περ. λθ) έως νδ) στο άρθρο 1 του ν. 4939/2022
Στο άρθρο 1 του ν. 4939/2022 (Α’ 111), περί ορισμών, τροποποιείται η περ. ιε) ως προς τον ορισμό του εκπροσώπου, προστίθενται περ. λθ) έως νδ) και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 1
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του Κώδικα, οι παρακάτω όροι έχουν την εξής έννοια:
α) «Σύμβαση της Γενεύης» είναι η Σύμβαση περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία υπε- γράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α’ 201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 (Α’ 125), β) «αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλει ο πολίτης τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εφόσον ο ίδιος δεν ζητά ρη- τώς να του χορηγηθεί άλλη μορφή προστασίας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα και μπορεί να ζητηθεί αυτοτελώς,
γ) «αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο πολίτης τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητά άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητά να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος Κώδικα και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Επίσης, αιτών διεθνή προστασία θεωρείται και ο πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (L 180) ή σε άλλο κράτος που δεσμεύεται από και εφαρμόζει τον ως άνω Κανονισμό, και μεταφέρεται στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού,
δ) «διεθνής προστασία» είναι το καθεστώς πρόσφυγα και το καθεστώς επικουρικής προστασίας, όπως ορίζονται στις περ. κζ’ και κθ’ του παρόντος άρθρου,
ε) «χώρα καταγωγής» είναι η χώρα της ιθαγένειας ή για τους ανιθαγενείς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής τους,
στ) «παραμονή στη χώρα» είναι η παραμονή στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων και των ζωνών διέλευσης,
ζ) «συνθήκες υποδοχής» είναι η πλήρης δέσμη μέτρων που το Ελληνικό Κράτος εφαρμόζει προς όφελος των αιτούντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα,
η) «υλικές συνθήκες υποδοχής» είναι οι συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού, σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων ή συνδυασμό των τριών, καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα,
θ) «κράτηση» είναι ο περιορισμός σε ειδικό χώρο που επιβάλλεται από κρατική αρχή σε αιτούντα, με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του προσώπου,
ι) «κέντρο φιλοξενίας» είναι κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία αιτούντων και ασυ- νόδευτων ανηλίκων,
ια) «αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής» είναι τα ευάλωτα πρόσωπα, σύμφωνα με την περ. λγ’ του παρόντος άρθρου, τα οποία χρήζουν ειδικών εγγυήσεων, προκειμένου να απολαμβάνουν τα δικαιώματα και να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον Κώδικα,
ιβ) «αιτούντες που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων» είναι οι αιτούντες, των οποίων η ικανότητα να απολαμβάνουν τα δικαιώματα και να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα περιορίζεται λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν την προσωπική τους κατάσταση και ιδίως την κατάσταση της υγείας τους,
ιγ) «ασυνόδευτος ανήλικος» είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, τη γονική του μέριμνα ή την επιμέλειά του ή από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του και για όσο χρόνο η άσκηση των καθηκόντων αυτών δεν έχει ανατεθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με τον νόμο. Στον ορισμό αυτόν περιλαμβάνεται και ο ανήλικος που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδό του στην Ελλάδα,
ιδ) «χωρισμένος από την οικογένειά του ανήλικος» ή «χωρισμένος ανήλικος» είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ή από άλλο πρόσωπο στο οποίο αυτή έχει ανατεθεί σύμφωνα με τον νόμο, αλλά συνοδεύεται από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του, ιε) «εκπρόσωπος ασυνόδευτου ανηλίκου»: το φυσικό πρόσωπο ή ο φορέας παροχής υπηρεσιών επιτροπείας που έχει οριστεί από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 1592 του Αστικού Κώδικα, ή τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Ανηλίκων, ή ελλείψει αυτού, Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αντίστοιχα, για την προάσπιση των συμφερόντων του ανηλίκου. Αν ο επίτροπος είναι νομικό πρόσωπο που έχει οριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 66Η και 66ΙΑ (φορέας παροχής υπηρεσιών επιτροπείας), εξουσιοδοτεί φυσικό πρόσωπο για να ασκεί τα επιτροπικά καθήκοντα όσον αφορά στον ασυνόδευτο ανήλικο, σύμφωνα με το άρθρο 66 ΙΔ,
ιστ) «αρμόδια Αρχή Υποδοχής» είναι η υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου,
ιζ) «αρμόδιες Αρχές Παραλαβής και Εξέτασης Αίτησης Παροχής Διεθνούς Προστασίας» είναι τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, τα Αυτοτελή Κλιμάκια της Υπηρεσίας Ασύλου και τα Κινητά Κλιμάκια Ασύλου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο π.δ. 106/2020 (Α’ 255). Για την πλήρη καταγραφή αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από πολίτες τρίτης χώρας ή ανιθαγενείς, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 7 του άρθρου 69 του παρόντος Κώδικα, «αρμόδιες Αρχές Παραλαβής» μπορούν να είναι και οι Περιφερειακές Υπηρεσίες Υποδοχής και Ταυτοποίησης,
ιη) «Κεντρική Αρχή» είναι η Διεύθυνση Υποστήριξης της Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου,
ιθ) «Αποφαινόμενη Αρχή» είναι o υπάλληλος της αρμόδιας Αρχής Παραλαβής, ο οποίος ορίζεται ως χειριστής για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Στην περίπτωση του άρθρου 96, Αποφαινόμενη Αρχή είναι η Διεύθυνση Επιστροφών και Ανακλήσεων της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις περιπτώσεις της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 89 η Αποφαινόμενη Αρχή εκδίδει και τη σχετική πράξη μεταφοράς κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 604/2013,
κ) «αρμόδιες Αρχές Απόφασης» είναι η Αποφαινόμενη Αρχή και οι Επιτροπές Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών,
κα) «δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία» ή «δελτίο» είναι το ειδικό ατομικό δελτίο που εκδίδεται για τον αι- τούντα κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του από τις αρμόδιες αρχές και του επιτρέπει την παραμονή στην ελληνική επικράτεια μέχρι την ολοκλήρωσή της,
κβ) «σύμβουλος του αιτούντος» είναι ο ιατρός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, ο οποίος τον υποστηρίζει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του,
κγ) «τελεσίδικη απόφαση» είναι: (α) η απόφαση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που ορίζει εάν ο πολίτης τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία εκδίδεται επί της προσφυγής που ασκείται κατά των αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με το άρθρο 97 ή (β) η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κατά της οποίας δεν μπορεί να ασκηθεί η ως άνω προσφυγή λόγω παρόδου απράκτων των προθεσμιών άσκησής της, κδ) «μεταγενέστερη αίτηση» είναι η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται μετά τη λήψη τελεσίδικης απόφασης επί προηγούμενης αίτησης διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο αιτών ρητά ανακάλεσε την αίτησή του και περιπτώσεων όπου η Αποφαινόμενη Αρχή απέρριψε την αίτηση μετά από τη σιωπηρή της ανάκληση,
κε) «δικαιούχος διεθνούς προστασίας» είναι το πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας, όπως ορίζονται στις περ. κζ’ και κθ’ του παρόντος άρθρου,
κστ) «πρόσφυγας» είναι ο πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, βρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέ- ντες λόγους, δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 11,
κζ) «καθεστώς πρόσφυγα» είναι η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός πολίτη τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα,
κη) «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 16, ο πολίτης τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας αλλά στο πρόσωπο του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι, αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 14 και που δεν μπορεί ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας, κθ) «καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός πολίτη τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας,
λ) «ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας» είναι η απόφαση της Αποφαινόμενης Αρχής να ανακαλέσει καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας. Σε περίπτωση άρνησης ανανέωσης άδειας διαμονής πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις και εγγυήσεις περί ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας,
λα) «άδεια διαμονής» είναι κάθε άδεια η οποία εκδίδε- ται από τις ελληνικές αρχές, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία και η οποία επιτρέπει σε πολίτη τρίτης χώρας ή σε ανιθαγενή τη διαμονή του στην ελληνική επικράτεια,
λβ) «μέλη της οικογένειας» του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια σε σχέση με την αίτηση διεθνούς προστασίας και εφόσον η οικογένεια υπήρχε ήδη στη χώρα καταγωγής θεωρούνται:
i. ο σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφός του, με τον οποίο διατηρεί σταθερή σχέση δεόντως αποδεδειγμένη, ii. τα ανήλικα άγαμα τέκνα του, ανεξαρτήτως αν γεννήθηκαν σε γάμο ή εκτός γάμου των γονέων τους ή είναι υιοθετημένα,
iii. ο πατέρας ή η μητέρα ή άλλος ενήλικος που ασκεί την επιμέλεια του αιτούντος, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, εάν ο εν λόγω αιτών είναι ανήλικος,
iv. τα ενήλικα άγαμα τέκνα που πάσχουν από πνευματική ή σωματική αναπηρία και δεν δύνανται να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση,
λγ) «ευάλωτα πρόσωπα» νοούνται ιδίως οι ανήλικοι ασυνόδευτοι ή μη, άμεσοι συγγενείς θυμάτων σε ναυάγια (γονείς, αδέρφια τέκνα και σύζυγοι), τα άτομα με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονε- ϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, τα άτομα με σοβαρές ασθένειες, τα άτομα με νοητική και ψυχική αναπηρία και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, όπως τα θύματα ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων,
λδ) «συνεργασία» ή «διοικητική συνεργασία», η απευθείας επαφή και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών σημείων επαφής των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
λε) «προσωρινή προστασία», είναι μία διαδικασία με έκτακτο χαρακτήρα που εξασφαλίζει, σε περίπτωση μαζικής εισροής ή αν επίκειται μαζική εισροή εκτοπι- σθέντων από τρίτες χώρες οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, άμεση και προσωρινή προστασία σε αυτά τα άτομα, ιδίως εάν υπάρχει κίνδυνος το σύστημα ασύλου να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αυτήν την εισροή χωρίς αρνητικές συνέπειες για την καλή λειτουργία του, το συμφέρον των ενδιαφερομένων ατόμων και το συμφέρον άλλων ατόμων που ζητούν προστασία,
λστ) «εκτοπισθέντες», είναι οι πολίτες τρίτων χωρών ή απάτριδες, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή την περιοχή καταγωγής τους, ή έφυγαν, υπο- βοηθούμενοι μέσω προγράμματος εκκένωσης, ιδίως κατόπιν έκκλησης διεθνών οργανισμών και των οποίων ο επαναπατρισμός υπό ασφαλείς και σταθερές συνθήκες είναι αδύνατος λόγω της επικρατούσας σε αυτήν τη χώρα κατάστασης, οι οποίοι ενδεχομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης ή άλλων διεθνών ή εθνικών πράξεων που παρέχουν διεθνή προστασία και ιδιαίτερα:
i. άτομα τα οποία εγκατέλειψαν ζώνες ενόπλων συγκρούσεων ή ενδημικής βίας,
ii. άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο ή έχουν υπάρξει θύματα συστηματικών ή γενικευμένων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους,
λζ) «μαζική εισροή», η άφιξη σημαντικού αριθμού εκτοπισθέντων, οι οποίοι προέρχονται από καθορισμένη χώρα ή γεωγραφική ζώνη, ανεξαρτήτως του αν η άφιξή τους υπήρξε αυθόρμητη ή υποβοηθούμενη, όπως μέσω προγράμματος εκκένωσης,
λη) «διαμένων», o πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος απολαμβάνει προσωρινής προστασίας, σύμφωνα με απόφαση η οποία προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2011/55 και ο οποίος επιθυμεί να καλέσει μέλη της οικογένειάς του/της,
λθ) «ανήλικος» είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του,
μ) «ανιθαγενής» είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο κανένα κράτος δεν αναγνωρίζει ως υπήκοό του βάσει της νομοθεσίας του,
μα) «πολίτης τρίτης χώρας» είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 20 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) και της Ελβετίας,
μβ) «βέλτιστο συμφέρον ασυνόδευτου ανηλίκου» είναι το βέλτιστο συμφέρον, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 63,
μγ) «εθνικό σύστημα επιτροπείας ασυνόδευτων ανηλίκων» είναι το σύνολο των κανόνων, των εργασιών, των προγραμμάτων και δράσεων, καθώς και των φορέων που είναι αρμόδιοι για ζητήματα επιτροπείας ασυνόδευτων ανηλίκων,
μδ) «εισαγγελέας» είναι ο Εισαγγελέας Ανηλίκων ή, ελλείψει αυτού, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου περιστασιακής ή παροδικής διαμονής του ασυνόδευτου ανηλίκου, κατά τον χρόνο ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής, κατά την παρ. 1 του άρθρου 66ΙΑ. Στην περίπτωση άστεγου ασυνόδευτου ανηλίκου ή ανηλίκου που διαβιεί σε επισφαλείς συνθήκες, η τοπική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα καθορίζεται στη βάση του τόπου εντοπισμού του ανηλίκου από φορέα αναγγελίας,
με) «επιτροπεία ασυνόδευτου ανηλίκου» είναι o θεσμός που αποβλέπει στην προστασία των προσωπικών και περιουσιακών συμφερόντων του ασυνόδευτου ανηλίκου μέσω της εγκαθίδρυσης οιονεί οικογενειακής σχέσης που αναπληρώνει τη γονική μέριμνα του ασυνό- δευτου ανηλίκου, η οποία ελλείπει ή δεν ασκείται κατά το χρονικό διάστημα που βρίσκεται ο ανήλικος στη χώρα, για λόγους πραγματικούς ή νομικούς,
μστ) «επίτροπος» είναι το νομικό πρόσωπο που ορίζεται από τον Εισαγγελέα και αναδέχεται την επιτροπεία ασυνόδευτου ανηλίκου, με σκοπό τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος και την προάσπιση των δικαιωμάτων, των εννόμων συμφερόντων και της συνολικής ευημερίας του ανηλίκου,
μζ) «κατάσταση επιτροπείας» είναι κάθε περίπτωση ασυνόδευτου ανηλίκου που συνεπάγεται τον ορισμό επιτρόπου,
μη) «συντονιστής» είναι το φυσικό πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον επίτροπο ως βοηθητικό όργανο για την εποπτεία των πράξεων του εντεταλμένου επιτροπείας και την προσωρινή αναπλήρωσή του σε περίπτωση κωλύματος,
μθ) «εντεταλμένος επιτροπείας» είναι το φυσικό πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον επίτροπο για την άσκηση, στο όνομα και για λογαριασμό του, των επιτροπικών καθηκόντων,
ν) «προστασία της παιδικής ηλικίας» είναι η προστασία του παιδιού από τη βία, την κακοποίηση, την παραμέληση, την εγκατάλειψη και την εκμετάλλευση, εντός και εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος, και η προώθηση και διασφάλιση των δικαιωμάτων του, υπό το πρίσμα, ιδίως, του Συντάγματος, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2101/1992 (Α’ 192) και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 (Α’ 25),
να) «σύγκρουση συμφερόντων» είναι οποιαδήποτε κατάσταση που επηρεάζει αντικειμενικά την αμερόληπτη και ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων των επιτροπικών οργάνων,
νβ) «φορέας αναγγελίας» είναι κάθε δημόσια αρχή, υπηρεσία, ιδιωτικός φορέας, διεθνής οργανισμός που διαπιστώνει την παρουσία ασυνόδευτου ανηλίκου στην ελληνική επικράτεια,
νγ) «ωριμότητα ανηλίκου» είναι η εν γένει ψυχοπνευ- ματική και συναισθηματική συγκρότηση του ανηλίκου που του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται το βέλτιστο συμφέρον του, την κατάσταση επιτροπείας και να έχει επίγνωση των συνεπειών αυτής,
νδ) «συνοδεία» είναι η οργανωμένη μετακίνηση των ασυνόδευτων ανηλίκων εντός της χώρας από ένα προκαθορισμένο σημείο σε ένα άλλο, όπως είναι τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή οι δομές φιλοξενίας αι- τούντων άσυλο ή προσφύγων της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4375/2016 (Α’ 51) και οι δομές επείγουσας ή μακροχρόνιας φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, με χρήση ιδιωτικών ή δημόσιων μέσων μεταφοράς, παρουσία εξειδικευμένου προσωπικού σε ζητήματα παιδικής προστασίας.»