<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<akomaNtoso xmlns="http://docs.oasis-open.org/legaldocml/ns/akn/3.0"
            xmlns:aade="http://data.aade.gr/eli/ontology#">
   <act contains="originalVersion"
        name="">
      <meta>
         <identification source="#aade">
            <FRBRWork>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#author"
                           href="#aade"/>
               <FRBRcountry value=""/>
            </FRBRWork>
            <FRBRExpression>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRlanguage language=""/>
            </FRBRExpression>
            <FRBRManifestation>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRformat value="xml"
                           aade:generator="2026-q1-rel-0.6.2"/>
            </FRBRManifestation>
         </identification>
         <proprietary source="">
            <aade:diagnostics type="target-char"
                              value="616062"/>
            <aade:diagnostics type="source-char"
                              value="613635"/>
         </proprietary>
      </meta>
      <preamble>
         <formula name="">
            <p>
               <b>ΕΦΗΜΕΡΙΣΤΗΣΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ</b>
               <br/>
               <b>ΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</b>
            </p>
         </formula>
         <container name="preamble">
            <p>
               <b>Αρ.Φύλλου 87</b>
            </p>
            <p>23 Ιουλίου 2015</p>
         </container>
         <formula name="">
            <p>NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4335</p>
         </formula>
         <container name="preamble">
            <p>
               <i>Επείγονταμέτραεφαρμογήςτουν.4334/2015(Α΄80).</i>
            </p>
         </container>
         <formula name="">
            <p>
               <b>ΟΠΡΟΕΔΡΟΣΤΗΣΕΛΛΗΝΙΚΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</b>
               <br/>Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:</p>
         </formula>
      </preamble>
      <body>
         <article eId="art_1">
            <num>
               <b>Άρθρο1</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΤροποποιήσειςστονΚώδικαΠολιτικήςΔικονομίας</b>
            </heading>
            <p modification="true">«Άρθρο πρώτο</p>
            <p modification="true">1. Από το ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ (ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, άρθρα 1 έως 207) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργείται η διάταξη του άρθρου 147 παράγραφος 3.</p>
            <p modification="true">2. Από το ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ (ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, άρθρα 1 έως 207) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 16, 17, 47, 58 παράγραφος 1, 79 παράγραφοι 1, 89, 91 παράγραφοι 1, 94 παράγραφοι 1 και 2, 115, 117 παράγραφοι 1, 118, 119 παράγραφοι 1 και 4, 126 παράγραφοι 1, 128 παράγραφοι 1, 143 παράγραφοι 1, 147 παράγραφοι 2, 148, 190 παράγραφος 2, 192, 200, 204, 205 και 207 παράγραφος 2 ως εξής:</p>
            <p modification="true"
               modification-restarting="true">«Άρθρο 16</p>
            <p modification="true">Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ:</p>
            <p modification="true">1) οι διαφορές από μίσθωση πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, 2) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την εργασία αυτή, ανάμεσα στους εργαζομένους ή τους διαδόχους τους ή εκείνους στους οποίους ο νόμος δίνει δικαιώματα από την παροχή της εργασίας των πρώτων και στους εργοδότες ή τους διαδόχους τους, 3) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με αφορμή την εργασία αυτή, ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται από κοινού στον ίδιο εργοδότη, 4) οι διαφορές ανάμεσα στους επαγ- γελματίες ή τους βιοτέχνες, είτε μεταξύ τους είτε με τους πελάτες τους, από την παροχή εργασίας ή ειδών που κατασκεύασαν αυτοί, 5) οι διαφορές από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διατάξεις που εξομοιώνονται με διατάξεις συλλογικής σύμβασης, είτε ανάμεσα σε αυτούς, που δεσμεύονται από αυτές, είτε ανάμεσα σε αυτούς και τρίτους, 6) οι διαφορές ανάμεσα σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και στους ασφαλισμένους σε αυτούς ή τους διαδόχους τους ή εκείνους που κατά το νόμο έχουν δικαιώματα από τη σχέση ασφάλισης, 7) οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 15 αρ. 11, συμβολαιογράφων, άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, διπλωματούχων μαιών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, μεσιτών που έχουν διοριστεί νόμιμα, ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών, όπως και αν χαρακτηρίζεται η σχέση από την οποία προκύπτουν και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή για τον τρόπο της πληρωμής της, 8) οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις διαιτητών, εκτελεστών διαθηκών, διαχειριστών σε ιδιοκτησία κατά ορόφους ή διαχειριστών που διορίστηκαν από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών για τις αμοιβές και τα έξοδά τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή για τον τρόπο της πληρωμής της, 9) οι διαφορές που αφορούν το ποσοστό ή την πληρωμή του ασφαλίστρου, 10) οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των πραγματογνωμόνων, των διαιτητών πραγματογνωμόνων και των εκτιμητών, με οποιοδήποτε τρόπο και αν διορίστηκαν, ή των καθολικών διαδόχων τους, 11) οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για αποζημίωση ή τους διαδόχους τους, όπως και οι απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, ανάμεσα στιςασφαλιστικές εταιρίες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους, 12) οι διαφορές από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών ή ακινήτων.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 17</p>
            <p modification="true">Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε:</p>
            <p modification="true">1) οι διαφορές που αφορούν το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου, την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του γάμου, τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, καθώς και εκείνες του άρθρου 592 αρ. 2,</p>
            <p modification="true">2) οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 3, καθώς και εκείνες που αφορούν τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης και την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης,</p>
            <p modification="true">3) με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 1 περίπτωση γ' , οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων και</p>
            <p modification="true">4) οι διαφορές που αφορούν την ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 47</p>
            <p modification="true">Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 58</p>
            <p modification="true">1. Η αίτηση για την εξαίρεση που υποβάλλεται έως την έναρξη της συζήτησης γίνεται με την κατάθεση εγγράφου στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της εξαίρεσης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 79</p>
            <p modification="true">1. Αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως στον πρώτο βαθμό.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 89</p>
            <p modification="true">Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται στον προ- σεπικαλούμενο. Η άσκηση της προσεπίκλησης έχει τααποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 91</p>
            <p modification="true">1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 238, όποιος έχει έν- νομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 94</p>
            <p modification="true">1. Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.</p>
            <p modification="true">2. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο ειρηνοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 115</p>
            <p modification="true">1. Η διαδικασία πριν από τη δημόσια συνεδρίαση καιέξω από το ακροατήριο είναι πάντοτε έγγραφη.</p>
            <p modification="true">2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 στον πρώτο βαθμό, καθώς και στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική.</p>
            <p modification="true">3. Με την επιφύλαξη των υποθέσεων των μικροδιαφο- ρών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 117</p>
            <p modification="true">1. Ουσιώδη προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση είναι:</p>
            <p modification="true">α) να συντάσσεται όταν γίνεται η πράξη με την παρουσία όσων συμπράττουν,</p>
            <p modification="true">β) να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο που γίνεται η πράξη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου κάθε προσώπου που είναι παρόν,</p>
            <p modification="true">γ) να διαβάζεται στους παρόντες διαδίκους και στα άλλα πρόσωπα που συμπράττουν και να επιβεβαιώνεται από αυτούς,</p>
            <p modification="true">δ) να υπογράφεται από το δικαστή ή δικαστικό υπάλληλο που τη συνέταξε, από το γραμματέα που συνέπρα- ξε, από τους παρόντες διαδίκους και τα άλλα πρόσωπα που συνέπραξαν ή να αναφέρεται η άρνηση ή η αδυναμία τους να υπογράψουν.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 118</p>
            <p modification="true">Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν:</p>
            <p modification="true">1) το δικαστήριο ή τον δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη,</p>
            <p modification="true">2) το είδος του δικογράφου,</p>
            <p modification="true">3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμωναντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους,</p>
            <p modification="true">4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και</p>
            <p modification="true">τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 119</p>
            <p modification="true">1. Τα δικόγραφα της αγωγής, της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναίρεσης, της αναψηλάφησης, της τριτανακοπής, της ανακοπής εναντίον εξώδικων και δικαστικών πράξεων, της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοίνωσης και της προσεπίκλησης πρέπει να περιέχουν, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρον 118, και ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης, και ιδίως οδό και αριθμό της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, του νόμιμου αντιπροσώπου του και του δικαστικού πληρεξουσίου του. Τα δικόγραφα περιέχουνεπίσης τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξούσιων δικηγόρων.</p>
            <p modification="true">4. Τα δικόγραφα κάθε φύσεως, είναι δυνατόν να υποβάλλονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α' 125). Κατά τονίδιο τρόπο είναι δυνατό να υποβάλλονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις αποδεικτικά μέσα. Το δικόγραφο που έχει υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη, που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την άνω έννοια και θα περιέχει και την έκθεση κατάθεσης.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 126</p>
            <p modification="true">1. Η επίδοση γίνεται: α) προσωπικά σε εκείνον στονοποίο απευθύνεται το έγγραφο, β) για πρόσωπα που δεν έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, στο νόμιμοαντιπρόσωπό τους, γ) για νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπων, στον εκπρόσωπό τους, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, δ) για το δημόσιο, σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 128</p>
            <p modification="true">1. Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 143</p>
            <p modification="true">1. 0 δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητηςαπόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 147</p>
            <p modification="true">2. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για τις προθεσμίες των άρθρων 503, 518 παρ. 1, 545 παράγραφοι 1 και 2, 564 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και των άρθρων 153, 215 παράγραφος 2, 237 παράγραφος 1, 238 παράγραφος 1,598, 632 παράγραφος 2, 633 παράγραφος 2, 642, 715 παράγραφος 5, 729 παράγραφος 5, 847 παράγραφος 1, 926 παράγραφος 2, 934 παράγραφος 1 στοιχεία α' και β', 943 παράγραφος 4, 955, 966 παράγραφοι 2 και 3, 971 παράγραφος 1, 972 παράγραφος 1 στοιχείο β' , 973, 974, 979 παράγραφος 2, 985 παράγραφος 1, 986, 988 παράγραφος 1, 995 και 997 παράγραφος 2.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 148</p>
            <p modification="true">0ι προθεσμίες που ορίζει ο νόμος ή ο δικαστής καιαφορούν τη διαδικασία μπορούν να παραταθούν από τους διαδίκους, με συμφωνία αυτών, μόνο εφόσον συμφωνεί ο δικαστής ή από τον ίδιο τον δικαστή, ο οποίος σταθμίζει τις ειδικές κάθε φορά περιστάσεις. Η δυνατότητα αυτή δεν ισχύει για τις προθεσμίες ένδικων μέσων.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 190</p>
            <p modification="true">2. 0 κατάλογος της παραγράφου 1 μπορεί να περιλη- φθεί και στις προτάσεις που υποβάλλονται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 ο κατάλογος υποβάλλεται μόνο με τις προτάσεις.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 192</p>
            <p modification="true">Σε περίπτωση αποδοχής ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης ή παραίτησης, είτε από αυτήν είτε από ολόκληρη τη δίκη, αν εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191, διαφορετικά η εκκαθάριση των εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. από το μονομελές πρωτοδικείο ή από το ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σε αυτό.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 200</p>
            <p modification="true">1. Ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η απόφαση που χορηγεί το ευεργέτημα της πενίας ή και μεταγενέστερη απόφαση διορίζει έναν δικηγόρο, ένα συμβολαιογράφο και ένα δικαστικό επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον άπορο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν τη βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι διάφορες πράξεις. Αυτοί έχουν υποχρέωση να δεχτούν την εντολή και να δίνουν τη βοήθειά τους στον άπορο χωρίς αξίωση προκαταβολής αμοιβής δικαιωμάτων.</p>
            <p modification="true">2. 0 διορισμός δικηγόρου με την απόφαση ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον άπορο, στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97, εκτός αν η απόφαση ύστερα από αίτηση του απόρου, την περιορίζει ή την επεκτείνει.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 204</p>
            <p modification="true">Αν οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους πέτυχαν την παροχή του ευεργετήματος της πενίας με αναληθείς δηλώσεις και στοιχεία, ο δικαστής, που αποφασίζει την ανάκληση του ευεργετήματος, τους καταδικάζει σε χρηματική ποινή από εκατό (100) ευρώ έως διακόσια (200) ευρώ που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, χωρίς να αποκλείεται υποχρέωσή τους να καταβάλουν τα ποσά από τα οποία είχαν απαλλαγεί, ούτε και η ποινική τους δίωξη. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 205</p>
            <p modification="true">Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφαση του, επιβάλλει στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προ- κύψει από τη δίκη που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 207</p>
            <p modification="true">2. Αν αυτός που θορυβεί ή ο παραβάτης είναι δικηγόρος, το δικαστήριο, είτε πρόκειται για συνεδρίαση στοακροατήριο, είτε πρόκειται για ενέργεια πράξης έξω από αυτό, εφαρμόζει το άρθρο 155 του Κώδικα Δικηγόρων».</p>
            <paragraph eId="art_1.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Στο ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ (ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, άρθρα 1 έως 207) εισάγονται οι νέες διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφιο γ’ του άρθρου 14, της παραγράφου 2 του άρθρου 116 και του άρθρου 116Α ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 14</p>
                  <p modification="true">γ) οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 116</p>
                  <p modification="true">2. Το δικαστήριο, οι διάδικοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των διαδίκων οφείλουν να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, τηνεμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, τηνέγκαιρη προβολή ισχυρισμών και προσαγωγή αποδεικτικών μέσων στην επίσπευση της δίκης και στην ταχείαεπίλυση της διαφοράς.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 116Α</p>
                  <p modification="true">Το δικαστήριο ενθαρρύνει σε κάθε στάση της δίκης και σε κάθε διαδικασία τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, την επιλογή της διαμεσολάβησης ως μέτρο εξώδι- κης επίλυσης της διαφοράς, υποστηρίζει σχετικές πρωτοβουλίες των διαδίκων και μπορεί να διατυπώνει προτάσεις συμβιβασμού με συνεκτίμηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_2">
            <num>Άρθρο δεύτερο</num>
            <heading>1 . Από το ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, άρθρα 208 έως 494) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 208, 211, 229, 231, 233 παράγραφοι 2, 3 και 4, 244, 245 παράγραφος 2, 251, 269, 270, 311, 400 αριθμ. 3 και 472.</heading>
            <p>2 .Από το ίδιο ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, άρθρα 208 έως 494) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 209 παράγραφος 1, 210, 212 παράγραφος 2, 213,215 παράγραφος 2, 223, 226 παράγραφος 2, 228, 230 παράγραφος 1, 232, 237, 238, 254, 260, 263, 268, 271 παράγραφος 1 και 2, 272 παράγραφοι 1 και 3, 273, 274, 275, 276 παράγραφος 1, 277, 286, 287 παράγραφος 1, 293 παράγραφος 1, 294, 297, 305, 317 παράγραφος 3, 318 παράγραφος 1, 340, 370, 393, 394 παράγραφος 1, 398, 461, 466, 468 παράγραφος 1, 469 παράγραφος 1 και 484 παράγραφος 2 ως εξής:</p>
            <p modification="true">«Άρθρο 209</p>
            <p modification="true">1. Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής ειρηνοδίκη. Για το σκοπό αυτόν υποβάλλεται αίτηση προς τον ειρηνοδίκη, στην οποία πρέπει να αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 210</p>
            <p modification="true">1. Ο ειρηνοδίκης κατά τη συμβιβαστική επέμβαση εξετάζει μαζί με τους ενδιαφερομένους ολόκληρη τη διαφορά χωρίς να δεσμεύεται από το ισχύον δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο, εκτιμά ελεύθερα τα διάφορα πραγματικά περιστατικά και προσπαθεί να βρει τρόπο συμβιβασμού. Ιδίως έχει το δικαίωμα να διατάζει αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, την προσαγωγή οποιουδήποτε εγγράφου, την προσωπική εμφάνιση των διαδίκων και μπορεί να εξετάζει μάρτυρες, έστω και χωρίς όρκο, και γενικά να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη για να διευκρινιστεί η διαφορά.</p>
            <p modification="true">2. Ο συμβιβασμός μπορεί να αφορά ολόκληρη τη διαφορά ή μόνο μέρος της.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 212</p>
            <p modification="true">2. Αν η συμβιβαστική επέμβαση αποτύχει, γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά και σημειώνεται από τον ειρηνοδίκη ο λόγος της αποτυχίας.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 213</p>
            <p modification="true">Η αίτηση συμβιβαστικής επέμβασης θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου για να είναι έγκυρος ο συμβιβασμός. Στην περίπτωση αυτή γίνεται σχετική σημείωση στα πρακτικά.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 215</p>
            <p modification="true">Στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30)ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 223</p>
            <p modification="true">Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά ε- ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 226</p>
            <p modification="true">2. Αμέσως μετά την κατάθεση της αγωγής ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο πρωτότυπο της αγωγής της ημέρας και ώρας συζήτησής της, την εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, καθώς και το αντικείμενο της δίκης. Στην περίπτωση του άρθρου 237, κατά τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης της αγωγής ο γραμματέας θέτει στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα ευδιάκριτη σημείωση στην οποία αναγράφεται η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων για τον ενά- γοντα και τον εναγόμενο και επισημαίνεται ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 228</p>
            <p modification="true">Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την κλή- τευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 230</p>
            <p modification="true">1. Οι διατάξεις του άρθρου 228 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 232</p>
            <p modification="true">1. Ο πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου, ο δικαστής του μονομελούς ή ο ειρηνοδίκης μπορούν ύστερα από αίτηση των διαδίκων που υποβάλλεται με την αγωγή ή και αυτοτελώς πριν από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων και πάντως πριν από την ορισμένη δικάσιμο:</p>
            <p modification="true">α) να καλέσουν εγγράφως τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους να εμφανιστούν αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση για να τους υποβληθούν ερωτήσεις και να δώσουν διασαφήσεις για την υπόθεση,</p>
            <p modification="true">β) να ζητήσουν εγγράφως από δημόσια αρχή την προσαγωγή ή αποστολή εγγράφου, που βρίσκεται στην κατοχή της,</p>
            <p modification="true">γ) να διατάξουν την προσαγωγή εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή ενός των διαδίκων ή τρίτου εντός προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο. Ο τρίτος δεν υπο- χρεούται στην προσαγωγή αν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχει υποχρέωση μαρτυρίας ήυπάρχει δικαίωμα αρνήσεως μαρτυρίας ή η προσαγωγή θα συνιστούσε ιδιαίτερη επιβάρυνση για τον τρίτο.</p>
            <p modification="true">2. Αν ο διάδικος ή ο τρίτος κληθεί και αδικαιολόγητα δεν προσκομίσει τα έγγραφα της παραγράφου 1 εδάφιο γ', καταδικάζεται, εκτός από τα δικαστικά έξοδα και σε χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ έως διακοσίων (200) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο. Η άρνηση του διαδίκου ή του τρίτου να προσκομίσει τα έγγραφα εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίγραφο της απόφασης με την οποία καταδικάζεται ο διάδικος ή ο τρίτος γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 237</p>
            <p modification="true">1. Μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής, καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους κατά το άρθρο 96. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης. Η παραπάνω προθεσμία παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες για όλους τους διαδίκους αν οεναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.</p>
            <p modification="true">2. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται μέσα στις επόμενες δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, με την παρέλευση των οποίων κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προ- σκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.</p>
            <p modification="true">3. Η κατάθεση γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων και των αντικρούσεων. Κάθε διάδικος δικαιούται να πάρει ατελώς με δική του δαπάνη αντίγραφα των προτάσεων και των αντικρούσεων των αντιδίκων του και των εγγράφων πουέχουν προσκομίσει. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί και από το δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, την παρέμβαση ή τις προτάσεις ή από τρίτο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το δικηγόρο αυτόν.</p>
            <p modification="true">4. Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστή, ορίζεται, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου, ο δικαστής και για τις υποθέσεις αρμοδιότητας του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην τελευταία περίπτωση ο πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου ορίζει τον εισηγητή. Συγχρόνως ορίζεται ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από τριάντα (30) ημέρες από την παρέλευση της αμέσως πιο πάνω δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Κατ’ εξαίρεση, αν ο προ- βλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων, που ανατίθεται σε κάθε δικαστή, καλυφθεί, ο ορισμός δικαστή και χρόνου συζήτησης της υπό- Θέσης γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται.</p>
            <p modification="true">5. Μετά τη συζήτηση αυτή εκδίδεται η οριστική απόφαση με βάση τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.</p>
            <p modification="true">6. Αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας κρί- νεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στοακροατήριο, ενός από κάθε πλευρά από εκείνους πουέδωσαν ένορκη βεβαίωση ή σε περίπτωση ανυπαρξίας αυτών από τους προτεινόμενους από κάθε πλευρά, μεαπλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες, για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ήδη ορισμένου δικαστή, στον τόπο και στην ημέρα και ώρα που ορίζεται με τη διάταξη αυτή μέσα στο ίδιο δικαστικό έτος, εκτός αν αυτό είναι χρονικά αδύνατο. Η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση της διάταξης μπορεί επίσης να γνωστοποιείται με πρωτοβουλία του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. 0 δικαστής αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα. Αν ο χρόνος εξέτασης των μαρτύρων δεν επαρκεί, επιτρέπεται μόνο διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον τουίδιου δικαστή, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Αν ο χρόνος εξέτασης των μαρτύρων οριστεί για οποιοδήποτε λόγο μέσα στο επόμενο δικαστικό έτος και ηεξέταση των μαρτύρων ενώπιον του ίδιου δικαστή δεν είναι δυνατή, η υπόθεση διαγράφεται από τη χρέωση του συγκεκριμένου δικαστή και ακολουθεί νέα χρέωση για την εξέταση των μαρτύρων και την έκδοση της απόφασης. Στη θέση της διαγραφείσας υπόθεσης στον εισηγητή ή στο δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου ανατίθεται άλλη υπόθεση.</p>
            <p modification="true">7. Μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών. Νέοιισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονταιυπόψη και δεν κατατίθενται νέες προτάσεις.</p>
            <p modification="true">8. Μετά την περάτωση της δίκης οι διάδικοι οφείλουν να αναλάβουν όλα τα σχετικά έγγραφά τους. 0 γραμματέας βεβαιώνει στις προτάσεις κάθε διαδίκου ότι ανέλαβε τα έγγραφά του. Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο πρόεδρος του δικαστηρίου επιτρέπει στο διάδικο να αναλάβει ορισμένο έγγραφο και πριν από την περάτωση της δίκης. Αν το έγγραφο αυτό είναι αναγκαίο, η ανάληψη επιτρέπεται μόνο αφού κατατεθεί επικυρωμένο αντίγραφο. 0ι προτάσεις παραμένουν στο αρχείο του δικαστηρίου.</p>
            <p modification="true">9. Η κατάθεση των προτάσεων, καθώς και της προσθήκης, μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 119. Επίσης με ηλεκτρονικά μέσα μπορεί να υποβάλλονται και τα σχετικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους οι διάδικοι.</p>
            <p modification="true">10. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης να παρίστανται σε άλλο τόπο και να ενεργούνεκεί διαδικαστικές πράξεις. Η συζήτηση αυτή μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο, όπου παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.</p>
            <p modification="true">11. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει την εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασης του, η δε σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η εξέταση μεταδίδεται ταυτοχρόνως με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο εξέτασης των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων. Η εξέταση αυτή, η οποία θεωρείται ότι διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, έχει την ίδιααποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 238</p>
            <p modification="true">1. Παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις καιανταγωγές στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Παρεμβάσεις μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους, μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. 0ι παραπάνω προθεσμίες παρατείνονται κατά τριάντα (30) ημέρες για όλους τους διάδικους αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές, γίνεται και στην τελευταία περίπτωση μέσα στις προθεσμίες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 237.</p>
            <p modification="true">2. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα επικαλούμενα με αυτέςαποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 254</p>
            <p modification="true">1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης μπορεί επιπλέον, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρτυρα από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.</p>
            <p modification="true">2. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η σπσία σρίζε- ται τσ συντσμότερσ δυνατό, σι διάδικσι κλητεύσνται τριάντα (30) τσυλάχιστσν ημέρες πριν από αυτήν.</p>
            <p modification="true">3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τσν ίδισ δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πσλυμελσύς δικαστηρίσυ, εκτός αν αυτό είναι για φυσικσύς ή νσμικσύς λόγσυς αδύνατσ.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 260</p>
            <p modification="true">1. Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζσ- νται όλσι σι διάδικσι ή εμφανίζσνται, αλλά δεν μετέχσυν κανσνικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.</p>
            <p modification="true">2. Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 αν σι διάδικσι δεν λάβσυν κανσνικά μέρσς στη δίκη η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται. Αν παρέλθσυν εξήντα (60) ημέρες από τη ματαίωση χωρίς να ζητηθεί σ πρσσδισρισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από τσ πινάκισ και η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Για τη νέα συζήτηση εφαρμόζσνται αναλόγως σι πρσθεσμίες των άρθρων 215 παράγραφσς 2 και 237 παράγραφσι 1 και 2.</p>
            <p modification="true">3. Η με σπσισνδήπστε τρόπσ ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης απστελεί διαδικαστική πράξη τσυ δικαστηρίσυ.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 263</p>
            <p modification="true">Κατά τη συζήτηση και στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 με τις πρστάσεις πρέπει να πρστείνσνται, με πσινή απαραδέκτσυ: α) η αναρμσδιότητα, εκτός αν δενεπιτρέπεται παρέκταση, β) η υπαγωγή της διαφσράς σε διαιτησία, γ) η έλλειψη εγγυσδσσίας, δ) η μη καταβσλή των εξόδων της πρσηγσύμενης δίκης, ε) η ύπαρξη πρσ- θεσμίας για την απσπσίηση κληρσνσμίας, στ) η πρσσεπί- κληση σμσδίκων ή υπόχρεων για απσζημίωση.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 268</p>
            <p modification="true">1. Μετά την εκκρεμσδικία σ εναγόμενσς μπσρεί ναασκήσει ανταγωγή.</p>
            <p modification="true">2. Στην περίπτωση αναγκαστικής σμσδικίας επιτρέπεται ανταγωγή μόνσ όταν ασκείται από όλσυς ή εναντίσν όλων των σμσδίκων.</p>
            <p modification="true">3. Δεν μπσρεί να ασκηθεί ανταγωγή για υπόθεση πσυ υπάγεται σε ειδική διαδικασία, αν η αγωγή δικάζεται κατά τη γενική ή άλλη ειδική διαδικασία και αντίστρσφα.</p>
            <p modification="true">4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφσ. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απσρριφθεί ή σ ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 271</p>
            <p modification="true">1. Αν σ εναγόμενσς δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, τσ δικαστήρισ εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα.</p>
            <p modification="true">2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην τσυ εναγσμένσυ. Διαφσρετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αγωγή.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 272</p>
            <p modification="true">1. Αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια τσυ ενάγσντσς και αυτός δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, τσ δικαστήρισ συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απσρρίπτει την αγωγή.</p>
            <p modification="true">3. Αν σ εναγόμενσς άσκησε ανταγωγή εφαρμόζσνται σι διατάξεις τσυ άρθρσυ 271.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 273</p>
            <p modification="true">Αν εκείνσς πσυ άσκησε κύρια παρέμβαση δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, εφαρμόζσνται σι διατάξεις τσυ άρθρσυ 272.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 274</p>
            <p modification="true">1. Αν εκείνσς πσυ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, η διαδικασία πρσχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Όπσισς άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπσρεί να παρίσταται στις επόμενες στάσεις της δίκης και στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις, πρέπει δε να καλείται νόμιμα για αυτό.</p>
            <p modification="true">2. Αν εκείνσς πσυ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβσυν μέρσς κανσνικά στη δίκη και σι δύσ αρχικσί διάδικσι ή σ αντίδι- κσς εκείνσυ υπέρ τσυ σπσίσυ ασκήθηκε η παρέμβαση, τσ δικαστήρισ συζητεί την υπόθεση ερήμην τσυ αντιδίκσυεκείνσυ υπέρ τσυ σπσίσυ ασκήθηκε η παρέμβαση καιεφαρμόζσνται σι διατάξεις των άρθρων 271 και 272, β) αν δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη μόνσ εκείνσς υπέρ τσυ σπσίσυ ασκήθηκε η παρέμβαση, τσ δικαστήρισ συζητεί την υπόθεση ερήμην τσυ μεταξύ εκείνσυ πσυ άσκησε την παρέμβαση και τσυ αντιδίκσυ εκείνσυ υπέρ τσυ σπσίσυ ασκήθηκε η παρέμβαση.</p>
            <p modification="true">3. Αν εκείνσς πσυ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, συμ- μετάσχει στη δίκη ως κύρισς διάδικσς αλλά δεν λάβει μέρσς σ’ αυτήν κανσνικά, επέρχσνται ως πρσς αυτόν σι συνέπειες της απσυσίας τσυ διαδίκσυ τη θέση τσυ σπσίσυ ανέλαβε.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 275</p>
            <p modification="true">Αν δεν έλαβαν μέρσς κανσνικά στη δίκη αυτσί πσυ έ- χσυν πρσσεπικληθεί κατά τσ άρθρσ 86 ή εκείνσς πσυ πρσσεπικάλεσε, αλλά έλαβαν μέρσς κανσνικά σι σμόδι- κσι πσυ πρσσεπικλήθηκαν, εφαρμόζσνται σι διατάξεις τσυ άρθρσυ 76. Αν δεν έλαβαν μέρσς κανσνικά στη δίκη αυτσί πσυ έχσυν πρσσεπικληθεί και εκείνσς πσυ πρσσεπικάλεσε, σι σμόδικσι πσυ πρσσεπικλήθηκαν υπόκεινται στις ίδιες συνέπειες στις σπσίες υπόκειται και εκείνσς πσυ πρσσεπικάλεσε.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 276</p>
            <p modification="true">1. Αν αυτός πσυ έχει πρσσεπικληθεί κατά τσ άρθρσ 87 δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη ή λάβει αλλά δεν κάνει δήλωση για τη σχέση τσυ με τσ επίδικσ ή αμφισβητήσει τσυς ισχυρισμσύς τσυ εναγσμένσυ πσυ τσν πρσσεπικάλεσε σ τελευταίσς μπσρεί να απσδεχτεί την αγωγή.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 277</p>
            <p modification="true">Αν ο ενάγων, ο εναγόμενος ή εκείνος που έχει ασκήσει κύρια παρέμβαση προσεπικάλεσε τους υπόχρεους σε αποζημίωση, τότε: 1) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη αυτοί που έχουν προσεπικληθεί και εκείνος που έχει προσεπικαλέσει δικάζονται ερήμην, 2) αν οι κύριοι διάδικοι λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη αλλά απουσιάζουν αυτοί που έχουν προσεπικληθεί, συζητείται η υπόθεση μεταξύ των πρώτων κατ’ αντιμωλίαν, ενώ αυτοί πουέχουν προσεπικληθεί δικάζονται ερήμην, 3) αν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη αυτοί που έχουν προσεπικληθεί και απουσιάζει ο κύριος διάδικος που τους προσεπικάλεσε, οι πρώτοι έχουν το δικαίωμα είτε να λάβουν τη θέση του κύριου διαδίκου και να συζητήσουν την υπόθεση με τον αντίδικο, είτε απλώς να ασκήσουν παρέμβαση. Στη δεύτερη περίπτωση η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση και το δικαστήριο δικάζει ερήμην τον απόντα προσεπικαλέσαντα διάδικο, 4) αν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη οι κύριοι διάδικοι και αυτοί που έχουν προσεπικληθεί, οι τελευταίοι έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την προσεπίκληση ή να ασκήσουν απλώς παρέμβαση ή να πάρουν τη θέση εκείνου που τους προσεπικάλεσε και να συζητήσουν την υπόθεση με τον αντίδικο.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 286</p>
            <p modification="true">Η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση: α) πε- θάνει κάποιος διάδικος ή νόμιμος αντιπρόσωπός του ή συμβεί άλλη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του ή την εξουσία εκπροσώπησης του νόμιμου αντιπροσώπου, εκτός αν πρόκειται για θάνατο ή άλλες μεταβολές στο πρόσωπο του νόμιμου αντιπροσώπου ανώνυμης εταιρίας, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σωματείου ή ιδρύματος, β) επέλθει περίπτωση αποκατάστασης κληρονομίας ή κληροδοσίας, γ) πτωχεύσει κάποιος διάδικος, εφόσον η δίκη αφορά την πτωχευτική περιουσία ή πεθάνει ήαντικατασταθεί ο σύνδικος ή εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για επικύρωση του πτωχευτικού συμβιβασμού ή για αποκατάσταση, εφόσον έχουν ως αποτέλεσμα την ανάληψη της διαχείρισης της περιουσίας από τον πτωχό που συμβιβάστηκε ή αποκαταστάθηκε, δ) πεθάνει, απολυθεί, εκ- πέσει, παραιτηθεί από το λειτούργημά του ή χάσει γενικά την ικανότητα για εκπροσώπηση και υπεράσπιση του διαδίκου ο δικαστικός πληρεξούσιος κάποιου διαδίκου ή νόμιμου αντιπροσώπου διαδίκου, εκτός αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του έχει στη δίκη περισσότερους δικαστικούς πληρεξούσιους που έλαβαν μέρος σε αυτήν.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 287</p>
            <p modification="true">1. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεταιαπό πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 293</p>
            <p modification="true">1. Οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή ή συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης. Ο συμβιβασμός αυτός, καθώς και εκείνος που περιέχεται στα πρακτικά των παραγράφων 3 του άρθρου 214Α και 5 του άρθρου 214B, καλύπτει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 294</p>
            <p modification="true">Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο. Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 297</p>
            <p modification="true">Η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 305</p>
            <p modification="true">Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει: 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή, 2) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία τους, τη διεύθυνση τηςέδρας τους και τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις, 3) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση των δικαστικών πληρεξουσίων τους, 4) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης, 5) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και 6) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 317</p>
            <p modification="true">3. Αν ο πρόεδρος ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης θεωρούν αναγκαίο να διορθωθεί η απόφαση, κινούν αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία διόρθωσης.</p>
            <p modification="true">Άρθρο 318</p>
            <p modification="true">1. Η συζήτηση γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται ή ερμηνεύεται, και αφού κληθούν οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλσι σι διάδικσι πσυ αναφέρσνται στην απόφαση. Αν τη διόρθωση την πρσκαλεί τσ δικαστήρισ αυτε- παγγέλτως, η κλήση των διαδίκων γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας τσυ δικαστηρίσυ.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 340</p>
            <p modification="true">1. Τσ δικαστήρισ λαμβάνει υπόψη τα απσδεικτικά μέσα πσυ πληρσύν τσυς όρσυς τσυ νόμσυ, σύμφωνα με την πρσβλεπόμενη απσδεικτική δύναμη τσυ καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και απσδεικτικά μέσα πσυ δεν πληρσύν τσυς όρσυς τσυ νόμσυ, με τηνεπιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.</p>
            <p modification="true">2. Εκτός από τις περιπτώσεις πσυ σρίζει ρητά σ νόμσς, τσ δικαστήρισ κρίνει ελεύθερα τα απσδεικτικά μέσα και απσφασίζει κατά συνείδηση αν σι ισχυρισμσί είναι αληθι- νσί. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρσνται σι λόγσι πσυ σδήγησαν τσ δικαστή να σχηματίσει την πεπσίθηση τσυ.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 370</p>
            <p modification="true">1. Τσ δικαστήρισ πσυ δικάζει την υπόθεση μπσρεί νααναθέσει τσ δισρισμό των πραγματσγνωμόνων ή και τσν σρισμό τσυ αριθμσύ τσυς σε άλλσ δικαστήρισ, πσυ ενεργεί σύμφωνα με αίτηση ή παραγγελία, ή σε εντεταλμένσ δικαστή.</p>
            <p modification="true">2. Τσυς πραγματσγνώμσνες μπσρεί να τσυς αντικαταστήσει για εύλσγη αιτία τσ δικαστήρισ πσυ τσυς διόρισε με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 393</p>
            <p modification="true">1. Δεν επιτρέπεται να απσδειχθσύν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλσγικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, πρσγενέστερα, σύγχρσνα ή μεταγενέστερα δικαι- σπραξίας πσυ έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία τσυ αντικειμένσυ τσυς υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα πρσς τσ περιεχόμενσ τσυ εγγράφσυ.</p>
            <p modification="true">2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά τσυ περιεχσμένσυ εγγράφσυ.</p>
            <p modification="true">3. Η εξέταση των μαρτύρων μπσρεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 394</p>
            <p modification="true">1. Εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες:</p>
            <p modification="true">α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης πσυ πηγάζει από έγγραφσ πσυ έχει απσδεικτική δύναμη,</p>
            <p modification="true">β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να απσκτηθεί έγγραφσ,</p>
            <p modification="true">γ) αν απσδεικνύεται ότι τσ έγγραφσ πσυ είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, και</p>
            <p modification="true">δ) αν από την φύση της δικαισπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις σπσίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπσρικές συναλλαγές, δικαισλσγείται η απόδειξη με μάρτυρες.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 398</p>
            <p modification="true">1. Όπσισς καλείται να εξεταστεί ως μάρτυρας σφείλει να πρσσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγσ- νότα πσυ γνωρίζει.</p>
            <p modification="true">2. Αν εκείνσς πσυ κλητεύτηκε να εξεταστεί μάρτυρας δεν πρσσέλθει αδικαισλόγητα, τσ δικαστήρισ ή σ δικαστής με απόφασή τσυ πσυ καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση τσν καταδικάζσυν να πληρώσει τα έξσδα πσυ πρσξενήθηκαν από την απσυσία τσυ και μπσρεί να τσν καταδικάσσυν και σε χρηματική πσινή σύμφωνα με τσ άρθρσ 205. Αν η απσυσία τσυ μάρτυρα πιθανσλσγείται ως δικαισλσγημένη, τσ ίδισ δικαστήρισ ή σ ίδισς δικαστής μπσρσύν να ανακαλέσσυν την απόφαση αυτή, εφόσσν τσ ζητήσει σ μάρτυρας μέσα σε είκσσι ημέρες αφότσυ τσυ επιδόθηκε η απόφαση.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 461</p>
            <p modification="true">Αν η πλαστσγραφία απσδίδεται σε σρισμένσ πρόσωπσ, μπσρεί να πρσταθεί σε σπσιαδήπστε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτσυσα αγωγή ή με τις πρστάσεις, όπως και με τσυς τρόπσυς πσυ πρσβλέπει σ κώδικας πσινικής δικσνσμίας.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 466</p>
            <p modification="true">1. Αν τσ αντικείμενσ της διαφσράς υπάγεται στσ ειρη- νσδικείσ και αφσρά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματαεπάνω σε κινητά πράγματα ή τη νσμή τσυς και η αξία τσυ δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζσνται τα άρθρα 467 έως 471.</p>
            <p modification="true">2. Τα άρθρα 467 έως 471 εφαρμόζσνται και όταν η αξία τσυ αντικειμένσυ της διαφσράς είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, αν σ ενάγων δηλώσει ότι δέχεται πρσς ικανσπσίηση τσυ, αντί για τσ αντικείμενσ πσυ ζητεί με την αγωγή χρηματικό πσσό όχι μεγαλύτερσ από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή σ εναγόμενσς καταδικάζεται διαζευκτικά να καταβάλει είτε τσ αντικείμενσ πσυ ζητείται με την αγωγή είτε την α- πστίμηση τσυ σύμφωνα με την απόφαση πσυ θα εκδώσει σ ειρηνσδίκης.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 468</p>
            <p modification="true">1. Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία τσυ ειρηνσδι- κείσυ. Στην αγωγή αναφέρσνται, εκτός από τα στσιχεία τσυ άρθρσυ 216 παράγραφσς 1, και τα μέσα για την απόδειξή τσυς. Οι πρστάσεις κατατίθενται τσ αργότερσ κατά τη συζήτηση.</p>
            <p modification="true">Άρθρσ 469</p>
            <p modification="true">1. Αν κανείς από τσυς διαδίκσυς δεν εμφανιστεί όταν εκφωνηθεί η υπόθεση, η συζήτηση ματαιώνεται. Αν α- πσυσιάζει κάπσισς διάδικσς, η συζήτηση γίνεται και χωρίς αυτόν και σι διατάξεις των άρθρων 271 παράγραφσς 3 και 272 παράγραφσι 1 και 2 δεν εφαρμόζσνται. Αν κάπσισς διάδικσς δικαστεί ερήμην κατά τη διαδικασία των άρθρων 466 έως 471, η απόφαση μπσρεί να πρσσβληθεί με ανακοπή, μόνον αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα για τη συζήτηση ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.</p>
            <p modification="true">Αρθρο 484</p>
            <p modification="true">2. Η διαδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επ.. Εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 955 παράγραφος 2 εδάφιο β' , η προθεσμία του οποίου αρχίζει από την κατάρτιση της έκθεσης περιγραφής. Στην έκθεση περιγραφής αναφέρονται το όνομα και το επώνυμο, το επάγγελμα και η κατοικία όλων των κοι- νωνών. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης ή του ενεχύρου που υπάρχει στα πράγματα τα οποία πλειστηριάστηκαν.»</p>
            <paragraph eId="art_2.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Στο ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ, άρθρα 208 έως 494) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εισάγονται οι νέες διατάξεις των άρθρων 214Γ', 396, 421, 422, 423 και 424 ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Αρθρο 214 Γ'</p>
                  <p modification="true">1. Το δικαστήριο προτείνει στους διαδίκους την προσφυγή σε διαδικασία διαμεσολάβησης αν αυτό ενδείκνυ- ται με βάση τις περιστάσεις της υποθέσεως. Σε περίπτωση αποδοχής της πρότασης η συζήτηση της υπόθεσηςαναβάλλεται για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών. Η ίδια συνέπεια επέρχεται όταν τα διάδικα μέρη αποφασίσουν τα ίδια την προσφυγή σε διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς δίκης. Στο πλαίσιο των άρθρων 237 και 238 η συμφωνία για προσφυγή σε διαμεσολάβηση ως αποτέλεσμα της πρότασης του δικαστηρίου ή της συμφωνίας των ίδιων των διαδίκων επάγεται τη συνέπεια της ματαίωσης της συζήτησης. Αντίγραφο των εγγράφων που αποδεικνύουν την κατάρτιση της συμφωνίας κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επισυνάπτεται στο φάκελλο της δικογραφίας.</p>
                  <p modification="true">2. Συμφωνία των μερών για προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι έγκυρη αν αποδεικνύεται εγγράφως. Για μέλ- λουσες διαφορές απαιτείται η συμφωνία να αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση.</p>
                  <p modification="true">Αρθρο 396</p>
                  <p modification="true">Με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθείένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο, αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων.</p>
                  <p modification="true">Αρθρο 421</p>
                  <p modification="true">Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων.</p>
                  <p modification="true">Αρθρο 422</p>
                  <p modification="true">1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποίααναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, τοονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.</p>
                  <p modification="true">2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι.</p>
                  <p modification="true">3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση.</p>
                  <p modification="true">Αρθρο 423</p>
                  <p modification="true">1. Οι διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398 παράγραφος 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.</p>
                  <p modification="true">2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.</p>
                  <p modification="true">Αρθρο 424</p>
                  <p modification="true">Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλουυπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_3">
            <num>Αρθρο τρίτο</num>
            <content>
               <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ (ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ, άρθρα 495 έως 590) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 495, 498 παράγραφος 2, 502 παράγραφος 2, 512, 518 παράγραφος 2, 524 παράγραφοι 1, 2 και 3, 527, 538, 544 αρ. 6, 546 παράγραφος 1, 548, 560, 562 παράγραφος 4, 564 παράγραφοι 2 και 3, 565 παράγραφος 1, 568 παράγραφος 2, 569 παράγραφος 2, 571, 574, 575, 580 παράγραφος 3, 581 παράγραφος 2 και 585 παράγραφος 2 ωςεξής:</p>
               <p modification="true">«Αρθρο 495</p>
               <p modification="true">1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετεί- ου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.</p>
               <p modification="true">2. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση.</p>
               <p modification="true">3. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεταιαπό το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δενισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5, και 592 αριθμ. 1 και 3.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 498</p>
               <p modification="true">2. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά τα λοιπά για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 502</p>
               <p modification="true">2. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 512</p>
               <p modification="true">Οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων σε διαφορές που εκ- δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 466 έως 471 είναι ανέκκλητες.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 518</p>
               <p modification="true">2. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση τηςαπόφασης που περατώνει τη δίκη.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 524</p>
               <p modification="true">1. Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, 237 παρ. 8 έως 11, 240 έως 312, 591 παράγραφος 1 εδάφιο α ' έως γ' και 591 παράγραφος 4. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.</p>
               <p modification="true">2. Η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδάφιο β' της παραγράφου 1.</p>
               <p modification="true">Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 527</p>
               <p modification="true">Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφε- σίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 538</p>
               <p modification="true">Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ’ ουσίαν.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 544</p>
               <p modification="true">6) αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ήενόρκως βεβαιώσαντος ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν ηάσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σεέξι μήνες από αυτήν,</p>
               <p modification="true">Αρθρο 546</p>
               <p modification="true">1. Η προθεσμία της αναψηλάφησης, καθώς και η άσκησή της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις οιοποίες εκδίδονται στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1 ή στις διαφορές που αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 2 ή διατάζουν την εξάλειψηυποθήκης ή προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό και εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Μπορεί όμως το δικαστήριο που δικάζει την αναψηλάφηση με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται με τις προτάσεις να διατάξει σε περίπτωση εξάλειψης υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης την άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος με παροχή ανάλογης εγγύησης.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 548</p>
               <p modification="true">Στη διαδικασία της κατ’ αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 268, 271έως 312, 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' επ. έως 534 και 591 παράγραφος 4.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 560</p>
               <p modification="true">Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σεεφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:</p>
               <p modification="true">1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς,</p>
               <p modification="true">0 λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,</p>
               <p modification="true">2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,</p>
               <p modification="true">3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα,</p>
               <p modification="true">4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.</p>
               <p modification="true">5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στηνέκβαση της δίκης,</p>
               <p modification="true">6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 562</p>
               <p modification="true">4. Κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του αριμ. 559.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 564</p>
               <p modification="true">2. Αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.</p>
               <p modification="true">3. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 565</p>
               <p modification="true">1. Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1, στις διαφορές του άρθρου 592αριθμ. 2, που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, καθώς και σε δίκες που αφορούν εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης ή κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της, αναστέλλει την εκτέλεση.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 568</p>
               <p modification="true">2. Η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα που κατατέθηκαν στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο πρόεδρος του τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί ορίζει:</p>
               <p modification="true">α) δικάσιμο της υπόθεσης,</p>
               <p modification="true">β) την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να επιδοθεί η κλήση για συζήτηση,</p>
               <p modification="true">γ) εισηγητή αρεοπαγίτη προς τον οποίον διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας για τους σκοπούς του άρθρου 571.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 569</p>
               <p modification="true">2. 0ι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των πρόσθετων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από το γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών. Ταίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο α- ναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 571</p>
               <p modification="true">1. Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορι- κώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης. Αν το συμβούλιο αποδεχθείομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης. Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο τριακοσίων (300) έως εννιακόσια (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Τα ποσά των δύο προηγούμενων εδαφίων μπορούν να αυξομειώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο τηςυπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφό της στοναναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή της.</p>
               <p modification="true">2. Αν εκδοθεί διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τηνεπίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου 3. Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν μετέχουν τα μέλη του συμβουλίου της παραγράφου 1. Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει τη διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ωςαπαράδεκτη ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολό της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.</p>
               <p modification="true">3. Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη τηςαναίρεσης ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου σύμφωνα με την παρ. 1 ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παρ. 2, η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.</p>
               <p modification="true">4. Οι διατάξεις του συμβουλίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό και οι αιτήσεις για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο καταχωρίζονται σε ειδικά βιβλία που τηρούνται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 574</p>
               <p modification="true">Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφόσον το ζητήσουν, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 575</p>
               <p modification="true">Με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ. Σε κάθε περίπτωση αναβολής της συζήτησης το δικαστήριο μπορεί να διατηρήσει την κατά το άρθρο 565 παράγραφο 2 αναστολή.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 580</p>
               <p modification="true">3. Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση γιαοποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στουςαριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στοίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 581</p>
               <p modification="true">2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' .</p>
               <p modification="true">Άρθρο 585</p>
               <p modification="true">2. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριναπό τη συζήτηση.»</p>
            </content>
         </article>
         <article eId="art_4">
            <num>Άρθρο τέταρτο</num>
            <content>
               <p>Το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ (άρθρα 591 έως 681Δ) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:</p>
               <p modification="true">«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</p>
               <p modification="true">Άρθρο 591</p>
               <p modification="true">1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά:</p>
               <p modification="true">α) Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
               <p modification="true">β) Η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωσηασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποίαορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθεται και επιδίδεται στους διαδίκους, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
               <p modification="true">γ) Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση.</p>
               <p modification="true">δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.</p>
               <p modification="true">ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στοακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα.</p>
               <p modification="true">στ) Οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία αξιολογούνται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν.</p>
               <p modification="true">ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στοναντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.</p>
               <p modification="true">2. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική.</p>
               <p modification="true">3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με τα άρθρα 415 επ..</p>
               <p modification="true">4. Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.</p>
               <p modification="true">5. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τιςαποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.</p>
               <p modification="true">6. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται.</p>
               <p modification="true">7. Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645.</p>
               <p modification="true">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΤΟ ΓΑΜΟΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Άρθρο 592</p>
               <p modification="true">Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού:</p>
               <p modification="true">1. Οι γαμικές διαφορές αφορούν: α) το διαζύγιο, β) την ακύρωση γάμου, γ) την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν,εκτός από τις υπαγόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι διαφορές που προκύπτουν από το ν. 3719/2008 για την ελεύθερη συμβίωση.</p>
               <p modification="true">2. Οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνωναφορούν: α) την προσβολή της πατρότητας, β) την προσβολή της μητρότητας, γ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναιάκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωσή του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία.</p>
               <p modification="true">3. Οι λοιπές οικογενειακές διαφορές αφορούν: α) τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί, β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπώνανιόντων με το τέκνο, γ) τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων, δ) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.</p>
               <p modification="true">4. Σε περίπτωση διαζυγίου και κατά την ίδια διαδικασία της παραγράφου 1 μπορεί να ενωθεί ή συνεκδικασθεί η απαίτηση του αναίτιου συζύγου για ηθική βλάβη.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 593</p>
               <p modification="true">Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1 και 2 εισάγονται μόνο με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 594</p>
               <p modification="true">Οι ανήλικοι που συνάπτουν γάμο και τα πρόσωπα που βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορούν να ασκούν μόνοι τους τις κατά το άρθρο 592 αγωγές και να εμφανίζονται στο δικαστήριο, όταν αυτές εκ- δικάζονται, χωρίς τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 595</p>
               <p modification="true">Αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 596</p>
               <p modification="true">Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1 και 2, αν πεθάνει ο ένας από τους διαδίκους πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση η δίκη καταργείται ως προς το κύριο αντικείμενό της. Σε δίκες που αφορούν τηνύπαρξη ή την ανυπαρξία ή την ακύρωση γάμου, αν οι κληρονόμοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή, η δίκη διακόπτεται.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 597</p>
               <p modification="true">1. Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 η μη προσέλευση, η παράλειψη ή η άρνηση διαδίκου να καταθέσει ή να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονται ή να δηλώσει για την αλήθεια πραγματικών περιστατικών ή για τη γνησιότητα εγγράφου, όπως και η ομολογία, λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με τις άλλεςαποδείξεις και εκτιμώνται ελεύθερα.</p>
               <p modification="true">2. Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 δεν επιτρέπεται: 1) να εξεταστούν με όρκο οι διάδικοι, 2) να εξεταστούν ως μάρτυρες τα τέκνα τους, γνήσια, νομιμοποιημένα, θετά και αναγνωρισμένα, τα τέκνα της γυναίκας που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, καθώς και οι σύζυγοι και οι κατιόντες τους.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 598</p>
               <p modification="true">Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1, 2 και 3 περίπτωση β', η προθεσμία της αναψηλάφησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 545 παράγραφος 3 εδάφια δ', ε' και στ', είναι έξι (6) μήνες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 599</p>
               <p modification="true">Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να παραιτηθούν από τα ένδικα μέσα μόνο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και με επίδοση αντιγράφου της έκθεσης στον αντίδικο.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 600</p>
               <p modification="true">Αν η διάγνωση διαφοράς εξαρτάται, ολικά ή εν μέρει, α) από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή από την ακύρωση γάμου ή β) από κάποια από τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 2, το δικαστήριο αναβάλλει, με αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, τη συζήτηση ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, σχετικά με την αγωγή αυτή. Αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί η αγωγή αυτή, το δικαστήριοορίζει προθεσμία για την άσκησή της. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί και ο σχετικός ισχυρισμός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 601</p>
               <p modification="true">1. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδι- κάζουν τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Ελληνας, και αν ακόμη δεν έχει ούτε είχε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα ή αν ήταν κατά την τέλεση του γάμου Ελληνας και απέβαλε λόγω του γάμου την ελληνική ιθαγένεια.</p>
               <p modification="true">2. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδι- κάζουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 2, αν ο πατέρας ή η μητέρα ή το τέκνο είναι Ελληνες και αν ακόμη δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.</p>
               <p modification="true">3. Αν δεν υπάρχει δικαστήριο κατά τόπον αρμόδιο για να δικάσει τις διαφορές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 602</p>
               <p modification="true">1. Αποτελούν δεδικασμένο που ισχύει υπέρ και εναντίον όλων, εφόσον δεν μπορούν να προσβληθούν μεαναίρεση και αναψηλάφηση, αποφάσεις οι οποίες: α)απαγγέλλουν ακύρωση γάμου ή διαζύγιο ή αναγνωρίζουν την ύπαρξη ή όχι έγκυρου γάμου ή απορρίπτουν τέτοιες αγωγές και β) δέχονται ή απορρίπτουν αγωγές που αφορούν διαφορές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 2.</p>
               <p modification="true">2. Το δεδικασμένο από τις αποφάσεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 δεν ισχύει για τον τρίτο που δενέλαβε μέρος στη δίκη και επικαλείται για τον εαυτό του σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΑΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 603</p>
               <p modification="true">1. Η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή τηςανυπαρξίας ή την ακύρωση γάμου, που ασκείται από τον ένα σύζυγο, απευθύνεται κατά του άλλου και, αν αυτός έχει πεθάνει, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.</p>
               <p modification="true">2. Η αγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν ασκείται από τον εισαγγελέα ή κάποιον που έχει συμφέ- pov, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων, και αν έχει πεθάνει ο ένας κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 604</p>
               <p modification="true">1. Στις περιπτώσεις που ο εισαγγελέας μπορεί ναασκήσει την αγωγή για την ακύρωση γάμου έχει το δικαίωμα, ακόμη και αν δεν άσκησε αυτός την αγωγή, να λάβει μέρος στη δίκη έχοντας όλα τα δικαιώματα του διαδίκου.</p>
               <p modification="true">2. Η γραμματεία του δικαστηρίου έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον εισαγγελέα του δικαστηρίου τις δικασίμους των αγωγών για την ακύρωση γάμου, όπως και τις αποφάσεις που εκδίδονται στις αγωγές αυτές. Η παράλειψη της γνωστοποίησης δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 605</p>
               <p modification="true">1. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 1, αν και οι δύο σύζυγοι κατά το χρόνο που ασκείται η αγωγή είναι αλλοδαποί, ή αν κατά το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας και των δύο συζύγων, ή κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του ενός από αυτούς δεν αναγνωρίζεται η δικαιοδοσία άλλου κράτους για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγές διαζυγίου, όταν ο γάμος είναι έγκυρος κατά το ελληνικό δίκαιο, αλλά ανυπόστατος ή άκυρος κατά το δίκαιο της ιθαγένειας και των δύο ή του ενός συζύγου.</p>
               <p modification="true">2. Η ισχύς των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, αναψηλάφηση και αναίρεση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για το λόγο ότι παραβιάσθηκε η διάταξη της παραγράφου 1.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ </p>
               <p modification="true">IV</p>
               <p modification="true">ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ</p>
               <p modification="true">Άρθρο 606</p>
               <p modification="true">1. Στις δίκες που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 2 και αφορούν την υιοθεσία, το θετό τέκνο που συμπλήρωσε το δέκατο έκτο της ηλικίας του έχει πλήρη ικανότητα να ασκεί αυτοπροσώπως τη σχετική αγωγή, να παρίσταται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο με την ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγομένου, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις και να ασκεί ή να παραιτείται από ένδικα μέσα.</p>
               <p modification="true">2. Στις δίκες της παραγράφου 1 έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 744, 747 παράγραφος 4, 748 παράγραφοι 2 και 5 και 759 παράγραφος 3.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 607</p>
               <p modification="true">1. Αν ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγουςυγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικέςεξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αναγκαίο αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας ή της μητρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί, ως προς την ύπαρξη βιολογικών στοιχείων, τα οποία καθιστούν κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα ή τη μητρότητα.</p>
               <p modification="true">2. Αν το δικαστήριο διατάσσει την υποβολή στις εξετάσεις της προηγούμενης παραγράφου και τρίτων που δεν είναι διάδικοι, μπορεί με την ίδια απόφασή του να απειλεί την επιβολή σε αυτούς, για την περίπτωση που θα παρεμπόδιζαν αδικαιολόγητα τη διενέργεια των εξετάσεων με την απουσία τους κατά την ημέρα και ώρα που ορίσθηκαν για το σκοπό αυτόν ή με την άρνησή τους να υποβληθούν σ' αυτές, χρηματική ποινή εκατό (100) έως πεντακοσίων (500) ευρώ που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας.</p>
               <p modification="true">3. Κατά τη διενέργεια των εξετάσεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα μέτρα ώστε να εξασφαλίζονται πλήρως η υγεία και ηαξιοπρέπεια του εξεταζομένου. Ο διάδικος ή ο τρίτος, του οποίου διατάσσεται η εξέταση, πρέπει να κληθεί δέκα (10) ημέρες πριν από τη διενέργειά της για να παραστεί σε αυτήν.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 608</p>
               <p modification="true">Αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη σχέσης γονέα και τέκνου μπορεί να ασκηθεί και στον τόπο, όπου ο ενάγων έχει την κατοικία του κατά το χρόνο πουασκείται η αγωγή.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 609</p>
               <p modification="true">1. Η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο απευθύνεται: α) αν ασκείται από τον σύζυγο της μητέρας ή έναν από τους γονείς του, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και της μητέρας του, β) αν ασκείται από το τέκνο, κατά της μητέρας και του συζύγου της, γ) αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου. Αν έχει πεθάνει κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, η αγωγή απευθύνεται κατά των κληρονόμων του α- ποβιώσαντος, εκτός αν πεθάνει το ίδιο το τέκνο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη.</p>
               <p modification="true">2. Η αγωγή για την προσβολή της μητρότητας απευθύνεται: α) αν ασκείται από την τεκμαιρόμενη μητέρα, κατά της κυοφόρου γυναίκας και του συζύγου της, αν είναι έγγαμη, καθώς και κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του, β) αν ασκείται από την κυοφόρο γυναίκα, κατά της τεκμαιρόμενης μητέρας και του συζύγου της, αν είναι έγγαμη, καθώς και κατά του τέκνου.</p>
               <p modification="true">3. Η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μηύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου, γονικής μέριμνας,εκούσιας αναγνώρισης ή εξομοίωσης λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του ενός τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο τους με τέκνο γεννημένο σε γάμο ή ακυρότητας εκούσιας αναγνώρισης ή παρόμοιας εξομοίωσης,απευθύνεται: α) αν την ασκεί ο ένας γονέας, κατά του άλλου γονέα και του τέκνου, β) αν την ασκεί το τέκνο, κατά των δύο γονέων, γ) αν την ασκεί τρίτος, κατά των δύο γονέων και του τέκνου. Σε περίπτωση που έχει πεθάνει κάποιος από αυτούς, απευθύνεται κατά των κληρονόμων του και στην περίπτωση που η αναγνώριση έγινε από τον παππού ή τη γιαγιά η αγωγή απευθύνεται και εναντίον τους, αλλιώς απορρίπτεται.</p>
               <p modification="true">4. Η αγωγή για την προσβολή εκούσιας αναγνώρισης απευθύνεται κατά των προσώπων που συνέπραξαν σε αυτήν ή των κληρονόμων τους και όταν δεν ασκεί τηναγωγή το τέκνο ή οι κατιόντες του, και κατ’ αυτών, αλλιώς απορρίπτεται.</p>
               <p modification="true">5. Η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μηύπαρξης ή ακυρότητας ή λύσης της υιοθεσίας απευθύνεται: α) αν την ασκεί ο θετός γονέας, κατά του θετού τέκνου, β) αν την ασκεί το θετό τέκνο, κατά του θετού γονέα, γ) αν την ασκεί τρίτος, κατά του θετού γονέα και του θετού τέκνου. Σε περίπτωση που έχει πεθάνει κάποιος από αυτούς η αγωγή απευθύνεται κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται.</p>
               <p modification="true">6. Η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μηύπαρξης επιτροπείας απευθύνεται, αν την ασκεί ο επίτροπος, κατά του επιτροπευομένου και όταν την ασκεί ο επι- τροπευόμενος ή ένας τρίτος, κατά του επιτρόπου, αλλιώς απορρίπτεται. Η απόφαση παράγει τις έννομες συ- νέπειές της όταν επέλθει τελεσιδικία.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ </p>
               <p modification="true">V</p>
               <p modification="true">ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΟΙΠΕΣΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 610</p>
               <p modification="true">Οι διαφορές του άρθρου 592 αρ. 3 μπορούν να σωρευτούν με τις διαφορές των αρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 611</p>
               <p modification="true">Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση όσων από τους διαδίκους παρίστανται. Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 612</p>
               <p modification="true">1. Το δικαστήριο στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 3 περίπτωση β' πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του. Μπορεί αν αποφασίσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, να ορίζει ελεύθερα το χρόνο διεξαγωγής της, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς περιορισμούς.</p>
               <p modification="true">2. Για την επικοινωνία με το τέκνο ορίζονται και καταχωρίζονται, στα πρακτικά του αρμόδιου δικαστηρίου, ο χρόνος και ο τόπος της συνάντησης, καθώς και, ο δικαστής που θα επικοινωνήσει με το τέκνο. Με διαταγή του δικαστηρίου, που καταχωρίζεται επίσης στα πρακτικά, καλείται να παρουσιάσει το τέκνο όποιος διαμένει μαζί του. Σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου, το δικαστήριο ορίζει χρόνο επίδοσης αντιγράφου των πρακτικών στον απολειπόμενο διάδικο. Η επικοινωνία του δικαστή με το τέκνο γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά. Για το περιεχόμενο της συνομιλίας δεν συντάσσεται έκθεση.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 613</p>
               <p modification="true">Με την απόφαση, με την οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου στον ένα γονέα, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως και η απόδοση ή παράδοση του τέκνου σ’ αυτόν, και η απόφαση εκτελείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 950 του ΚΠολΔ.</p>
               <p modification="true">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 614</p>
               <p modification="true">Κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών δικάζονται οι μισθωτικές διαφορές, οι διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, οι εργατικές διαφορές, οι διαφορές επαγγελματιών και οργανισμών κοινωνικήςασφάλισης, οι διαφορές από αμοιβές, οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα, οι διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και οι διαφορές από πιστωτικούς τίτλους:</p>
               <p modification="true">1. Μισθωτικές διαφορές είναι οι κύριες ή παρεπόμενες διαφορές από μίσθωση κάθε είδους πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία.</p>
               <p modification="true">2. Διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία είναι οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών από τη σχέση της ιδιοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και στους ιδιοκτήτες.</p>
               <p modification="true">3. Εργατικές διαφορές είναι: α) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους, β) οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ εκείνων που εργάζονται μαζί στον ίδιο εργοδότη, γ) οι διαφορές από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης μεταξύ εκείνων που υπάγονται στις διατάξεις αυτές ή μεταξύ αυτών και τρίτων, δ) οι παρεμπίπτουσες αγωγές κατά δικονομικών εγγυητών στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου, καθώς και ε) οι αγωγές κατά ομοδίκων των εναγομένων στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου, εφόσον εναχθούν από κοινού ή προσεπικληθούν.</p>
               <p modification="true">4. Διαφορές επαγγελματιών και οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης είναι: α) οι διαφορές μεταξύ επαγγελματιών ή βιοτεχνών μεταξύ τους ή μεταξύ αυτών και των πελατών τους, από την παροχή εργασίας ή ειδών που αυτοί κατασκεύασαν και β) οι διαφορές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των ασφαλισμένων στους οργανισμούς αυτούς ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαιώματα από την ασφαλιστική σχέση.</p>
               <p modification="true">5. Διαφορές από αμοιβές είναι: α) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, διπλωματούχων μαιών, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, νόμιμα διορισμένων μεσιτών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των πελατών τους ή των καθολικών διαδόχων τους, όπως και αν χαρακτηρίζεται η μεταξύ τους σχέση και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή τον τρόπο της καταβολής της, β) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα διαιτητών, διαμεσολαβητών, εκτελεστών διαθήκης, κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομίας, διαχειριστών σε ιδιοκτησίες κατ’ ορόφους ή διαχειριστών που διορίζονται από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν ή των καθολικών διαδόχων τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή τον τρόπο καταβολής της και γ) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή διαιτητών, όπως και των πραγματογνωμόνων, διαιτητών πραγματογνωμόνων, εκτιμητών, διερμηνέων, μεσεγγυούχων και φυλάκων, όπως και αν διορίσθηκαν ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση καταβολής ή των καθολικών διαδόχων τους.</p>
               <p modification="true">6. Διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα είναι οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο μεταξύ των δικαιούχων ή των διαδόχων τους καιεκείνων που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση ή των διαδόχων τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών και των ασφαλισμένων ή των διαδόχων τους.</p>
               <p modification="true">7. Διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές είναι οι κάθε φύσεως διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ή μέσω διαδικτύου και γενικά κάθε άλλο σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων όπως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων.</p>
               <p modification="true">8. Διαφορές από πιστωτικούς τίτλους είναι οι διαφορές από συναλλαγματικές, γραμμάτια εις διαταγήν, επιταγές, ανώνυμες ομολογίες και τοκομερίδια ομολογιακών δανείων, αποθετήρια, ενεχυρόγραφα και πιστωτικούς γενικά τίτλους για πληρωμή υποχρεώσεων, οι οποίες προκύπτουν άμεσα από τον τίτλο και αφορούν τους δικαιούχους και τους υποχρέους ή τους καθολικούς διαδόχους τους.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ </p>
               <p modification="true">IIΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΣΘΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 615</p>
               <p modification="true">Το δικαστήριο δικαιούται να ορίσει προθεσμία για την παράδοση ή την απόδοση της χρήσης του μισθίου έως τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 616</p>
               <p modification="true">Αποφάσεις που αφορούν την απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου εκτελούνται και κατά των υπομισθωτών, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο για αυτόν.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 617</p>
               <p modification="true">1. Αν εξαφανισθεί απόφαση που διατάσσει παράδοση ή απόδοση της χρήσης μισθίου και η απόφαση έχει εκτε- λεσθεί, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, δικαιούται να ζητήσει την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο.</p>
               <p modification="true">2. Η επανεγκατάσταση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση που υποβάλλεται και με τις προτάσεις στο δικαστήριο που εξαφάνισε την απόφαση ως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο ή με αγωγή που απευθύνεται προς τον ειρηνοδίκη και δικάζεται κατά την παρούσα διαδικασία, η απόφαση όμως του ειρηνοδίκη δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο. Η αγωγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα που η απόφαση, η οποία εξαφάνισε την απόφαση που διατάσσει την παράδοση ή απόδοση της χρήσης μισθίου, έγινε αμετάκλητη.</p>
               <p modification="true">3. Η απόφαση που διατάσσει την επανεγκατάστασηεκτελείται και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από εκείνον κατά του οποίου διατάχθηκε η επανεγκατάσταση.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 618</p>
               <p modification="true">Η καταβολή ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου έως το τέλος της συζήτησης στοακροατήριο όλων των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων πουοφείλονται έως την ημέρα της συζήτησης και των δικαστικών εξόδων που ορίζονται αμέσως από το δικαστή, καταργεί τη δίκη για την απόδοση της χρήσης του μισθίου για καθυστέρηση μισθωμάτων από δυστροπία. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 619</p>
               <p modification="true">Η άσκηση αγωγής για την απόδοση της χρήσης μισθίου ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 620</p>
               <p modification="true">Οι τελεσίδικες αποφάσεις για τις διαφορές του άρθρου 17 παρ. 3 αποτελούν δεδικασμένο.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ </p>
               <p modification="true">IIIΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 621</p>
               <p modification="true">1. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 αριθμ. 3 μπορεί να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπουόπου ο εργαζόμενος παρέχει ή, σε περίπτωση λύσης της σχέσης, παρείχε την εργασία του κατά τον αμέσως πριν από τη λήξη χρόνο.</p>
               <p modification="true">2. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν μαζί περισσότεροι εργαζόμενοι και όταν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους προέρχονται μόνο από την ίδια νομική αιτία. Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 622</p>
               <p modification="true">1. Στις διαφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο, αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα: 1) να ασκούν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, εκτός αν τα μέληέχουν ρητώς εκδηλώσει την αντίθεσή τους· έχουν πάντως το δικαίωμα να παρέμβουν, 2) να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, 3) να παρέμβουν σε κάθε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής σύμβασης, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙνΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΑΜΟΙΒΕΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 622Α</p>
               <p modification="true">1. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, και άμισθων δικαστικών επιμελητών μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου είναι διορισμένοι.</p>
               <p modification="true">2. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών και νόμιμα διορισμένων μεσιτών, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου ασκούν το επάγγελμά τους.</p>
               <p modification="true">3. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα διαιτητών, διαμεσολαβητών και διαιτητών πραγματογνωμόνων μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου έχει διεξαχθεί η διαιτησία, η διαμεσολάβηση ή η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.</p>
               <p modification="true">4. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα εκτελεστών διαθήκης, εκκαθαριστών κληρονομίας και κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομίας μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο της κληρονομίας.</p>
               <p modification="true">5. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και των διερμηνέων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή διαιτητές υπάγονται και στο ειρηνοδικείο της έδρας του δικαστηρίου από το οποίο εξετάσθηκαν ή διορίσθηκαν ή στο οποίο έχει κατατεθεί η διαιτητική απόφαση.</p>
               <p modification="true">6. Διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και ταέξοδα των πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή από διαιτητές υπάγονται και στο ειρηνοδικείο ή το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας του δικαστηρίου το οποίο τους διόρισε ή στο οποίο κατέθεσαν τη διαιτητική απόφαση.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ </p>
               <p modification="true">V</p>
               <p modification="true">ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 622Β</p>
               <p modification="true">1. Οι διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 8 υπάγονται στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου εφόσον η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου αν υπερβαίνει το ποσό αυτό.</p>
               <p modification="true">2. Το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να προσάγονται υποχρεωτικά οι πιστωτικοί τίτλοι, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.</p>
               <p modification="true">3. Στις διαφορές της παραγράφου 1 άσκηση ανταγωγής δεν επιτρέπεται και αν ασκηθεί απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, εκτός αν η ανταγωγή είναι συναφής με την κύρια αγωγή.</p>
               <p modification="true">4. Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα, εκτός από ανακοπή ερημοδικίας.</p>
               <p modification="true">ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ·ΔΙΑΤΑΓΕΣ</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ ΙΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ</p>
               <p modification="true">Αρθρο 623</p>
               <p modification="true">Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικέςαπαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη.</p>
               <p modification="true">Αρθρο 624</p>
               <p modification="true">1. Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο.</p>
               <p modification="true">2. Δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, και αν εκδοθεί είναι άκυρη, αν η επίδοσή της πρέπει να γίνει σε πρόσωπο που η διαμονή του είναι άγνωστη,εκτός αν έχει αντίκλητο νόμιμα διορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠολΔ.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 625</p>
               <p modification="true">Αρμόδιος να εκδώσει διαταγή πληρωμής είναι γιααπαίτηση της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου ο ειρηνοδίκης και για κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν γίνεται συζήτηση στο ακροατήριο.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 626</p>
               <p modification="true">1. Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και συντάσσεται κάτω από αυτήν έκθεση.</p>
               <p modification="true">2. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) τηναπαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή.</p>
               <p modification="true">3. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει ηαπαίτηση και το ποσό της.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 627</p>
               <p modification="true">0 δικαστής αποφασίζει το ταχύτερο σχετικά με την αίτηση, χωρίς να καλέσει τον οφειλέτη, έχει όμως το δικαίωμα: α) να καλεί τον αιτούντα για να του δώσει εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση, β) να υποδείξει στον αιτούντα τις αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης, γ) αν ο αιτών επικαλείται ιδιωτικά έγγραφα, να ζητεί βεβαίωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο ή μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιόν του.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 628</p>
               <p modification="true">1. 0 δικαστής απορρίπτει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής, β) αν ο αιτών δεν δίνει τις εξηγήσεις που του ζήτησε ή αρνείται να συμμορφωθεί προς τιςυποδείξεις για τη συμπλήρωση ή διόρθωση της αίτησής του ή για τη βεβαίωση των υπογραφών ιδιωτικών εγγράφων.</p>
               <p modification="true">2. Η απόρριψη σημειώνεται κάτω από την αίτηση καιαναφέρεται με συντομία ο λόγος της απόρριψης.</p>
               <p modification="true">3. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής ή η υποβολή νέας αίτησης.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 629</p>
               <p modification="true">0 δικαστής δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τον καταδικάζει στη δικαστική δαπάνη. Κατά το μέρος που η αίτηση απορρίπτεται, εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 628.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 630</p>
               <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και η) υπογραφή του δικαστή.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 630Α</p>
               <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά τουοποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει. Μέσα στην ίδια προθεσμία αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. 0 αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 631</p>
               <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 632</p>
               <p modification="true">1. 0 οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο.</p>
               <p modification="true">2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ..</p>
               <p modification="true">3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση τηςανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακσπή. Η αναστσλή αυτή δεν εμπσ- δίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τσ άρθρσ 724.</p>
               <p modification="true">4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της σριστικής απόφασης, τσ δικαστήρισ πσυ εξέδωσε την απόφαση πσυ πρσσβάλλεται μπσρεί, δικάζσντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση τσυ σφειλέτη, και εφόσσν πιθανσλσγείται η ευδσκίμηση της έφεσης, να αναστείλει σλικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπσυ να εκδσθεί σριστική απόφαση, με τσν όρσ να δσθεί εγγύηση, η σπσία σρίζεται από την απόφαση πσυ διατάσσει την αναστσλή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες πρσϋπσθέσεις τσ δικαστήρισ πσυ δικάζει την έφεση μπσρεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση τσυ σφειλέτη η σπσία υπσβάλλεται με τσ δικόγραφσ της έφεσης ή με τις πρστάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με τσ πρσηγσύμενσ εδά- φισ.</p>
               <p modification="true">5. Η δυνατότητα αναστσλής της εκτέλεσης κατά την παράγραφσ 4 τσυ παρόντσς άρθρσυ παρέχεται και στην περίπτωση πσυ δεν είχε χσρηγηθεί αναστσλή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφσ 3.</p>
               <p modification="true">6. Με την ανακσπή κατά της διαταγής πληρωμής μπσρεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων ε- κτελέσεως, σι σπσίες ενεργσύνται με βάση αυτήν, αν συ- ντρέχσυν και σι πρσϋπσθέσεις τσυ άρθρσυ 218 ΚΠσλΔ.</p>
               <p modification="true">7. Αν σ ανακόπτων δεν λάβει μέρσς κανσνικά στη δίκη, τσ δικαστήρισ συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν καιαπσρρίπτει την ανακσπή.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 633</p>
               <p modification="true">1. Αν η ανακσπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και σι λόγσι της είναι νόμιμσι και βάσιμσι, τσ δικαστήρισ ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφσρετικά απσρρίπτει την ανακσπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής.</p>
               <p modification="true">2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακσπή, εκείνσς υπέρ τσυ σπσίσυ έχει εκδσθεί η διαταγή πληρωμής μπσρεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στσν σφειλέτη, σ σπσίσς έχει τσ δικαίωμα να ασκήσει την ανακσπή μέσα σε πρσ- θεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα ε- πίδσση. Στην περίπτωση αυτή δεν χσρηγείται η αναστσλή εκτέλεσης πσυ πρσβλέπεται από την παράγραφσ 3 τσυ πρσηγσύμενσυ άρθρσυ. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω πρσθεσμία, η διαταγή πληρωμής απσκτά δύναμη δεδικασμένσυ και είναι δυνατό να πρσσβληθεί μόνσ με αναψηλάφηση.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 634</p>
               <p modification="true">1. Η επίδσση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την απσσβεστική πρσθεσμία.</p>
               <p modification="true">2. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η απσσβεστική πρσθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλείαπό την επίδσση της διαταγής πληρωμής ώσπσυ να εκδσθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακσπή.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 635</p>
               <p modification="true">Η επίδσση της ανακσπής των άρθρων 632 και 633 και των αιτήσεων αναστσλής τσυ άρθρσυ 632 μπσρεί να γίνει είτε στσν δικηγόρσ πσυ υπέγραψε την αίτηση για την έκδσση της διαταγής πληρωμής είτε στη διεύθυνση εκείνσυ κατά τσυ σπσίσυ στρέφσνται, η σπσία αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστσπσιηθεί με δικόγραφσ μεταβσλή πσυ τυχόν έχει επέλθει.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 636</p>
               <p modification="true">Σε περίπτωση επίδσσης στσ εξωτερικό, για την έναρξη της πρσθεσμίας ανακσπής των άρθρων 632 και 633 παράγραφσς 2, η επίδσση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τσν χρόνσ πσυ πρσβλέπει τσ δίκαισ τσυ κράτσυς της διαμσνής τσυ παραλήπτη ή κατά τσν χρόνσ της πραγματικής παραλαβής, η σπσία απσδεικνύεται με έγγραφσ ή δικαστική σμσλσγία.</p>
               <p modification="true">ΤΙΤΛΟΣ II</p>
               <p modification="true">ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 637</p>
               <p modification="true">Κατά τις διατάξεις των άρθρων 638 έως 645, στην περίπτωση καθυστέρησης τσυ μισθώματσς από δυστρσπία, μπσρεί να ζητηθεί η έκδσση διαταγής απόδσσης της χρήσης μισθίσυ ακινήτσυ, αν η έναρξη της μίσθωσης απσδεικνύεται εγγράφως, και εφόσσν έχει επιδσθεί έγγραφηόχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τσυλάχιστσν ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η καταβσλή των μισθωμάτων εντός τσυ δεκαπενθήμερσυ, α- πσδεικνυόμενη εγγράφως, απσκλείει την έκδσση διαταγής απόδσσης της χρήσης τσυ μισθίσυ, εκτός αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστρσπία. Επίδσση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνσ την πρώτη φσρά.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 638</p>
               <p modification="true">Αρμόδισς για την έκδσση της διαταγής απόδσσης της χρήσης τσυ μισθίσυ είναι σ ειρηνσδίκης στις περιπτώσεις πσυ αυτός έχει αρμσδιότητα κατά τσ άρθρσ 14 παράγραφσς 1 περίπτωση β' και σ δικαστής τσυ μσνσμελσύς πρωτσδικείσυ σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αίτηση υπσβάλλεται στσ κατά τσ άρθρσ 29 κατά τόπσ αρμόδισ δικαστήρισ.</p>
               <p modification="true">Άρθρσ 639</p>
               <p modification="true">1. Η διάταξη της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 626 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
               <p modification="true">2. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στσιχεία τσυ άρθρσυ 117 ή 118, και εκείνα της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 119, καθώς και: α) αίτημα να εκδσθεί διαταγή απόδσσης της χρήσης τσυ μισθίσυ ακινήτσυ και μνεία τσυ τόπσυ όπσυ βρίσκεται με περιγραφή τσυ, β)επίκληση τσυ εγγράφσυ από τσ σπσίσ απσδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά τσ άρθρσ 637 ΚΠσλΔ περίπτωσης σύμφωνα με την σπσία ζητείται η απόδσση της χρήσης τσυ μισθίσυ με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδσσης.</p>
               <p modification="true">3. Στην αίτηση επισυνάπτεται τσ έγγραφσ από τσσπσίσ απσδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδσσης τηςόχλησης, καθώς και κάθε άλλσ σχετικό έγγραφσ. Ο δικαστής μπσρεί να καλέσει τσν αιτσύντα να βεβαιώσει καιενόρκως τα περιστατικά πσυ απαιτσύνται για την έκδσση της διαταγής.</p>
               <p modification="true">4. Η διάταξη τσυ άρθρσυ 627 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 640</p>
               <p modification="true">1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής εκδίδει διαταγή με την οποία υποχρεώνει τον καθ’ ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα.</p>
               <p modification="true">2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει:</p>
               <p modification="true">α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώουεκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση τωναναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ’ ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ’ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε.</p>
               <p modification="true">3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν είκοσι (20) ημέρες από την επίδοσή αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 616.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 641</p>
               <p modification="true">1. 0 δικαστής απορρίπτει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοσή της και β) αν ο αιτών δεν δίνει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν εξηγήσεις ή δεν προβαίνει στις υποδεικνυόμενες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης ή δεν παρέχει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν βεβαιώσεις της υπογραφής ιδιωτικών εγγράφων ή αν, μολονότι έχει κληθεί να βεβαιώσει ενόρκως τα κατά το άρθρο 639 περιστατικά, δεν προβαίνει στη βεβαίωση αυτή.</p>
               <p modification="true">2. Η απόρριψη της αίτησης σημειώνεται κάτω από την αίτηση με σύντομη έκθεση του λόγου.</p>
               <p modification="true">3. Η απόρριψη της αίτησης δεν εμποδίζει την υποβολή νέας ούτε την άσκηση αγωγής.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 642</p>
               <p modification="true">0 καθ’ ου η διαταγή δικαιούται να ασκήσει ανακοπήενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου για την εκδίκαση τηςαγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής. Η ανακοπή εκδικάζεται ως μισθωτική διαφορά.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 643</p>
               <p modification="true">Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. 0 δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ’ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 644</p>
               <p modification="true">1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή.</p>
               <p modification="true">2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 645</p>
               <p modification="true">Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου μπορεί να σωρευτεί και αίτημα καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, κοινόχρηστων δαπανών, τελών και λογαριασμών κοινής ωφέλειας, εφόσον το ύψος τους αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, ιδίως λογαριασμούς κοινοχρήστων και οργανισμών κοινής ωφέλειας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 638 έως 645, 624, 626 παρ. 2 και 3, 630 στοιχ. γ, δ και ε και 634.»</p>
            </content>
         </article>
         <article eId="art_5">
            <num>Άρθρο πέμπτο</num>
            <paragraph eId="art_5.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ, άρθρα 682 έως 738) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 696 παρ. 2, 729Α και 736.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ, άρθρα 682 έως 738) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίαςαντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 686 παρ. 1, 4, 5 και 6, 689, 690 παρ. 1, 691, 693, 697, 700 παρ. 3, 702 παρ. 3, 724, 727, 729 παρ. 5, 730 παρ. 3 και 734 παρ. 3 και 5 ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 682</p>
                  <p modification="true">1. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουνασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Το δικαίωμα είναι δυνατό να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία ή να αφορά μέλλουσα απαίτηση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 686</p>
                  <p modification="true">1. Η αίτηση πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου.</p>
                  <p modification="true">4. Η γνωστοποίηση γίνεται με επίδοση εγγράφου που εκδίδεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο αναγράφεται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζήτησης ή με τηλεγραφική ή με τηλεφωνική πρόσκληση της γραμματείας του δικαστηρίου ή με ηλεκτρονικά μέσα με δαπάνες του αιτούντος. 0 δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης μπορεί συγχρόνως με την επίδοση της κλήσης να διατάξει και την επίδοση αντιγράφου της αίτησης.</p>
                  <p modification="true">5. Κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης η αίτηση μπσρεί να υπσβληθεί και με τις πρστάσεις. Τσ πσλυμελές πρωτσδικείσ δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνσν κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης.</p>
                  <p modification="true">6. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στσ μσ- νσμελές πρωτσδικείσ ή στσ ειρηνσδικείσ η πρόσθετη παρέμβαση μπσρεί να ασκηθεί και πρσφσρικά.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 689</p>
                  <p modification="true">Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλσδαπσύ δημσσίσυ δεν εκτελείται χωρίς πρσηγσύμενη άδεια τσυ Υπσυργσύ Δικαισσύνης, διαφσρετικά η εκτέλεση είναιάκυρη.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 690</p>
                  <p modification="true">1. Σε υπσθέσεις πσυ αφσρσύν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί η πιθανσλόγηση των ισχυρισμών.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 691</p>
                  <p modification="true">1. Τσ δικαστήρισ μπσρεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στσιχεία πσυ απαιτσύνται για τσ σχηματισμό της κρίσης τσυ.</p>
                  <p modification="true">2. Η απόφαση πσυ διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να σρίζει τσ ασφαλιστικό μέτρσ, καθώς και τσ δικαίωμα, στην εξασφάλιση ή διατήρηση τσυ σπσίσυ απσβλέπει ή την κατάσταση την σπσία ρυθμίζει.</p>
                  <p modification="true">3. Η απόφαση τσυ δικαστηρίσυ περιέχει συνσπτική αι- τισλσγία ως πρσς την ύπαρξη ή ανυπαρξία τσυ επικαλσύ- μενσυ δικαιώματσς και τη συνδρσμή ή μη επικείμενσυ κινδύνσυ ή επείγσυσας περίπτωσης και δημσσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση μετά την περάτωση της ακρσαματι- κής διαδικασίας και τσ αργότερσ μέχρι και σαράντα σκτώ (48) ώρες μετά τη συζήτηση, εκτός αν τσ δικαστήρισ έχει τάξει πρσθεσμία για την υπσβσλή σημειωμάτων από τσυς διαδίκσυς, σπότε τσ διάστημα των σαράντα σκτώ (48) ωρών υπσλσγίζεται από την παρέλευση αυτής της πρσθεσμίας. Τσ διατακτικό της απόφασης καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν για ειδικσύς λόγσυς επιβάλλεται να επιφυλαχθεί τσ δικαστήρισ να εκδώσει την απόφασή τσυ σε μεταγενέστερσ χρόνσ, αυτός πσυ διευθύνει τη συζήτηση έχει την υπσχρέωση να γνωστσπσιεί την ημέρα και ώρα πσυ θα δημσσιευθεί η απόφαση, μέσα σε απσκλειστική πρσθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη συζήτηση της αίτησης ή από τσ τέλσς της πρσθεσμίας πσυ έχει τυχόν τάξει τσ δικαστήρισ για την υπσβσλή σημειωμάτων από τσυς διαδίκσυς. Μέσα στην ίδια πρσθεσμία σ δικαστής πσυ εκδίδει την απόφαση σφείλει να συντάξει, χρσνσλσ- γήσει και υπσγράψει τσ σύνσλσ των απσφάσεων επί των υπσθέσεων πσυ συζητήθηκαν.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 693</p>
                  <p modification="true">1. Αν τσ ασφαλιστικό μέτρσ έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, σ δικαστής πσυ τσ διατάσσει μπσρεί να σρίσει, κατά την κρίση τσυ, πρσθεσμία για την άσκησή της, όχι όμως μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες.</p>
                  <p modification="true">2. Αν παρέλθει άπρακτη η πρσθεσμία της παραγράφσυ</p>
                  <p modification="true">1 αίρεται αυτσδικαίως τσ ασφαλιστικό μέτρσ, εκτός αν σ αιτών μέσα στην πρσθεσμία αυτή επιδώσει διαταγή πληρωμής.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 697</p>
                  <p modification="true">Τσ αρμόδισ για την κύρια υπόθεση δικαστήρισ όσσ διαρκεί η εκκρεμσδικία μπσρεί, με αίτηση τσυ διαδίκσυ πσυ έχει έννσμσ συμφέρσν, η σπσία υπσβάλλεται και αυ- τστελώς να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει σλικά ή εν μέρει την απόφαση πσυ δέχεται ή απσρρίπτει αίτησηασφαλιστικών μέτρων. 0 δικαστής, και στσ πσλυμελές πρωτσδικείσ, σ πρόεδρσς, σρίζσυν την δικάσιμσ και την πρσθεσμία κλήτευσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 700</p>
                  <p modification="true">3. 0ι πρσσωρινές διαταγές πσυ αναφέρσνται στσ άρθρσ 691Α εκτελσύνται μόλις καταχωριστσύν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση τσυ δικαστή πσυ τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πσλυμελές δικαστήρισ, τσυ πρσέδρσυ τσυ.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 702</p>
                  <p modification="true">3. Η εκτέλεση των απσφάσεων πσυ διατάζσυν ασφαλιστικά μέτρα, μπσρεί, με αίτηση εκείνσυ πσυ έχει έννσμσ συμφέρσν, να περισριστεί σε σρισμένα περισυσιακά στσιχεία, αν τσ δικαστήρισ πιθανσλσγεί ότι τα στσιχεία αυτά είναι αρκετά για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση τσυ δικαιώματσς.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 724</p>
                  <p modification="true">1. 0 δανειστής μπσρεί με βάση σριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή πρσσημείωσης υπσθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τσυ σφειλέτη ή τρίτσυ για τσ πσσό πσυ επιδικάζεται με την απόφαση ή σρίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.</p>
                  <p modification="true">2. Τσ δικαστήρισ πσυ εξέδωσε την σριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπσρεί με αίτηση εκείνσυ κατά τσυ σπσίσυ στρέφσνται και κατά τη διαδικασία τσυ άρθρσυ 702 παρ. 1, να αναστείλει σλικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων πσυ αναφέρσνται στην παρ. 1, αν πιθανσλσγείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, σλική ή εν μέρει, της απαίτησης για την σπσία έχει εκδσθεί η σριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περισρίσει την εκτέλεση σε σρισμένα περισυσιακά στσιχεία, αν πιθανσλσγείται ότι τα στσιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 727</p>
                  <p modification="true">Τα άρθρα 709, 711, 713, 714, 715, 720, 721 και 722 παρ. 1 εφαρμόζσνται και στη δικαστική μεσεγγύηση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρσ 729</p>
                  <p modification="true">5. Μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη επίδσση τηςαπόφασης πσυ επιδικάζει πρσσωρινά απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά απόφαση κατά το άρθρο 728 παρ. 2, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η προσωρινή επιδίκαση ή μεταρρύθμιση οφείλει να ασκήσει αγωγή για την απαίτηση που επιδικάστηκε ή για τη μεταρρύθμιση της απόφασης. Η απόφαση παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή. Δεν απαιτείται να ασκηθεί αγωγή, αν αυτή έχει ασκηθεί.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 730</p>
                  <p modification="true">3. Το δικαστήριο που αναφέρεται στην παρ. 2 μπορεί να επιτρέψει για την απόδοση και την κατάσχεση ακατάσχετων πραγμάτων και απαιτήσεων στο μέτρο που επιτρέπεται για απαιτήσεις διατροφής συζύγου.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 734</p>
                  <p modification="true">3. Κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοσή της. Η έφεση δικάζεται κατά την ίδια διαδικασία, εφαρμόζεται όμως και το άρθρο 226.</p>
                  <p modification="true">5. Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 696 παρ. 3 και 697 και ο ειρηνοδίκης δικάζει με τη σύμπραξη γραμματέα που τηρεί πρακτικά.»</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_5.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Στο ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ, άρθρα 682 έως 738) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εισάγονται οι νέες διατάξεις του άρθρου 691Α ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 691Α</p>
                  <p modification="true">1. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.</p>
                  <p modification="true">2. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται μεοποιονδήποτε τρόπο ο καθ’ ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνισή του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ο καθ’ ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει τηνανάκληση της προσωρινής διαταγής.</p>
                  <p modification="true">3. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_6">
            <num>Άρθρο έκτο</num>
            <paragraph eId="art_6.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ, άρθρα 739 έως 866) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 755 και 756.</p>
                  <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ, άρθρα 739 έως 866) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 740 παρ. 1, 747 παρ. 1, 748 παράγραφοι 1, 3 και 4, 749, 750, 751, 754, 759 παρ. 2, 776 παρ. 1, 782 παρ. 1, 786, 796 παρ. 4, 797, 798, 799, 800 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 804 παρ. 1, 808 παρ. 3, 843 παρ. 2 και 851 παρ. 2 ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 740</p>
                  <p modification="true">1. Στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείουυπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739, η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και ηανακοπή των άρθρων 787 του παρόντος και 82 ΑΚ. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν την υιοθεσία και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων και εκείνες που από το νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 747</p>
                  <p modification="true">1. Η αίτηση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 748</p>
                  <p modification="true">1. Η αίτηση υποβάλλεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τη γραμματεία στο δικαστήριο και αν πρόκειται για πολυμελές πρωτοδικείο, στον πρόεδρο, για να ορίσει δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 226.</p>
                  <p modification="true">3. Ο δικαστής που είναι αρμόδιος κατά την παράγραφο 1 μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Η κλήτευση γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου.</p>
                  <p modification="true">4. Ο δικαστής ορίζει την προθεσμία που κατά την κρίση του απαιτείται για τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 749</p>
                  <p modification="true">Οι διατάξεις για τη διαμεσολάβηση και την απόπειρα συμβιβασμού δεν εφαρμόζονται.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 750</p>
                  <p modification="true">Ο εισαγγελέας πρωτοδικών δικαιούται να παρίσταται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και ενώπιον του ειρηνοδικείου.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 751</p>
                  <p modification="true">Μεταβολή της αίτησης επιτρέπεται με άδεια του δικαστή, εφόσον κατά την κρίση του δεν βλάπτονται συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων. Η μεταβολή αναφέρεται στο βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 776.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 754</p>
                  <p modification="true">Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο δεν εμφανιστούν οι διάδικοι ή εμφανιστούν και δεν λάβουν κανονικά μέρος στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Αν ο αιτών δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και εμφανισθεί ο καθ’ ου η αίτηση ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 759</p>
                  <p modification="true">2. Η διεξαγωγή αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης μπορεί να γίνει και κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 591.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 776</p>
                  <p modification="true">1. Σε κάθε πρωτοβάθμιο δικαστήριο τηρούνται βιβλία στα οποία καταχωρίζονται περιληπτικά: α) οι αιτήσεις που υποβάλλονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 έως 781 και οι αποφάσεις που εκδίδονται στις αιτήσεις αυτές, β) οι αιτήσεις ανάκλησης ή μεταρρύθμισης τωναποφάσεων, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεων, οι τριτανακοπές και οι σχετικές αποφάσεις, γ) οι αποφάσεις με τις οποίες αναστέλλεται η ισχύς ή ηεκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 782</p>
                  <p modification="true">1. Όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 786</p>
                  <p modification="true">1. Όταν ζητείται κατά το νόμο να διοριστούν προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου ή εκκαθαριστές νομικού προσώπου ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα του το νομικό πρόσωπο ή η εταιρία.</p>
                  <p modification="true">2. Στην περίπτωση που τα συμφέροντα των προσώπων τα οποία αποτελούν τη διοίκηση συγκρούονται προς τα συμφέροντα του νομικού προσώπου καλούνται κατά τη συζήτηση και τα πρόσωπα αυτά.</p>
                  <p modification="true">3. Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον να αντικαταστήσει την προσωρινή διοίκηση ή τους εκκαθαριστές για σπουδαίους λόγους. Κατά τη συζήτηση καλούνται και τα πρόσωπα αυτά.</p>
                  <p modification="true">4. Η ευθύνη των διορισμένων μελών της προσωρινής διοίκησης και των εκκαθαριστών περιορίζεται στις πράξεις ή παραλείψεις αυτών κατά τη διάρκεια της θητείας τους.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 796</p>
                  <p modification="true">4. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι ισχύουσες διατάξεις για την επιτροπεία των ανηλίκων προβλέπουν τηνεπικοινωνία του δικαστηρίου με τον ανήλικο και την ακρόασή του ή κρίνουν αναγκαία τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, έχει εφαρμογή το άρθρο 612.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 797</p>
                  <p modification="true">Όταν σύμφωνα με το νόμο ζητείται να δοθεί άδεια να ενεργήσουν κάποια πράξη ο ανήλικος, αυτός που ασκεί τη γονική μέριμνα, ο επίτροπος ανηλίκου, ο δικαστικός συμπαραστάτης ενηλίκου, ο ίδιος ο ενήλικος που βρίσκεται σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, ο κληρονόμος από απογραφή, ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο εκτελεστής διαθήκης, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου ή αυτού που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ή το δικαστήριο της κληρονομίας. Για τις περιπτώσεις της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής αυτού που ζητεί το διορισμό του επιμελητή ή του τόπου όπου θα διεξαχθεί κυρίως η διαχείριση της υπόθεσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 798</p>
                  <p modification="true">Όταν ζητείται κατά το νόμο να χορηγηθεί άδεια για να ενεργηθεί πράξη εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 792 και 797, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της κατοικίας και αν δεν υπάρχει κατοικία, της διαμονής του αιτούντος. Αν πρόκειται για εκποίηση πραγμάτων, το ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα πράγμɑτɑ.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 799</p>
                  <p modification="true">Όταν ζητείται κατά το νόμο να χορηγηθεί άδεια για μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση ή για κυοφορία τέκνου από άλλη γυναίκα, αρμόδιο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή της η αιτούσα ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο.</p>
                  <p modification="true">Το δικαστήριο διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμέ- νων των θυρών, αν κρίνει ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 800</p>
                  <p modification="true">1. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την τέλεση της υιοθεσίας, αν ο υιοθετών ή ο υιοθετούμενος είναι ελληνικής ιθαγένειας, ακόμη και αν δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδια τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους.</p>
                  <p modification="true">2. Όι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα.</p>
                  <p modification="true">Η ίδια διαδικασία τηρείται και όταν πρόκειται για τηνακρόαση, από το δικαστήριο, του υποψήφιου να υιοθετηθεί ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του ή άλλων τέκνων του υποψήφιου θετού γονέα, στις περιπτώσεις που η ακρόαση αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου που προστατεύεται από αρμόδια κοινωνικήυπηρεσία ή αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας μπορεί να δηλωθεί και ενώπιον δικαστηρίου ή δικαστή που έχουν λάβει σχετική εντολή.</p>
                  <p modification="true">Η προθεσμία της τριτανακοπής κατά της απόφασης που τελεί την υιοθεσία είναι έξι (6) μήνες από τη γνώση της υιοθεσίας και σε κάθε περίπτωση τρία (3) έτη από την τελεσιδικία της απόφασης. 0 φυσικός γονέας που, λόγω της εφαρμογής διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δεν συναίνεσε στην υιοθεσία του παιδιού του έχει το δικαίωμα, προκειμένου να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, να πληροφορείται τα στοιχεία αυτής της απόφασης από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση που συνέπραξε στην τέλεση της υιοθεσίας.</p>
                  <p modification="true">5. 0ι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους έχουν την ικανότητα να παρίστα- νται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κατά την τέλεση της υιοθεσίας και να ασκούν ένδικα μέσα κατά της σχετικής απόφασης, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο δικαίωμα του νόμιμου αντιπροσώπου τους.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 804</p>
                  <p modification="true">1. Το δικαστήριο επικοινωνεί με αυτόν τον οποίο αφορά το μέτρο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάστασή του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνεται μέσα στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαρα- στατέου, αν το ζητεί ο ίδιος ή αν αυτό διευκολύνει τη διευκρίνιση των πραγμάτων και δεν αντιτίθεται ο συμπα- ραστατέος. Η επικοινωνία παραλείπεται μόνο αν πιστοποιείται αρμοδίως ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος για την υγεία του προσώπου, για το οποίο πρόκειται, ή αν αυτό βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να επικοινωνήσει με το περιβάλλον. Κατά τα λοιπά έχει ανάλογη εφαρμογή η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 612 παράγραφος 2.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 808</p>
                  <p modification="true">3. Η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τη δημοσίευσή της ειρηνοδίκη, εφόσον πιθανολογηθεί γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Όταν η διαθήκη δημοσιεύθηκε από προξενική αρχή, αρμόδιος για να την κηρύξει κύρια είναι ο ειρηνοδίκης του δικαστηρίου της κληρονομίας.Όταν με ιδιόγραφη διαθήκη ορίζεται αποκλειστικά κληρονόμος πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος του διαθέτη ή δεν έχει με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στην περίπτωση αυτή καλείται υποχρεωτικά, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 843</p>
                  <p modification="true">2. Αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος ή, αν δεν έχει κατοικία, της διαμονής του.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 851</p>
                  <p modification="true">2. Αρμόδιο να εκδώσει τη διαταγή για τη δημοσίευση της πρόσκλησης είναι το ειρηνοδικείο του τόπου πληρωμής ο οποίος αναφέρεται στο αξιόγραφο. Αν δεν αναφέρεται τόπος πληρωμής, το ειρηνοδικείο της περιφέρειας όπου είναι η κατοικία ή η έδρα του εκδότη ή, αν δενυπάρχει κατοικία, η διαμονή.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_7">
            <num>Άρθρο έβδομο</num>
            <content>
               <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΕΒΔΟΜΟ (ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ, άρθρα 867 έως 903) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 867, 878 παράγραφοι 1 και 2, 879, 880 παρ. 2, 882 παρ. 6, 898 και 901 παρ. 2 ως εξής:</p>
               <p modification="true">«Άρθρο 867</p>
               <p modification="true">Διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 614 αρ. 3 δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 878</p>
               <p modification="true">1. Αν δεν οριστεί εμπρόθεσμα ο διαιτητής ή οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής και η συμφωνία για διαιτησία δενορίζει διαφορετικά, τους ορίζει με αίτηση το μονομελές πρωτοδικείο. Αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ορίζει η συμφωνία ότι θα διενεργηθεί η διαιτησία, διαφορετικά το μονομελές πρωτοδικείο της κατοικίας όποιου υποβάλλει την αίτηση ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, της διαμονής του. Αν δεν υπάρχει και διαμονή, το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους.</p>
               <p modification="true">2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής που όρισε το μονομελές πρωτοδικείο πεθάνει ή για οποιονδήποτε λόγο αρνείται ή κωλύεται να διενεργήσει τη διαιτησία.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 879</p>
               <p modification="true">1. Σε κάθε πρωτοδικείο τηρείται κατάλογος διαιτητών τον οποίο καταρτίζει το πολυμελές πρωτοδικείο, σύμφωνα με όσα ορίζονται με διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων</p>
               <p modification="true">2. Το μονομελές πρωτοδικείο ορίζει τους διαιτητές ή τον διαιτητή από τον κατάλογο των διαιτητών και, αν δεν υπάρχει κατάλογος ή αν συντρέχει κατά την κρίση του σοβαρός λόγος, ορίζει το κατάλληλο πρόσωπο.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 880</p>
               <p modification="true">2. Όποιος αποδέχτηκε τον ορισμό του ως διαιτητή ήεπιδιαιτητή μπορεί για σοβαρό λόγο να αρνηθεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα του, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου. Η άδεια παρέχεται από το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου της κατοικίας του ή αν δεν υπάρχει κατοικία της διαμονής του και αν δεν υπάρχει και διαμονή, από το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους, ύστερα από αίτηση του που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 επ.. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, δεν ανακαλείται ούτε μεταρρυθμίζεται.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 882</p>
               <p modification="true">6. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύ- γει εναντίον της διάταξης της διαιτητικής απόφασης που καθορίζει το ύψος της αμοιβής των διαιτητών και τα έξοδα ή να ζητήσει τον καθορισμό τους, αν δεν έχουν οριστεί. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κατά το άρθρο 893 παρ. 2 κατάθεση της απόφασης και εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο σύμφωνα με το άρθρο 622A.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 898</p>
               <p modification="true">Αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης είναι το εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Η αγωγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. Αίτηση αναίρεσης προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την επίσπευση του προσδιορισμού.</p>
               <p modification="true">Άρθρο 901</p>
               <p modification="true">2. Η αγωγή της παραγράφου 1 υπάγεται στο εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Η αγωγή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. Αίτηση αναίρεσης προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την επίσπευση του προσδιορισμού.»</p>
            </content>
         </article>
         <article eId="art_8">
            <num>
               <b>Άρθρο όγδοο</b>
            </num>
            <paragraph eId="art_8.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Από το ΒΙΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ (ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 938, 960, 963, 999 και 1001 παράγραφος 1.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_8.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Από το ίδιο ΒΙΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ (ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 908 παρ. 1, 909, 912 παρ. 1, 913 παρ. 1, 914, 917, 924, 933, 934, 937 παράγραφοι 1 και 3, 939 παρ. 1, 943 παρ. 3, 947 παρ. 1, 950, 952, 953, 954 παράγραφοι 1, 2 και 4, 955, 956 παρ. 1, 958, 959, 962, 965 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5, 966 παρ. 4, 971 παρ. 2, 972 παρ. 1, 973, 975, 977, 978, 979 παρ. 2, 980 παρ. 2, 985 παρ. 1, 988 παρ. 2, 993 παρ. 2, 995, 997, 998, 1000, 1001Α, 1009, 1011 παρ. 2, 1012, 1015, 1021, 1047 παρ. 1 και 1049 παρ. 1 ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 908</p>
                  <p modification="true">1. Το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινώς εκτελεστή την απόφαση ολικά ή εν μέρει σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε. Ιδίως μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση:</p>
                  <p modification="true">α) αν η απόφαση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απαίτησης ή σε δικαστική ομολογία ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο,</p>
                  <p modification="true">β) αν πρόκειται για διατροφή από οποιαδήποτε αιτία, γ) αν πρόκειται για απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας,</p>
                  <p modification="true">δ) αν πρόκειται για Αποζημίωση από άδικη πράξη,</p>
                  <p modification="true">ε) σε απαιτήσεις που πηγάζουν από τις σχέσεις πουαναφέρουν τα άρθρα 614 αρ. 3 ή 728,</p>
                  <p modification="true">στ) σε εμπορικές διαφορές,</p>
                  <p modification="true">ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή, η) σε απαιτήσεις από ανώνυμους τίτλους.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 909</p>
                  <p modification="true">Προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί:</p>
                  <p modification="true">1) κατά του δημοσίου, των δήμων και των κοινοτήτων,</p>
                  <p modification="true">2) κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα δικαστικά έξοδα,</p>
                  <p modification="true">3) όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της απόφασης απαιτείται αυτή να γίνει τελεσίδικη ή αμετάκλητη,</p>
                  <p modification="true">4) στις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 2.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 912</p>
                  <p modification="true">1. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας ήέφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινάεκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910 μπορεί έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης να διαταχθεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να ανασταλεί ολικά ή εν μέρει, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από τηναπόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 913</p>
                  <p modification="true">1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερααπό αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911, να αναστείλει την εκτέλεση κατά το άρθρο 912 ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση κατά το ίδιο άρθρο. Οι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εδώ.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 914</p>
                  <p modification="true">Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ’ ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαπο- δεικνύεται.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 917</p>
                  <p modification="true">Οταν αντικείμενο της παροχής είναι πράγματα αντικα- ταστατά και πρέπει για την αναγκαστική εκτέλεση ναοριστεί η αξία τους σε χρήμα, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της παροχής γίνεται με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. Αν η παροχή επιδικάστηκε με απόφαση του ειρηνοδικείου, ο προσδιορισμός της αξίας γίνεται από αυτό, κατά την ίδια διαδικασία.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 924</p>
                  <p modification="true">Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ηεκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή γιαεκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν τηνεκτέλεση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 933</p>
                  <p modification="true">1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται ηεκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή τηναπαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, και στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
                  <p modification="true">2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
                  <p modification="true">3. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις τηςεκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.</p>
                  <p modification="true">4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα, με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος 2 εδάφιο γ' , αντίστοιχα.</p>
                  <p modification="true">5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία.</p>
                  <p modification="true">6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 934</p>
                  <p modification="true">1. Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή:</p>
                  <p modification="true">α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωσηάμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προςεκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.</p>
                  <p modification="true">β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ήαναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυ- ρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.</p>
                  <p modification="true">2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 937</p>
                  <p modification="true">1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση:</p>
                  <p modification="true">α) έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.</p>
                  <p modification="true">β) Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης. Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγραφος 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια τηςαναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, αυτή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00' το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">γ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του α- νακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.</p>
                  <p modification="true">3. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 939</p>
                  <p modification="true">1. Η απόφαση που διατάζει να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση ή απόσπασμά της γνωστοποιείται στα εκτελεστικά όργανα με επιμέλεια των διαδίκων ή της γραμματείας του δικαστηρίου. Σε επείγουσες περιπτώσεις η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει από το δικαστήριο με υπηρεσιακό τηλεγράφημα, με ηλεκτρονικά μέσα ή προφορικά, αφού το όργανο της εκτέλεσης κληθεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για να του γίνει η γνωστοποίηση και αυτό βεβαιωθεί με απλή σημείωση επάνω στην απόφαση της αναστολής.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 943</p>
                  <p modification="true">3. Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παραγράφου 2 ή αν αρνούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του ειρηνοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης που δικάζει κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα. 0 ειρηνοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον υπάλληλο, την ημέρα καιώρα του πλειστηριασμού. 0 πλειστηριασμός δεν μπορεί να οριστεί πριν περάσουν δέκα (10) ημέρες αφότου προσκληθεί εγγράφως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση να παραλάβει τα πράγματα. Το πλειστηρίασμα κατατίθεται δημόσια, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 947</p>
                  <p modification="true">1. Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώυπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ..</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 950</p>
                  <p modification="true">1. Με την απόφαση με την οποία διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδιααπόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει,απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση και σε προσωπική κράτηση έως έναέτος. Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866.</p>
                  <p modification="true">2. Αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947.</p>
                  <p modification="true">3. Κατά την επικύρωση από το δικαστήριο της κατά το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα συμφωνίας των συζύγων, με την οποία ρυθμίζεται η επιμέλεια των τέκνων, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως και η απόδοση ή η παράδοση του τέκνου στον γονέα στον οποίο ανατίθεται η επιμέλεια και εφαρμόζεται κατά τα λοιπά η πρώτη παράγραφος του παρόντος άρθρου. Ως προς τη ρυθμιζόμενη με την ίδια συμφωνία επικοινωνία με το τέκνο εφαρμόζεται αναλόγως η δεύτερη παράγραφος του παρόντος άρθρου.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 952</p>
                  <p modification="true">Αν με την κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν ικανοποιείται ή αν πιθανολογείται ότι με την κατάσχεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εντελώς η απαίτηση του δανειστή, μπορεί με αίτηση του δανειστή να υποχρεωθεί ο οφειλέτης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 έως 866, ναυποβάλει αναλυτικό κατάλογο όλων των περιουσιακών του στοιχείων με ακριβή αναφορά του τόπου όπου αυτά βρίσκονται. Ως προς τις απαιτήσεις θα πρέπει να αναφέρονται η νομική αιτία, το αντικείμενο, ο οφειλέτης, οι τυχόν εξασφαλίσεις και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα. Από τον κατάλογο θα πρέπει να προκύπτουν επίσης οι απαλλοτριώσεις ακινήτων που έλαβαν χώρα την τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης. 0 οφειλέτης θα πρέπει να βεβαιώνει συγχρόνως με όρκο ότι ο κατάλογος περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις ως άνω απαλλοτριώσεις, ότι δεν παραλείπει κανένα στοιχείο και ότι έκανε κάθε προσπάθεια, για να εξακριβώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 953</p>
                  <p modification="true">1. Κατάσχεση μπορεί να γίνει στα κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου κατά την έννοια του άρθρου 956 παράγραφος 1 ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης.</p>
                  <p modification="true">2. 0ι διατάξεις για την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη εφαρμόζονται και</p>
                  <p modification="true">α) όταν κινητά πράγματα του οφειλέτη βρίσκονται στα χέρια του δανειστή ή τρίτου πρόθυμου να τα αποδώσει,</p>
                  <p modification="true">β) όταν κατάσχεται εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη επάνω σε ξένο κινητό πράγμα,</p>
                  <p modification="true">γ) όταν πρόκειται για κινητά πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα.</p>
                  <p modification="true">3. Εξαιρούνται από την κατάσχεση τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του και, προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζή- σουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους.</p>
                  <p modification="true">4. Αν τα κατασχεμένα πράγματα είναι ασφαλισμένα η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 954</p>
                  <p modification="true">1. Η κατάσχεση, με την επιφύλαξη του άρθρου 956 παράγραφος 1 εδάφιο γ', γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από το δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται σχετική έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατα- σχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγμα- τογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτό το σκοπό.</p>
                  <p modification="true">2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτόςαπό τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και</p>
                  <p modification="true">α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του,</p>
                  <p modification="true">β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας,</p>
                  <p modification="true">γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο,</p>
                  <p modification="true">δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση,</p>
                  <p modification="true">ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα πε- ράτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόνέθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή.</p>
                  <p modification="true">4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00' το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτά- ται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στηνιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 955</p>
                  <p modification="true">1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώ- θηκε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περάτωση της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος οφείλει να την καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκείνων κατά των οποίων γίνεται η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης.</p>
                  <p modification="true">2. 0 δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τονεκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου και, στην περίπτωση του άρθρου 956 παράγραφος 3, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, οοποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέ- ντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από το δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου ΑνεξάρτηταΑπασχολουμένων. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο. 0 πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 956</p>
                  <p modification="true">1. 0 δικαστικός επιμελητής παραδίδει τα κατασχεμένα πράγματα για φύλαξη σε μεσεγγυούχο. Μεσεγγυούχος μπορεί να οριστεί εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ηεκτέλεση, αν συναινεί εκείνος κατά του οποίου στρέφεται ή και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται, αν συναινείεκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Η ιδιότητα του κατά το προηγούμενο εδάφιο μεσεγγυούχου διατηρείται και για τις κατασχέσεις που ενδεχομένως θα ακολουθήσουν.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 958</p>
                  <p modification="true">1. Αφότου γίνει η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης κατά το άρθρο 955 παράγραφος 1, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίουέγινε η κατάσχεση.</p>
                  <p modification="true">2. Η αναγκαστική κατάσχεση κινητών πραγμάτων δεν εμποδίζει την κατάσχεσή τους και από άλλο δανειστή. Κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά και δεν επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προ- κατέβαλε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 959</p>
                  <p modification="true">1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται δημόσια ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. 0 πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων. 0 πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στη συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών κατά την παράγραφο 4. Κατά την έναρξη του πλειστηριασμού όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες οφείλουν με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, να διορίσουν αντίκλητο στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου του πλειστηριασμού, στον οποίο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις που αφορούν την εκτέλεση.</p>
                  <p modification="true">2. 0 πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η κατάσχεση, εργάσιμη ημέρα Τετάρτη. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων ειρηνοδικείων, ο πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα του ειρηνοδικείου, που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής με την κατασχετήρια έκθεση. Αν ο πλειστηριασμός αφορά κινητά πράγματα ο πλειστηριασμός μπορεί να γίνει, κατά την κρίση του δικαστικού επιμελητή είτε στο ειρηνοδικείο του τόπου της εκτέλεσης είτε στον τόπο της κατάσχεσης είτε στον τόπο που φυλάσσονται τα πράγματα.</p>
                  <p modification="true">3. 0ι γραπτές και ενσφράγιστες προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ήόρο, είναι ανέκκλητες και υποβάλλονται, μαζί με την εγγύηση του άρθρου 965 παράγραφος 1 και το τυχόν πληρεξούσιο του άρθρου 1003 παράγραφος 2, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού είτε στο γραφείο του την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 10 το πρωί έως 2 το απόγευμα, με σύνταξη σχετικής πράξης είτε την ημέρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση του πλειστηριασμού. 0υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει κατά την έναρξη του πλειστηριασμού να καταχωρίσει στην έκθεσή του τα στοιχεία ταυτότητας των πλειοδοτών, που έχουν ήδη καταθέσει προσφορές, και τις εγγυήσεις τους. Στις 5 τοαπόγευμα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος πλειοδότης, ο οποίος αναμένει να καταθέσει προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κηρύσσει περαιωμένη τη διαδικασία συγκέντρωσης των προσφορών και αμέσως μετά προβαίνει δημόσια στην αποσφράγισή τους, καταχωρίζοντας το περιεχόμενό τους στην έκθεσή του.</p>
                  <p modification="true">4. Αν υποβλήθηκε μία μόνο γραπτή προσφορά, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στο μοναδικό πλειοδότη, ακόμα και αν δεν παρευρίσκεται στον τόπο του πλειστηριασμού. Αν υποβλήθηκαν δύο ή περισσότερες γραπτές προσφορές, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται σε εκείνον που προσφέρει τη μεγαλύτερη προσφορά. Αν οι περισσότερες αυτές προσφορές είναι ίσες, τότε η διαδικασία συνεχίζεται με την υποβολή προφορικών προσφορών προς τονυπάλληλο του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">5. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού μετά την ολοκλήρωση των προφορικών προσφορών προβαίνει στην κατα- κύρωση, αφού προηγουμένως προσκαλέσει τρεις φορές για μεγαλύτερη προφορική προσφορά. Σε περίπτωσηίσων γραπτών προσφορών με τη μεγαλύτερη τιμή, χωρίς να υποβληθεί προφορική προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διενεργεί αμέσως κλήρωση, από τηνοποία αναδεικνύεται ο υπερθεματιστής.</p>
                  <p modification="true">6. Με ανακοπή, εκείνου υπέρ του οποίου έγινε ή εκείνου κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση ή δανειστή που έχει αναγγελθεί που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να ορίσει άλλο τόπο πλειστηριασμού και να ορίσει συγχρόνως και τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αν ο τόπος του πλειστηριασμού βρίσκεται έξω από την περιφέρεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που είχε οριστεί αρχικά, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι ορισμοί του άρθρου 954 παράγραφος 4.</p>
                  <p modification="true">7. 0 πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1 έως 31 Αυγούστου, εκτός αν πρόκειται για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 962</p>
                  <p modification="true">Αν τα κατασχεμένα πράγματα μπορεί, κατά την κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, να υποστούν φθορά, πλειστηριάζονται αμέσως. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να προβεί σε κάθε κατάλληλη ενέργεια για την εξασφάλιση δημοσιότητας. Αν διαφωνήσει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ή εκείνος κατά τουοποίου στρέφεται η εκτέλεση, αποφασίζει το ειρηνοδικείο του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 965</p>
                  <p modification="true">1. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ’ ου η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται.</p>
                  <p modification="true">Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) μηνός ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς.</p>
                  <p modification="true">Αν Υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύ- ρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσειαμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">2. Τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στον πλειοδότη που προσφέρει τη μεγαλύτερη τιμή. 0υπάλληλος του πλειστηριασμού πρέπει να καταχωρίζει στην έκθεσή του όλες τις προσφορές που έγιναν.</p>
                  <p modification="true">3. 0 υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα σε μετρητά ή με επιταγή έκδοσης τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, μόλις γίνει η κατακύρωση, και αμέσως μετά του παραδίδεται το κατακυρωμένο πράγμα. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν αυτός καταβάλει το πλειστηρίασμα.</p>
                  <p modification="true">4. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και οι τόκοι προσαυξάνουν το πλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του.</p>
                  <p modification="true">5. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμούοφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόνανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, το ποσόν που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από το συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν.</p>
                  <p modification="true">Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικούυπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτεαπό τον υπέρ ου ή από τον καθ’ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. 0αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ’ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, δημοσιεύεται με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου ΑνεξάρτηταΑπασχολουμένων. Η διάταξη του άρθρου 959 παράγραφος 7 ισχύει αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη. 0 αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 966</p>
                  <p modification="true">4. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 971</p>
                  <p modification="true">2. Εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση μπορεί να ανακόψει την αναγγελία μέχρι και την ημέρα της διανομής του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της έφεσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 972</p>
                  <p modification="true">1. 0ι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους. Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει:</p>
                  <p modification="true">(α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, στον οποίον μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και προσφορές που αφορούν την εκτέλεση και αν δεν οριστεί αντίκλητος, αντίκλητος είναι ο δικηγόρος που τυχόν υπέγραψε την αναγγελία και</p>
                  <p modification="true">(β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερο πέντε (5) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. Τα έξοδα της αναγγελίας βαρύνουν όποιον αναγγέλλεται.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 973</p>
                  <p modification="true">1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δενέγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών (3) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του ΤομέαΑσφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου ΑνεξάρτηταΑπασχολουμένων.</p>
                  <p modification="true">2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.</p>
                  <p modification="true">3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξηςεπιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. 0 πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. 0 υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών (3) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου ΑνεξάρτηταΑπασχολουμένων.</p>
                  <p modification="true">4. Κάθε δανειστής της παραγράφου 2 μπορεί να ζητή-</p>
                  <p modification="true">σει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να τουεπιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λόγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμε- νου πλειστηριασμού. 0 δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παράγραφο 3 δήλωση. 0 πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.</p>
                  <p modification="true">5. Αν στην περίπτωση της παραγράφου 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παραγράφου 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπί- πτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. 0 πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3.</p>
                  <p modification="true">6. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα (1) μήνα από τη συζήτηση τηςανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 975</p>
                  <p modification="true">Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά. Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάσσονται:</p>
                  <p modification="true">1) 0ι απαιτήσεις για την κηδεία ή τη νοσηλεία εκείνου κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, του συζύγου και των τέκνων του, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες πριν από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις αποζημίωσης δανειστών, λόγω αναπηρίας ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, με εξαίρεση την ικανοποίηση για ηθική βλάβη, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.</p>
                  <p modification="true">2) 0ι απαιτήσεις για την παροχή τροφίμων αναγκαίων για τη συντήρηση εκείνου κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, του συζύγου και των τέκνων του, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης.</p>
                  <p modification="true">3) 0ι απαιτήσεις, που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις απόαμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, πουαμείβονται με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης. 0ι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν. 0ι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και παρακρατού- μενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τιςαπαιτήσεις αυτές. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας της γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, οιαπαιτήσεις αποζημίωσης σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου προς διατροφή, καθώς και οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ποσοστού εξήντα επτά τοιςεκατό (67%) και άνω, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.</p>
                  <p modification="true">4) 0ι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης.</p>
                  <p modification="true">5) 0ι απαιτήσεις του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης από κάθε αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τιςαπαιτήσεις αυτές.</p>
                  <p modification="true">6) 0ι απαιτήσεις του Συνεγγυητικού κατά του οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος έχει ή είχε στο παρελθόν τηνιδιότητα της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 και οι απαιτήσεις του Συνεγγυητικού έχουν προκύψει εντός δύο (2) ετών πριν από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 977</p>
                  <p modification="true">1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975υπάρχουν και οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 3, προ- τιμώνται οι πρώτες. Αν υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 1 και 2, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται έως το ένα τρίτο του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα δύο τρίτα διατίθενται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 1 και 2. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από το ένα τρίτο ή τα δύο τρίτα, μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των άρθρων 975 και 976 αριθμ. 1 και 2, κατά το προηγούμενο εδάφιο, κατατάσσονται,ώσπου να καλυφθούν, οι απαιτήσεις της άλλης από τις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες, που δεν έχουν ικανοποιηθεί.</p>
                  <p modification="true">2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, αν υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 975 ή 976, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης και αν είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως. Αν συντρέχουν περισσότερεςαπαιτήσεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 976 αριθμ. 2, ακολουθείται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο σειρά.</p>
                  <p modification="true">3. Αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) ή από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) κατατάσσονται, ώσπου να καλυφθούν οι απαιτήσεις της εκάστοτε άλλης από τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες, που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρό- γραφων δανειστών ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρου 975 κατά τα οριζόμενα στοεδάφιο 2 της παραγράφου 1. Αν υπάρχουν απαιτήσεις του άρθρου 976 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι πρώτες ικανοποιούνται έως το ενενήντα τοις εκατό (90%) και οι δεύτερες έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Αν υπάρχουν απαιτήσεις του άρθρου 975 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως τοεβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχοι ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 978</p>
                  <p modification="true">1. Απαιτήσεις που εξαρτώνται από αίρεση ή αμφίβολες κατατάσσονται τυχαίως. Με την προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να ικανοποιήσει το δανειστή, η απαίτηση του οποίου κατατάχθηκε τυχαία. Σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ο όρος υπό τον οποίο τελεί η τυχαία κατάταξη, ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το ποσό που εισέπραξε. Απαιτήσειςυπό προθεσμία κατατάσσονται, αφού αφαιρεθεί ο τόκος που αναλογεί έως τη λήξη τους.</p>
                  <p modification="true">2. Όταν απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει στον πίνακα κατάταξης πως κατανέμεται το ποσό της απαίτησης, με την προσθήκη των αναλογούντων τόκων, αν αυτή παύσει να υφί- σταται.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 979</p>
                  <p modification="true">2. Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότουεπιδοθεί η πρόσκληση της παραγάφου 1 οποιοσδήποτεέχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ.. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 980</p>
                  <p modification="true">2. Αν κάποιος από τους δανειστές άσκησε ανακοπή, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους δανειστές των οποίων η κατάταξη προσβάλλεται με την ανακοπή, εκτός αν προσκομίσουν ισόποση εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση τράπεζας που είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα. Σε περίπτωση τελεσίδικης ευδοκίμησης της ανακοπής ο δανειστής υποχρεούται να επιστρέψει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντόκως το ποσό που εισέπραξε.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 985</p>
                  <p modification="true">1. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. Όταν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, αυτό θα πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του ακατάσχετη απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 982 παράγραφος 2 στοιχ. γ'και δ'.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 988</p>
                  <p modification="true">2. Αν ο τρίτος δηλώσει ότι έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα, γίνεται πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Ό πλειστηριασμός γίνεται κατά τα άρθρα 959 επ. με την εφαρμογή και του άρθρου 955 παράγραφος 2εδάφιο β' , η προθεσμία του οποίου αρχίζει αφότου η απόφαση του ειρηνοδικείου για το διορισμό του γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο, ο οποίος και ορίζει το δικαστικό επιμελητή ο οποίος θα ενεργήσει την εκτέλεση.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 993</p>
                  <p modification="true">2. Όι διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφιο β' και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του. Για τηνεκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβά- νεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 995</p>
                  <p modification="true">1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.</p>
                  <p modification="true">Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. 0 υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να εγγράψει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση.</p>
                  <p modification="true">3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ’ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.</p>
                  <p modification="true">4. 0 δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουνεπάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από το δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. 0 πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.</p>
                  <p modification="true">5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ.</p>
                  <p modification="true">6. Μέσα στην ίδια προθεσμία του εδάφιο α ' της παραγράφου 4 ο δικαστικός επιμελητής καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφο σημείωμα στο οποίο καθορίζονται ημέρες και ώρες επίσκεψης από υποψήφιους πλειοδότες του ακινήτου που κατασχέθηκε, το αργότερο επτά (7) ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η επίσκεψη πραγματοποιείται με τη συνοδεία του δικαστικού επιμελητή. Το σημείωμα συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το περιεχόμενό του δημοσιεύεται μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 4 στην ανωτέρω ιστοσελίδα.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 997</p>
                  <p modification="true">1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου πουεπέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών πουαναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τονοφειλέτη· αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεσή του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα. Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωσή του από τονοφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση λύεται μετά από δύο (2) μήνες και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παράγραφος 2εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 ΑΚ δεν θίγεται και η περίληψη εκτελείται κατά του μισθωτή αφού περάσουν οι προθεσμίες του άρθρου αυτού που αρχίζουν αφότου η περίληψη επιδοθεί στο μισθωτή.</p>
                  <p modification="true">2. Τα αποτελέσματα της παραγράφου 1 αρχίζουν αναδρομικά, α) για τον οφειλέτη, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 995, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, β) για τον τρίτο, κύριο ή νομέα, αφότου του επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνησή του να παραλάβει το αντίγραφο κατά το άρθρο 995 παράγραφοι 1 και 4, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών, γ) για τους τρίτους, μόνο αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι, κατά τις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου αυτής, επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα.</p>
                  <p modification="true">3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.</p>
                  <p modification="true">4. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα.</p>
                  <p modification="true">Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητοαπό άλλο δανειστή του οφειλέτη. Οι διαφορετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διενεργούνται ξεχωριστά, χωρίς να επηρεάζει η μια την άλλη. Δεν επιτρέπεται η αναζήτηση των εξόδων της εκτέλεσης που προκατέβα- λε εκείνος ο δανειστής, η εκτέλεση του οποίου δεν περατώθηκε.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 998</p>
                  <p modification="true">1. Το κατασχεμένο ακίνητο πλειστηριάζεται δημόσια ενώπιον του συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στη συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εδάφιο β' και δ' του άρθρου 959, καθώς και των παραγράφων 2 έως 5 του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και εδώ.</p>
                  <p modification="true">2. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1ηέως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη Τετάρτη της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ηαπαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.</p>
                  <p modification="true">3. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου σχετικά με την απαγόρευση πλειστηριασμού από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη.</p>
                  <p modification="true">4. Αν το ακίνητο βρίσκεται σε περιφέρειες περισσότερων ειρηνοδικείων, ο πλειστηριασμός γίνεται κατά τηνεπιλογή όποιου επισπεύδει, σε οποιοδήποτε ειρηνοδικείο.</p>
                  <p modification="true">5. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο του άρθρου 933 δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει να γίνει ταυτόχρονα η πώληση του κατασχεμένου ακινήτου, ολόκληρου ή τμηματικά, με βάση σχεδιάγραμμα ή σχέδιο μηχανικού ή γεωμέτρηση, που υποβάλλεται μαζί με την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή η κατακύρωση τότε μόνο γίνεται τμηματικά σε όποιους πλειοδοτούν τμηματικά, όταν το σύνολο των προσφορών τους είναι μεγαλύτερο από την τιμή που προσφέρεται για να πωληθεί συνολικά.</p>
                  <p modification="true">6. Μετά από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να επιτρέψει να πουληθεί ελεύθερα το ακίνητο με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο. Η πώληση αυτή γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1000</p>
                  <p modification="true">Ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσ- δοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις 12:00' το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα. Η απόφαση με την οποία αναστέλλεται ο πλειστηριασμός γνωστοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αυθημερόν με την έκδοσή της. Η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1001Α</p>
                  <p modification="true">Σε περίπτωση κατάσχεσης ακινήτων, στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες, που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο, εφαρμόζονται οι επόμενες διατάξεις:</p>
                  <p modification="true">α. Το ακίνητο εκτίθεται σε πλειστηριασμό με τα παραρ- τήματά του εφόσον έχουν κατασχεθεί μαζί. Χωριστή πλειστηρίαση των παραρτημάτων μπορεί να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 994, μόνο αν κατά τον πρώτο πλειστηριασμό δεν επιτεύχθηκε κατακύρωση.</p>
                  <p modification="true">β. Αν έχουν κατασχεθεί με την ίδια έκθεση περισσότερα ακίνητα, πλειστηριάζονται μαζί, εφόσον έχουν λειτουργική ενότητα για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας, που έχει εγκατασταθεί σε ένα από αυτά. Αν τα παραπάνω ακίνητα βρίσκονται σε διάφορες περιφέρειες, αρμόδια για την εκτέλεση είναι τα όργανα της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται οποιοδήποτε από αυτά κατ' επιλογή του επισπεύδοντος. Η διάταξη του άρθρου 998 παράγραφος 4 εφαρμόζεταιαναλόγως.</p>
                  <p modification="true">γ. Η αναστολή κατά το άρθρο 1000 δεν μπορεί να υ- περβεί συνολικά τους τέσσερις (4) μήνες.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1009</p>
                  <p modification="true">Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώ- ματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1011</p>
                  <p modification="true">2. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται και στο λιμενάρχη του λιμανιού όπου έγινε η κατάσχεση του πλοίου, στον πλοίαρχο και στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση. Η κατάσχεση εμποδίζει τον απόπλου του πλοίου και ο λιμενάρχης, μόλις του επιδοθεί το αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, σφείλει να εμπσδί- σει τον απόπλου.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1012</p>
                  <p modification="true">1. 0 πλειστηριασμός του κατασχεμένου πλοίου γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του λιμανιού όπου βρίσκεται το πλοίο κατά την κατάσχεση. Η αναστολή του άρθρου 1000 δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες.</p>
                  <p modification="true">2. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης πλοίου κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">3. Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα της κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου.</p>
                  <p modification="true">4. Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά ελληνικού πλοίου ή αεροσκάφους, αν αυτό βαρύνεται με υποθήκη σε ξένο νόμισμα, καθώς και κατά αλλοδαπού πλοίου ή αεροσκάφους, σε κάθε περίπτωση, η επιταγή πληρωμής, η εκτίμηση του κατασχεμένου, η κατασχετήρια έκθεση, ο αναγκαστικός πλειστηριασμός και η κατάταξη των δανειστών γίνονται σε ξένο νόμισμα, που ορίζεται από τον επισπεύδοντα. Κάθε δανειστής που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει, με τη διαδικασία του άρθρου 954 παράγραφος 4, τη διενέργεια του πλειστηριασμού σε άλλο ξένο νόμισμα ή, αν η κατακύρωση ματαιώθηκε τουλάχιστον μια φορά, επειδή δεν παρουσιάστηκαν πλειοδότες, και σε ευρώ, σε αυτήν την περίπτωση και από τον επισπεύδοντα. Στην περίπτωση πλειστηριασμού σε συνάλλαγμα, η δημόσια κατάθεση του πλειστηριάσματος γίνεται σε αυτούσιο συνάλλαγμα, μη υποχρεωτικά εκχωρητέο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η διανομή στους δανειστές που έχουν απαιτήσεις σε συνάλλαγμα γίνεται σε αυτούσιο ελεύθερο συνάλλαγμα, ενώ στους υπόλοιπους η διανομή γίνεται σε ευρώ, με τηνισοτιμία του χρόνου διανομής.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1015</p>
                  <p modification="true">1. 0 πλειστηριασμός του κατασχεμένου αεροσκάφους γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του αερολιμένα όπου έγινε η κατάσχεση.</p>
                  <p modification="true">2. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται και στον κυβερνήτη του αεροσκάφους και στο διοικητή του αερολιμένα και κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">3. Η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα της κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την πολιτική αεροπορία.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1021</p>
                  <p modification="true">Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Περαιτέρω,εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παράγραφος 4, 955 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο β', 965, 966, 967, 969 παράγραφος 1, 995 παράγραφος 4 εδάφιο β', 1002, 1003 παράγραφοι 1, 2 και 4, 1004, 1005 παράγραφοι 1 και 2 και 1010. 0 εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο. Με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου της περιφέρειαςόπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1047</p>
                  <p modification="true">1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως έναέτος. Η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Η αγωγή αυτή, όταν ασκείται αυτοτελώς, εισάγεται είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδι- κίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την απαίτηση. Αίτηση απαγγελίας προσωπικής κράτησης που περιέχεται σε αγωγή για την απαίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία στην οποίαυπάγεται η αγωγή.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1049</p>
                  <p modification="true">1. Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφότου η δικαστική απόφαση που τη διατάζει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν τρεις (3) ημέρες αφότου η απόφαση του επιδόθηκε. Απόφαση που διατάζει την προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 1047, δεν εκτελείται αν εκείνος που καταδικάστηκε βρίσκεται κατά το χρόνο της εκτέλεσης σε αδυναμία να εκπληρώσει τη χρηματική οφειλή του.»</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_8.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Στο ΒΙΒΛΙΟ 0ΓΔ00 (ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ, άρθρα 904 έως 1054) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εισάγονται οι νέες διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 983 και του άρθρου 1011Α ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 983</p>
                  <p modification="true">5. Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.</p>
                  <p modification="true">Άρθρο 1011Α</p>
                  <p modification="true">1. 0 πλειστηριασμός πλοίου ορίζεται την πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση.</p>
                  <p modification="true">2. 0ι προθεσμίες του άρθρου 934 παράγραφος 1 περίπτωση α' και β' είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάσχεση του πλοίου και σαράντα (40) ημέρες από τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως. Η ανακοπή του άρθρου 954 παράγραφος 4, και η αίτηση αναστολής του άρθρου 1000 ασκούνται με ποινή απαραδέκτου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση, δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. και η απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας πριν από τον πλειστηριασμό. Μέσα στην ίδια προθεσμία και με την ίδια διαδικασία μπορεί με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση αν κρίνεται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση.</p>
                  <p modification="true">3. Με την απόφαση επί της ανακοπής του άρθρου 954 παραγράφου 4 και επί της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000 ορίζεται αντίστοιχα ως νέα ημέρα πλειστηριασμού η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης επί της ανακοπής και η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά τη λήξη της χορηγηθείσης αναστολής. Κατά τα λοιπά τηρούνται οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας.</p>
                  <p modification="true">4. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός πλοίου δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται σύμφωνα με το άρθρο 973 και νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται η πρώτη εργάσιμη Τετάρτη μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών μετά τη δήλωση συνεχίσεως.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_9">
            <num>Άρθρο Ένατο</num>
            <heading>Μεταβατικές και άλλες διατάξεις</heading>
            <paragraph eId="art_9.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά τις 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος-ΒΙ- ΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ Κ.Πολ.Δικ.) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_4">
               <num>4.</num>
               <content>
                  <p>Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζειαπό 1.1.2016.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_5">
               <num>5.</num>
               <content>
                  <p>Αιτήσεις αναστολής, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 632 και 938, για τις οποίες έχει χορηγηθεί προσωρινή διαταγή και οι οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς για να συζητηθούν κατά την ίδια δικάσιμο με την ανακοπή, εκδικάζονταιυποχρεωτικά μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ύστερα από κλήση οποιουδήποτε διαδίκου, που κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη δημοσίευση του, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_6">
               <num>6.</num>
               <content>
                  <p>Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργείται.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_7">
               <num>7.</num>
               <content>
                  <p>Η διάταξη του άρθρου 22 του Α.Ν. 1539/1938 που διατηρήθηκε σε ισχύ του με το άρθρο 52 περίπτωση 18 του Εισαγωγικού νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργείται.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_8">
               <num>8.</num>
               <content>
                  <p>Για τις απαιτήσεις του άρθρου 623 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να ζητηθεί η έκδοση εντολής για πληρωμή, η διαδικασία έκδοσης, το περιεχόμενο, ο τύπος και οι έννομες συνέπειες της οποίας θα καθοριστούν με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερααπό πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_9">
               <num>9.</num>
               <content>
                  <p>Η παρ. 1 του άρθρου 77 του ν. 4182/2013 (Α' 185) καταργείται. Η ισχύς του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και των εδαφίων γ’ και δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 808 ανατρέχει στην έναρξη ισχύος του άρθρου 77 του ν. 4182/2013.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_10">
               <num>10.</num>
               <content>
                  <p>Οι διατάξεις των εδαφίων ε' και στ' της παραγράφου 4 και των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 6 του άρθρου 237 θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και στο οποίο θα ορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_11">
               <num>11.</num>
               <content>
                  <p>Οι διατάξεις των άρθρων 954 παράγραφος 4 εδάφιο γ' , 955 παράγραφος 2 εδάφιο β' , 965 παράγραφος 5 εδάφιο θ', 973 παράγραφος 1 εδάφιο γ' και παράγραφος 3 εδάφιο δ' , καθώς και 995 παράγραφος 4 εδάφιο β', αναφορικά με την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών, θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 15.9.2015, και το οποίο θα εξειδικεύει τους όρους δημιουργίας της κατάλληλης υποδομής της ιστοσελίδας δημοσιεύσεως πλειστηριασμών, τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες για τις σχετικές δημοσιεύσεις. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, οι διατυπώσεις δημοσιότητας καλύπτονται με τη δημοσίευση των προβλεπόμενων στις ανωτέρω διατάξεις πράξεων και στοιχείων, εντός των τασσόμενων από αυτές προθεσμιών, σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στο δήμο όπου βρίσκεται ο τόπος του πλειστηριασμού και αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα, σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας, που εκδίδεται στην περιφερειακή ενότητα, διαφορετικά στην έδρα της περιφέρειας όπου υπάγεται ο δήμος.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_12">
               <num>12.</num>
               <content>
                  <p>Η διάταξη του άρθρου 993 παράγραφος 2 εδάφιο γ' θα τεθεί σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από κοινή πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 1.6.2016 και θα καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, αν για το ακίνητο που κατάσχεται προ- βλέπεται αντικειμενική αξία για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η εκτίμηση δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο της κατάσχεσης.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_13">
               <num>13.</num>
               <content>
                  <p>Η διάταξη του άρθρου 995 παράγραφος 1 εδάφιο δ' θα τεθεί σε εφαρμογή με το ανωτέρω στην παράγραφο 12 προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από κοινή πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982 (Α' 43), όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμε- νων κανονιστικών αποφάσεων.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_14">
               <num>14.</num>
               <content>
                  <p>Μέχρι την έκδοση του ανωτέρω στην παράγραφο 12 προεδρικού διατάγματος, όταν διενεργείται πλειστηριασμός ακινήτων, στην κατασχετήρια έκθεση του άρθρου 954 παραγράφου 2, γίνεται και αναφορά της ημέρας του επαναληπτικού πρώτου πλειστηριασμού.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_15">
               <num>15.</num>
               <content>
                  <p>Μέχρι την έκδοση του ανωτέρω στην παράγραφο 12 προεδρικού διατάγματος εφαρμόζονται στη διαδικασία του πλειστηριασμού ακινήτων και οι παρακάτω ρυθμίσεις:</p>
                  <p>α. Αναστέλλεται η ισχύς του άρθρου 1003 παράγραφος 4.</p>
                  <p>β. Οι διατάξεις των άρθρων 965 παράγραφοι 4 έως 7εφαρμόζονται αναλόγως.</p>
                  <p>γ. Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται επαναληπτικός πλειστηριασμός μέσα σε δέκα τέσσερις (14) ημέρες με μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία προσδιορίζεται από το δικαστικό επιμελητή στην κατασχετήρια έκθεση στο ένα δεύτερο της αξίας στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο. Νέα προδικασία και νέες διατυπώσεις δημοσιότητας δεν απαιτούνται, ούτε εκδίδεται νέο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης και ο πλειστηριασμός διενεργείται την ημέρα που καθορίστηκε στην κατασχετήρια έκθεση. Το άρθρο 954 παράγραφος 4 δεν έχει εδώ εφαρμογή.</p>
                  <p>δ. Αν στον επαναληπτικό πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός μέσα σε τριάντα ημέρες, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να επιτρέψει μέσα στην ίδια προθεσμία να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ορίσει και να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος.</p>
                  <p>ε. Αν και ο νέος αυτός πλειστηριασμός έμεινε χωρίςαποτέλεσμα ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_16">
               <num>16.</num>
               <content>
                  <p>Όπου στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας γίνεται αναφορά σε πλειστηριασμό, ο πλειστηριασμός αυτός μπορεί να διενεργηθεί με ηλεκτρονικά μέσα (ηλεκτρονικός πλειστηριασμός). Η διαδικασία διενέργειας του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, όλες οι σχετικές λεπτομέρειες, καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, θα καθοριστούν με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί ύστερα από πρόταση τουΥπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το αργότερο μέχρι 1.6.2016.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_9.para_17">
               <num>17.</num>
               <content>
                  <p>Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 2172/ 1993 (Α’ 207) προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Για τις λοιπές εκτός Αττικής ναυτικές διαφορές, το Πρωτοδικείο Πειραιά έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα.»</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <article eId="art_2">
            <num>
               <b>Άρθρο 2</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων καιεπιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση οδηγίας2014/59/ΕΕ, ΕΕ L 173) και άλλες διατάξεις</b>
            </heading>
            <content>
               <p modification="true">
                  <b>«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ</b>
               </p>
               <p modification="true">
                  <b>Άρθρο 1Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής(άρθρο 1 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p modification="true">1. Ο παρών νόμος θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των εξής οντοτήτων:</p>
               <p modification="true">α) ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ),</p>
               <p modification="true">β) χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην EE, όταν το χρηματοδοτικό ίδρυμα είναι θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας που αναφέρεται στην περίπτωση γ' ή δ' , και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (ΕΕ L 176), γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ,</p>
               <p modification="true">δ) μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχώνεγκατεστημένες σε κράτος - μέλος, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος - μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ,</p>
               <p modification="true">ε) υποκαταστήματα ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις πουορίζονται στον παρόντα νόμο.</p>
               <p modification="true">2. Οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή τωναπαιτήσεων βάσει του παρόντος νόμου και κατά τη χρήση των διαφόρων μέτρων που έχουν στη διάθεσή τους, σε οντότητα του πρώτου εδαφίου, και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, λαμβάνουν υπόψη τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη μετοχική δομή, τον εταιρικό τύπο, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος και το νομικό πλαίσιο της οντότητας, τις διασυνδέσεις της με άλλαιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της, τη συμμετοχή της σε Θεσμικό Σύστημα Προστασίας (Θ.Σ.Π.) που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 ή σε άλλα συνεταιριστικά συστήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης της παραγράφου 6 του άρθρου 113 του εν λόγω Κανονισμού και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3606/2007 (Α'195) ή άλλως στο σημείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ (EE L 173).</p>
               <p modification="true">
                  <b>Άρθρο 2Ορισμοί</b>
               </p>
               <p modification="true">
                  <b>(άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p modification="true">1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:</p>
               <p modification="true">1) «αναδιάρθρωση παθητικού»: ο μηχανισμός για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απο- μείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσειςενός ιδρύματος που τελεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 43,</p>
               <p modification="true">2) «ανώτερα διοικητικά στελέχη»: όπως ορίζονται στο σημείο 9 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α' 107), (σημείο 9 παράγραφος 1 άρθρο 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)</p>
               <p modification="true">3) «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων»: οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p modification="true">4) «αποδέκτης»: η οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση,</p>
               <p modification="true">5) «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο σημείο 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ)αριθμ. 1024/2013 (EE L 287) του Συμβουλίου. Στην Ελλάδα αρμόδια αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 4261/2014,</p>
               <p modification="true">6) «αρμόδιο υπουργείο»: το Υπουργείο Οικονομικών για την Ελλάδα και, κατά περίπτωση, τα υπουργεία των λοιπών κρατών - μελών που ορίζονται αρμόδια σύμφωνα με την παράγραφο 5' του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,</p>
               <p modification="true">7) «αρχή ενοποιημένης εποπτείας»: όπως ορίζεται στο σημείο 41 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p modification="true">8) «αρχή εξυγίανσης»: η αρχή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3,</p>
               <p modification="true">9) «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου»: η αρχή εξυγίανσης στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η αρχή ενοποιημένης εποπτείας,</p>
               <p modification="true">10) «βασικοί επιχειρηματικοί τομείς»: οι επιχειρηματικοί τομείς και οι συναφείς υπηρεσίες που αποτελούν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρη- σης για ένα ίδρυμα ή για έναν όμιλο του οποίου το ίδρυμα αποτελεί μέλος,</p>
               <p modification="true">11) «διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα»: ενέργεια βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τιςενέργειες εξυγίανσης του παρόντος νόμου,</p>
               <p modification="true">12) «διασυνοριακός όμιλος»: όμιλος τα μέλη του οποίου είναι εγκατεστημένα σε περισσότερα του ενός κράτη - μέλη,</p>
               <p modification="true">13) «διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων»: ο μηχανισμός για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από μια αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που τελεί υπό εξυγίανση σε μια εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 42,</p>
               <p modification="true">14) «δικαίωμα καταγγελίας»: το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), συμψηφισμού ή εκκαθαριστικού συμψηφισμού (set off or netting) των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφειυποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης, ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει,</p>
               <p modification="true">15) «διοικητικό συμβούλιο»: διοικητικό όργανο, όπως ορίζεται στο σημείο 7 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (σημείο 7 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),</p>
               <p modification="true">16) «δυνατότητα ανάκαμψης»: η δυνατότητα ενόςιδρύματος να αποκαταστήσει τη χρηματοοικονομική του θέση μετά από σημαντική επιδείνωση,</p>
               <p modification="true">17) «εγγυημένες καταθέσεις»: όλες οι επιλέξιμες καταθέσεις μέχρι ποσού ίσο με το όριο κάλυψης που αναφέρεται στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 (Α' 27),</p>
               <p modification="true">18) «εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας»: η Τράπεζα της Ελλάδος ή η αντίστοιχη εθνική αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική πουαναφέρεται στη Σύσταση B1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου σχετικά με τη μακροπροληπτική αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΕΣ- ΣΚ/2011/3),</p>
               <p modification="true">19) «εκκαθάριση»: η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
               <p modification="true">20) «έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη»: κρατική ενίσχυση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ), ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο η οποία, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, και η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας σύμφωνα με τις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ενός ομίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυμα ή η οντότητα αποτελεί μέλος,</p>
               <p modification="true">21) «ενδεδειγμένη αρχή»: η αρμόδια αρχή στην Ελλάδα για την εφαρμογή των περιπτώσεων β' , γ' και δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 59, ή η αρχή που έχει καθοριστεί στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους - μέλους σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,</p>
               <p modification="true">22) «ενδοομιλική εγγύηση»: σύμβαση με την οποίαένα μέλος του ομίλου εγγυάται για τις υποχρεώσεις άλλου μέλους του ομίλου προς ένα τρίτο μέρος,</p>
               <p modification="true">23) «ενέργειας εξυγίανσης»: η απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση ένα ίδρυμα ή μία οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με το άρθρο 32 ή το άρθρο 33, η εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή η άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης,</p>
               <p modification="true">«ενοποιημένη βάση»: η βάση της ενοποιημένης κατάστασης τσυ σμίλσυ, όπως η τελευταία σρίζεται στσ σημείσ 47 της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 4 τσυ Κανσνι- σμσύ (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>25) «εντσλή μεταβίβασης»: σ μηχανισμός για την εκτέλεση της μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετσ- χών ή άλλων τίτλων ιδισκτησίας πσυ έχσυν εκδσθεί από ίδρυμα πσυ τελεί υπό εξυγίανση, ή περισυσιακών στσι- χείων, δικαιωμάτων ή υπσχρεώσεων ενός ιδρύματσς πσυ τελεί υπό εξυγίανση, σε έναν αγσραστή πσυ δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με τσ άρθρσ 38,</p>
               <p>26) «εξασφαλισμένη υπσχρέωση»: υπσχρέωση στην σπσία τσ δικαίωμα τσυ πιστωτή για είσπραξη ή άλλης μσρφής παρσχή εξασφαλίζεται με βάρσς επί περισυσιακών στσιχείων, ενέχυρσ ή εμπράγματσ δικαίωμα, ή συμφωνίες παρσχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανσμένων των υπσχρεώσεων πσυ πρσκύπτσυν από πράξεις επαναγσ- ράς και άλλες συμφωνίες παρσχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλσυ,</p>
               <p>27) «εξσυσίες απσμείωσης και μετατρσπής»: σι εξσυ- σίες πσυ πρσβλέπσνται στην παράγραφσ 9 τσυ άρθρσυ 59 και στις περιπτώσεις ε ' έως θ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 63,</p>
               <p>28) «εξσυσίες μεταβίβασης»: σι εξσυσίες πσυ σρίζσ- νται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 63 για τη μεταβίβαση πρσς απσδέκτη μετσχών, άλλων τίτλων ιδισκτησίας, χρεωστικών μέσων, περισυσιακών στσιχείων, δικαιωμάτων και υπσχρεώσεων ή σπσισυ- δήπστε συνδυασμσύ των εν λόγω στσιχείων ιδρύματσς υπό εξυγίανση,</p>
               <p>29) «εξσυσίες εξυγίανσης»: σι εξσυσίες πσυ σρίζσνται στα άρθρα 63 έως 72,</p>
               <p>30) «εξυγίανση»: η εφαρμσγή ενός μέτρσυ εξυγίανσης, πρσκειμένσυ να επιτευχθσύν ένας ή περισσότερσι στόχσι της εξυγίανσης όπως σρίζσνται στην παράγραφσ 2 τσυ άρθρσυ 31,</p>
               <p>31) «εξυγίανση σμίλσυ»: α) η ενέργεια εξυγίανσης στσ επίπεδσ μητρικής επιχείρησης ή ιδρύματσς πσυ υπόκειται σε ενσπσιημένη επσπτεία, ή β) σ συντσνισμός της ε- φαρμσγής μέτρων εξυγίανσης και η άσκηση εξσυσιώνεξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης όσσν αφσρά τα μέλη τσυ σμίλσυ πσυ πληρσύν τις πρσϋπσθέσεις εξυγίανσης,</p>
               <p>32) «επείγσυσα στήριξη της ρευστότητας»: η παρσχή από κεντρική τράπεζα χρήματσς κεντρικής τράπεζας, ή σπσιαδήπστε άλλη στήριξη πσυ μπσρεί να επιφέρει αύξηση τσυ χρήματσς κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυσ χρηματσπιστωτικό ίδρυμα ή έναν όμιλσ φερέγγυων χρη- ματσπιστωτικών ιδρυμάτων πσυ αντιμετωπίζει πρσσωρι- νά πρσβλήματα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νσμισματική πσλιτική,</p>
               <p>33) «επενδυτής»: σ επενδυτής κατά την έννσια τσυ σημείσυ 4 τσυ άρθρσυ 1 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ (EE L 084) τσ σπσίσ ενσωματώθηκε με την παρ. 6 τσυ άρθρσυ 1 τσυ ν. 2533/1997 (Α' 228),</p>
               <p>34) «επιλέξιμες καταθέσεις»: όλες σι καταθέσεις πλην όσων εμπίπτσυν στην εξαίρεση από την καταβσλή απσ- ζημιώσεων σύμφωνα με τσ άρθρσ 11 τσυ ν. 3746/2009 (Α' 27),</p>
               <p>35) «επιλέξιμες υπσχρεώσεις»: σι υπσχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα πσυ δεν χαρακτηρίζσνται ως κεφαλαιακά μέσα κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1, πρόσθετα μέσα Κατηγσρίας 1 και μέσα Κατηγσρίας 2 ενός ιδρύματσς ή σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις β' γ'ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, σι σπσίες δεν ε- ξαιρσύνται από τσ πεδίσ εφαρμσγής της αναδιάρθρωσης παθητικσύ, δυνάμει της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 44,</p>
               <p>36) «επιχείρηση επενδύσεων»: όπως σρίζεται στσ σημείσ 2 της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 4 τσυ Κανσνισμσύ (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και η σπσία υπόκειται στην απαίτηση αρχικσύ κεφαλαίσυ πσυ καθσρίζεται στην παρ. 2 τσυ άρθρσυ 29 τσυ ν. 4261/2014 (παράγραφσ 2 τσυ άρθρσυ 28 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),</p>
               <p>37) «εργάσιμη ημέρα»: κάθε ημέρα εκτός Σαββάτσυ, Κυριακής ή αργίας στην Ελλάδα ή σε άλλσ εμπλεκόμενσ κράτσς - μέλσς,</p>
               <p>38) «εταιρεία διαχείρισης περισυσιακών στσιχείων»: νσμικό πρόσωπσ πσυ πληρσί τις πρσϋπσθέσεις της παραγράφσυ 2'τσυ άρθρσυ 42,</p>
               <p>39) «θεσμικό σύστημα πρσστασίας» ή «Θ.Σ.Π.»: ρύθμιση πσυ πληρσί τις απαιτήσεις της παραγράφσυ 7 τσυ άρθρσυ 113 τσυ Κανσνισμσύ (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>40) «θιγόμενσς κάτσχσς ή δικαισύχσς»: κάτσχσς τίτλων ιδισκτησίας τσυ σπσίσυ σι τίτλσι ιδισκτησίας ακυρώ- νσνται μέσω της εξσυσίας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση η) της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 63,</p>
               <p>41) «θιγόμενσς πιστωτής»: πιστωτής τσυ σπσίσυ ηαπαίτηση αφσρά υπσχρέωση πσυ μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετσχές ή άλλσυς τίτλσυς ιδισκτησίας, μέσω της άσκησης της εξσυσίας απσμείωσης ή μετατρσπής με χρήση της αναδιάρθρωσης παθητικσύ,</p>
               <p>42) «θυγατρική»: κάθε θυγατρική όπως σρίζεται στσ σημείσ 16 της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 4 τσυ Κανσνισμσύ (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>43) «θυγατρικό ίδρυμα τρίτης χώρας»: ίδρυμα τσ σπσίσ είναι εγκατεστημένσ σε κράτσς - μέλσς και είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύματσς ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας,</p>
               <p>44) «ίδια κεφάλαια»:, όπως σρίζσνται στσ σημείσ 118 της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 4 τσυ Κανσνισμσύ (ΕΕ)αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>45) «ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,</p>
               <p>46) «ίδρυμα τρίτης χώρας»: σντότητα, της σπσίας η κεντρική δισίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η σπσία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της EE, θα ενέπιπτε στσν σ- ρισμό τσυ ιδρύματσς,</p>
               <p>47) «ίδρυμα υπό εξυγίανση»: ίδρυμα, χρηματσδστικόίδρυμα, χρηματσδστική εταιρεία συμμετσχών, μεικτή χρη- ματσσικσνσμική εταιρεία συμμετσχών, μεικτή εταιρεία συμμετσχών, μητρική χρηματσδστική εταιρεία συμμετσχών εγκατεστημένη σε κράτσς - μέλσς, μητρική χρηματσδστική εταιρεία συμμετσχών εγκατεστημένη στην EE μητρική μεικτή χρηματσσικσνσμική εταιρεία συμμετσχών εγκατεστημένη σε κράτσς - μέλσς ή μητρική μεικτή χρηματσσικσνσμική εταιρεία συμμετσχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για τσ σπσίσ ή την σπσία αναλαμβάνεται ενέργεια εξυγίανσης,</p>
               <p>48) «καλυμμένσ σμόλσγσ»: μέσσ πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β' της παρ. 4 τσυ άρθρσυ 61 τσυ ν. 4099/2012 (Α' 250), (άρθρσ 52 παράγραφσς 4 της σδηγίας 2009/65/ΕΚ),</p>
               <p>49) «κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις»: σι κανόνες πσυ έχσυν καθσριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 107, 108 και 109 της ΣΛΕΕ και με τσυς κανσνι- σμσύς και όλες τις πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανσμένων κατευθυντήριων γραμμών, κσινσπσιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει της παραγράφου 4 του άρθρου 108 ή του άρθρου 109 της ΣΛΕΕ,</p>
               <p>50) «καταθέτης»: όπως ορίζεται στο σημείο 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ,</p>
               <p>51) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»:, όπως ορίζεται στο σημείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (EE L 201),</p>
               <p>52) «κεφαλαιακά μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1»: κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους των παραγράφων 1 έως 4, του άρθρου 28 των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 29 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>53) «κρίσιμες λειτουργίες»: οι δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, να οδηγήσει στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος σε διαταραχή της παροχής ουσιωδών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους, του μεριδίου στηναγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων του ιδρύματος ή του ομίλου, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή λειτουργιών,</p>
               <p>54) «μεικτή εταιρεία συμμετοχών»: όπως ορίζεται στο σημείο 22 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>55) «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>56) «μέλος του ομίλου»: ένα νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέλος ενός ομίλου,</p>
               <p>57) «μέσα της Κατηγορίας 2»: κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που πληρούν τους όρους του άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>58) «μεταβατικό ίδρυμα»: νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 40,</p>
               <p>59) «μέτοχοι»: μέτοχοι, κάτοχοι ή δικαιούχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,</p>
               <p>60) «μέτρο διαχείρισης κρίσεων»: ενέργεια εξυγίανσης ή διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 35 ή ενός προσώπου δυνάμει του άρθρου 51 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 72,</p>
               <p>61) «μέτρο εξυγίανσης»: μέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 37,</p>
               <p>62) «μέτρο πρόληψης κρίσεων»: η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση των ελλείψεων ή την εξάλειψη των εμποδίων προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με τις παραγράφους 6 έως 9 του άρθρου 6, η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 25 ή 26, η εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27, ο διορισμός επιτρόπου σύμφωνα με το άρθρο 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, ή η άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 59,</p>
               <p>63) «μητρική επιχείρηση»: όπως ορίζεται στο στοιχείο α' του σημείου 15 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>64) «μητρική επιχείρηση της ΕΕ»: μητρικό ίδρυμαεγκατεστημένο στην EE, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην EE,</p>
               <p>65) «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας»: μητρική επιχείρηση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα,</p>
               <p>66) «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος»: όπως ορίζεται στο σημείο 32 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>67) «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: όπως ορίζεται στο σημείο 33 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>68) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχώνεγκατεστημένη σε κράτος - μέλος»: όπως ορίζεται στο σημείο 30 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>69) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχώνεγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ενωση»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο σημείο 31 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>70) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος - μέλος»: όπως ορίζεται στο σημείο 28 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>71) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ»: όπως ορίζεται στο σημείο 29 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>72) «πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου»: σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 88,</p>
               <p>73) «όμιλος»: η μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της,</p>
               <p>74) «παράγωγα»: όπως ορίζονται στο σημείο 5 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012,</p>
               <p>75) «πιστωτικό ίδρυμα»: όπως ορίζεται στο σημείο 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ)αριθμ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (παράγραφος 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),</p>
               <p>76) «πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις»:όπως ορίζονται με βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EE L 124),</p>
               <p>77) «πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1»: κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>78) «προϋποθέσεις εξυγίανσης»: οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 32,</p>
               <p>79) «ρυθμιζόμενη αγορά»: η οργανωμένη αγορά όπως ορίζεται στο σημείο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007. Άλλως, η αγορά, όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.,</p>
               <p>80) «σημαντικό υποκατάστημα»: υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4261/2014 (άρθρο 51 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),</p>
               <p>81) «Σκέλος Εξυγίανσης Συνεγγυητικού»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73A του ν. 2533/1997,</p>
               <p modification="true">«Σκέλος Εξυγίανσης Τ.Ε.Κ.Ε.»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,</p>
               <p>83) «Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων (Σ.Κ.Ε.)»: το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,</p>
               <p>84) «Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (Σ.Κ.Κ.)»: το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,</p>
               <p>85) «στόχοι εξυγίανσης»: οι στόχοι εξυγίανσης πουαναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31,</p>
               <p>86) «συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων»: συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων κατά την έννοια της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3301/2004, (σημείο β' της παραγράφου 1 άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ),</p>
               <p>87) «συμφωνία εκκαθαριστικού συμψηφισμού (netting arrangement)»: συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση (όπως ή όπου ορίζεται), επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των μερών, ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητές, ή να λήγουν και σε κάθε περίπτωση μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανταιαπό αυτήν και στις δύο περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των «ρητρών εκκαθαριστικού συμψηφισμού», κατά την έννοια της περίπτωσης ιδ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (σημείο i του στοιχείου ιδ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ) ή του «εκκαθαριστικού συμψηφισμού» (netting) κατά την έννοια της περίπτωσης ια' του άρθρου 1 του ν. 2789/2000 (στοιχείο ια' του άρθρου 2 της Οδηγίας 98/26/ΕΚ),</p>
               <p>88) «συμφωνίɑ συμψηφɩσμού (set-off arrangement)»: συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που υφίστανται μεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύματος και ενός αντισυμβαλλομένου μπορούν να συμψηφιστούν μεταξύ τους,</p>
               <p>89) «συναλλαγή αντιστήριξης»: μια συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ δύο μελών του ομίλου για το σκοπό της μεταβίβασης, εν όλω ή εν μέρει, του κινδύνου που δημιουργείται από άλλη συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ ενός από αυτά τα μέλη του ομίλου και ενός τρίτου μέρους,</p>
               <p>90) «συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας»: η ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 145 του ν. 4261/2014 και η ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3606/2007,</p>
               <p>91) «συνολικό ποσό»: το συνολικό ποσό κατά το οποίο έχει εκτιμήσει η αρχή εξυγίανσης ότι πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι επιλέξιμες υποχρεώσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρο 46,</p>
               <p>92) «συντελεστής μετατροπής»: ο συντελεστής που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης τάξης, με αναφορά είτε σε ένα μόνο μέσο της εν λόγω τάξης είτε σε μια μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης,</p>
               <p modification="true">«Σύστημα Αποζημίωσης Επενδυτών»: σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών (Συνεγγυητικό) του ν. 2533/1997, και το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. (ν. 3746/2009),</p>
               <p>94) «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων»: σύστημα εγγύησης των καταθέσεων του ν. 3746/2009, καθώς και κάθε τέτοιο σύστημα που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από ένα κράτος - μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ,</p>
               <p>95) «συστημική κρίση»: η αποσταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγματική οικονομία. Όλες οι κατηγορίες φορέων παροχής χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικές σε κάποιο βαθμό,</p>
               <p>96) «σχέδιο ανάκαμψης»: σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται, εφαρμόζεται και αναπροσαρμόζεται από ένα ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 5,</p>
               <p>97) «σχέδιο ανάκαμψης ομίλου»: σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται, εφαρμόζεται και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 7,</p>
               <p>98) «σχέδιο εξυγίανσης»: σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 18,</p>
               <p>99) «σχέδιο εξυγίανσης ομίλου»: σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21,</p>
               <p>100) «σχετικά κεφαλαιακά μέσα»: πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 και μέσα της Κατηγορίας 2, για τους σκοπούς των άρθρων 43 έως 62,</p>
               <p>101) «σχετική αρχή τρίτης χώρας»: αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα των αρχών εξυγίανσης ή των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο,</p>
               <p>102) «σχετικό μητρικό ίδρυμα ή οντότητα »: μητρικόίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος - μέλος, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδο- μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχώνεγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού,</p>
               <p>103) «Σώμα Αρχών Εξυγίανσης»: σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 85 για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 85,</p>
               <p>104) «Σώμα Εποπτών»: σώμα εποπτών, που έχει συσταθεί με το άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),</p>
               <p>105) «Ταμείο Εξυγίανσης»: για τα πιστωτικά ιδρύματα ορίζεται το Σκέλος Εξυγίανσης του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (Τ.Ε.Κ.Ε.), και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης ΕπενδυτικώνΥπηρεσιών (Συνεγγυητικό) σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 95,</p>
               <p>106) «Ταμείο Εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου»: οι πόροι του Ταμείου ή των ταμείων εξυγίανσης που προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου</p>
               <p>107) «τίτλος ιδιοκτησίας»: μετοχές, άλλοι τίτλοι που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, τίτλοι που είναι μετατρέψιμοι σε μετοχές ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, και τίτλοι που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων τίτλωνιδιοκτησίας,</p>
               <p>108) «υποκατάστημα»: κάθε υποκατάστημα όπως ορίζεται στο σημείο 17 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>109) «υποκατάστημα τρίτης χώρας »: υποκατάστημαιδρύματος τρίτης χώρας που βρίσκεται σε κράτος - μέλος,</p>
               <p>110) «χρεωστικά μέσα» που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ' και ι' της παραγράφου 1 του άρθρου 63: ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων,</p>
               <p>111) «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: όπωςορίζεται στο σημείο 20 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>112) «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: όπως ορίζεται στο σημείο 26 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
               <p>113) «χρηματοπιστωτική σύμβαση»:</p>
               <blockList>
                  <item>
                     <num>α)</num>
                     <p>συμβάσεις τίτλων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται: αα) συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός τίτλου, μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>ββ)</num>
                     <p>δικαιώματα προαίρεσης επί ενός τίτλου ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γγ)</num>
                     <p>συναλλαγή πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγή αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τωνανωτέρω τίτλων, ομάδας ή δείκτη τίτλων,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>β)</num>
                     <p>συμβάσεις βασικών εμπορευμάτων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>αα)</num>
                     <p>συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων για μελλοντική παράδοση,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>ββ)</num>
                     <p>δικαιώματα προαίρεσης επί ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γγ)</num>
                     <p>συναλλαγές πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγές αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εμπορεύματος, ομάδας ή δείκτη,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γ)</num>
                     <p>συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και προθεσμιακές συμβάσεις (forwards) στις οποίες συμπεριλαμβάνονται συμβάσεις (εκτός από σύμβαση βασικώνεμπορευμάτων) για αγορά, πώληση ή μεταβίβαση, σε μελλοντική ημερομηνία, βασικού εμπορεύματος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσεως, υπηρεσίας, δικαιώματος ή τόκου σε συγκεκριμένη τιμή,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>δ)</num>
                     <p>συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>αα)</num>
                     <p>συμβάσεις ανταλλαγής και δικαιώματα προαίρεσης που σχετίζονται με: επιτόκια, συμφωνίες άμεσης παράδοσης ή άλλες συμφωνίες συναλλάγματος, ανταλλαγή νομισμάτων, δείκτες μετοχών ή μετοχές, δείκτες χρέους ή χρέος, δείκτες βασικών εμπορευμάτων ή βασικάεμπορεύματα, το κλίμα, τις εκπομπές ρύπων ή τον πληθωρισμό,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>ββ)</num>
                     <p>συμβάσεις ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γγ)</num>
                     <p>κάθε συμφωνία ή συναλλαγή που είναι παρεμφερής με συμφωνία που αναφέρεται στις υποπεριπτώσεις αα' ή ββ' και η οποία αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης στις αγορές συμβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>ε)</num>
                     <p>διατραπεζικές συμφωνίες δανεισμού με διάρκεια δανεισμού τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>στ)</num>
                     <p>γενικές συμφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συμβάσεις ή συμφωνίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως ε' .</p>
                  </item>
               </blockList>
            </content>
         </article>
         <article eId="art_3_Α">
            <num>
               <b>Άρθρο 3Α</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ρχή εξυγίανσης(άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
            </heading>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_1">
               <num>1.</num>
               <content>
                  <p>Αρχή εξυγίανσης, αρμόδια για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των σχετικών εξουσιών είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου. Για επιχειρήσεις επενδύσεων, για οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και έχουν θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων, ή για υποκαταστήματαεπιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων εκτός της ΕΕ, αρχή εξυγίανσης είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_2">
               <num>2.</num>
               <content>
                  <p>Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης συνεργάζονται στενά κατά την προετοιμασία, το σχεδιασμό και την εφαρμογή των αποφάσεων εξυγίανσης, τηρουμένης σε κάθε περίπτωση της παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 4261/ 2014.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_3">
               <num>3.</num>
               <content>
                  <p>Το Υπουργείο Οικονομικών είναι υπεύθυνο για την άσκηση των λειτουργιών, ως αρμόδιο υπουργείο κατά τον παρόντα νόμο. Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει τον Υπουργό Οικονομικών για τις αποφάσεις της, δυνάμει του παρόντος νόμου. Για τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης που έχουν άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο ή συστημικές συνέπειες απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_4">
               <num>4.</num>
               <content>
                  <p>Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης βάσει του παρόντος νόμου συ- νεκτιμούν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της απόφασης σε όλα τα κράτη - μέλη στα οποία δραστηριοποιείται τοίδρυμα ή ο όμιλος και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κράτη - μέλη.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_5">
               <num>5.</num>
               <content>
                  <p>Ως αρχή επικοινωνίας με την έννοια της παραγράφου 10 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ για τους σκοπούς της συνεργασίας και του συντονισμού με τιςαντίστοιχες αρχές άλλων κρατών - μελών ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.</p>
               </content>
            </paragraph>
            <paragraph eId="art_3_Α.para_6">
               <num>6.</num>
               <content>
                  <p>Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους κατά την παράγραφο 1, μπορούν να καθορίζουν κριτήρια, να θεσπίζουν κανόνες, να λαμβάνουν μέτρα, γενικά ή ειδικά, ανά ίδρυμα ή οντότητα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, και να παρακολουθούν διαρκώς την τήρηση των υποχρεώσεων των ιδρυμάτων ή οντοτήτων, ιδίως μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων και γραπτών επεξηγήσεων και μέσω της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Μεταξύ άλλων, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να θεσπίζουν κανόνες προς συμμόρφωση με κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Ε.Α.Τ.).</p>
               </content>
            </paragraph>
         </article>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Β'ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_4">
               <num>
                  <b>Αρθρο 4</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένα ιδρύματα(άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_4.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης έχονταςυπόψη:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τις επιπτώσεις που Θα μπορούσε να έχει η αφερεγ- γυότητα ενός ιδρύματος λόγω της φύσης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, της μετοχικής του σύνθεσης, του εταιρικού του τύπου, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, της συμμετοχής του σε θεσμικό σύστημα προστασίας ή άλλο συνεταιριστικό σύστημα αμοιβαίας αλληλεγγύης σύμφωνα με παράγραφο 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, της άσκησης επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3606/2007, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το αν η αφερεγγυότητά του και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανό να έχει σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα, στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, προσδιορίζουν:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης, που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 9 και 18 έως 20,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>την προθεσμία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τη συχνότητα επικαιροποίησής τους, ηοποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5, στην παράγραφο 5 του άρθρου 7, στην παράγραφο 6 του άρθρου 18 και στην παράγραφο 3 του άρθρου 21,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των α- παιτούμενων από τα ιδρύματα πληροφοριών όπως προβλέπεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 4 του άρθρου 5, στην παράγραφο 1 του άρθρου 19, στην παράγραφο 2 του άρθρου 20, καθώς και στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δδ)</num>
                           <p>το βαθμό της λεπτομέρειας για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 23 και 24 και στο τμήμα Γ του παραρτήματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης, πραγματοποιούν την αξιολόγηση της παραγράφου 1 έπειτα από διαβούλευση, στις περιπτώσεις που αυτό ενδείκνυται, με την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Στην περίπτωση εφαρμογής απλουστευμένων υποχρεώσεων, η αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης μπορούν ανά πάσα στιγμή να επιβάλλουν στο ίδρυμα πλήρεις, μη απλουστευμένες υποχρεώσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων δενεπηρεάζει τις εξουσίες της αρμόδιας αρχής και, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης ενημερώνουν την Ε.Α.Τ. για τον τρόπο εφαρμογής των παραγράφων 1, 6, 7 και 8.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7 και 8, η αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης μπορούν να απαλλάσσουν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τα ιδρύματα που συνδέονται με κεντρικό οργανισμό και απαλλάσσονται πλήρως ή μερικώς από τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 από την εφαρμογή των απαιτήσεων των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα ιδρύματα που είναι μέλη ενός θεσμικού συστήματος προστασίας από την εφαρμογή των απαιτήσεων των άρθρων 18 έως 22.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν χορηγείται απαλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 6:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22εφαρμόζονται στον κεντρικό οργανισμό και στα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι απαιτήσεις των άρθρων 18 έως 22 εκπληρώνονται από το θεσμικό σύστημα προστασίας σε συνεργασία με καθένα από τα μέλη του στα οποία έχει χορηγηθεί απαλλαγή.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Για τον σκοπό αυτό, κάθε αναφορά των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22 σε όμιλο συμπεριλαμβάνει έναν κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθώς επίσης και τις θυγατρικές τους. Περαιτέρω κάθε αναφορά σε μητρικές επιχειρήσεις ή ιδρύματα που υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με το άρθρο 104 του ν. 4261/2014 περιλαμβάνει επίσης τον κεντρικό οργανισμό.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1024/2013 ή αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καταρτίζουν σε κάθε περίπτωση σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 9 και υπόκεινται σε σχέδια εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 18 έως 22.</p>
                     <p>Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι λειτουργίες ενός ιδρύματος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος εφόσον πληρούται μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η συνολική αξία του ενεργητικού τους υπερβαίνει τα 30.000.000.000 ευρώ ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού τους ως προς το ΑΕΠ υπερβαίνει το 20%, εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού τους δεν υπερβαίνει τα 5.000.000.000 ευρώ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_4.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με απόφαση της αρμόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρμοδιότητάς τους κατά τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 4 του ν. 4261/ 2014 και την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_5">
               <num>
                  <b>Αρθρο 5</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σχέδια ανάκαμψης(άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_5.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κάθε ίδρυμα, το οποίο δεν αποτελεί μέλος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105 του ν. 4261/2014, καταρτίζει και αναπροσαρμόζει σχέδιο ανάκαμψης, το οποίο προβλέπει τα μέτρα που Θα λάβει το εν λόγω ίδρυμα για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής του Θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής του κατάστασης. Τα σχέδια ανάκαμψης Θεωρούνται ρύθμιση διακυβέρνησης του ιδρύματος κατά την έννοια του άρθρου 66 του ν. 4261/2014.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα επικαι- ροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους τουλάχιστον ετη- σίως ή έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική τους δομή, στις δραστηριότητές τους ή στη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η οποία θα μπορούσε να έχει ουσιώδη επίδραση ή να απαιτήσει τροποποίηση του σχεδίου. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα να επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους σε συχνότερη βάση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Τα σχέδια ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε ή λήψη έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Τα σχέδια ανάκαμψης περιέχουν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>Κατά περίπτωση, μια ανάλυση του τρόπου και του χρονικού σημείου στο οποίο ένα ίδρυμα μπορεί να υποβάλει αίτηση, υπό τις προϋποθέσεις του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και προσδιορίζουν τα στοιχεία τουενεργητικού που θα αναμενόταν εύλογα να γίνουν αποδεκτά ως εξασφαλίσεις.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, τις πληροφορίες του τμήματος Α του παραρτήματος του παρόντος νόμου και τις ενδεχόμενες ενέργειες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί το ίδρυμα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27. Η αρμόδια αρχή μπορεί με γενικής ισχύος απόφασή της να καθορίζει πρόσθετες πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στα σχέδια ανάκαμψης.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>Τις κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη εφαρμογή δράσεων ανάκαμψης, καθώς και ένα ευρύ φάσμα επιλογών ανάκαμψης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ένα φάσμα σεναρίων σοβαρών μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών πιέσεων (stress) που σχετίζονται με γεγονότα που αφορούν συγκεκριμένα το ίδρυμα, περιλαμβανομένων γεγονότων συστημικής εμβέλειας και πιέσεων που σχετίζονται ειδικά με συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα και ομίλους.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπορεί με απόφασή της να απαιτεί από το ίδρυμα να διατηρεί λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που συνάπτει.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος της παραγράφου 1 αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης πριν από την υποβολή του στην αρμόδια αρχή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_5.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σεατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_6_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 6Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα που υποχρεούνται να καταρτίζουν σχέδια ανάκαμψης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 και την παράγραφο 1 του άρθρου 7, οφείλουν να τα υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή προς εξέταση απο- δεικνύοντας ότι πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 2.</p>
                     <p>Η αρμόδια αρχή, εντός έξι μηνών από την υποβολή του σχεδίου ανάκαμψης και μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, εφόσον το σχέδιο τα αφορά, εξετάζει το σχέδιο και αξιολογεί κατά πόσον πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 5, καθώς και τα ακόλουθα κριτήρια:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η εφαρμογή των ρυθμίσεων που προτείνονται στο σχέδιο αναμένεται ευλόγως ότι θα διατηρήσει ή θα αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών μέτρων τα οποία έχει λάβει ή σκοπεύει να λάβει το ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές που περιλαμβάνονται σε αυτό αναμένεται ευλόγως ότι θα εφαρμοστούν γρήγορα και αποτελεσματικά σε καταστάσεις χρηματοοικονομικής πίεσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, περιλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και άλλαιδρύματα να εφαρμόσουν σχέδια ανάκαμψης εντός τηςιδίας χρονικής περιόδου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των σχεδίων ανάκαμψης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την καταλληλότητα των κεφαλαίων και της χρηματοδοτικής δομής του ιδρύματος, σε συνάρτηση με την πολυπλοκότητα της οργανωτικής του δομής, καθώς και το προφίλ κινδύνου του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εξυγίανσης, η οποία μπορεί να το εξετάσει, προκειμένου να προσδιορίσει αν τυχόν δράσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος και ναυποβάλει συστάσεις στην αρμόδια αρχή σχετικά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι υπάρχουν ουσιώδεις ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή ουσιώδη εμπόδια για την εφαρμογή του, κοινοποιεί στο ίδρυμα ή τη μητρικήεπιχείρηση του ομίλου την αξιολόγησή της και απαιτείαπό αυτό να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, ηοποία μπορεί, κατόπιν έγκρισης των αρμοδίων αρχών, να παραταθεί κατά ένα μήνα, αναθεωρημένο σχέδιο, στοοποίο να παρουσιάζεται ο τρόπος αντιμετώπισης των εν λόγω ελλείψεων ή εμποδίων.</p>
                     <p>Η αρμόδια αρχή, πριν ζητήσει από ένα ίδρυμα να υποβάλει εκ νέου σχέδιο ανάκαμψης, παρέχει τη δυνατότητα σε αυτό να διατυπώσει τη γνώμη του για την εν λόγω απαίτηση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι οι ελλείψεις και ταεμπόδια δεν έχουν αντιμετωπιστεί κατάλληλα στο αναθεωρημένο σχέδιο, μπορεί να απαιτήσει από το ίδρυμα να προβεί σε συγκεκριμένες τροποποιήσεις στο σχέδιο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Αν το ίδρυμα δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιοανάκαμψης ή εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι το αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει κατάλληλα τις ελλείψεις ή τα πιθανά εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και αυτά δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς μέσω της παροχής κατευθύνσεων για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων τροποποιήσεων στο σχέδιο, η αρμόδια αρχή απαιτεί από το ίδρυμα να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, τις αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στιςεπιχειρηματικές του δραστηριότητες προκειμένου νααντιμετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης.</p>
                     <p>Αν το ίδρυμα δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την αρμόδια αρχή προθεσμίας, ή αν η αρμόδια αρχή αξιολογήσει ότι οι προτεινόμενες από το ίδρυμα δράσεις δεν αντιμετωπίζουν κατάλληλα τις ελλείψεις ή τα εμπόδια, η αρμόδια αρχή μπορεί νααπαιτήσει από το ίδρυμα να λάβει κάθε μέτρο, το οποίο η ίδια κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 96 του ν. 4261/2014, η αρμόδια αρχή μπορεί, ειδικότερα, να απαιτήσει από το ίδρυμɑ:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να μειώσει το προφίλ κινδύνου του, περιλαμβανομέ- νου του κινδύνου ρευστότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων α- νακεφαλαιοποίησης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δομή του,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>να προβεί σε αλλαγές στη στρατηγική χρηματοδότησής του, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών του, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>να προβεί σε αλλαγές στη δομή διακυβέρνησής του.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_6_Α.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπορεί να λαμβάνει πρόσθετα μέτρα δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_7">
               <num>
                  <b>Άρθρο 7</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σχέδια ανάκαμψης ομίλου</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 7 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_7.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ καταρτίζουν καιυποβάλλουν στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας σχέδιο ανάκαμψης ομίλου. Το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου συνίσταται σε σχέδιο ανάκαμψης για ολόκληρο τον όμιλο,επικεφαλής του οποίου είναι μητρική επιχείρηση της ΕΕ και προσδιορίζει τα μέτρα τα οποία μπορεί να απαιτηθεί να εφαρμοστούν στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ και σε κάθε θυγατρική.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σύμφωνα με το άρθρο 8, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τις θυγατρικές να καταρτίσουν και να υποβάλουν σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Υπό την προϋπόθεση της τήρησης των κανόνωνεμπιστευτικότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει το σχέδιο ανά- κɑμψης ομίλου:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα εφόσον το σχέδιο τα αφορά,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών του ομίλου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου έχει ως στόχο την επίτευξη της σταθεροποίησης του ομίλου ως συνόλου ήοποιουδήποτε ιδρύματος του ομίλου, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξα- λειφθούν τα αίτια της κρίσης και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή του συγκεκριμένου ιδρύματος, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων μελών του ομίλου.</p>
                     <p>Το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου περιέχει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>των θυγατρικών, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>όπου αυτό προβλέπεται, σύμφωνα με το ν. 4261/ 2014, στο επίπεδο σημαντικών υποκαταστημάτων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου, καθώς και κάθε σχέδιο που καταρτίζεται για μια επιμέρους θυγατρική, περιέχει τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 5, και, κατά περίπτωση, ρυθμίσεις για την παροχή ενδοομιλικής χρηματοδοτικής στήριξης, οι οποίες υιοθετούνται βάσει σχετικής συμφωνίας σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 17.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνει μια σειρά επιλογών ανάκαμψης, οι οποίες προσδιορίζουν τιςενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για την αντιμετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στην περίπτωση γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 5.</p>
                     <p>Για κάθε ένα από τα σενάρια αυτά, το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου προσδιορίζει αν υπάρχουν εμπόδια στηνεφαρμογή μέτρων ανάκαμψης εντός του ομίλου και στο επίπεδο επιμέρους μελών που καλύπτει το σχέδιο, καθώς και αν υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νομικάεμπόδια για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την αποπληρωμή των στοιχείων του παθητικού ή του ενεργητικού εντός του ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_7.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Το διοικητικό συμβούλιο του μέλους του ομίλου που καταρτίζει το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο αυτό, πριν από την υποβολή του στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_8">
               <num>
                  <b>Άρθρο 8</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης ομίλου(άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_8.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών, και μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 109 του ν. 4261/2014 και τις αρμόδιες αρχές των σημαντικών υποκαταστημάτων, στο βαθμό που τα αφορά, εξετάζει το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου και αξιολογεί κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια των άρθρων 6 και 7. Η αξιολόγηση γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και στο παρόν άρθρο και λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη επίπτωση των μέτρων ανάκαμψης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη, στα οποία ασκεί δραστηριότητα ο όμιλος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές των θυγατρικών καταβάλλουν προσπάθεια να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με τα εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανά- κɑμψης ο μίλου</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την ενδεχόμενη αναγκαιότητα κατάρτισης σχεδίου ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που αποτελούν μέλη του ομίλου, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 έως 9 του άρθρου 6.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές των θυγατρικών καταβάλλουν προσπάθεια να καταλήξουν σε κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας του σχεδίου ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7. Αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από την E.A.T. να συνδράμει στη λήψη κσινής απόφασης των αρμσδίων αρχών βάσει τσυ στσιχείσυ γ' τσυ άρθρσυ 31 τσυ Κανσνισμσύ (EE) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κσινή απόφαση των αρμσδίων αρχών, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερσμηνία διαβίβασης, σχετικά με:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την εξέταση και αξισλόγηση τσυ σχεδίσυ ανάκαμψης σμίλσυ ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>σπσιαδήπστε μέτρα απαιτείται να λάβει η μητρικήεπιχείρηση της EE σύμφωνα με τις παραγράφσυς 5 έως 9 τσυ άρθρσυ 6, η αρχή ενσπσιημένης επσπτείας απσφασί- ζει η ίδια σχετικά, λαμβάνσντας υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις πσυ εξέφρασαν σι άλλες αρμόδιες αρχές κατά την τετράμηνη περίσδσ και κσινσπσιεί την απόφασή της στη μητρική επιχείρηση της EE και στις υπό- λσιπες αρμόδιες αρχές.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κσινή απόφαση των αρμόδιων αρχών εντός τεσσάρων μηνών από την ημερσμηνία διαβίβασης σχετικά με:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την κατάρτιση σχεδίσυ ανάκαμψης σε ατσμική βάση για τα ιδρύματα πσυ υπάγσνται στη δικαισδσσία τσυς ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την εφαρμσγή, σε επίπεδσ θυγατρικών, των μέτρων πσυ αναφέρσνται στις παραγράφσυς 5 έως 9 τσυ άρθρσυ 6, κάθε αρμόδια αρχή απσφασίζει η ίδια επί των θεμάτων αυτών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Οι λσιπές αρμόδιες αρχές πσυ δεν έχσυν διαφωνήσει στσ πλαίσισ της παραγράφσυ 4 μπσρσύν να λάβσυν κσινή απόφαση σχετικά με τσ σχέδισ ανάκαμψης σμίλσυ, η σπσία καλύπτει τα μέλη τσυ σμίλσυ υπό τη δικαισδσσία τσυς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η κσινή απόφαση πσυ αναφέρεται στις παραγράφσυς 2 και 5, καθώς και σι απσφάσεις πσυ λαμβάνσνται από τις αρμόδιες αρχές ελλείψει κσινής απόφασης, σύμφωνα με τις παραγράφσυς 3 και 4, αναγνωρίζσνται ως σ- ριστικές και εφαρμόζσνται από τις αρμόδιες αρχές στα σικεία κράτη μέλη.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_8.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπσρεί, σύμφωνα με την παράγραφσ 3 ή 4, να ζητήσει από την E.A.T. να συνδράμει στη λήψη κσινής απόφασης των αρμσδίων αρχών βάσει της παραγράφσυ 3 τσυ άρθρσυ 19 τσυ Κανσνισμσύ (EE)αριθμ. 1093/2010 (EE L 331) μόνσν σε ό,τι αφσρά τηναξισλόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και την εφαρμσγή των μέτρων πσυ αναφέρσνται στις περιπτώσεις α', β' και δ' της παραγράφσυ 8 τσυ άρθρσυ 6. Αν μέχρι την πά- ρσδσ της τετράμηνης πρσθεσμίας πσυ καθσρίζεται στην παράγραφσ 2 για την λήψη κσινής απόφασης, σπσιαδήπστε από τις αρμόδιες αρχές τσυ παρόντσς άρθρσυ έχει ζητήσει της συνδρσμή της E.A.T. σύμφωνα με τσ πρώτσ εδάφισ, η αρχή ενσπσιημένης επσπτείας κατά την παράγραφσ 3 ή η αρμόδια αρχή για τη θυγατρική κατά την παράγραφσ 4, αντίστσιχα, αναβάλλσυν τη λήψη απόφασής τσυς και αναμένσυν την απόφαση της E.A.T. σύμφωνα με την παράγραφσ 3 τσυ άρθρσυ 19 τσυ Κανσνισμσύ (EE) αριθμ. 1093/2010, σπότε και λαμβάνσυν την απόφασή τσυς σύμφωνα με την απόφαση της E.A.T.. Η τετράμηνη περίσδσς θεωρείται ως περίσδσς συμβιβασμσύ κατά την έννσια τσυ εν λόγω Κανσνισμσύ. <inl name="w:smallCaps"
                             md="S"
                             id="d6431e38103"/>Av<inl md="E"
                             id="d6431e38103"/> δεν ληφθείαπόφαση της E.A.T. εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται ηαπόφαση της αρχής ενσπσιημένης επσπτείας ή της αρμόδιας αρχής για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Tσ ζήτημα δεν παραπέμπεται στην E.A.T. μετά την πάρσδσ της τετράμηνης περιόδσυ ή έπειτα από τη λήψη κσινής απόφασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_9_Δε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 9Δε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ίκτες σχεδίου ανάκαμψης</b>
               </heading>
               <p>(ά <b>ρθρο 9 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_9_Δε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Για τσυς σκσπσύς των άρθρων 5 έως 8, σι αρμόδιες αρχές απαιτσύν κάθε σχέδισ ανάκαμψης να περιλαμβάνει πλαίσισ δεικτών τσ σπσίσ καταρτίζεται από τσ ίδρυμα και πρσσδισρίζει τα σημεία ενεργσπσίησης για την ανάληψη των αναφερόμενων στσ σχέδισ κατάλληλων δράσεων. Οι δείκτες αυτσί, σι σπσίσι απστελσύν αντικείμενσ συμφωνίας από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξισλόγηση των σχεδίων ανάκαμψης σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8, μπσρεί να είναι πσιστικής ή πσσστικής φύσης, να συνδέ- σνται με τη χρηματσσικσνσμική θέση τσυ ιδρύματσς και πρέπει να είναι ευχερώς παρακσλσυθήσιμσι.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_9_Δε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζσυν ότι τα ιδρύματα καθιερώνσυν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική πα- ρακσλσύθηση των δεικτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_9_Δε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Aνεξαρτήτως τσυ πρώτσυ εδαφίσυ της πρώτης παραγράφσυ, ένα ίδρυμα μπσρεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να αναλάβει δράση σύμφωνα με τσ σχέδισ ανάκαμψής τσυ ακόμη και αν δεν έχει ξεπεράσει τσ πρσβλεπό- μενσ στσ σχέδισ ανάκαμψης όρισ τσυ σχετικσύ δείκτη, σε περίπτωση πσυ τσ δισικητικό συμβσύλισ τσυ ιδρύματσς τσ κρίνει κατάλληλσ λόγω των συνθηκών, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να μην αναλάβει τέτσισυ είδσυς δράση, αν τσ δισικητικό συμβσύλισ τσυ ιδρύματσς τσ κρίνει ακατάλληλσ λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_9_Δε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση να αναληφθεί ή όχι μια δράση πσυ αναφέρεται στσ σχέδισ ανάκαμψης κσινσπσιείται στην αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Γ'ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_10">
               <num>
                  <b>Άρθρο 10</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου(άρθρο 19 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_10.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένσ στην Eλληνική Eπι- κράτεια ή μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένσ στην EE ήσντότητα πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 και σι θυγατρικές τσυς σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, σι σπσίες είναι ιδρύματα ή χρηματσδστικά ιδρύματα πσυ καλύπτσνται από την ενσπσιημένη επσπτεία της μητρικής επιχείρησης, μπσρσύν να συνάπτσυν συμφωνία παρσχής χρηματσδστικής στήριξης σε κάθε άλλσ συμβαλλόμενσ μέρσς της συμφωνίας, εφόσσν πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σε αυτό σύμφωνα με τσ άρθρσ 27, καθώς και σι πρσϋπσθέσεις τσυ παρόντσς άρθρσυ και των άρθρων 11 έως 17.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Tσ παρόν άρθρσ και τα άρθρα 11 έως 17 δεν εφαρμόζσνται στις ενδσσμιλικές χρη ματσπιστωτικές διευθετήσεις, περιλαμβανσμένων των διευθετήσεων χρηματσ- δότησης και της λειτσυργίας των κεντρσπσιημένων διευθετήσεων χρηματσδότησης, εφόσσν κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη των συμφωνιών αυτών δεν πληρσί τις πρσϋπσθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με τσ άρθρσ 27.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η συμφωνία χρηματσδστικής στήριξης σμίλσυ δεν απστελεί πρσϋπόθεση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>για την παρσχή χρηματσδστικής στήριξης σμίλσυ σε οποιοδήποτε μέλος του αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές δυσκολίες, εάν το ίδρυμα το αποφασίσει, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με τις πολιτικές του ομίλου, εφόσον αυτό δεν συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του ομίλου ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>για την άσκηση δραστηριότητας σε κράτος - μέλος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι συναλλαγές χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 11 έως 17 επιτρέπονται, υπό την προϋπόθεση ότι καμία από τις διατάξεις αυτές δεν εμποδίζει την επιβολή περιορισμών στις ενδο- ομιλικές συναλλαγές βάσει:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>της ισχύουσας νομοθεσίας με την οποία ασκούνται οι διακριτικές ευχέρειες που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>του ν. 4261/2014, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>των διατάξεων δυνάμει των οποίων απαιτείται ο διαχωρισμός τμημάτων ενός ομίλου, ή δραστηριοτήτων που διεξάγονται εντός ενός ομίλου, για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου μπορεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να καλύπτει μια ή περισσότερες θυγατρικές του ομίλου, και να προβλέπει την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης από τη μητρική επιχείρηση προς θυγατρικές της,από θυγατρικές προς τη μητρική τους επιχείρηση, μεταξύ θυγατρικών του ομίλου που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασμού αυτών των οντοτήτων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να προβλέπει την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης με τη μορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασμό τωνανωτέρω, σε μια ή περισσότερες συναλλαγές, περιλαμβανομένων συναλλαγών μεταξύ του αποδέκτη της στήριξης και τρίτου μέρους.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου, μια οντότητα του ομίλου συμφωνεί να παρέχει χρηματοδοτική στήριξη σε άλλη οντότητα του ομίλου, η συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαιότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου προσδιορίζει τις αρχές του υπολογισμού του ανταλλάγματος για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται δυνάμει αυτής. Οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν την υποχρέωση το αντάλλαγμα να καθορίζεται κατά το χρονικό σημείο παροχής της χρηματοδοτικής στήριξης. Η συμφωνία διέπε- ται από τις ακόλουθες αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>Κατά τη σύναψη της συμφωνίας κάθε μέρος πρέπει να ενεργεί ελεύθερα.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Κατά τη σύναψη της συμφωνίας και τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης, κάθε μέρος πρέπει να ενεργεί για το μέγιστοίδιο συμφέρον του, λαμβάνοντας υπόψη κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για κάποιο μέρος ως αποτέλεσμα της παροχής χρηματοδοτικής στήριξης.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>Σε κάθε μέρος που παρέχει χρηματοδοτική στήριξη πρέπει να γνωστοποιούνται πλήρως όλες οι σχετικές πληροφορίες από τα μέρη που λαμβάνουν χρηματοδοτική στήριξη πριν από τον καθορισμό του ανταλλάγματος και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή της.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>Κατά τον υπολογισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης μπορεί να λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες, τις οποίες κατέχει το μέρος που παρέχει χρηματοδοτική στήριξη λόγω του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όμιλο με το μέρος που λαμβάνει τη χρηματοδοτική στήριξη και οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>Οι αρχές που διέπουν τον υπολογισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνουν υπόψη οποιαδήποτεαναμενόμενη προσωρινή επίπτωση στις τιμές αγοράς ηοποία απορρέει από εξωτερικά προς τον όμιλο γεγονότα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Η συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου συνάπτεται μόνον εφόσον κατά την υποβολή της πρότασης συμφωνίας κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 27 κατά τη γνώμη των οικείων αρμόδιων αρχών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_10.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Κάθε δικαίωμα, απαίτηση ή ενέργεια που απορρέει από τη συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου μπορεί να ασκείται μόνον από τα συμβαλλόμενα μέρη της, ε- ξαιρουμένων τρίτων μερών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_11_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 11Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξέταση της πρότασης συμφωνίας από τις αρμόδιεςαρχές και διαμεσολάβηση</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 20 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ υποβάλλει στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας αίτηση για την α- δειοδότηση κάθε πρότασης συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης βάσει του άρθρου 10. Η αίτηση περιέχει το κείμενο της πρότασης συμφωνίας και προσδιορίζει τιςοντότητες του ομίλου οι οποίες προτείνουν να είναι συμβαλλόμενα μέρη. Οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 13εφαρμόζονται επίσης και στην περίπτωση τροποποίησης της συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση στις αρμόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνει να είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5, χορηγεί τη σχετική άδεια εφόσον οι όροι της πρότασης συμφωνίας είναι συμβατοί με τις προϋποθέσεις παροχής χρηματοδοτικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 14 και μπορεί να απαγορεύει τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας σε περίπτωση ασυμβατότητάς της με το ως άνω άρθρο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στο πλαίσιο των εξουσιών τους προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση ως προς το αν οι όροι της πρότασης συμφωνίας είναι συμβατοί με τις προϋποθέσεις παροχής χρηματοδοτικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 14, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τηνημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουν υπόψη τη δυνητική επίπτωση, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε δημοσιονομικών συνεπειών, από την εφαρμογή της συμφωνίας σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία ασκεί δραστηριότητα ο όμιλος. Η κοινή απόφαση περιέχεται σε κείμενο το οποίο περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</p>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπορεί με αίτησή της να ζητήσει τη συνδρομή της E.A.T. προκειμένου να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση μεταξύ των αρμοδίων αρχών εντός τεσσάρων (4) μηνών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με την αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η απόφαση περιέχεται σε κείμενο το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν κατά τη διάρκεια της τετράμηνης περιόδου οι άλλες αρμόδιες αρχές. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές αρμόδιες αρχές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_11_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Εάν, μέχρι την πάροδο της τετράμηνης περιόδου,οποιαδήποτε από τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην E.A.T. σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 1093/2010, η αρχήενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την λήψη απόφασής της και αναμένει την απόφαση της E.A.T. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με τηναπόφαση της EAT. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Η E.A.T. λαμβάνει την απόφασή της εντόςενός μηνός. Tο ζήτημα δεν παραπέμπεται στην E.A.T. μετά την πάροδο της τετράμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_12">
               <num>
                  <b>Άρθρο 12</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Έγκριση της πρότασης συμφωνίαςαπό τη γενική συνέλευση</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 21 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_12.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κάθε πρόταση συμφωνίας, για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλεται προς έγκριση στη γενική συνέλευση κάθε μέλους του ομίλου που προτείνει να συμβληθεί. Η συμφωνία είναι έγκυρη μόνο για τα μέρη των οποίων η γενική συνέλευση ενέκρινε τη συμφωνία, σύμφωνα με την παράγραφο 2.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_12.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Συμφωνία χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου είναιέγκυρη ως προς ένα μέλος του ομίλου μόνον αν η γενική συνέλευσή του έχει εξουσιοδοτήσει το διοικητικό του συμβούλιο να αποφασίζει για τη χορήγηση ή την αποδοχή χρηματοδοτικής στήριξης σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 10 έως 11 και 13 έως 17 και εφόσον η σχετική έγκριση δεν έχει ανακληθεί.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_12.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Tο διοικητικό συμβούλιο κάθε μέλους, το οποίο αποτελεί μέρος της συμφωνίας, υποβάλλει ετησίως έκθεση στη γενική συνέλευση σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας και την εφαρμογή κάθε απόφασης που έχει ληφθεί σύμφωνα με αυτήν.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_13">
               <num>
                  <b>Άρθρο 13</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διαβίβαση των συμφωνιών χρηματοδοτικήςστήριξης ομίλου στις αρχές εξυγίανσης(άρθρο 22 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν τις συμφωνίες χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου για τις οποίες έχουν χορηγήσει άδεια, καθώς και τυχόν τροποποιήσεις τους σε αυτές, στις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_14">
               <num>
                  <b>Άρθρο 14</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προϋποθέσεις για την παροχήχρηματοδοτικής στήριξης ομίλου(άρθρο 23 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Χρηματοδοτική στήριξη παρέχεται από μέλος του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 10 μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>Υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η παρεχόμενη στήριξη θα αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις χρηματοοικονομικές δυσκολίες του μέλους του ομίλου το οποίο τη λαμβάνει.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>Η παροχή χρηματοδοτικής στήριξης έχει ως στόχο τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ολόκληρου του ομίλου ή οποιουδήποτε μέλους του και είναι προς το συμφέρον του μέλους του ομίλου το οποίο την παρέχει.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>Η χρηματοδοτική στήριξη παρέχεται υπό όρους, πε- ριλαμβανομένου και ανταλλάγματος, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 10.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>Υπάρχει εύλογη προοπτική ότι, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στο διοικητικό συμβούλιο του μέλους του ομίλου που παρέχει τη χρηματοδοτική στήριξη κατά τη λήψη της απόφασης για την παροχή της, το αντάλλαγμα για τη στήριξη θα καταβληθεί και, εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή δανείου, το δάνειο θααποπληρωθεί από το μέλος του ομίλου το οποίο το λαμβάνει. Eάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή εγγύησης ή υπό οποιαδήποτε μορφή εξασφάλισης, ο ίδιος όροςισχύει για την υποχρέωση που προκύπτει για τον αποδέκτη, αν καταπέσει η εγγύηση ή γίνει χρήση της εξασφάλισης.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ε)</num>
                        <p>Η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα του μέλους του ομίλου το οποίο την παρέχει.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>στ)</num>
                        <p>Η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης δεν θα δημιουργούσε απειλή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως του κράτους - μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το μέλος του ομίλου το οποίο την παρέχει.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ζ)</num>
                        <p>Tο μέλος του ομίλου το οποίο παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά την παροχή της, με τις απαιτήσεις του ν. 4261/2014 όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια ή τη ρευστότητα και με κάθε απαίτηση που επιβάλλεται δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 4261/2014. Eπιπλέον η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης δεν οδηγεί τηνοντότητα του ομίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή εποπτείας σε ατομική βάση του μέλους του ομίλου που παρέχει τη στήριξη.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>η)</num>
                        <p>Tο μέλος του ομίλου το οποίο παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά την παροχή της, με τις απαιτήσεις περί μεγάλων ανοιγμάτων του Κανονισμού (EE) αριθμ. 575/2013 και του ν. 4261/2014, περιλαμβανομένης τηςισχύουσας νομοθεσίας με την οποία ασκούνται οι διακριτικές ευχέρειες που προβλέπονται στον εν λόγω Κανονισμό, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή εποπτείας σε ατομική βάση του μέλους του ομίλου που παρέχει τη στήριξη.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>θ)</num>
                        <p>Η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης δεν θα υπονόμευε τη δυνατότητα εξυγίανσης του μέλους του ομίλου η οποία την παρέχει.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_15">
               <num>
                  <b>Άρθρο 15</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Απόφαση για την παροχή και αποδοχήχρηματοδοτικής στήριξης(άρθρο 24 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Η απόφαση για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου, στο πλαίσιο της συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό συμβούλιο του μέλους του ομίλου το οποίο την παρέχει. Η εν λόγω απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, και να αναφέρει τον στόχο της πρότασης χρηματοδοτικής στήριξης ιδίως δε, με ποιον τρόπο η παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 14. Η απόφαση αποδοχής της χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου, στο πλαίσιο της συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό συμβούλιο του μέλους του ομίλου το οποίο την λαμβάνει.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_16">
               <num>
                  <b>Άρθρο 16</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Υποχρεώσεις κοινοποίησης και δικαίωμα εναντίωσηςτων αρμόδιων αρχών</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 25 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_16.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν από την παροχή στήριξης στο πλαίσιο συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου, το διοικητικό συμβούλιο του μέλους του ομίλου, το οποίο σκοπεύει να παράσχει χρηματοδοτική στήριξη, κοινοποιεί την πρόθεσή του:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στη σχετική αρμόδια αρχή,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α ' και γ', κατά περίπτωση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην αρμόδια αρχή του μέλους ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοδοτική στήριξη, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>στην ΕΑΤ..</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η κοινοποίηση περιέχει την αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 15 και αναλυτικά στοιχεία αναφορικά με την προτεινόμενη χρηματοδοτική στήριξη, περιλαμβανομένου αντιγράφου της συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους κοινοποίησης, η αρμόδια αρχή του μέλους του ομίλου το οποίο παρέχει τη χρηματοδοτική στήριξη μπορεί να συμφωνήσει στην παροχή της ή να την απαγορεύσει ή να την περιορίσει εάν αξιολογήσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 14.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση της αρμόδιας αρχής να συμφωνήσει στην παροχή, να απαγορεύσει ή να περιορίσει την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης κοινοποιείται άμεσα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στην αρμόδια αρχή του μέλους του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην Ε.Α.Τ..</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει άμεσα τα λοιπά μέλη του Σώματος Εποπτών και τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή η αρμόδια αρχή που είναι αρμόδια για το μέλος του ομίλου που λαμβάνει στήριξη έχει αντιρρήσεις σχετικά με την απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού της παροχής χρηματοδοτικής στήριξης, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Τ. εντός δύο ημερών και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) α- ριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρμόδια αρχή δεν απαγορεύσει ούτε περιορίσει την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 2, ήεάν συμφωνήσει πριν από την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος για την παροχή της, η χρηματοδοτική στήριξη μπορεί να παρασχεθεί σύμφωνα με τους όρους που έχουν υποβληθεί στην αρμόδια αρχή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του μέλους του ομίλου που παρέχει τη χρηματοδοτική στήριξη διαβιβάζεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στη σχετική αρμόδια αρχή,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και γ', και κατά περίπτωση</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην αρμόδια αρχή του μέλους του ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοδοτική στήριξη, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>στην Ε.Α.Τ..</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει άμεσα τα λοιπά μέλη του Σώματος Εποπτών και τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_16.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Εάν η αρμόδια αρχή περιορίσει ή απαγορεύσει την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και το σχέδιοανάκαμψης ομίλου βάσει της παραγράφου 5 του άρθρου 7 αναφέρεται σε χρηματοδοτική στήριξη ομίλου, η αρμόδια αρχή του μέλους του ομίλου σε σχέση με το οποίο περιορίστηκε ή απαγορεύτηκε η στήριξη μπορεί να ζητήσει από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να δρομολογήσει την επαναξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8. Εφόσον το σχέδιο ανάκαμψης καταρτίζεται σε ατομική βάση, μπορεί να ζητήσειαπό το μέλος του ομίλου να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_17_Γ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 17Γ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>νωστοποίηση</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 26 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Τα μέλη του ομίλου δημοσιοποιούν και επικαιροποιούν τουλάχιστον ετησίως τη σύναψη συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 10, την περιγραφή των γενικών όρων κάθε τέτοιας συμφωνίας και τις επωνυμίες των μελών του ομίλου που αποτελούν μέρη της.</p>
                  <p>Αναφορικά με την εν λόγω δημοσιοποίηση εφαρμόζονται επίσης τα άρθρα 431 έως 434 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.</p>
               </content>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Δ'ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_18_Σ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 18Σ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>χέδια Εξυγίανσης(άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, εφόσον τα αφορά, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυμα που δεν αποτελεί μέλος υποκείμενου σε ενοποιημένη ε- ποπτεία ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105 του ν. 4261/2014. Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης, στις οποίες η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε περίπτωση που το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην περίπτωση α της παραγράφου 7 γνωστοποιούνται στο ίδρυμα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, εντοπίζει τυχόν σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και στην περίπτωση που κριθεί αναγκαίο και αναλογικό, επισημαίνει τις ενέργειες μέσω των οποίων τα εμπόδια αυτά είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 26.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>α) Η αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη διαφορετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων και τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι λόγοι αφερεγγυότητας του ιδρύματος ενδέχεται να ανάγονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (idiosyncratic), ή η αφερεγγυότητα λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει τη χορήγηση:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με τηνεξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει ανάλυση του τρόπου και του χρόνου κατά τον οποίο ένα ίδρυμα μπορεί, βάσει των όρων του σχεδίου, να ζητήσει τη χρήση διευκολύνσεων κεντρικής τράπεζας και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά ως εξασφαλίσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί τη συνδρομή των ιδρυμάτων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Τα σχέδια εξυγίανσης αναθεωρούνται και κατά περίπτωση επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ετησίως, καθώς και κατόπιν τυχόν ουσιωδών αλλαγών στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος ή στην επιχειρηματική ή χρηματοοικονομική του κατάσταση, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στην αποτελεσματικότητα του σχεδίου εξυγίανσης ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλουν αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.</p>
                     <p>Για το σκοπό της αναθεώρησης ή επικαιροποίησης του σχεδίου εξυγίανσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν άμεσα στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε μεταβολή, η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή την επικαιροποίηση του σχεδίου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, στο σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνονται επιλογές για τηνεφαρμογή των μέτρων στα ιδρύματα και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 38 έως 44. Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει ταακόλουθα στοιχεία, ποσοτικά προσδιοριζόμενα όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών στο ίδρυμα οι οποίες προέκυψαν μετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με την εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>παρουσίαση του τρόπου με τον οποίον θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά ή οικονομικά οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς από άλλες λειτουργίες, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχειά τους στην περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>εκτίμηση του απαιτούμενου χρόνου για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>λεπτομερή περιγραφή της αξιολόγησης ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης, που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 και το άρθρο 23,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>περιγραφή τυχόν απαιτούμενων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 25 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψηεμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης που εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 23,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>περιγραφή των διαδικασιών για τον προσδιορισμό της αξίας και της εμπορευσιμότητας των κρίσιμων λειτουργιών, των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 19 είναι επικαιροποιημένες και στη διάθεση των αρχών εξυγίανσης σε διαρκή βάση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>αιτιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης του τρόπου που μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης χωρίς την προηγούμενη λήψη:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με τηνεξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>λεπτομερή περιγραφή των στρατηγικών εξυγίανσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σύμφωνα με τα διάφορα δυνητικά σενάρια και τα σχετικά χρονοδιαγράμματα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιβ)</num>
                           <p>περιγραφή των επιλογών για τη διατήρηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωμών και εκκαθάρισης, καθώς και σε άλλες υποδομές και αξιολόγηση της δυνατότητας μεταβίβασης των θέσεων πελατών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιγ)</num>
                           <p>ανάλυση της επίπτωσης του σχεδίου εξυγίανσης στο προσωπικό του ιδρύματος, περιλαμβανομένης τηςαξιολόγησης των συναφών δαπανών και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνονταςυπόψη την κείμενη εργατική νομοθεσία,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιδ)</num>
                           <p>σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιε)</num>
                           <p>την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που πρέπει να τηρεί σε διαρκή βάση το ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 45, και την προθεσμία επίτευξης του επιπέδου αυτού, κατά περίπτωση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιστ)</num>
                           <p>την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και συμβατικών μέσων αναδιάρθρωσης παθητικού που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 45, καθώς και την προθεσμία επίτευξης του επιπέδου αυτού, κατά περίπτωση,</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>ίζ) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας τουιδρύματος,</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>ιη)</num>
                           <p>κατά περίπτωση, τις απόψεις που διατυπώνει τοίδιο το ίδρυμα αναφορικά με το σχέδιο εξυγίανσης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_18_Σ.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης στο πλαίσιο των καθηκόντων της μπορεί να:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ζητά από τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να τηρούν λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>θέτει προθεσμία εντός της οποίας το ίδρυμα ή ηοντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οφείλει να είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτά τα αρχεία, η οποία πρέπει να είναι ίδια για όλα τα ιδρύματα και οντότητες που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>αποφασίζει διαφορετικές προθεσμίες για διαφορετικά είδη χρηματοπιστωτικών συμβάσεων σύμφωνα με την περίπτωση 112 του άρθρου 2.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η παράγραφος αυτή δεν επηρεάζει την εξουσία της αρμόδιας αρχής να συγκεντρώνει πληροφορίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_19">
               <num>
                  <b>Άρθρο 19</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Πληροφορίες για τους σκοπούςτων σχεδίων εξυγίανσης και της συνεργασίαςμε το ίδρυμα</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_19.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα υποχρεούνται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να συνεργάζονται με την αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης' και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να της παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω των αρμόδιων αρχών, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των πληροφοριών και της ανάλυσης που παρατίθεται στο τμήμα Β' του παραρτήματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_19.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρμόδιες αρχές στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη συνεργάζονται με την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να επαληθεύουν αν είναι ήδη διαθέσιμες κάποιες ή όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, εφόσον είναι διαθέσιμες, τις παρέχουν στην αρχή εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_20_Σ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 20Σ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>χέδια εξυγίανσης ομίλου(άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_20_Σ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές εξυγίανσης κρατών - μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, στο βαθμό που τα αφορά. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου περιλαμβάνει σχέδιο εξυγίανσης στο σύνολο ενός ομίλου, επικεφαλής του οποίου είναι μητρική επιχείρηση της ΕΕ είτε μέσω εξυγίανσης στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ είτε μέσωαπόσπασης και εξυγίανσης των θυγατρικών της. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταδεικνύει μέτρα για την εξυγίανση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>των εγκατεστημένων στην ΕΕ θυγατρικών του ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' και δ'' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>βάσει των άρθρων 63 έως 72, των εγκατεστημένων εκτός της ΕΕ θυγατρικών του ομίλου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20_Σ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 19.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20_Σ.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>παρουσιάζει τις ενέργειες εξυγίανσης οι οποίες πρέπει λαμβάνονται σε σχέση με τα μέλη του ομίλου, τόσο μέσω δράσεων εξυγίανσης που αφορούν τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, τη μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύματα, όσο και μέσω συντονισμένων δράσεων εξυγίανσης που αφορούν θυγατρικά ιδρύματα, στα σενάρια που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 18,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εξετάζει το βαθμό στον οποίο τα μέτρα και οι εξουσίες εξυγίανσης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και να ασκηθούν, με συντονισμένο τρόπο, σε μέλη του ομίλου εγκατεστημένα στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διευκόλυνση της αγοράς, από τρίτο μέρος, ολόκληρου του ομίλου ή χωριστών επιχειρηματικών τομέων ή δραστηριοτήτων που ασκούνται από περισσότερα ή συγκεκριμένα μέλη του ομίλου, και προσδιορίζει πιθανά εμπόδια στη συντονισμένη εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει μέλη που έχουν συ- σταθεί σε τρίτες χώρες, προσδιορίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών, καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της ΕΕ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου,όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>προσδιορίζει οποιεσδήποτε επιπλέον ενέργειες δεν προβλέπονται στον παρόντα νόμο και τις οποίες η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προτίθεται να αναλάβει για την εξυγίανση του ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>προσδιορίζει με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι ενέργειες εξυγίανσης του ομίλου και, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν προσφυγή στο Ταμείο Εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 95 έως 104, θέτει αρχές για τον επιμερισμό της ευθύνης ως προς την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ των πηγών χρηματοδότησης στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Οι αρχές αυτές βασίζονται σε δίκαια και ισορροπημένα κριτήρια και λαμβάνουν υπόψη, ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 102 και την επίπτωση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.</p>
                     <p>Το σχέδιο δεν προϋποθέτει:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>οποιαδήποτε επείγουσα παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>οποιαδήποτε παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρο 24 διεξάγεται ταυτόχρονα με την κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου. Στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου περιλαμβάνεται λεπτομερής περιγραφή της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 24.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_20_Σ.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν πρέπει να έχει δυσανάλογα μεγάλη επίπτωση σε κανένα κράτος - μέλος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_21_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 21Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>παιτήσεις και διαδικασίαγια τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου(άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 19. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε ένα από τα μέλη του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Υπό τον όρο της τήρησης των κανόνων εμπιστευτικότητας που ορίζονται στον παρόντα νόμο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στην Ε.Α.Τ.,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, στο βαθμό που τα αφορά,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών όπου είναι εγκατεστημένες οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Οι παρεχόμενες πληροφορίες από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προς τις αρχές εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014, περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σημαντικό υποκατάστημα. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Ε.Α.Τ. περιλαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετική με το ρόλο της Ε.Α.Τ.όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου. Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά με θυγατρικές σε τρίτες χώρες, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν υποχρε- ούται να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές χωρίς τη συναίνεση της οικείας αρμόδιας αρχής ή της οικείας αρχής εξυγίανσης της τρίτης χώρας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1, σε Σώματα Αρχών Εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών υποδοχής σημαντικών υποκαταστημάτων, καταρτίζει και αναπροσαρμόζει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου. Η αρχή εξυγίανσης σεεπίπεδο ομίλου μπορούν, κατά τη διακριτική της ευχέρεια και με την επιφύλαξη τήρησης των κανόνων εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 94, να ζητήσει να συμ- μετάσχει στην εκπόνηση και την αναπροσαρμογή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένες θυγατρικές ή χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή σημαντικάυποκαταστήματα, σύμφωνα με το άρθρο 52 του ν. 4261/ 2014.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου αναθεωρείται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιείται τουλάχιστον άπαξ ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των μελών του, που δύναται να έχει σημαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών.</p>
                     <p>Οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, των πληροφοριών που αναφέρονται στο δεύτεροεδάφιο της παραγράφου 1.</p>
                     <p>Οποιαδήποτε εμπλεκόμενη αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης για τη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με την περίπτωση γ' του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ)αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) μηνών, η αρχή εξυγίανσης σεεπίπεδο ομίλου, λαμβάνει η ίδια την απόφαση όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου. Η απόφαση αυτή, λαμβάνει υπόψη τις γνώμες και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών και διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδοομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) μηνών, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για μια θυγατρική λαμβάνει τη δική της απόφαση και καταρτίζει και αναπροσαρμόζει σχέδιο εξυγίανσης για τις οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. Κάθε μεμονωμένη απόφαση, αναφέρει τους λόγους διαφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών και αρχών εξυγίανσης. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Οι λοιπές αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 6 μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου που καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 7, και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, κατ’ αίτηση μιας αρχής εξυγίανσης, η Ε.Α.Τ. μπορεί να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, εκτός εάν οποιαδήποτε εμπλεκόμενη αρχή εξυγίανσης εκτιμήσει ότι το αντικείμενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του οικείου κράτους - μέλους. Αν μέχρι την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας που καθορίζεται στην παράγραφο 4 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης του παρόντος άρθρου έχει ζητήσει τη συνδρομή της E.A.T. σύμφωνα με το πρώτοεδάφιο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κατά την παράγραφο 5 ή αρχή εξυγίανσης για τη θυγατρική κατά την παράγραφο 6, αντίστοιχα, αναβάλλουν τη λήψη απόφασής τους και αναμένουν την απόφαση της E.A.T. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 Κανονισμού (EE) αριθμ. 1093/2010, λαμβάνουν δε την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της E.A.T.. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της E.A.T. εντός ενός (1) μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή της αρχής εξυγίανσης για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην E.A.T. μετά την πάροδο της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_21_Α.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 7, και μια αρχή εξυγίανσης εκτιμά στο πλαίσιο της παραγράφου 9 ότι τοαντικείμενο μιας διαφωνίας θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους - μέλους της, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κινεί την επαναξιολόγηση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμωνυποχρεώσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_22">
               <num>
                  <b>Άρθρο 22</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διαβίβαση σχεδίων εξυγίανσης στις αρμόδιες αρχές</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_22.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_22.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ε'ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_23_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 23Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρυμάτων(άρθρο 15 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_23_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στο βαθμό που τα αφορά, αξιολογεί κατά πόσο ένα ίδρυμα το οποίο δεν αποτελεί μέλος ομίλου είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να του παρασχεθεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη, πέραν της χρήσης του Tαμείου Eξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οποιαδήποτε επείγουσα ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>οποιαδήποτε ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Ένα ίδρυμα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί, εάν είναι αξιόπιστο και εφικτό για την αρχή εξυγίανσης: αα) είτε να το θέσει σε εκκαθάριση στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>είτε να το εξυγιάνει με την εφαρμογή σε αυτό των μέτρων και των εξουσιών εξυγίανσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό οποιαδήποτε σημαντική δυσμενή επίπτωση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Eλ- λάδας, αν το ίδρυμα είναι εγκατεστημένο στην Eλληνική Eπικράτεια ή άλλων κρατών - μελών ή της EE, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων συστημικής εμβέλειας, και επιδιώκοντας τη διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών του ιδρύματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει εγκαίρως την E.A.T. κάθε φορά που κάποιο ίδρυμα θεωρείται ότι δεν είναι δυνατό να εξυγιανθεί.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τα κατ’ ελάχιστον οριζόμενα στο τμήμα Γ' του παραρτήματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται από την αρχή εξυγίανσης ταυτόχρονα με την κατάρτιση και επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 18.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_24">
               <num>
                  <b>Άρθρο 24</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων(άρθρο 16 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_24.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών του, και μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών αυτών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό που τα αφορά, αξιολογεί κατά πόσον ο όμιλος είναι δυνατό να εξυγιανθεί χωρίς να του παρασχεθεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη, πέραν της χρήσης του Tαμείου Eξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οποιαδήποτε επείγουσα ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>οποιαδήποτε ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα με ασυνήθεις όρους αναφορικά με την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι αξιόπιστο και εφικτό για τις αρχές εξυγίανσης: αα) είτε να θέσουν σε εκκαθάριση τα μέλη του ομίλου στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>είτε να τα εξυγιάνουν με την εφαρμογή σε αυτά των μέτρων και των εξουσιών εξυγίανσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό οποιαδήποτε σημαντική δυσμενή επίπτωση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα τα μέλη του ομίλου, ή άλλων κρατών - μελών ή της EE, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων συστημικής εμβέλειας, και επιδιώκοντας τη διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών των μελών του ομίλου, όταν αυτές μπορούν να διαχωριστούν ευχερώς και εγκαίρως ή με άλλα μέσα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενημερώνειεγκαίρως την E.A.T. κάθε φορά που ένας όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.</p>
                     <p>Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου εξετάζεται από τα Σώματα Aρχών Eξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 85.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_24.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τα κατ’ ελάχιστον οριζόμενα στο τμήμα Γ' του παραρτήματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_24.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του άρθρου 21 και ταυτόχρονα με την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 20.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_25_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 25Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξουσίες για την αντιμετώπισηή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 17 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύματος, που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 23, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσής του, κοινοποιεί εγγράφως την απόφασή της αυτή στο σχετικόίδρυμα, στην αρμόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η απαίτηση για τις αρχές εξυγίανσης να καταρτίσουν σχέδια εξυγίανσης και για τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 και την παράγραφο 4 του άρθρου 21 α- ντιστοίχως, αναστέλλεται σε συνέχεια της κοινοποίησης της παραγράφου 1, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 3, ή αποφασίσει περί αυτών σύμφωνα με την παράγραφο 4.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1, το ίδρυμα προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ή εξαλείφονται τα εν λόγω ουσιαστικά εμπόδια.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι τα μέτρα που προτείνονται από ένα ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν περιορίζουν ούτε εξαλείφουν αποτελεσματικά τα εν λόγω εμπόδια, ζητά από το ίδρυμα, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της αρμόδιας αρχής, να λάβει εναλλακτικά μέτρα με τα οποία είναι δυνατό να επιτευχθεί ο στόχος αυτός και κοινοποιεί εγγράφως τα εν λόγω μέτρα στο ίδρυμα, το οποίο εντός ενός (1) μηνόςοφείλει να προτείνει σχέδιο συμμόρφωσης προς αυτά.</p>
                     <p>Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, η αρχή εξυγίανσης τεκμηριώνει για ποιον λόγο τα μέτρα που πρότεινε το ίδρυμα δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και για ποιον λόγο τα προταθέντα από αυτήν εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που ενέχουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τα εν λόγω εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, καθώς και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος, τη σταθερότητά του και την ικανότητά του να συμβάλλει στην οικονομία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν από τον προσδιορισμό οποιουδήποτε μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων στο συγκεκριμένο ίδρυμα, στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών - μελών και της ΕΕ στο σύνολό της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_25_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να λαμβάνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να απαιτεί από το ίδρυμα την αναθεώρηση οποιασδήποτε ενδοομιλικής χρηματοδοτικής συμφωνίας, ή την εξέταση πιθανής σύναψής της, ή την κατάρτιση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, είτε ενδοομιλικής είτε με τρίτα μέρη για να καλύψει την παροχή κρίσιμων λειτουργιών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να απαιτεί από το ίδρυμα τον περιορισμό του μέγι- στου ύψους των ατομικών και συνολικών ανοιγμάτων του,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να επιβάλλει απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>να απαιτεί από το ίδρυμα τη μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>να απαιτεί από το ίδρυμα τον περιορισμό ή την παύση της άσκησης συγκεκριμένων υφιστάμενων ή προτει- νόμενων δραστηριοτήτων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>να περιορίζει ή να αποτρέπει την ανάπτυξη νέων ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>να απαιτεί αλλαγές στις νομικές ή λειτουργικές δομές του ιδρύματος ή οποιουδήποτε μέλους του ομίλου, το οποίο ελέγχεται είτε άμεσα είτε έμμεσα από αυτό, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατό να διαχωριστούν νομικά και οργανωτικά από άλλες λειτουργίες, μέσω της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, η) να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια μητρική επιχείρηση τη σύσταση μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης σε κράτος μέλος ή μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να εκδώσει επιλέξιμες υποχρεώσεις για την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 45,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 τη λήψη άλλων μέτρων για την τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 45, περιλαμβανομένης ιδίως της προσπάθειας επαναδιαπραγμάτευσης τωνόρων οποιασδήποτε επιλέξιμης υποχρέωσης, πρόσθετων μέσων της Κατηγορίας 1 ή μέσων της Κατηγορίας 2 έχει εκδώσει, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι σε κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης για απομείωση ή μετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης ή του εν λόγω μέσου εφαρμόζεται το δίκαιο της δικαιοδοσίας που διέπει αυτήν τηνυποχρέωση ή το μέσο, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι θυγατρική μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών, να απαιτήσει από τη μεικτή εταιρεία συμμετοχών να ιδρύσει χωριστή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών για τον έλεγχο του ιδρύματος, εάν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση του ιδρύματος και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 και 110 να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_26">
               <num>
                  <b>Άρθρο 26</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψητων εμποδίων στη δυνατότηταεξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_26.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και μετά από διαβούλευση με το Σώμα Εποπτών και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στο βαθμό που τααφορά, εξετάζουν την αξιολόγηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 24 στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης και προβαίνουν σε κάθε εύλογη ενέργεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 25 σε σχέση με όλα τα ιδρύματα που αποτελούν μέλη του ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και την Ε.Α.Τ., σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στην μητρική επιχείρηση της ΕΕ, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες τη διαβιβάζουν στις θυγατρικές που υπάγονται στην εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναιεγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα. Στην έκθεση, η οποία συντάσσεται μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>αναλύονται τα ουσιαστικά εμπόδια για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εξετάζονται οι επιπτώσεις στο επιχειρησιακό μοντέλο του ιδρύματος, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>προτείνονται αναλογικά και στοχευμένα μέτρα, τα οποία, κατά την κρίση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαία ή κατάλληλα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η μητρική επιχείρηση της ΕΕ μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, την Ε.Α.Τ., τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στο βαθμό που τααφορά. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στο πλαίσιο των εξουσιών τους, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, τηναξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ, καθώς και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα εμπόδια, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η κοινή απόφαση, η οποία λαμβάνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ ή από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας της παραγράφου 3, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να διαβιβάζεται εγγράφως από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινήςαπόφασης, σύμφωνα με το στοιχείο γ' του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 25 σε επίπεδο ομίλου. Η εν λόγω απόφαση λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών λαμβάνουν οι ίδιες αποφάσεις σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τις θυγατρικές σε ατομική βάση σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 25. Η εν λόγω απόφαση λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχώνεξυγίανσης και διαβιβάζεται στην εμπλεκόμενη θυγατρική και στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 6 αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις άλλες εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_26.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά με τη λήψη μέτρων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ' , η' ή ια' της παραγράφου 6 του άρθρου 25, η αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με τη παράγραφο 6 ή 7 μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ., να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010. Αν μέχρι την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας που καθορίζεται στην παράγραφο 5 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει ζητήσει της συνδρομή της δυνάμει του πρώτου εδαφίου, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 6 ή η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής σύμφωνα με την παράγραφο 7, αντίστοιχα, αναβάλλουν την λήψη απόφασής τους και αναμένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, λαμβάνουν δε την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός ενός (1) μηνός, εφαρμόζεται ηαπόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή της αρχής εξυγίανσης για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην Ε.Α.Τ. μετά την πάροδο της τετράμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΣΤ'ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_27">
               <num>
                  <b>Αρθρο 27</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης(άρθρο 27 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_27.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον ένα ίδρυμα παραβιάζει ή, λόγω, μεταξύ άλλων, μιας ταχείας επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής του κατάστασης, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, του ν. 4261/2014, των άρθρων 9 έως 13, 15έως 17, 19, 21 και 25 έως 34 του ν. 3606/2007, του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 600/2014 (EE L 173), η αρμόδια αρχή τηρουμένων κατά περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 96 του ν. 4261/2014 έχει την εξουσία να λαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος να εφαρμόσει μια ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης ή, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5, να επικαιρο- ποιήσει το σχέδιο ανάκαμψης, αν οι περιστάσεις πουοδήγησαν στην έγκαιρη παρέμβαση διαφέρουν από τις παραδοχές του υφιστάμενου σχεδίου ανάκαμψης και να εφαρμόσει μια ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα του επικαιροποιημένου σχεδίου εντός ορισμένης προθεσμίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν συντρέχουν πλέον οι ανωτέρω περιστάσεις,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος να εξετάσει την κατάσταση και να προσδιορίσει μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων που εντοπίστηκαν καταρτίζοντας πρόγραμμα δράσης, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, για την αντιμετώπισή τους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος ή, στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δεν συμμορφωθεί, συγκαλεί η ίδια άμεσα γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος, ορίζοντας και στις δύο περιπτώσεις την ημερήσια διάταξη και ζητώντας την εξέταση συγκεκριμένων αποφάσεων προς έγκριση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>απαιτεί να απομακρυνθούν ή να αντικατασταθούνένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ήανώτερα διοικητικά στελέχη εφόσον κριθούν ακατάλληλα να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 και το 83 του ν. 4261/2014 ή το άρθρο 17 του ν. 3606/2007,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος να καταρτίσει και να υποβάλει προς διαβούλευση σχέδιο για την αναδιάρθρωση του χρέους με έναν ή με όλους τους πιστωτές του σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης, κατά περίπτωση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>απαιτεί την αναθεώρηση της επιχειρηματικής στρατηγικής του ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>απαιτεί αλλαγές στις νομικές ή επιχειρησιακές δομές του ιδρύματος, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>συγκεντρώνει, μεταξύ άλλων, με επιτόπιες επιθεωρήσεις και διαβιβάζει στην αρχή εξυγίανσης όλες τιςαναγκαίες πληροφορίες για:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>την επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>την προετοιμασία της ενδεχόμενης εξυγίανσης του ιδρύματος και την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του σύμφωνα με το άρθρο 36.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Ως ταχεία επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του ιδρύματος θεωρείται ιδίως η επιδεινούμενη κατάσταση της ρευστότητάς του, ή το αυξανόμενο επίπεδο της μόχλευσης ή των μη εξυπηρετούμενων δανείων ή της συγκέντρωσης ανοιγμάτων, αξιολογούμενα βάσει ορίων ενεργοποίησης, στα οποία δύναται να εντάσσεται, προσαυξημένη κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, ηαπαίτηση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_27.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρχή εξυγίανσης όταν διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 σε σχέση με έναίδρυμα. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί από τοίδρυμα να έρθει σε επαφή με πιθανούς αγοραστές προκειμένου να προετοιμαστεί η εξυγίανση του ιδρύματος, υπό την επιφύλαξη των όρων της παραγράφου 2 του άρθρου 39 και των διατάξεων περί εμπιστευτικότητας του άρθρου 83.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_27.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή ορίζει κατάλληλη προθεσμία για την υλοποίηση των μέτρων της παραγράφου 1 εντός της οποίας αξιολογεί την αποτελεσματικότητά τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_28_Α">
               <num>
                  <b>Αρθρο 28Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>πομάκρυνση των ανώτερων διοικητικών στελεχώνκαι του διοικητικού συμβουλίου</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 28 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης ενός ιδρύματος ή σοβαρών παραβάσεων της νομοθεσίας, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση ή του καταστατικού του ιδρύματος ή σοβαρών διοικητικών παρατυπιών, καιεφόσον τα λοιπά μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 27 δεν επαρκούν για να αντιστραφεί η εν λόγωεπιδείνωση, η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει την απομάκρυνση των ανώτερων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, είτε στο σύνολό του είτε μεμονωμένων μελών. Ο διορισμός των νέωνανώτερων διοικητικών στελεχών ή των νέων μελών του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνει χώρα σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και υπόκειται στη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_29_Ε">
               <num>
                  <b>Αρθρο 29Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>πίτροπος</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 29 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρμόδια αρχή κρίνει ανεπαρκή για την επανόρθωση της κατάστασης την αντικατάσταση των ανώτερων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 28, μπορεί να διορίσει στοίδρυμα έναν ή περισσότερους επιτρόπους. Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις, να διορίσει επίτροπο είτε α) για να αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος είτε β) για να συνεργαστεί προσωρινά με το διοικητικό συμβούλιο τουιδρύματος, κάτι που καθορίζεται με την ίδια απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση, στην απόφαση διορισμού τουεπιτρόπου η αρμόδια αρχή καθορίζει τις εξουσίες, το ρόλο και τα καθήκοντά του, καθώς και την υποχρέωση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος να ζητά τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεσή του πριν από τη λήψηορισμένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισμένων δράσεων. Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί το διορισμό επιτρόπου, όταν αυτός έχει την αρμοδιότητα εκπροσώπησης του ιδρύματος.</p>
                     <p>0 επίτροπος διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται προκειμένου να ασκήσει τα καθήκοντά του και δεν πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπό του σύγκρουση συμφερόντων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τις εξουσίες του επιτρόπου με την απόφαση διορισμού του κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις. 0ι εν λόγω εξουσίες περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας και του καταστατικού του, περιλαμβανομένης της εξουσίας του επιτρόπου να ασκεί ορισμένα ή όλα τα διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου. 0ι εξουσίες του επιτρόπου όσον αφορά το ίδρυμα είναι σύμφωνες προς την εταιρική νομοθεσία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>0 ρόλος και τα καθήκοντα του επιτρόπου προσδιορίζονται και οριοθετούνται με την απόφαση διορισμού του και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την επιβεβαίωση της χρηματοοικονομικής θέσης του ιδρύματος, τη διαχείριση όλων ή μέρους των δραστηριοτήτων του με σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής του θέσης και τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της συνετής και χρηστής διαχείρισής του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδιας αρχής διορίζει και απομακρύνει, οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, τον επίτροπο και τροποποιεί τους όρους διορισμού του οποτεδήποτε τηρου- μένου του παρόντος άρθρου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπορεί να καθορίζει, με την απόφαση διορισμού του επιτρόπου ή την απόφαση τροποποίησης των όρων διορισμού του, θέματα για τα οποία απαιτείται απόφαση ή η σύμφωνη γνώμη της. Σε κάθε περίπτωση, ο επίτροπος συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος και διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνον με την έγκριση της αρμόδιας αρχής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος συντάσσει εκθέσεις αναφορικά με τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από την αρμόδια αρχή και κατά τη λήξη της θητείας του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η θητεία του επιτρόπου δεν υπερβαίνει το ένα (1)έτος. Η εν λόγω περίοδος μπορεί κατ’ εξαίρεση να ανανεωθεί, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις διορισμού του επιτρόπου, με αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Τηρουμένου του παρόντος άρθρου, ο διορισμός επιτρόπου δεν θίγει τα δικαιώματα των μετόχων σύμφωνα με την ισχύουσα εταιρική νομοθεσία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ευθύνεται μόνο για δόλο και βαρεία αμέλεια. Δεν ευθύ- νεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νομοθεσίας ούτε θεωρείται όργανο διοίκησης του ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_29_Ε.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε ιδρύματα και οντότητες που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_30">
               <num>
                  <b>Άρθρο 30</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Συντονισμός των μέτρων έγκαιρης παρέμβασηςκαι διορισμός επιτρόπου στην περίπτωση ομίλων(άρθρο 30 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_30.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη των μέτρων του άρθρου 27 ή για τον διορισμό επιτρόπου βάσει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση,όσον αφορά μητρική επιχείρηση της ΕΕ, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ειδοποιεί την Ε.Α.Τ. και διαβουλεύεται με τις λοιπές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του Σώματος Εποπτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Μετά την εν λόγω ειδοποίηση και διαβούλευση, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει αν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 27 ή εάν θα διορίσει επίτροπο δυνάμει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, στην μητρική επιχείρηση της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση των μέτρων αυτών στα μέλη του ομίλου τα οποία είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη - μέλη. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφαση στις λοιπές αρμόδιες αρχές του Σώματος Εποπτών και στην Ε.Α.Τ..</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων βάσει του άρθρου 27 ή το διορισμό επιτρόπου, βάσει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, σε θυγατρική μητρικής επιχείρησης της ΕΕ και η αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ατομική βάση σκοπεύει να λάβει κάποιο μέτρο σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα, ειδοποιεί την Ε.Α.Τ. και διαβουλεύεται με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.</p>
                     <p>Με την παραλαβή της κοινοποίησης, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αξιολογεί την πιθανή επίπτωση από τη λήψη μέτρων δυνάμει του άρθρου 27 ή από τον διορισμό επιτρόπου σύμφωνα με το άρθρο 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση στο οικείο ίδρυμα, στον όμιλο ή στα μέλη του ομίλου σε άλλα κράτη - μέλη. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας γνωστοποιεί την αξιολόγησή της στηνανωτέρω αρμόδια αρχή εντός τριών ημερών.</p>
                     <p>Μετά την εν λόγω διαβούλευση, η αρμόδια αρχή αποφασίζει αν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 27 ή αν θα διορίσει επίτροπο δυνάμει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση. Στην απόφαση συνε- κτιμάται δεόντως οποιαδήποτε αξιολόγηση της αρχήςενοποιημένης εποπτείας. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την απόφαση στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις λοιπές αρμόδιες αρχές του Σώματος Εποπτών και στην Ε.Α.Τ..</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που περισσότερες από μια αρμόδιες αρχές σκοπεύουν να διορίσουν επίτροπο ή να εφαρμόσουν οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα του ίδιου ομίλου, η αρχήενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές εξετάζουν αν είναι καταλληλότερος ο διορισμός του ίδιου επιτρόπου για όλες τις σχετικές οντότητες ή η συντονισμένη εφαρμογή μέτρων του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα, ώστε να διευκολυνθούν τυχόν ενέργειες αποκατάστασης της χρηματοοικονομικής θέσης του σχετικού ιδρύματος. Η αξιολόγηση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των υπόλοιπων εμπλεκόμενων αρμοδίων αρχών. H κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η κοινή απόφαση περιλαμβάνεται σε έγγραφο που διαβιβάζει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ.</p>
                     <p>Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει την συνδρομή της Ε.Α.Τ. για την επίτευξη συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
                     <p>Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός πέντε (5) ημερών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των θυγατρικών μπορούν να λάβουν μεμονωμένες αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό επιτρόπου στα ιδρύματα για τα οποία είναι αρμόδιες και την εφαρμογή οποιωνδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 27.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρμόδια αρχή δεν συμφωνεί με την απόφαση που της έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 3, ή αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παράγραφο 6.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή που σκοπεύει να εφαρμόσει ένα ή περισσότερα από τα μέτρα της περίπτωσης α) της παραγράφου 1 του άρθρου 27 σε σχέση με τις παραγράφους 4, 10, 11 και 19 του τμήματος Α' του Παραρτήματος, της περίπτωσης ε' ή περίπτωσης ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 27 μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της Ε.Α.Τ. για την επίτευξη συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση της αρμόδιας αρχής λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών, οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την περίοδο διαβούλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 3 ή στο χρονικό διάστημα των πέντε ημερών της παραγράφου 4, καθώς και την ενδεχόμενη επίπτωση της απόφασης στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σταεμπλεκόμενα κράτη - μέλη. Οι αποφάσεις διαβιβάζονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές στις θυγατρικές.</p>
                     <p>Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6, αν, πριν από το τέλος της περιόδου διαβούλευσης που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3 ή κατά το τέλος του χρονικού διαστήματος των πέντε ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 4, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές αρμόδιες αρχές αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνουν δε τις αποφάσεις τους σύμφωνα με την απόφαση της Ε.Α.Τ..</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_30.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός τριών ημερών, εφαρμόζονται οι μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 3, ή την τρίτη υποπαράγραφο της παραγράφου 4.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ζ'ΣΤΟΧΟΙ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_31_Στ">
               <num>
                  <b>Αρθρο 31Στ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>όχοι της εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 31 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_31_Στ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και επιλέγει τα μέτρα και τις εξουσίες που τους επιτυγχάνουν πληρέστερα κατά τις εκάστοτε περιστάσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_31_Στ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι στόχοι της εξυγίανσης είναι οι εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αποφυγή σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσής τους, μεταξύ άλλων, στις υποδομές της αγοράς, και με τη διατήρηση της πειθαρχίας της αγοράς, γ) η προστασία των δημόσιων πόρων με την ελαχιστο- ποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η προστασία των καταθετών και των επενδυτών που καλύπτονται από συστήματα εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων αντίστοιχα, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>η προστασία των κεφαλαίων και των περιουσιακών στοιχείων των πελατών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Κατά την επιδίωξη των ανωτέρω στόχων, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά για την ελαχιστοποίηση του κόστους της εξυγίανσης και την αποφυγή της σημαντικής απομεί- ωσης αξίας, εκτός αν το αντίθετο είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_31_Στ.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου, οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σημασίας. Η αρχή εξυγίανσης τους εξισορροπεί δεόντως ανάλογα με τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_32">
               <num>
                  <b>Αρθρο 32</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προϋποθέσεις εξυγίανσης(άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_32.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης σε σχέση με ίδρυμα μόνο εφόσον κρίνει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή διαπιστώνει, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης, ότι το ίδρυμα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότιεναλλακτικά μέτρα προερχόμενα από τον ιδιωτικό τομέα (συμπεριλαμβανομένων των μέτρων του ΘΣΠ) ή εποπτικές ενέργειες (συμπεριλαμβανομένων των μέτρωνέγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 59) θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η ενέργεια εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα απαιτείται για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης κατά τσ άρθρσ 31, και είναι αναλσγική πρσς αυτσύς, ενώ με την εκκαθάριση τσυ ιδρύματσς κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας σι εν λόγω στόχσι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνσνταν στσν ίδισ βαθμό.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_32.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η πρσηγσύμενη λήψη μέτρων έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τσ άρθρσ 27 δεν απστελεί πρσϋπόθεση για την πραγματσπσίηση ενέργειας εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_32.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Για τσυς σκσπσύς της περίπτωσης α ' της παραγρά- φσυ 1 ένα ίδρυμα θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλσύμενης αφερεγγυότητας αν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις ακόλσυθες περιπτώσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τσ ίδρυμα παραβιάζει ή υπάρχσυν αντικειμενικές ενδείξεις βάσει των σπσίων κρίνεται ότι πρόκειται να παραβιάσει στσ εγγύς μέλλσν τις πρσϋπσθέσεις της αδεισδό- τησής τσυ, κατά τρόπσ πσυ θα δικαισλσγσύσε την ανάκληση της άδειας λειτσυργίας τσυ από την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, διότι τσ ίδρυμα έχει υπσστεί ή είναι πιθανόν να υπσστεί ζημίες σι σπσίες θα εξαντλήσσυν τσ σύνσλσ ή σημαντικό μέρσς των ιδίων κεφαλαίων τσυ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα στσιχεία ενεργητικσύ τσυ ιδρύματσς υπσλείπσ- νται, ή υπάρχσυν αντικειμενικές ενδείξεις βάσει τωνσπσίων κρίνεται ότι πρόκειται, στσ εγγύς μέλλσν, να υπσ- λείπσνται, των υπσχρεώσεών τσυ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>τσ ίδρυμα δεν είναι σε θέση ή υπάρχσυν αντικειμενικά στσιχεία βάσει των σπσίων κρίνεται ότι τσ ίδρυμα δεν πρόκειται να είναι σε θέση, στσ εγγύς μέλλσν, να εξσ- φλήσει τις σφειλές τσυ ή να ανταπσκριθεί σε άλλες υπσ- χρεώσεις τσυ όταν αυτές καταστσύν απαιτητές,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>όταν απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματσσικσνσμι- κή στήριξη εκτός εάν, πρσκειμένσυ να αντιμετωπιστεί σσβαρή διαταραχή στην εθνική σικσνσμία και να διατηρηθεί η χρηματσπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματσσικσνσμική στήριξη λαμβάνει σπσιαδήπσ- τε από τις ακόλσυθες μσρφές:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>κρατική εγγύηση για την κάλυψη διευκσλύνσεων ρευστότητας πσυ παρέχεται από την κεντρική τράπεζα σύμφωνα με τσυς όρσυς πσυ διέπσυν τη λειτσυργία της, ββ) κρατική εγγύηση για νεσεκδσθείσες υπσχρεώσεις, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>εισφσρά ιδίων κεφαλαίων ή αγσρά κεφαλαιακών μέσων σε τιμές και με όρσυς πσυ δεν παρέχσυν πλεσνέ- κτημα υπέρ τσυ ιδρύματσς, εφόσσν δεν συντρέχσυν σύ- τε σι περιστάσεις των περιπτώσεων α', β' ή γ' της πα- ρσύσας παραγράφσυ σύτε σι περιστάσεις πσυ εκτίθενται στις παραγράφσυς 2 και 9 τσυ άρθρσυ 59 κατά τη στιγμή της χσρήγησης της κρατικής στήριξης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_32.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Σε καθεμία από τις υπσπεριπτώσεις αα', ββ' και γγ' της περίπτωσης δ' της παραγράφσυ 3, τα αναφερόμενα εγγυσδστικά ή ισσδύναμα μέτρα περισρίζσνται σε φερέγγυα ιδρύματα και υπόκεινται στην τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτρσπής σύμφωνα με τσυς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά έχσυν πρσ- ληπτικό και πρσσωρινό χαρακτήρα, είναι αναλσγικά ως πρσς την αντιμετώπιση των συνεπειών της σσβαρής διαταραχής και δεν χρησιμσπσισύνται για να καλυφθσύν ζημίες πσυ τσ ίδρυμα ήδη έχει υπσστεί ή είναι πιθανό ναυπσστεί στσ εγγύς μέλλσν.</p>
                     <p>Τα μέτρα στήριξης της υπσπερίπτωσης γγ) της περίπτωσης δ' της παραγράφσυ 3 περισρίζσνται στις αναγκαίες εισφσρές για την αντιμετώπιση της έλλειψης κεφαλαίων πσυ έχει διαπιστωθεί στσ πλαίσισ των ασκήσεων πρσσσμσίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδσεθνικό, ενωσιακό ή τσυ Ενιαίσυ Μηχανισμσύ Επσπτείας (SSM), στσ πλαίσισ τσυ ελέγχσυ της πσιότητας των στσι- χείων ενεργητικσύ ή ισσδύναμων ελέγχων εκ μέρσυς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ε.Α.Τ. ή της αρμόδιας αρχής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_33">
               <num>
                  <b>Άρθρο 33</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προϋποθέσεις εξυγίανσης χρηματοδοτικών ιδρυμάτωνκαι εταιρειών συμμετοχών</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 33 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_33.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να πρσβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης χρηματσδστικσύ ιδρύματσς πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, όταν πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 32 τόσσ ως πρσς τσ χρηματσδστικό ίδρυμα όσσ και ως πρσς τη μητρική επιχείρηση πσυ υπόκειται σε ενσπσιημένη επσπτεία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_33.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να πρσβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 όταν πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 32 τόσσ ως πρσς την εν λόγω σντότητα, όσσ και ως πρσς ένα ή περισσότερα θυγατρικά αυτής ιδρύματα, ή σε περίπτωση πσυ τσ θυγατρικό ίδρυμα δεν είναι εγκατεστημέ- νσ στην ΕΕ και η αρχή της τρίτης χώρας έχει διαπιστώσει ότι πληρσί τις πρσϋπσθέσεις εξυγίανσης βάσει της νσμσθεσίας της τρίτης χώρας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_33.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση πσυ τα θυγατρικά ιδρύματα μιας μεικτής εταιρείας συμμετσχών ανήκσυν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση χρηματσσικσνσμική εταιρεία συμμετσχών, για τσυς σκσπσύς της εξυγίανσης τσυ σμίλσυ, πραγματσπσι- σύνται ενέργειες εξυγίανσης επί της ενδιάμεσης χρημα- τσσικσνσμικής εταιρείας και όχι επί της μεικτής εταιρείας συμμετσχών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_33.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφσυ 3 η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να πραγματσπσιήσει ενέργεια εξυγίανσης έναντι μιας σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, παρά τσ γεγσνός ότι η εν λόγω σντότητα δεν πληρσί τις πρσϋπσθέσεις της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 32, όταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ένα ή περισσότερα εκ των θυγατρικών της ιδρυμάτων, πληρσύν τις πρσϋπσθέσεις των παραγράφων 1 και 3 τσυ άρθρσυ 32,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα περισυσιακά στσιχεία, ιδίως δε δικαιώματα, υπσχρεώσεις, καθώς και συμβατικές σχέσεις των θυγατρικών τσυς είναι τέτσισυ είδσυς ώστε η αφερεγγυότητά τσυς να απειλεί ένα ίδρυμα ή τσν όμιλσ στσ σύνσλό τσυ, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η ενέργεια εξυγίανσης έναντι της ως άνω σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 είναι αναγκαία για την εξυγίανση των θυγατρικών ιδρυμάτων ή για την εξυγίανση σλό- κληρσυ τσυ σμίλσυ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Για τσυς σκσπσύς της παραγράφσυ 2 και τσυ πρώτσυ εδαφίσυ της παρσύσας παραγράφσυ, όταν αξισλσγσύν κατά πόσσν πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 32 σε σχέση με ένα ή περισσότερα θυγατρικά ιδρύματα, η αρχή εξυγίανσης τσυ ιδρύματσς και η αρχή εξυγίανσης της σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 μπσρσύν, με συμφωνία τσυς, να αγνσήσσυν σπσιεσδήπσ- τε ενδοομιλικές μεταφορές κεφαλαίων ή ζημιών μεταξύ των οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_34">
               <num>
                  <b>Άρθρο 34</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 34 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_34.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης όταν πρόκειται να εφαρμόσει μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει εξουσίες εξυγίανσης λαμβάνει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ενέργεια εξυγίανσης εφαρμόζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι μέτοχοι του υπό εξυγίανση ιδρύματος υφίστανται πρώτοι τις ζημίες,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση υφίστανται ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη κατάταξη των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός εάν ρητώς ορίζει διαφορετικά ο παρών νόμος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του υπό εξυγίανση ιδρύματος αντικαθίστανται, εκτός από περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραμονή τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά τις περιστάσεις, κρίνεται από την αρχή εξυγίανσης αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος υπό εξυγίανση παρέχουν κάθεαπαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>λαμβάνεται κατά τις περιστάσεις μέριμνα, ώστε τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που τυχόν φέρουν αστική ή ποινική ευθύνη για την αφερεγγυότητα του ιδρύματος να καθίστανται υπόλογα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>εκτός αντιθέτου διατάξεως του παρόντος νόμου, οι πιστωτές της ιδίας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 είχε εκκαθαριστεί κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 73 έως 75,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>οι εγγυημένες καταθέσεις προστατεύονται πλήρως και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>η ενέργεια εξυγίανσης πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διασφαλίσεις του παρόντος νόμου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_34.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι μέλος ομίλου, με την επιφύλαξη του άρθρου 31, η αρχή εξυγίανσηςεφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης και ασκεί τις εξουσίεςεξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα λοιπά μέλη του ομίλου και στο σύνολο του ομίλου, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη 'ΕΕ και τα κράτη - μέλη, ιδίως δε στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_34.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, μεριμνά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για τη συμμόρφωση με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_34.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν σε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1εφαρμόζεται η εντολή μεταβίβασης, ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων ή συνιστάται μεταβατικό ίδρυμα, τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002 (Α' 162) δεν εφαρμόζονται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_34.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης, όποτε ενδείκνυται, ενημερώνει και ζητά τη γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_34.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης και ασκεί εξουσίες εξυγίανσης λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ακολουθούμενη πρακτική σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Η'ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_35_Ει">
               <num>
                  <b>Άρθρο 35Ει</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>δική διαχείριση(άρθρο 35 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_35_Ει.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να διορίσει ειδικό διαχειριστή προς αντικατάσταση του διοικητικού συμβουλίου του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_35_Ει.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>0 ειδικός διαχειριστής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά του,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>διαθέτει όλες τις εξουσίες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, τις οποίες ασκεί μόνο υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προώθηση των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 και την εφαρμογή ενεργειών εξυγίανσης σύμφωνα με την απόφαση της αρχής εξυγίανσης. Το καθήκον αυτό, όταν κρίνεται αναγκαίο, υπερισχύει κάθε άλλου καθήκοντός σχετικά με τη διοίκηση του ιδρύματος σύμφωνα με το καταστατικό του, ή την ισχύουσα νομοθεσία, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν αύξηση κεφαλαίου, αναδιοργάνωση της μετοχικής δομής τουιδρύματος ή εξαγορές από ιδρύματα που είναι υγιή από χρηματοοικονομική και οργανωτική άποψη, σύμφωνα με τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στα άρθρα 38έως 44,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>καταρτίζει εκθέσεις προς την αρχή εξυγίανσης,αναφορικά με την οικονομική και χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά τακτά διαστήματα οριζόμενα από την αρχή εξυγίανσης, καθώς επίσης και κατά την έναρξη και τη λήξη της θητείας του.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_35_Ει.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να θέτει όρια στη δράση του ειδικού διαχειριστή, να ορίζει ότι ορισμένες ενέργει- ές του υπόκεινται στη σύμφωνη γνώμη της ή να τον απομακρύνει οποτεδήποτε από τα καθήκοντά του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_35_Ει.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η θητεία του ειδικού διαχειριστή δεν υπερβαίνει το ένα έτος. και μπορεί να ανανεωθεί, κατ’ εξαίρεση, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το διορισμό του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_35_Ει.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Εάν περισσότερες αρχές εξυγίανσης σκοπεύουν να διορίσουν ειδικό διαχειριστή σε μέλη ενός ομίλου, εξετάζουν αν θα ήταν ενδεδειγμένο να διορίσουν τον ίδιο ειδικό διαχειριστή για όλα τα μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ευ- ρωστίας τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Θ'ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ</b>
            </heading>
            <article eId="art_36_Α">
               <num>
                  <b>Αρθρο 36Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης(άρθρο 36 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης ή ασκήσει την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 από νόμιμο ελεγκτή που διορίζει ηίδια, ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εξυγίανσης, καθώς και από το ίδιο το ίδρυμα ή την οντότητα. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 110, όταν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου η αποτίμηση θεωρείται οριστική.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που η ανεξάρτητη αποτίμηση δυνάμει της παραγράφου 1 δεν είναι δυνατή, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβαίνει σε προσωρινή αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή τηςοντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με την παράγραφο 9.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Στόχος της αποτίμησης είναι η εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που πληροί τις προϋποθέσειςεξυγίανσης των άρθρων 32 και 33.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι σκοποί της αποτίμησης είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να διαπιστωθεί τεκμηριωμένα εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης ή οι προϋποθέσεις απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την ανάληψη κατάλληλης ενέργειας εξυγίανσης για το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>όταν ασκείται η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της ακύρωσης των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή της μείωσης του ποσοστού συμμετοχής (dilution), καθώς και σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>όταν εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των επιλέξιμων υποχρεώσεων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>όταν συστήνεται μεταβατικό ίδρυμα ή εφαρμόζεται ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή τις μετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση, καθώς και σχετικά με την αξία κάθε ανταλλάγματος που πρέπει να καταβληθεί στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>όταν εφαρμόζεται η εντολή μεταβίβασης, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση για τα προς μεταβίβαση στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα, ή τις μετοχές ή τους λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας και να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη άποψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 38,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>σε κάθε περίπτωση, να διασφαλισθεί ότι οποιαδήποτε ζημία επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγμή της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά περίπτωση, η αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές, μεταξύ άλλων, ως προς τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και το μέγεθος των ζημιών. Από τη στιγμή που πραγματοποιείται η ενέργεια εξυγίανσης ή ασκείται εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, η αποτίμηση δεν προϋποθέτει την ενδεχόμενη μελλοντική χορήγηση προς το ίδρυμα ή την οντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης, ή επείγουσας στήριξης ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή οποιασδήποτε παροχή ρευστότητας από κεντρική τράπεζα που παρέχεται με ασυνήθεις όρους εξασφάλισης χρονικής διάρκειας και επιτοκίου. Επιπλέον, κατά την αποτίμηση λαμβάνεται υπόψη ότι, σε περίπτωση που εφαρμοστείοποιοδήποτε μέτρο εξυγίανσης:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 96 μπορούν να ανακτήσουν από το υπό εξυγίανση ίδρυμα κάθε εύλογη δαπάνη που προέκυψε σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 37,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να περιλαμβάνει χρέ- ωση τόκων ή προμηθειών για κάθε δάνειο ή εγγύηση που παρέχεται προς το υπό εξυγίανση ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 96.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>επικαιροποιημένο ισολογισμό και έκθεση σχετικά με τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ανάλυση και εκτίμηση της λογιστικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>κατάλογο των εκκρεμών εντός και εκτός ισολογισμού υποχρεώσεων που εμφανίζονται στα βιβλία και στα αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και της κατάταξής τους βάσει του πτωχευτικού δικαίου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά περίπτωση, και προκειμένου να λαμβάνονται με εμπεριστατωμένο τρόπο οι αποφάσεις των περιπτώσεων ε' και στ' της παραγράφου 4, οι πληροφορίες της περίπτωσης β' της παραγράφου 6 μπορούν να συνοδεύονται από ανάλυση και εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 βάσει αγοραίας αξίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Στην αποτίμηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύμφωνα με την κατάταξή τους βάσει του δικαίου ειδικής εκκαθάρισης, και η εκτίμηση της μεταχείρισης που θα μπορούσε να αναμένεται για κάθε τάξη μετόχων και πιστωτών, αν το ίδρυμα ή η οντότητα των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 τίθετο άμεσα σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με την επιφύλαξη της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών κατά την έννοια του άρθρου 74.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τους όρους των παραγράφων 6 και 8 ή εφαρμόζεται η παράγραφος 2, γίνεται προσωρινή αποτίμηση, η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους της παραγράφου 3 και, στον βαθμό που ευλόγως το επιτρέπουν οι περιστάσεις, με τους όρους των παραγράφων 1, 6 και 8, έως ότου διενεργηθεί από ανεξάρτητο νόμιμο ελεγκτή αποτίμηση που να είναι απολύτως συμβατή με όλους τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση, η οποία διεξάγεται το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός της προθεσμίας που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, μπορεί να διενεργείται χωριστά από την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 74 ή ταυτόχρονα με εκείνη και από τον ίδιο ανεξάρτητο ελεγκτή, αλλά είναι διακριτή από την τελευταία. Η προσωρινή αποτίμηση περιλαμβάνει απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Οι σκοποί της εκ των υστέρων οριστικής αποτίμησης είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να διασφαλιστεί ότι οποιεσδήποτε ζημίες επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζονται με πληρότητα στα λογιστικά βιβλία του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να ληφθεί εμπεριστατωμένη απόφαση σχετικά με ε- πανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή αύξηση τηςαξίας του καταβληθέντος ανταλλάγματος, σύμφωνα με την παράγραφο 10.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που από την εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση προκύψει διαφορά αξίας των στοιχείωνενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 μεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίμησης της διαφοράς αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να ασκήσει τις εξουσίες της και να αυξήσει την αξία των απαιτήσεων των πιστωτών ή των κατόχων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν απομειωθεί στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης παθητικού,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να εισηγηθεί σε μεταβατικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να καταβάλει προς το υπό εξυγίανση ίδρυμα επιπλέον αντάλλαγμα για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, ή,ανάλογα με την περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας για τις μετοχές ή τους τίτλους ιδιοκτησίας..</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να βασιστεί στην προσωρινή αποτίμηση που διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφο 9, προκειμένου να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης του ελέγχου ενός ιδρύματος που τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας, ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ή της άσκησης εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36_Α.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>Η αποτίμηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος τηςαπόφασης για την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, ή της απόφασης για τηνάσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων, και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ως στοιχείο της οικείας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 110.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>'ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_37_Γε">
               <num>
                  <b>Αρθρο 37Γε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>νικές αρχές των μέτρων εξυγίανσης(άρθρο 37 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα μέτρα εξυγίανσης είναι τα εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εντολή μεταβίβασης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>σύσταση μεταβατικού ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>αναδιάρθρωση παθητικού.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης είτε μεμονωμένα είτε με οποιοδήποτε συνδυασμό.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει το διαχωρισμό περιουσιακών στοιχείων μόνο σε συνδυασμό με άλλο μέτρο εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην περίπτωση α' ή β' της παραγράφου 1, και μεταβιβάζεται έτσι μόνο μέρος των περιουσιακών στοιχείων, ιδίως δε δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, το ίδρυμα ή η οντότητα των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 από το οποίο ή την οποίαέχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκκαθάριση αυτή πραγματοποιείται εντός εύλογου χρόνου, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενηςανάγκης να παρέχονται από το εν λόγω ίδρυμα ή τηνοντότητα υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 65, προκειμένου ο αποκτών να είναι σε θέση να διεκπεραιώ- σει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομέ- νου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας τους προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 34.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης παρακρατούν από το τυχόν αντάλλαγμα, που καταβάλλεται από τον αποκτώντα προς το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή,ανάλογα με την περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, το ισόποσο κάθε εύ- λογης δαπάνης που κατέβαλλαν για την άσκηση των μέτρων εξυγίανσης ή των εξουσιών ή των μέτρων δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης. Για το τυχόν υπόλοιπο του ποσού της δαπάνης κατόπιν αυτής της παρακράτησης, η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης έχουν αξίωση κατά του υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και κατά του μεταβατικού ιδρύματος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ασκούμενη στην περίπτωση του μεταβατικού ιδρύματος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μόνον επί</p>
                     <p>των τυχόν εσόδων που προκύπτουν από την περάτωση της λειτουργίας τους. Η αξίωση αυτή κατατάσσεται προ πάσης άλλης αξιώσεως.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων από έναυπό εξυγίανση ίδρυμα προς άλλη οντότητα δυνάμει τηςεφαρμογής μέτρου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης ή της χρήσης μέτρου δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζειένα μέτρο εξυγίανσης σε ίδρυμα ή σε οντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και η εν λόγω ενέργεια εξυγίανσης επιβαρύνει τους πιστωτές ή οδηγεί σε μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59 ακριβώς πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Η λήψη μέτρων εξυγίανσης της παραγράφου 1 ήοποιουδήποτε άλλου μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία αποζημιώσεων καταθετών και επενδυτών - πελατών του ν. 3746/2009.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά για την ακέραιη προστασία των καταθέσεων του Ελληνικού Δημοσίου, με κάθε πρόσφορο τρόπο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_37_Γε.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθμίζονται με απόφαση της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρμοδιό- τητάς της κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_38_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 38Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ντολή μεταβίβασης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 38 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να μεταβιβάζει με απόφασή της σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ί- δρυμɑ:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ορισμένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος υπό εξυγίανση, ιδίως δε δικαιώματα, υποχρεώσεις, καθώς και συμβατικές σχέσεις με την έννοια ότι ο αγοραστής υποκαθίσταται στη θέση του υπό εξυγίανση ιδρύματος ως συμβαλλομένου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Με την επιφύλαξη των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 110, για τη μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των μετόχων του ιδρύματος υπό εξυγίανση ήοποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του αποκτώντος, ούτε η αναγγελία σε τρίτους, και δεν εφαρμόζονται οι διαδικαστικές απαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου, καθώς και των ν. 3401/2005 και 3461/2006, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 39.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Αν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του αποκτώντος. Νόμιμος τίτλος της μεταβίβασης είναι η απόφαση της παραγράφου 1. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δενεφαρμόζεται. Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από τον αποκτώντα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς νααπαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Αντισυμβαλλόμενοι του υπό εξυγίανση ιδρύματος δικαιούνται να προτείνουν απαίτησή τους κατ’ αυτού προς συμψηφισμό κατά απαίτησης που περιήλθε στον αποκτώντα με τηναπόφαση της παραγράφου 1, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν από το χρόνο μεταβίβασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει κάθε εύλογο μέτροώστε η μεταβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 να πραγματοποιείται με όρους αγοράς, οι οποίοι συνάδουν με την αποτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 36, λαμβανομένων υπόψη των εκάστοτε περιστάσεων, και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37 το τυχόν αντάλλαγμα που καταβάλλεται από τοναποκτώντα αποβαίνει προς όφελος:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>των κατόχων των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, όταν πρόκειται για μεταβίβαση από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή τίτλων προς τον αποκτώντα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>του ιδρύματος υπό εξυγίανση, όταν πρόκειται για μεταβίβαση ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία μεταβίβασης εκ νέου επί του ιδίου υπό εξυγίανση ιδρύματος, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Κατόπιν της απόφασης της παραγράφου 1 η αρχήεξυγίανσης μπορεί, με τη συγκατάθεση του αποκτώντος, να αναμεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή μετοχές ή λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το υπό εξυγίανσηίδρυμα ή οι αρχικοί κάτοχοι δεν μπορούν να αντιταχθούν στην αναμεταβίβαση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Ο αποκτών πρέπει να διαθέτει την αναγκαία άδεια λειτουργίας προκειμένου να ασκήσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναλαμβάνει με την εντολή μεταβίβασης. Η αρμόδια αρχή εξετάζει εγκαίρως την αίτηση χορήγησης της άδειας, σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 23έως 26 του ν. 4261/2014, από την απαίτηση κοινοποίησης στην αρμόδια αρχή του άρθρου 27 του ν. 4261/2014, ή του άρθρου 16 του ν. 3606/2007, σε περίπτωση που μια μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εντολής μεταβίβασης θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 ή στο σημείο 1 του άρθρου 2 του ν. 3606/ 2007, η αρμόδια αρχή του εν λόγω ιδρύματος πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή της εντολής μεταβίβασης και δεν εμποδίζει τηνεπίτευξη των στόχων της ενέργειας εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρμόδια αρχή δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 8 κατά τηνημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή άλλων τίτλωνιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρμογής της εντολής μεταβίβασης από την αρχή εξυγίανσης, ισχύουν τα ακόλουθα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλωνιδιοκτησίας προς τον αγοραστή παράγει αμέσως έννομες συνέπειες,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην περίπτωση ε' της παρούσας παραγράφου:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>τα δικαιώματα ψήφου του αποκτώντος βάσει των εν λόγω μετοχών ή τίτλων ιδιοκτησίας αναστέλλονται στο πρόσωπό του και μπορούν να ασκούνται αποκλειστικά από την αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης δεν υ- ποχρεούται να ασκεί αυτά τα δικαιώματα ψήφου και δεν φέρει ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησής τους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα βάσει των άρθρων 58, 59 και 60 του ν. 4261/2014 λόγω παράβασης των κανόνων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών δεν ισχύουν για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησηςαπό την αρμόδια αρχή, η τελευταία ειδοποιεί εγγράφως την αρχή εξυγίανσης και τον αποκτώντα ότι εγκρίνει ή, ανάλογα με την περίπτωση, αντιτάσσεται στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας προς τοναγοραστή κατά το άρθρο 24 του ν. 4261/2014,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>αν η αρμόδια αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στον αποκτώντα, παύει η αναστολή των οικείων δικαιωμάτων ψήφου στο πρόσωπό του από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αγοραστής λαμβάνουν την ειδοποίηση περί έγκρισης από την αρμόδια αρχή,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>αν η αρμόδια αρχή αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στην περίπτωση β' , παραμένουν σε ισχύ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτήσει από τοναποκτώντα να εκποιήσει αυτές τις μετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας εντός συγκεκριμένης περιόδου που ορίζεται από την ίδια, αφού ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>αν ο αποκτών δεν ολοκληρώσει την εν λόγω μεταβίβαση εντός της ως άνω περιόδου, η αρμόδια αρχή, με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης, μπορεί να επιβάλει στον αποκτώντα κυρώσεις και άλλα μέτρα βάσει των άρθρων 58, 59 και 60 του ν. 4261/2014 λόγω παράβασης των κανόνων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται βάσει του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος - μέλος σύμφωνα με το ν. 4261/ 2014 ή το ν. 3606/2007, ο αποκτών θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του υπό εξυγίανση ιδρύματος, και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε τουπό εξυγίανση ίδρυμα σχετικά με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Ο αποκτών μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια αξιών, σε συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τα συστήματα αυτά.</p>
                     <p>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του πρώτου εδαφίου: α) δεν εμποδίζεται η πρόσβαση του αποκτώντος στα συστήματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο επειδή ο αποκτών δεν διαθέτει πιστοληπτική διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ήεπειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση σε αυτά, β) σε περίπτωση που ο αποκτών δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο αξιών, σύστημα αποζημίωσης επενδυτών ή σύστημα εγγύησης καταθέσεων, τα δικαιώματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ασκούνται για χρονική περίοδο πουορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και μπορεί να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος τουαγοραστή προς την αρχή εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των άρθρων 73 έως 80, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν μεταβιβάζονται, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα,επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_14">
                  <num>14.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση μεταβίβασης λογαριασμών καταθέσεων στο πλαίσιο μέτρων εξυγίανσης σε υπό εξυγίανση ίδρυμα, η προθεσμία (οκταήμερη) εμφάνισης επιταγών συρόμενων επί των μεταβιβαζόμενων λογαριασμών, ηοποία κατά τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 5960/1933 (Α' 401) έληγε κατά ή μετά την ημερομηνία της ανάκλησης άδειας του υπό εξυγίανση ιδρύματος, αρχίζει από την ημερομηνία γνωστοποίησης από το ανάδοχο πιστωτικό ίδρυμα της έναρξης εξυπηρέτησης των μεταβιβαζόμενων λογαριασμών σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_38_Ε.para_15">
                  <num>15.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 9 του ν. 3959/2011 (Α' 93) δεν εφαρμόζεται σε συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Το κύρος των δικαιοπραξιών που καταρτίζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου εξαρτάται από την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που εκδίδεται κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ως άνω νόμου,εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της συγκέντρωσης. Σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της παραπάνω προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως το τρίτοεδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 3959/2011.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_39">
               <num>
                  <b>Άρθρο 39</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εντολή μεταβίβασης: διαδικαστικές απαιτήσεις(άρθρο 39 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_39.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τη μεταβίβαση σε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 κινεί διαδικασία υποβολής προσφορών για τα περιουσιακά στοιχεία, τις μετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύματος που σκοπεύει να μεταφέρει. Για ομάδες δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων δύνανται να κινηθούν χωριστές διαδικασίες υποβολής προσφορών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_39.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, ανάλογα με την περίπτωση, η διαδικασία της παράγραφου 1 υπόκειται στις ακόλουθες αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη και χωρίς ουσιώδεις ανακρίβειες στην περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων, των μετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που σκοπεύει να μεταφέρει η αρχή εξυγίανσης, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις και, ιδίως, την ανάγκη να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δεν ευνοεί αδικαιολόγητα ή προσφέρει αθέμιτο πλεονέκτημα σε ορισμένους δυνητικούς αγοραστές ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων, δ) λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η ενέργεια εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών μετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή των περιουσιακών στοιχείων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Με την επιφύλαξη της περίπτωσης β' , οι αρχές που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να προσεγγίσει συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές.</p>
                     <p>Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της διαδικασίας υποβολής προσφορών ως προς το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που κανονικά θα απαιτείτο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 596/2014 (EE L 173), μπορεί να αναβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή 5 του άρθρου 17 τουιδίου Κανονισμού.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_39.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει την εντολή μεταβίβασης χωρίς να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις για τη διαδικασία υποβολής προσφορών που καθορίζονται στην παράγραφο 2, όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και ειδικότερα αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>όταν θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας του ιδρύματος υπό εξυγίανση και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>όταν θεωρεί ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα της εντολής μεταβίβασης ως προς την αντιμετώπιση της ως άνω απειλής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης που αναφέρεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 31.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_40">
               <num>
                  <b>Άρθρο 40</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μεταβατικό ίδρυμα(άρθρο 40 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_40.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Προκειμένου να συστήσει μεταβατικό ίδρυμα και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης των βασικών λειτουργιών του μεταβατικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να μεταβιβάζει με απόφασή της σε μεταβατικά ιδρύματα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ένα ή περισσότερα ιδρύματα υπό εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ορισμένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις, ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 110, για τη μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των μετόχων του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του μεταβατικούιδρύματος, ούτε η αναγγελία σε τρίτους, και δεν εφαρμόζονται οι διαδικαστικές απαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου, καθώς και των νόμων 3401/2005 και 3461/2006. Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το μεταβατικό ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο Ταμείο Εξυγίανσης, ή σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εξυγίανσης και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δημιουργείται με σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισμένων ή όλων των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από υπό εξυγίανση ίδρυμα ή ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ενός ή περισσότερων υπό εξυγίανση ιδρυμάτων με σκοπό τη διασφάλιση των κρίσιμων λειτουργιών και την πώληση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρονται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού για το σκοπό που αναφέρεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 43 δεν παρεμποδίζει την ικανότητα της αρχής εξυγίανσης να ελέγχει το μεταβατικό ίδρυμα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν συνιστά μεταβατικό ίδρυμα, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε η συνολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και στοιχείων του ενεργητικού που μεταβιβάζονται από το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή παρέχονται από άλλες πηγές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από το μεταβατικό ίδρυμα αποβαίνει προς όφελος:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>των κατόχων των μετοχών ή των τίτλων ιδιοκτησίας, όταν πρόκειται για μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα μετοχών ή τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>του υπό εξυγίανση ιδρύματος, όταν πρόκειται για μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα ορισμένων ήόλων των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος υπόεξυγίανση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν συνιστά μεταβατικό ίδρυμα, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ασκεί την εξουσία μεταβίβασης εκ νέου επί του ιδίου υπό εξυγίανση ιδρύματος, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>αναμεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από το μεταβατικό ίδρυμα στο υπό εξυγίανση ίδρυμα, ή μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή οι αρχικοί κάτοχοι δεν μπορούν να αντιταχθούν στην αναμεταβίβαση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 6,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, από το μεταβατικό ίδρυμα σε τρίτους.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναμεταβιβάζει μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία από το μεταβατικό ίδρυμα στο υπό εξυγίανση ίδρυμα εάν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η δυνατότητα να μπορούν να αναμεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας, ή περιουσιακά στοιχεία προβλέπεται ρητώς στην απόφαση της παραγράφου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία δεν εμπίπτουν, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις για να εμπίπτουν, στις κατηγορίες με- ταβιβαστέων μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στην απόφαση της παραγράφου 1.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Κάθε τέτοια αναμεταβίβαση πραγματοποιείται εντός του χρόνου και με τους τυχόν όρους που ρητώς ορίζονται στη σχετική απόφαση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή των αρχικών κατόχων των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, αφενός, και του μεταβατικού ιδρύματος, αφετέρου, υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80,</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος - μέλος, σύμφωνα με το ν. 4261/ 2014 ή την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, εφαρμόζεται η παράγραφος 11 του άρθρου 38.</p>
                     <p>Για άλλους σκοπούς, η αρχή εξυγίανσης μπορεί ναορίζει ότι το μεταβατικό ίδρυμα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του υπό εξυγίανση ιδρύματος και έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε το υπό εξυγίανση ίδρυμα όσον αφορά τα μεταβιβα- σθέντα περιουσιακά στοιχεία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της άσκησης δικαιωμάτων συμμετοχής και πρόσβασης του μεταβατικού ιδρύματος σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια αξιών, συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης καταθέσεων εφαρμόζεται η παράγραφος 12 του άρθρου 38.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των άρθρων 73 έως 80, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, έναντι του διοικητικού συμβουλίου του ή έναντι των ανώτερων διοικητικών στελεχών του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_40.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Από τους στόχους του μεταβατικού ιδρύματος δεν προκύπτει καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος, και το διοικητικό συμβούλιο ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι αυτών των μετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, παρά μόνον για δόλο ή βαριά αμέλεια και εφόσον θίγονται άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_41">
               <num>
                  <b>Άρθρο 41</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 41 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_41.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το μεταβατικό ίδρυμα λειτουργεί τηρουμένων των ακόλουθων απαιτήσεων:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το περιεχόμενο της συστατικής πράξης του μεταβατικού ιδρύματος εγκρίνεται από την αρχή εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει, αν η ίδια δεν είναι μέτοχος ή δεν είναι ο μόνος μέτοχος, το διοικητικό συμβούλιο του μεταβατικού ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου και καθορίζει τις αρμο- διότητές τους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου του μεταβατικού ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>το μεταβατικό ίδρυμα λαμβάνει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το ν. 4261/2014 και το ν. 3606/2007, αναλόγως με την περίπτωση, και διαθέτει την αναγκαία άδεια για να ασκεί τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες πουαναλαμβάνει δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 63,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>το μεταβατικό ίδρυμα πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013, το ν. 4261/2014 και το ν. 3606/2007, αναλόγως με την περίπτωση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>η λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος συνάδει προς τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, και η αρχή εξυγίανσης μπορεί να θέσει σχετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές του.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Με την επιφύλαξη των διατάξεων των περιπτώσεων ε' και στ' , και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, το μεταβατικό ίδρυμα μπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του ν. 4261/2014 και του ν. 3606/2007 για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας του. Προς το σκοπό αυτόν, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτημα στην αρμόδια αρχή, η οποία σε περίπτωση που αποφασίσει να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, υποδεικνύει την περίοδο για την οποία το μεταβατικό ίδρυμα απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση με τις ως άνω διατάξεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ περί ανταγωνισμού, η διοίκηση του μεταβατικού ιδρύματος διευθύνει το μεταβατικό ίδρυμα με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση τουιδρύματος, ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και των περιουσιακών του στοιχείων, σε έναν ή περισσότερους αγοραστές προερχόμενους από τον ιδιωτικό τομέα, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες και εντός της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5 ή, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 6.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι το μεταβατικόίδρυμα δεν αποτελεί πλέον μεταβατικό ίδρυμα κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 40 εφόσον:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το μεταβατικό ίδρυμα συγχωνεύεται με άλλη οντότητα ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το μεταβατικό ίδρυμα παύει να πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 40 ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>πωλούνται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου τα περιουσιακά στοιχεία του μεταβατικού ιδρύματος σε τρίτο μέρος ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>λήγει η χρονική περίοδος που ορίζεται στην παράγραφο 5 ή, αναλόγως με την περίπτωση, στην παράγραφο 6 ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>έχουν ρευστοποιηθεί τα περιουσιακά στοιχεία του μεταβατικού ιδρύματος και οι υποχρεώσεις του έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει την πώληση του μεταβατικού ιδρύματος ή των περιουσιακών του στοιχείων, το μεταβατικό ίδρυμα ή τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία τίθενται προς πώληση δημόσια και με διαφανή τρόπο, χωρίς ουσιώδεις ανακρίβειες στην περιγραφή τους και χωρίς αδικαιολόγητη εύνοια προς υποψήφιους αγοραστές ή διακρίσεις μεταξύ υποψήφιωναγοραστών.</p>
                     <p>Κάθε τέτοια πώληση πραγματοποιείται με όρους αγοράς, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικέςενισχύσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν προκύψει κανένα από τα συμβάντα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και ε ' της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης θέτει σε εκκαθάριση το μεταβατικό ίδρυμα στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση μετά το πέρας δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταβίβαση από το υπό εξυγίανση ίδρυμα στο μεταβατικό ίδρυ- μɑ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 για μία ή περισσότερες ετήσιες περιόδους, όταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>με την εν λόγω παράταση υποστηρίζονται τα αποτελέσματα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και ε' της παραγράφου 3 ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η εν λόγω παράταση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών τραπεζικών ή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 αιτιολογείται και περιλαμβάνει λεπτομερή αξιολόγηση της κατάστασης που δικαιολογεί την παράταση, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών και των προοπτικών της αγοράς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που οι λειτουργίες του μεταβατικούιδρύματος παύσουν υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ' ή δ' της παραγράφου 3 το μεταβατικό ίδρυμα εκκαθαρίζεται στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας.</p>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, τυχόν έσοδα από την περάτωση της λειτουργίας του μεταβατικού ιδρύματος αποδίδονται στους μετόχους του μεταβατικού ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_41.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που ένα μεταβατικό ίδρυμα χρησιμοποιείται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ήυποχρεώσεων περισσότερων του ενός ιδρυμάτων υπόεξυγίανση, η υποχρέωση της παραγράφου 8 αφορά τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί από κάθε ένα από τα υπό εξυγίανση ιδρύματα και όχι το ίδιο το μεταβατικό ίδρυμα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_42_Δι">
               <num>
                  <b>Άρθρο 42Δι</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>αχωρισμός περιουσιακών στοιχείων</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>H αρχή εξυγίανσης μπορεί να μεταβιβάζει με απόφασή της περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώματα,υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος ή ενός μεταβατικού ιδρύματος σε μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
                     <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 110, για τη μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των μετόχων των ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του μεταβατικού ιδρύματος και χωρίς να εφαρμόζονται οι διαδικαστικέςαπαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς του διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι το νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ή ελέγχεται από μία ή περισσότερες αρχές στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το Ταμείο Εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>έχει δημιουργηθεί με σκοπό να λάβει ορισμένα ήόλα τα περιουσιακά στοιχεία ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή ενός μεταβατικού ιδρύματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται σε αυτήν προς μεγιστοποίηση της αξίας τους μέχρι την πώληση ή την οργανωμένη ρευστοποίησή τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Για τη λειτουργία της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η αρχή εξυγίανσης:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εγκρίνει το καταστατικό της,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>διορίζει ή εγκρίνει, αν η ίδια δεν είναι μέτοχος ή δεν είναι ο μόνος μέτοχος, το διοικητικό της συμβούλιο,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου και καθορίζει τις αρμοδιότητες εκάστου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της εταιρείας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία που ορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, μόνο εφόσον:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η κατάσταση της αγοράς για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι πιθανό να έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές σε περίπτωση ρευστοποίησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία του υπό εξυγίανσηιδρύματος ή του μεταβατικού ιδρύματος ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από τη ρευστοποίηση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν εφαρμόζει το διαχωρισμό περιουσιακών στοιχείων, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει το αντάλλαγμα έναντι του οποίου μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 36 και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Το αντάλλαγμα μπορεί να είναι συμβολικό ή αρνητικό.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά άμεσα από το ίδρυμα υπό εξυγίανση καταβάλλεται στο τελευταίο. Τοαντάλλαγμα μπορεί να καταβάλλεται υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που έχει συσταθεί μεταβατικό ίδρυμα, η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μπορεί, μετά τη σύστασή του, να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία από το μεταβατικό ίδρυμα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από το υπό εξυγίανση ίδρυμα σε μία ή περισσότερες εταιρίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναμεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από μία ή περισσότερες εταιρίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 10.</p>
                     <p>Το ίδρυμα υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου κάθε τέτοιο περιουσιακό στοιχείο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Η αναμεταβίβαση κατά την προηγούμενη παράγραφο είναι δυνατή στις ακόλουθες περιπτώσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>όταν η δυνατότητα αναμεταβίβασης των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων δηλώνεται ρητώς στην απόφαση της παραγράφου 1 ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>όταν τα συγκεκριμένα, περιουσιακά στοιχεία δενεμπίπτουν στις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που διευκρινίζονται στην απόφαση της παραγράφου 1 ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης κατά την εν λόγω απόφαση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Στις ως άνω περιπτώσεις η αναμεταβίβαση πραγματοποιείται εντός του χρόνου και με τους τυχόν όρους που ρητώς ορίζονται στη σχετική απόφαση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύματος και της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υπόκεινται στις διασφαλίσεις για τις μερικές μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 73 έως 80, οι μέτοχοι και οι πιστωτές του υπό εξυγίανσηιδρύματος, όπως και άλλα τρίτα μέρη, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων ούτε έναντι του διοικητικού συμβουλίου της ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_42_Δι.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>Από τους στόχους της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν απορρέει καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και το διοικητικό συμβούλιο ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της δεν υπέχουν καμία ευθύνηέναντι αυτών των μετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, παρά μόνον για δόλο ή βαριά αμέλεια και αν θίγονταιάμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_43">
               <num>
                  <b>Άρθρο 43</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αναδιάρθρωση παθητικού(άρθρο 43 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_43.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με απόφαση της αρχής εξυγίανσης, που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 44 και 46 έως 50, μπορεί να εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_43.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού για την επίτευξη των στόχων και σύμφωνα με τις γενικές αρχές της εξυγίανσης όπως προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 34, για οποιονδήποτε από τους εξής σκοπούς:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>για την ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύματος ή μίας οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε βαθμό τέτοιο ώστε:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>να αποκαθίσταται η δυνατότητα του ιδρύματος ή της οντότητας να συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας του (εφόσον τέτοιες προϋποθέσεις υφίστανται για το ίδρυμα ή την οντότητα),</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>να διασφαλίζεται η συνέχιση των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το ν. 4261/ 2014 ή το ν. 3606/2007 και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς στο εν λόγω ίδρυμα ή την οντότητα'</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>για τη μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο ή τη μείωση της αξίας των υποχρεώσεων ή των χρεωστικών τίτλων που μεταβιβάζονται:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>σε μεταβατικό ίδρυμα, με σκοπό την παροχή κεφαλαίου σε αυτό, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>στο πλαίσιο εφαρμογής της εντολής μεταβίβασης ή του διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_43.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση όπου ευλόγως διαφαίνεται ότι ηεφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, σε συνδυασμό με άλλα σχετικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης του άρθρου 52, θα αποκαταστήσει τη χρηματοοικονομική ευρωστία και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού για το σκοπό που αναφέρεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 2.</p>
                     <p>Σε κάθε άλλη περίπτωση, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' , β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 37, και την αναδιάρθρωση παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 2.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_43.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζει την αναδιάρθρωση του παθητικού σε όλα τα ιδρύματα ή τιςοντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, διατηρώντας ή μεταβάλλοντας τη νομική μορφή του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_44">
               <num>
                  <b>Άρθρο 44</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού(άρθρο 44 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_44.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αναδιάρθρωση παθητικού μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις υποχρεώσεις του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 του παρόντος άρθρου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους - μέλους ή τρίτης χώρας:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τις εγγυημένες καταθέσεις,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τις υποχρεώσεις που καλύπτονται με εξασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων που χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται, κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολόγων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών που διακρατούν για λογαριασμό τους οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 4099/2012, ή οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (O.E.E.), όπως ορίζεται στην περίπτωση α ' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α' 253), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται κατά την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>κάθε υποχρέωση που προκύπτει από καταπιστευτι- κή σχέση μεταξύ του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 (ως καταπιστευματοδόχου) και ενός άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας ή από τις διατάξεις του αστικού δικαίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>τις υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των μελών του ομίλου, οι οποίες έχουν αρχική ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>τις υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών, έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με το ν. 2789/2000 ή έναντι συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από τη συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>τις καταθέσεις του Τ.Ε.Κ.Ε. και του Συνεγγυητικού, η) τις υποχρεώσεις σε οποιονδήποτε από:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>τους εργαζομένους όσον αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημιώσεις καταγγελίας, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση. Η μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 84 του ν. 4261/2014 δεν εμπίπτει στην υποπερίπτωση αυτή. Στην υποπερίπτωση αυτή εμπίπτουν οι έναντι δικηγόρων υποχρεώσεις της περίπτωσης γ' του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>τους εμπορικούς πιστωτές ή προμηθευτές, που συνδέονται με την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στοίδρυμα ή στην οντότητα των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, τα οποία είναι κρίσιμα για την καθημερινή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γγ)</num>
                           <p>τις φορολογικές αρχές και τις αρχές κοινωνικήςασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δδ)</num>
                           <p>τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όλα τα εξασφαλισμένα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τα συνολικά στοιχεία κάλυψης καλυμμένων ομολογιών πρέπει να μην θίγονται, να παραμένουν διαχωρισμένα και να έχουν επαρκή χρηματοδότηση. Το προηγούμενο εδάφιο και η περίπτωση β' της παραγράφου 2 ανωτέρω δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης,όπου ενδείκνυται, να ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά οποιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης που υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί μεγάλωνανοιγμάτων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και του ν. 4261/2014, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων και ομίλων, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 6 του άρθρου 25, το βαθμό στον οποίο άλλα ιδρύματα κατέχουν υποχρεώσεις επιλέξιμες για την αναδιάρθρωση παθητικού, εκτός από τις υποχρεώσεις τις οποίες κατέχουν μέλη του ίδιου ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται ηαναδιάρθρωση παθητικού, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξαιρεί συνολικά ή εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπήςόταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να περιληφθεί στην εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού εντός εύλογου χρόνου, παρά τις εύλογες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιμων και των βασικών επιχειρηματικών λειτουργιών κατά τρόπο που να διατηρεί την ικανότητα του υπό εξυγίανση ιδρύματος να συνεχίζει τις σημαντικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές του,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να αποφευχθεί μια ευρεία μετάδοση κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η οποία θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία και την υποδομή των χρηματοοικονομικών αγορών κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάληαναστάτωση στην οικονομία της Ελλάδας ή της ΕΕ, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού στις εν λόγω υποχρεώσεις θα προκαλούσε απομείωση αξίας τέτοια, ώστε οι ζημίες για τους λοιπούς πιστωτές θα ήταν μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρούντο από την αναδιάρθρωση παθητικού.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Οι εξαιρέσεις δυνάμει της παραγράφου 5 μπορούν να εφαρμόζονται είτε για να εξαιρεθεί πλήρως μια υποχρέωση από την απομείωση είτε για να περιοριστεί ο βαθμός απομείωσής της. Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια επιλέξιμη υποχρέωση ή μια κατηγορία επιλέξιμων υποχρεώσεων δυνάμει της παρούσας παραγράφου, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις μπορεί να αυξηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, υπό τον όρο ότι ως προς το επίπεδο απομείωσης και μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις τηρείται η αρχή της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 34.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια επιλέξιμη υποχρέωση ή μια κατηγορία επιλέξιμων υποχρεώσεων λαμβάνει υπόψη ταεξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την αρχή ότι οι ζημίες επιβαρύνουν πρώτους τους μετόχους και στη συνέχεια τους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος κατά σειρά κατάταξης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το επίπεδο της ικανότητας απορρόφησης ζημιών που θα διατηρούσε το υπό εξυγίανση ίδρυμα εάν είχεεξαιρεθεί η υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την ανάγκη διατήρησης επαρκών πόρων για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν μια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν μέρει μια επιλέξιμη υποχρέωση ή κατηγορία επιλέξιμων υποχρεώσεων και οι ζημίες που θα προέ- κυπταν από τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν έχουν μετακυλιστεί πλήρως σε άλλους πιστωτές, το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυμαώστε να επιτύχει τους ακόλουθους στόχους σωρευτικά ή διαζευκτικά:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να καλυφθούν τυχόν ζημίες που δεν απορροφήθη- καν από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και να μηδενισθεί η διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με την περίπτωση α ' της παραγράφου 1 του άρθρου 46,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να αγοράσει μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή κεφαλαιακά μέσα του υπό εξυγίανση ιδρύματος, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί το ίδρυμα σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 46.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης προβαίνει στη συνεισφορά της παραγράφου 8 μόνον όταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο, έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό πουαντιστοιχεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ενέργειες εξυγίανσης και σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5% των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οιενέργειες εξυγίανσης και σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Η συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 6 μπορεί να χρηματοδοτηθεί μɛ:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το διαθέσιμο στο Ταμείο Εξυγίανσης ποσό που συγκεντρώθηκε μέσω των εισφορών των ιδρυμάτων μεάδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 98,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το ποσό που μπορεί να αντληθεί μέσω έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 99 εντός περιόδου τριών ετών, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>εφόσον τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α ' και β' της παρούσας παραγράφου ποσά δεν επαρκούν, με ποσά που συγκεντρώνονται από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 100.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση απόεναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης αφού προηγουμένως:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>έχει καλυφθεί το όριο του 5% που προβλέπεται στην περίπτωση β' της παραγράφου 9 και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως όλες οι μη εξασφαλισμένες, μη προνομιούχες υποχρεώσεις, πλην των επιλέξιμων καταθέσεων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Ως εναλλακτική ή επιπρόσθετη λύση, όταν πληρούνται οι όροι του πρώτου εδαφίου, το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε εισφορά από πόρους που συγκεντρώθηκαν μέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 98 και οι οποίες δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά παρέκκλιση από την περίπτωση α' της παραγράφου 9, το Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε. μπορείεπίσης να προβεί σε συνεισφορά όπως προβλέπεται στην παράγραφο 8, υπό τον όρο ότι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η συνεισφορά στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση που αναφέρεται στην περίπτωση α) της παραγράφου 9 ισούται με ποσό τουλάχιστον ίσο με το 20% των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού του σχετικού ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>έχει στη διάθεσή του, μέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών (μη συμπεριλαμβανομένων των εισφορών του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε.), που συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 98, ποσό τοοποίο ισούται τουλάχιστον με το 3% των εγγυημένων καταθέσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το σχετικό ίδρυμα διαθέτει στοιχεία ενεργητικού με αξία μικρότερη των εννιακοσίων (900) δισεκατομμυρίων ευρώ σε ενοποιημένη βάση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_44.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν από τη χρήση της δυνατότητας εξαίρεσηςυποχρέωσης δυνάμει των παραγράφων 5 και 6, η αρχήεξυγίανσης ειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν η εξαίρεση απαιτεί συνεισφορά από το Ταμείο Εξυγίανσης ήαπό εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης σύμφωνα με τις παραγράφους 8 έως 12, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης, ή εντός μεγαλύτερου διαστήματος κατόπιν της συγκατάθεσης της αρχής εξυγίανσης, να απαγορεύσει ή να απαιτήσει τροποποιήσεις στην προτεινόμενη εξαίρεση αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθησομένων πράξεων προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς. Τα ανωτέρω ισχύουν χωρίς να θίγεται η εφαρμογή του πλαισίου των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_45_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 45Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>φαρμογή της ελάχιστης απαίτησης(άρθρο 45 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα πληρούν ανά πάσα στιγμή την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Η ελάχιστη απαίτηση υπολογίζεται ως το ποσό τωνιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων εκφρασμένο ως ποσοστό επί τοις εκατό του συνόλου των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος.</p>
                     <p>Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα περιέχονται στις συνολικές υποχρεώσεις εφόσον αναγνωρίζονται πλήρως τα δικαιώματα εκκαθαριστικού συμψηφισμού του α- ντ ɩσυ μβɑλλο μένου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί τα πιστωτικά ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης που χρηματοδοτούνται από καλυμμένες ομολογίες και τα οποία δεν επιτρέπεται να αποδέχονται καταθέσεις, από την υποχρέωση της τήρησης, ανά πάσα στιγμή, της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, δεδομένου ότι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τα ιδρύματα αυτά εκκαθαρίζονται μέσω των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας ή εξυγιαίνονται μέσω των διαδικασιών των άρθρων 38, 40 ή 42, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι ανωτέρω συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή άλλες διαδικασίες, εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές των εν λόγω ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση όσων κατέχουν καλυμμένες ομολογίες, υφίστανται ζημίες κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι επιλέξιμες υποχρεώσεις περιέχονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το μέσο έχει εκδοθεί και καταβληθεί πλήρως,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η υποχρέωση δεν οφείλεται στο ίδιο το ίδρυμα, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποτελεί αντικείμενο εγγύησης από το ίδιο το ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η αγορά του μέσου δεν χρηματοδοτήθηκε άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η υποχρέωση έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>η υποχρέωση δεν προέρχεται από παράγωγο μέσο, στ) η υποχρέωση δεν προκύπτει από κατάθεση η οποία τυγχάνει προνομιακής κατάταξης σύμφωνα με το άρθρο 103.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Για τους σκοπούς της περίπτωσης δ' όταν μια υποχρέωση παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης ως λήξη της εν λόγω υποχρέωσης θεωρείται η ημέρα κατά την οποία ασκείται το δικαίωμα αυτό.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν μια υποχρέωση διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτήσει από τοίδρυμα να τεκμηριώσει ότι οποιαδήποτε απόφαση αρχής εξυγίανσης σχετικά με την απομείωση ή μετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης θα εκτελεστεί σύμφωνα με το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της σύμβασης που διέπει την υποχρέωση, τις διεθνείς συμφωνίες περί αναγνώρισης των διαδικασιών εξυγίανσης και άλλα συναφή θέματα. Αν η αρχήεξυγίανσης κρίνει ότι η απόφαση δεν θα παρήγαγε αποτέλεσμα υπό το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας, η υποχρέωση δεν συνυπολογίζεται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων κάθε ιδρύματος, δυνάμει της παραγράφου 1, καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, τουλάχιστον με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι το ίδρυμα μπορεί να εξυγιανθεί μέσω της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένου, όπου ενδείκνυται, της αναδιάρθρωσης παθητικού, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στους στόχους εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την ανάγκη να διασφαλιστεί, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, ότι το ίδρυμα διαθέτει επαρκείς επιλέξιμεςυποχρεώσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωσηεφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού, οι ζημίες μπορούν να απορροφηθούν και ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος μπορεί νααποκατασταθεί στο αναγκαίο επίπεδο προκειμένου τοίδρυμα να συνεχίζει να πληροί τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας, να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει του ν. 4261/2014 ή του ν. 3606/2007 και να διατηρηθείεπαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς στο ίδρυμα ή την οντότητα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι, άν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης ορισμένων κατηγοριών επιλέξιμων υποχρεώσεων από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού δυνάμει της παραγράφου 5 του άρθρου 44 ή τη δυνατότητα πλήρους μεταβίβασης ορισμένων κατηγοριών επιλέξιμων υποχρεώσεων σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, το ίδρυμα διαθέτει επαρκείς λοιπές επιλέξιμες υποχρεώσειςώστε να διασφαλίζεται ότι οι ζημίες μπορούν να απορροφηθούν και ότι ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος μπορεί να αποκατασταθεί στο αναγκαίο επίπεδο προκειμένου το ίδρυμα να συνεχίζει να πληροί τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει του ν. 4261/2014 ή του ν. 3606/2007,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, ε) το βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 104,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>το βαθμό στον οποίο η αφερεγγυότητα του ιδρύματος θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της μετάδοσης κινδύνων σε άλλα ιδρύματα, λόγω της διασύνδεσής του με αυτά ή με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις ελάχιστεςαπαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο σε ατομική βάση. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την ελάχιστη απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο σε οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β, γ' ή δ'.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Επιπροσθέτως προς την παράγραφο 6, οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ πληρούν σε ενοποιημένη βάση τις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.</p>
                     <p>Η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις σε ενοποιημένο επίπεδο μιας μητρικής επιχείρησης της ΕΕ καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με την παράγραφο 8, τουλάχιστον επί τη βάσει των κριτηρίων που θεσπίζονται στην παράγραφο 5 και λαμβανομένου υπόψη κατά πόσον οι θυγατρικές του ομίλου σε τρίτες χώρες πρόκειται να εξυγιανθούν χωριστά σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές σεατομική βάση καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά με το ύψος τηςελάχιστης απαίτησης που εφαρμόζεται σε ενοποιημένοεπίπεδο.</p>
                     <p>Η κοινή απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.</p>
                     <p>Ελλείψει κοινής απόφασης εντός τεσσάρων μηνών, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει απόφαση για την ελάχιστη απαίτηση που εφαρμόζεται σε ενοποιημένο επίπεδο, αφού συνεκτιμήσει δεόντως την αξιολόγηση των θυγατρικών που πραγματοποιείται από τιςεμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης.</p>
                     <p>Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Τ. σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την απόφαση της Ε.Α.Τ. βάση της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία θα λάβει και την τελική της απόφαση. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού. Το ζήτημα δεν μπορεί να παραπεμφθεί στην Ε.Α.Τ. μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της E.A.T. εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.</p>
                     <p>Η κοινή απόφαση και, ελλείψει κοινής απόφασης, ηαπόφαση που λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης σεεπίπεδο ομίλου είναι δεσμευτική για τις αρχές εξυγίανσης των εμπλεκόμενων κρατών - μελών.</p>
                     <p>Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαμβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπουαπαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για τις θυγατρικές του ομίλου σε ατομική βάση. Οι εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις ορίζονται σε επίπεδο κατάλληλο για κάθε θυγατρική, λαμβάνοντας υπόψη:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τα κριτήρια της παραγράφου 5, ιδίως δε το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο και το προφίλ κινδύνου της θυγατρικής, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων της και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την απαίτηση σε ενοποιημένο επίπεδο που έχει οριστεί για τον όμιλο σύμφωνα με την παράγραφο 8.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχέςεξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές σε ατομική βάση καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά με το επίπεδο τηςελάχιστης απαίτησης που ισχύει για κάθε αντίστοιχη θυγατρική σε ατομικό επίπεδο.</p>
                     <p>Η κοινή απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στις θυγατρικές και στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ από τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αντιστοίχως.</p>
                     <p>Ελλείψει κοινής απόφασης από τις αρχές εξυγίανσης εντός τεσσάρων μηνών εφαρμόζονται αναλόγως το τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο της παραγράφου 8.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορεί νααπαλλάξει εξ ολοκλήρου από την εφαρμογή της μεμονωμένης ελάχιστης απαίτησης ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, όταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>αυτό συμμορφώνεται σε ενοποιημένη βάση με την ελάχιστη απαίτηση της παραγράφου 7, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή του το έχει απαλλάξει πλήρως από την τήρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής μπορεί νααπαλλάξει πλήρως από την εφαρμογή της παραγράφου 6 μια θυγατρική όταν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τόσο η θυγατρική όσο και η μητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και την εποπτεία του ίδιου κράτους - μέλους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η θυγατρική περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του ιδρύματος που είναι η μητρική επιχείρηση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το ανώτατο ίδρυμα ομίλου στο κράτος - μέλος της θυγατρικής, όταν είναι διαφορετικό από το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα, συμμορφώνεται σε υποενοποιημένη βάση με την ελάχιστη απαίτηση της παραγράφου 6,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση προς όφελος της θυγατρικής,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική, είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της θυγατρικής, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή της θυγατρικής έχει απαλλάξει πλήρως τη θυγατρική από την τήρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Στις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο μπορεί να προβλέπεται η μερική ικανοποίηση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ατομική βάση, με τη χρήση συμβατικών μέσων αναδιάρθρωσης παθητικού που περιέχουν όρους ως εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ότι, όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εφαρμόσει την αναδιάρθρωση παθητικού για ένα ίδρυμα, το μέσο αυτό απομειώνεται ή μετατρέπεται στον απαιτούμενο βαθμό πριν από την απομείωση ή τη μετατροπή άλλωνεπιλέξιμων υποχρεώσεων, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ότι υπόκειται σε δεσμευτική συμφωνία μειωμένηςεξασφάλισης, δυνάμει της οποίας, στην περίπτωση της συνήθους διαδικασίας αφερεγγυότητας, έπεται σε προτεραιότητα των άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων, και δεν μπορεί να αποπληρωθεί προτού διευθετηθούν οι άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις που εκκρεμούν εκείνη τη στιγμή.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με την αρμόδια αρχή, επιβάλλει και επιβεβαιώνει την τήρησηαπό τα ιδρύματα της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και, όπου απαιτείται, της απαίτησης της παραγράφου 12, λαμβάνει δε κάθε απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο παράλληλα με την κατάρτιση καιαναπροσαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_45_Ε.para_14">
                  <num>14.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με την αρμόδια αρχή, ενημερώνει την Ε.Α.Τ. σχετικά με τηνελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, και, όπου απαιτείται, σχετικά με την απαίτηση της παραγράφου 12, οι οποίες έχουν οριστεί για κάθε ίδρυμα που τελεί υπό τη δικαιοδοσία της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_46_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 46Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>κτίμηση του ποσού</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 46 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_46_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί βάσει της αποτίμησης που προβλέπεται στο άρθρο 36 σωρευτικά τα ακόλουθα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν οι επιλέξιμες υποχρεώσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η διαφορά αξίας των στοιχείωνενεργητικού και παθητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι ίση με το μηδέν, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο οι επιλέξιμες υποχρεώσεις πρέπει να μετατραπούν σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 είτε του υπό εξυγίανση ιδρύματος είτε του μεταβατικού ιδρύματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_46_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο χρειάζεται να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι επιλέξιμες υποχρεώσεις, προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή, να καθοριστεί, κατά περίπτωση, ο εν λόγω δείκτης για το μεταβατικό ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά του Ταμείου Εξυγίανσης σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 96, τη διατήρηση της εμπιστοσύνης της αγοράς στο υπό εξυγίανση ή το μεταβατικό ίδρυμα και την παροχή της δυνατότητας σε αυτό να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει την άσκηση των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια με βάση το ν. 4261/2014 ή το ν. 3606/2007 τουλάχιστον για ένα έτος</p>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης προτίθεται να χρησιμοποιήσει το διαχωρισμό περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 42, για τον υπολογισμό του ποσού κατά το οποίο χρειάζεται να μειωθούν οι επιλέξιμες υποχρεώσεις λαμβάνει δεόντως υπόψη μια συντηρητική εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_46_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα έχουν απομειωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 και έχει εφαρμοστεί η αναδιάρθρωση παθητικού σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43, και το επίπεδο απομείωσης, το οποίο βασίζεται στην προσωρινή αποτίμηση του άρθρου 36, υπερβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίστηκαν με την οριστική αποτίμηση της παραγράφου 9 του άρθρου 36, η αρχή εξυγίανσης τροποποιεί τις αποφάσεις της περίαπομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και περί αναδιάρθρωσης παθητικού, εάν και στο μέτρο που η τροποποίηση είναι αναγκαία, ώστε οι αποφάσεις να συνάδουν με την οριστική αποτίμηση. Η τροποποίηση αυτή μπορεί να συνίσταται σε περιορισμό του ποσού, κατά το οποίο οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας ή σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις απο μειώνονται ή μετατρέπονται, ή σε αναπροσαρμογή του συντελεστή μετατροπής με την έννοια του άρθρου 50.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_46_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι η αξιολόγηση και η αποτίμηση βασίζονται σε όσο το δυνατόν πιο πρόσφατες και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία του ενεργητικού και τις υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_47">
               <num>
                  <b>Άρθρο 47</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μεταχείριση των μετόχων σε περιπτώσειςαναδιάρθρωσης παθητικού ή απομείωσηςή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων(άρθρο 47 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_47.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 ή την απομείωση ή μετατροπή κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59, η αρχή εξυγίανσης προβαίνει έναντι των μετόχων και των κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας σε μία ή και στις δύο από τις ακόλουθες ενέργειες:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ακυρώνει τις υφιστάμενες μετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή τα μεταβιβάζει σε πιστωτές πουέχουν υποστεί την αναδιάρθρωση παθητικού,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει της αποτίμησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 36, το υπό εξυγίανση ίδρυμα έχει θετική καθαρή θέση, απομειώνουν το ποσοστό συμμετοχής (dilution) των υφιστάμενων μετόχων και κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας μέσω της μετατροπής σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα, βάσει της εξουσίας της παραγράφου 9 του άρθρου 59, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>των επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει εκδώσει το υπό εξυγίανση ίδρυμα, σύμφωνα με την εξουσία της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 63.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Όσον αφορά την περίπτωση β' ανωτέρω, η μετατροπή γίνεται με συντελεστή που απο μειώνει σημαντικά το ποσοστό συμμετοχής (dilution) των υφιστάμενων μετόχων ή κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_47.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται επίσης έναντι των μετόχων και των κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας σε περίπτωση που οι εν λόγω μετοχές ή οι άλλοι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας εκδόθηκαν ή εκχωρήθηκαν υπό τις ακόλουθες περιστάσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>κατόπιν της μετατροπής χρεωστικών τίτλων σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις συμβατικές ρήτρες των αρχικών χρεωστικών τίτλων σε περίπτωση γεγονότος που προηγήθηκε ή επήλθε ταυτο- χρόνως με την αξιολόγηση της αρχής εξυγίανσης ότι το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β, γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 πληροί τις προϋποθέσεις της διαδικασίας εξυγίανσης,·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>κατόπιν της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 60.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_47.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης όταν εξετάζει σε ποια ενέργεια θα προβεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 λαμβάνει υπόψη:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την αποτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 36,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα ποσά κατά τα οποία εκτίμησε ότι πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 60, τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 και τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το συνολικό ποσό που προέκυψε από την αξιολόγηση του άρθρου 46.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_47.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 23έως 26 του ν. 4261/2014, του άρθρου 27 του ν. 4261/2014 για την απαίτηση κοινοποίησης, της παράγραφου 3 του άρθρου 10, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 11, των άρθρων 12 και 13 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, καθώς καιαπό την απαίτηση κοινοποίησης της παραγράφου 3 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, σε περίπτωση που η εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή η μετατροπή κεφαλαιακών μέσων θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα σύμφωνα με την παρ 1 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 ή την παράγραφο 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρμόδια αρχή πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπε- ται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων και δεν εμποδίζει τιςενέργειες εξυγίανσης να επιτύχουν τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_47.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρμόδια αρχή του εν λόγω ιδρύματος δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση της παραγράφου 4, κατά την ημερομηνία εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού ή της μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, η παράγραφος 9 του άρθρου 38 εφαρμόζεται σε κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής που προκύπτει από τηνεφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή τη μετατροπή κεφαλαιακών μέσων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_48">
               <num>
                  <b>Άρθρο 48</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποτέλεσμα των ενεργειών της απομείωσηςκαι της μετατροπής σε περίπτωσηαναδιάρθρωσης παθητικού</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 48 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_48.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης όταν εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων εξαιρέσεων δυνάμει των παραγράφων 2 εως 5 του άρθρου 44, τηρώντας τα ακόλουθα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μειώνει τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 60,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εφόσον η συνολική μείωση σύμφωνα με την περίπτωση α) ανωτέρω είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47 μειώνει την αξία των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 στο βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>εφόσον η συνολική μείωση σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' και β' ανωτέρω είναι μικρότερη από τοάθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47 μειώνει την αξία των μέσων της Κατηγορίας 2 στο βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>εφόσον η συνολική μείωση των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', β' και γ' ανωτέρω είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47 μειώνει στο βαθμό που απαιτείται την αξία των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης που δεν είναιαποδεκτές ως πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή της Κατηγορίας 2 σύμφωνα με την ιεράρχηση των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', β' και γ' ανωτέρω ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>εφόσον η συνολική μείωση των μετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' έως δ' της παρούσας παραγράφου είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47, η αρχή εξυγίανσης μειώνει στο βαθμό πουαπαιτείται την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των υπολοίπων επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει της ιεράρχησης των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της κατάταξης που προβλέπεται στο άρθρο 103 και σύμφωνα με το άρθρο 44, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της παρούσας παραγράφου, ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_48.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν εφαρμόζει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, η αρχή εξυγίανσης επιμερίζει τις ζημίες, οι οποίες αποτυπώνονται στο άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47, εξίσου μεταξύ των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των επιλέξιμων υποχρεώσεων ιδίας τά- ξεως, μειώνοντας την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των εν λόγω μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των επιλέξιμων υποχρεώσεων στον ίδιο βαθμό αναλογικά με την αξία τους όπως προσδιορίζεται κατά το άρθρο 36, εκτός εάν, επιτρέπεται διαφορετικός επιμε- ρισμός ζημιών μεταξύ των υποχρεώσεων ιδίας τάξεως για τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 44. Η παρούσα παράγραφος δεν εμποδίζει υποχρεώσεις που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με τις παραγράφους 2 εως 5 του άρθρου 44 να έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από επιλέξιμες υποχρεώσεις ιδίας τάξεως κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_48.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν εφαρμοστεί η μείωση ή η μετατροπή που αναφέρεται στην περίπτωση ε' της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης μετατρέπει ή μειώνει την αξία των μέσων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 όταν τα μέσα αυτά δεν έχουν ήδη μετατραπεί και περιλαμβάνουν τους εξής όρους:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>ρήτρα που προβλέπει τη μείωση της αξίας του μέσου σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που επηρεάζει τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τη φερεγγυότητα ή τα επίπεδα των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος ή τηςοντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ρήτρα που προβλέπει τη μετατροπή των μέσων σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας σε περίπτωσηεπέλευσης τέτοιου γεγονότος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_48.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που έχει μειωθεί η αξία του μέσου, αλλά δεν έχει μηδενιστεί, σύμφωνα με ρήτρες της περίπτωσης α' της παραγράφου 3, πριν από την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής στο εναπομένον ποσό αυτού του μέσου, σύμφωνα με την παράγραφο 1.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_48.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την απομείωση ή τη μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχικό κεφάλαιο, η αρχή εξυγίανσης δεν μετατρέπει μία κατηγορία υποχρεώσεων αν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαμηλότερης κατάταξης εξακολουθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της να μην έχει μετατραπεί σε μετοχές ή απομειωθεί, εκτός αν επιτρέπεται άλλως σύμφωνα με τις παραγράφους 2 εως 5 του άρθρου 44.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_49">
               <num>
                  <b>Άρθρο 49</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Παράγωγα</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 49 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p>Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν η αρχή εξυγίανσης Θέτει σε εφαρμσγή τις εξσυσίες απσμείωσης και μετατρσπής σε υπσχρεώσεις πσυ πρσκύ- πτσυν από παράγωγα.</p>
               <paragraph eId="art_49.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξσυσίες απσμείωσης και μετατρσπής όσσν αφσρά υπσχρέωση πσυ πρσκύπτει από παράγωγσ μόνσ ταυτόχρσνα ή μετά από τσν εκκαθαριστικό συμψηφισμό των παραγώγων. Κατά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης εξσυ- σισδστείται να καταγγέλλει ή να πρσβεί σε εκκαθαριστικό συμψηφισμό κάθε σύμβασης παραγώγσυ για τσν σκσ- πό αυτό.</p>
                     <p>Όταν υπσχρέωση από παράγωγα εξαιρείται από τηνεφαρμσγή της αναδιάρθρωσης παθητικσύ δυνάμει της πα- ραγράφσυ 5 τσυ άρθρσυ 44, η αρχή εξυγίανσης δεν υπσ- χρεσύται να καταγγείλλει ή πρσβεί σε εκκαθαριστικό συμψηφισμό της σύμβασης παράγωγσυ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_49.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν συναλλαγές παραγώγων υπόκεινται σε συμφωνία εκκαθαριστικσύ συμψηφισμσύ, η αρχή εξυγίανσης ή ανεξάρτητσς εκτιμητής πρσσδισρίζσυν στσ πλαίσισ της απστίμησης δυνάμει τσυ άρθρσυ 36 την υπσχρέωση πσυ πρσκύπτει από τις εν λόγω συναλλαγές μετά από τσν εκκαθαριστικό συμψηφισμό σύμφωνα με τσυς όρσυς της συμφωνίɑς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_49.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης πρσσδισρίζει την αξία των υπσ- χρεώσεων πσυ πρσκύπτσυν από παράγωγα σύμφωνα με:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τις κατάλληλες μεθσδσλσγίες για τσν πρσσδισρισμό της αξίας των κατηγσριών παραγώγων, συμπεριλαμβα- νσμένων των συναλλαγών πσυ απστελσύν αντικείμενσ συμφωνιών εκκαθαριστικσύ συμψηφισμσύ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τις αρχές για τσν πρσσδισρισμό της χρσνικής στιγμής κατά την σπσία θα καθσριστεί η αξία μιας θέσης παραγώγων, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>τις κατάλληλες μεθσδσλσγίες για τη σύγκριση της απσμείωσης της αξίας από τσν εκκαθαριστικό συμψηφισμό των παραγώγων και την εφαρμσγή της αναδιάρθρωσης παθητικσύ, με τις απώλειες πσυ θα υφίσταντσ τα παράγωγα μόνσ στη περίπτωση της αναδιάρθρωσης παθητικσύ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Όι ανωτέρω μεθσδσλσγίες και σι αρχές καθσρίζσνται σύμφωνα με την παράγραφσ 5 τσυ άρθρσυ 49 της Όδη- γίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_50_Σ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 50Σ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>υντελεστής μετατροπής του χρέουςσε μετοχικό κεφάλαιο</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 50 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_50_Σ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, όταν ασκεί τις εξσυσίες πσυ σ- ρίζσνται στην παράγραφσ 1 τσυ άρθρσυ 59 και στην περίπτωση στ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 63, μπσρεί να εφαρμόζει διαφσρετικό συντελεστή μετατρσπής στις διάφσρες κατηγσρίες κεφαλαιακών μέσων και υπσχρεώ- σεων σύμφωνα με μία ή και αμφότερες τις αρχές πσυ καθσρίζσνται στις παραγράφσυς 2 και 3 τσυ παρόντσς άρθρσυ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_50_Σ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ό συντελεστής μετατρσπής υπσλσγίζεται έτσι,ώστε να διασφαλίζεται κατάλληλη απσζημίωση τσυ θιγό- μενσυ πιστωτή για σπσιαδήπστε ζημία υφίσταται λόγω της άσκησης της εξσυσίας απσμείωσης και μετατρσπής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_50_Σ.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν εφαρμόζσνται διαφσρετικσί συντελεστές μετατρσπής σύμφωνα με την παράγραφσ 1, σ συντελεστής μετατρσπής πσυ εφαρμόζεται στις υπσχρεώσεις κατώτερης τάξης κατά τσ πτωχευτικό δίκαισ είναι χαμηλότερσς από τσ συντελεστή πσυ εφαρμόζεται στις υπσχρεώσεις υψηλότερης τάξης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_51">
               <num>
                  <b>Άρθρο 51</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μέτρα ανάκαμψης και αναδιοργάνωσηςπου συνοδεύουν την αναδιάρθρωση παθητικού</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(Άρθρο 51 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικσύ πρσκειμένσυ να γίνει ανακεφαλαισπσίηση ενός ιδρύματσς ή μίας σντότητας των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 43, διασφαλίζεται η κατάρτιση και η εφαρμσγή σχεδίσυ ανα- δισργάνωσης σύμφωνα με τσ άρθρσ 52 για τσ εν λόγωίδρυμα ή την εν λόγω σντότητα. Πρσς τσν σκσπό αυτόν η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να δισρίζει πρόσωπσ ή πρόσωπα σύμφωνα με την παράγραφσ 1 τσυ άρθρσυ 72, με στόχσ την κατάρτιση και την εφαρμσγή τσυ σχεδίσυ α- ναδισργάνωσης, όπως απαιτείται βάσει τσυ άρθρσυ 52.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_52_Σ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 52Σ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>χέδιο αναδιοργάνωσης(άρθρο 52 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός ενός μηνός από την εφαρμσγή της αναδιάρθρωσης παθητικσύ σε ίδρυμα ή σντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 43, τσ δισικητικό συμβσύλισ ή τσ πρόσωπσ ή τα πρόσωπα πσυ δισρίζσνται σύμφωνα με την παράγραφσ 1 τσυ άρθρσυ 72 υπσχρεσύνται να καταρτίζσυν και να υπσ- βάλσυν στην αρχή εξυγίανσης σχέδισ αναδισργάνωσης τσ σπσίσ να πληρσί τις απαιτήσεις των παραγράφων 4 και 5. Σε περίπτωση όπσυ εφαρμόζσνται σι κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, τσ σχέδισ αναδισργάνωσης πρέπει να είναι συμβατό με τσ σχέδισ αναδιάρθρωσης τσ σπσίσ απαιτείται να υπσβάλει τσ ίδρυμα ή σντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 στην Ευρωπαϊκή Επιτρσπή βάσει αυτσύ τσυ πλαισίσυ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αναδιάρθρωση παθητικσύ πσυ αναφέρεται στην περίπτωση α' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 43εφαρμόζεται σε δύσ ή περισσότερα μέλη σμίλσυ, τσ σχέδισ αναδισργάνωσης καταρτίζεται από τσ μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένσ στην ΕΕ, καλύπτει όλα τα ιδρύματα τσυ σμίλσυ σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, και υπσβάλλε- ται στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδσ σμίλσυ. Η αρχήεξυγίανσης σε επίπεδσ σμίλσυ διαβιβάζει τσ σχέδισ στις άλλες αρμόδιες αρχές εξυγίανσης και στην Ε.Α.Τ..</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Σε εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσσν απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης, η αρχήεξυγίανσης μπσρεί να παρατείνει την πρσθεσμία πσυ αναφέρεται στην παράγραφσ 1 κατά δύσ μήνες τσ ανώτερσ από την εφαρμσγή της αναδιάρθρωσης παθητικσύ. Όταν σι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ πρσβλέ- πσυν την κσινσπσίηση τσυ σχεδίσυ αναδισργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να παρατείνει την πρσθεσμία της παραγράφσυ 1 κατά δύσ μήνες τσ ανώτερσ μετά την εφαρμσγή της αναδιάρθρωσης παθητικσύ ή μέχρι την πρσθεσμία πσυ σρίζεται από τσυς κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, εφαρμόζσντας την πρσθεσμία πσυ λήγει νωρίτερα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Στο σχέδιο αναδιοργάνωσης καθορίζονται τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή τμημάτων των δραστηριοτήτων τους, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.</p>
                     <p>Το σχέδιο αναδιοργάνωσης λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την παρούσα κατάσταση και τις μελλοντικές προοπτικές της χρηματοπιστωτικής αγοράς, αντικατοπτρίζοντας εκτιμήσεις με βάση ευνοϊκές και δυσμενείς παραδοχές, συμπεριλαμβανομένου συνδυασμού γεγονότων, που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των κυριότερων ευάλωτων σημείων του ιδρύματος. Οι παραδοχές συγκρίνο- νται με τα κατάλληλα κριτήρια αναφοράς του χρηματοοι- κονομɩκού τομέɑ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο αναδιοργάνωσης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το λεπτομερή προσδιορισμό των παραγόντων και των προβλημάτων που προκάλεσαν την αφερεγγυότητα ή επαπειλούμενη αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή τηςοντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και τις περιστάσεις που οδήγησαν στις δυσχέρειες αυτές,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την περιγραφή των μέτρων τα οποία πρόκειται να ληφθούν με σκοπό την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των εν λόγω μέτρων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή τηςοντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 μπορούν να περιέχουν: α) την αναδιοργάνωση των δραστηριοτήτων του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τις τροποποιήσεις στα λειτουργικά συστήματα και στις εσωτερικές υποδομές του ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την απόσυρσή του από ζημιογόνες δραστηριότητες, δ) την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων που μπορούν να καταστούν ανταγωνιστικές, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή επιχειρηματικών τομέων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής του σχεδίου αναδιοργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί την πιθανότητα, με την εφαρμογή του σχεδίου, να αποκατασταθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Ηαξιολόγηση ολοκληρώνεται κατόπιν συμφωνίας με την αρμόδια αρχή.</p>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή πεισθούνότι με το σχέδιο θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η αρχήεξυγίανσης εγκρίνει το σχέδιο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης δεν πεισθεί ότι με το σχέδιο αναδιοργάνωσης θα επιτευχθεί ο στόχος της παραγράφου 7, τότε, σε συμφωνία με την αρμόδια αρχή, κοινοποιεί στο διοικητικό συμβούλιο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72 τα θέματα που την προβληματίζουν καιαπαιτεί τροποποίηση του σχεδίου, ώστε να αντιμετωπιστούν τα θέματα αυτά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της παραγράφου 8, το διοικητικό συμβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72υποβάλλουν τροποποιημένο σχέδιο προς έγκριση στην αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατόπιν συμφωνίας με την αρμόδια αρχή το τροποποιημένο σχέδιο και, εντός μιας (1) εβδομάδας, γνωστοποιεί στο διοικητικό συμβούλιο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72 αν έχει πεισθεί ότι με το σχέδιο, όπως τροποποιήθηκε,αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που κοινοποιήθηκανόπως προβλέπεται ανωτέρω ή αν απαιτούνται περαιτέρω τροποποιήσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Το διοικητικό συμβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72 θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο αναδιοργάνωσης, όπως συμφωνήθηκε από την αρχή εξυγίανσης και την αρμόδια αρχή, και υποβάλλουν τουλάχιστον ανά εξάμηνο στην αρχή εξυγίανσης έκθεση σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής του σχεδίου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_52_Σ.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Το διοικητικό συμβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72 αναθεωρούν το σχέδιο, εάν, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης κατόπιν συμφωνίας με την αρμόδια αρχή, αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου που καθορίζεται στην παράγραφο 4, και υποβάλλουν την κάθε αναθεώρηση προς έγκριση στην αρχήεξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_53_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 53Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης παθητικού(άρθρο 53 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_53_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού, η μείωση της αξίας ή του οφειλόμε- νου ανεξόφλητου υπόλοιπου, η μετατροπή ή η ακύρωση παράγουν αποτελέσματα και είναι αμέσως δεσμευτικές για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και τους θιγόμενους πιστωτές και μετόχους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_53_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ολοκληρώσει ή να ζητήσει να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες διοικητικές ή διαδικαστικές ρυθμίσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού στις οποίες περιέχονται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η τροποποίηση όλων των σχετικών μητρώων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η διαγραφή από τη διαπραγμάτευση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών τίτλων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η εισαγωγή σε ρυθμιζόμενη αγορά ή η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση νέων μετοχών ή άλλων τίτλωνιδιοκτησίας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η εκ νέου εισαγωγή σε ρυθμιζόμενη αγορά ή η εκ νέου εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρεωστικών τίτλων που έχουν απομειωθεί, χωρίς την υποχρέωση έκδοσης ενημερωτικού δελτίου, όπως προβλέπεται από το ν. 3401/2005 (Α' 257).</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_53_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης απομειώνει μέχρι μηδενισμού την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 63, η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν που δεν είναι δεδουλευμένες κατά τη στιγμή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν μπορούν να προβληθούν σε τυχόν μεταγενέστερες δίκες ή διαδικασίες που αφορούν το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή κάθε διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_53_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν μια αρχή εξυγίανσης απομειώνει μερικώς, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αρχική αξία ή το ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, μέσω εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ε ' της παραγράφου 1 του άρθρου 63:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της απομείωσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το σχετικό μέσο ή συμφωνία που δημιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την ε- ναπομένουσα αξία ή το ανεξόφλητο υπόλοιπο της υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αρχικής αξίας, και οποιαδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων που αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης στο πλαίσιο της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ι' της παραγράφου 1 του άρθρου 63.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_54">
               <num>
                  <b>Άρθρο 54</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Άρση των διαδικαστικών εμποδίων στην εφαρμογήτης αναδιάρθρωσης παθητικού</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 54 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_54.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 63, και εφόσον ληφθεί τέτοια απόφαση από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 2, στα ιδρύματα και στις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, πρέπει να είναι σε ισχύ, ανά πάσα στιγμή,απόφαση του αρμόδιου οργάνου τους προς έκδοση σεεπαρκές ύψος μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, τελούσα υπό την αναβλητική αίρεση τηςάσκησης από την αρχή εξυγίανσης των εξουσιών πουαναφέρονται στις περιπτώσεις ε' και στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 63 έναντι ιδρύματος ή οντότητας ως ανωτέρω ή κάποιας από τις θυγατρικές τους, ούτωςώστε, εφόσον η αρχή εξυγίανσης ασκήσει αυτές τις εξουσίες, το εν λόγω ίδρυμα ή η οντότητα να δύναται να εκ- δώσει επαρκή αριθμό νέων μετοχών ή άλλων τίτλωνιδιοκτησίας για να μπορεί να διενεργηθεί αποτελεσματικά η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή σε άλλους τίτλους ιδιοκτησίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_54.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>H αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβάλει την απαίτηση της παραγράφου 1 στην περίπτωση συγκεκριμένου ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, στο πλαίσιο της κατάρτισης και της αναπροσαρμογής του σχεδίου εξυγίανσης αυτού, έχοντας υπόψη, ιδίως, τις προβλεπόμενες ενέργειες εξυγίανσης. Αν στο σχέδιο εξυγίανσης προβλέπεται ηεφαρμογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, η αρχή εξυγίανσης εξακριβώνει αν η ισχύουσα υπό αίρεση απόφαση προς έκδοση μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 είναι επαρκής για την κάλυψη του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 47.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_54.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή σε άλλους τίτλους ιδιοκτησίας δεν κωλύεται από κανέναν όρο της συστατικής πράξης ή του καταστατικού τουιδρύματος ή της οντότητας συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προτίμησης των μετόχων ή της απαιτούμε- νης συγκατάθεσης των μετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_55_Σ">
               <num>
                  <b>Άρθρο 55Σ</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>υμβατική αναγνώριση της αναδιάρθρωσης παθητικού</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 55 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_55_Σ.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 προβλέπουν συμβατική ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο πιστωτής ή το μέρος της συμφωνίας που δημιουργεί την υποχρέωση αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση μπορεί να α- ποτελέσει αντικείμενο των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας ή του ανεξόφλητου υπόλοιπου, μετατροπή ήακύρωση που πραγματοποιείται από μια αρχή εξυγίανσης κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υποχρέωση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>δεν εξαιρείται δυνάμει των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 44,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δεν αποτελεί κατάθεση που αναφέρεται στην υποπερίπτωση ββ' της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 145α του ν. 4261/2014,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>διέπεται από νομοθεσία τρίτης χώρας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι οι υποχρεώσεις ή τα μέσα του πρώτου εδαφίου μπορούν να υπαχθούν στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το δίκαιο τρίτης χώρας ή σύμφωνα με δεσμευτική συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα.</p>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να παρέχουν στην αρχή εξυγίανσης γνωμοδότηση σχετικά με τη εκτε- λεστότητα και την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας ρήτρας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_55_Σ.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Αν ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δεν συμπεριλάβει στις συμβατικές διατάξεις που διέ- πουν τη συγκεκριμένη υποχρέωση ρήτρα που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η παράλειψη αυτή δενεμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκεί τις εξουσίεςαπομείωσης και μετατροπής, στην εν λόγω υποχρέωση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_56">
               <num>
                  <b>Άρθρο 56</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μέτρα δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης(άρθρο 37 παράγραφος 10 και άρθρο 56της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_56.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περιπτώσεις εξαιρετικής συστημικής κρίσης, μπορεί να παρασχεθεί έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, μέσω μέτρων δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης, για τους σκοπούς της συμμετοχής στην εξυγίανση ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, προκειμένου με την άμεση παρέμβαση να αποφευχθεί η εκκαθάριση του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας και να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης της παραγράφου 2 του άρθρου 31 σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΕ.</p>
                     <p>Μέτρα δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η δημόσια κεφαλαιακή στήριξη του άρθρου 57, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ο προσωρινός δημόσιος έλεγχος του άρθρου 58.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 πρέπει να πλη- ρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το ίδρυμα ή η οντότητα πληροί τις προϋποθέσειςεξυγίανσης της παραγράφου 1 του άρθρου 32,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και οι κάτοχοι άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων έχουν συνεισφέρει, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο, στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό που ισοδυναμεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικώνυποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, μετρούμενων κατά τον χρόνο της ενέργειας εξυγίανσης σύμφωνα με τηναποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>έχει χορηγηθεί προηγούμενη και τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ για τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων για τη χρήση του επιλεγμένου μέτρου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Τηρουμένης της παραγράφου 2, για την παροχή δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης πρέπει επιπλέον να συντρέχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, κρίνεται, ότι δεν θα επαρκούσε για την αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης κρίνεται ότι δεν θα επαρκούσε για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη χορηγηθεί στο ίδρυμα έκτακτη στήριξη ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>σε σχέση με την στήριξη μέσω του προσωρινού δημόσιου ελέγχου, η εφαρμογή των άλλων μέτρων εξυγίανσης κρίνεται ότι δεν θα επαρκούσε για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη χορηγηθεί στο ίδρυμα στήριξη ιδίων κεφαλαίων μέσω του μέτρου της δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση για τη χρήση των μέτρων δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης και την επιλογή του εν- δεδειγμένου μέτρου λαμβάνεται με εισήγηση του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας από τον Υπουργό Οικονομικών, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Για την εφαρμογή της παραγράφου 4, η αρχή εξυγίανσης εισηγείται ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 2 και των προϋποθέσεων της παραγράφου 3, εκτός από την προϋπόθεση της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 32 για την οποία εισηγείται η αρμόδια αρχή.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Για την εφαρμογή των άρθρων 56 έως 58, τοΥπουργείο Οικονομικών έχει τις σχετικές εξουσίες εξυγίανσης των άρθρων 63 έως 72 και τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 66, 68, 82 και 107.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_56.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η παροχή δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης με τα ανωτέρω μέτρα, όπως αυτά προσδιοριστούν σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, αποτελεί έσχατο μέσο, αφού έχει προηγηθεί η αξιολογηση και αξιοποίηση στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των άλλων μέτρων εξυγίανσης με σκοπό την ταυτόχρονη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_57_Δη">
               <num>
                  <b>Άρθρο 57Δη</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>μόσια κεφαλαιακή στήριξη(άρθρο 57 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_57_Δη.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το Υπουργείο Οικονομικών, τηρώντας τις διατάξεις του ν. 2190/1920 (Α' 37) μπορεί να συμμετάσχει στηνανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 παρέχοντας στο ίδρυμα ή στην οντότητα κεφάλαιο με αντάλλαγμα τα ακόλουθα μέσα, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/ 2013:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>κεφαλαιακά μέσα κοινών μετοχών του κεφαλαίου της κατηγορίας 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή μέσα της Κατηγορίας 2.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_57_Δη.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν παρέχεται δημόσια κεφαλαιακή στήριξη σύμφωνα με την παράγραφο 1:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η άσκηση διοίκησης και η διαχείριση γίνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, στο βαθμό που αυτό επιτρέπεται από το ύψος της συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο του εν λόγω ιδρύματος ήοντότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου μεταφέρεται στον ιδιωτικό τομέα αμέσως μόλις το επιτρέψουν οιεμπορικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_58">
               <num>
                  <b>Άρθρο 58</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προσωρινός δημόσιος έλεγχος</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 58 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_58.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ένα ίδρυμα ή μια οντότητα των περιπτώσεων β', γ' ή δ' του άρθρου 1 μπορεί να τεθεί υπό προσωρινό δημόσιο έλεγχο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_58.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τον σκοπό αυτό, το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί να εκδίδει μία ή περισσότερες εντολές μεταβίβασης μετοχών στις οποίες ο εκδοχέας είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εταιρεία που ανήκει και ελέγχεται πλήρως από το Ελληνικό Δημόσιο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου μπορεί να ορίζεται είτε υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών είτε εποπτευόμενο από αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στον δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα ή ανήκει και ελέγχεται από το Ελληνικό Δημόσιο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_58.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η άσκηση διοίκησης και η διαχείριση των ιδρυμάτων ή οντοτήτων των περιπτώσεων β', γ' ή δ' του άρθρου 1 που τίθενται σε προσωρινό δημόσιο έλεγχο κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, γίνεται με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου μεταβιβάζεται στον ιδιωτικό τομέα αμέσως μόλις το επιτρέψουν οι εμπορικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Α'ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΜΕΣΩΝ</b>
            </heading>
            <article eId="art_59">
               <num>
                  <b>Άρθρο 59</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Απαίτηση για την άσκηση των εξουσιών απομείωσηςή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 59 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p>Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων μπορούν να ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης:</p>
               <blockList>
                  <item>
                     <num>α)</num>
                     <p>είτε ανεξάρτητα από τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με τη περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 43,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>β)</num>
                     <p>είτε σε συνδυασμό με τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 32 και 33,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γ)</num>
                     <p>είτε σε συνδυασμό με τα μέτρα δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 56έως 58.</p>
                  </item>
               </blockList>
               <paragraph eId="art_59.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής ασκούνταιόταν πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>έχει διαπιστωθεί σύμφωνα με το άρθρο 32 ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης των άρθρων 32 και 33,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή διαπιστώνει ότι εάν δεν ασκηθεί η εν λόγω εξουσία το ίδρυμα ή η οντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 θα παύ- σει να είναι βιώσιμο,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην περίπτωση κεφαλαιακών μέσων που έχουν εκ- δοθεί από θυγατρικό ίδρυμα και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, και τόσο η ενδε- δειγμένη αρχή του κράτους μέλους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας όσο και η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους του θυγατρικού ιδρύματος διαπιστώνουν με κοινή απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 89 ότι, εάν δεν ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής στα εν λόγω μέσα, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>στην περίπτωση κεφαλαιακών μέσων που έχουν εκ- δοθεί από τη μητρική επιχείρηση και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης ή σε ενοποιημένη βάση, και η ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας διαπιστώνει ότι, εάν δεν ασκηθούν οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής στα εν λόγω μέσα, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη για το ίδρυμα ή την οντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στην υποπερίπτωση γγ' της περίπτωσης δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 32.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ένας όμιλος θεωρούνται ότι παύουν να είναι βιώσιμα μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις.</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ο όμιλος τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπει- λούμενης αφερεγγυότητας και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότιεναλλακτικά μέτρα προερχόμενα από τον ιδιωτικό τομέα (συμπεριλαμβανομένων των μέτρων του Θ.Σ.Π.) ή εποπτικές ενέργειες (συμπεριλαμβανομένων των μέτρωνέγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 2) θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή του ομίλου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της περίπτωσης α' της παραγράφου 3, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή ε- παπειλούμενης αφερεγγυότητας όταν ισχύουν μία ή περισσότερες από τις περιστάσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 32.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της περίπτωσης α' της παραγράφου 3, ένας όμιλος θεωρείται ότι τελεί σε κατάστασηαφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότηταςόταν παραβιάζει, ή όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον, τις απαιτήσεις ενοποιημένης εποπτείας κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάληψη δράσης από την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, διότι ο όμιλος έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί ζημίες οι οποίες θα αναλώσουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Σχετικό κεφαλαιακό μέσο που έχει εκδοθεί από θυγατρική δεν απομειώνεται σε μεγαλύτερη έκταση ούτε μετατρέπεται υπό δυσμενέστερους όρους, σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφου 2, σε σχέση με ταίδιας κατηγορίας κεφαλαιακά μέσα στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν καταλήξει στη διαπίστωση της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 όσον αφορά θυγατρική, που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά μέσα που αναγνωρίζονται στονυπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, η ενδεδειγμένη αρχή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 62.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η ενδεδειγμένη αρχή καταλήγει στη διαπίστωση της παραγράφου 2 ενημερώνει αμελλητί την αρχήεξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να απομειώνει ή να μετατρέπει τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που ορίζονται στις περιπτώσεις β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.</p>
                     <p>Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60 και μετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 3.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_59.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Πριν ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι διενεργείται, σύμφωνα με το άρθρο 36,αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η αποτίμηση αυτήαποτελεί τη βάση υπολογισμού:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>της απομείωσης που πρόκειται να εφαρμοστεί στα σχετικά κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να απορροφη- θούν ζημίες, καθώς και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>του βαθμού μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_60">
               <num>
                  <b>Άρθρο 60</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διατάξεις που διέπουν την απομείωσηή μετατροπή κεφαλαιακών μέσων(άρθρο 60 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_60.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου</p>
                     <p>59, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξσυσία απσμείωσης ή μετατρσπής βάσει της κατάταξης των απαιτήσεων κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, και με τέτσισ τρόπσ ώστε να επιτευχθσύν τα ακόλσυθα απστελέσμα- τα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>πρώτα υφίστανται μείωση τα στσιχεία κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 κατ’ αναλσγία πρσς τις ζημίες και στα όρια των δυνατστήτων τσυς και η αρχή εξυγίανσης πρσβαίνει σε μία ή αμφότερες τις ενέργειες της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 47 έναντι των κατόχων μέσων κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στη συνέχεια και εφόσσν απαιτείται, τα πρόσθετα μέσα της Κατηγσρίας 1 απσμειώνσνται ή μετατρέπσνται, ή απσμειώνσνται και μετατρέπσνται σε μέσα κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1, στσ βαθμό πσυ απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης τσυ άρθρσυ 31 ή στα όρια των δυνατστήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όπσισ είναι χαμηλότερσ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στη συνέχεια και εφόσσν απαιτείται, τα μέσα της Κατηγσρίας 2 απσμειώνσνται ή μετατρέπσνται, ή απσμειώνσνται και μετατρέπσνται σε μέσα κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 στσ βαθμό πσυ απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης τσυ άρθρσυ 31 ή στα όρια των δυνατστήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όπσισ είναι χαμηλότερσ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_60.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση πσυ η αξία τσυ σχετικσύ κεφαλαιακσύ μέσσυ απσμειώνεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η μείωση της εν λόγω αξίας είναι μόνιμη, με τηνεπιφύλαξη της παραγράφσυ 3 τσυ άρθρσυ 46,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δεν υφίσταται καμία υπσχρέωση έναντι τσυ κατό- χσυ τσυ σχετικσύ κεφαλαιακσύ μέσσυ σε σχέση με την αξία τσυ μέσσυ πσυ απσμειώθηκε ή στσ πλαίσισ αυτής,εκτός των ήδη δεδσυλευμένων υπσχρεώσεων και τυχόν υπσχρέωσης απσζημίωσής τσυ λόγω παράνσμης άσκησης της εξσυσίας απσμείωσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>καμία απσζημίωση δεν καταβάλλεται σε κανέναν κάτσχσ των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, πλην των περιπτώσεων της παραγράφσυ 3.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η περίπτωση β' δεν εμπσδίζει τη διάθεση μέσων κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 σε έναν κάτσχσ σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όπως σρίζει η παρά- γραφσς 3.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_60.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Πρσκειμένσυ να πραγματσπσιηθεί η μετατρσπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφσυ 1 τσυ παρόντσς άρθρσυ, η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να απαιτεί από τα ιδρύματα και τις σ- ντότητες πσυ αναφέρσνται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσ 1 την έκδσση μέσων κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 πρσς τσυς κα- τόχσυς των σχετικών κεφαλαιακών μέσων. Η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να απαιτεί από τα ιδρύματα και τις ωςάνω σντότητες να έχσυν τη δυνατότητα να πρσβσύν ανά πάσα στιγμή στην έκδσση τσυ σχετικσύ αριθμσύ μέσων κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1.</p>
                     <p>Η μετατρσπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων είναι δυνατή μόνσ εφόσσν πληρσύνται σι ακόλσυθες πρσϋπσ- θέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τα εν λόγω μέσα κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 εκδίδσνται με τη σύμφωνη γνώμη της αρχής εξυγίανσης τσυ ιδρύματσς ή της σντότητας πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 ή, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης της μητρικής επιχείρησης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα εν λόγω μέσα κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 εκδίδσνται πριν από κάθε έκδσση μετσχών ή άλλων τίτλων ιδισκτησίας από τσ ίδρυμα ή την σντότητα πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, με σκσπό την εισφσρά ιδίων κεφαλαίων από τσ κράτσς ή από κρατικό φσρέα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>τα εν λόγω μέσα κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 απσδίδσνται και μεταβιβάζσνται χωρίς καθυστέρηση μετά την άσκηση της εξσυσίας μετατρσπής, δ) σ συντελεστής μετατρσπής πσυ πρσσδισρίζει τσναριθμό των μέσων κεφαλαίσυ κσινών μετσχών της Κατηγσρίας 1 πσυ διατίθενται για κάθε σχετικό κεφαλαιακό μέσσ είναι σύμφωνσς τσ άρθρσ 50 και τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές πσυ καταρτίζει η E.A.T. σύμφωνα με την παράγραφσ 4 τσυ άρθρσυ 50 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_60.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν ένα ίδρυμα πληρσί τις πρσϋπσθέσεις για εξυγίανση και η αρχή εξυγίανσης απσφασίζει να εφαρμόσει ένα μέτρσ εξυγίανσης, τότε απαιτείται η πρσηγσύμενηεφαρμσγή της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 59</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_61_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 61Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ρχές αρμόδιες για την εφαρμογήπεριπτώσεων του άρθρου 59</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_61_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Ενδεδειγμένη αρχή για την Ελλάδα για την εφαρμσγή των περιπτώσεων β' , γ' , δ' και ε' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 59 είναι η αρμόδια αρχή, ή η αρχή πσυ έχει καθσρισθεί στσ εθνικό δίκαισ κάθε κράτσυς μέλσυς, σύμφωνα με τσ άρθρσ 61 παράγραφσς 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_61_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Στην περίπτωση πσυ τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα εκδίδσνται από ίδρυμα ή σντότητα, όπως σρίζσνται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 πσυ είναι θυγατρική και περιλαμβάνσνται στσν υπσλσγι- σμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατσμική ή σε ε- νσπσιημένη βάση, η αρχή πσυ είναι αρμόδια να πρσβαίνει στις διαπιστώσεις πσυ αναφέρσνται στην παράγραφσ 2 τσυ άρθρσυ 59 είναι η ακόλσυθη:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η ενδεδειγμένη αρχή τσυ κράτσυς - μέλσυς όπσυ είναι εγκατεστημένσ τσ ίδρυμα ή η σντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 πσυεξέδωσε τα εν λόγω μέσα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 τσυ ν. 4261/2014 και τα άρθρα 9 έως 35 τσυ ν. 3606/2007, είναι αρμόδια να πρσβαίνει στις διαπιστώσεις πσυ αναφέρσνται στην περίπτωση β) της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 59,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η ενδεδειγμένη αρχή τσυ κράτσυς - μέλσυς ενσπσι- ημένης επσπτείας και η ενδεδειγμένη αρχή τσυ κράτσυς μέλσυς όπσυ είναι εγκατεστημένσ τσ ίδρυμα ή η σντότητα των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 πσυ εξέδωσε τα εν λόγω μέσα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 τσυ ν. 4261/2014, είναι αρμόδιες να πρσβαίνσυν στην κσινή διαπίστωση πσυ λαμβάνει τη μσρφή κσινής απόφασης και αναφέρεται στην περίπτωση γ' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 59.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_62">
               <num>
                  <b>Άρθρο 62</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ενοποιημένη εφαρμογή: διαδικασία διαπίστωσης(άρθρο 62 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_62.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η ενδεδειγμένη αρχή πριν πρσβεί στη διαπίστωση πσυ αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' , δ' ή ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 59 όσον αφορά Θυγατρική που εκδίδει τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα τα οποία περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, αν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην ενδεδειγμένη αρχή του κράτους - μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η αρχή ενοποιημένης εποπτείας. Πριν η ενδεδειγμένη αρχή προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στην περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 59αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για κάθε ίδρυμα ή οντότητα των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 πουέχει εκδώσει τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα στα οποία πρόκειται να ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής, εάν πραγματοποιηθεί η διαπίστωση και εάν διαφέρουν, στις αντίστοιχες ενδεδειγμένες αρχές και στην αρχήενοποιημένης εποπτείας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η ενδεδειγμένη αρχή, όταν προβαίνει σε μια διαπίστωση που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ', δ' ή ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 59 στην περίπτωση ιδρύματος ή ομίλου με διασυνοριακή δραστηριότητα, λαμβάνει υπόψη την πιθανή επίπτωση της εξυγίανσης σε όλα τα κράτη - μέλη στα οποία το ίδρυμα ή ο όμιλος δραστηριοποιείται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η ενδεδειγμένη αρχή στην κοινοποίηση της παραγράφου 1 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους σκέπτεται να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν έχει πραγματοποιηθεί η κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ενδεδειγμένη αρχή, μετά από διαβούλευση με τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, εξετάζει τα ακόλουθα ζητήματα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εάν υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό μέτρο αντί της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 59,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>κατά πόσον είναι εφικτή η εφαρμογή του μέτρου αυτού, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να μπορέσει το μέτρο αυτό, σε κατάλληλο χρονικό διάστημα, να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις για τις οποίες θα ήταν επιβεβλημένη η διαπίστωση της παραγράφου 2 του άρθρου 59.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, ως εναλλακτικά μέτρα νοούνται τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης του άρθρου 27, τα μέτρα της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4261/2014 ή η μεταφορά πόρων ή κεφαλαίων από τη μητρική επιχείρηση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Αν, δυνάμει της παραγράφου 4, η ενδεδειγμένη αρχή μετά από την ως άνω διαβούλευση κρίνει ότι πληρούνται τα αναφερόμενα σε αυτή τότε εφαρμόζει τα μέτρα αυτά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Αν συντρέχουν οι συνθήκες της παραγράφου 1 και κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4, η ενδεδειγμένη αρχή, μετά από διαβούλευση με τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, κρίνει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμαεναλλακτικά μέτρα που θα μπορούσαν να επιφέρουν τοαποτέλεσμα που αναφέρεται στην περίπτωση γ' της παραγράφου 4, αποφασίζει εάν είναι σκόπιμο να προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 59.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που η ενδεδειγμένη αρχή αποφασίσει να προβεί στη διαπίστωση της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 59 αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στις ενδεδειγμένες αρχές των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένες οι επηρεαζόμενες θυγατρικές. Η διαπίστωση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 92. Ελλείψει κοινής απόφασης δεν εφαρμόζεται η περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 59.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_62.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει αμέσως την απόφαση απομείωσης ή μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα των περιστάσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>IB'ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_63_Γε">
               <num>
                  <b>Αρθρο 63Γε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>νικές εξουσίες(άρθρο 63 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_63_Γε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης για την εφαρμογή των μέτρωνεξυγίανσης σε ιδρύματα και οντότητες των περιπτώσεων β, γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για εξυγίανση, διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες, τις οποίες ασκεί μεμονωμένα ή συνδυαστικά, και ειδικότερα, δύναται να:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>απαιτεί από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου αυτή να αποφασίζει και να προετοιμάζει μια ενέργεια εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησης και της συμπλήρωσης των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στα σχέδια εξυγίανσης, και της απαίτησης παροχής πληροφοριών μέσω επιτόπιων ελέγχων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>αναλαμβάνει τον έλεγχο ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση και ασκεί όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που παρέχονται στους μετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό συμβούλιο του υπό εξυγίανση ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>μεταβιβάζει μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>μεταβιβάζει σε άλλο πρόσωπο, με τη συναίνεσή του, δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσειςενός υπό εξυγίανση ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, αρχικό ποσό ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των επιλέξιμων υποχρεώσεων ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>μετατρέπει επιλέξιμες υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος σε κοινές μετοχές ή άλλους τίτλουςιδιοκτησίας του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ενός σχετικού μητρικού ιδρύματος ή οντότητας ή ενός μεταβατικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάζονται περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>ακυρώνει χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί απόένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, εξαιρουμένων των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 44,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, την ονομαστική αξία μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και να τα ακυρώνει,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα ή από ένα σχετικό μητρικό ίδρυμα ή οντότητα να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα κεφαλαιακά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των προνομιούχων μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων χρηματοπιστωτικών μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>τροποποιεί τη ληκτότητα των χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων δυνάμει αυτών ή την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, περιλαμβα- νομένης της προσωρινής αναστολής τους, εξαιρούμενων των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 44,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>καταγγέλλει και να ρευστοποιεί χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή συμβάσεις παραγώγων για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 49,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιβ)</num>
                           <p>απομακρύνει ή να αντικαθιστά το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιγ)</num>
                           <p>απαιτεί από την αρμόδια αρχή να αξιολογήσειεγκαίρως τον αγοραστή ειδικής συμμετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που τίθενται στο άρθρο 23 του ν. 4261/2014 και στο άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_63_Γε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δεν υπόκειται σε καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις δυνάμει γενικών διατάξεων ή συμβατικών όρων ή άλλων διατάξεων:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στην υποχρέωση να λάβει την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων ή των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>σε διαδικαστικές απαιτήσεις κοινοποίησης προςοποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης δημοσίευσης οποιασδήποτε ανακοίνωσης ήενημερωτικού δελτίου, καθώς και καταχώρισης οποιουδήποτε εγγράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή πριν από την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης. Το εδάφιο αυτό εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων των άρθρων 81 και 82 και των απαιτήσεων κοινοποίησης βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκήσει τις εξουσίες του παρόντος άρθρου ανεξάρτητα από κάθε περιορισμό, ή απαίτηση για συγκατάθεση, που ενδεχομένως ισχύει για τη μεταβίβαση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_63_Γε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν κάποια από τις εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε οντότητα της παραγράφου 1 του άρθρου 1 λόγω της ειδικής εταιρικής μορφής της, η αρχή εξυγίανσης έχει, στο μέτρο του δυνατού, παρεμφερείς εξουσίες όσον αφορά το επι- διωκόμενο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο ή άλλες που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα ισχύουν για ταεπηρεαζόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένων και των μετόχων, των πιστωτών και των αντισυμβαλλομένων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_64">
               <num>
                  <b>Άρθρο 64</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Επικουρικές εξουσίες</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 64 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p>Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες:</p>
               <blockList>
                  <item>
                     <num>α)</num>
                     <p>με την επιφύλαξη του άρθρου 78, διασφαλίζει ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση ή επιβάρυνση επί των μεταβιβαζόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων. Για τον σκοπό αυτό, οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του παρόντος νόμου δεν θεωρείται υποχρέωση ή επιβάρυνση,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>β)</num>
                     <p>αίρει τα δικαιώματα απόκτησης νέων μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γ)</num>
                     <p>απαιτεί από τη σχετική αρχή να διακόπτει ή να αναστέλλει τη διαπραγμάτευση ή τη διαδικασία εισαγωγής χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με το ν. 3371/2005 (Α' 178),</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>δ)</num>
                     <p>παρέχει στον αποκτώντα την ίδια μεταχείριση που θα είχε το υπό εξυγίανση ίδρυμα για τους σκοπούς των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων, ή των ενεργειών στις οποίες έχει προβεί το υπό εξυγίανση ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη συμμετοχή σε υποδομές αγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 38 και 40,</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>ε)</num>
                     <p>απαιτεί από το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή τον αποκτώντα την παροχή αμοιβαίας πληροφόρησης και συνδρομής, και</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>στ)</num>
                     <p>ακυρώνει ή να τροποποιεί τους όρους μιας σύμβασης στην οποία το υπό εξυγίανση ίδρυμα είναι συμβαλλόμενο μέρος ή το υποκαθιστά με τον αποκτώντα ως συμβαλλόμενο μέρος, σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 71.</p>
                  </item>
               </blockList>
               <paragraph eId="art_64.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που καθορίζονται στην παράγραφο 1 όταν κρίνει ότι είναι κατάλληλες για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα μιαςενέργειας εξυγίανσης ή για να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_64.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, μπορεί να προβλέπει αναγκαίες για την εξασφάλιση της συνέχειας ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της ενέργειας εξυγίανσης και ότι ο αποκτών μπορεί να ασκήσει τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_64.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι εξουσίες της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 δεν επηρεάζουν:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το δικαίωμα ενός εργαζομένου του υπό εξυγίανσηιδρύματος να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>με την επιφύλαξη των άρθρων 69, 70 και 71, κάθε δικαίωμα ενός αντισυμβαλλόμενου μέρους να ασκήσει τα δικαιώματά του βάσει της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος καταγγελίας, εφόσον το δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, λόγω πράξης ή παράλειψης του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή του αποκτώντα πριν ή μετά τη σχετική μεταβίβαση, αντίστοιχα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_65">
               <num>
                  <b>Άρθρο 65</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσία απαίτησης παροχής υπηρεσιών και υποδομών</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 65 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_65.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, ή από οποιοδήποτε μέλος του ομίλου του, να παρέχει τις υπηρεσίες ή τις υποδομές που είναι απαραίτητες προκειμένου ο αποκτών να είναι σε θέση να ασκεί αποτελεσματικά τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν.</p>
                     <p>Αυτό ισχύει και στην περίπτωση πσυ τσ υπό εξυγίανση ίδρυμα ή τσ εν λόγω μέλσς τσυ σμίλσυ έχει τεθεί ήδη σε συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_65.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξσυσία να επιβάλει σε μέλη σμίλσυ τα σπσία είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα την τήρηση των υπσχρεώσεων πσυ έχσυν επιβληθεί από αρχές εξυγίανσης άλλων κρατών - μελών σύμφωνα με την παράγραφσ 1.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_65.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι υπηρεσίες και σι υπσδσμές πσυ αναφέρσνται στις παραγράφσυς 1 και 2 είναι μόνσ σι λειτσυργικές και δεν περιλαμβάνσυν καμία μσρφή χρηματσσικσνσμικής στήριξης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_65.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αναφερόμενες στις παραγράφσυς 1 και 2 υπηρεσίες και υπσδσμές παρέχσνται υπό τσυς ακόλσυθσυςόρσυς:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εφόσσν παρασχέθηκαν στσ υπό εξυγίανση ίδρυμα αμέσως πριν από την ανάληψη της ενέργειας εξυγίανσης δυνάμει σχετικής συμφωνίας και για όλη τη διάρκειά της, υπό τσυς ιδίσυς όρσυς,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εφόσσν δεν υφίσταται συμφωνία ή αν η σχετική συμφωνία έχει λήξει, υπό εύλσγσυς όρσυς.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_66">
               <num>
                  <b>Άρθρο 66</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσία επιβολής μέτρων διαχείρισης κρίσηςή μέτρων πρόληψης κρίσης που λαμβανονταιαπό αλλα κράτη - μέλη</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(αρθρο 66 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_66.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η μεταβίβαση μετσχών, άλλων τίτλων ιδισκτησίας ή δικαιωμάτων, περισυσιακών στσιχείων ή υπσχρεώσεων περιλαμβάνει περισυσιακά στσιχεία πσυ βρίσκσ- νται σε άλλσ κράτσς - μέλσς ή δικαιώματα ή υπσχρεώσεις πσυ διέπσνται από τσ δίκαισ άλλσυ κράτσυς - μέλσυς, η μεταβίβαση παράγει έννσμα απστελέσματα ή διέπεται από τσ δίκαισ αυτσύ τσυ κράτσυς - μέλσυς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_66.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης πσυ έχει πραγματσπσιήσει ή σκσπεύει να πραγματσπσιήσει τη μεταβίβαση, λαμβάνει κάθε εύλσγη συνδρσμή πρσκειμένσυ να διασφαλιστεί ότι η μεταβίβαση των μετσχών ή άλλων τίτλων ιδισκτησίας ή περισυσιακών στσιχείων, δικαιωμάτων ή υπσχρεώσεων στσν απσκτώντα είναι σύμφωνη με την εθνική νσμσθε- σία.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_66.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι μέτσχσι, σι πιστωτές και τα τρίτα μέρη πσυ θίγσ- νται από τη μεταβίβαση μετσχών, άλλων τίτλων ιδισκτησίας, περισυσιακών στσιχείων, δικαιωμάτων ή υπσχρεώσεων της παραγράφσυ 1 δεν δικαισύνται να εμπσδίζσυν, να αμφισβητσύν ή να ματαιώνσυν με την άσκηση ενδίκων μέσων τη μεταβίβαση αυτών βάσει διάταξης τσυ δι- καίσυ τσυ κράτσυς - μέλσυς στσ σπσίσ βρίσκσνται τα περισυσιακά στσιχεία ή βάσει τσυ δικαίσυ πσυ διέπει τις με- τσχές, τσυς άλλσυς τίτλσυς ιδισκτησίας, τα δικαιώματα ή τις υπσχρεώσεις.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_66.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης ενός κράτσυς - μέλσυςασκεί τις εξσυσίες απσμείωσης ή μετατρσπής, μεταξύ άλλων σε σχέση με κεφαλαιακά μέσα σύμφωνα με τσ άρθρσ 59, και σι επιλέξιμες υπσχρεώσεις ή τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα τσυ υπό εξυγίανση ιδρύματσς περιλαμβάνσυν τα ακόλσυθα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μέσα ή υπσχρεώσεις πσυ διέπσνται από τσ ελληνικό δίκαισ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>υπσχρεώσεις πρσς πιστωτές πσυ βρίσκσνται στην Ελλάδα,</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>διασφαλίζεται η μείωση της αξίας των εν λόγω υπσχρεώσεων ή μέσων, ή η μετατρσπή τσυς, σε συμφωνία με την άσκηση των εξσυσιών απσμείωσης ή μετατρσπής της αρχής εξυγίανσης τσυ κράτσυς - μέλσυς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_66.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Οι πιστωτές πσυ θίγσνται από την άσκηση των εξσυσιών απσμείωσης ή μετατρσπής σύμφωνα με την παράγραφσ 4, δεν δικαισύνται να αμφισβητσύν, ασκώντας ένδικα μέσα, τη μείωση της αξίας ή τη μετατρσπή τσυ μέσσυ ή της υπσχρέωσης, ανάλσγα με την περίπτωση, βάσει σπσιασδήπστε διάταξης τσυ ελληνικσύ δικαίσυ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_66.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Τσ ελληνικό δίκαισ διέπει τα ακόλσυθα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τη δικαστική πρσστασία σύμφωνα με τσ άρθρσ 110 ως πρσς τη μεταβίβαση μετσχών, άλλων τίτλων ιδισκτησίας, περισυσιακών στσιχείων, δικαιωμάτων ή υπσχρεώσεων σύμφωνα με την παράγραφσ 1 τσυ παρόντσς άρθρσυ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τη δικαστική πρσστασία σύμφωνα με τσ άρθρσ 110 ως πρσς τη μείωση της αξίας ή τη μετατρσπή ενός μέσσυ ή μιας υπσχρέωσης σύμφωνα με τις περιπτώσεις α ' ή β' της παραγράφσυ 4,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>τις διασφαλίσεις για τις μερικές μεταβιβάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 73 έως 80, όσσν αφσρά τα περισυσιακά στσιχεία, δικαιώματα ή υπσχρεώσεις πσυ αναφέρσνται στην παράγραφσ 1.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_67">
               <num>
                  <b>Άρθρο 67</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσίες αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία,δικαιώματα, υποχρεώσεις, μετοχές και άλλους τίτλουςιδιοκτησίας που βρίσκονται σε τρίτες χώρες(άρθρο 67 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_67.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσσν η ενέργεια εξυγίανσης περιλαμβάνει δράσεις σε σχέση με περισυσιακά στσιχεία πσυ βρίσκσνται ή διέπσνται από τσ δίκαισ τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης μπσρεί να απαιτεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>από τσν ειδικό εκκαθαριστή, ή κάθε άλλσ πρόσωπσ πσυ ασκεί τσν έλεγχσ τσυ υπό εξυγίανση ιδρύματσς και από τσν απσκτώντα να πρσβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να διασφαλίζει ότι η μεταβίβαση, η απσ- μείωση, η μετατρσπή ή η ενέργεια εξυγίανσης παράγει έννσ μɑ ɑπστɛλέσμɑτɑ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>από τσν ειδικό εκκαθαριστή ή κάθε άλλσ πρόσωπσ πσυ ασκεί τσν έλεγχσ τσυ υπό εξυγίανση ιδρύματσς να διακρατά τις μετσχές, τσυς άλλσυς τίτλσυς ιδισκτησίας, τα περισυσιακά στσιχεία ή τα δικαιώματα ή να εξσφλεί τις υπσχρεώσεις εξ σνόματσς τσυ απσκτώντα μέχρις ό- τσυ η μεταβίβαση, η απσμείωση, η μετατρσπή ή η ενέργεια εξυγίανσης παραγάγει απστελέσματα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την κάλυψη των δαπανών τσυ απσκτώντα πσυ εύλσ- γα πρσέκυψαν κατά την εκτέλεση σπσιασδήπστε απαι- τσύμενης ενέργειας βάσει των περιπτώσεων α' και β' της παρσύσας παραγράφσυ, σύμφωνα με την παράγραφσ 5 τσυ άρθρσυ 37.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_67.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δεν πρσβαίνει στη μεταβίβαση, απσμείωση, μετατρσπή ή ενέργεια εξυγίανσης σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφσυ 1, όταν εκτιμά ότι είναι εξαιρετικά απίθανσ να παραγάγσυν έννσμα απστελέσματα σε σχέση με συγκεκριμένα περισυσιακά στσιχεία πσυ βρίσκσνται σε τρίτη χώρα ή σε σχέση με συγκεκριμένες μετσχές, άλλσυς τίτλσυς ιδισκτησίας, δικαιώματα ή υπσχρεώσεις πσυ διέπσνται από τσ δίκαισ τρίτης χώρας, μσλσνότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα από τσν ειδικό εκκαθαριστή, ή άλλσ πρόσωπσ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_68">
               <num>
                  <b>Άρθρο 68</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρώνσε περίπτωση έγκαιρης παρέμβασης και εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 68 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_68.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων λαμβάνεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, δεν Θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει η οντότητα, ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια του ν. 3301/2004, ή ως διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του ν. 2789/2000, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων και οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.</p>
                     <p>Επιπροσθέτως, ένα τέτοιο μέτρο πρόληψης κρίσης ή μέτρο διαχείρισης κρίσης δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση ή διαδικασία αφερεγγυότητας στο πλαίσιο σύμβασης που συνάφθηκε από:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται κατ’ άλλο τρόπο από τη μητρική επιχείρηση ή οποιοδήποτε άλλο μέλος του ομίλου, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οποιοδήποτε μέλος του ομίλου και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας (cross-default provisions).</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_68.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Αν διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 90 ή εφόσον το αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης, οι διαδικασίες αυτές αποτελούν, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μέτρο διαχείρισης κρίσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_68.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων και οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης, οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου, δεν παρέχει από μόνο του σε κανέναν τη δυνατότητα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, εκκαθαριστικού συμψηφισμού ή συμψηφισμού, μεταξύ άλλων και σχετικά με σύμβαση η οποία έχει συναφθεί από:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουναπό τη σύμβαση τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται με άλλο τρόπο από οποιοδήποτε μέλος του ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>οποιοδήποτε μέλος του ομίλου και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει την παροχή εξασφάλισης επί περιουσιακού στοιχείου του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή οποιουδήποτε μέλους του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να θίγει οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα τουιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ήοποιουδήποτε μέλους του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα ανάληψης δράσης σύμφωνα με την παράγραφο 3, σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό απορρέει από γεγονός που δεν συνιστά μέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων, ή από την επέλευση οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_68.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αναστολή ή ο περιορισμός δυνάμει των άρθρων 69, 70 ή 71 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_68.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποτελούν «υπε- ρισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177).</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_69">
               <num>
                  <b>Άρθρο 69</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων(άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_69.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύματος που απορρέουν από σύμβαση την οποία αυτό έχει συνάψει από τη δημοσίευση τηςαπόφασης περί αναστολής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_69.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδουαναστολής, η πληρωμή ή η παράδοση καθίσταται απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_69.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν οι συμβατικές υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύματος ανασταλούν δυνάμει της παραγράφου 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλόμενων του εν λόγω ιδρύματος στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής αναστέλλονται επίσης για το ίδιο χρονικό διάστημα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_69.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αναστολή βάσει της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>επιλέξιμες καταθέσεις,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων κατά την έννοια του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και κεντρικών τραπεζών, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>επιλέξιμες απαιτήσεις για τους σκοπούς του ν. 2533/ 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_69.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_70_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 70Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσηςσυμφωνιών παροχής εξασφάλισης(άρθρο 70 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_70_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να περιορίζει το δικαίωμα των εξασφαλισμένων πιστωτών ενός υπόεξυγίανση ιδρύματος να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής εξασφάλισης όσον αφορά οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση ιδρύματος από τη δημοσίευση της απόφασης του περιορισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_70_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά συμφωνίες παροχής εξασφάλισης έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, και κεντρικών τραπεζών σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία πουέχουν ενεχυριαστεί ή παρασχεθεί ως περιθώριο ή εξασφάλιση από το υπό εξυγίανση ίδρυμα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_70_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το άρθρο 80, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει της εξουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται σε όλα τα μέλη του ομίλου έναντι των οποίων προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_70_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_71_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 71Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξουσία προσωρινής αναστολήςδικαιωμάτων καταγγελίας</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 71 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου του υπό εξυγίανση ιδρύματος, από τη δημοσίευση της απόφασης του περιορισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης υπό τονόρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου θυγατρικής του υπό εξυγίανση ιδρύματος εφόσον:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης είναι εγγυημένες ή εξασφαλίζονται με άλλον τρόπο από τουπό εξυγίανση ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τα δικαιώματα καταγγελίας δυνάμει της εν λόγω σύμβασης βασίζονται αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός της αφερεγγυότητας ή στη χρηματοοικονομική κατάσταση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται ναασκηθεί εξουσία μεταβίβασης σε σχέση με το υπό εξυγίανση ίδρυμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>είτε εφόσον όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οιυποχρεώσεις της θυγατρικής που σχετίζονται με την εν λόγω σύμβαση, έχουν μεταβιβαστεί ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν και να αναληφθούν από τον αποκτώντα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>είτε εφόσον η αρχή εξυγίανσης παρέχει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο επαρκή προστασία για αυτές τις υποχρεώσεις.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αναστολή ισχύει από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.</p>
                     <p>Καμία αναστολή βάσει των παραγράφων 1 ή 2 δεν εφαρμόζεται έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή κεντρικών τραπεζών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Ενας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας δυνάμει σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2, εάν η αρχή εξυγίανσης του κοινοποιήσει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>δεν θα μεταβιβαστούν σε άλλη οντότητα, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δεν θα υποστούν απομείωση ή μετατροπή στο πλαίσιο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού σύμφωνα με την περίπτωση α ' της παραγράφου 2 του άρθρου 43.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον η αρχή εξυγίανσης ασκήσει την εξουσία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 ή 2 για την αναστολή δικαιωμάτων καταγγελίας, και αυτή δεν έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4, τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής, με την επιφύλαξη του άρθρου 68, ως εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση έχουν μεταβιβασθεί σε άλλη οντότητα, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας, σύμφωνα με τους όρους της σχετικής σύμβασης, μόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόμενου ή μεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους του απο- κτώντος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση παραμένουν στο υπό εξυγίανσηίδρυμα, και η αρχή εξυγίανσης δεν έχει εφαρμόσει τηναναδιάρθρωση παθητικού σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 1 του άρθρου 43 στην εν λόγω σύμβαση, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα καταγγελίας σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής σύμφωνα με την παράγραφο 1.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την άσκηση εξουσίας, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει ηάσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_71_Ε.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης μπορεί νααπαιτεί από ένα ίδρυμα ή μία οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να διατηρεί λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων.</p>
                     <p>Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής ή αρχής εξυγίανσης, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της αρμόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντά τους σύμφωνα με το άρθρο 81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_72">
               <num>
                  <b>Άρθρο 72</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης(άρθρο 72 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_72.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Προκειμένου να προβεί σε ενέργεια εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης έχει τη δυνατότητα να αναλάβει τονέλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύματος και να ασκεί τιςακόλουθες εξουσίες:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να διευθύνει τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος με όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού συμβουλίου, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>0 έλεγχος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να ασκείται άμεσα από την αρχή εξυγίανσης ή έμμεσα μέσω του διορισμού προσώπου ή προσώπων από αυτή. Τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του υπό εξυγίανση ιδρύματος δεν μπορούν να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_72.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης χωρίς να ασκεί έλεγχο επί του υπό εξυγίανση ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_72.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσον είναι κατάλληλο να προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης με τα μέσα της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, έχοντας υπόψη τους στόχους τηςεξυγίανσης και τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση, τις ειδικές περιστάσεις του συγκεκριμένου υπό εξυγίανση ιδρύματος και την ανάγκη διευκόλυνσης της αποτελεσματικής εξυγίανσης διασυνοριακών ομίλων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_72.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δεν ευθύνεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νομοθεσίας ούτε υπέχει αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος νόμου παρά μόνο για βαρειά αμέλεια και δόλο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Γ'ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_73">
               <num>
                  <b>Αρθρο 73</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μεταχείριση των μετόχων και των πιστωτώνσε περίπτωση εν μέρει μεταβιβάσεων και εφαρμογήςτης αναδιάρθρωσης παθητικού</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 73 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Εφόσον έχουν εφαρμοσθεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης και, ιδίως, για τους σκοπούς του άρθρου 75 ισχύουν τα εξής:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, εφόσον η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει μόνον εν μέρει τα δικαιώματα και τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι και οι πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστονόσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε τεθεί σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά το χρόνο εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την αναδιάρθρωση παθητικού, οι μέτοχοι και οι πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο δεν υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο, εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε τεθεί σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά το χρόνο εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_74">
               <num>
                  <b>Αρθρο 74</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποτίμηση της διαφοράς ως προς τη μεταχείριση(άρθρο 74 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_74.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Προκειμένου να αποτιμηθεί κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης αν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, και για τους σκοπούς του άρθρου 73, διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντομότερο δυνατόν, αφού έχει εφαρμοστεί η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης. Η εν λόγω αποτίμηση είναι διακριτή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 36.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_74.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με την αποτίμηση της παραγράφου 1 προσδιορίζεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι και οι πιστωτές, ή τα οικεία συστήματα εγγύησης καταθέσεων, εάν το υπό εξυγίανση ίδρυμα, στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης, είχε τεθεί κατά το χρόνο αυτής της ενέργειας ή τωνενεργειών σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145 του ν. 4261/2014 χωρίς την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση του ιδρύματος, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>αν υπάρχει απόκλιση μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στην περίπτωση α' και της μεταχείρισης που αναφέρεται στη περίπτωση β'.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_74.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αποτίμηση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>βασίζεται στην υπόθεση ότι το υπό εξυγίανση ίδρυμα, επί του οποίου έχει πραγματοποιηθεί ενέργεια ήενέργειες εξυγίανσης, θα είχε τεθεί κατά τον χρόνο αυτής της ενέργειας ή των ενεργειών σε συνήθη διαδικασία αφερεγγυότητας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>βασίζεται στην υπόθεση ότι η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης δεν έχουν πραγματοποιηθεί,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης στο ίδρυμα υπό εξυγίανση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_75">
               <num>
                  <b>Αρθρο 75</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διασφαλίσεις για τους μετόχους και τους πιστωτές</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 75 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Εφόσον με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 74 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 73, ή το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 104, έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα υφίστατο σε περίπτωση εκκαθάρισης κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από το ΤαμείοΕξυγίανσης.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_76">
               <num>
                  <b>Αρθρο 76</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλομένουςσε περίπτωση εν μέρει μεταβιβάσεων</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 76 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_76.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η προστασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2εφαρμόζεται όταν η αρχή εξυγίανσης:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος σε άλλη οντότητα ή, κατά την εφαρμογήενός μέτρου εξυγίανσης, από ένα μεταβατικό ίδρυμα ήεταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στην περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 64.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_76.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι ακόλουθες συμφωνίες, καθώς επίσης και οι αντισυμβαλλόμενοι σε αυτές, προστατεύονται κατάλληλα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>συμφωνίες, βάσει των οποίων ένα πρόσωπο έχει, με την μορφή εξασφάλισης, υφιστάμενο ή υπό αίρεση δικαίωμα στα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα πουυπόκεινται σε μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω δικαίωμα εξασφαλίζεται με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα ή με κυμαινόμενη επιβάρυνση ή παρεμφερή ρύθμιση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, βάσει των οποίων παρέχεταιασφάλεια για την εξασφάλιση ή την κάλυψη της εκτέλεσης συγκεκριμένων υποχρεώσεων, με τη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων από τον παρέχοντα την ασφάλεια στον λήπτη αυτής, υπό τον όρο της αναμεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείωναπό τον λήπτη, εάν εκτελεστούν οι συγκεκριμένες αυτές υποχρεώσεις,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>συμφωνίες συμψηφισμού (set-off arrangements),</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού (netting arrangements),</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>καλυμμένες ομολογίες,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης (structured finance arrangements), οι οποίες προβλέπουν την παροχή και την κατοχή εξασφάλισης από ένα αντισυμβαλλόμενο ή ένα θεματοφύλακα, αντιπρόσωπο ή αντίκλητο, συμπεριλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων και των μέσων που χρησιμοποιούνται για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολογιών.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η μορφή της προστασίας που είναι κατάλληλη, για τις κατηγορίες συμφωνιών των περιπτώσεων α ' έως στ' ,εξειδικεύεται περαιτέρω στα άρθρα 77 έως 80 και υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 68 έως 71.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_76.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον αριθμό των μερών που μετέχουν στις συμφωνίες και από το αν οι συμφωνίες αυτές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>συνάπτονται με σύμβαση, καταπίστευμα ή άλλα μέσα, ή ισχύουν αυτοδικαίως εκ του νόμου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>απορρέουν ή διέπονται, συνολικά ή εν μέρει, από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_77">
               <num>
                  <b>Άρθρο 77</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προστασία των συμφωνιών παροχήςχρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλουκαι των συμφωνιών συμψηφισμού και εκκαθαριστικούσυμψηφισμού </b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(netting and set off arrangements)(άρθρο 77 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_77.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου, καθώς και οι συμφωνίες συμψηφισμού και εκκαθαριστικού συμψηφισμού πουέχουν συναφθεί μεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύματος και άλλου προσώπου προστατεύονται κατάλληλα, ούτωςώστε να εμποδίζεται η μεταβίβαση ορισμένων μόνο αλλά όχι όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται μέσω αυτών, καθώς και η τροποποίηση ή η καταγγελία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από τις εν λόγω συμφωνίες μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών.</p>
                     <p>Εν προκειμένω, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που θεωρούνται προστατευμένα δυνάμει τέτοιων συμφωνιών είναι εκείνα για τα οποία τα μέρη της συμφωνίας δικαιούνται να προβούν σε συμψηφισμό και εκκαθαριστικό συμψηφɩσμό.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_77.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ανεξαρτήτως της παραγράφου 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση στις εγγυημένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις που αποτελούν μέρος των συμφωνιών της παραγράφου 1, χωρίς να μεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος της ίδιας συμφωνίας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταργεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, χωρίς να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_78">
               <num>
                  <b>Άρθρο 78</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προστασία των συμφωνιών εξασφάλισης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 78 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_78.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται δυνάμει σχετικών συμφωνιών προστατεύονται κατάλληλα, προκειμένου να εμποδίζονται τα εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων με ταοποία είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση, εκτός αν μεταβιβάζονται επίσης η εν λόγω υποχρέωση και το όφελος της εξασφάλισης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η μεταβίβαση μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης,εκτός αν μεταβιβάζεται επίσης και το όφελος της εξασφάλισης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η μεταβίβαση του οφέλους της εξασφάλισης, εκτός αν μεταβιβάζεται επίσης η εξασφαλισμένη υποχρέωση, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η τροποποίηση ή η καταγγελία μιας συμφωνίας εξασφάλισης, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών, αν το αποτέλεσμα της εν λόγω τροποποίησης ή καταγγελίας είναι ότι η υποχρέωση παύει να είναι εξασφαλισμένη.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_78.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ανεξαρτήτως της παραγράφου 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση στις εγγυημένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις που αποτελούν μέρος των συμφωνιών της παραγράφου 1 χωρίς να μεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος της ίδιας συμφωνίας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει, κατά περίπτωση, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_79">
               <num>
                  <b>Άρθρο 79</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προστασία των συμφωνιών δομημένηςχρηματοδότησης και των καλυμμένων ομολογιών</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 79 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_79.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης (structured finance arrangements), περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε ' και στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 76 προστατεύονται κατάλληλα, προκειμένου να εμποδίζεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η μεταβίβαση ορισμένων μόνο αλλά όχι όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν στοιχεία ή αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας δομημένης χρηματοδότησης ή μέρος αυτής, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε ' και στ' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 76, στην σπσία τσ ίδρυμα υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενσ μέρσς, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η καταγγελία ή η τρσπσπσίηση, μέσω της άσκησης των επικσυρικών εξσυσιών τσυ άρθρσυ 64, των περισυσιακών στσιχείων, δικαιωμάτων και υπσχρεώσεων πσυ συνιστσύν ή απστελσύν μέρσς μιας συμφωνίας δσμημέ- νης χρηματσδότησης, περιλαμβανσμένων των συμφωνιών πσυ αναφέρσνται στις περιπτώσεις ε' και στ' της παραγράφσυ 2 τσυ άρθρσυ 76, στην σπσία τσ ίδρυμα υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενσ μέρσς.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_79.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ανεξαρτήτως της παραγράφσυ 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίσ πρσκειμένσυ να διασφαλιστεί η πρόσβαση στις εγγυημένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης μπσρεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις πσυ απστελσύν μέρσς των συμφωνιών της παραγράφσυ 1 χωρίς να μεταβιβάζει άλλα περισυσιακά στσιχεία, δικαιώματα ή υπσχρεώσεις πσυ απστελσύν μέρσς της ίδιας συμφωνίας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να μεταβιβάζει, να τρσπσπσιεί ή να καταγγέλλει, κατά περίπτωση, τα εν λόγω περισυσιακά στσιχεία, τα δικαιώματα ή υπσχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τις εγγυημένες καταθέσεις.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_80">
               <num>
                  <b>Άρθρο 80</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μεταβιβάσεις εν μέρει: προστασία των συστημάτωνδιαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 80 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_80.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η εφαρμσγή των μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζει τη λειτσυργία και τσυς κανόνες των συστημάτων πσυ πρσβλέπσνται από τσν ν. 2789/2000, σε περίπτωση πσυ η αρχή εξυγίανσης:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μεταβιβάζει σρισμένα αλλά όχι όλα τα περισυσιακά στσιχεία, δικαιώματα ή υπσχρεώσεις ενός ιδρύματσςυπό εξυγίανση σε άλλη σντότητα, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>κάνει χρήση των εξσυσιών βάσει τσυ άρθρσυ 64 για την ακύρωση ή την τρσπσπσίηση των ρητρών μιας σύμβασης στην σπσία είναι συμβαλλόμενσ μέρσς τσ ίδρυμα υπό εξυγίανση ή για να τσ υπσκαταστήσει με τσν απσδέ- κτη ως συμβαλλόμενσ μέρσς.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_80.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικότερα, με τη μεταβίβαση, ακύρωση ή τρσπσπσίηση πσυ αναφέρσνται στην παράγραφσ 1 δεν μπσρεί να ανακληθεί εντσλή μεταβίβασης, κατά παράβαση τσυ άρθρσυ 3 τσυ ν. 2789/2000, σύτε τρσπσπσιείται ή αναιρείται τσ εκτελεστό των εντσλών μεταβίβασης και τσυ συμψηφισμσύ, όπως απαιτείται βάσει τσυ άρθρσυ αυτσύ, ή η χρησιμσπσίηση κεφαλαίων, αξισγράφων ή πιστωτικών δι- ευκσλύνσεων όπως απαιτείται βάσει τσυ άρθρσυ 4 τσυ ν. 2789/2000 ή η πρσστασία της ασφάλειας, όπως απαιτείται βάσει τσυ άρθρσυ 9 τσυ εν λόγω νόμσυ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Δ'ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_81">
               <num>
                  <b>Άρθρο 81</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Υποχρεώσεις άμεσης ενημέρωσης(άρθρο 81 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_81.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Τσ δισικητικό συμβσύλισ ενός ιδρύματσς ή μιαςσντότητας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 ενημερώνει άμεσα την αρμόδια αρχή, όταν κρίνει ότι τσ εν λόγω ίδρυμα ή η σντότητα είναι σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπει- λσύμενης αφερεγγυότητας κατά την έννσια της παραγράφσυ 3 τσυ άρθρσυ 32.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_81.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την σικεία αρχή εξυγίανσης για κάθε κσινσπσίηση πσυ λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφσ 1, καθώς και για κάθε μέτρσ πρόληψης κρίσεων ή κάθε δράση τσυ άρθρσυ 96 τσυ ν. 4261/2014, πσυ η ίδια απαιτεί να λάβει τσ ίδρυμα ή η σντότητα πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_81.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν μια αρμόδια αρχή ή αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 32 σχετικά μεένα ίδρυμα ή μια σντότητα πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις ακόλσυθες αρχές, αν πρόκειται για διαφσρετικές αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την αρχή εξυγίανσης τσυ ιδρύματσς ή της σντότητας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την αρμόδια αρχή τσυ ιδρύματσς ή της σντότητας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την αρμόδια αρχή κάθε υπσκαταστήματσς τσυ ιδρύματσς ή της σντότητας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>την αρχή εξυγίανσης κάθε υπσκαταστήματσς τσυιδρύματσς ή της σντότητας πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β' , γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>την Τράπεζα της Ελλάδσς ως κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>τσ Τ.Ε.Κ.Ε., εφόσσν είναι αναγκαίσ για να την εκπλήρωση των υπσχρεώσεών τσυ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>τσ Ταμείσ Εξυγίανσης, εφόσσν αυτό είναι αναγκαίσ για την επιτέλεση της λειτσυργίας των χρηματσδστικών ρυθμίσεων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>ανάλσγα με την περίπτωση, την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδσ σμίλσυ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>τσ Υπσυργείσ Οικσνσμικών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>την αρχή ενσπσιημένης επσπτείας, αν τσ ίδρυμα ή η σντότητα πσυ αναφέρεται στην περίπτωση β', γ' ή δ' της παραγράφσυ 1 τσυ άρθρσυ 1 υπόκειται σε επσπτεία σε ενσπσιημένη βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 120 τσυ ν. 4261/2014, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>τσ ΕΣΣΚ και την Τράπεζα της Ελλάδσς, ως αρχή μα- κρσπρσληπτικής επσπτείας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_82">
               <num>
                  <b>Άρθρο 82</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διαδικαστικές υποχρεώσεις των αρχών εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρα 82 και 83 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_82.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, μετα την κσινσπσίηση πσυ λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφσ 3 τσυ άρθρσυ 81, διαπιστώνει, με απόφασή της, αν πληρσύνται σι πρσϋπσθέσεις λήψης μέτρων εξυγίανσης.</p>
                     <p>Η απόφαση περιλαμβάνει υπσχρεωτικά:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>αιτισλσγία πσυ τεκμηριώνει τη διαπίστωση για την πλήρωση ή μη των πρσϋπσθέσεων εξυγίανσης για υπσ- κείμενσ ίδρυμα, η σπσία μπσρεί να θεμελιώνεται σε στσιχεία τσυ φακέλσυ, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τσ μέτρσ εξυγίανσης τσ σπσίσ πρστίθεται να επιβάλει στσ ίδρυμα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_82.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης κσινσπσιεί τις απσφάσεις της, μόλις αυτό είναι ευλόγως εφικτό, μετά την εφαρμσγή κάπσιας ενέργειας εξυγίανσης, καθσρίζσντας την ημερομηνία ισχύος της ενέργειας ή των ενεργειών εξυγίανσης προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση και τις ακόλουθες αρχές, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές αρχές:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την αρμόδια αρχή για το ίδρυμα υπό εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την αρμόδια αρχή για οποιοδήποτε υποκατάστημα του ιδρύματος υπό εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την Τράπεζα της Ελλάδος ως κεντρική τράπεζα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>το Τ.Ε.Κ.Ε.,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>το Ταμείο Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>ανάλογα με την περίπτωση, την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>το Υπουργείο Οικονομικών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αν το ίδρυμαυπό εξυγίανση υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 120 του ν. 4261/2014,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>το ΕΣΣΚ και την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ε.Α.Τ.,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>τους φορείς διαχείρισης των συστημάτων σταοποία συμμετέχει το υπό εξυγίανση ίδρυμα, αν πρόκειται για ίδρυμα, κατά την έννοια της περίπτωσης β της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2789/2000.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_82.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αποφάσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 7 του άρθρου 29, τις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 35, τις παραγράφους 1, 5 και 6 του άρθρου 38, τις παραγράφους 1, 5 και 6 του άρθρου 40, τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 41, τις παραγράφους 1 και 9 του άρθρου 42, την παράγραφο 1 του άρθρου 43, την παράγραφο 9 του άρθρου 59, την παράγραφο 1 του άρθρου 69, την παράγραφο 1 του άρθρου 70 και την παράγραφο 1 του άρθρου 71 δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυ- βερνήσεως. Αντίγραφο της απόφασης ή ειδοποίηση με συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων της, ιδίως ως προς τους πελάτες λιανικής και, κατά περίπτωση, τους όρους και το χρονικό διάστημα της αναστολής ή τους περιορισμούς των άρθρων 69 έως 71, δημοσιεύεται με επιμέλεια της αρχής εξυγίανσης με ανάρτηση σταακόλουθα μέσα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στον επίσημο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στον ιστότοπο της αρμόδας αρχής, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης, και στονιστότοπο της Ε.Α.Τ.,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στον ιστότοπο του ιδρύματος υπό εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>σε περίπτωση που οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας ή χρεωστικοί τίτλοι του ιδρύματος υπό εξυγίανσηέχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενηαγορά, στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημοσιοποίηση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών που αφορούν το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3556/2007 (Α' 91).</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_82.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Αν οι μετοχές, οι τίτλοι ιδιοκτησίας ή οι χρεωστικοί τίτλοι δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε, ηαπόφαση και τα σχετικά έγγραφα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 να αποστέλλονται στους μετόχους και πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση. Για τηνεφαρμογή της παρούσας παραγράφου, το ίδρυμα υπόεξυγίανση θέτει στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης το μητρώο ή τις βάσεις δεδομένων του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_83">
               <num>
                  <b>Άρθρο 83</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Υπηρεσιακό - Επαγγελματικό απόρρητο</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 84 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_83.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, τα ακόλουθα πρόσωπα υποχρεούνται στην τήρηση επαγγελματικού απορρήτου:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αρμόδια αρχή,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το Υπουργείο Οικονομικών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>οι επίτροποι ή ειδικοί διαχειριστές που διορίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>οι πιθανοί αγοραστές με τους οποίους έρχεται σεεπαφή η αρμόδια αρχή ή τους οποίους προσκαλεί η αρχή εξυγίανσης, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω επαφή ή πρόσκληση πραγματοποιήθηκε ως προετοιμασία για τη χρήση της εντολής μεταβίβασης ή αν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>οι ελεγκτές, λογιστές, νομικοί και επαγγελματικοί σύμβουλοι, εκτιμητές και άλλοι εμπειρογνώμονες τους οποίους προσλαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή, το Υπουργείο Οικονομικών ή οι πιθανοί αγοραστές που αναφέρονται στην περίπτωση ε',</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>το Τ.Ε.Κ.Ε.,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>το Ταμείο Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ι)</num>
                           <p>η Τράπεζα της Ελλάδος και άλλες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ια)</num>
                           <p>το μεταβατικό ίδρυμα ή η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιβ)</num>
                           <p>κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστα- σιακά, στα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως ια' ,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ιγ)</num>
                           <p>τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οι υπάλληλοι των φορέων ή τωνοντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α ' έως ια' ανωτέρω, πριν το διορισμό τους, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και μετά τη λήξη αυτής.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_83.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Προς το σκοπό της τήρησης του απορρήτου των παραγράφων 1 και 3, τα πρόσωπα των περιπτώσεων α', β', γ' , ζ' , ι' και ια' της παραγράφου 1 θέτουν σε ισχύ εσωτερικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων αυτών για την εξασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών μεταξύ των προσώπων που εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_83.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Τηρουμένης της παραγράφου 1, τα αναφερόμενα σε αυτήν πρόσωπα απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εμπι- στευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή από την αρμόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες της στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος νόμου σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ούτως ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα μεμονωμένων ιδρυμάτων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.</p>
                     <p>Πριν από την αποκάλυψη κάθε εμπιστευτικής πληροφορίας από πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σταθμίζονται οι πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική, στα εμπορικά συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων, στους επιτόπιους ελέγχους, στις έρευνες και στους λογιστικούς ελέγχους.</p>
                     <p>Η διαδικασία στάθμισης των συνεπειών της αποκάλυψης πληροφοριών περιλαμβάνει αξιολόγηση των συνεπειών κάθε αποκάλυψης του περιεχομένου και των λεπτομερειών του σχεδίου ανάκαμψης και εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 5, 7, 18, 19 και 20 και των πορισμάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 8 και 23.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_83.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Επιτρέπεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στους υπαλλήλους και εμπειρογνώμονες των φορέων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α 'έως ι' της παραγράφου 1 να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες στο πλαίσιο εκάστου φορέα ή οντότητας και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στην αρχή εξυγίανσης και στην αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με άλλες αρχές εξυγίανσης, άλλες αρμόδιες αρχές της Ε.Ε., το Υπουργείο Οικονομικών, αρμόδιαυπουργεία, κεντρικές τράπεζες, συστήματα εγγύησης καταθέσεων, συστήματα αποζημίωσης επενδυτών, αρχές αρμόδιες για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, αρχές αρμόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικού χαρακτήρα, αρμόδιους για τη διεξαγωγή νομίμων λογιστικών ελέγχων, την Ε.Α.Τ. ή, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 94, αρχές τρίτων χωρών που επιτελούν ισοδύναμα καθήκοντα με την αρχήεξυγίανσης, ή, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοποιούμενες πληροφορίες, κατά την κρίση της αρχής που τις κοινοποιεί, καλύπτονται όσον αφορά το επαγγελματικόαπόρρητο από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, με δυνητικόαγοραστή με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση ενέργειας εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>στην αρμόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης να χρησιμοποιεί πληροφορίες στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί κατά αποφάσεών της.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_83.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Ανεξαρτήτως της εφαρμογής οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης και των εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οποιουδήποτε άλλου προσώπου, όταν είναι αναγκαίο για τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση ενέργειας εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοποιούμενες πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά τη σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής άσκηση των καθηκόντων τους, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>της Τράπεζας της Ελλάδος ως επιβλέπουσας τα συστήματα πληρωμών, των αρχών που είναι αρμόδιες για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, των αρμόδιων για την εποπτεία άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα αρχών, των αρχών που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοοικονομικών αγορών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των επιθεωρητών που είναι εντεταλμένοι από αυτές, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη - μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικής εποπτείας και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και πρόσωπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή νομίμων λογιστικών ελέγχων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>των δημόσιων ελεγκτικών μηχανισμών για τονέλεγχο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την καταπολέμηση της φοροαποφυγής.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_83.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση παράβασης του παρόντος άρθρου, κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπέχει αστική ευθύνη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,ενώ επίσης εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ε'ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ</b>
            </heading>
            <article eId="art_84">
               <num>
                  <b>Αρθρο 84</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γενικές αρχές σχετικά με τη λήψη αποφάσεωνπου αφορούν περισσότερα του ενός κράτη - μέλη</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 87 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Κατά τη λήψη αποφάσεων ή την ανάληψη δράσης δυνάμει του παρόντος νόμου που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες γενικές αρχές:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>την επιτακτική ανάγκη για αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων και για περιορισμό στο μέτρο του δυνατού το κόστος της εξυγίανσης όταν προβαίνει σεενέργεια εξυγίανσης,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι δράσεις αναλαμβάνονται εγκαίρως και με τη δέουσα ταχύτητα,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή και οι λοιπές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι δράσεις αναλαμβάνονται με συντονισμένο και αποτελεσματικό τρόπο,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα και, ειδικότερα, οι συνέπειες οποιασδήποτε απόφασης, δράσης ή αδράνειας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους, το Ταμείο Εξυγίανσης, το σύστημα εγγύησης καταθέσεων ή το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη μητρική επιχείρηση της Ε.Ε., και κάθε κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη θυγατρική επιχείρηση,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ε)</num>
                        <p>λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα και, ειδικότερα, οι συνέπειεςοποιασδήποτε απόφασης ή δράσης ή αδράνειας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αυτού του κράτους - μέλους,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>στ)</num>
                        <p>λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι στόχοι της εξισορ- ρόπησης των συμφερόντων των διαφόρων εμπλεκόμενων κρατών - μελών και της αποφυγής αθέμιτης βλάβης ή προστασίας των συμφερόντων συγκεκριμένων κρατών - μελών, μεταξύ άλλων αποφεύγοντας την άνιση κατανομή βάρους μεταξύ τους,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ζ)</num>
                        <p>ότι κάθε υποχρέωση δυνάμει του παρόντος νόμου για διαβούλευση με άλλη αρχή προτού ληφθεί απόφαση ή αναληφθεί δράση συνεπάγεται τουλάχιστον την υποχρέωση διαβούλευσης για όσα στοιχεία της προτεινόμε- νης απόφασης ή δράσης έχουν ή ενδέχεται να έχουνεπιπτώσεις:</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>αα)</num>
                        <p>στη μητρική επιχείρηση της E.E., τη θυγατρική ή το υποκατάστημα, και</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ββ)</num>
                        <p>στη σταθερότητα του κράτους μέλους όπου έχειεγκατασταθεί ή βρίσκεται η μητρική επιχείρηση της E.E., η θυγατρική ή το υποκατάστημα,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>η)</num>
                        <p>ότι η αρχή εξυγίανσης όταν προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης, λαμβάνει υπόψη και ακολουθεί το σχέδιοεξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι της εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν έχουν προβλε- φθεί στο σχέδιο εξυγίανσης,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>θ)</num>
                        <p>τις απαιτήσεις διαφάνειας κάθε φορά που μια προ- τεινόμενη απόφαση ή δράση ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους, το Ταμείο Εξυγίανσης, το σύστημα εγγύησης καταθέσεων ή το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών κάθε εμπλεκόμενου κράτους - μέλους, και</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ι)</num>
                        <p>ότι μέσω του συντονισμού και της συνεργασίας είναι πιθανότερο να επιτευχθεί αποτέλεσμα που μειώνει το συνολικό κόστος της εξυγίανσης.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_85">
               <num>
                  <b>Άρθρο 85</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σώματα Αρχών Εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 88 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_85.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συγκροτεί Σώματα Αρχών Εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 20, 21, 24, 26, 45, 88 και 89, και, όπου ενδείκνυται, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών.</p>
                     <p>Ειδικότερα, τα Σώματα Αρχών Εξυγίανσης παρέχουν το πλαίσιο για την εκτέλεση από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, τις άλλες αρχές εξυγίανσης και,όπου απαιτείται, τις αρμόδιες αρχές και τις σχετικές αρχές ενοποιημένης εποπτείας των εξής καθηκόντων:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλων, την εφαρμογή σε ομίλους των εξουσιών προετοιμασίας και πρόληψης, καθώς και σχετικά με την εξυγίανση ομίλων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 24,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή τηνεξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 26,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>τη λήψη απόφασης όσον αφορά την ανάγκη να διαμορφωθούν προγράμματα εξυγίανσης ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 88 ή στο άρθρο 89,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>την επίτευξη της συμφωνίας για το πρόγραμμαεξυγίανσης ομίλου που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 88 ή το άρθρο 89,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>το συντονισμό της γνωστοποίησης στο κοινό των στρατηγικών και προγραμμάτων εξυγίανσης ομίλων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>το συντονισμό της χρήσης των ταμείων εξυγίανσης, που καθορίζονται στα άρθρα 95 έως 104,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για ομίλους σεενοποιημένο επίπεδο και για την κάθε θυγατρική, σύμφωνα με το άρθρο 45.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Τα Σώματα Αρχών Εξυγίανσης μπορούν, επίσης, να α- ποτελέσουν βήμα συζήτησης οποιωνδήποτε θεμάτων σχετίζονται με την εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_85.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένες οι θυγατρικές που καλύπτονταιαπό ενοποιημένη εποπτεία,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένη μητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων του ομίλου, δηλαδή μια οντότητα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - μελών όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αυτών των κρατών - μελών είναι επίσης μέλος του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης. Όταν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δεν είναι η κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους αυτού, η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της κεντρικής τράπεζας του σχετικού κράτους - μέλους,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>το Υπουργείο Οικονομικών και τα αρμόδια υπουργεία σε περίπτωση που δεν μετέχουν ήδη στο Σώμα Αρχών Εξυγίανσης υπό την ιδιότητα της αρχής εξυγίανσης, ζ) η δημόσια αρχή που είναι υπεύθυνη για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων ενός κράτους - μέλους, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αυτού του κράτους - μέλους είναι επίσης μέλος του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>η ΕΑΤ, η οποία παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_85.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών, στις οποίες μια μητρική επιχείρηση ή ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε. έχει θυγατρική ή υποκατάστημα που θα θεωρείτο σημαντικό αν ήταν εγκατεστημένο στην Ε.Ε.,, μπορούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, να συμμετέχουν στο Σώμα Αρχών Εξυγίανσης ως παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, υπόκεινται σε ισοδύναμες απαιτήσεις εμπιστευτικότητας με εκείνες που καθορίζονται στο άρθρο 94.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_85.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προεδρεύει του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης. Με αυτήν την ιδιότητα: α) θεσπίζει γραπτές ρυθμίσεις και διαδικασίες για τη λειτουργία του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με τα λοιπά μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης,</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>συντονίζει όλες τις δραστηριότητες του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>συγκαλεί όλες τις συνεδριάσεις του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, προεδρεύει των συνεδριάσεων αυτών και ενημερώνει πλήρως, εκ των προτέρων, όλα τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά με τη διοργάνωση των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τα θέματα προς εξέταση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>κοινοποιεί στα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης τις προγραμματισμένες συνεδριάσεις, ώστε ναέχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να συμμετάσχουν,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>αποφασίζει ποια μέλη και παρατηρητές προσκαλούνται να παρευρεθούν σε συγκεκριμένες συνεδριάσεις του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, εφόσον υπάρχει ειδική ανάγκη προς τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχει για τα εν λόγω μέλη και παρατηρητές το θέμα που πρόκειται να συζητηθεί, και ιδίως τις δυνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα σχετικά κράτη - μέλη</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>ενημερώνει εγκαίρως όλα τα μέλη του Σώματος σχετικά με τις αποφάσεις και τα αποτελέσματα αυτών των συνεδριάσεων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Τα μέλη που συμμετέχουν στο Σώμα Αρχών Εξυγίανσης συνεργάζονται στενά.</p>
                     <p>Με την επιφύλαξη της περίπτωσης ε', οι αρχές εξυγίανσης έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης εφόσον η ημερήσια διάταξη περιλαμβάνει θέματα για τα οποία προβλέπεται η λήψη κοινής απόφασης ή αφορούν οντότητα ομίλου που βρίσκεται στο κράτος - μέλος τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_85.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν υποχρε- ούται να συγκροτεί Σώμα Αρχών Εξυγίανσης, εάν οι λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο επιτελούνται και ασκούνται στο πλαίσιο άλλωνομάδων ή σωμάτων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις και τηρούν όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε Σώματα Αρχών Εξυγίανσης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το άρθρο 87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε Σώματα Αρχών Εξυγίανσης στον παρόντα νόμο λογίζεται ως αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σε αυτά τα άλλα σώματα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_86_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 86Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>υρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης(άρθρο 89 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_86_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που ίδρυμα τρίτης χώρας ή μητρικήεπιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικά ιδρύματα ή υποκαταστήματα σε δύο ή περισσότερα κράτη - μέλη ταοποία θεωρούνται σημαντικά, οι αρχές εξυγίανσης τωνεμπλεκόμενων κρατών - μελών συγκροτούν Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_86_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης εκτελεί τις λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 85 όσον αφορά τα θυγατρικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα, εφόσον τα εν λόγω καθήκοντα σχετίζονται με αυτά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_86_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν τα θυγατρικά ιδρύματα τρίτης χώρας ή τα σημαντικά υποκαταστήματα ανήκουν σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην Ε.Ε., σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου του ν. 4261/2014, στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης προεδρεύει η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλουςόπου βρίσκεται η αρχή ενοποιημένης εποπτείας βάσει του εν λόγω νόμου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο πρόεδροςεπιλέγεται από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_86_Ε.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Με συμφωνία όλων των ενδιαφερομένων μερών, η υποχρέωση συγκρότησης Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης δύναται να αρθεί, εάν οι λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο εκτελού- νται στο πλαίσιο άλλων ομάδων ή σωμάτων, συμπεριλαμβανομένου Σώματος Αρχών Εξυγίανσης συσταθέ- ντος δυνάμει του άρθρου 85, τα οποία πληρούν όλες τις προϋποθέσεις και τηρούν όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε Ευρωπαϊκά Σώματα Αρχών Εξυγίανσης στον παρόντα νόμο λογίζεται ως αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σώματα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_86_Ε.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 85.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_87_Α">
               <num>
                  <b>Άρθρο 87Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>νταλλαγή πληροφοριών</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 90 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_87_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 83, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, διαβιβάζουν μεταξύ τους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος νό μου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_87_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ομίλου συντονίζει τη ροή όλων των σχετικών πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης. Ειδικότερα, διαβιβάζει εγκαίρως στις αρχές εξυγίανσης στα άλλα κράτη - μέλη όλες τις σχετικές πληροφορίες, προκειμένου να διευκολύνει την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' έως θ' του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 88.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_87_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν ζητηθούν πληροφορίες τις οποίες έχει παράσχει μια αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης ζητά τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης τρίτης χώρας για την περαιτέρω διαβίβασή τους.</p>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης δεν διαβιβάζει πληροφορίες που παρασχέθηκαν από αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας, αν η αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας δεν έχει συναινέσει στην περαιτέρω διαβίβασή τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_87_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης ανταλλάσσει πληροφόρηση με το αρμόδιο Υπουργείο όταν πρόκειται για απόφαση ή ζήτημα που απαιτεί κοινοποίηση, διαβούλευση ή συγκατάθεση του αρμόδιου υπουργείου ή ενδέχεται να έχει επίπτωση στα δημόσια οικονομικά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_88">
               <num>
                  <b>Άρθρο 88</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξυγίανση ομίλου στην οποία εμπλέκεταιθυγατρική επιχείρηση του ομίλου(άρθρο 91 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_88.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που είναι θυγατρική επιχείρηση ενός ομίλου, πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, κοινοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και στα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την απόφαση ότι το εν λόγω ίδρυμα ή η εν λόγωοντότητα πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τις ενέργειες εξυγίανσης ή τα μέτρα στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας τα οποία κρίνει κατάλληλα για το εν λόγω ίδρυμα ή την οντότητα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Μόλις λάβει την κοινοποίηση της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, μετά από διαβούλευση με τα άλλα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, προβαίνει σε αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων των ενεργειών εξυγίανσης, ή των άλλων μέτρων που έχουν κοινοποιηθεί στον όμιλο και στις οντότητες του ομίλου σε άλλα κράτη - μέλη, και ειδικότερα αξιολογεί κατά πόσο οι ενέργειες εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα πιθανώς Θα εκπλήρωναν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε σχέση με μία οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος - μέλος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, μετά από διαβούλευση με τα άλλα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, αξιολογήσει ότι οι ενέργειες εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>δεν θα εκπλήρωναν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση με μια οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος - μέλος, οι εν λόγω ενέργειες και μέτρα μπορούν να ληφθούν από την αρχή εξυγίανσης που είναι αρμόδια για το εν λόγω ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>πιθανώς εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση με μια οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος - μέλος, το αργότερο εντός 24 ωρών από την παραλαβή της κοινοποίησης βάσει της παραγράφου 1 προτείνει προγράμματα εξυγίανσης ομίλου και υποβάλλει την πρόταση στο Σώμα Αρχών Εξυγίανσης. Η εικοσιτετράωρη αυτή προθεσμία μπορεί να παραταθεί με τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον δεν διενεργηθεί αξιολόγηση εκ μέρους της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εντός 24 ωρών μετά τη λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή εντός της μεγαλύτερης προθεσμίας πουέχει τυχόν συμφωνηθεί, η αρχή εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση μπορεί να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα μέτρα που κοινοποίησε.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Το προγραμμα εξυγίανσης ομίλου της παραγράφου 4:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>λαμβάνει υπόψη και ακολουθεί τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δενέχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>καταγράφει τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες θα πρέπει να προβούν οι εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης σε σχέση με τη μητρική επιχείρηση της E.E. ή συγκεκριμένες οντότητες του ομίλου, με σκοπό την επίτευξη των στόχων και των αρχών της εξυγίανσης όπως καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>καθορίζει τον τρόπο συντονισμού των εν λόγωενεργειών εξυγίανσης, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>καθιερώνει σχέδιο χρηματοδότησης, το οποίο λαμβάνει υπόψη το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου, τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης, όπως καθορίζονται σύμφωνα με την περίπτωση στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 20, και την αλληλέγγυα χρήση των εθνικών ταμείων εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 102.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών που καλύπτονταιαπό το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου.</p>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινήςαπόφασης, σύμφωνα με το στοιχείο γ' του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης διαφωνήσει με ή αποχωρήσει από το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή κρίνει ότι χρειάζεται να προβεί σε ανεξάρτητες ενέργειες εξυγίανσης ή να λάβει άλλα μέτρα από αυτά που προτείνο- νται στο πρόγραμμα σε σχέση με ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους που συντέλεσαν στην αποχώρησή της, τους κοινοποιεί στη αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις λοιπές αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου, και τις ενημερώνει για τις ενέργειες ή τα μέτρα που προτί- θεται να λάβει. Η αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, τις πιθανές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των εμπλεκόμενων κρατών - μελών, καθώς και τις δυνητικές επιδράσεις των ενεργειών στα υπόλοιπα τμήματα του ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν εκφράσει διαφωνία σε σχέση με το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδοομίλου μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση αναφορικά με ένα πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει τιςοντότητες στα κράτη - μέλη τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και στη παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης ελλείψει κοινής απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 6, θεωρούνταιοριστικές και εφαρμόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε όλες τις ενέργειες σύμφωνα με το παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>Σε κάθε περίπτωση, όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου, οι εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης σε οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου, προκειμένου να επιτευχθεί μια συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε σημείο αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_88.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης όταν προβαίνει σε ενέργειαεξυγίανσης σε σχέση με μια οντότητα ομίλου ενημερώνει τακτικά και πλήρως τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω ενέργειες και την πρόοδό τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_89">
               <num>
                  <b>Άρθρο 89</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξυγίανση ομίλου στην οποία εμπλέκεταιμητρική επιχείρηση της ΕΕ</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 92 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_89.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αποφασίζει ότι μια μητρική επιχείρηση της Ε.Ε., πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, εφόσον πρόκειται για διαφορετική αρχή, και στα λοιπά μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης του ομίλου.</p>
                     <p>Οι ενέργειες εξυγίανσης στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 88 μπορούν να περιλαμβάνουν τη διαμόρφωση προγράμματος εξυγίανσης ομίλου, το οποίο έχει καταρτιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 88, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι ενέργειες εξυγίανσης σε μητρική επιχείρηση, που κοινοποιούνται σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 88, πιθανώς καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε ένα άλλο κράτος - μέλος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι ενέργειες εξυγίανσης μόνο στη μητρική επιχείρηση δεν επαρκούν για τη σταθεροποίηση της κατάστασης ή ενδέχεται να μην καταλήξουν στο βέλτιστο αποτέλεσμα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>μία ή περισσότερες θυγατρικές πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σύμφωνα με τη διαπίστωση των αρχών εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές αυτές, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>από τις ενέργειες εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλουωφελούνται οι θυγατρικές του ομίλου κατά τρόπο που καθιστά ενδεδειγμένο ένα πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_89.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Αν οι ενέργειες που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου βάσει της παραγράφου 1 δεν περιλαμβάνουν πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει την απόφασή της μετά από διαβούλευση με τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης. Η απόφαση αυτή:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>λαμβάνει υπόψη και ακολουθεί τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης αξιολογήσουν λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δενέχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>λαμβάνει υπόψη τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_89.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν οι ενέργειες που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τη διαμόρφωση προγράμματος εξυγίανσης ομίλου, αυτός λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχήςεξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές που καλύπτονται από το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου.</p>
                     <p>H αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράμει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινήςαπόφασης, σύμφωνα με το στοιχείο γ' του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_89.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Αν η αρχή εξυγίανσης διαφωνήσει ή αποχωρήσειαπό το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου που προτείνεταιαπό την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή κρίνει ότι χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει άλλα μέτρα από αυτά που προτείνονται στο πρόγραμμα σε σχέση με ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β', γ', δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους που συντέλεσαν στην αποχώρησή της, τους κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις λοιπές αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από το πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου, και τις ενημερώνει για τις δράσεις ή τα μέτρα που προτίθε- ται να λάβει. Η εν λόγω αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, τις πιθανές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των εμπλεκόμενων κρατών - μελών, καθώς και τις δυνητικές επιδράσεις των δράσεων ή μέτρων στα υπόλοιπα τμήματα του ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_89.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν εκφράσει διαφωνία με το πρόγραμμα εξυγίανσης του ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση αναφορικά με ένα πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει τις οντότητες του ομίλου στα κράτη - μέλη τους. Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και την παράγραφο 3 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 θεωρούνται οριστικές και εφαρμόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα εμπλεκόμενα κράτη - μέλη.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_89.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε όλες τις ενέργειες σύμφωνα με το παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή πρόγραμμα εξυγίανσης ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης όταν προβαίνουν σε ενέργειες εξυγίανσης σε οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις επηρεαζόμενες οντότητες του ομίλου.</p>
                     <p>Οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες προβαίνουν σε ενέργειες εξυγίανσης όσον αφορά μια οντότητα ομίλου ενημερώνουν τακτικά και πλήρως τα μέλη του Σώματος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω ενέργειες ή τα εν λόγω μέτρα και την πρόοδο τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΣΤ'ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_90_Α">
               <num>
                  <b>Αρθρο 90Α</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ναγνώριση και εκτέλεσητων διαδικασιών εξυγία</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>νσης τρίτων χωρών(άρθρο 94 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_90_Α.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονταιόσον αφορά διαδικασίες εξυγίανσης τρίτων χωρών, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 93 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Σε περίπτωση που η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας δεν διέπονται από την εν λόγω συμφωνία, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και μετά την έναρξη ισχύος της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_90_Α.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Εφόσον έχει συγκροτηθεί Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 86 και, με την επιφύλαξη του άρθρου 91, το Σώμα αυτό λαμβάνει κοινή απόφαση ως προς το αν θα αναγνωριστούν οι διαδικασίεςεξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά ίδρυμα ή μητρικήεπιχείρηση τρίτης χώρας που:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>έχει θυγατρικά ιδρύματα ή υποκαταστήματα που βρίσκονται και θεωρούνται σημαντικά σε δύο ή περισσότερα κράτη - μέλη, ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>έχει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη - μέλη</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>ή διέπονται από τη νομοθεσία των εν λόγω κρατών - μελών.</p>
                     <p>Αν επιτευχθεί κοινή απόφαση όσον αφορά την αναγνώριση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας, οιεμπλεκόμενες εθνικές αρχές εξυγίανσης επιδιώκουν την εκτέλεση των αναγνωρισμένων διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_90_Α.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση μεταξύ των αρχών εξυγίανσης που συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης, ή εάν δεν συγκροτηθεί Ευρωπαϊκό Σώμα Αρχών Εξυγίανσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 91, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει τη δική της απόφαση αν θα αναγνωρίσει και θα εκτελέσει τις διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά ίδρυμα ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας.</p>
                     <p>Η απόφαση λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται τοίδρυμα ή η μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας, και ιδίως τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα έχει η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας στα άλλα τμήματα του ομίλου και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των λοιπών εμπλεκόμενων κρατών - μελών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_90_Α.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης όσον αφορά:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>τα περιουσιακά στοιχεία ενός ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας τα οποία βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια ή διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ββ) τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ενός ιδρύματος τρίτης χώρας που έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία τουυποκαταστήματος τρίτης χώρας που δραστηριοποιείται στην Ελληνική Επικράτεια ή διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ή σε περίπτωση που οι απαιτήσεις επί των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι εκτελεστές στην Ελληνική Επικράτεια,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να προβαίνει σε μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων ζητώντας από άλλο πρόσωπο να προβεί σε ενέργειες για την ολοκλήρωση της σχετικής μεταβίβασης προς θυγατρικό ίδρυμα τρίτης χώρας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να ασκεί τις εξουσίες των άρθρων 69, 70 ή 71 όσον αφορά τα δικαιώματα οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου μέρους της παραγράφου 2, εφόσον οι εξουσίες αυτές είναι απαραίτητες για να εκτελεστούν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>να καθιστά μη εκτελεστό κάθε συμβατικό δικαίωμα για καταγγελία, ρευστοποίηση ή επίσπευση συμβάσεων, ή τροποποίηση των συμβατικών δικαιωμάτων των οντοτήτων της παραγράφου 2 και άλλων μελών του ομίλου, όταν τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από ενέργεια εξυγίανσης που έχει αναληφθεί σε σχέση με το ίδρυμα ή τη μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας των εν λόγω οντοτήτων ή άλλων μελών του ομίλου, είτε από την ίδια την αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας είτε λόγω της εν γένειεφαρμογής κανόνων που διέπουν τις ενέργειες εξυγίανσης στην εν λόγω χώρα, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή ασφάλειας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για λόγους δημόσιου συμφέροντος, να προβεί σε ενέργεια εξυγίανσης σε σχέση με μητρική επιχείρηση,εάν η σχετική αρχή τρίτης χώρας διαπιστώνει ότι έναίδρυμα που έχει συσταθεί στην τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης βάσει της εθνικής της νομοθεσίας. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε εξουσία εξυγίανσης σε σχέση με την εν λόγω μητρικήεπιχείρηση με εφαρμογή του άρθρου 68.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_90_Α.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας πραγματοποιείται με την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_91">
               <num>
                  <b>Άρθρο 91</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Δικαίωμα άρνησης της αναγνώρισης ή της επιβολήςτης εκτέλεσης των διαδικασιών εξυγίανσηςτρίτων χωρών</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 95 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με τις άλλες αρχές εξυγίανσης του Ευρωπαϊκού Σώματος Αρχών Εξυγίανσης, εφόσον αυτό έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 86, μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει την εφαρμογή διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 90, εφόσον κρίνει ότι:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>οι διαδικασίες εξυγίανσης της τρίτης χώρας θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>είναι αναγκαία η ανάληψη ανεξάρτητων δράσεωνεξυγίανσης, βάσει του άρθρου 92, όσον αφορά υποκατάστημα τρίτης χώρας, προκειμένου να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των καταθετών που βρίσκονται ή είναι πληρωτέοι σε ένα κράτος μέλος, στο πλαίσιο των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας ως χώρας καταγωγής, δεν θα ετύγχαναν της ίδιας μεταχείρισης με τους πιστωτές και τους καταθέτες της τρίτης χώρας που έχουν παρόμοια δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της τρίτης χώρας,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>η αναγνώριση ή η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας θα είχε σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, ή</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ε)</num>
                        <p>ότι οι επιπτώσεις της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης των εν λόγω διαδικασιών θα ήταν αντίθετες προς το ι- σχύον δίκαιο.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_92_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 92Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ξυγίανση υποκαταστημάτων τρίτης χώρας(άρθρο 96 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_92_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναλαμβάνει δράση όσον αφορά υποκατάστημα τρίτης χώρας το οποίο δεν υπόκειται σε διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας ή, αν και υπόκειται στις εν λόγω διαδικασίες, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 91. Κατά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθροεφαρμόζεται το άρθρο 68.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_92_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι εξουσίες βάσει της παραγράφου 1 μπορούν ναασκούνται από την αρχή εξυγίανσης, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πληρούται μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το υποκατάστημα τρίτης χώρας παραβιάζει, ή ενδέχεται να παραβιάσει, τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας του στην Ελλάδα και καμία ενέργεια τουιδιωτικού τομέα, των αρχών εποπτείας ή της σχετικής τρίτης χώρας δεν προσδοκάται εύλογα ότι θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος ή ότι θα αποτρέψει την αφερεγγυότητά του εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι το ίδρυμα της τρίτης χώρας δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί, ή πιθανόν να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις τουέναντι των πιστωτών που βρίσκονται στην Ε.Ε., ή τις υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί ή εγγραφεί μέσω του υποκαταστήματος, όταν καθίστανται απαιτητές, και η αρχή εξυγίανσης έχει πεισθεί ότι δεν έχουν κινηθεί ούτε πρόκειται να κινηθούν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας από την τρίτη χώρα όσον αφορά το ίδρυμα αυτό,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η σχετική αρχή της τρίτης χώρας έχει κινήσει διαδικασίες εξυγίανσης σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιοέναντι του ιδρύματος, ή έχει κοινοποιήσει στην αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή της να κινήσει την εν λόγω διαδικασία.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_92_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ανεξάρτητη ενέργεια εξυγίανσης έναντι υποκαταστήματος τρίτης χώρας, λαμβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και προβαίνει στην ενέργεια αυτή σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές και απαιτήσεις, εφόσον είναι σχετικές με την προκειμένη περίπτωση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 34,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τους κανόνες σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 37 έως 58 του παρόντος νόμου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_93">
               <num>
                  <b>Άρθρο 93</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Συνεργασία με τις αρχές τρίτων χωρών(άρθρο 97 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_93.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεργασία με τρίτες χώρες, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 93 τηςΟδηγίας 2014/59/ΕΕ. Εφόσον τα θέματα που ρυθμίζονται στο παρόν άρθρο δεν διέπονται από την εν λόγω συμφωνία, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται, επίσης, και μετά την έναρξη ισχύος της διεθνούς συμφωνίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_93.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, συνάπτει μη δεσμευτικές ρυθμίσεις συνεργασίας, οι οποίες είναι σύμφωνες με το πλαίσιο ρυθμίσεων που δύναται να συνάπτει η Ε.Α.Τ. με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 97 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφόσον τούτο υπάρχει.</p>
                     <p>Η σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με τρίτες χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού (ΕΚ)αριθμ. 1093/2010, δεν αποκλείεται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_93.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι ρυθμίσεις συνεργασίας που συνάπτονται μεταξύ της αρχής εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης τρίτων χωρών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορούν να περιέχουν διατάξεις αναφορικά με:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>την ανταλλαγή των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τη διαβούλευση και τη συνεργασία για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένου ενός πλαισίου αρχών για την άσκηση των εξουσιών βάσει των άρθρων 90 και 92 και παρεμφερών με αυτές εξουσίες δυνάμει του δικαίου της τρίτης χώρας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>την ανταλλαγή των αναγκαίων πληροφοριών για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης και παρεμφερών εξουσιών βάσει του δικαίου της τρίτης χώρας,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>την έγκαιρη προειδοποίηση των μερών της ρύθμισης συνεργασίας ή τη διαβούλευση μεταξύ τους, πριναπό την πραγματοποίηση κάθε σημαντικής ενέργειας βάσει του παρόντος νόμου ή του δικαίου της σχετικής τρίτης χώρας σε ίδρυμα ή όμιλο που καταλαμβάνεται από τη ρύθμιση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>το συντονισμό της επικοινωνίας με το κοινό, σε περίπτωση ανάληψης κοινών δράσεων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>διαδικασίες και ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία βάσει των ως άνω περιπτώσεων α ' έως ε ' , οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, ανάλογα με την περίπτωση, τη σύσταση και τη λειτουργία ομάδων διαχείρισης κρίσεων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Οι ρυθμίσεις συνεργασίας που συνάπτονται κατά το παρόν άρθρο κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_94">
               <num>
                  <b>Άρθρο 94</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών(άρθρο 98 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_94.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή και το Υπουργείο Οικονομικών ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων ανάκαμψης, με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>Οι αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις και πρότυπα επαγγελματικού απορρήτου που θεωρούνται τουλάχιστον ισοδύναμα, κατά την άποψη όλων των εμπλεκόμενων αρχών, με αυτά που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 83.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Στο βαθμό που η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά προσωπικά δεδομένα, ο χειρισμός και η διαβίβαση αυτών σε αρχές τρίτων χωρών γίνεται σε συμφωνία με τις ισχύου- σες διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων.</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των ενεργειών εξυγίανσης από τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, οι οποίες είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και, με την επιφύλαξη της περίπτωσης α) της παρούσας παραγράφου, δεν χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_94.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν οι εμπιστευτικές πληροφορίες προέρχονταιαπό άλλο κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή και το Υπουργείο Οικονομικών δεν τις γνωστοποιούν στις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η σχετική αρχή του κράτους - μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες (η αρχή προέλευσης) συμφωνεί για την εν λόγω γνωστοποίηση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>οι πληροφορίες γνωστοποιούνται μόνον για όσους σκοπούς επιτρέπονται από την αρχή προέλευσης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι πληροφορίες Θεωρούνται εμπιστευτικές εφόσον υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας δυνάμει του ισχύοντος δικαίου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_Ι">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ζ'ΤΑΜΕΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_95_Ο">
               <num>
                  <b>Αρθρο 95Ο</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ρισμός Ταμείου Εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 100 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_95_Ο.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Ταμείο Εξυγίανσης ορίζεται για τα πιστωτικά ιδρύματα το Σκέλος Εξυγίανσης του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_95_Ο.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης αποφασίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 96. Το Ταμείο Εξυγίανσης χρησιμοποιείται μόνο σύμφωνα με τους στόχους της εξυγίανσης και τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_95_Ο.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης διαθέτει ίδιους και επαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς του παρόντος νόμου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_95_Ο.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Για τον σκοπό που προβλέπεται στην παράγραφο 3, το Ταμείο Εξυγίανσης διαθέτει ιδίως την εξουσία:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να συγκεντρώνει τακτικές εκ των προτέρων εισφορές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 98, με προοπτική ναεπιτευχθεί το επίπεδο - στόχος που αναφέρεται στο άρθρο 97,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να συγκεντρώνει έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 99, εφόσον οι εισφορές που καθορίζονται στην περίπτωση α ' είναι ανεπαρκείς, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να συνάπτει δάνεια και να λαμβάνει υποστήριξη με άλλους τρόπους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 100.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_95_Ο.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθμίζονται με απόφαση της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρμοδιότητάς της κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3, κατόπιν εισήγησης του οικείου Ταμείου Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_96">
               <num>
                  <b>Αρθρο 96</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 101 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_96.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης χρησιμοποιείται από την αρχή εξυγίανσης αποκλειστικά και μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικήεφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, για τους εξής σκοπούς:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να εγγυάται τα περιουσιακά στοιχεία ή τις υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση, των θυγατρικών του, ενός μεταβατικού ιδρύματος ή μιας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να παρέχει δάνεια στο ίδρυμα υπό εξυγίανση, στις θυγατρικές του, σε ένα μεταβατικό ίδρυμα ή σε μια εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>να αγοράζει περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματοςυπό εξυγίανση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>να συνεισφέρει, μεταξύ άλλων με παροχή εγγυήσεων ή με συμμετοχή στο κεφάλαιο, σε μεταβατικό ίδρυμα και σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>να καταβάλει αποζημιώσεις στους μετόχους ή τους πιστωτές σύμφωνα με το άρθρο 75,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα αντί της απομείωσης ή μετατροπής υποχρεώσεων ορισμένων πιστωτών, όταν εφαρμόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού και η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εξαιρέσει ορισμένους πιστωτές από το πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 8 του άρθρου 44,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>να δανείζει σε άλλα ταμεία εξυγίανσης σε προαιρετική βάση, σύμφωνα με το άρθρο 101,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>να επιλέγει οποιονδήποτε συνδυασμό των δράσεων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α ' έως ζ'.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_96.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης δεν χρησιμοποιείται άμεσα για την απορρόφηση των ζημιών ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή για την ανακεφαλαιοποίηση του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας. Σε περίπτωση που η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 οδηγεί εμμέσως στη μεταφορά μέρους των ζημιών ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 στο Ταμείο Εξυγίανσης, ισχύουν οι αρχές που διέπουν τη χρήση των ταμείων εξυγίανσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 44.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_96.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να συνεισφέρει στον αγοραστή στο πλαίσιο εντολής μεταβίβασης ή το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, υπό τη μορφή της κάλυψης της διαφοράς αξίας μεταξύ μεταβιβαζόμενου παθητικού και μεταβιβαζόμενου ενεργητικού, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση υποχρεώσεων, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι πρέπει να μεταβιβαστούν.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_97_Ε">
               <num>
                  <b>Αρθρο 97Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>πίπεδο-στόχος(άρθρο 102 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_97_Ε.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Έως την 31η Δεκεμβρίου 2024, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του Ταμείου Εξυγίανσης συνολικά θαανέρχονται τουλάχιστον στο 1% του ποσού των εγγυημένων καταθέσεων όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως τέσσεραέτη μετά από εισήγηση της αρχής εξυγίανσης, εάν το Ταμείο Εξυγίανσης συνολικά έχει προβεί σε σωρευτικές ε- κταμιεύσεις που υπερβαίνουν το 0,5% των εγγυημένων καταθέσεων του συνόλου των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_97_Ε.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την αρχική χρονική περίοδο της παραγράφου 1, οι εισφορές στο Ταμείο Εξυγίανσης, που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, κατανέμονται όσο το δυνατόν ισομερώς χρονικά μέχρις ότου επιτευχθεί τοεπίπεδο- στόχος, αλλά λαμβανομένης δεόντως υπόψη της φάσης του οικονομικού κύκλου, καθώς και της επίπτωσης που οι προκυκλικές εισφορές μπορεί να έχουν στη χρηματοοικονομική θέση των ιδρυμάτων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_97_Ε.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Αν, μετά την αρχική χρονική περίοδο της παραγράφου 1, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΤαμείουΕξυγίανσης συνολικά μειωθούν κάτω του επιπέδου-στό- χου που καθορίζεται στην εν λόγω παράγραφο, οι τακτικές εκ των προτέρων εισφορές οι οποίες συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 98 συνεχίζονται μέχρις ότου επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος. Μετά την επίτευξη του ε- πιπέδου-στόχου για πρώτη φορά και εάν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα μετέπειτα μειωθούν σε λιγότεροαπό δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, οι εν λόγω εισφορές καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη τουεπιπέδου-στόχου εντός έξι ετών.</p>
                     <p>Στις τακτικές εκ των προτέρων εισφορές, στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, λαμβάνεται δεόντως υπόψη η φάση του οικονομικού κύκλου και ενδεχόμενες επιπτώσεις της προκυκλικότητας των εισφορών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_98_Τα">
               <num>
                  <b>Άρθρο 98Τα</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>κτικές εκ των προτέρων εισφορές(άρθρο 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Προκειμένου να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 97, οι εισφορές καταβάλλονται τουλάχιστον άπαξ ετησίως από τα ιδρύματα με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων τωνυποκαταστημάτων τρίτης χώρας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η εισφορά κάθε ιδρύματος καθορίζεται με βάση την αναλογία του ποσού των υποχρεώσεών του (εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων) μείον τις εγγυημένες καταθέσεις, προς τις συνολικές υποχρεώσεις (εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων) μείον τις εγγυημένες καταθέσεις όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Με απόφαση της αρχής εξυγίανσης καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι υπολογισμού και καταβολής των εισφορών.</p>
                     <p>Με όμοια απόφαση οι εισφορές αυτές προσαρμόζονται ανάλογα με το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων, σύμφωνα με τα κριτήρια που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει της παραγράφου 7 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 97, μπορεί να περιλαμβάνουν ανέκκλητες δεσμεύσεις προς πληρωμή οι οποίες καλύπτονται πλήρως από εξασφαλίσεις με περιουσιακά στοιχεία χαμηλού κινδύνου που δεν βαρύνο- νται από τυχόν δικαιώματα τρίτων μερών, βρίσκονται στην απόλυτη διάθεση της αρχής εξυγίανσης και προορίζονται για αποκλειστική χρήση από την αρχή εξυγίανσης, για τους σκοπούς που καθορίζονται στη παράγραφο 1 του άρθρου 96. Το μερίδιο των ανέκκλητων δεσμεύσεων προς πληρωμή δεν υπερβαίνει το 30% του συνολικού ποσού των ετήσιων εισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να εξοφλούν αμελλητί και πλήρως τις εισφορές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, όπως αυτές καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης. Εφόσον παρέχεται η δυνατότητα της παραγράφου 3, οι εισφορές κάθε ιδρύματος με δεσμεύσεις προς πληρωμή αντιστοιχούν κατ’ ανώτατο στο 30% των εισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.</p>
                     <p>Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΤΕΚΕ και του διοικητικού συμβουλίου του Συνεγγυητικού αντίστοιχα, ρυθμίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για την κατάλληλη υποχρεωτική λογιστική παρακολούθηση, τηνυποβολή στοιχείων και εκθέσεων, καθώς και άλλες υποχρεώσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εξόφληση των οφειλόμενων εισφορών. Με την ίδια απόφαση καθιερώνονται διαδικασίες για την κατάλληλη επαλήθευση της ορθής εξόφλησης των εισφορών και την πρόληψη της διαφυγής, της αποφυγής και της κατάχρησης, λαμβανομένων υπ’όψη των πράξεων της ΕυρωπαϊκήςΕπιτροπής που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Τα ποσά που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς που αναφέρονται στη παράγραφο 1 του άρθρου 96.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_98_Τα.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των άρθρων 37, 38, 40, 41 και 42, τα ποσά που εισπράττονται από το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή το μεταβατικό ίδρυμα, οι τόκοι και άλλα κέρδη επί των επενδύσεων και οποιαδήποτε άλλα κέρδη ή έσοδα αποδίδονται στο Ταμείο Εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_99">
               <num>
                  <b>Άρθρο 99</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές(άρθρο 104 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_99.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζημιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων λόγω της χρήσης του ΤαμείουΕξυγίανσης, συγκεντρώνονται έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές από τα ιδρύματα με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, προκειμένου να καλύπτονται τα επιπλέον ποσά. Οι εν λόγω έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές κατανέμονται μεταξύ των ιδρυμάτων σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στη παράγραφο 2 του άρθρου 98.</p>
                     <p>Ανά έτος, οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ετήσιου ποσού των εισφορών το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 98.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_99.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τις εισφορές που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 4 έως 6 του άρθρου 98.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_99.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να χορηγήσει σε ίδρυμα ολική ή μερική αναβολή από την υποχρέωση καταβολής εκ των υστέρων εισφοράς προς το Ταμείο Εξυγίανσης, αν οι συγκεκριμένες εισφορές θα έθεταν σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα του ιδρύματος. Η αναβολή αυτή δεν χορηγείται για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, αλλά μπορεί να ανανεωθεί, ολικά ή μερικά, κατόπιν αιτήματος του ιδρύματος. Οι εισφορές ως προς την καταβολή των οποίων ένα ίδρυμα έλαβε αναβολή καταβάλλονται όταν η πληρωμή δεν θέτει πια σε κίνδυνο τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα του ιδρύματος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_100_Ε">
               <num>
                  <b>Άρθρο 100Ε</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ναλλακτικά μέσα χρηματοδότησης(άρθρο 105 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να συνάπτει δάνεια ή να λαμβάνει υποστήριξη με άλλους τρόπους από ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή άλλα τρίτα μέρη, σε περίπτωση που τα ποσά που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 98 δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζημιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων, τα οποία συνεπάγεται η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης, και οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 99 δεν επαρκούν ή δεν είναι αμέσως διαθέσιμες.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_101">
               <num>
                  <b>Άρθρο 101</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Δανεισμός μεταξύ ταμείων εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 106 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να υποβάλει αίτημα να δανείζεται από άλλα ταμεία εξυγίανσης εντός της E.E., εφόσον:</p>
               <blockList>
                  <item>
                     <num>α)</num>
                     <p>τα ποσά που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 98 δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζημιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων, τα οποία συνεπάγεται η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης·</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>β)</num>
                     <p>οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές δεν είναιαμέσως διαθέσιμες και</p>
                  </item>
                  <item>
                     <num>γ)</num>
                     <p>δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση στα εναλλακτικά μέσα χρηματοδότησης υπό εύλογους όρους.</p>
                  </item>
               </blockList>
               <paragraph eId="art_101.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης έχει την εξουσία να δανείζει σε άλλα ταμεία εξυγίανσης εντός της ΕΕ στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_101.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση που υποβληθεί αίτημα δανεισμού στο Ταμείο Εξυγίανσης από άλλο ταμείο εξυγίανσης, το Ταμείο Εξυγίανσης αποφασίζει αμελλητί εάν θα αποδεχθεί το αίτημα αφού λάβει την έγκριση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν σύμφωνης γνώμης της αρχής εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_101.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Το επιτόκιο, η περίοδος εξόφλησης και άλλοι όροι και προϋποθέσεις των δανείων θα συμφωνηθούν μεταξύ του δανειοδοτούμενου ταμείου εξυγίανσης και των άλλων ταμείων εξυγίανσης που αποφάσισαν να συμμετά- σχουν. Τα δάνεια έκαστου συμμετέχοντος ταμείου εξυγίανσης θα έχουν το ίδιο επιτόκιο, περίοδο εξόφλησης και υπόλοιπους όρους και προϋποθέσεις, εκτός εάν συμφωνήσουν διαφορετικά όλα τα συμμετέχοντα ταμείαεξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_101.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Το ποσό που χορηγείται από έκαστο συμμετέχον ταμείο εξυγίανσης καθορίζεται με βάση την αναλογία του ποσού των εγγυημένων καταθέσεων στο κράτος - μέλος του ταμείου εξυγίανσης, προς το συνολικό ποσό των εγγυημένων καταθέσεων στα κράτη - μέλη των συμμετε- χόντων ταμείων εξυγίανσης. Οι εν λόγω συντελεστές δανεισμού μπορούν να ποικίλλουν κατόπιν συμφωνίας όλων των συμμετεχόντων ταμείων εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_101.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Τα οφειλόμενα προς το Ταμείο Εξυγίανσης δάνεια από ταμείο εξυγίανσης άλλου κράτους - μέλους θεωρούνται ως περιουσιακό στοιχείο του Ταμείου Εξυγίανσης και συνυπολογίζονται στο επίπεδο-στόχο του.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_102">
               <num>
                  <b>Άρθρο 102</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αλληλέγγυα χρήση των εθνικών ταμείων εξυγίανσηςσε περίπτωση εξυγίανσης διασυνοριακού ομίλου</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 107 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_102.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση εξυγίανσης ενός διασυνοριακού ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 88 ή στο άρθρο 89, το εθνικό ταμείο εξυγίανσης καθενός από τα ιδρύματα τα οποία αποτελούν μέλη του διασυνοριακού ομίλου, συμμετέχει στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού ομίλου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ύστερα από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης των ιδρυμάτων που αποτελούν μέλη του διασυνοριακού ομίλου, προτείνει, εάν είναι αναγκαίο πριν από την πραγματοποίηση οποιασδήποτεενέργειας εξυγίανσης, ένα σχέδιο χρηματοδότησης ως μέρος του προγράμματος εξυγίανσης διασυνοριακούομίλου που προβλέπεται στα άρθρα 88 και 89.</p>
                     <p>Το σχέδιο χρηματοδότησης συμφωνείται βάσει της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ορίζεται στα άρθρα 88 και 89.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το σχέδιο χρηματοδότησης περιλαμβάνει:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 36 όσον αφορά τα εμπλεκόμενα μέλη του διασυνοριακού ομίλου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>τις ζημίες που αναγνωρίζονται από κάθε εμπλεκόμενο μέλος του διασυνοριακού ομίλου κατά το χρόνοεφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>για καθένα από τα εμπλεκόμενα μέλη του διασυνοριακού ομίλου, τις ζημίες που θα υποστεί κάθε κατηγορία μετόχων και πιστωτών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>τις τυχόν συνεισφορές που θα πρέπει να καταβάλουν τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του άρθρου 104,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>τη συνολική συνεισφορά των ταμείων εξυγίανσης, το σκοπό και τη μορφή της συνεισφοράς,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>τη βάση υπολογισμού του ποσού το οποίο οφείλει να συνεισφέρει καθένα από τα εθνικά ταμεία εξυγίανσης των κρατών - μελών όπου είναι εγκατεστημένα ταεμπλεκόμενα μέλη του διασυνοριακού ομίλου στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού ομίλου, προκειμένου να συγκεντρωθεί η συνολική συνεισφορά που αναφέρεται στην περίπτωση ε ',</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>το ποσό το οποίο οφείλει να συνεισφέρει το εθνικό ταμείο εξυγίανσης κάθε εμπλεκόμενου μέλους του διασυνοριακού ομίλου στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού ομίλου, καθώς και τη μορφή των συνεισφορών αυτών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>το ύψος των δανείων τα οποία θα συνάψουν τα ταμεία εξυγίανσης των κρατών - μελών όπου είναι εγκατεστημένα τα εμπλεκόμενα μέλη του διασυνοριακού ομίλου με ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα και άλλα τρίτα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 100,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>ένα χρονικό πλαίσιο για τη χρήση των ταμείων εξυγίανσης των κρατών - μελών όπου είναι εγκατεστημένα τα εμπλεκόμενα μέλη του διασυνοριακού ομίλου, τοοποίο πρέπει να μπορεί να παραταθεί αν παραστεί ανάγκη.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Η βάση με την οποία κατανέμεται η συνεισφορά που αναφέρεται στην περίπτωση ε ' της παραγράφου 3 συνά- δει προς την παράγραφο 5 και προς τις αρχές που ορίζονται στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τη περίπτωση στ' της παραγράφου 3 του άρθρου 20, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά στο σχέδιο χρηματοδότησης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά στο σχέδιο χρηματοδότησης, η βάση υπολογισμού της συνεισφοράς κάθε εθνικού ταμείου εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη τα εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το ποσοστό των σταθμισμένων βάσει κινδύνου περιουσιακών στοιχείων του διασυνοριακού ομίλου, τα οποία κατέχουν τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β', γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο κράτος - μέλος του εν λόγω ταμείου εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του διασυνοριακού ομίλου τα οποία κατέχουν τα ιδρύματα και οιοντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' , γ' και δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο κράτος - μέλος του εν λόγω ταμείουεξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το ποσοστό των ζημιών, στις οποίες οφείλεται ηανάγκη εξυγίανσης του διασυνοριακού ομίλου, που προέ- κυψαν σε μέλη του διασυνοριακού ομίλου εποπτευόμενα από την αρμόδια αρχή στο κράτος - μέλος του εν λόγω ταμείου εξυγίανσης και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>το ποσοστό των πόρων του Ταμείου Εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου οι οποίοι, σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης, αναμένεται να χρησιμοποιηθούν προς άμεσο όφελος των μελών του ομίλου τα οποία είναι εγκατεστημένα στο κράτος - μέλος του εν λόγω ταμείου εξυγίανσης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης, ως ταμείο εξυγίανσης σεεπίπεδο ομίλου, οφείλει να είναι σε θέση να καταβάλειαμέσως τη συνεισφορά του στο ταμείο εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης, ως ταμείο εξυγίανσης σεεπίπεδο ομίλου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 100, επιτρέπεται να συνάπτει δάνεια ή να λαμβάνει άλλες μορφές στήριξης από ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή άλλα τρίτα μέρη.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να εγγυηθεί οποιοδήποτε δάνειο συνάπτεται από ταμείο εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με την παράγραφο 7.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_102.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Οποιοδήποτε προϊόν ή οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση των ταμείων εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κατανέμεται στα εθνικά ταμεία εξυγίανσης, ανάλογα με τις συνεισφορές τους στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_103">
               <num>
                  <b>Άρθρο 103</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση(άρθρο 108 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_103.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η κατάταξη των απαιτήσεων λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 145A του ν. 4261/2014.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_103.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά την ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων, η κατάταξη των απαιτήσεων λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 22 και 23 του ν. 3606/2007.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_104">
               <num>
                  <b>Άρθρο 104</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Χρήση συστημάτων εγγύησης των καταθέσεωνστο πλαίσιο της εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 109 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_104.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ενέργειεςεξυγίανσης και με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ενέργειες εξασφαλίζουν ότι οι καταθέτες συνεχίζουν ναέχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους, το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) του ΤΕΚΕ ευθύνεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>όταν χρησιμοποιείται η αναδιάρθρωση παθητικού, για το ποσό που θα απομειώνονταν οι εγγυημένες καταθέσεις προκειμένου να απορροφηθούν οι ζημίες τουιδρύματος σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 46, αν οι εγγυημένες καταθέσεις είχαν περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού και είχαν απομειωθεί στον ίδιο βαθμόόπως οι πιστωτές με την ίδια κατάταξη στην πτωχευτική διαδικασία, βάσει των διατάξεων που διέπουν τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας· ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>όταν χρησιμοποιούνται ένα ή περισσότερα μέτραεκτός της αναδιάρθρωσης παθητικού, για το ύψος των ζημιών που θα υφίσταντο οι καταθέτες ως προς τις εγγυημένες καταθέσεις τους, αν οι εν λόγω καταθέτες υφίσταντο ζημίες ανάλογες των ζημιών που υφίστανται οι πιστωτές με την ίδια κατάταξη στην πτωχευτική διαδικασία βάσει των διατάξεων που διέπουν τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του ΣΚΚ δεν υπερβαίνει το ύψος του ποσού που θα καλείτο το ΤΕΚΕ να καταβάλει αν ενεργοποιείτο η διαδικασία καταβολής αποζημιώσεων, όπως αυτή ειδικότερα προβλέπεται στο ν. 3746/2009.</p>
                     <p>Όταν χρησιμοποιείται η αναδιάρθρωση παθητικού, το ΣΚΚ δεν υποχρεούται να συμβάλει στο κόστος της ανα- κεφαλαιοποίησης του ιδρύματος ή του μεταβατικούιδρύματος σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 46.</p>
                     <p>Όταν έχει προσδιοριστεί με αποτίμηση βάσει του άρθρου 74 ότι η συνεισφορά του ΣΚΚ στην εξυγίανση ήταν μεγαλύτερη από τις καθαρές ζημίες που θα είχε υποστεί εάν το ΤΕΚΕ είχε ενεργοποιηθεί για την καταβολή αποζημιώσεων, το ΣΚΚ δικαιούται την είσπραξη της διαφοράς από το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ, σύμφωνα με το άρθρο 75.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_104.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Ο προσδιορισμός του ποσού για το οποίο ευθύνεται το ΣΚΚ, σύμφωνα την παράγραφο 1, γίνεται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 36.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_104.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η συνεισφορά του ΣΚΚ για το σκοπό της παραγράφου 1 καταβάλλεται σε μετρητά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_104.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Αν οι επιλέξιμες καταθέσεις σε ένα υπό εξυγίανσηίδρυμα μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα μέσω της εντολής μεταβίβασης ή της σύστασης μεταβατικού ιδρύματος, οι καταθέτες δεν έχουν καμία απαίτηση δυνάμει της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ κατά του ΣΚΚ όσον αφορά οποιοδήποτε μέρος των καταθέσεών τους στο υπό εξυγίανσηίδρυμα που δεν μεταβιβάζονται, εφόσον το ύψος των χρηματικών ποσών που μεταβιβάζονται είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το συνολικό επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_104.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Ανεξαρτήτως των οριζομένων στις παραγράφους 1 έως 4, αν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΣΚΚ χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τα εκεί καθοριζόμενα και κατόπιν τούτου μειωθούν σε λιγότερο από δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου του ΣΚΚ, οι τακτικές εισφορές στο ΣΚΚ καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου-στόχου εντός έξι ετών. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση του ΣΚΚ δεν υπερβαίνει ποσό ίσο προς το 50% του επιπέδου-στόχου βάσει του άρθρου 10 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της αρχής εξυγίανσης καθορίζεται ποσοστό ανώτερο του 50% λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εθνικού τραπεζικού τομέα</p>
                     <p>Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η συμμετοχή του ΣΚΚ στο πλαίσιο του παρόντος νόμου δεν υπερβαίνει τη συμμετοχή που θα είχε σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>IH'ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ</b>
            </heading>
            <article eId="art_105">
               <num>
                  <b>Άρθρο 105</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα(άρθρο 110 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_105.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή επιβάλει στους παραβάτες διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 105 έως 109.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_105.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν οι παραβάσεις που διαπιστώνονται αφορούνιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα και μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ, μπορούν να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση,</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_105.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα επιβάλλονται από την αρχή εξυγίανσης ή, αν πρόκειται για διαφορετική αρχή, την αρμόδια αρχή, ανάλογα με το είδος της παράβασης. Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. Κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων, η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις ή τα λοιπά μέτρα θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και συντονίζουν τις ενέργειές τους όταν ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις. Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα για την παράβαση των διατάξεων του παρόντος άμεσα και σε συνεργασία με άλλες αρχές.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_106_Ει">
               <num>
                  <b>Άρθρο 106Ει</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>δικές διατάξεις</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 111 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_106_Ει.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, διαζευκτικά ή σωρευτικά, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης του ιδρύματος ή, κατά περίπτωση, της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ με τις υποχρεώσεις κατάρτισης, αναπροσαρμογής και επικαιροποίησης των σχεδίων ανάκαμψης ομίλου κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>μη υποβολής από το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 11, στην αρμόδια αρχή ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, της αίτησης για την α- δειοδότηση συμφωνίας χρηματοδοτικής στήριξης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης της οντότητας, η οποία θα προβεί στην παροχή της χρηματοδοτικής στήριξης, με τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 16,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης του ιδρύματος στις βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 27 απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>το διοικητικό συμβούλιο ενός ιδρύματος ή μιαςοντότητας των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δεν έχει κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή το γεγονός ότι το ίδρυμα αυτό ή η οντότητα αυτή τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, κατά παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 81.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_106_Ει.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, διαζευκτικά ή σωρευτικά, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις συνεργασίας του ιδρύματος ή παροχής πληροφοριών προς την αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση, αναπροσαρμογή, επικαιροποίηση και εφαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης, κατά παράβαση των άρθρων 11, 19 και της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 63,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση τήρησης λεπτομερών αρχείων των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, κατά παράβαση των περιπτώσεων α ' και β' της παραγράφου 8 του άρθρου 18,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση λήψης μέτρων από το ίδρυμα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης εντός της σχετικής προθεσμίας, κατά παράβαση της παραγράφου 4 του άρθρου 25,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης, κατά παράβαση των περιπτώσεων α' έως ια' της παραγράφου 6 του άρθρου 25,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>μη υποβολής σχεδίου αναδιοργάνωσης στην αρχή εξυγίανσης ή στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, κατά παράβαση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 52, ή μη τροποποίησής του, κατά παράβαση των παραγράφων 8 και 9 του άρθρου 52,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών και υποδομών, κατά παράβαση του άρθρου 65,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης του ειδικού εκκαθαριστή ή κάθε άλλου προσώπου με την υποχρέωση ανάληψης δράσεων σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται ή διέ- πονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, κατά παράβαση των περιπτώσεων α', β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 67,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών με την υποχρέωση διάθεσης όλων των αναγκαίων πληροφοριών στην αρχή εξυγίανσης, κατά παράβαση της περίπτωσης β' της παραγράφου 7 του άρθρου 71.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>μη συμμόρφωσης με τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 45.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_106_Ει.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν τα εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, μητρική επιχείρηση της ΕΕ ή άλλο νομικό πρόσωπο που φέρει ευθύνη και τη φύση της παράβασης·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψή της στο μέλλον</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>προσωρινή απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος ή της οντότητας των περιπτώσεων β', γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή άλλου φυσικού προσώπου, που φέρει ευθύνη, να ασκεί διοικητικά καθήκοντα στα ιδρύματα αυτά ή οντότητες.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά πρόστιμα μέχρι και 10% του συνολικού ετήσιου καθαρούύψους του κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη χρήση από την επιβολή της κύρωσης. Σε περίπτωση νομικού προσώπου που είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός κύκλος εργασιών είναι ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από τουςενοποιημένους λογαριασμούς της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά πρόστιμα μέχρι και 5.000.000 ευρώ·</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>διοικητικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_107_Δη">
               <num>
                  <b>Άρθρο 107Δη</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>μοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων(άρθρο 112 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_107_Δη.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή δημοσιοποιούν, στον επίσημο ιστότοπό τους, τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν για παραβάσεις του παρόντος νόμου, όταν οι εν λόγω κυρώσεις δεν έχουν αποτελέσειαντικείμενο προσφυγής ή όταν έχουν εξαντληθεί τα σχετικά δικαιώματα προσφυγής. Η δημοσίευση γίνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ενημέρωση του φυσικού ή νομικού προσώπου, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση. Όταν η αρχήεξυγίανσης και η αρμόδια αρχή δημοσιοποιούν κυρώσεις εναντίον των οποίων εκκρεμεί προσφυγή, τότε δημοσιοποιούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο ιστότοπό τους, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_107_Δη.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή δημοσιοποιούν σε ανώνυμη βάση τις κυρώσεις που επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ν. 2472/1997 (Α' 50), σεοποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>όταν η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή διεξαγόμενη ποινική έρευνα,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>όταν η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει, στο βαθμό που είναι δυνατόν να καθοριστεί, δυσανάλογη ζημία στα ιδρύματα ή στις οντότητες των περιπτώσεων β' , γ' ή δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή σταεμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Εναλλακτικά, στις περιπτώσεις αυτές, η δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι για ανώνυμη δημοσιοποίηση.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_107_Δη.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή υποχρεού- νται να διατηρούν στον επίσημο ιστότοπό τους κάθε δημοσιοποίηση που διενεργείται κατά το παρόν άρθρο για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσιοποίηση διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης ή της αρμόδιας αρχής μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_108">
               <num>
                  <b>Άρθρο 108</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Διατήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ΕΆΤ(άρθρο 113 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_108.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελματικού απορρήτου όπως αναφέρεται στο άρθρο 83, η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή ενημερώνουν την Ε.Α.Τ. σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν δυνάμει του άρθρου 106 και σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_108.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή έχουν πρόσβαση στις οικείες κεντρικές βάσεις δεδομένων της Ε.Α.Τ. για τις κυρώσεις που της κοινοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αντίστοιχων εθνικών αρχών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_109">
               <num>
                  <b>Άρθρο 109</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων και άσκησητων εξουσιών επιβολής κυρώσεων από την αρμόδιααρχή και την αρχή εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 114 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_109.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών προστίμων, η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>ο βαθμός ευθύνης του οικείου φυσικού ή νομικού προσώπου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, παραδείγματος χάριν όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>το ποσό των κερδών που αποκτήθηκαν ή του κόστους που αποφεύχθηκε από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στο βαθμό που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>οποιεσδήποτε ενδεχόμενες συστημικές συνέπειες της παράβασης.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_109.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης δύναται με αποφάσεις τους να καθορίσουν κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων αυτών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_110_Δι">
               <num>
                  <b>Άρθρο 110Δι</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>καστική προστασία</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 85 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_110_Δι.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης και της αρμόδιας αρχής κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Ε- πικρατείας, η οποία εισάγεται προς συζήτηση εντός τριμήνου από την κατάθεσή της.</p>
                     <p>Ως βάση της εκτίμησης του δικαστηρίου γίνονται δεκτές οι οικονομικές εκτιμήσεις της αρχής εξυγίανσης ή της αρμόδιας αρχής. Στο πλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας λαμβάνεται υπόψη ότι αυτές οι αποφάσεις κατατείνουν στην προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό εξειδικεύεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_110_Δι.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Από τη δικαστική ακύρωση των αποφάσεων της πα- ραγραφου 1 δεν θίγεται η εκ μέρους τρίτων καλόπιστη κτήση μετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, ιδίως δε δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και συμβατικών σχέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_110_Δι.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Όποιος ζημιώθηκε από απόφαση της αρχής εξυγίανσης, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, μπορεί να διεκδι- κήσει δικαστικά αποζημίωση από την αρχή εξυγίανσης για τις ζημιές που υπέστη εξαιτίας αυτής της απόφασης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_10">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10</b>
            </num>
            <heading>
               <b>'ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_111">
               <num>
                  <b>Αρθρο 111</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 3458/2006 (Α' 94)(άρθρο 117 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>0 ν. 3458/2006 τροποποιείται ως εξής:</p>
                  <p>1) Στο άρθρο 2 προστίθενται παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«3 . 0 παρών νόμος εφαρμόζεται επίσης, στις επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στο σημείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 με καταστατική έδρα στην Ελλάδα και στα υ- ποκαταστήματά τους που έχουν συσταθεί σε άλλο κράτος- μέλος της ΕΕ.</p>
                  <p modification="true">4. Σε περίπτωση εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης και άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπο- νται στο νόμο με τον οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 2014/59/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη, ο παρών νόμος εφαρμόζεται επίσης στα χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις και μητρικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου ως άνω νόμου.</p>
                  <p modification="true">5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 και το άρθρο 7 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται όταν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 82 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                  <p modification="true">6. Το άρθρο 34 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζεται όταν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 84 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»</p>
                  <p>2) Το άρθρο 3 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 3Ορισμοί</p>
                  <p modification="true">Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:</p>
                  <p modification="true">«κράτος - μέλος καταγωγής»: το κράτος - μέλος προέλευσης, όπως ορίζεται στο σημείο 43 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
                  <p modification="true">«κράτος - μέλος υποδοχής»: το κράτος - μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο σημείο 44 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
                  <p modification="true">«υποκατάστημα»: το υποκατάστημα, όπως ορίζεται στο σημείο 17 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,</p>
                  <p modification="true">«αρχές αρμόδιες»: οι αρμόδιες αρχές, όπως ορίζονται στο σημείο 40 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 ή η αρχή εξυγίανσης κατά την έννοια του σημείο 18 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, σε σχέση με τα μέτρα αναδιοργάνωσης δυνάμει του παρόντος νόμου,</p>
                  <p modification="true">«διαχειριστής»: πρόσωπο ή όργανο, διοριζόμενο από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές, έργο του οποίου είναι η διαχείριση μέτρων αναδιοργάνωσης,</p>
                  <p modification="true">«διοικητικές ή δικαστικές αρχές»: οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές των κρατών - μελών οι αρμόδιες για τα μέτρα αναδιοργάνωσης ή για τις διαδικασίες εκκαθάρισης,</p>
                  <p modification="true">«μέτρα αναδιοργάνωσης»: τα μέτρα τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, όπως ορίζεται στο σημείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, και είναι δυνατόν να θίξουν προύπάρχοντα δικαιώματα τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή μείωσης των απαιτή- σεων.Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιώνεξυγίανσης που προβλέπονται στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ. 'Οπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «μέτραεξυγίανσης» νοείται ως αναφορά στον όρο «μέτρα αναδιοργάνωσης»,</p>
                  <p modification="true">«εκκαθαριστής»: κάθε πρόσωπο ή όργανο διοριζόμενο από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές, έργο του οποίου είναι η διαχείριση των διαδικασιών εκκαθάρισης,</p>
                  <p modification="true">«διαδικασίες εκκαθάρισης»: οι συλλογικές διαδικασίες, τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους - μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο,</p>
                  <p modification="true">«ρυθμιζόμενη αγορά»: ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου της Οδηγίας (ΕΕ) αριθμ. 2014/65/ΕΕ. Οπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «οργανωμένη αγορά» νοείται ως αναφορά στον όρο «ρυθμιζόμενη αγορά»,</p>
                  <p modification="true">«χρηματοοικονομικά μέσα»: όπως ορίζεται στο στοιχείο β' του σημείου 50 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Οπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «τίτλοι» νοείται ως αναφορά στον όρο «χρηματοοικονομικά μέσα»,</p>
                  <p modification="true">«ρυθμιζόμενη αγορά»: η οργανωμένη αγορά όπως ορίζεται στο σημείο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007. Άλλως, η αγορά όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου της Οδηγίας (ΕΕ) αριθμ. 2014/65/ΕΕ. 'Οπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «οργανωμένη αγορά» νοείται ως αναφορά στον όρο «ρυθμιζόμενη αγορά»,</p>
                  <p>«χρηματοοικονομικά μέσα»: χρηματοοικονομικό μέσο, όπως ορίζεται στο στοιχείο β' του σημείου 50 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Οπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος «τίτλοι» νοείται ως αναφορά στον όρο «χρηματοοικονομικά μέσα».»</p>
                  <p>3) Το άρθρο 27 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 27</p>
                  <p modification="true">Συμφωνία συμψηφισμού και μετατροπής χρέους</p>
                  <p modification="true">Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 και 71 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού και μετατροπής χρέους (netting agreements) διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση η οποία διέπει τις συμφωνίες αυτές.»</p>
                  <p>4) Το άρθρο 28 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 28</p>
                  <p modification="true">Σύμφωνα επαναγοράς (repos)</p>
                  <p modification="true">Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 και 71 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του παρόντος νόμου, τα σύμφωνα επαναγοράς διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση η οποία διέπει τις συμφωνίες αυτές.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_112">
               <num>
                  <b>Άρθρο 112</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του ν. 3301/2004 (Α'263)(άρθρο 118 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>0 ν. 3301/2004 τροποποιείται ως εξής:</p>
                  <p>1) Στο άρθρο 1, προστίθεται παράγραφος 7, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«7. Τα άρθρα 4 έως 7 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται σε οποιονδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή οποιονδήποτε περιορισμό στα αποτελέσματα των συμφωνιών εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ρυθμίσεων εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting) ή αμοιβαίου συμψηφισμού (setoff) που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων 59 έως 72 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ήοποιονδήποτε παρόμοιο περιορισμό που επιβάλλεται δυνάμει παρεμφερών εξουσιών στην Ελλάδα με σκοπό τη διευκόλυνση της ομαλής εξυγίανσης οιασδήποτε οντότητας που αναφέρεται στην υποπερίπτωση δδ' της περίπτωσης γ' της παραγράφου και στο στοιχείο δ', και που υπόκειται σε διασφαλίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές των άρθρων 31 έως 86 και των άρθρων 99 έως 109 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»</p>
                  <p>2) Προστίθεται νέο άρθρο 9α ως εξής:</p>
                  <p modification="true">« Άρθρο 9α</p>
                  <p modification="true">0 παρών νόμος δεν θίγει τα προβλεπόμενα στην κ.υ.α. Ζ1-699/2010(917/Β/23.06.2010) και στο νόμο ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_113">
               <num>
                  <b>Άρθρο 113</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του ν. 3461/2006 (ΑΊ</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>06)(άρθρο 119 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Στο άρθρο 8 του ν. 3461/2006, μετά το εδάφιο η' προστίθεται νέο εδάφιο θ', ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«(θ) χρησιμοποιούνται τα μέτρα εξυγίανσης, οι εξουσίες και μηχανισμοί εξυγίανσης που προβλέπονται του παρόντος στα άρθρα 31-83 και 110 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_114">
               <num>
                  <b>Άρθρο 114</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του ν. 3777/2009 (ΑΊ27)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 120 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Στο άρθρο 1 του ν. 3777/2009, προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«4 . Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στην εταιρεία ή τις εταιρείες, οι οποίες υπόκεινται στη χρήση των μέτρων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_115">
               <num>
                  <b>Άρθρο 115</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>(άρθρο 121 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_115.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στην περίπτωση χρήσης των μέτρων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 και 110 δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2α και 2β του άρθρου 1 οι παράγραφοι 2β και 2γ του άρθρου 26, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 27, οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 28, το άρθρο 28α, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 29, η παράγραφος 2 του άρθρου 30, το τρίτο εδάφιο του άρθρου 30Β, η παράγραφος 1 του άρθρου 32, η παράγραφος 2 του άρθρου 35, η παράγραφος 2, 2α, 2β, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 και η παράγραφος 8 του άρθρου 39 του κ.ν. 2190/1920 και η παράγραφος 2 του άρθρου 51 του ν. 2396/1996 (Α' 73).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_115.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου η γενική συνέλευση μπορεί, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψήφων, να αποφασίζει ή να τροποποιεί το καταστατικό ώστε να προβλέπει ότι, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με αύξηση κεφαλαίου, η γενική συνέλευση συγκαλείται σε συντομότερη προθεσμία από αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 26 του κ.ν. 2190/1920, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω συνέλευση δεν λαμβάνει χώρα εντός δέκα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία της σύγκλησης, ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 27 ή 29 και ότι η αύξηση κεφαλαίου είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν οι προϋποθέσεις εξυγίανσης που θεσπίζονται στα άρθρα 32 και 33.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_115.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, δεν εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις του εδαφίου 2 της παραγράφου 2 και της παραγράφου 2α του άρθρου 39, καθώς και η υποχρέωση της παρ. 4 του άρθρου 28 Α του κ.ν. 2190/1920.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_116">
               <num>
                  <b>Άρθρο 116</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Συνεργασία με την Ε.Α.Τ.</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 128 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Η αρμόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην Ε.Α.Τ. όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_117">
               <num>
                  <b>Άρθρο 117</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 2533/1997 (Α'228)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_117.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 63 του ν. 2533/1997 αντικαθίσταται ωςεξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 63</p>
                     <p modification="true">Σκοποί</p>
                     <p modification="true">Σκοποί του Συνεγγυητικού είναι:</p>
                     <p modification="true">α) η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη ανατρέψιμης αδυναμίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και</p>
                     <p modification="true">β) η χρησιμοποίηση από την Αρχή Εξυγίανσης του Σκέλους Εξυγίανσης του άρθρου 73Α για τις επιχειρήσεις επενδύσεων για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης που προβλέπονται στο νόμο ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                     <p modification="true">Στόχος των παραπάνω είναι η υποστήριξη της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράςεπενδυτικών υπηρεσιών.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_117.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 68 του ν. 2533/1997 προστίθεται παράγραφος 12, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«12. Για την εξέταση και λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων εξυγίανσης, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 έως 103 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεγγυητι- κού δεν συμμετέχουν μέλη του προερχόμενα από επιχειρήσεις επενδύσεων. Στην περίπτωση αυτή, το Διοικητικό Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία με τα υπόλοιπα μέλη του και για τη λήψη απόφασης απαιτείται πλειοψηφία 4/5 των μελών του.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_117.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Μετά το άρθρο 73 ν. 2533/1997 προστίθεται άρθρο 73A, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 73A</p>
                     <p modification="true">1) Πέραν του Κεφαλαίου του Συνεγγυητικού που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 71 επ. του παρόντος νόμου, για τις ανάγκες εξυγίανσης των εταιρειών επενδύσεων δημιουργείται στο Συνεγγυητικό, αυτοτελές Σκέλος Εξυγίανσης, το οποίο διαθέτει ιδίους καιεπαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους.</p>
                     <p modification="true">2) Το πάσης φύσεως ενεργητικό και παθητικό του Σκέλους Εξυγίανσης αποτελεί αυτοτελή ομάδα περιουσίας, διακριτή και ανεξάρτητη από τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του Συνεγγυητικού, το πάσης φύσεως ενεργητικό και παθητικό του και χρησιμοποιείται από την αρχή εξυγίανσης για τις επιχειρήσεις επενδύσεων μόνο για τους σκοπούς των άρθρων 95 και 96 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και μόνο σύμφωνα με τους στόχους της εξυγίανσης και τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34 του ίδιου ως άνω νόμου.</p>
                     <p modification="true">3) Στη χρηματοδότηση του Σκέλους Εξυγίανσης συμμετέχουν κατά τα οριζόμενα σχετικώς στα άρθρα 97 έως 101 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ αποκλειστικά οι Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, μέλη του Συνεγγυητικού, υπαγόμενες στις Επιχειρήσεις Επενδύσεων με εισφορές τακτικές εκ των προτέρων και έκτακτες εκ των υστέρων, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 97 έως 99 του ιδίου ως άνω νόμου (ενσωμάτωση Οδηγίας 2014/59/ΕΕ).»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_118">
               <num>
                  <b>Άρθρο 118</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του άρθρου 20 του ν. 3867/2010 (Α' 128)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Η παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3867/2010 τροποποιείται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«2 . Το Σ.Σ.Ε. είναι επταμελές: Μέλη του Συμβουλίουαποτελούν ο Υπουργός Οικονομικών, ο ΑναπληρωτήςΥπουργός Οικονομικών ή, σε περίπτωση μη ορισμού Αναπληρωτή, ο Υφυπουργός Οικονομικών, αρμόδιος για θέματα δημοσιονομικής πολιτικής, ο Γενικός Γραμματέας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο καθ' ύλην αρμόδιος Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Πρόεδρος του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους. Πρόεδρος του Σ.Σ.Ε. ορίζεται ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίοςαναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών ή, εάν δεν έχει οριστεί, από τον Υφυπουργό Οικονομικών. Στις συνεδριάσεις του Σ.Σ.Ε. μπορεί να μετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, διοικητές, πρόεδροι ή διευθύνοντες σύμβουλοι πιστωτικών ιδρυμάτων, ειδικοί εμπειρογνώμονες, καθώς και οποιοσδήποτε τρίτος, του οποίου η γνώμη κατά την κρίση του προέδρου θα υποβοηθούσε το έργο του Συμβουλίου. Στις συνεδιάσεις του Σ.Σ.Ε. προσκαλούνται υποχρεωτικά ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, όταν η συζήτηση αφορά πιστωτικά ιδρύματα, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων μετέχει το Ταμείο. Η αρχή εξυγίανσης προσκαλείται υποχρεωτικά για θέματα εξυγίανσης και μετέχει στις συνεδριάσεις χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκπροσωπούμενη από άλλο πρόσωπο, πέραν των οριζομένων που εκπροσωπούν την αντίστοιχη αρχή εποπτείας.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_119">
               <num>
                  <b>Άρθρο 119</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 3746/2009 (Α' 27)</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_119.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 13A προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«5. Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του Σκέλους Εξυγίανσης, όπως διαμορφώθηκε από την έναρξη ισχύος του ν. 4021/2011 μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ μεταφέρεται σε Λογαριασμό Τακτοποίησης Παρελθουσών Χρήσεων Εξυγίανσης, ο οποίος χρησιμοποιείται προς αποπληρωμή των υποχρεώσεων που προέ- κυψαν λόγω χρηματοδότησης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 κατά το ανωτέρω διάστημα. Οποιαδήποτεαναφορά του όρου «Σκέλος Εξυγίανσης» στο παρόντα νόμο για τις υποχρεώσεις του πρώτου εδαφίου νοοείται ως αναφορά στον όρο «Λογαριασμός Τακτοποίησης Παρελθουσών Χρήσεων Εξυγίανσης». Το Σκέλος Εξυγίανσης από την έναρξη ισχύος του νόμου ενσωμάτωσης της οδηγίας 2014/59/ΕΕ διέπεται από τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 95 - 104 αυτού του νόμου.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_119.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>Προστίθεται εδάφιο δ' στην παράγραφο 1 ως εξής:</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p modification="true">«δ. Για την εξέταση και λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων εξυγίανσης συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 - 104 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΕΚΕ συγκροτείται από πέντε μέλη χωρίς την συμμετοχή των μελών που προέρχονται από την Ελληνική Ενωση Τραπεζών.»</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Προστίθενται εδάφια δ' και ε' στην παράγραφο 8, ως εξής:</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p modification="true">«Για τους σκοπούς της εξέτασης και λήψης αποφάσεων επί ζητημάτων εξυγίανσης συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 - 104 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν είναι παρόντα και τα πέντε (5) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Για τη λήψη αποφάσεωνεπί των ζητημάτων του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5).»</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>Στην υποπερίπτωση (iii) της περίπτωσης β' της παραγράφου 14 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p modification="true">«, πλην εάν πρόκειται για θέματα που αφορούν την διαδικασία εξυγίανσης συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_120">
               <num>
                  <b>Άρθρο 120</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 4261/2014 (Α' 107)</b>
               </heading>
               <p>Ο ν. 4261/2014 τροποποιείται ως εξής:</p>
               <paragraph eId="art_120.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:</p>
                     <p>α. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται με βάση τα άρθρα 137, 138 και 145 του παρόντος νόμου, δημοσιεύονται αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι παράγραφοι 3 έως 8 του άρθρου 66 καταργού- νται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 136 τροποποιείται ως εξής:</p>
                     <p>α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 136 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Για το σκοπό του άρθρου 94, η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της μπορεί να ζητήσει από πιστωτικό ίδρυμα και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού να αυξήσει το κεφάλαιό του εντός προθεσμίας και κατά τους ειδικότερους όρους που ορίζονται στην ίδια απόφαση».</p>
                     <p>β. Η παράγραφος 5 του άρθρου 136 καταργείται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 137 αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 137</p>
                     <p modification="true">Διορισμός επιτρόπου</p>
                     <p modification="true">1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυμα έναν ή περισσότερους επιτρόπους στις ακόλουθες περιπτώσεις:</p>
                     <p modification="true">α) όταν συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων ζ ' και η' του άρθρου 19,</p>
                     <p modification="true">β) όταν το πιστωτικό ίδρυμα παραβιάζει ή, λόγω, μεταξύ άλλων, μιας ταχείας επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής του κατάστασης, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, του ν. 4261/2014, του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 600/2014, και τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν επαρκούν προς αντιμετώπιση της κατάστασης,</p>
                     <p modification="true">γ) όταν το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει σε σοβαρές ή κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις διατάξεων νόμων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος ή του καταστατικού του ή σε σοβαρές διοικητικές παρατυπίες ή όταν η επιχειρηματική του πορεία δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη χρηστή και συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τη διοίκησή του, με συνέπεια να τίθενται σε κίνδυνο η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος, τα συμφέροντα των καταθετών του ή εν γένει η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και η προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα,</p>
                     <p modification="true">δ) όταν διαφαίνεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια ή ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες και οι λοιποί πιστωτές του,</p>
                     <p modification="true">ε) όταν το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει σχετικό αίτη- μɑ.</p>
                     <p modification="true">2. Η Τράπεζα της Ελλάδος διορίζει στο πιστωτικόίδρυμα επίτροπο στις ακόλουθες περιπτώσεις:</p>
                     <p modification="true"
                        modification-restarting="true">«α) όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 96 ή δεν έχει εφαρμόσει τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα του σχεδίου ανάκαμψης, παρότι αυτό του ζητήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,</p>
                     <p modification="true">β) όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τις παραγράφους 1 ή 5 του άρθρου 136.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Στην απόφαση διορισμού του επιτρόπου ορίζεται αν ο επίτροπος διορίζεται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>για να συμπράττει προσωρινά με το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος, οπότε από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα του διορισμού του επιτρόπου κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος είναι ανίσχυρη εάν δεν συνέπραξε και ο επίτροπος. Mε την ίδια απόφαση καθορίζονται οι εξουσίες, ο ρόλος και τα καθήκοντα του επιτρόπου, καθώς και η υποχρέωση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος να ζητά τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεσή του πριν από τη λήψη ορισμένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισμένων δράσεων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>για να αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος, εάν η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει, κατόπιν σχετικής εισήγησης του επιτρόπου εάν συντρέχει περίπτωση ή από άλλα στοιχεία και πληροφορίες που διαθέτει, ότι οι εργασίες του πιστωτικού ιδρύματος δεν μπορούν να εξακολουθήσουν υπό την παρούσα διοίκηση.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η επιλογή μεταξύ σύμπραξης του διοικητικού συμβουλίου με τον επίτροπο και αντικατάστασής του από αυτόν μπορεί να τροποποιηθεί με μεταγενέστερη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Τηρουμένου του παρόντος άρθρου, ο διορισμός επιτρόπου δεν θίγει τα δικαιώματα των μετόχων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Ο επίτροπος αξιολογεί την εν γένει οικονομική, διοικητική και οργανωτική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος και τη χρηματοοικονομική θέση του και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του και την αποκατάσταση της υγιούς και συνετής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριό- τητάς του, με σκοπό είτε την ανάκαμψη του πιστωτικού ιδρύματος είτε την προετοιμασία εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή θέσης του πιστωτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Ο επίτροπος επιλέγεται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε τραπεζικά θέματα, είναι πλήρους απασχόλησης και υπόκειται στους κανόνες περί απορρήτου της παραγράφου 1 του άρθρου 54. Στο πρόσωπό του δεν πρέπει να προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για το διορισμό επιτρόπου κοινοποιείται αμελλητί στο πιστωτικόίδρυμα και ισχύει από τη λήψη της ως άνω κοινοποίησης. Κοινοποιείται επίσης στην αρχή εξυγίανσης, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, στις εποπτικές αρχές άλλων κρατών - μελών και στην ΕΑΤ. Η απόφαση για το διορισμό επιτρόπου δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία αποζημιώσεων καταθετών και επενδυτών πελατών του ν. 3746/2009 (Α' 27) και του ν. 2533/1997. Επίσης, ο διορισμός επιτρόπου δεν συνεπάγεται την ακύρωση, καταγγελία ή τροποποίηση συμφωνιών, το ληξιπρόθεσμο οποιουδήποτε χρέους του πιστωτικού ιδρύματος ή την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά αυτού.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Με την απόφαση διορισμού επιτρόπου ή και με αυτοτελή απόφαση σε οποιονδήποτε χρόνο μπορεί να καθορίζονται θέματα για τα οποία απαιτείται απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή σχετική εκ μέρους της έγκριση. Επιπλέον, με την ως άνω απόφαση μπορεί να απαιτείται από τον επίτροπο η λήψη συγκεκριμένων μέτρων ή ηαποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών προς ικανοποίηση του σκοπού της παραγράφου 4. Σε κάθε περίπτωση, οεπίτροπος συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος και διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνον με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος υποχρεούται να υποβάλει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις ακόλουθες εκθέσεις:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>Το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωσηεντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης διορισμού του, έκθεση απογραφής των στοιχείων τουενεργητικού και παθητικού του πιστωτικού ιδρύματος. Η ως άνω έκθεση κατατάσσει τα στοιχεία του ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύματος σε κατηγορίες κινδύνου και ταξινομεί τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>Το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση,εκτός εάν έχει συμφωνηθεί άλλος χρόνος με την Τράπεζα της Ελλάδος, εντός εξήντα (60) ημερών από την έκδοση της απόφασης διορισμού του, έκθεση για:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>αα)</num>
                           <p>την εν γένει οικονομική κατάσταση, τη χρηματοοικονομική θέση και τις προοπτικές του πιστωτικού ιδρύματος, που περιλαμβάνει έναν αναθεωρημένο ισολογισμό και μια προκαταρκτική εκτίμηση της καταλληλότητας των μέτρων εξυγίανσης και των ενδεχόμενων επιπτώσεων στη θέση των μετόχων και πιστωτών σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ββ)</num>
                           <p>το προτεινόμενο σχέδιο δράσης που μπορεί κατά περίπτωση να περιλαμβάνει προτάσεις:</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>i)</num>
                           <p>για την επιστροφή του πιστωτικού ιδρύματος σεομαλή λειτουργία μέσω διορθωτικών μέτρων, καθώς και για την πολιτική διανομής μερισμάτων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ii)</num>
                           <p>για τη λήψη τυχόν άλλων μέτρων προκειμένου να διασφαλισθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και να προστατευθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων εξυγίανσης, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>iii)</num>
                           <p>για την προετοιμασία θέσης του πιστωτικού ιδρύματος υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε περίπτωση που δεν κρίνεται εφικτή η ανάκαμψη ή εξυγίανσή του.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Για τα αναφερόμενα στην ανωτέρω περίπτωση αα' ο επίτροπος υποβάλλει έκθεση και κατά τη λήξη της θητείας του. 0 επίτροπος υποχρεούται να παρέχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή να υποβάλει οποιαδήποτε πρόσθετη έκθεση του ζητηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. 0 επίτροπος επιβλέπει την εφαρμογή ή εφαρμόζει ο ίδιος το σχέδιο δράσης.</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>Ανά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και κατά τη λήξη της θητείας του, έκθεση για τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Στις περιπτώσεις εφαρμογής του παρόντος άρθρου, είναι δυνατή η σφράγιση γραφείων και εγκαταστάσεων του πιστωτικού ιδρύματος από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος με τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής κατά τους όρους του νόμου. Η διοίκηση και οι εργαζόμενοι του πιστωτικού ιδρύματος υποχρεούνται να παρέχουν στον επίτροπο οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία τους ζητηθεί σχετικά με το πιστωτικό ίδρυμα και να διευκολύνουν την άσκηση των κατά το νόμο και την απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθηκόντων του επιτρόπου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος, είτε αναλαμβάνει είτε συμπράττειαπλώς στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος, μπορεί:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>να προσλαμβάνει εξωτερικούς νομικούς ή οικονομικούς συμβούλους, καθώς και λοιπό βοηθητικό προσωπικό και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>να ασκεί στο όνομα του πιστωτικού ιδρύματος κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο για την προάσπιση των συμφερόντων του, συμπεριλαμβανομένων αγωγών αποζημίωσης κατά προσώπων της διοίκησης ή του προσωπικού, εφόσον με πράξεις ή παραλείψεις τους ζημίωσαν το πιστωτικό ίδρυμα. Τα σχετικά έξοδα βαρύνουν το πιστωτικό ί- δρυμɑ.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριάαμέλεια για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν ευθύνεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νομοθεσίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_12">
                  <num>12.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η αμοιβή και το εν γένει κόστος που συνεπάγεται η άσκηση των καθηκόντων του επιτρόπου καλύπτεται από το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο έχει διορισθεί επίτροπος, σύμφωνα με σχετικήαπόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε περίπτωση αδυναμίας του πιστωτικού ιδρύματος να καταβάλει το σύνολο ή μέρος της δαπάνης, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να προβεί στην καταβολή, έχοντας αξίωση στην απόδοση των καταβληθέντων, στην οποία εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 55Ε του Καταστατικού της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_13">
                  <num>13.</num>
                  <content>
                     <p>0 επίτροπος διορίζεται για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. 0 ως άνω διορισμός μπορεί να παρατείνεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για διάστημα που δεν υπερβαίνει εκάστοτε τους έξι (6) μήνες. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να αντικαθίσταται ο επίτροπος ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο ή να τερματίζεται το έργο του. 0 τερματισμός του έργου του επιτρόπου πριν από τη λήξη της κατά τις περιπτώσεις α' και β' της παρούσας παραγράφου ορισθείσας θητείας επιτρέπεται εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσει ότι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>οι λόγοι διορισμού του κατά την παράγραφο 1, δεν υφίστανται πλέον ή</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>το πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να ανακάμψει ή να εξυγιανθεί. Στην τελευταία περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την ανάκληση της άδειας του πιστωτικού ιδρύματος, κατά το άρθρο 19 και το θέτει υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145. Σε περίπτωση τερματισμού του έργου του επιτρόπου που δεν σχετίζεται με τη θέση του πιστωτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση, ο επίτροπος εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι το διορισμό ή την εκλογή νέου διοικητικού συ μβουλίου.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_14">
                  <num>14.</num>
                  <content>
                     <p>Όταν δυνάμει δικαστικής αποφάσεως προκύπτειάμεσα ή έμμεσα θέμα νομιμότητας ή εγκυρότητας τηςεκλογής, συγκρότησης, σύνθεσης ή λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος διορίζει επίτροπο, ο οποίος ασκεί τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών που μπορεί να παρατείνεται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_15">
                  <num>15.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_120.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Προστίθεται άρθρο 145α, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 145α</p>
                     <p modification="true">Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση</p>
                     <p modification="true">Ι.Κατά την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, οι κατωτέρω απαιτήσεις κατατάσσονται προνομιακά κατά την ακόλουθη σειρά:</p>
                     <p modification="true">(α) Απαιτήσεις της περίπτωσης γ' του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.</p>
                     <p modification="true">(β) Απαιτήσεις του Δημοσίου σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 57 ή 58 του νόμου ενσωμάτωσης τηςΟδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                     <p modification="true">(γ) Απαιτήσεις από εγγυημένες καταθέσεις ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των καταθετών, στους οποίους καταβάλλει αποζημίωση, κατά το μέτρο αυτής της αποζημίωσης ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ λόγω της χρήσης του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) στο πλαίσιο της εξυγίανσης κατά το άρθρο 104 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                     <p modification="true">(δ) Απαιτήσεις του Δημοσίου από κάθε αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές.</p>
                     <p modification="true">(ε) Οι ακόλουθες απαιτήσεις:</p>
                     <p modification="true">(αα) Απαιτήσεις του Ταμείου Εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 98 σε περίπτωση χρηματοδότησης με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ταμείου Εξυγίανσης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 95 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.</p>
                     <p modification="true">(ββ) Απαιτήσεις από επιλέξιμες καταθέσεις κατά το τμήμα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά την περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 για καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.</p>
                     <p modification="true">(στ) Απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες με την έννοια της περίπτωσης β' παράγραφος 2 του άρθρου 2 και της περίπτωσης α' παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3746/2009 ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίουποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πελατών επενδυτών, στους οποίους καταβάλλει αποζημίωση, κατά το μέτρο αυτής της αποζημίωσης.</p>
                     <p modification="true">(ζ) Απαιτήσεις από επιλέξιμες καταθέσεις κατά το τμήμα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά την περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και δεν εμπίπτουν στην περίπτωση ε' ανωτέρω.</p>
                     <p modification="true">(η) Απαιτήσεις από καταθέσεις που εμπίπτουν στηνεξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 3746/2009, στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι καταθέσεις που εμπίπτουν στις περιπτώσεις 3, 14, 15 της διάταξης αυτής.</p>
                     <p modification="true">Οι απαιτήσεις αα' και ββ' της περίπτωσης ε' ανωτέρω ικανοποιούνται συμμέτρως. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 154 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.</p>
                     <p modification="true">2. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω προηγείται η προνομιακή ικανοποίηση των κάτωθι απαιτήσεων, κατά τα ειδικότερα κατά περίπτωση οριζόμενα:</p>
                     <p modification="true">α) Αν στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματοςυφίστανται δικαιώματα από συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004, ο ασφαλειολήπτης ικανοποιείται από την ασφάλεια κατ’ αποκλεισμό, μέχρι πλήρους ικανοποίησής του, κάθε άλλης απαίτησης (παράγραφος 4 του άρθρου 145 του ν. 4261/2014).</p>
                     <p modification="true">β) Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζημίωσης καταθετών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του ν. 3746/2009, τα κεφάλαια του ΣΚΚ του ΤΕΚΕ που είναι κατατεθειμένα στο περιελθόν σε αδυναμία πιστωτικό ίδρυμα, οι προκύπτοντες δεδουλευμένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόμενη εισφορά προς το ΣΚΚ του ΤΕΚΕ αποδίδονται αμέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονο- μικού δικαίου και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.</p>
                     <p modification="true">γ) Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζημίωσης επενδυτών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του ν. 3746/2009, τα κεφάλαια του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων (ΣΚΕ) του ΤΕΚΕ που είναι κατατεθειμένα στο περιελθόν σε αδυναμία πιστωτικό ίδρυμα, οι προκύπτοντες δεδουλευμένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόμενη εισφορά προς το ΣΚΕ του ΤΕΚΕ αποδίδονται αμέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του περιελθόντος σε αδυναμία πιστωτικού ιδρύματος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.</p>
                     <p modification="true">3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που άρχισαν πριν τηνέναρξη ισχύος του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι οποίες εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο θέσης του πιστωτικού ιδρύματος σε ειδική εκκαθάριση.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_121">
               <num>
                  <b>Άρθρο 121</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 3606/2007 (ΑΊ95)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στο άρθρο 23 του ν. 3606/2007, μετά την παράγραφο 2, προστίθεται παράγραφος 2 α, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«2 α. Κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων του σημείου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 που υπόκεινται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014, οι αξιώσεις του Συνεγγυητικού από αποζημιώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 67 του ν. 2533/1997 που υπερβαίνουν τις κατά το άρθρο 71 του ν. 2533/1997 εισφορές της επιχείρησηςεπενδύσεων κατατάσσονται ύστερα από τις αξιώσεις πελατών κατά την προηγούμενη παράγραφο και πριν από τη σειρά των απαιτήσεων που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔ και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ.»</p>
               </content>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>Κ'ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_122">
               <num>
                  <b>Άρθρο 122</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σύσταση Επιτροπής Λήψης Μέτρων Εξυγίανσηςστην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_122.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Συνιστάται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης (ΕΛΜΕ), που αποτελείται από τους εξής:</p>
                     <p>α. Τον εκάστοτε Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δεν είναι επιφορτισμένος με την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων, ως πρόεδρο.</p>
                     <p>β. Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μελετών, Πιστοποίησης και Μηχανοργάνωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                     <p>γ. Ενα μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_122.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η ως άνω Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                     <p>Χρέη γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_122.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η ΕΛΜΕ συγκαλείται από τον Πρόεδρό της και συνεδριάζει τουλάχιστον άπαξ μηνιαίως, εφόσον παρίστα- νται αυτοπροσώπως δύο τουλάχιστον από τα μέλη της. Οι αποφάσεις της ΕΛΜΕ λαμβάνονται με δύο τουλάχιστο θετικές ψήφους. Σε περίπτωση ισοψηφίας, το θέμα παραπέμπεται στη ολομέλεια της ΕΛΜΕ.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_123">
               <num>
                  <b>Άρθρο 123</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αρμοδιότητες της Επιτροπής ΛήψηςΜέτρων Εξυγίανσης</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_123.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης (ΕΛΜΕ)έχει τις εξής αρμοδιότητες:</p>
                     <p>α. Την άσκηση των εξουσιών και διενέργεια πράξεων εξυγίανσης που ανατίθενται στην αρχή εξυγίανσης και προβλέπονται στον παρόντα νόμο.</p>
                     <p>β. Την έκδοση όλων των ατομικών διοικητικών πράξεων και τη λήψη των αποφάσεων, οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα νόμο, εκτός από αυτές που αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αυτές που αφορούν σε αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής.</p>
                     <p>γ. Την εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αφενός για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 110 και αφετέρου για τη λήψη αποφάσεων πουαφορούν στην αποκλειστική υπό τον παρόντα νόμο αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής.</p>
                     <p>δ. Την πρόταση προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την έκδοση των κανονιστικών αποφάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_123.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Για την αποτελεσματική άσκηση των παραπάνω αρμοδιοτήτων, η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης επι- κουρείται και υποστηρίζεται από τη Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_123.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης, κατά τηνάσκηση των αρμοδιοτήτων της, δεν υπόκειται σε οδηγίες ή εντολές κανενός άλλου οργάνου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_124">
               <num>
                  <b>Άρθρο 124</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξουσίες της Μονάδας ΕξυγίανσηςΕπιχειρήσεων Επενδύσεων</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
                  </p>
                  <p>Για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους ελεγκτές, καθώς και από κάθε άλλο πρόσωπο να της παρέχουν πληροφορίες και έγγραφα, μη δυνάμενα να επικα- λεσθούν επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>έχει πρόσβαση σε και λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, μαγνητική ή άλλη) από τους αναφερόμενους στο προηγούμενο εδάφιο, οι οποίοι δεν δικαιούνται να επικα- λεσθούν επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>αν υπάρξει άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα, βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παροχής αντιγράφων ή αποσπασμάτων τους σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, να προβαίνει σε κατάσχεση των σχετικών βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, που βρίσκονται στην επαγγελματικήεγκατάσταση των προσώπων, κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 22 του ν. 3340/2005 (ΑΊ12),</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>ζητά και λαμβάνει στοιχεία από τις υπόλοιπες Διευθύνσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_125">
               <num>
                  <b>Άρθρο 125</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του π.δ. 65/2009 (Α' 88)</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>(άρθρο 3 παράγραφοι 3, 4, 8 της Οδηγίας 2014/59ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_125.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1 του π.δ. 65/2009,αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Οι υπηρεσίες του εποπτευόμενου από τον Υπουργό Οικονομικών Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρο 76 του ν. 1969/1991 (ΑΊ67) και άρθρο 22 του ν. 3371/2005 (ΑΊ78), Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (ΕΚ), οι οποίες διαρθρώνονται ως κατωτέρω και ασκούν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στα άρθρα 2 έως 15α, είναι οι εξής:»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_125.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Στο τέλος του άρθρου 1, όπως τροποποιείται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, προστίθεται περίπτωση 15 που έχει ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«15. Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_125.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Μετά το άρθρο 15 προστίθεται άρθρο 15α, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 15α</p>
                     <p modification="true">Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων</p>
                     <p modification="true">Η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, είναι αυτοτελής καιυπάγεται απευθείας στην Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης.</p>
                     <p modification="true">Η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεωνέχει τις εξής αρμοδιότητες:</p>
                     <p modification="true">α) παρακολουθεί την κατάσταση των επιχειρήσεωνεπενδύσεων βάσει της πληροφόρησης που λαμβάνει από την Διεύθυνση Φορέων προκειμένου να εξεταστεί ηεφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης,</p>
                     <p modification="true">β) καταρτίζει τα σχέδια εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων κατόπιν διαβούλευσης και άντλησης στοιχείων από την Διεύθυνση Φορέων,</p>
                     <p modification="true">γ) διερευνά την εκπλήρωση των προϋποθέσεων για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης,</p>
                     <p modification="true">δ) παρακολουθεί την εφαρμογή της διαδικασίας των μέτρων εξυγίανσης,</p>
                     <p modification="true">ε) εισηγείται προς την Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης για θέματα της αρμοδιότητάς της σε συνεργασία, όπου απαιτείται, με τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών.</p>
                     <p modification="true">στ) ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται στις διατάξεις του νόμου για την εξυγίανση Επιχειρήσεων Επενδύσεων.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_125.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Στο τέλος του άρθρου 25, προστίθεται παράγραφος 16, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«16. Της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων προΐστανται υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού ή υπάλληλοι του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού με ειδικότητα ελεγκτή ή οικονομολόγου ή νομικού και εάν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν του κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού και αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν του κλάδου ΔΕ Διοικητικών - Γραμματέων.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_126">
               <num>
                  <b>Άρθρο 126</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Στελέχωση της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς</b>
               </p>
               <p>
                  <b>(άρθρο 3 παράγραφοι 3, 4 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_126.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Συνιστώνται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 15 Θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη των αναγκών της Μονάδας Εξυγίανσης επιχειρήσεων επενδύσεων.</p>
                     <p>Οι Θέσεις αυτές έχουν ως εξής:</p>
                     <p>Πέντε (5) Θέσεις Οικονομολόγων,</p>
                     <p>Έξι (6) Θέσεις Ελεγκτών και</p>
                     <p>Τέσσερις (4) Θέσεις Νομικών.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_126.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι παραπάνω είναι τα εξής:</p>
                     <p>α. Προσόντα διορισμού στις Θέσεις ελεγκτών ορίζονται τα προβλεπόμενα στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 35 του ν. 2324/1995.</p>
                     <p>β. Προσόντα διορισμού στις θέσεις οικονομολόγων και νομικών ορίζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 του π.δ. 50/2001 (Α' 39),</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_126.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η γνώση της ξένης γλώσσας στις παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύεται σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 50/2001.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_126.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Το ανωτέρω προσωπικό υπηρετεί με απόσπαση, μετάταξη ή κατόπιν νέας πρόσληψης που διενεργείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών στελέχωσης της Μονάδας, οι αρμοδιό- τητές της θα ασκούνται από το υφιστάμενο μόνιμο και ειδικό επιστημονικό προσωπικό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, το οποίο οργανωτικά διαχωρίζεται από τις εποπτικές λειτουργίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_127">
               <num>
                  <b>Άρθρο 127</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του ν. 3152/2003 (Α' 152)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στην περίπτωση γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3152/2003, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν.1868/1989 (Α'230), όπως εκάστοτε ισχύει, εφαρμόζεται για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_128">
               <num>
                  <b>Άρθρο 128</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποιήσεις του ν. 3833/2010 (Α' 40)</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3833/ 2010, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο Γ' του άρθρου δεύτερου του ν. 4254/2014 (Α' 85) μετά τις λέξεις «Τράπεζα της Ελλάδος» προστίθενται οι λέξεις «και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την εκπλήρωση της αποστολής τους, σύμφωνα με το τελευταίοεδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ».</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_129">
               <num>
                  <b>Άρθρο 129</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τροποποίηση του ν. 2789/2000</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>(μέτρο εφαρμογής του άρθρου 87 του Κανονισμού648/2012)</b>
                  </p>
                  <p>Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2789/2000 (Α'21), προστίθεται εδάφιο, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">« Οταν διαχειριστής συστήματος έχει παράσχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος σε συνάρτηση με διαλειτουργικό σύστημα, τα δικαιώματα του παρέχοντος διαχειριστή συστήματος επί της εν λόγω ασφάλειας δεν θίγονται από την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότηταςέναντι του λαμβάνοντος την ασφάλεια διαχειριστή συστήματος.»</p>
               </content>
            </article>
         </chapter>
         <chapter eId="chap_">
            <num>
               <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ </b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΚΑ'ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_130">
               <num>
                  <b>Άρθρο 130</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μεταβατικές διατάξεις</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_130.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργού- νται τα άρθρα 139 έως 144 του ν. 4261/2014 και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες κατά περιεχόμενο διατάξεις του παρόντος νόμου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_130.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Οι κατ’ εξουσιοδότηση των καταργηθέντων με την παράγραφο 1 άρθρων εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις διατηρούνται σε ισχύ ως την αντικατάστασή τους από νεώτερες, εκτός αν το περιεχόμενό τους αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_130.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που ξεκίνησαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και βρίσκονται σε εξέλιξη εξακολουθούν να διέπονται από τις ι- σχύουσες κατά το χρόνο έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης διατάξεις, εκτός αντίθετης ρητής διάταξης.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_3">
               <num>
                  <b>Άρθρο 3</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Έναρξη ισχύος</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_3.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 43 έως 55 και της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Ιανουαρί- ου 2016.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις.</p>
                     <p>
                        <b>ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>ΤΜΗΜΑA</b>
                     </p>
                     <p>Πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στα σχέδια ανάκαμψης</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Περίληψη;</b>
                     </p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>
                              <b>των βασικών στοιχείων του σχεδίου και της συνολικής δυνατότητας ανάκαμψης, και</b>
                           </p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>
                        <b>. β) των ουσιωδών μεταβολών που επήλθαν στο ίδρυμα από τότε που υπεβλήθη το πλέον πρόσφατο σχέδιο ανάκαμψης.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Σχέδιο επικοινωνίας και γνωστοποίησης/, στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο σκοπεύει η επιχείρηση να διαχειριστεί κάθε ενδεχόμενη αρνητική αντίδραση της αγοράς.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Το φάσμα των δράσεων σε επίπεδο κεφαλαίων και ρευστότητας οι οποίες απαιτούνται για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση βιωσιμότητας και της χρηματοοικονομικής θέσης του ιδρύματος.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Λεπτομερή περιγραφή;</b>
                     </p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>
                              <b>κάθε ουσιώδους εμποδίου στην αποτελεσματική και έγκαιρη εκτέλεση του σχεδίου, περιλαμβανομένης της θεώρησης της επίπτωσής του στον υπόλοιπο όμιλο, στους πελάτες και στους αντισυμβαλλομένους του ιδρύματος, </b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>
                              <b>των διαδικασιών για τον προσδιορισμό της αξίας και της εμπορευσιμότητας των βασικών επιχειρηματικών τομέων, των δραστηριοτήτων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος, και</b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>
                              <b>του τρόπου ενσωμάτωσης του σχεδίου ανάκαμψης στη δομή εταιρικής διακυβέρνησης του ιδρύματος, καθώς και των πολιτικών και διαδικασιών που διέπουν την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης και τον προσδιορισμό των προσώπων του ιδρύματος που είναι αρμόδια για την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδίου.</b>
                           </p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Ρυθμίσεις και μέτρα;</b>
                     </p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>
                              <b>για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,</b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>
                              <b>για τη διασφάλιση ότι το ίδρυμα έχει επαρκή πρόσβαση σε έκτακτες πηγές χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων πιθανών πηγών ρευστότητας, αξιολόγηση των διαθέσιμων εξασφαλίσεων και της δυνατότητας μεταφοράς ρευστότητας μεταξύ των μελών του ομίλου και των επιχειρηματικών τομέων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μπορεί να συνεχίσει τη διεκπεραίωση των δραστηριοτήτων του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του , όταν καθίστανται απαιτητές, γ) για τη μείωση των κινδύνων και της μόχλευσης, δ) για την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων,</b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>
                              <b>για την αναδιάρθρωση των επιχειρηματικών τομέων.</b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>
                              <b>αναγκαία για τη διατήρηση της συνεχούς πρόσβασης στις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών, και</b>
                           </p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>
                              <b>αναγκαία για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών του ιδρύματος, περιλαμβανόμενων των υποδομών και των υπηρεσιών πληροφορικής.</b>
                           </p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Προπαρασκευαστικές ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της πώλησης περιουσιακών στοιχείων ή επιχειρηματικών τομέων εντός χρονοδιαγράμματος κατάλληλου για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Άλλες διαχειριστικές δράσεις ή στρατηγικές για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας και εκτίμηση της αναμενόμενης χρηματοπιστωτικής επίπτωσης των εν λόγω δράσεων ή στρατηγικών.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_10">
                  <num>10.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Προπαρασκευαστικά μέτρα που έχει λάβει ή σκοπεύει να λάβει το ίδρυμα προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης, περιλαμβανομένων εκείνων που είναι αναγκαία για τη δυνατότητα έγκαιρης ανακεφαλαιοποίησης του ιδρύματος.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_3.para_11">
                  <num>11.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Πλαίσιο δεικτών που προσδιορίζει τα σημεία ενεργοποίησης της ανάληψης των κατάλληλων δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </chapter>
         <section eId="sec_">
            <num>ΤΜΗΜΑ </num>
            <heading>Β</heading>
            <p>Πληροφορίες που μπορούν να ζητήσουν οι αρχές εξυγίανσης από τα ιδρύματα για τους σκοπούς της κατάρτισης και της διατήρησης σχεδίων εξυγίανσης</p>
            <p>
               <b>Για τους σκοπούς της κατάρτισης και της αναπροσαρμογής σχεδίων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ζητούν από τα ιδρύματα να παρέχουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:</b>
            </p>
            <p>1. <b>λεπτομερή περιγραφή της οργανωτικής δομής του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου ενός καταλόγου όλων των νομικών προσώπων,</b>
            </p>
            <p>2. <b>στοιχεία του άμεσου κατόχου και του ποσοστού δικαιωμάτων ψήφου και δικαιωμάτων άνευ ψήφου κάθε νομικού προσώπου,</b>
            </p>
            <p>3. <b>τον τόπο εγκατάστασης, την περιοχή δικαιοδοσίας της ιδρυτικής πράξης, την αδειοδότηση και τα μέλη της βασικής διοίκησης κάθε νομικού προσώπου,</b>
            </p>
            <p>4. <b>καταγραφή των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των ουσιωδών περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων πού σχετίζονται με τις εν λόγω λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς, αναφορικά με τα νομικά πρόσωπα,</b>
            </p>
            <p>5. <b>λεπτομερή περιγραφή των συστατικών μερών των υποχρεώσεων του ιδρύματος και όλων των νομικών του οντοτήτων, διαχωρίζοντας, τουλάχιστον, ανά τύπο και ποσού βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου χρέους, τις εξασφαλισμένες, μη εξασφαλισμένες και μειωμένης εξασφάλισης υποχρεώσεις,</b>
            </p>
            <p>6. <b>λεπτομερή στοιχεία των υποχρεώσεων του ιδρύματος που αποτελούν επιλέξιμες υποχρεώσεις,</b>
            </p>
            <p>7. <b>εντοπισμό των διαδικασιών που απαιτούνται για να προσδιοριστεί σε ποιον έχει ενεχυριάσει εξασφαλίσεις το ίδρυμα, το άτομο που κατέχει την εξασφάλιση και τη δικαιοδοσία στην οποία βρίσκεται η εξασφάλιση,</b>
            </p>
            <p>8. <b>περιγραφή των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων του ιδρύματος και των νομικών του οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στις βασικές του λειτουργίες και βασικούς επιχειρηματικούς του τομείς,</b>
            </p>
            <p>9. <b>τις σημαντικές αντισταθμίσεις κινδύνου του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους σε νομικά πρόσωπα,</b>
            </p>
            <p>10. <b>στοιχεία των σημαντικότερων ή κρισιμότερης σημασίας αντισυμβαλλομένων του ιδρύματος, καθώς και ανάλυση της επίπτωσης της χρεωκοπίας των σημαντικότερων αντισυμβαλλομένων στη χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος,</b>
            </p>
            <p>11. <b>κάθε σύστημα στο οποίο το ίδρυμα διενεργεί σημαντικό αριθμό συναλλαγών, σε όγκο ή αξία, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,</b>
            </p>
            <p>12. <b>κάθε σύστημα πληρωμής, εκκαθάρισης ή διακανονισμού στο οποίο είναι άμεσα ή έμμεσα μέλος το ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής του στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος.</b>
            </p>
            <p>13. <b>λεπτομερή κατάλογο και περιγραφή των βασικών πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιείτο ίδρυμα για τη διαχείριση κινδύνων, για την υποβολή λογιστικών, χρηματοοικονομικών και εποπτικών εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στα νομικά πρόσωπα, τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος,</b>
            </p>
            <p>14. <b>στοιχεία των κατόχων των συστημάτων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 13), τις συμφωνίες για το επίπεδο των υπηρεσιών που σχετίζονται με αυτά, και κάθε λογισμικό και συστήματα ή άδειες, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής τους στις νομικές οντότητες, τις βασικές δραστηριότητες και βασικότερους επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος.</b>
            </p>
            <p>15. <b>στοιχεία και καταγραφή των νομικών οντοτήτων, καθώς και των διασυνδέσεων και αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των διαφόρων νομικών προσώπων, όπως:</b>
            </p>
            <p>— <b>προσωπικό, εγκαταστάσεις και συστήματα κοινά ή κοινής χρήσης,</b>
            </p>
            <p>— <b>ρυθμίσεις κεφαλαίου, χρηματοδότησης ή ρευστότητας,</b>
            </p>
            <p>— <b>υφιστάμενα ή ενδεχόμενα πιστωτικά ανοίγματα,</b>
            </p>
            <p>— <b>συμφωνίες αλυσιδωτών εγγυήσεων, ρυθμίσεις αλυσιδωτών εξασφαλίσεων, ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας και συμφωνίες συμψηφισμού μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών,</b>
            </p>
            <p>
               <b>— μεταφορές κινδύνων και ρυθμίσεις συναλλαγών αντιστήριξης ’ συμφωνίες για το επίπεδο υπηρεσιών,</b>
            </p>
            <p>16. <b>την αρμόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης για κάθε νομικό πρόσωπο,</b>
            </p>
            <p>17. <b>το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που είναι αρμόδιο για την παροχή πληροφοριών οι οποίες είναι απαραίτητες για την προετοιμασία του σχεδίου εξυγίανσης του ιδρύματος, καθώς και τα αρμόδια πρόσωπα, εφόσον είναι διαφορετικά, για τα διάφορα νομικά πρόσωπα, κρίσιμες λειτουργίες και βασικούς επιχειρηματικούς τομείς,. ..</b>
            </p>
            <p>18, <b>περιγραφή των ρυθμίσεων που προβλέπει το ίδρυμα για να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης θα διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, όπως καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης, για την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης,</b>
            </p>
            <p>19. <b>όλες τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των ιδρυμάτων και των νομικών τους οντοτήτων και τρίτων μερών, των οποίων ενδέχεται η καταγγελία να ενεργοποιηθεί με την απόφαση των αρχών να εφαρμόσουν ένα μέτρο εξυγίανσης, και κατά πόσον οι συνέπειες της καταγγελίας ενδέχεται να επηρεάσουν την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης,</b>
            </p>
            <p>20. <b>περιγραφή των πιθανών πηγών ρευστότητας για τη στήριξη της εξυγίανσης,</b>
            </p>
            <p>21. <b>πληροφορίες σχετικά με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ρευστά διαθέσιμα, δραστηριότητες εκτός ισολογισμού, στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου και πρακτικές εγγραφών στα βιβλία.</b>
            </p>
         </section>
         <section eId="sec_">
            <num>ΤΜΗΜΑ </num>
            <heading>Γ</heading>
            <p>Ζητήματα που πρέπει να εξετάσει η αρχή εξυγίανσης κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύματος ή ενός ομίλου</p>
            <p>
               <b>Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύματος ή ενός ομίλου, όπου στη δεύτερη περίπτωση, η αναφορά σε ίδρυμα θεωρείται ότι περιλαμβάνει οποιοδήποτε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ) ή δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 εντός του ομίλου, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει τα ακόλουθα:</b>
            </p>
            <p>1. <b>Το βαθμό στον οποίο:</b>
            </p>
            <blockList>
               <item>
                  <num>α)</num>
                  <p>
                     <b>το ίδρυμα είναι σε θέση να /αντιστοιχίσει βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και κρίσιμες λειτουργίες με νομικά πρόσωπα που τις επιτελούν ,β) ευθυγραμμίζονται οι νομικές και εταιρικές δομές με τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες, γ) προβλέπονται ρυθμίσεις για την παροχή απαραίτητου προσωπικού, υποδομών, χρηματοδότησης, ρευστότητας και κεφαλαίων για τη στήριξη και τη διατήρηση των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών, δ) οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών που έχει συνάψει το ίδρυμα είναι πλήρως εκτελεστές σε περίπτωση εξυγίανσής του, ε) η δομή διακυβέρνησης του ιδρύματος επαρκεί για τη διαχείριση και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις εσωτερικές πολιτικές του ιδρύματος όσον αφορά τις συμφωνίες παροχής υπηρεσιών του, στ) το ίδρυμα διαθέτει διαδικασία για τη μετάβαση των υπηρεσιών που παρέχονται σε τρίτα μέρη βάσει των σχετικών συμφωνιών για το επίπεδο υπηρεσιών σε περίπτωση διαχωρισμού των κρίσιμων λειτουργιών ή βασικών επιχειρηματικών τομέων,, ζ) προβλέπονται σχέδια και μέτρα έκτακτης ανάγκης για να διασφαλιστεί η συνέχεια της πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού, η) το ίδρυμα έχει υποβάλει σε δοκιμή τα πληροφοριακά του συστήματα διοίκησης σε σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που προσδιορίζονται από την αρχή εξυγίανσης,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>θ)</num>
                  <p>
                     <b>το ίδρυμα μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχεια των πληροφοριακών του συστημάτων διοίκησης, όσον αφορά τόσο το θίγόμενο ίδρυμα όσο και το νέο ίδρυμα, σε περίπτωση που οι κρίσιμες λειτουργίες και οιβασικοί επιχειρηματικοί τομείς διαχωριστούν από τις υπόλοιπες λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς,</b>
                  </p>
               </item>
            </blockList>
            <p>
               <b>ι),το ίδρυμα έχει καθιερώσει επαρκείς διαδικασίες για τη διασφάλιση της παροχής στις αρχές εξυγίανσης των αναγκαίων πληροφοριών για την ταυτοποίηση των καταθετών και των ποσών που καλύπτονται από τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων</b>
            </p>
            <blockList>
               <item>
                  <num>ια)</num>
                  <p>
                     <b>η χρήση ενδοομιλικών εγγυήσεων ή η εγγραφή συναλλαγών αντιστήριξης αυξάνεν τον κίνδυνο μετάδοσης στον όμιλο,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>ιβ)</num>
                  <p>
                     <b>η νομική δομή του ομίλου εμποδίζει την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, λόγω του αριθμού των νομικών προσώπων, της πολυπλοκότητας της δομής του ομίλου ή της δυσκολίας ευθυγράμμισης των επιχειρηματικών τομέων με τις οντότητες του ομίλου,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>ιγ)</num>
                  <p>
                     <b>η δομή του ομίλου παρέχει τη δυνατότητα στην αρχή εξυγίανσης να εξυγιάνει ολόκληρο τον όμιλο ή μια ή περισσότερες από τις οντότητες του ομίλου, χωρίς να προκαλέσει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη της αγοράς ή στην οικονομία, και με προοπτική να μεγιστοποιήσει την αξία του ομίλου συνολικά, ..’</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>ιδ)</num>
                  <p>
                     <b>οι επιπτώσεις της εξυγίανσης του ιδρύματος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εμπιστοσύνη στις αγορές μπορούν να αξιολογηθούν δεόντως,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>ιε)</num>
                  <p>
                     <b>η εξυγίανση του ιδρύματος θα μπορούσε να έχει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη στις αγορές ή στην οικονομία, ιστ) με την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης, μπορεί νά περιοριστεί η </b>
                     <b>
                        <u>ίίετάδοση</u>
                     </b>
                     <b> των κινδύνων σε άλλα ιδρύματα ή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ιζ) η εξυγίανση του ιδρύματος ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία -των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού. -</b>
                  </p>
               </item>
            </blockList>
            <p>2. <b>Την επάρκεια των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης για τη διασφάλιση ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να συγκεντρώσουν ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία λήψη σποφάσεων.</b>
            </p>
            <p>3. <b>Τη δυνατότητα των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης νά παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για την αποτελεσματική εξυγίανση του ιδρύματος ανά πάσα στιγμή, ακόμη και υπό ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες.</b>
            </p>
            <p>4. <b>Σε περίπτωση που ο όμιλος χρησιμοποιεί ενδοομιλικές εγγυήσεις, τον βαθμό στον οποίο οι εν λόγω εγγυήσεις παρέχονται σε συνθήκες αγοράς και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων αναφορικά με τις εγγυήσεις αυτές είναι άρτια και αποτελεσματικά.</b>
            </p>
            <p>5. <b>Σε περίπτωση που ο όμιλος προβαίνει σε συναλλαγές αντιστήριξης (back-to-back transactions), το βαθμό στον οποίο οι εν λόγω συναλλαγές εκτελούνται σε συνθήκες αγοράς και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων αναφορικά με τις πρακτικές των συναλλαγών αυτών είναι άρτια και αποτελεσματικά. ·</b>
            </p>
            <p>6. <b>Τον αριθμό και το είδος των επιλέξιμων υποχρεώσεων του ομίλου. - — - ... . ^· Σ^περίπτωση που η αξιολόγηση αφορά μεικτή εταιρεία συμμετοχών, το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση των μελών του ομίλου που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου.'</b>
            </p>
            <p>8. <b>Την ύπαρξη και την αρτιότητα των συμφωνιών για το επίπεδο παροχής υπηρεσιών (Service Level Agreements).~</b>
            </p>
            <p>9. <b>Κατά πόσον οι αρχές τρίτων χωρών διαθέτουν τα αναγκαία μέτρα εξυγίανσης για να στηρίξουν τις ενέργειες εξυγίανσης των αρχών εξυγίανσης των κρατών μελών, καθώς και τη δυνατότητα συντονισμένης δράσης μεταξύ των αρχών των κρατών μελών και των τρίτων χωρών.</b>
            </p>
            <p>10. <b>Κατά πόσον είναι εφικτό να χρησιμοποιηθούν μέτρα εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένών των διαθέσιμων μέτρων και της δομής του ιδρύματος.</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΙΤ· Τις ρυθμίσεις και τα μέσα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εξυγίανση, στις περιπτώσεις ομίλων που έχουν θυγατρικές οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικές δικαιοδοσίες.--. . ..</b>
            </p>
            <p>
               <b>12..^ην αξιοπιστία της χρήσης μέτρων εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των ενδεχόμενων επιπτώσεων στους πιστωτές, του'ς αντισυμβαλλομένους, τους πελάτες και τους εργαζομένους, καθώς και των ενδεχόμενων ενεργειών τις οποίες μπορεί να αναλάβουν οι αρχές τρίτων χωρών.._</b>
            </p>
            <p>Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.</p>
            <p>Αθήνα, 23 Ιουλίου 2015</p>
            <p>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</p>
            <p>
               <b>ΠΡΟΚΟΠΙΟΣΒ.ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ</b>
            </p>
            <p>ΟI ΥΠΟΥΡΓΟI</p>
            <p>ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ</p>
            <p>ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ</p>
            <p>
               <b>ΝΙΚΟΛΑΟΣΒΟΥΤΣΗΣ</b>
            </p>
            <p>ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ</p>
            <p>ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ</p>
            <p>
               <b>ΝΙΚΟΛΑΟΣΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ</b>
            </p>
            <p>ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ<b>ΔΗΜΗΤΡΙΟΣΜΑΡΔΑΣ</b>
            </p>
            <p>
               <i>ΘεωρήθηκεκαιτέθηκεηΜεγάληΣφραγίδατουΚράτους.</i>
            </p>
            <p>Αθήνα, 23 Ιουλίου 2015</p>
            <p>Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ</p>
            <p>
               <b>ΝΙΚΟΛΑΟΣΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ</b>
            </p>
            <p>
               <b>
                  <u>ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ</u>
               </b>
            </p>
            <p>ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ34*ΑΘΗΝΑ10432*ΤΗΛ.2105279000*FAX2105221004</p>
         </section>
      </body>
   </act>
</akomaNtoso>