<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<akomaNtoso xmlns="http://docs.oasis-open.org/legaldocml/ns/akn/3.0"
            xmlns:aade="http://data.aade.gr/eli/ontology#">
   <act contains="originalVersion"
        name="">
      <meta>
         <identification source="#aade">
            <FRBRWork>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#author"
                           href="#aade"/>
               <FRBRcountry value=""/>
            </FRBRWork>
            <FRBRExpression>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRlanguage language=""/>
            </FRBRExpression>
            <FRBRManifestation>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRformat value="xml"
                           aade:generator="2026-q1-rel-0.6.2"/>
            </FRBRManifestation>
         </identification>
         <proprietary source="">
            <aade:diagnostics type="target-char"
                              value="43708"/>
            <aade:diagnostics type="source-char"
                              value="43810"/>
         </proprietary>
      </meta>
      <preface>
         <longTitle>
            <p>Νόμος 4170/2013</p>
         </longTitle>
      </preface>
      <preamble>
         <container name="preamble">
            <p>ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4170</p>
            <p>(ΦΕΚ Α' 163/12-07-2013)</p>
            <p>Ενσωμάτωση της Oδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της ΕΛ.Τ.Ε., αναμόρφωση Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις.</p>
            <p>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</p>
            <p>Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:</p>
         </container>
      </preamble>
      <body>
         <article eId="art_1">
            <num>Άρθρο 1. </num>
            <heading>Σκοπός</heading>
            <content>
               <p>Με τα άρθρα 1 έως και 25 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της υπ΄ αριθ. 2011/16/ΕΕ Οδηγίας του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του Ν. 1914/1990 (A΄ 178 ), όπως ισχύει.</p>
            </content>
         </article>
         <article eId="art_2">
            <num>
               <b>Άρθρο 2.</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
            </heading>
            <paragraph eId="art_2.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Με τα άρθρα 1 έως και 25 ορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες βάσει των οποίων οι ελληνικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές των κρατών-μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας των κρατών-μελών, όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του Ν. 4072/2012 (Α΄ 86) (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_2.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Τα άρθρα 2 έως και 24 δεν θίγουν την εφαρμογή των διατάξεων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των ελληνικών αρχών και των αρχών των κρατών-μελών. Επίσης, δεν θίγουν την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_3">
            <num>
               <b>Άρθρο 3.</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
            </heading>
            <paragraph eId="art_3.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν σε όλους τους φόρους κάθε τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος-μέλος εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και στους δασμούς, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών-μελών. Τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται, επίσης, όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή προς άλλο κράτος-μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές·</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3.para_4">
               <num>4.</num>
               <content>
                  <p>Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν για φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίοι εισπράττονται σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι Συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_4">
            <num>
               <b>Άρθρο 4.</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
            </heading>
            <p>Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 νοούνται ως:</p>
            <paragraph eId="art_4.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>«αρμόδια αρχή» κράτους-μέλους: η αρχή η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν από το κράτος-μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως και 24:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>-</num>
                        <p>η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>-</num>
                        <p>ένα τμήμα διασύνδεσης ή</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>-</num>
                        <p>ένας αρμόδιος υπάλληλος,</p>
                     </item>
                  </blockList>
                  <p>όπως ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται επίσης, ως αρμόδιες αρχές κατ΄ ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 5.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>«κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης»: η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για το λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη-μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>«τμήμα διασύνδεσης»: οποιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_4">
               <num>4.</num>
               <content>
                  <p>«αρμόδιος υπάλληλος»: οποιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_5">
               <num>5.</num>
               <content>
                  <p>«αιτούσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους-μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_6">
               <num>6.</num>
               <content>
                  <p>«λαμβάνουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οποιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους-μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_7">
               <num>7.</num>
               <content>
                  <p>«διοικητική έρευνα»: κάθε έλεγχος, εξακρίβωση και ενέργεια που πραγματοποιούν τα κράτη-μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_8">
               <num>8.</num>
               <content>
                  <p>«ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος»: η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος-μέλος προς το λαμβάνον κράτος-μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_9">
               <num>9.</num>
               <content>
                  <p>«αυτόματη ανταλλαγή»: η συστηματική κοινοποίηση προς άλλο κράτος-μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προ­τέρων καθορισμένα διαστήματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 9 ως διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους-μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία, η οποία μπορεί να ανακτηθεί, σύμφωνα με τις διαδικασίες αυτού του κράτους-μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_10">
               <num>10.</num>
               <content>
                  <p>«αυθόρμητη ανταλλαγή»: η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος-μέλος</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_11">
               <num>11.</num>
               <content>
                  <p>«πρόσωπο»:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>φυσικό πρόσωπο·</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>νομικό πρόσωπο, ή</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου·</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>κάθε άλλο νομικό μόρφωμα οποιουδήποτε χαρακτήρα και μορφής, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει την κυριότητα ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από τα άρθρα 1 έως και 25</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_12">
               <num>12.</num>
               <content>
                  <p>«με ηλεκτρονικά μέσα» ή «ηλεκτρονικά»: η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_4.para_13">
               <num>13.</num>
               <content>
                  <p>«δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_5">
            <num>
               <b>Άρθρο 5.</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Οργάνωση (άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
            </heading>
            <paragraph eId="art_5.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Ως «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζεται η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για κάθε σχετική μεταβολή. </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης», κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2, ορίζεται το Τμήμα Γ΄ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών.</p>
                  <p>Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργεί:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>ως « αιτούσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 5, που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, και</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>ως «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 6, που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής.</p>
                     </item>
                  </blockList>
                  <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών-μελών σχετικά με τον ορισμό της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών συνεργάζεται με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_4">
               <num>4.</num>
               <content>
                  <p>Ως «τμήματα διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 ορίζονται:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>η Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, και</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>η Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών.</p>
                     </item>
                  </blockList>
                  <p>Τα τμήματα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργούν ως «αιτούσα αρχή» και «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφοι 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση, για το σκοπό της εφαρμογής της διοικητικής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 12 και 13.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_5">
               <num>5.</num>
               <content>
                  <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ορίζει τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης, εκτός των αναφερόμενων στην παράγραφο 4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συνιστάται το τμήμα ή τα τμήματα αυτά και καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία τους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών με ευθύνη της ενημερώνει τον κατάλογο των τμημάτων διασύνδεσης και τον διαθέτει στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών-μελών και στην Επιτροπή. </p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_6">
               <num>6.</num>
               <content>
                  <p>Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης αποστέλλει ή λαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_7">
               <num>7.</num>
               <content>
                  <p>Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης λαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται διοικητικές ενέργειες εκτός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_8">
               <num>8.</num>
               <content>
                  <p>Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ενεργούν ως αρμόδιες αρχές κατ΄ ανάθεση. </p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <chapter eId="chap_2">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ</b>
            </heading>
            <section eId="chap_2.sec_1">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Α΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_6">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 6.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος (άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_6.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οποιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, που διαθέτει ή αποκτά κατόπιν ελέγχων ή άλλων διοικητικών ενεργειών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_6.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται να αποστείλει αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών στη λαμβάνουσα αρχή κράτους-μέλους, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_7">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 7.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διοικητικές έρευνες (άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_7.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_7.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Το αίτημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 6 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ή άλλων συγκεκριμένων διοικητικών ενεργειών. Εάν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια ελέγχου ή άλλων διοικητικών ενεργειών, αιτιολογεί αμέσως τη θέση αυτή στην αιτούσα αρχή κράτους-μέλους. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_7.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει τον αιτούμενο έλεγχο ή τις άλλες διοικητικές ενέργειες, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες, όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στην Ελλάδα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_7.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Σε περίπτωση αιτιολογημένου ρητού αιτήματος από την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στην κείμενη νομοθεσία.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_8">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 8.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμίες (άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_8.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 6 το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος.</p>
                        <p>Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες, τότε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή τις διαβιβάζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία αυτήν.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_8.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή και η αιτούσα αρχή κράτους-μέλους δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_8.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή κράτους-μέλους την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνει χώρα, ει δυνατόν, με ηλεκτρονικά μέσα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_8.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή κράτους-μέλους τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, τις οποίες ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_8.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος σχετικά με τους λόγους καθυστέρησης της απάντησης και την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_8.para_6">
                     <num>6.</num>
                     <content>
                        <p>Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών και σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
            <section eId="chap_2.sec_2">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Β΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ</b>
               </heading>
               <article eId="art_9">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 9.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_9.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1 η Ιανουαρίου 2014 και εξής σχετικά με φορολογικούς κατοίκους του κράτους-μέλους που λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες, όσον αφορά τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτους-μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία:</p>
                        <blockList>
                           <item>
                              <num>α)</num>
                              <p>εισόδημα από απασχόληση,</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>β)</num>
                              <p>αμοιβές διευθυντών,</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>γ)</num>
                              <p>προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα,</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>δ)</num>
                              <p>συντάξεις,</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>ε)</num>
                              <p>ακίνητη περιουσία και εισόδημα από ακίνητη περιουσία.</p>
                           </item>
                        </blockList>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Οι πληροφορίες κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Πριν από την 1 η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για εισόδημα ή κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει ένα οριακό ποσό, για κατηγορίες εισοδήματος ή κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Πριν από την 1η Ιουλίου 2016, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει στην Επιτροπή ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών και, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_6">
                     <num>6.</num>
                     <content>
                        <p>Σε περίπτωση που η Ελλάδα συμφωνήσει για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει με άλλα κράτη-μέλη, κοινοποιεί τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_7">
                     <num>7.</num>
                     <content>
                        <p>Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα πληροφοριακά μέσα, η παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη ειδικότερη λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, η οποία λαμβάνει χώρα μεταξύ Ελλάδας και κρατών-μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που θεσπίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_9.para_8">
                     <num>8.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2015.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
            <section eId="chap_2.sec_3">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Γ΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ</b>
               </heading>
               <article eId="art_10">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 10.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_10.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να κοινοποιεί αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε αυτήν και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_10.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιεί οπωσδήποτε τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες, τις οποίες λαμβάνει από τις ημεδαπές αρχές, στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους-μέλους σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:</p>
                        <blockList>
                           <item>
                              <num>α)</num>
                              <p>οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι στο άλλο κράτος-μέλος υφίσταται διαφυγή φόρων</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>β)</num>
                              <p>ένας φορολογούμενος επιτυγχάνει στην Ελλάδα μείωση ή απαλλαγή φόρου, η οποία συνεπάγεται γι΄ αυτόν αύξηση φόρου ή υπαγωγή σε φόρο στο άλλο κράτος-μέλος</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>γ)</num>
                              <p>επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται, μεταξύ ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο στην Ελλάδα και ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο σε άλλο κράτος-μέλος, σε μία ή περισσότερες άλλες χώρες, κατά τέτοιον τρόπο που να ενδέχεται να συνεπάγονται μείωση φόρου στην Ελλάδα ή στο άλλο κράτος-μέλος ή και στα δύο</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>δ)</num>
                              <p>οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι υφίσταται μείωση φόρου, η οποία προκύπτει από εικονικές μεταφορές κερδών εντός ομάδων επιχειρήσεων</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>ε)</num>
                              <p>από πληροφορίες που διαβίβασε στην Ελλάδα η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέλους συνάγονται πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της επιβολής φόρου σε αυτό το άλλο κράτος-μέλος.</p>
                           </item>
                        </blockList>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_10.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιούνται οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_11">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 11.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμίες (άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_11.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία καθίστανται διαθέσιμες οι αναφερόμενες στο άρθρο 10 παράγραφος 2 πληροφορίες, διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους-μέλους το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός από τη στιγμή που κατέστησαν διαθέσιμες σε αυτήν.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_11.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, στην οποία κοινοποιούνται πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 επιβεβαιώνει, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός επτά εργάσιμων ημερών, την παραλαβή των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που τις παρέσχε.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_3">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ</b>
            </heading>
            <section eId="chap_3.sec_1">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Α΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_12">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 12.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες υπαλλήλων αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών (άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_12.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Μετά από αίτημα της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους-μέλους στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και σχετική εισήγηση της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, μπορεί να συμφωνηθεί, στο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας και με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, η παρουσία εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αιτούσας αρχής στα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_12.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η παρουσία των αλλοδαπών εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων περιορίζεται:</p>
                        <blockList>
                           <item>
                              <num>α)</num>
                              <p>στην ανταλλαγή πληροφοριών με υπαλλήλους της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, και</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>β)</num>
                              <p>στην παρουσία τους κατά τις διοικητικές έρευνες που διεξάγονται από τα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, χωρίς το δικαίωμα διεξαγωγής συνέντευξης με υπόχρεους ή τρίτους.</p>
                           </item>
                        </blockList>
                        <p>Η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διοικητικές έρευνες πρέπει να αφορούν αποκλειστικά συναλλαγές μεταξύ υπόχρεων της αιτούσας αρχής άλλου κράτους-μέλους και ημεδαπών υπόχρεων. Σε περίπτωση που οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα, οι αλλοδαποί εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι μπορούν να λαμβάνουν αντίγραφα των εγγράφων αυτών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_12.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Οι ημεδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν αιτιολογημένα να ζητούν, μέσω του αρμόδιου τμήματος διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, την παρουσία δικών τους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων στα γραφεία των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_12.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Οι υπάλληλοι που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το αιτούν κράτος-μέλος να είναι παρόντες σε ένα άλλο κράτος-μέλος, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και τα επίσημα καθήκοντά τους.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
            <section eId="chap_3.sec_2">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Β΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ</b>
               </heading>
               <article eId="art_13">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 13.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ταυτόχρονοι έλεγχοι (άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_13.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Δύο ή περισσότερα κράτη-μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, το καθένα από το έδαφός του, σε έναν ή περισσότερους υπόχρεους σε φορολογίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη-μέλη, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών που συγκεντρώνονται από τους ελέγχους αυτούς.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει, αποδέχεται ή απορρίπτει και αποστέλλει προτάσεις για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, από τις αιτούσες και προς τις λαμβάνουσες αρχές των άλλων κρατών-μελών, αντίστοιχα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, επιλέγει ανεξάρτητα τους υπόχρεους που προτίθεται να προτείνει για ταυτόχρονο έλεγχο, τόσο αυτούς που φορολογούνται στην Ελλάδα όσο και αυτούς που φορολογούνται σε άλλα κράτη - μέλη. Υποβάλλει αίτημα στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους, υπόχρεοι του οποίου ζητά να είναι υποκείμενοι στον έλεγχο, στο οποίο παραθέτει τους λόγους της επιλογής και καθορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προτείνει να διενεργηθούν οι έλεγχοι αυτοί.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, ορίζει υπάλληλο ως αντιπρόσωπο έναντι των λοιπών κρατών-μελών που συμμετέχουν στον ταυτόχρονο έλεγχο για να κατευθύνει και να συντονίζει τον έλεγχο.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Στις περιπτώσεις υποθέσεων, στις οποίες η αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή κρίνει αναγκαία τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, ενημερώνει αιτιολογημένα το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και, περαιτέρω, το τμήμα αυτό, εφόσον συμφωνεί, μεριμνά για την αποστολή της σχετικής πρότασης στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους ή των άλλων κρατών-μελών, με πλήρη αιτιολόγηση και παροχή όλων των απαραίτητων πληροφοριών και με καθορισμό της χρονικής περιόδου εντός της οποίας θα διενεργηθούν οι ταυτόχρονοι έλεγχοι.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_6">
                     <num>6.</num>
                     <content>
                        <p>Για τις προτάσεις που υποβάλλονται, αντίστοιχα, στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, από τις αιτούσες αρχές των άλλων κρατών-μελών για συμμετοχή της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής σε ταυτόχρονους ελέγχους, αποφαίνεται το ίδιο τμήμα διασύνδεσης, κατόπιν σχετικής εισήγησης και παροχής των απαραίτητων πληροφοριών από την αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή. Το παραπάνω τμήμα διασύνδεσης γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή του άλλου κράτους-μέλους τη συμφωνία του ως προς τη διενέργεια των ταυτόχρονων ελέγχων ή την αιτιολογημένη άρνησή του. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_13.para_7">
                     <num>7.</num>
                     <content>
                        <p>Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού..</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
            <section eId="chap_3.sec_">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ</b>
               </heading>
               <article eId="art_14">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 14.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αίτημα κοινοποίησης (άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_14.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Ύστερα από αίτημα της αιτούσας αρχής κράτους-μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή μεριμνά για την κοινοποίηση στον παραλήπτη πράξεων και αποφάσεων που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους-μέλους και αφορούν την εφαρμογή στο έδαφος του τελευταίου της νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο των άρθρων 1 έως και 25. Το αίτημα κοινοποίησης περιλαμβάνει το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης προς κοινοποίηση και διευκρινίζει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_14.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους-μέλους για τη συνέχεια που δίδει στο αίτημα κοινοποίησης και για την ημερομηνία, κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_14.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαβιβάζει, δια της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, τις παραπάνω πράξεις ή αποφάσεις στην αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία τις κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων ή αποφάσεων και στη συνέχεια αποστέλλει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_14.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Η αιτούσα ελληνική αρχή υποβάλλει αίτημα κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει τις πράξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στην Ελλάδα, ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες. </p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_14.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Οι ελληνικές αρχές δύνανται να κοινοποιούν κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους-μέλους.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
            <section eId="chap_3.sec_">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ</b>
               </heading>
            </section>
            <section eId="chap_3.sec_4">
               <num>
                  <b>ΤΜΗΜΑ Δ΄ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ</b>
               </heading>
               <article eId="art_15">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 15.</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προϋποθέσεις (άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_15.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που τις έλαβε να της αποστείλει σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_15.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 αποστέλλει τέτοια πληροφόρηση για πληροφορίες που έλαβε δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, όταν αυτό ζητείται από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες. Σε περίπτωση που ζητείται τέτοια πληροφόρηση, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, που έλαβε τις σχετικές πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται στα κράτη-μέλη, την πληροφόρηση αυτή προς την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_15.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, προβαίνει σε πληροφόρηση μία φορά κατ΄ έτος σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη, σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί διμερώς.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
            </section>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_4">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ</b>
            </heading>
            <article eId="art_16">
               <num>
                  <b>Άρθρο 16.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γνωστοποίηση πληροφοριών και εγγράφων (άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_16.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι πληροφορίες που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή υπό οποιαδήποτε μορφή δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25 καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο δυνάμει της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, οι οποίες κινούνται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορούμενων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους που κοινοποιεί πληροφορίες και μόνον στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της ελληνικής νομοθεσίας, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή την αιτούσα ελληνική αρχή, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25, μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος-μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 2 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους-μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν την τελευταία. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος-μέλος. Το κράτος-μέλος προέλευσης των πληροφοριών δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή την αιτούσα ελληνική αρχή που έλαβε τις πληροφορίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτο κράτος-μέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 5.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους που έχει λάβει η αιτούσα ελληνική αρχή από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους-μέλους, ως αποδεικτικά στοιχεία στην ίδια βάση με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μια άλλη αρχή της Ελλάδας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_17">
               <num>
                  <b>Άρθρο 17.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Όρια (άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_17.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους-μέλους τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις συνήθεις πηγές πληροφόρησης τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_17.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διεξάγει έρευνες ούτε κοινοποιεί πληροφορίες εάν η διεξαγωγή αυτών των ερευνών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_17.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση πληροφοριών, όταν το αιτούν κράτος-μέλος αδυνατεί, για νομικούς λόγους, να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_17.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η άρνηση διαβίβασης πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην αποκάλυψη ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η αποκάλυψη θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_17.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή άλλου κράτους-μέλους για τους λόγους που είναι αντίθετη στην ικανοποίηση του αιτήματος παροχής πληροφοριών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_18">
               <num>
                  <b>Άρθρο 18.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Υποχρεώσεις (άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_18.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος-μέλος, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία διαθέτει για τη συγκέντρωση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή δεν έχει δικό της συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σε καμία περίπτωση το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνείται την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβαση τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του στοιχείου γ΄ του άρθρου 21 του Ν. 1914/1990 (άρθρο 8 παράγραφος 1 της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ) εάν είχε ζητηθεί πριν από την 11 η Μαρτίου 2011.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_19">
               <num>
                  <b>Άρθρο 19.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα (άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ) </b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Η Ελλάδα δύναται να αιτηθεί ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με ένα κράτος-μέλος από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος-μέλος παρέχει τέτοια ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία προς τρίτη χώρα. Σε περίπτωση που η Ελλάδα παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος το οποίο επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με την Ελλάδα.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_20">
               <num>
                  <b>Άρθρο 20.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι (άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_20.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 6 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή τους, το αίτημα συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αποστέλλονται, στο μέτρο του δυνατού, με χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.</p>
                     <p>Τα τυποποιημένα έντυπα μπορούν να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το τυποποιημένο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρέχει η αιτούσα ελληνική αρχή:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τους φορολογικούς λόγους για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται, στο βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις ζητούμενες πληροφορίες, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους-μέλους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αυθόρμητα παρεχόμενες πληροφορίες και η αποδοχή τους σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11, αντίστοιχα, τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 14 και η πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 15, αποστέλλονται με χρήση του τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αυτόματες ανταλλαγές πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 9, αποστέλλονται με τη χρήση τυποποιημένου ηλεκτρονικού μορφότυπου με στόχο τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και με βάση τον ισχύοντα ηλεκτρονικό μορφότυπο κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 8 του Ν. 3312/2005 (Α΄ 35) (άρθρο 9 της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, ΕΕ L 157 της 26.3.2003).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Ο τυποποιημένος ηλεκτρονικός μορφότυπος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4, πρέπει να χρησιμοποιείται για όλους τους τύπους αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ..</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_21">
               <num>
                  <b>Άρθρο 21.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Πρακτικές ρυθμίσεις (άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_21.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 πρέπει να παρέχονται, στο μέτρο του δυνατού, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι ελληνικές αρχές είναι υπεύθυνες για οποιαδήποτε εξέλιξη των συστημάτων της, η οποία απαιτείται για τη δυνατότητα ανταλλαγής των πληροφοριών αυτών με χρήση του δικτύου CCN. </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου CCN </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η Ελλάδα παραιτείται από κάθε αξίωση επιστροφής των δαπανών, οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 εκτός, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για αμοιβές εμπειρογνωμόνων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Τα αιτήματα συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης, και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατόν να συντάσσονται σε οποιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή.</p>
                     <p>Τα αιτήματα αυτά συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους-μέλους της λαμβάνουσας αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα αρχή δηλώνει το λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_5">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_22">
               <num>
                  <b>Άρθρο 22.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αξιολόγηση (άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_22.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_22.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, κοινοποιεί στην Επιτροπή μια ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 9, καθώς και των πρακτικών αποτελεσμάτων τα οποία επετεύχθησαν. Η μορφή και οι όροι κοινοποίησης αυτής της ετήσιας αξιολόγησης εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_22.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, παρέχει στην Επιτροπή για τους σκοπούς της αξιολόγησης των άρθρων 1 έως και 25 στατιστικά στοιχεία, που συντάσσει η Επιτροπή, με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ. </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_22.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3, χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</p>
                     <p>Αυτές οι πληροφορίες, καθώς και οποιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών, μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη-μέλη. Αυτές οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους-μέλους που τις έλαβε.</p>
                     <p>Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που καταρτίζει η Επιτροπή και που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τα κράτη-μέλη μόνον για λόγους ανάλυσης αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμες σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_5">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_23">
               <num>
                  <b>Άρθρο 23.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες (άρθρο 24 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_23.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή λαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει διεθνούς συμφωνίας με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές κρατών-μελών για τις οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε οποιαδήποτε αιτούσα αρχή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, ή η αιτούσα ελληνική αρχή επιτρέπεται να κοινοποιεί σε μία τρίτη χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες, πληροφορίες τις οποίες αποκτά από κράτος-μέλος, υπό τον όρο ότι τηρούνται αθροιστικά οι ακόλουθοι όροι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους από την οποία προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για την κοινοποίησή τους στην τρίτη χώρα, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η εν λόγω τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει την απαιτούμενη συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με την παράγραφο 2.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_7">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_24">
               <num>
                  <b>Άρθρο 24.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προστασία δεδομένων (άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Η ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών ερευνών, γίνεται κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των δεδομένων, τόσο από την αιτούσα αρχή όσο και από τη λαμβάνουσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2472/1997 (Α΄ 50) λαμβανομένων υπόψη και όσων ορίζονται στα άρθρα 15 παράγραφος 1, 16 παράγραφος 1 και 17 του παρόντος νόμου. Την αιτιολογία εξετάζει η λαμβάνουσα ή η αιτούσα, αντίστοιχα, ελληνική αρχή.</p>
                  <p>Η ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 2472/1997 .</p>
                  <p>Για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως και 25 και ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη πράξη της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, μπορεί να αποφασίζεται εξαίρεση της άσκησης των δικαιωμάτων των άρθρων 11 και 12 του Ν. 2472/1997.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_25">
               <num>
                  <b>Άρθρο 25.</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Καταργούμενες διατάξεις Πρώτου Μέρους</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>τα άρθρα 19 έως 24α του Κεφαλαίου Β΄ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του Ν. 1914/1990 , με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>τα άρθρα 1 και 2 του Πρώτου Κεφαλαίου του Ν. 3312/2005 , με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2003/93/ΕΚ του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΕΕ L 264 της 15.10.2003) και</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>τα άρθρα 3 και 4 του Κεφαλαίου Β΄ του Ν. 3453/2006 (Α΄ 74), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2004/56/ΕΚ του Συμβουλίου της 21 ης Απριλίου 2004 για τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 127 της 29.4.2004).</p>
                     </item>
                  </blockList>
                  <p>Οι παραπομπές στις καταργούμενες διατάξεις θεωρείται ότι γίνονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.</p>
               </content>
            </article>
         </chapter>
      </body>
      <conclusions>
         <container name="signature">
            <p>Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.</p>
            <p>Αθήνα, 10 Ιουλίου 2013</p>
            <p>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</p>
            <p>ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ</p>
            <p>ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ</p>
            <p>ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ                                                        ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ</p>
            <p>ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ                                       ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΙΧΕΛΑΚΗΣ</p>
            <p>ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ                      ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ</p>
            <p>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ                   ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΠΩΤΟΠΟΥΛΟΣ</p>
            <p>ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΜΙΣΗΣ ΚΑΙ                        ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ</p>
            <p>ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ                      ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ</p>
            <p>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ                                         ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ</p>
            <p>ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ</p>
            <p>ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ                                        ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ</p>
            <p>ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ                                     ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΠΑΝΝΗ</p>
            <p>                                                 ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ</p>
            <p>                                           ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ</p>
            <p>Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.</p>
            <p>Αθήνα, 11 Ιουλίου 2013</p>
            <p>Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ</p>
            <p>ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ</p>
         </container>
      </conclusions>
   </act>
</akomaNtoso>