεις (άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 πρέπει να παρέχονται, στο μέτρο του δυνατού, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.

2.

α. Οι αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Οικονομικών δυνάμει των διατάξεων του Π.Δ. 111/2014 (Α'178), όπως εκάστοτε ισχύει, είναι υπεύθυνες για κάθε ανάπτυξη των συστημάτων τους που απαιτείται προκειμένου να είναι δυνατή η ανταλλαγή των πληροφοριών μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του δικτύου CCN, καθώς και για τη διασφάλιση της ασφάλειας των συστημάτων τους. 289

β. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας, κατά το άρθρο 24 παράγραφος 2, ειδοποιούν κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο σε περίπτωση παραβίασης ασφάλειας που αφορά τα δεδομένα του, όταν η παραβίαση αυτή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων ή του ιδιωτικού του βίου. 290

3.

Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του ευρετηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 6 και του δικτύου CCN. 291

4.

Η Ελλάδα παραιτείται από κάθε αξίωση επιστροφής των δαπανών, οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 εκτός, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για αμοιβές εμπειρογνωμόνων.

5.

Τα αιτήματα συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης, και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατόν να συντάσσονται σε οποιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή.

Τα αιτήματα αυτά συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους-μέλους της λαμβάνουσας αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα αρχή δηλώνει το λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.

6.

Οι προς κοινοποίηση πληροφορίες, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α, καταγράφονται σε ασφαλές κεντρικό ευρετήριο για τα κράτη - μέλη, που αναπτύσσεται και υποστηρίζεται υλικοτεχνικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οποίο αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ώστε να πραγματοποιείται η προβλεπόμενη στις εν λόγω παραγράφους αυτόματη ανταλλαγή. Οι προς κοινοποίηση πληροφορίες, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ, καταγράφονται σε ασφαλές κεντρικό ευρετήριο για τα κράτη-μέλη, που αναπτύσσεται και υποστηρίζεται υλικοτεχνικά από την Επιτροπή, το οποίο αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ώστε να πραγματοποιείται η προβλεπόμενη στις εν λόγω παραγράφους αυτόματη ανταλλαγή. Η αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που καταγράφονται στο εν λόγω ευρετήριο. Μέχρι να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω ασφαλές κεντρικό ευρετήριο, η αυτόματη ανταλλαγή που προβλέπεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α και στις παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ διενεργείται, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος και τις ισχύουσες πρακτικές ρυθμίσεις. 292

7.

Πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9ΑΑ παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα με τη χρήση του δικτύου CCN. 293

8.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5 έχει πρόσβαση στην ασφαλή κεντρική διεπαφή της Επιτροπής για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας όταν τα κράτη μέλη επικοινωνούν με τη χρήση τυποποιημένων εντύπων, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 20. 294

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 22. Αξιολόγηση (άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.

2.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, μέσω της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, κοινοποιεί στην Επιτροπή ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 9Α, 9ΑΑ και 9ΑΒ, καθώς και τα πρακτικά αποτελέσματα τα οποία επιτεύχθηκαν. 295

3.

Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή, της παρ.1 του άρθρου 4, παρέχει στην Επιτροπή μέσω της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, για τους σκοπούς της αξιολόγησης των άρθρων 1 έως και 25 στατιστικά στοιχεία. 296

Άρθρο 22Α. Εμπιστευτικότητα των πληροφοριών
1.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 22, από την εκάστοτε αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1 του άρθρου 5 είναι εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές, καθώς και οιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών μπορεί να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη μέλη. 298

2.

Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη μέσω της Επιτροπής, σύμφωνα με την παρ. 1, στην εκάστοτε αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1 του άρθρου 5 καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας. 299

3.

Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που συντάσσονται από την Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες των παρ. 1 και 2, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τις ελληνικές αρχές μόνον για λόγους ανάλυσης, αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμα σε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής. 300

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 23. Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες (άρθρο 24 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή λαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει διεθνούς συμφωνίας με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές κρατών-μελών για τις οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε οποιαδήποτε αιτούσα αρχή.

2.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή επιτρέπεται να κοινοποιεί σε μία τρίτη χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες, πληροφορίες τις οποίες αποκτά από κράτος-μέλος, υπό τον όρο ότι τηρούνται αθροιστικά οι ακόλουθοι όροι:

α)

η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους από την οποία προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για την κοινοποίησή τους στην τρίτη χώρα, και

β)

η εν λόγω τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει την απαιτούμενη συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

3.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24. Προστασία δεδομένων (άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)
1.

Όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25 υπόκεινται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 της 27ης Απριλίου 2016, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119), καθώς και τον ν. 4624/2019 (Α' 137). Οι υποχρεώσεις ενημέρωσης του άρθρου 13 και της παρ. 1 του άρθρου 14 και το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων του άρθρου 15 του Κανονισμού 2016/679/ΕΕ περιορίζονται στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που ο περιορισμός τους συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για τη διασφάλιση σημαντικών στόχων γενικού δημοσίου συμφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας ή άλλου κράτους μέλους, ιδίως επί σημαντικών οικονομικών ή χρηματοοικονομικών, νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών στόχων. Οι αρμόδιες αρχές της Ελλάδας: 301

α)

αποφασίζουν τον περιορισμό των εν λόγω υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τεκμηριώνοντας τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται αυτή η απόφαση, κατόπιν γνώμης του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον ζητηθούν, 302

β)

ενημερώνουν εγγράφως το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση ή περιορισμό της ενημέρωσης ή της πρόσβασης και για τον λόγο αυτής. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί να παραλείπεται εάν η παροχή των σχετικών πληροφοριών υπονομεύει έναν από τους ως άνω σκοπούς, 303

γ)

ενημερώνουν το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. 304

2.

Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα, οι ενδιάμεσοι, οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας και η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων όταν, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού, καθορίζουν τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και τον ν. 4624/2019. 305

3.

Κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή ο ενδιάμεσος ή ο Δηλών Φορέας Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας, ανάλογα με την περίπτωση: 306

α)

ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν συλλέγονται και διαβιβάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25, και 307

β)

παρέχει σε κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο όλες τις πληροφορίες που δικαιούται να λάβει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων ώστε να έχει επαρκή χρόνο να ασκήσει τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων του και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την υποβολή των πληροφοριών. 308

Παρά την περ. β), οι Δηλούντες Φορείς Εκμετάλλευσης Πλατφόρμας ενημερώνουν τους Δηλωτέους Πωλητές για το δηλωθέν Αντίτιμο. 309

4.

Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών των εν λόγω άρθρων και σύμφωνα με τους κανόνες περί παραγραφής κάθε υπευθύνου επεξεργασίας. 310

5.

Στην περίπτωση παραβίασης δεδομένων στην Ελλάδα: 311

α)

Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ερευνούν την παραβίαση δεδομένων και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τον περιορισμό των συνεπειών της και την αποκατάστασή της. 312

β)

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 5: 313

βα)

αναφέρει την παραβίαση δεδομένων και κάθε επακόλουθη διορθωτική ενέργεια στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση, 314

ββ)

ζητά την αναστολή της πρόσβασης στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών που έχει αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Ένωση («Common Communication Network-CCN») για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως και 25, εάν η παραβίαση των δεδομένων δεν μπορεί να περιοριστεί αμέσως και καταλλήλως, ενημερώνοντας εγγράφως την Επιτροπή, 315

βγ)

δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή από κοινού επαλήθευση ως προς το αν ήταν επιτυχής η αποκατάσταση της παραβίασης δεδομένων. 316

6.

Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 ενημερώνεται από την Επιτροπή σχετικά με: 317

α)

την παραβίαση δεδομένων σε άλλο κράτος μέλος ή άλλα κράτη μέλη που της έχει αναφερθεί ή την οποία γνωρίζει και σχετικά με ενδεχόμενα διορθωτικά μέτρα, 318

β)

την παραβίαση δεδομένων στο κεντρικό ευρετήριο ή στο CCN και διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν, εφόσον από την παραβίαση δεδομένων ενδέχεται να θιγούν οι ανταλλαγές των κρατών μελών μέσω του CCN. Στα διορθωτικά αυτά μέτρα μπορεί να περιλαμβάνεται η αναστολή της πρόσβασης στο κεντρικό ευρετήριο ή στο CCN για τους σκοπούς της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (L 64), έως ότου διορθωθεί η παραβίαση των δεδομένων. 319

7.

Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, δύναται να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου σημειώθηκε παραβίαση δεδομένων, ειδοποιώντας γραπτώς την Επιτροπή και τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Η αναστολή έχει άμεση ισχύ. 320

8.

Τα κράτη μέλη, επικουρούμενα από την Επιτροπή, συμφωνούν επί των πρακτικών ρυθμίσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών διαχείρισης παραβιάσεων δεδομένων που ευθυγραμμίζονται με διεθνώς αναγνωρισμένες ορθές πρακτικές και, κατά περίπτωση, ορίζοντας με συμφωνία τους κοινό υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων, εκτελούντα την επεξεργασία δεδομένων - υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων ή ακολουθώντας συναφή υποδείγματα. 321

Άρθρο 24Α. Κυρώσεις 322
1.

Σε περίπτωση μη υποβολής Έκθεσης ανά Χώρα, στους υπόχρεους της παραγράφου 1 του άρθρου 9ΑΑ επιβάλλεται πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ενώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή υποβολής ανακριβούς Έκθεσης ανά Χώρα επιβάλλεται πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. 323

2.

Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ είναι αρμόδιος για την έκδοση των πράξεων επιβολής των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου. Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α'170) και ιδίως, αυτές που αφορούν το φορολογικό έλεγχο, την επιβολή του προστίμου και την είσπραξη, εφαρμόζονται αναλόγως και για τις πράξεις της παραγράφου 1. 324

Άρθρο 25. Καταργούμενες διατάξεις Πρώτου Μέρους

Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται:

α)

τα άρθρα 19 έως 24α του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του Ν. 1914/1990 , με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων,

β)

τα άρθρα 1 και 2 του Πρώτου Κεφαλαίου του Ν. 3312/2005 , με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2003/93/ΕΚ του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΕΕ L 264 της 15.10.2003) και

γ)

τα άρθρα 3 και 4 του Κεφαλαίου Β΄ του Ν. 3453/2006 (Α΄ 74), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2004/56/ΕΚ του Συμβουλίου της 21 ης Απριλίου 2004 για τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 127 της 29.4.2004).

Οι παραπομπές στις καταργούμενες διατάξεις θεωρείται ότι γίνονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 10 Ιουλίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΙΧΕΛΑΚΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΠΑΝΝΗ

ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 11 Ιουλίου 2013

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ