Στο άρθρο 11 του Αλιευτικού Κώδικα (ν.δ. 420/1970, Α’ 27), περί κυρώσεων, στην παρ. 1 τα πρόστιμα αναπροσαρμόζονται σε ευρώ, η παρ. 4 για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής καταργείται, η παρ. 6 αντικαθίσταται και το άρθρο 11 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 11
Κυρώσεις
1. Οι παραβάτες των διατάξεων των διαταγμάτων και αποφάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με τις παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 10, καθώς και των διατάξεων των ισχυόντων ενωσιακών κανονισμών του τομέα της αλιείας, τιμωρούνται με τις εξής διοικητικές ποινές:
α) Οι παραβάτες των διατάξεων που καθορίζουν το ελάχιστο επιτρεπόμενο να αλιευθεί μέγεθος (διαστάσεις, βάρος κ.λπ.), ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών, τιμωρούνται με πρόστιμο από εξακόσια (600) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, και με αφαίρεση της ατομικής άδειας αλιείας του κυβερνήτη, καθώς και της άδειας αλιείας του σκάφους με το οποίο πραγματοποιήθηκε η παράβαση από τριάντα ημέρες μέχρι ένα χρόνο.
Σε περίπτωση υποτροπής μέσα σε μία διετία, ο χρόνος αφαίρεσης της άδειας αλιείας του σκάφους με το οποίο πραγματοποιήθηκε η παράβαση και τα όρια του προστίμου διπλασιάζονται. Επίσης ο χρόνος αφαίρεσης της ατομικής άδειας αλιείας του κυβερνήτη, εφόσον πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, διπλασιάζεται.
β) Οι παραβάτες των διατάξεων που καθορίζουν τους τύπους και τις προδιαγραφές των σκαφών και γενικά των πλωτών μέσων με τα οποία επιτρέπεται η αλιεία, τιμωρούνται με πρόστιμο από τριακόσια (300) μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, και προσωρινή αφαίρεση της αδείας αλιείας του σκάφους που δεν τηρεί τους τύπους και τις προδιαγραφές, όπως αυτές καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
Η έναρξη της ποινής της προσωρινής αφαίρεσης της άδειας αλιείας του σκάφους αρχίζει με την πιστοποίηση του γεγονότος από τις αρμόδιες αρχές της παρ. 2 και λήγει με την πιστοποίηση από τις ίδιες αρχές της συμμόρφωσης των προδιαγραφών του σκάφους προς τα εκάστοτε ισχύοντα. Εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα ενός έτους από την πιστοποίηση του γεγονότος, χωρίς ο πλοιοκτήτης να προβεί σε συμμόρφωση των χαρακτηριστικών του σκάφους προς τις ισχύουσες προδιαγραφές και τύπους, παρέχεται εξάμηνη ανατρεπτική προθεσμία μετά το τέλος της οποίας η προσωρινή αφαίρεση της άδειας μετατρέπεται σε οριστική, εφόσον δεν έχει συμμορφωθεί ο ενδιαφερόμενος.
γ) Οι παραβάτες των άλλων διατάξεων τιμωρούνται με αφαίρεση της ατομικής άδειας αλιείας του κυβερνήτη, καθώς και της αδείας αλιείας του σκάφους με το οποίο πραγματοποιήθηκε η παράβαση, από δέκα (10) ημέρες μέχρι δύο (2) μήνες και με πρόστιμο από τριακόσια (300) ευρώ μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, με εξαίρεση τα σκάφη μηχανότρατες, γριγρί και τράτες, για τα οποία το πρόστιμο ορίζεται από εξακόσια (600) ευρώ μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Σε περίπτωση υποτροπής μέσα σε μια διετία, ο χρόνος αφαίρεσης της άδειας αλιείας του σκάφους με το οποίο πραγματοποιήθηκε η παράβαση και τα όρια του προστίμου διπλασιάζονται. Επίσης ο χρόνος αφαίρεσης της ατομικής άδειας αλιείας του κυβερνήτη, εφόσον πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο διπλασιάζεται.
Η αφαίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, της άδειας αλιείας του σκάφους με το οποίο διαπράχθηκε η παράβαση δεν αίρεται με τη μετονομα- σία ή με τη μετανηολόγηση του ή την αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του κυβερνήτη του.
2. Οι πιο πάνω ποινές επιβάλλονται με αποφάσεις των προϊσταμένων των οικείων:
α) κεντρικών λιμεναρχείων και λιμεναρχείων αν πρόκειται για παραβάσεις σε θαλάσσιες περιοχές και λιμνοθάλασσες. Για τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν ελληνική σημαία και δραστηριοποιούνται εκτός περιοχών ευθύνης των Λιμενικών Αρχών, όπως ορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 81/2014 (Α’ 125), όπως ισχύει, οι κυρώσεις της παραγράφου 1 επιβάλλονται με απόφαση του προϊσταμένου του κεντρικού λιμεναρχείου ή λιμεναρχείου στο οποίο, κατά περίπτωση, έχει νηολογηθεί το σκάφος και υπεύθυνοι εις ολόκληρον είναι ο κυβερνήτης και ο πλοιοκτήτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) ή ναυλωτής ή εφοπλιστής ή διαχειριστής σύμφωνα με το άρθρο 13,
β) Δασικών υπηρεσιών, αν πρόκειται για παραβάσεις σε ορεινά ρέοντα ύδατα,
γ) Αστυνομικών αρχών, αν πρόκειται για παραβάσεις σε εσωτερικά ύδατα (λίμνες, ποτάμια και άλλα υδάτινα συστήματα).
Οι αποφάσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες και εκ- δίδονται μετά τη λήψη της απολογίας του παραβάτη ή αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία που του ορίστηκε με έγγραφη πρόσκληση για να απολογηθεί. Η έκτιση της ποινής αφαίρεσης των αδειών αλιείας (ατομικής - σκάφους) αρχίζει αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής στο Συμβούλιο Εκδίκασης Αλιευτικών Προσφυγών και σε περίπτωση που ασκήθηκε προσφυγή μετά την κοινοποίηση της απόρριψής της. Η άσκηση προσφυγής στο Συμβούλιο Εκδίκασης Αλιευτικών προσφυγών δεν αναστέλλει την καταβολή του προστίμου.
Στην περίπτωση που η κοινοποίηση της απόρριψης της προσφυγής συμπίπτει με χρονικούς περιορισμούς απαγόρευσης του συγκεκριμένου αλιευτικού εργαλείου με το οποίο πραγματοποιήθηκε η παράβαση, η έκτιση της ποινής των αδειών αλιείας (ατομικής - σκάφους) μεταφέρεται στην έναρξη της επόμενης αλιευτικής περιόδου.
3. Εκτός από τις προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου αυτού ποινές, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν:
α) στην κατάσχεση και εκποίηση του προϊόντος που αλιεύθηκε,
β) στην κατάσχεση και καταστροφή των μη επιτρεπο- μένων αλιευτικών εργαλείων και συσκευών που χρησιμοποιήθηκαν στην παράνομη αλιεία ή βρίσκονται πάνω στο σκάφος.
Ως μη επιτρεπόμενα νοούνται τα αλιευτικά εργαλεία και συσκευές των οποίων από τις κείμενες διατάξεις απαγορεύεται η χρησιμοποίησή τους σε όλη τη χώρα. Ειδικότερα στις περιπτώσεις των συρόμενων αλιευτικών εργαλείων (τράτα, αργαλειός, γκαγκάβα κ.λπ.) και των κυκλικών διχτύων (γρι- γρί, ζαργανόδιχτο κ.λπ.) σε καταστροφή υπόκειται το τμήμα εκείνο, που δεν πληροί τις καθορισμένες προδιαγραφές,
γ) στην κατάσχεση και εκποίηση των αλιευτικών εργαλείων και συσκευών που χρησιμοποιήθηκαν ή βρίσκονται πάνω στο σκάφος χωρίς άδεια κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων και αποφάσεων και ειδικότερα όταν από τις διατάξεις αυτές και αποφάσεις:
αα) απαγορεύεται η χρήση τους σε μισθωμένους ή μη χώρους λιμνοθαλασσών και λιμνών του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., ή παραχωρημένους σε Ο.Τ.Α.,
ββ) είναι περισσότερα από τα επιτρεπόμενα,
γγ) δεν προβλέπεται η χρησιμοποίησή τους στη συγκεκριμένη κατηγορία άδειας αλιείας σκάφους.
Τα κατασχεθέντα αλιευτικά εργαλεία και συσκευές φυλάσσονται από την αρμόδια για την επιβολή της ποινής αρχή μέχρις ότου εκπνεύσει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Εκδίκασης Αλιευτικών Προσφυγών, οπότε και εκποιούνται.
Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής η φύλαξη γίνεται μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική απόφαση του Συμβουλίου Εκδίκασης Αλιευτικών Προσφυγών, η οποία αναφέρεται και στην εκποίηση ή επιστροφή τους.
Σε περίπτωση που η αρμόδια για την επιβολή της ποινής αρχή δεν διαθέτει χώρους για την ασφαλή φύλαξη, τα κατασχεθέντα αλιευτικά εργαλεία και συσκευές παραδίδονται για φύλαξη στις υπηρεσίες αλιείας ή τελωνείου. Η εκποίηση των αλιευτικών εργαλείων και συσκευών γίνεται με πρόχειρο πλειοδοτικό διαγωνισμό από επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους της αρμόδιας για την επιβολή της ποινής αρχής, της υπηρεσίας αλιείας της Περιφέρειας και της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.
Αν υπάρξουν τρεις άγονοι διαγωνισμοί, που πραγματοποιούνται το αργότερο εντός τριών μηνών από την εκπνοή της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή την κοινοποίηση της απόφασης του Συμβουλίου Εκδίκασης Αλιευτικών προσφυγών, που διατάσσει την εκποίηση για λόγους δυσχερούς φύλαξης ή φθοράς, τα ως άνω αλιευτικά εργαλεία και συσκευές καταστρέφονται. Για τα χρηματικά ποσά, που προέρχονται από την εκποίηση, εφαρμόζεται η διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 13.
4. Καταργείται.
5. Οι αρμόδιες, σύμφωνα με την παρ. 2, αρχές προβαίνουν στην κατάσχεση των αλιευμάτων, καθώς και των αλιευτικών εργαλείων και συσκευών τα οποία ανευρίσκονται σε περιοχές αλιείας, που απαγορεύεται η χρήση τους και δεν εξακριβώνεται η ταυτότητα του παραβάτη ιδιοκτήτη, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου αυτού.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις της αλιευτικής νομοθεσίας, από τριακόσια (300) έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.»