<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<akomaNtoso xmlns="http://docs.oasis-open.org/legaldocml/ns/akn/3.0"
            xmlns:aade="http://data.aade.gr/eli/ontology#">
   <act contains="originalVersion"
        name="">
      <meta>
         <identification source="#aade">
            <FRBRWork>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#author"
                           href="#aade"/>
               <FRBRcountry value=""/>
            </FRBRWork>
            <FRBRExpression>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRlanguage language=""/>
            </FRBRExpression>
            <FRBRManifestation>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRformat value="xml"
                           aade:generator="2026-q1-rel-0.6.2"/>
            </FRBRManifestation>
         </identification>
         <proprietary source="">
            <aade:diagnostics type="target-char"
                              value="274530"/>
            <aade:diagnostics type="source-char"
                              value="288523"/>
         </proprietary>
      </meta>
      <preamble>
         <formula name="">
            <p>
               <b>ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ</b>
               <br/>
               <b>ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</b>
            </p>
         </formula>
         <container name="preamble">
            <p>28 Ιουλίου 2025</p>
         </container>
         <formula name="">
            <p>
               <b>ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ</b>
            </p>
         </formula>
         <container name="preamble">
            <p>Αρ. Φύλλου <b>133</b>
            </p>
            <p>
               <b>NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 5221</b>
            </p>
            <p>
               <b>Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης - Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.</b>
            </p>
            <p>
               <b>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ</b>
            </p>
            <p>Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:</p>
            <p>ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ</p>
         </container>
      </preamble>
      <body>
         <part eId="part_1">
            <num>
               <b>ΜΕΡΟΣ Α’</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ</b>
            </heading>
            <p>
               <b>ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ - ΣΥΣΤΑΣΗ</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ</b>
            </p>
            <chapter eId="part_1.chap_1">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ</b>
               </heading>
               <article eId="art_1">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 1</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Σκοπός</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η συμβολή στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, η βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες, η αποτελεσματικότερη πρόσβαση όλων των συμμετεχόντων στην απονομή της δικαιοσύνης με τη χρήση νέων τεχνολογιών και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_2">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 2</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αντικείμενο</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Αντικείμενο του παρόντος Μέρους αποτελεί η τροποποίηση διατάξεων του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου, του έκτου και του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Ειδικότερα, αντικείμενο του παρόντος είναι:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>η ορθολογικότερη κατανομή των υποθέσεων, με κριτήριο το επιδικαζόμενο ποσό, ανάμεσα στα Μονομελή και τα Πολυμελή Πρωτοδικεία,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η εισαγωγή προδικασίας πριν από τη συζήτηση των αγωγών στο ακροατήριο, καθώς και πριν από τη συζήτηση των ενδίκων μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>η σύσταση Μητρώου Διαθηκών και η εισαγωγή διαδικασίας δημοσίευσης διαθηκών με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η τροποποίηση της διαδικασίας έκδοσης διαταγών πληρωμής και απόδοσης μισθίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>η εισαγωγή διαδικασίας πιστοποίησης συμβολαιογράφων που συμμετέχουν στους ηλεκτρονικούς πλει- στηριασμούς,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>η σύντμηση των προθεσμιών επίδοσης δικογράφων και προσδιορισμού της συζήτησης των αγωγών και των ενδίκων μέσων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>η εναρμόνιση με τον ν. 5108/2024 (Α’ 65), περί της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της χωροταξικής αναδιάρθρωσης των δικαστηρίων της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>η διενέργεια διαδικασιών σφράγισης και αποσφράγισης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας από αρμόδιους δικαστικούς επιμελητές.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_2">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_3">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 3</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αποκλειστική αρμοδιότητα διαφορών που αφορούν στις αμοιβές πιστοποιημένων εκτιμητών - Τροποποίηση περ. 10 άρθρου 16 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην περ. 10 του άρθρου 16 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αποκλειστικής αρμοδιότητας των μονομελών πρωτοδικείων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η λέξη «και» αντικαθίσταται από το σημείο στίξης «,», β) προστίθενται οι λέξεις «και των πιστοποιημένων εκτιμητών» και η περ. 10 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«10) οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των πραγματογνωμόνων, των διαιτητών πραγματογνωμόνων, των εκτιμητών και των πιστοποιημένων εκτιμητών, με οποιονδήποτε τρόπο και αν διορίστηκαν, ή των καθολικών διαδόχων τους,».</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_4">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 4</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμοδιότητα πολυμελών πρωτοδικείων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό - Τροποποίηση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>παρ. 2 άρθρου 18 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αρμοδιότητας των πολυμελών πρωτοδικείων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) οι λέξεις «τριάντα χιλιάδες (30.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξήντα χιλιάδες (60.000)», β) στην περ. β) οι λέξεις «οκτακόσια (800)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «χίλια (1.000), γ) στην περ. γ) οι λέξεις «τριάντα χιλιάδες (30.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξήντα χιλιάδες (60.000)» και το άρθρο 18 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 18</p>
                     <p modification="true">Αρμοδιότητα πολυμελών πρωτοδικείων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό</p>
                     <p modification="true">1. Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται σε πρώτο βαθμό όλες οι διαφορές για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα μονομελή πρωτοδικεία.</p>
                     <p modification="true">2. Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους:</p>
                     <p modification="true">α) όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">β) της περ. 1) του άρθρου 16, εφόσον το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">γ) των περ. 2) έως 13) του άρθρου 16, εφόσον η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">δ) των περ. 14) έως 24) του άρθρου 16, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_5">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 5</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Συντρέχουσα δωσιδικία των οικιακών βοηθών - Τροποποίηση άρθρου 38 Κώδικα Πολιτικής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 38 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συντρέχουσας δωσιδι- κίας μακρότερης διαμονής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η λέξη «υπηρέτες» αντικαθίσταται από τις λέξεις «οικιακοί βοηθοί» και το άρθρο 38 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 38</p>
                     <p modification="true">Δωσιδικία ειδικής κατηγορίας προσώπων</p>
                     <p modification="true">Απαιτήσεις εναντίον προσώπων που έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης και, εξαιτίας ειδικών συνθηκών, έχουν σε ορισμένο τόπο διαμονή με μακρότερη διάρκεια, όπως είναι ιδίως οι υπάλληλοι, οι οικιακοί βοηθοί, οι σπουδαστές, οι μαθητές, εφόσον το αντικείμενό τους είναι περιουσιακό, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος διαμονής τους.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_6">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 6</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απαγόρευση ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης σε περίπτωση συνδρομής της δωσιδικίας του υποκαταστήματος -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 43 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 43 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί παρέκτασης σε μελλοντικές διαφορές, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθεται παρ. 2 και το άρθρο 43 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 43</p>
                     <p modification="true">Συμφωνία παρέκτασης για μελλοντικές διαφορές</p>
                     <p modification="true">1. Η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές.</p>
                     <p modification="true">2. Επί συνδρομής της δωσιδικίας του υποκαταστήματος δεν επιτρέπεται η συνομολόγηση, ακόμη και εγ- γράφως, ρήτρας αποκλειστικής παρέκτασης υπέρ των δικαστηρίων της κύριας έδρας του υπαγόμενου σε αυτή προσώπου, εφόσον είναι προγενέστερη της γένεσης της διαφοράς.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_7">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 7</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αδυναμία άσκησης ενδίκων μέσων λόγω κατά τόπον αρμοδιότητας είτε της έδρας του Πρωτοδικείου είτε της παράλληλης ή περιφερειακής έδρας αυτού - Τροποποίηση άρθρου 47 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 47 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αδυναμίας άσκησης ενδίκων μέσων κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου λόγω αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου και κατά απόφασης κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει σε ανώτερο, προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 47 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 47</p>
                     <p modification="true">Αδυναμία άσκησης ενδίκων μέσων λόγω αναρμοδιότητας</p>
                     <p modification="true">Απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο. Απόφαση δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο, για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην κατά τόπον αρμοδιότητα είτε της έδρας του Πρωτοδικείου είτε της παράλληλης ή περιφερειακής έδρας αυτού.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_8">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 8</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμόδιο δικαστήριο για την εξαίρεση δικαστή - Τροποποίηση άρθρου 54 Κώδικα Πολιτικής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 54 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αρμοδιότητας για την εξαίρεση δικαστή ή υπαλλήλου γραμματείας μονομελούς πρωτοδικείου, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο και το άρθρο 54 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 54</p>
                     <p modification="true">Αρμόδιο δικαστήριο για την αίτηση εξαίρεσης</p>
                     <p modification="true">Αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος. Σε περίπτωση εξαίρεσης δικαστή μονομελούς πρωτοδικείου, είναι αρμόδιο το πολυμελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το μονομελές πρωτοδικείο. Σε περίπτωση εξαίρεσης δικηγόρου, όταν εκδίδει πράξεις σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, είναι αρμόδιος ο προϊστάμενος του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, μέλος του οποίου είναι ο δικηγόρος. Σε περίπτωση εξαίρεσης υπαλλήλου γραμματείας, είναι αρμόδιος ο προϊστάμενος του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_9">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 9</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δήλωση εξαίρεσης - Τροποποίηση παρ. 3 και προσθήκη παρ. 3Α στο άρθρο 55 του Κώδικα</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 55 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της δήλωσης εξαίρεσης δικαστών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 3, οι λέξεις «πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «προϊστάμενο του πρωτοδικείου», γ) προστίθεται παρ. 3Α και το άρθρο 55, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 55</p>
                     <p modification="true">Δήλωση εξαίρεσης</p>
                     <p modification="true">1. Δικαστές πολυμελών δικαστηρίων και εισαγγελείς, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου.</p>
                     <p modification="true">2. Υπάλληλοι της γραμματείας των πολυμελών δικαστηρίων, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο της γραμματείας.</p>
                     <p modification="true">3. Δικαστές μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και υπάλληλοι της γραμματείας τους, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο του πρωτοδικείου και να απόσχουν από τα καθήκοντά τους, εωσότου αυτός αποφασίσει.</p>
                     <p modification="true">3Α . Δικηγόροι, όταν εκδίδουν πράξεις σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, του οποίου είναι μέλη.</p>
                     <p modification="true">4. Το δικαστήριο αποφασίζει χωρίς τη συμμετοχή εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση και χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_10">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 10</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ορισμός προθεσμίας, γνωστοποίηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και διαδικασία για τη συμπλήρωση ελλείψεων της ικανότητας παράστασης των διαδίκων - Τροποποίηση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>παρ. 1 άρθρου 67 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 67 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συμπλήρωσης ελλείψεων ως προς τους διαδίκους, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην αρχή προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,», β) διαγράφονται οι λέξεις «αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και», γ) στο τέλος προστίθενται οι λέξεις «που αποστέλ- λεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου και αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία οι σχετικές υποθέσεις δικάζονται ερήμην» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 67 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 67</p>
                     <p modification="true">Συμπλήρωση ελλείψεων σχετικά με την ικανότητα δικαστικής παράτασης</p>
                     <p modification="true">1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν το δικαστήριο ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων που αποστέλλεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου και αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία οι σχετικές υποθέσεις δικάζονται ερήμην. Αν από την αναβολή απειλείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του δια- δίκου, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει σε αυτόν ή στον αντιπρόσωπό του να συνεχίσει τη δίκη ή να ενεργήσει τις διαδικαστικές πράξεις που χρειάζονται για να αποφευχθεί ο κίνδυνος, δεν έχει όμως την εξουσία να εκδώσει οριστική απόφαση προτού συμπληρωθούν οι ελλείψεις ή προτού περάσει η προθεσμία που έταξε για τον σκοπό αυτόν. Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν, εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση των ελλείψεων.</p>
                     <p modification="true">2. Αν η συμπλήρωση των ελλείψεων είναι αδύνατη ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία που ορίστηκε για τον σκοπό αυτόν, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_11">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 11</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Συμπλήρωση ελλείψεων ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 105 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 105 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συμπλήρωσης ελλείψεων ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά. Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της έλλειψης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_12">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 12</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ηλεκτρονικός φάκελος δικογραφίας -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 119 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του καθορισμού διεύθυνσης των διαδίκων και περί δυνατότητας υποβολής των δικογράφων με ηλεκτρονικά μέσα, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«5 . Στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΟΣ- ΔΔΥ-ΠΠ) δημιουργείται για κάθε υπόθεση ηλεκτρονικός φάκελος δικογραφίας, στον οποίο περιέχονται ενδεικτικά: α) Τα δικόγραφα της αγωγής, της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναίρεσης, της αναψηλάφησης, της τριτανακοπής, της ανακοπής εναντίον εξώδικων και δικαστικών πράξεων, της κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοίνωσης και της προσεπίκλησης και αποδεικτικά επίδοσης αυτών, β) προτάσεις, προσθήκη και δικόγραφο αξιολόγησης μαρτυρικών καταθέσεων κάθε διαδίκου, γ) πληρεξούσια και γραμμάτια προείσπραξης Δικηγορικών Συλλόγων, δ) έγγραφα περί διαμεσολαβη- τικής διευθέτησης της διαφοράς, ε) δικαστικό ένσημο, στ) νομιμοποιητικά έγγραφα, όπως περί εκπροσώπησης νομικών προσώπων, μη δικαιούχων διαδίκων, ειδικών και καθολικών διαδόχων, ζ) ένορκες βεβαιώσεις, η) λοιπά έγγραφα, θ) εκθέσεις πραγματογνωμόνων και αυτοψίας, ι) πληροφορίες περί αλλοδαπού δίκαιου, ια) προσκομιζό- μενη νομολογία, ιβ) δικόγραφα ενδίκων μέσων, διατάξεις και αποφάσεις σχετικά με την υπόθεση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ορίζονται ζητήματα σχετικά με την τήρηση του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας, οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_13">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 13</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Όργανα επίδοσης εγγράφων - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 122 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 122 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των οργάνων επίδοσης εγγράφων, προστίθενται οι λέξεις «τη δικαστική αστυνομία, τον» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2 . Οι επιδόσεις που γίνονται με την επιμέλεια του δικαστηρίου μπορούν να γίνουν και από τη δικαστική αστυνομία, τον ποινικό κλητήρα της περιφέρειας ή τον γραμματέα του δήμου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_14">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 14</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση σε οικιακό βοηθό - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 124 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 124 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του τόπου επίδοσης, η λέξη «υπηρέτης» αντικαθίσταται από τις λέξεις «οικιακός βοηθός» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2 . Αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή οικιακός βοηθός, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_15">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 15</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση σε παραλήπτη που δεν βρίσκεται στην κατοικία - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 4 άρθρου 128 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 128 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης σε παραλήπτη που δεν βρίσκεται στην κατοικία, προστίθεται τελευταίο, έκτο, εδάφιο και, μετά από νο- μοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«4 . Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παρ. 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία:</p>
                     <p modification="true">α) Το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση, μπροστά σε ένα (1) μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών, οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας</p>
                     <p modification="true">β) Το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά από τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στον σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 140. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα. Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε.</p>
                     <p modification="true">γ) Το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περ. β), εκείνος που ενήρ- γησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. Η ειδοποίηση ταχυδρομείται με έξοδα εκείνου που ζητεί να γίνει η επίδοση. Το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε η ειδοποίηση βεβαιώνεται με απόδειξη, την οποία συντάσσει και υπογράφει ατελώς, κάτω από την επιδοτήρια έκθεση της παρ. 1 του άρθρου 140, εκείνος που ενεργεί την επίδοση. Η βεβαίωση πρέπει να αναφέρει το ταχυδρομικό γραφείο, με το οποίο έστειλε την ειδοποίηση, και τον υπάλληλο που την παρέλαβε, ο οποίος προσυπογράφει τη βεβαίωση. Ύστερα από προφορική αίτηση του παραλήπτη, η αρχή στην οποία είχε παραδοθεί το αντίγραφο, σύμφωνα με την άνω περ. β) του παρόντος, του το παραδίδει, με έγγραφη απόδειξη που συντάσσεται ατελώς. Στην περίπτωση αυτή, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην περ. β) και στην παρούσα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_16">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 16</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση σε νοσοκομείο ή σωφρονιστικό κατάστημα - Τροποποίηση παρ. 1 και προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 131 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 131 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης σε νοσοκομείο ή φυλακή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) η λέξη «φυλακή» αντικαθίσταται από τις λέξεις «σωφρονιστικό κατάστημα», ββ) οι λέξεις «αν είναι δυνατή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεν είναι δυνατή», βγ) οι λέξεις «της φυλακής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του σωφρονιστικού καταστήματος» σε δύο σημεία, βδ) προστίθενται οι λέξεις «ή στον νόμιμο αναπληρωτή του», βε) προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο και γ) προστίθεται παρ. 2 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 131 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 131</p>
                     <p modification="true">Επίδοση σε νοσοκομείο ή σωφρονιστικό κατάστημα</p>
                     <p modification="true">1. Αν ο παραλήπτης της επίδοσης νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε σωφρονιστικό κατάστημα και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του, σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή του σωφρονιστικού καταστήματος, που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, η επίδοση μπορεί να γίνει στον διευθυντή του νοσοκομείου ή του σωφρονιστικού καταστήματος ή στον νόμιμο αναπληρωτή του, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Η επίδοση γίνεται με εσώκλειστο φάκελο που εξωτερικά φέρει τη σφραγίδα του διενεργούντα την επίδοση, με επισημεί- ωση της ημερομηνίας επίδοσης και του είδους του εγγράφου που επιδίδεται.</p>
                     <p modification="true">2. Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον διευθυντή του νοσοκομείου ή του σωφρονιστικού καταστήματος που ορίζει η παρ. 1.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_17">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 17</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση σε υπηρετούντα σε εμπορικό πλοίο - Προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 132 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 132 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης σε υπηρετού- ντα σε εμπορικό πλοίο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1 προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, γ) στην παρ. 2 προστίθενται εδάφια τρίτο και τέταρτο, δ) προστίθεται παρ. 3 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 132 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 132</p>
                     <p modification="true">Επίδοση σε πρόσωπα υπηρετούντα σε εμπορικά πλοία</p>
                     <p modification="true">1. Αν εκείνος προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο που βρίσκεται σε ελληνικό λιμάνι, αν απουσιάζει ή αρνείται να παραλάβει το έγγραφο ή αρνείται ή δεν μπορεί να υπογράψει την έκθεση, η επίδοση γίνεται στον πλοίαρχο του πλοίου ή στον αναπληρωτή του και αν απουσιάζουν ή αρνούνται και αυτοί να το παραλάβουν, η επίδοση γίνεται στον λιμενάρχη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Η επίδοση γίνεται με εσώκλειστο φάκελο που εξωτερικά φέρει τη σφραγίδα του διε- νεργούντα την επίδοση, με επισημείωση της ημερομηνίας επίδοσης και του είδους του εγγράφου που επιδίδεται.</p>
                     <p modification="true">2. Αν εκείνος προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο που δεν βρίσκεται σε ελληνικό λιμάνι, η επίδοση γίνεται στην κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 128 και αν δεν έχει κατοικία, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής. Σε κάθε περίπτωση, η επίδοση γίνεται και στα γραφεία του πλοιοκτήτη στην Ελλάδα ή, διαφορετικά, στα γραφεία του πράκτορα του πλοίου σε ελληνικό λιμάνι, εφόσον υπάρχουν. Η επίδοση γίνεται με εσώκλειστο φάκελο που εξωτερικά φέρει τη σφραγίδα του διενεργούντα την επίδοση, με επισημείωση της ημερομηνίας επίδοσης και του είδους του εγγράφου που επιδίδεται. Για τα ανωτέρω πρόσωπα μπορεί να γίνει και κοινοποίηση στη θυρίδα τους στο gov.gr.</p>
                     <p modification="true">3. Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στην αρχή ή στο πρόσωπο που ορίζεται στις παρ. 1 και 2, ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και παραλαβής του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_18">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 18</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση σε υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην Ελληνική Αστυνομία και στο Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή - Τροποποίηση περ. δ) παρ. 1 και προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 133 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 133 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης σε υπηρετού- ντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην Ελληνική Αστυνομία και στο Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «υπηρέτες» αντικαθίσταται από τις λέξεις «τους οικιακούς βοηθούς», ββ) η περ. δ) του δεύτερου εδαφίου αντικαθίσταται, βγ) προστίθενται εδάφια τρίτο και τέταρτο, γ) προστίθενται παρ. 2 και 3 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 133 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 133</p>
                     <p modification="true">Επίδοση σε προσωπικό των Eνόπλων Δυνάμεων, της Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνική Ακτοφυλακή</p>
                     <p modification="true">1. Για πρόσωπα που ανήκουν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες και βρίσκονται σε ενεργή υπηρεσία, αν δεν είναι δυνατή η επίδοση στους ίδιους ή στους συγγενείς ή τους οικιακούς βοηθούς που συνοικούν μαζί τους, γίνεται, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 128, καθώς και: α) Για εκείνους που υπηρετούν γενικά στις Ένοπλες Δυνάμεις της ξηράς, στον διοικητή της μονάδας ή του καταστήματος ή της υπηρεσίας, όπου ανήκει ο παραλήπτης της επίδοσης. Αν είναι άγνωστη η μονάδα, το κατάστημα ή η υπηρεσία, η επίδοση γίνεται στον αρχηγό του αντίστοιχου κλάδου. β) Για αξιωματικούς, υπαξιωμα- τικούς και ναύτες του πολεμικού ναυτικού, στον αρχηγό του γενικού επιτελείου ναυτικού. γ) Για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και σμηνίτες της πολεμικής αεροπορίας, στον αρχηγό του γενικού επιτελείου αεροπορίας. δ) Για στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής στον προϊστάμενο της υπηρεσίας τους. ε) Για εκείνους που ανήκουν στο προσωπικό των φάρων, των φανών και των σηματοφόρων, στον λιμενάρχη της περιφέρειας, όπου ασκούν τα καθήκοντά τους. Η επίδοση γίνεται με εσώκλειστο φάκελο που εξωτερικά φέρει τη σφραγίδα του διενεργούντα την επίδοση, με επισημείωση της ημερομηνίας επίδοσης και του είδους του εγγράφου που επιδίδεται. Για τα ανωτέρω πρόσωπα μπορεί να γίνει και κοινοποίηση στη θυρίδα τους στο gov.gr.</p>
                     <p modification="true">2. Οι αναφερόμενοι στις περ. α) έως ε) της παρ. 1, όταν λάβουν το έγγραφο, είναι υποχρεωμένοι να το στείλουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε εκείνον στον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση με το πιο γρήγορο και πιο ασφαλές μέσο.</p>
                     <p modification="true">3. Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στην αρχή ή στο πρόσωπο που ορίζεται ανωτέρω.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_19">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 19</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση στην περίπτωση διαμονής ή έδρας στο εξωτερικό - Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 134 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 134 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης στην περίπτωση διαμονής ή έδρας στο εξωτερικό, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο η λέξη «επίδοση» αντικαθίσταται από τις λέξεις «διαδικασία της επίδοσης», ββ) στο δεύτερο εδάφιο η λέξη «επίδοση» αντικαθίσταται από τις λέξεις «διαδικασία της επίδοσης», γ) στην παρ. 3, γα) προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη των κανόνων του ευρωπαϊκού δικονομικού δικαίου ή πολυμερούς ή διμερούς σύμβασης για την επίδοση στο κράτος προς το οποίο αυτή απευθύνεται,», γβ) οι λέξεις «χωρίς υπαίτια καθυστέρηση» αντικαθίστανται από τη λέξη «άμεσα» και γγ) προστίθενται οι λέξεις «το ταχύτερο δυνατόν» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 134 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 134</p>
                     <p modification="true">Επίδοση σε πρόσωπα με διαμονή στην αλλοδαπή</p>
                     <p modification="true">1. Αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η διαδικασία της επίδοσης γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Για έγγραφα που αφορούν την εκτέλεση, η διαδικασία της επίδοσης γίνεται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η εκτέλεση, και για εξώδι- κες πράξεις στον εισαγγελέα της τελευταίας στο εσωτερικό κατοικίας ή γνωστής διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης και αν δεν υπάρχει κατοικία ή γνωστή διαμονή στο εσωτερικό, η διαδικασία της επίδοσης γίνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της πρωτεύουσας.</p>
                     <p modification="true">2. Στις περιπτώσεις της παρ. 1, η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τον τόπο και τη διεύθυνση του παραλήπτη της επίδοσης.</p>
                     <p modification="true">3. Με την επιφύλαξη των κανόνων του ευρωπαϊκού δι- κονομικού δικαίου ή πολυμερούς ή διμερούς σύμβασης για την επίδοση στο κράτος προς το οποίο αυτή απευθύνεται, ο εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει άμεσα στον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει το ταχύτερο δυνατόν σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_20">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 20</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία επίδοσης δικογράφου στην αλλοδαπή - Προσθήκη άρθρου 134Α στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), προστίθεται άρθρο 134Α, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 134Α</p>
                     <p modification="true">Διαδικασία επίδοσης δικογράφου στην αλλοδαπή</p>
                     <p modification="true">1. Η ημερομηνία της επίδοσης δικογράφου στην αλλοδαπή είναι αυτή κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε στον παραλήπτη ή, όταν η επίδοση δεν κατέστη δυνατή, η ημερομηνία κατά την οποία η αρχή του κράτους παραλαβής επιχείρησε την επίδοση, και όταν ούτε και αυτή είναι εφικτή, η ημερομηνία που η ημεδαπή αρχή διαπίστωσε την αδυναμία της επίδοσης. Όταν κατά το ημεδαπό δίκαιο μια πράξη πρέπει να επιδοθεί εντός τακτής προθεσμίας ενέργειας, τότε ειδικά για τον αιτούντα λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία επίδοσης στον εισαγγελέα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 134.</p>
                     <p modification="true">2. Με την επιφύλαξη των κανόνων του ευρωπαϊκού δι- κονομικού δικαίου ή πολυμερούς ή διμερούς σύμβασης για την επίδοση στην αλλοδαπή, όταν πρέπει να διαβιβαστεί εισαγωγικό δικόγραφο δίκης ή άλλη ισοδύναμη πράξη στο εξωτερικό και ο εναγόμενος ερημοδικήσει, ο δικαστής υποχρεούται, αφού συζητήσει την υπόθεση, να ορίσει προθεσμία για την προσκομιδή της βεβαίωσης επίδοσης στον παραλήπτη και να απόσχει από την έκδοση της απόφασης, μέχρις ότου παρέλθει η προθεσμία και διαπιστωθεί τότε, αν η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή όχι. Αν η πράξη επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εκδίδεται απόφαση ερήμην του εναγομέ- νου, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης της πράξης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο στον διαμένοντα στην αλλοδαπή παραλήπτη, να εκδώσει άμεσα απόφαση, αν: α) η πράξη διαβιβάστηκε σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους για τη συγκεκριμένη επίδοση διεθνείς κανόνες ή την παρ. 3 του άρθρου 134, β) από τη διαβίβαση της πράξης έως τη συζήτηση έχει παρέλθει διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών και γ) διαπιστωθεί ότι η πράξη διαβιβάστηκε έγκαιρα στο κράτος παραλαβής, ώστε να ήταν δυνατή η περαιτέρω επίδοση στον παραλήπτη. Προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, μπορούν να διαταχθούν άμεσα και χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές. Αν έχει εκδοθεί κατά τα ανωτέρω απόφαση κατά ερημοδι- κήσαντος εναγομένου χωρίς βεβαίωση επίδοσης της πράξης στον διαμένοντα στην αλλοδαπή παραλήπτη, ο τελευταίος έχει δικαίωμα επαναφοράς στην προτέ- ρα κατάσταση, αν: α) χωρίς υπαιτιότητά του δεν έλαβε εγκαίρως γνώση του εγγράφου, ώστε να αμυνθεί, ή δεν έλαβε γνώση της απόφασης για να ασκήσει ένδικο μέσο, και β) οι ισχυρισμοί του πιθανολογούνται ως βάσιμοι. Η αίτηση επαναφοράς αποκλείεται μετά από την πάροδο ενός (1) έτους από την έκδοση της απόφασης.</p>
                     <p modification="true">3. Οι επόμενες μετά το εισαγωγικό δικόγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη επιδόσεις που απευθύνονται στην αλλοδαπή γίνονται στον αντίκλητο, που, αν δεν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 142 ή 143, διορίζεται υποχρεωτικά από τον παραλήπτη. Σχετική μνεία περιλαμβάνεται στην παραγγελία προς επίδοση. Αν, ενώ το εισαγωγικό δικόγραφο ή η ισοδύναμη πράξη επιδόθηκαν στον παραλήπτη, δεν έχει διοριστεί αντίκλητος ή ο διορισμός του γνωστοποιήθηκε σε αυτόν που παρήγγειλε την επίδοση καθυστερημένα, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η έγκαιρη επίδοση στον αντίκλητο, αρκεί για την εξέλιξη της διαδικασίας η επίδοση της πράξης στον αρμόδιο κατά την παρ. 1 του άρθρου 134 εισαγγελέα, εφαρμοζόμενης και της παρ. 3 του άρθρου 134. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αποδοχή της αίτησης επαναφοράς της παρ. 2, η οποία ασκείται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία περιέλευσης της επιδοτέας πράξης στον παραλήπτη, προϋποθέτει επιπλέον την ακυρότητα της πράξης κατά τις περ. 1) ή 2) του άρθρου 159.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_21">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 21</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση δικογράφου σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής - Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 135 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 135 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, προστίθεται παρ. 4 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«4 . H επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε από τη δημοσίευση της περίληψης σύμφωνα με την παρ. 1.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_22">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 22</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αποκλειστικότητα και δεσμευτικότητα προθεσμιών - Προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 144 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 144 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προθεσμιών, προστίθεται παρ. 4 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«4 . Οι προθεσμίες που αναφέρονται στον παρόντα Κώδικα, αν δεν ορίζεται άλλως, είναι αποκλειστικές και δεσμευτικές τόσο για τους διαδίκους όσο και για το δικαστήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_3">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_23">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 23</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου πρωτοδίκη - Προσθήκη άρθρου 209 στον</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 209 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 209</p>
                     <p modification="true">Συμβιβαστική επέμβαση</p>
                     <p modification="true">1. Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής πρωτοδίκη.</p>
                     <p modification="true">Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλεται αίτηση προς τον αρμόδιο Πρωτοδίκη, στην οποία αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του.</p>
                     <p modification="true">2. Οι διάδικοι μπορούν να εμφανιστούν αυθόρμητα ενώπιον του προέδρου υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου και να ζητήσουν τη συμβιβαστική επέμβασή του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_24">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 24</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Κατάθεση αγωγής - Τροποποίηση άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο, β) η παρ. 2 αντικαθίσταται και το άρθρο 215 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 215</p>
                     <p modification="true">Άσκηση αγωγής</p>
                     <p modification="true">1. Η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Αποκλειστικά σε περίπτωση αγωγής που απευθύνεται σε περιφερειακή έδρα πρωτοδικείου, κατά την έννοια του ν. 5108/2024 (Α’ 65), η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται στη γραμματεία είτε της περιφερειακής έδρας είτε της παράλληλης έδρας, στην κατά τόπον αρμοδιότητα της οποίας εντάσσεται η περιφερειακή έδρα, είτε της έδρας πρωτοδικείου. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον έβδομο μήνα μετά από αυτήν, και όταν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά από αυτήν. Κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται η ημέρα, ο μήνας και το έτος της κατάθεσης, καθώς και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117. Αναφορά του δικογράφου της αγωγής που κατατέθηκε γίνεται χωρίς καθυστέρηση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο. Στο βιβλίο αυτό αναγράφονται με αύξοντα αριθμό και χρονολογική σειρά οι αγωγές που κατατίθενται και αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, η χρονολογία της κατάθεσης και το αντικείμενο της διαφοράς. Στη γραμματεία κάθε δικαστηρίου τηρείται και ηλεκτρονικό αρχείο αγωγών.</p>
                     <p modification="true">2. Αν δεν ορίζεται άλλως, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της. Αν η αγωγή πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, εντός του διαστήματος αυτού πρέπει να έχει επιδοθεί στον εισαγγελέα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 134. Από την επίδοση της αγωγής μπορεί να ξεκινήσει και η διαδικασία διαμεσολάβησης, όπου προβλέπεται υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_25">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 25</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαγραφή από πινάκιο αρχικής δικασίμου σε περίπτωση υποβολής αιτήματος προτίμησης, εξαιρουμένων υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων και υποθέσεων υπαγόμενων στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 226 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 5 του άρθρου 226 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εισαγωγής αγωγής για συζήτηση, ορισμού δικασίμου και αναβολής, προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«5 . Κάθε αίτημα προτίμησης που υποβάλλεται από διάδικο για ορισμό ημέρας συζήτησης αίτησης, αγωγής ή ενδίκου μέσου ενώπιον παντός δικαστηρίου, οποιασδήποτε διαδικασίας, διαφορετικής από εκείνη που, κατά τη νόμιμη σειρά, πρέπει να προσδιοριστεί ή έχει ήδη προσδιοριστεί, υποβάλλεται εγγράφως. Στην αίτηση πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχονται οι λόγοι της προτίμησης και ο αρμόδιος δικαστής αποφαίνεται σχετικά, με αιτιολογημένη πράξη του. Με εξαίρεση τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων και τις υποθέσεις που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν γίνει δεκτό αίτημα προτίμησης από τον αρμόδιο δικαστή, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο της αρχικής δικασίμου από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνο- ντος το δικαστήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_26">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 26</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών - Αντικατάσταση άρθρου 237 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων, αντίκρουσης και συμπλήρωσης και ανάληψης σχετικών, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 237</p>
                     <p modification="true">Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης - αντίκρουσης</p>
                     <p modification="true">1. Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια, στην τακτική διαδικασία, κατατίθενται ενενήντα (90) ημέρες μετά από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής ή της κλήσης και, εφόσον η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή, εκατόν είκοσι (120) ημέρες από τη λήξη της ίδιας προθεσμίας για όλους τους διαδίκους. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και πριν από την κατάθεση προτάσεων οι διάδικοι υπογράψουν συμφωνητικό υπαγωγής σε διαμεσολάβηση, ο διαμεσολαβητής που υπογράφει το πρακτικό ενημερώνει το δικαστήριο και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο. Κατά τα λοιπά ισχύει η παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 4640/2019 (Α’ 190, διορθ. σφαλ. Α’ 194).</p>
                     <p modification="true">2. Η προσθήκη - αντίκρουση κατατίθεται εντός των επόμενων δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Στην ίδια προθεσμία κατατίθεται και το δικαστικό ένσημο. Εντός των επόμενων δέκα (10) ημερών από την τελευταία αυτή προθεσμία ορίζεται ο δικαστής ή, επί πολυμελούς δικαστηρίου, η σύνθεση και ο εισηγητής για την εκδίκαση της διαφοράς.</p>
                     <p modification="true">3. Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ή β) η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα. Ο δικαστής του προηγούμενου εδαφίου δύναται να εκδώσει διάταξη, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς, απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή β) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά από τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.</p>
                     <p modification="true">4. Με τη διάταξη, η αγωγή στις περ. α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση μη ήττας για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα.</p>
                     <p modification="true">5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους δι- αδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδε- κάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα.</p>
                     <p modification="true">6. Αν δεν εκδοθεί διάταξη, η συζήτηση διεξάγεται με βάση το υλικό που κατατέθηκε με τις προτάσεις των δι- αδίκων. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των δικηγόρων κατά τη συζήτηση. Η συζήτηση αυτή μπορεί, με πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου Πρωτοδικείου, να γίνει και στο γραφείο του δικαστή ή του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.</p>
                     <p modification="true">7. Αναβολή κατά την ορισθείσα δικάσιμο δεν είναι δυνατή.</p>
                     <p modification="true">8. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250, το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5.</p>
                     <p modification="true">9. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης - αντίκρουσης, που γίνονται μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατάθεσής τους, βεβαιώνεται με επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα. Η κατάθεση των προτάσεων, της προσθήκης- αντίκρουσης και των διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά κατά την παρ. 4 του άρθρου 119. Ο δικηγόρος κάθε διαδίκου ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν τρίτος δικαιούται να λάβει ατελώς, με δική του δαπάνη, αντίγραφο των προτάσεων, της προσθήκης- αντίκρουσης και των εγγράφων των αντιδίκων του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_27">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 27</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Σύντμηση προθεσμιών υποβολής αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 238 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 183), περί προθεσμιών κατάθεσης και επίδοσης παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», γ) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «ενενήντα (90) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης», δ) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «ενενήντα (90) και εκατόν είκοσι (120) ημέρες, αντίστοιχα, από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εβδομήντα (70) και εκατό (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και ε) στο τέταρτο εδάφιο, εα) η λέξη και το αριθμητικό «εκατόν είκοσι (120)» αντικαθίστανται από τη λέξη και το αριθμητικό «εκατό (100)» και εβ) οι λέξεις «εκατόν ογδόντα (180) ημερών από την κατάθεση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 238 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 238</p>
                     <p modification="true">Κατάθεση παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων</p>
                     <p modification="true">1. Παρεμπίπτουσες αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και ανακοινώσεις στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία σαράντα (40) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Παρεμβάσεις μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία εβδομήντα (70) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι ως άνω προθεσμίες πα- ρατείνονται σε εβδομήντα (70) και εκατό (100) ημέρες, αντίστοιχα, από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται σε προθεσμία εκατό (100) ημερών και στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου σε προθεσμία εκατόν εξήντα (160) ημερών από το πέρας της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Για την προσθήκη ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 237.</p>
                     <p modification="true">2. Μέσα στην προθεσμία της κατάθεσης των προτάσεων προσκομίζονται και όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με αυτές.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_28">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 28</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αύξηση παραβόλων αιτήματος αναβολής - Τροποποίηση άρθρου 241 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναβολής συζήτησης για σπουδαίο λόγο, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 3, βα) στην περ. α) οι λέξεις «είκοσι (20)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα (40)», ββ) στην περ. β) η λέξη και το αριθμητικό «τριάντα (30)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εξήντα (60)», βγ) στην περ. γ) οι λέξεις «σαράντα (40)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εκατό (100) και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 241 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 241</p>
                     <p modification="true">Αναβολή συζήτησης</p>
                     <p modification="true">1. Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κατατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δικαστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο.</p>
                     <p modification="true">Σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων, οι υποθέσεις αναβάλλονται υποχρεωτικά σε δικάσιμο που ανακοινώνει το δικαστήριο εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών ή σε άλλη εμβόλιμη δικάσιμο.</p>
                     <p modification="true">2. Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, εβδομήντα (70) έως τετρακόσια (400) ευρώ.</p>
                     <p modification="true">3. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ως εξής:</p>
                     <p modification="true">α) σαράντα (40) ευρώ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου,</p>
                     <p modification="true">β) εξήντα (60) ευρώ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,</p>
                     <p modification="true">γ) εκατό (100) ευρώ, ενώπιον του Εφετείου.</p>
                     <p modification="true">Σε κοινό αίτημα αναβολής περισσότερων διαδίκων, καταβάλλεται ένα παράβολο το οποίο επιμερίζεται ισο- μερώς. Δεν υπέχουν υποχρέωση καταβολής παραβό- λου το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Δεν καταβάλλεται παράβολο, σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων. Το παράβολο επιστρέφεται, αν το αίτημα της αναβολής απορριφθεί από το δικαστήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_29">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 29</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δυνατότητα προσκόμισης νέων ισχυρισμών και νέων αποδεικτικών μέσων μετά την κατάθεση προτάσεων - Προσθήκη άρθρου 269 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 269 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 269</p>
                     <p modification="true">Αρχή της συγκεντρώσεως</p>
                     <p modification="true">1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγ- γέλτως.</p>
                     <p modification="true">2. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προ- ταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν λαμβάνεται υπόψη.</p>
                     <p modification="true">3. Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την κατάθεση των προτάσεων έως και τη συζήτηση, με προσθήκη, αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Η αντίκρουση επ’ αυτών γίνεται εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_30">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 30</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης - Αδυναμία έκδοσης απόφασης - Επανάληψη συζήτησης - Αντικατάσταση άρθρου 307 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί επανάληψης συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 307</p>
                     <p modification="true">Προσδιορισμός προθεσμιών έκδοσης αποφάσεων για υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, ειδικών διαδικασιών, εκούσιας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων - Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης</p>
                     <p modification="true">1. Η οριστική απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο δυνατό και σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον η υπόθεση είναι δυσχερής, κατ’ απώτατο όριο: α) στην εκούσια δικαιοδοσία εντός τεσσάρων (4) μηνών από την παράδοση του φακέλου στον δικαστή, β) στην τακτική και τις ειδικές διαδικασίες εντός οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης.</p>
                     <p modification="true">2. Αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης διαπιστωθεί ότι είναι αδύνατο να εκδοθεί έγκαιρα η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, οι κλήσεις για συζήτηση και τα αποδεικτικά της επίδοσης συντάσσονται ατελώς.</p>
                     <p modification="true">3. Σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας της παρ. 1 ο δικαστής υποχρεούται μέσα σε έναν (1) μήνα να δημοσιεύσει την απόφαση. Αν παρέλθει και η προθεσμία του πρώτου εδαφίου χωρίς να έχει δημοσιευθεί η απόφαση που καθυστερεί, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης αυτού.</p>
                     <p modification="true">4. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 έως 4, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρόνου για λόγους ανώτερης βίας, όπως λόγω αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού ή μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης, με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 1 έως 4 σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης.</p>
                     <p modification="true">5. Όταν διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το παρόν, οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_31">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 31</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αντίγραφο διάταξης διορισμού</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>πραγματογνώμονα - Τροποποίηση άρθρου 375 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 375 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της κοινοποίησης της απόφασης διορισμού πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) η λέξη «απόφασης» αντικαθίσταται από τη λέξη «διάταξης» και το άρθρο 375 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 375</p>
                     <p modification="true">Κοινοποίηση της διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα</p>
                     <p modification="true">Αντίγραφο της διάταξης που διορίζει ή αντικαθιστά πραγματογνώμονες κοινοποιείται μόλις δημοσιευθεί στους διαδίκους και τους πραγματογνώμονες με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του δικαστή που την έχει εκδώσει.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_32">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 32</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αίτηση εξαίρεσης πραγματογνώμονα -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 377 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 377 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αίτησης εξαίρεσης πραγ- ματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 237», ββ) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 377 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Αρθρο 377</p>
                     <p modification="true">Αίτηση εξαίρεσης πραγματογνώμονα</p>
                     <p modification="true">1. Την εξαίρεση την προτείνει ο πραγματογνώμονας ή ένας από τους διαδίκους με γραπτή αίτηση που υποβάλλεται στο δικαστήριο ή στον εντεταλμένο δικαστή που διόρισε τους πραγματογνώμονες σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 237. Αργότερα η αίτηση για εξαίρεση είναι απαράδεκτη, εκτός αν ο λόγος της εξαίρεσης προέκυψε κατόπιν.</p>
                     <p modification="true">2. Η αίτηση για εξαίρεση μπορεί να γίνει και με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου ή στον εντεταλμένο δικαστή που διορίζει τους πραγματογνώμονες.</p>
                     <p modification="true">3. Η αίτηση για εξαίρεση πρέπει να περιέχει τους λόγους της εξαίρεσης, αλλιώς είναι απαράδεκτη.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_33">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 33</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απόφαση επί αίτησης εξαίρεσης</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>πραγματογνώμονα - Τροποποίηση παρ. 1</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>άρθρου 378 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 378 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συζήτησης και απόφασης επί αίτησης εξαίρεσης πραγματογνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται και το άρθρο 378 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 378</p>
                     <p modification="true">Απόφαση επί αίτησης εξαίρεσης - Διορισμός άλλου πραγματογνώμονα</p>
                     <p modification="true">1. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει αμελλητί ο δικαστής ή το δικαστήριο που διόρισε τον πραγματο- γνώμονα.</p>
                     <p modification="true">2. Αν η εξαίρεση γίνει δεκτή, το δικαστήριο ή ο εντεταλμένος δικαστής διορίζει με την ίδια απόφαση άλλον πραγματογνώμονα για να αντικαταστήσει εκείνον που εξαιρέθηκε.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_34">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 34</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αποκλεισμός απόδειξης με μάρτυρες -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 393 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 393 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί μη επιτρεπόμενης απόδειξης με μάρτυρες λόγω ποσού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η παρ. 1 αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 2 προστίθενται οι λέξεις «, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ», δ) η παρ. 3 αντικαθίσταται και το άρθρο 393 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 393</p>
                     <p modification="true">Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού</p>
                     <p modification="true">1. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.</p>
                     <p modification="true">2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.</p>
                     <p modification="true">3. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, ακόμη και αν δεν αντίκεινται στο περιεχόμενο του εγγράφου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_35">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 35</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Μη επιτρεπτό απόδειξης με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 395 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 395 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί σχέσης μαρτύρων και τεκμηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) προστίθενται οι λέξεις «με ένορκες βεβαιώσεις ή» και το άρθρο 395 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 395</p>
                     <p modification="true">Σχέση μαρτύρων με ένορκες βεβαιώσεις και τεκμήρια</p>
                     <p modification="true">Όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με ένορκες βεβαιώσεις ή με δικαστικά τεκμήρια.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_36">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 36</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Προσθήκη άρθρου 397 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 397 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 397</p>
                     <p modification="true">Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη</p>
                     <p modification="true">Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_37">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 37</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αναλογική εφαρμογή διατάξεων της εμμάρτυρης απόδειξης στη διαδικασία των</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>ενόρκων βεβαιώσεων - Τροποποίηση άρθρου</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>423 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 423 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης εκείνου που δίνει τη βεβαίωση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1 διαγράφεται η αναφορά στα άρθρα «393, 394,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 423 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 423</p>
                     <p modification="true">Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το</p>
                     <p modification="true">Δικαστήριο</p>
                     <p modification="true">1. Η παρ. 2 του άρθρου 398, τα άρθρα 399, 400, 402, 405, 407 και 408, η παρ. 2 του άρθρου 409 και τα άρθρα 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.</p>
                     <p modification="true">2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_38">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 38</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Έκταση εφαρμογής της διαδικασίας περί μικροδιαφορών - Τροποποίηση άρθρου 466 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 466 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της έκτασης εφαρμογής των διατάξεων για τη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) οι λέξεις «Εξαιρουμέ- νων των διαφορών του άρθρου 17,» διαγράφονται, ββ) οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)», βγ) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, i) ο αριθμός «471» αντικαθίσταται από τον αριθμό «469», ii) οι λέξεις «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται, δύο φορές, από τις λέξεις «οκτώ χιλιάδες (8.000)», γβ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδίκης» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 466 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 466</p>
                     <p modification="true">Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές -</p>
                     <p modification="true">Αξία αντικειμένου διαφοράς μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ</p>
                     <p modification="true">1. Αν το αντικείμενο της διαφοράς αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 469.</p>
                     <p modification="true">2. Τα άρθρα 467 έως 469 εφαρμόζονται και όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, αν ο ενάγων δηλώσει ότι δέχεται προς ικανοποίησή του, αντί για το αντικείμενο που ζητεί με την αγωγή χρηματικό ποσό όχι μεγαλύτερο από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος καταδικάζεται διαζευκτικά να καταβάλει είτε το αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή είτε την αποτίμησή του σύμφωνα με την απόφαση που θα εκ- δώσει ο πρωτοδίκης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_39">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 39</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αντικειμενική σώρευση αγωγών - Τροποποίηση άρθρου 467 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 467 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της υποχρεωτικής σώ- ρευσης αγωγών στη διαδικασία των μικροδιαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις και ο αριθμός «πέντε χιλιάδες (5.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «οκτώ χιλιάδες (8.000)» και το άρθρο 467 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 467</p>
                     <p modification="true">Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές -</p>
                     <p modification="true">Αξία αντικειμένου διαφοράς μέχρι οκτώ</p>
                     <p modification="true">χιλιάδες (8.000) ευρώ - Σώρευση απαιτήσεων - Προϋποθέσεις</p>
                     <p modification="true">Ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να ασκήσει με την ίδια αγωγή όλες τις απαιτήσεις του κατά του εναγομένου, οι οποίες δεν εξαρτώνται από αίρεση ή προθεσμία, εφόσον το σύνολό τους δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ. Αν τις ασκήσει χωριστά, οι αγωγές δεν απορρίπτονται, αλλά οι σχετικές δαπάνες, εκτός της πρώτης, βαρύνουν τον ενάγοντα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_40">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 40</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Άσκηση της αγωγής και επίδοσή της -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 468 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 468 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της άσκησης της αγωγής στη διαδικασία των μικροδιαφορών και περί της επίδοσής της, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείου» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείου», ββ) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείο» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδικείο», γβ) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται, δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4, προστίθενται οι λέξεις «στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων», ε) η παρ. 5 αντικαθίσταται και το άρθρο 468 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 468</p>
                     <p modification="true">Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές - Πως ασκείται η αγωγή - Νέοι ισχυρισμοί - Παρεμβάσεις - Ανταγωγές - Προθεσμίες -</p>
                     <p modification="true">Εγγραφή στο πινάκιο - Εξουσιοδοτικές διατάξεις</p>
                     <p modification="true">1. Η αγωγή κατατίθεται στη γραμματεία του πρωτοδικείου και επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 215 εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
                     <p modification="true">2. Μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι προσκομίζουν στο πρωτοδικείο τα αποδεικτικά τους μέσα και ο εναγόμενος υποβάλλει με έγγραφο υπόμνημα τους ισχυρισμούς του. Μέχρι δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, επιτρέπονται και χωρίς κλήση του αντιδίκου. Εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν έγγραφη προσθήκη - αντίκρουση. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στο ως άνω υπόμνημα. Αμέσως μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών, εφόσον οι διάδικοι δεν προσκομίσουν αποδεικτικά μέσα και ο εναγόμενος δεν υποβάλει υπόμνημα, η διαδικασία ολοκληρώνεται, το άρθρο 260, η παρ. 3 του άρθρου 271 και οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 272 εφαρμόζονται αναλόγως και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών το δικαστήριο εκδίδει απόφαση.</p>
                     <p modification="true">3. Παρεμβάσεις και ανταγωγές κατατίθενται και επιδίδονται στους διαδίκους μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και το έγγραφο υπόμνημα των ισχυρισμών στις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου γίνονται σε προθεσμία τριάντα (30) ή πενήντα (50) ημερών, αντίστοιχα, από την κατάθεση της αγωγής και η έγγραφη προσθήκη - αντίκρουση στην προθεσμία του τρίτου εδαφίου της παρ. 2.</p>
                     <p modification="true">4. Η προηγούμενη διαδικασία μπορεί να γίνει και με χρήση τυποποιημένων εγγράφων ή Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης δικαστικών υποθέσεων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας με χρήση Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το περιεχόμενο των τυποποιημένων εγγράφων.</p>
                     <p modification="true">5. Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου της παρ. 2, μετά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών προσδιορίζεται αμέσως η ημέρα συζήτησης με εγγραφή της υπόθεσης σε πινάκιο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε στους διαδίκους με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_41">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 41</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Συζήτηση - Αντικατάσταση άρθρου 469 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 469 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 469</p>
                     <p modification="true">Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές -</p>
                     <p modification="true">Συζήτηση της αγωγής - Μη επιτρεπτό αναβολής συζήτησης - Νέοι ισχυρισμοί - Αποκλίσεις από τις δικονομικές διατάξεις - Ανακοπή ερημοδικίας</p>
                     <p modification="true">1. Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται ακόμα και αν δεν παρίσταται κανείς διάδικος. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 δεν επιτρέπεται. Οι παριστάμενοι κατά τη συζήτηση διάδικοι μπορούν, κατά την κρίση του δικαστή, να εξετάζονται κατ’ άρθρο 415 ή να παρέχουν διασαφήσεις για την υπόθεση, οι δε ενόρκως βεβαιώσαντες να καταθέτουν συμπληρωματικά, εφόσον είναι παρόντες και ο δικαστής κρίνει τούτο απολύτως αναγκαίο. Νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνον εάν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και προέκυψαν μετα- γενέστε- ρα. Σε περίπτωση νέων ισχυρισμών επιτρέπεται η προσθήκη - αντίκρουση εντός τριών (3) ημερών από τη συζήτηση. Μετά το πέρας της συζήτησης ο δικαστής δύναται να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο του δικογράφου της αγωγής, του υπομνήματος και της προσθήκης.</p>
                     <p modification="true">2. Ο δικαστής δικάζοντας τις διαφορές της παρ. 1 μπορεί να αποκλίνει από τις δικονομικές διατάξεις, να λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και να ακολουθεί κάθε φορά κατά την ελεύθερη κρίση του τη μέθοδο εκείνη που ασφαλέστερα, γρηγορότερα και με λιγότερες δαπάνες μπορεί να οδηγήσει στην ανεύρεση της αλήθειας.</p>
                     <p modification="true">3. Ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 468 επιτρέπεται για κάθε λόγο κατά παρέκκλιση του άρθρου 501, μόνο μια φορά. Αν ασκηθεί ανακοπή, η απόφαση εξαφανίζεται και ο ανακόπτων δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει στη διαδικασία.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_4">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_42">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 42</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμόδια γραμματεία δικαστηρίου και επιτάχυνση διαδικασίας άσκησης ενδίκων μέσων - Τροποποίηση άρθρου 495 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί άσκησης ενδίκων μέσων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) αντικαθίστανται οι παρ. 1 και 2, γ) προστίθενται παρ. 2Α, 2Β, 5 και 6 και το άρθρο 495 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 495</p>
                     <p modification="true">Τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων</p>
                     <p modification="true">1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. Προκειμένου για εφέσεις κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδικάζονται στις μεταβατικές έδρες των εφετείων της περιφερείας τους, η κατάθεση γίνεται στις μεταβατικές έδρες. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης προσδιορίζεται αμέσως δικάσιμος, σε απώτατο χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από την κατάθεση του ενδίκου μέσου. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνονται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 119. Η έκθεση μπορεί να συντάσσεται και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 117.</p>
                     <p modification="true">2. Αμέσως μετά την κατάθεση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφη- σης, ο γραμματέας, με βάση τη σημείωση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου της ημέρας και ώρας συζήτησής του, το εγγράφει στο πινάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.</p>
                     <p modification="true">2Α . Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση και ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων για το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Κατά τα λοιπά, για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.</p>
                     <p modification="true">2Β . Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου.</p>
                     <p modification="true">3. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">Α. Για το ένδικο μέσο της έφεσης:</p>
                     <p modification="true">α) [Καταργείται],</p>
                     <p modification="true">β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.</p>
                     <p modification="true">Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης:</p>
                     <p modification="true">α) [Καταργείται],</p>
                     <p modification="true">β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρα- κοσίων πενήντα (450) ευρώ.</p>
                     <p modification="true">Γ. Για το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης:</p>
                     <p modification="true">α) κατά αποφάσεων πρωτοδικείων παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ,</p>
                     <p modification="true">β) κατά αποφάσεων εφετείου και του Αρείου Πάγου παράβολο ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592.</p>
                     <p modification="true">4. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 237, περί προσκόμισης εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή, εφαρμόζεται αναλόγως και για τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές του παρόντος Κεφαλαίου.</p>
                     <p modification="true">5. Αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε σε λειτουργικά αναρμόδιο δικαστήριο, χωρεί και αυτεπαγγέλτως παραπομπή στο αρμόδιο.</p>
                     <p modification="true">6. Αν παρέλθει ένα (1) έτος από τη ματαίωση, χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του νόμιμου αναπληρωτή του και η δίκη του ενδίκου μέσου καταργείται.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_43">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 43</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Σύντμηση προθεσμίας έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης απόφασης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 518 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 518 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προθεσμίας και χρόνου έναρξης της προθεσμίας άσκησης έφεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, οι λέξεις «δύο έτη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ένα (1) έτος» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 518 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 518</p>
                     <p modification="true">Προθεσμία και χρόνος έναρξης της προθεσμίας άσκησης έφεσης</p>
                     <p modification="true">1. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα (30) ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα (60) ημέρες· και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.</p>
                     <p modification="true">2. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι ένα (1) έτος, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.</p>
                     <p modification="true">3. Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει έφεση πέ- θανε, η προθεσμία της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_44">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 44</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμία κοινοποίησης δικογράφου προσθέτων λόγων έφεσης - Τροποποίηση άρθρου 520 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 520 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί στοιχείων έφεσης και πρόσθετων λόγων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, οι λέξεις «και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης του ενδίκου μέσου, προσδιορίζονται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή τους» και το άρθρο 520 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 520</p>
                     <p modification="true">Στοιχεία έφεσης και πρόσθετων λόγων</p>
                     <p modification="true">1. Το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης.</p>
                     <p modification="true">2. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης του ενδίκου μέσου, προσδιορίζονται στην ίδια δικάσιμο και επιδίδονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή τους.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_45">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 45</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμία άσκησης αντέφεσης - Τροποποίηση άρθρου 523 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 523 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αντέφεσης, διατυπώσεων και συνεπειών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, οι λέξεις «και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται στον εκκαλούντα σαράντα πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της έφεσης, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο με την έφεση και επιδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή της» και το άρθρο 523 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 523</p>
                     <p modification="true">Αντέφεση - Διατυπώσεις - Συνέπειες απόρριψης ως εκπρόθεσμης, απαράδεκτης ή τυπικά άκυρης αντέφεσης</p>
                     <p modification="true">1. Ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.</p>
                     <p modification="true">2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της έφεσης, προσδιορίζεται στην ίδια δικάσιμο με την έφεση και επιδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκησή της.</p>
                     <p modification="true">3. Αν η έφεση απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή απαράδεκτη ή τυπικά άκυρη, απορρίπτεται και η αντέφεση, εκτός αν ασκήθηκε ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης για τον αντεκκαλούντα, οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση. Η παραίτηση από την έφεση ή η απόρριψή της ως αβάσιμης δεν επηρεάζει την αντέφεση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_46">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 46</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων στη διαδικασία στη δευτεροβάθμια δίκη - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 524 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 524 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διαδικασίας συζήτησης της έφεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, προστίθενται οι λέξεις «εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260,» και β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) οι λέξεις «έως την έναρξη της συζήτησης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το αργότερο κατά τη συζήτηση» και ββ) η λέξη «τρίτης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1 . Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 και 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, περ. α) έως γ) της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_47">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 47</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών - Τροποποίηση άρθρου 527</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 527 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της προβολής πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) η περ. 3 καταργείται, ββ) η περ. 4 αντικαθίσταται, βγ) η περ. 5 καταργείται και το άρθρο 527 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 527</p>
                     <p modification="true">Περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη</p>
                     <p modification="true">Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσί- βλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργείται], 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργείται] και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_48">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 48</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προσθήκη αποφάσεων που προσβάλλονται με αναψηλάφηση - Τροποποίηση άρθρου 538 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 538 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναψηλάφησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθενται οι λέξεις «ή στην περίπτωση του λόγου αναψηλάφησης της περ. 11 του άρθρου 544» και το άρθρο 538 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 538</p>
                     <p modification="true">Αναψηλάφηση επί αποφάσεων ουσίας και αποφάσεων σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση δικαιώματος</p>
                     <p modification="true">Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ’ ουσία ή στην περίπτωση του λόγου αναψηλάφησης της περ. 11 του άρθρου 544.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_49">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 49</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμία άσκησης πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης - Τροποποίηση άρθρου 547 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 547 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί στοιχείων δικογράφου της αναψηλάφησης και των πρόσθετων λόγων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, οι λέξεις «προς το οποίο απευθύνεται η αναψη- λάφηση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτησή της» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης του ενδίκου μέσου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλά- φηση» και το άρθρο 547 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 547</p>
                     <p modification="true">Στοιχεία δικογράφου αναψηλάφησης - Προθεσμία και διαδικασία πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης</p>
                     <p modification="true">1. Το έγγραφο της αναψηλάφησης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναψηλάφησης, τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει η τήρηση της προθεσμίας, αίτηση για εξαφάνιση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης.</p>
                     <p modification="true">2. Πρόσθετοι λόγοι αναψηλάφησης ως προς τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, όπως και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται μαζί τους, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης του ενδίκου μέσου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_50">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 50</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Μεταβολή διαδικασίας αναψηλάφησης δίκης - Τροποποίηση άρθρου 548 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 548 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διαδικασίας της κατ’ ανα- ψηλάφηση δίκης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, προστίθενται οι λέξεις «εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260,» και γ) στο δεύτερο εδάφιο, γα) οι λέξεις «έως την έναρξη της συζήτησης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το αργότερο κατά τη συζήτηση» και γβ) η λέξη «τρίτης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτης» και το άρθρο 548 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 548</p>
                     <p modification="true">Διαδικασία της κατ’ αναψηλάφηση δίκης</p>
                     <p modification="true">Στη διαδικασία της κατ’ αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, εδάφια πρώτο έως τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 591 και της παρ. 4 του άρθρου 591, με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται το αργότερο κατά τη συζήτηση και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_51">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 51</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απαράδεκτο των λόγων αναίρεσης -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αντικατάσταση παρ. 4 άρθρου 562 Κώδικα</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Η παρ. 4 του άρθρου 562 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί απαραδέκτου των λόγων της αναίρεσης, αντικαθίσταται και το άρθρο 562 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 562</p>
                     <p modification="true">Αναίρεση - Λόγοι απαραδέκτου αναίρεσης</p>
                     <p modification="true">1. Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική.</p>
                     <p modification="true">2. Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:</p>
                     <p modification="true">α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας,</p>
                     <p modification="true">β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση,</p>
                     <p modification="true">γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.</p>
                     <p modification="true">3. Κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.</p>
                     <p modification="true">4. Κατ’ εξαίρεση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγ- γέλτως, κατά πρόταση όμως που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγηση του άρθρου 571, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_52">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 52</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Σύντμηση της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης κατά μη επιδοθείσας απόφασης - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 564 Κώδικα Πολιτικής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης, οι λέξεις και ο αριθμός «δύο (2) έτη» αντικαθίστανται από τις λέξεις και τον αριθμό «ένα (1) έτος» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3 . Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι ένα (1) έτος και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_53">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 53</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Στοιχεία του αναιρετηρίου δικογράφου -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 566 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 566 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του αναιρετηρίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, οι λέξεις «έγγραφο της αναίρεσης» αντικαθίστανται από τη λέξη «αναιρετήριο», γ) προστίθεται παρ. 1Α και το άρθρο 566 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 566</p>
                     <p modification="true">Στοιχεία αναιρετηρίου</p>
                     <p modification="true">1. Το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης.</p>
                     <p modification="true">1Α. Το αναιρετήριο δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) σελίδες, το δικόγραφο πρόσθετων λόγων τις είκοσι (20) σελίδες, των προτάσεων και των υπομνημάτων τις δέκα (10) σελίδες, της αίτησης αναστολής, κατά το άρθρο 565, τις πέντε (5) σελίδες. Στο όριο των προσδιοριζόμενων για τα ως άνω δικόγραφα σελίδων δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία των διαδίκων μερών, η διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε περίπτωση ουσιώδους υπέρβασης του αριθμού αυτού, η Γραμματεία ενημερώνει τον Πρόεδρο του αρμόδιου Τμήματος ή της Ολομέλειας, ο οποίος με πράξη του, που εκδίδεται αμέσως μετά την κατάθεση και τον προσδιορισμό της δικασίμου του δικογράφου αυτού, καλεί τον πληρεξούσιο δικηγόρο να περιορίσει την έκταση του δικογράφου στους ανωτέρω αριθμούς σελίδων εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα. Η πρόσκληση του δικηγόρου, η οποία μπορεί να γίνει με κάθε τρόπο από τον αρμόδιο γραμματέα, βεβαιώνεται από τον ίδιο με καταχώριση σχετικής σημείωσης στον φάκελο της δικογραφίας, την οποία χρονολογεί και υπογράφει. Τα ως άνω προσαρμοσμένα δικόγραφα είναι τα μόνα που λαμβάνονται υπόψη για την εκδίκαση της υπόθεσης και επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Εμπρόθεσμη επίδοση του αρχικού, μη προσαρμοσμένου, δικογράφου, πριν από την κατά τα ανωτέρω προσαρμογή του, θεωρείται έγκυρη. Στην περίπτωση αυτή, το προσαρμοσμένο δικόγραφο δεν επιδίδεται και ο αρμόδιος γραμματέας γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο στους διαδίκους την κατάθεσή του και καταχωρίζει σχετική βεβαίωση σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο. Ως άσκηση του οικείου δικονομικού δικαιώματος νοείται σε κάθε περίπτωση η κατάθεση του αρχικού δικογράφου. Σε περίπτωση μη προσαρμογής του οικείου δικογράφου στο προβλεπόμενο, ως ανωτέρω, όριο σελίδων, δεν λαμβάνονται υπόψη λόγοι ή ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στις πλεονάζουσες σελίδες αυτού. Με τον Κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη μορφή και το περιεχόμενο των δικογράφων.</p>
                     <p modification="true">2. Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_54">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 54</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αναίρεση - Προσδιορισμός δικασίμου - Τροποποίηση άρθρου 568 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του προσδιορισμού της δικασίμου αναίρεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, i) στην αρχή προστίθενται οι λέξεις «Μέχρι την εφαρμογή του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας,», ii) πριν από τη λέξη «διάδικος» προστίθεται η λέξη «αναιρεσείων», iii) η λέξη «προσάγει» αντικαθίσταται από τη λέξη «προσκομίζει», ββ) προστίθεται τρίτο εδάφιο, γ) στην παρ. 2, η περ. β) καταργείται, δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4, οι λέξεις «τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2A του άρθρου 495» και το άρθρο 568 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 568</p>
                     <p modification="true">Αναίρεση - Προσδιορισμός δικασίμου</p>
                     <p modification="true">1. Μέχρι την εφαρμογή του ηλεκτρονικού φακέλου δικογραφίας, για να προσδιοριστεί δικάσιμος ο αναιρε- σείων διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση προσκομίζει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της αναίρεσης, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών και των προτάσεων του ίδιου και των άλλων διαδίκων, αν είναι απαραίτητες για να διαγνωστεί η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο ή στο πρόσθετο αναιρετήριο, καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του εντολέα του. Δύο αντίγραφα των εγγράφων αυτών κατατίθενται ατελώς. Ειδικά όταν ο διάδικος είναι φυσικό πρόσωπο, η πληρεξουσιότητα μπορεί να παρέχεται και με ψηφιακή εξουσιοδότηση, η οποία εκ- δίδεται μέσω της ενιαίας ψηφιακής πύλης της δημόσιας διοίκησης (gov.gr) και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο.</p>
                     <p modification="true">2. Η γραμματεία του Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα που κατατέθηκαν στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο πρόεδρος του τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί ορίζει:</p>
                     <p modification="true">α) δικάσιμο της υπόθεσης,</p>
                     <p modification="true">β) [Καταργείται],</p>
                     <p modification="true">γ) εισηγητή αρεοπαγίτη προς τον οποίον διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας για τους σκοπούς του άρθρου 571.</p>
                     <p modification="true">3. Η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης της υπόθεσης.</p>
                     <p modification="true">4. Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους στην προθεσμία του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2Α του άρθρου 495. Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδί- κους.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_55">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 55</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 569 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 569 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, βα) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται, ββ) το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, βγ) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «των τριάντα ημερών» διαγράφονται και το άρθρο 569 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 569</p>
                     <p modification="true">Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης</p>
                     <p modification="true">1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.</p>
                     <p modification="true">2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αναίρεσης, προσδιορίζονται στην ίδια δικάσιμο με την αναίρεση και επιδίδονται μέσα στην ίδια προθεσμία. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία. Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναι- ρεσείοντα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_56">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 56</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επί αίτησης αναίρεσης - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 570 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 570 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της κατάθεσης προτάσεων επί αίτησης αναίρεσης, η λέξη «τρίτης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πέμπτης» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1 . Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Σε αυτή την περίπτωση, ο προβάλλων τις ενστάσεις διάδικος καταθέτει τις προτάσεις του είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να καταθέτουν υπόμνημα έως τη δωδέκατη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, εφόσον παρέστησαν σε αυτή.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_57">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 57</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εισήγηση σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης - Αντικατάσταση άρθρου 571</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 571 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του παραδεκτού της αναίρεσης, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 571</p>
                     <p modification="true">Αναίρεση - Έκθεση εισηγητή</p>
                     <p modification="true">1. Ο εισηγητής της υπόθεσης συντάσσει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, και την καταθέτει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.</p>
                     <p modification="true">2. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να πληροφορηθούν το περιεχόμενο της έκθεσης του εισηγητή.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_58">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 58</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Περιορισμός των διατάξεων που εφαρμόζονται αναλόγως στη διαδικασία αναιρετικής δίκης -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 573 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 573 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της διαδικασίας της αναιρετικής δίκης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθενται οι λέξεις «εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 573 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 573</p>
                     <p modification="true">Διαδικασία δίκης για την αναίρεση</p>
                     <p modification="true">1. Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, εκτός της παρ. 2 του άρθρου 260, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.</p>
                     <p modification="true">2. Τους εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του δια- δίκου, εκπροσωπεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_59">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 59</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απόρριψη της αναίρεσης σε περίπτωση ερημοδικίας - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 576 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ερημοδικίας στην αναίρεση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο μετά το διαζευκτικό «ή» προστίθεται η λέξη «δεν», β) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2 . Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_60">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 60</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προσθήκη διάταξης που εφαρμόζεται αναλόγως - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 591 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 4 του άρθρου 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ειδικών διαδικασιών: α) μετά από τις λέξεις «αν είναι αναγκαίο» προστίθενται οι λέξεις «με διάταξή του,», β) οι λέξεις «της παρ. 8 του άρθρου 237» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των παρ. 5 και 8 του άρθρου 237» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«4 . Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, με διάταξή του, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παρ. 5 και 8 του άρθρου 237.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_5">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_61">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 61</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαφορές από αμοιβές πιστοποιημένων εκτιμητών - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 5</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>άρθρου 614 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην περ. γ) της παρ. 5 του άρθρου 614 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διαφορών από αμοιβές, πριν από τη λέξη «εκτιμητών» προστίθενται οι λέξεις «εκτιμητών και πιστοποιημένων» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«5 . Διαφορές από αμοιβές είναι: α) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, άμισθων δικαστικών επιμελητών, γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, διπλωματούχων μαιών, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, νόμιμα διορισμένων μεσιτών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των πελατών τους ή των καθολικών διαδόχων τους, όπως και αν χαρακτηρίζεται η μεταξύ τους σχέση και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή τον τρόπο της καταβολής της, β) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα διαιτητών, διαμεσολαβητών, εκτελεστών διαθήκης, κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομιάς, διαχειριστών σε ιδιοκτησίες κατ’ ορόφους ή διαχειριστών που διορίζονται από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν ή των καθολικών διαδόχων τους, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό της αμοιβής ή τον τρόπο καταβολής της και γ) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή διαιτητών, όπως και των πραγματογνωμόνων, διαιτητών πραγματογνωμόνων, εκτιμητών και πιστοποιημένων εκτιμητών, διερμηνέων, μεσεγγυούχων και φυλάκων, όπως και αν διορίσθηκαν ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση καταβολής ή των καθολικών διαδόχων τους.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_62">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 62</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διατάξεις για τις διαφορές από αμοιβές πιστοποιημένων εκτιμητών - Προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 622Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 622Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διατάξεων για τις διαφορές από αμοιβές, προστίθεται παρ. 7 ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«7 . Διαφορές για τις αμοιβές των εκτιμητών και των πιστοποιημένων εκτιμητών που ορίσθηκαν για την εκτίμηση κατασχόμενου πράγματος, υπάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_63">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 63</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμόδιος για την έκδοση διαταγής</b>
                  </heading>
                  <p>
                     <b>πληρωμής και ευθύνη αρμόδιου δικηγόρου -</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Αντικατάσταση άρθρου 625 Κώδικα Πολιτικής</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Δικονομίας και προσθήκη παρ. 1Α στο άρθρο 160 του Κώδικα Δικηγόρων</b>
                  </p>
                  <paragraph eId="art_63.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Το άρθρο 625 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του αρμόδιου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«Άρθρο 625</p>
                        <p modification="true">Αρμόδιος για την έκδοση διαταγής πληρωμής</p>
                        <p modification="true">Τη διαταγή πληρωμής εκδίδει δικηγόρος, μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να οριστεί δικηγόρος του ως άνω συλλόγου, τη διαταγή πληρωμής εκδίδει δικηγόρος μέλος δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του αντίστοιχου εφετείου που δωσιδικεί η διαφορά. Ο αρμόδιος δικηγόρος ορίζεται με πράξη του οικείου δικηγορικού συλλόγου που μπορεί να εκδίδεται και ηλεκτρονικά.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_63.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Στο άρθρο 160 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208), προστίθεται παρ. 1Α, ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«1 Α. Ο δικηγόρος που εκδίδει πράξεις σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) ευθύνεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με την παρ. 1.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_64">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 64</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Στοιχεία αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής - Τροποποίηση άρθρου 626 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 626 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί έκδοσης διαταγής πληρωμής και στοιχείων αιτήσεως, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται, γ) προστίθεται παρ. 4 και το άρθρο 626 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 626</p>
                     <p modification="true">Έκδοση διαταγής πληρωμής - Στοιχεία αίτησης -</p>
                     <p modification="true">Προϋποθέσεις διορισμού δικηγόρων</p>
                     <p modification="true">1. Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης.</p>
                     <p modification="true">2. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παρ. 1 του άρθρου 119, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή.</p>
                     <p modification="true">3. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.</p>
                     <p modification="true">4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι προϋποθέσεις διορισμού των δικηγόρων του άρθρου 625, τα ειδικά προσόντα τους, ο τρόπος κατάθεσης των αιτήσεων, το ύψος της αποζημίωσης των δικηγόρων στις ως άνω περιπτώσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και οι λοιποί όροι καταβολής της, καθώς και οι αναγκαίες εγγυήσεις για την αδιάβλητη επιλογή των δικηγόρων και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_65">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 65</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής - Τροποποίηση άρθρου 627 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο εισαγωγικό εδάφιο του άρθρου 627 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί έκδοσης διαταγής πληρωμής και διαδικασίας εκδόσεως, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η λέξη «δικαστής» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ο ορισθείς δικηγόρος» και το άρθρο 627 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 627</p>
                     <p modification="true">Έκδοση διαταγής πληρωμής - Διαδικασία έκδοσης</p>
                     <p modification="true">Ο ορισθείς δικηγόρος αποφασίζει το ταχύτερο σχετικά με την αίτηση, χωρίς να καλέσει τον οφειλέτη, έχει όμως το δικαίωμα:</p>
                     <p modification="true">α) να καλεί τον αιτούντα για να του δώσει εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση,</p>
                     <p modification="true">β) να υποδείξει στον αιτούντα τις αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης,</p>
                     <p modification="true">γ) αν ο αιτών επικαλείται ιδιωτικά έγγραφα, να ζητεί βεβαίωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο ή μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον του.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_66">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 66</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απόρριψη αίτησης για έκδοση διαταγής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>πληρωμής - Τροποποίηση άρθρου 628 Κώδικα</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 628 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί απόρριψης της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) αντικαθίσταται το εισαγωγικό εδάφιο, ββ) στην περ. β) η λέξη «ζήτησε» αντικαθίσταται από τις λέξεις «ζητήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 627», γ) στην παρ. 2 η λέξη «απόρριψη» αντικαθίσταται από τις λέξεις «απορριπτική πράξη», δ) στην παρ. 3 οι λέξεις «απόρριψης της αίτησης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «απορριπτικής πράξης» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 628 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 628</p>
                     <p modification="true">Έκδοση απορριπτικής πράξης επί αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής</p>
                     <p modification="true">1. Ο ορισθείς δικηγόρος εκδίδει απορριπτική πράξη: α) αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής,</p>
                     <p modification="true">β) αν ο αιτών δεν δίνει τις εξηγήσεις που του ζητήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 627 ή αρνείται να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις για τη συμπλήρωση ή διόρθωση της αίτησής του ή για τη βεβαίωση των υπογραφών ιδιωτικών εγγράφων.</p>
                     <p modification="true">2. Η απορριπτική πράξη σημειώνεται κάτω από την αίτηση και αναφέρεται με συντομία ο λόγος της απόρριψης.</p>
                     <p modification="true">3. Σε περίπτωση απορριπτικής πράξης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής ή η υποβολή νέας αίτησης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_67">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 67</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αποδοχή της διαταγής πληρωμής -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 629 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 629 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί αποδοχής της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) η λέξη «δικαστής» αντικαθίσταται από τη λέξη «δικηγόρος», γ) οι λέξεις «τον καταδικάζει στη» αντικαθίστανται από τη λέξη «τη» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 629 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 629</p>
                     <p modification="true">Αποδοχή της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής</p>
                     <p modification="true">Ο δικηγόρος δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τη δικαστική δαπάνη. Κατά το μέρος που η αίτηση απορρίπτεται, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 628.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_68">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 68</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Περιεχόμενο διαταγής πληρωμής -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 630 Κώδικα Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 630 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί του περιεχομένου της διαταγής πληρωμής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) στην περ. α) η λέξη «δικαστή» αντικαθίσταται από τη λέξη «δικηγόρου», ββ) στην περ. η) η λέξη «δικαστή» αντικαθίσταται από τις λέξεις «εκδόσαντος δικηγόρου», γ) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 630 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 630</p>
                     <p modification="true">Περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής</p>
                     <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικηγόρου που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου, γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και η) υπογραφή του εκδόσαντος δικηγόρου. Ο εκδόσας τη διαταγή πληρωμής δικηγόρος την καταθέτει στη γραμματεία του πρωτοδικείου και ο γραμματέας περιάπτει τον εκτελεστήριο τύπο στο πρωτότυπο της διαταγής πληρωμής.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_69">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 69</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση διαταγής πληρωμής - Τροποποίηση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>άρθρου 630Α Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 630Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί επίδοσης διαταγής πληρωμής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) διαγράφονται το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο και το άρθρο 630Α διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 630Α</p>
                     <p modification="true">Επίδοση της διαταγής πληρωμής</p>
                     <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_70">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 70</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εκτελεστήριος τύπος διαταγής πληρωμής -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 631 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 631 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ν. 503/1985, Α’ 182), περί της διαταγής πληρωμής ως τίτλου εκτελεστού και της κατ’ εξαίρεση αναστολής εκτελεστότητας αυτού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο προστίθενται οι λέξεις «αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο» και το άρθρο 631 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 631</p>
                     <p modification="true">Διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος</p>
                     <p modification="true">Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό αφού περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθη- κε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_71">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 71</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Χορήγηση αναστολής εκτέλεσης σε ασκηθείσα ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση παρ. 2 και προσθήκη παρ. 2Α στο άρθρο 633 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 633 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της άσκησης της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2, αα) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται, αβ) στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «αποκτά δύναμη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έχει συνέπειες», β) προστίθεται παρ. 2Α και οι παρ. 2 και 2Α διαμορφώνονται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2 . Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την ως άνω δεύτερη επίδοση. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής έχει συνέπειες δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.</p>
                     <p modification="true">2Α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., περί ασφαλιστικών μέτρων, να χορηγήσει αναστολή με ή χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 724.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_72">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 72</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία έκδοσης διαταγής για την απόδοση της χρήσης μισθίου - Τροποποίηση άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>637 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 637 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της έκδοσης διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) μετά από τη λέξη «δυστροπία» προστίθενται οι λέξεις «ή παρέλευση του ορισμένου χρόνου διάρκειάς της» και ββ) μετά από τη λέξη «μίσθωσης» προστίθενται οι λέξεις «ή η λήξη της», γ) προστίθενται εδάφια, τέταρτο και πέμπτο, και το άρθρο 637, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 637</p>
                     <p modification="true">Έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου</p>
                     <p modification="true">Κατά τις διατάξεις των άρθρων 638 έως 645, στις περιπτώσεις καθυστέρησης του μισθώματος από δυστροπία ή παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειάς της, αν η έναρξη της μίσθωσης ή η λήξη της, αποδεικνύεται εγ- γράφως, και εφόσον έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου. Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου, αποδεικνυόμενη εγγράφως, αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου, εκτός αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επίδοση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά. Όσον αφορά στην έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, προϋπόθεση αποτελεί η επίδοση από τον εκμισθωτή εξώδικης πρόσκλησης απόδοσης του μισθίου, τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από την παρέλευσή του ή επί μισθώσεως που έχει καταστεί αορίστου χρόνου μετά τη λήξη της, τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από την επίδοση της διαταγής απόδοσης. Στην περίπτωση του τέταρτου εδαφίου, η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αρχίσει μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών από την επίδοση της διαταγής στον μισθωτή.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_73">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 73</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμόδιος για την έκδοση διαταγής για την απόδοση της χρήσης μισθίου - Τροποποίηση άρθρου 638 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 638 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του αρμόδιου οργάνου για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο διαγράφεται η λέξη «δικαστής», β) στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δικηγόρος, μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου του δικαστηρίου, στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά», γ) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και το άρθρο 638 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 638</p>
                     <p modification="true">Αρμόδιος για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου</p>
                     <p modification="true">Αρμόδιος για την έκδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου είναι δικηγόρος, μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου του δικαστηρίου, στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να οριστεί δικηγόρος του ως άνω συλλόγου, τη διαταγή απόδοσης εκδίδει δικηγόρος μέλος δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του αντίστοιχου εφετείου.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_6">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΕΜΠΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_74">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 74</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Κατάθεση αίτησης και προφορικά -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 686 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 686 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), οι λέξεις «και με τις προτάσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και προφορικά» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«5 . Κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Στην περίπτωση του άρθρου 684 η αίτηση δικάζεται μόνον κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_75">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 75</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 722 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 722 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί συντηρητικής κατάσχεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1 προστίθενται εδάφια, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 722 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 722</p>
                     <p modification="true">Συντηρητική κατάσχεση και μετατροπή σε αναγκαστική κατάσχεση</p>
                     <p modification="true">1. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς κινητά ή ακίνητα ή εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε αυτά, αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση γίνει δεκτή και η σχετική απόφαση είναι εκτελεστή, έχει δικαίωμα, με βάση από- γραφο της απόφασης, να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς αναγκαστική κατάσχεσή τους. Ο πλειστηρια- σμός επισπεύδεται κατόπιν εντολής του στον δικαστικό επιμελητή, που δίνεται κατά το άρθρο 927. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, αφότου παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 926, απόσπασμα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 955 και την παρ. 4 του άρθρου 995, που επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση και στον γραμματέα του Πρωτοδικείου επί κινητών ή στον υποθηκοφύλακα ή στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου επί ακινήτων, οι οποίοι οφείλουν να ενεργήσουν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 955 και την παρ. 2 του άρθρου 995, και καταθέτει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την έκθεση της συντηρητικής κατάσχεσης, τις εκθέσεις επίδοσής της, την έκθεση περιγραφής του κατασχόμενου και εκτίμησης της αξίας του, τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης και, εάν το κατασχόμενο είναι ακίνητο, το πιστοποιητικό βαρών καθώς και την έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή. Η κατάθεση των εγγράφων αυτών και η δημοσίευση του αποσπάσματος από τον δικαστικό επιμελητή καθώς και οι πρόσθετες επιδόσεις του αποσπάσματος, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995, γίνονται εντός των προθεσμιών που τάσσονται με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.</p>
                     <p modification="true">2. Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης.</p>
                     <p modification="true">3. Οι διαφορές που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 δικάζονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 702 από το αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαστήριο.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_7">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_76">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 76</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμοδιότητα υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας - Τροποποίηση παρ. 3 και προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 740 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 740 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της αρμοδιότητας των υποθέσεων που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 3, αα) ο αριθμός «794» αντικαθίσταται από τον αριθμό «793», αβ) διαγράφονται οι αριθμοί «835 παρ. 3, 838,», β) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 740 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 740</p>
                     <p modification="true">Αρμοδιότητα</p>
                     <p modification="true">1. Στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, όπου αυτός ορίζεται, υπάγονται οι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 739. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων.</p>
                     <p modification="true">2. Στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 δεν επιτρέπεται παρέκταση της αρμοδιότητας.</p>
                     <p modification="true">3. Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους των άρθρων 782, 789, 790, 792 έως 793, 797, 798, 811, 813 έως 818, 819 παρ. 3, 831 έως 833, 847, 848, 857, 861, 864 και 1023 του παρόντος, καθώς και κατά αποφάσεων των νόμων 3869/2010 (Α’ 130), 4072/2012 (Α’ 86) και 4738/2020 (Α’ 207).</p>
                     <p modification="true">4. Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα πολυμελή πρωτοδικεία κατά την παρ. 3, καθώς και κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, σε υποθέσεις που εκδικάζονται από αυτά με διάταξη νόμου. Στην αρμοδιότητα των τριμελών εφε- τείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους.</p>
                     <p modification="true">5. Στην αρμοδιότητα του οικείου μονομελούς πρωτοδικείου υπάγεται και η ανακοπή κατά της διαταγής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου της παρ. 1, επί της οποίας εφαρμόζονται τα άρθρα 743 έως 781 και, αναλόγως, η παρ. 2 του άρθρου 773.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_77">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 77</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων - Τροποποίηση άρθρου 741 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 741 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των εφαρμοζόμενων διατάξεων στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθενται οι λέξεις «, καθώς και οι περ. γ) έως στ) της παρ. 1 του άρθρου 591,» και το άρθρο 741 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 741</p>
                     <p modification="true">Εφαρμογή διατάξεων της εκούσιας δικαιοδοσίας</p>
                     <p modification="true">Τα άρθρα 1 έως 590, καθώς και οι περ. γ) έως στ) της παρ. 1 του άρθρου 591, εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_78">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 78</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ορισμός δικασίμου και κλητεύσεις -</b>
                  </heading>
                  <p>
                     <b>Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 748 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </p>
                  <paragraph eId="art_78.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του ορισμού δικασίμου και κλητεύσεων στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «που απευθύνεται στο δικαστήριο», β) οι λέξεις «στο δικαστήριο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του δικαστηρίου αυτού στον δικαστή» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«1. Η αίτηση που απευθύνεται στο δικαστήριο υποβάλλεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού στον δικαστή και αν πρόκειται για πολυμελές πρωτοδικείο, στον πρόεδρο, για να ορίσει δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 226.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_78.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Στην παρ. 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νο- μοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«3 . Ο δικαστής που είναι αρμόδιος κατά την παρ. 1 μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Η κλήτευση γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου. Κλήτευση από τον δικαστή δεν απαιτείται, όταν ο νόμος προβλέπει κοινοποίηση της αίτησης προς ορισμένο πρόσωπο και επ’ αυτής σημειώνεται η δικάσιμος, οπότε αυτό δύναται να παρίσταται με μόνη την κατάθεση προτάσεων.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_79">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 79</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ερημοδικία στην εκούσια δικαιοδοσία -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αντικατάσταση άρθρου 754 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 754 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της ερημοδικίας στην εκούσια δικαιοδοσία, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 754</p>
                     <p modification="true">Ερημοδικία στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">1. Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο ο αιτών δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση, και εμφανισθεί ο καθ’ ου η αίτηση ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν.</p>
                     <p modification="true">2. Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης δικάσιμο ο αιτών εμφανιστεί και μετέχει κανονικά στη συζήτηση, ενώ δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση, ο καθ’ ου η αίτηση ή ο τρίτος που έχει κλητευθεί ή έχει παρέμβει, η συζήτηση προχωρεί σαν αυτός να είχε εμφανιστεί και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_80">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 80</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διεύρυνση των προσώπων που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση στην εκούσια δικαιοδοσία - Τροποποίηση άρθρου 761 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 761 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της ενεργητικής νομιμοποίησης έφεσης στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) μετά από τη λέξη «αίτηση» προστίθενται οι λέξεις «όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748» και οι λέξεις «εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη,», και μετά από νομοτε- χνικές βελτιώσεις, το άρθρο 761 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 761</p>
                     <p modification="true">Ενεργητική νομιμοποίηση στην έφεση στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Έφεση έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν και αν νίκησαν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, εκείνοι που κλη- τεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_81">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 81</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παθητική νομιμοποίηση στην έφεση στην</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>εκούσια δικαιοδοσία - Τροποποίηση άρθρου</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>762 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 762 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της παθητικής νομιμοποίησης έφεσης στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 762 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 762</p>
                     <p modification="true">Παθητική νομιμοποίηση στην έφεση στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Όσοι έχουν κοινό συμφέρον με τον εκκαλού- ντα, κλητεύονται απλώς στη συζήτηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_82">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 82</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ενεργητική νομιμοποίηση στην αίτηση για αναψηλάφηση στην εκούσια δικαιοδοσία -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 767 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 767 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της ενεργητικής νομιμοποίησης αναψηλάφησης στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) οι λέξεις «στρέφεται η αίτηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έχει στραφεί η αίτηση, όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο», ββ) μετά τη λέξη «αναιρεσίβλητος,» προστίθενται οι λέξεις «εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748,», βγ) μετά τη λέξη «παρέμβαση,» προστίθενται οι λέξεις «εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη,» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 767 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 767</p>
                     <p modification="true">Ενεργητική νομιμοποίηση στην αναψηλάφηση στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Αναψηλάφηση δικαιούνται να ασκήσουν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ο αναιρεσείων, ο αναιρεσίβλητος, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθη- καν στη δίκη, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοί τους και ο εισαγγελέας. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ. Ειδικά κατά την εφαρμογή της περ. 11) του άρθρου 544 η αναψηλάφηση επιτρέπεται με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επιμέ- ρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_83">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 83</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ενεργητική νομιμοποίηση στην αίτηση αναίρεσης στην εκούσια δικαιοδοσία -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 769 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 769 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της ενεργητικής νομιμοποίησης αναίρεσης στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) οι λέξεις «στρέφεται η αίτηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έχει στραφεί η αίτηση, όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο», ββ) μετά από τη λέξη «εφεσίβλητος,» προστίθενται οι λέξεις «εκείνοι που κλη- τεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748,», βγ) μετά από τη λέξη «παρέμβαση,» προστίθενται οι λέξεις «εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη,», και μετά από νομοτε- χνικές βελτιώσεις, το άρθρο 769 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 769</p>
                     <p modification="true">Ενεργητική νομιμοποίηση στην αναίρεση στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Αναίρεση έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση όταν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, ο εκκαλών, ο εφεσί- βλητος, εκείνοι που κλητεύθηκαν κατ’ επιταγή του νόμου ή κατόπιν διαταγής του δικαστή κατά την παρ. 3 του άρθρου 748, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, εκείνοι που προσεπικλήθηκαν στη δίκη, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_84">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 84</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απαράδεκτο νέας αίτησης στην εκούσια δικαιοδοσία - Τροποποίηση άρθρου 778 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 778 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του δεδικασμένου στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) οι λέξεις «δεν είναι δυνατό να συζητηθεί» αντικαθίστανται από τις λέξεις «είναι απαράδεκτη» και το άρθρο 778 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 778</p>
                     <p modification="true">Δεδικασμένο στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, είναι απαράδεκτη νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_85">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 85</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία για την έκδοση προσωρινής διαταγής στην εκούσια δικαιοδοσία -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 781 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της προσωρινής διαταγής στην εκούσια δικαιοδοσία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) μετά τη λέξη «μπορεί» προστίθενται οι λέξεις «από την κατάθεσή της και», αβ) μετά τη λέξη «αίτημα,» προστίθενται οι λέξεις «, υποβαλλόμενο και αυτοτελώς,», αγ) μετά τη λέξη «διαταγή» διαγράφονται οι λέξεις «που καταχωρίζεται στα πρακτικά», αδ) μετά τη λέξη «εξασφαλιστεί» διαγράφονται οι λέξεις «ή να διατηρηθεί δικαίωμα», β) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1. Το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση μπορεί από την κατάθεσή της και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα, υποβαλλόμενο και αυτοτελώς, ή και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα έως την έκδοση της απόφασής του, για να εξασφαλιστεί ή να ρυθμιστεί κατάσταση. Όταν η προσωρινή διαταγή εκδίδεται κατά τη συζήτηση, καταχωρίζεται στα πρακτικά.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_86">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 86</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προσδιορισμός αρμοδιότητας ως προς τον διορισμό πραγματογνώμονα - Τροποποίηση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>άρθρου 794 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 794 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του διορισμού πραγματο- γνώμονα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) οι λέξεις «απόφαση του δικαστηρίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «διαταγή του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου» και, μετά από νομοτεχνι- κές βελτιώσεις, το άρθρο 794 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 794</p>
                     <p modification="true">Διορισμός πραγματογνώμονα στην εκούσια δικαιοδοσία</p>
                     <p modification="true">Αν κατά τον νόμο δικαιούται κάποιος να ζητήσει τον διορισμό πραγματογνωμόνων, ο διορισμός, η αντικατάσταση και η παύση τους γίνεται με διαταγή του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου πρόκειται να διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_87">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 87</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμοδιότητα και διαδικασία δημοσίευσης</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>διαθήκης - Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 807</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Η παρ. 1 του άρθρου 807 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της δημοσίευσης διαθήκης, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1. Για τη δημοσίευση διαθήκης αρμόδιος είναι ο συμβολαιογράφος, ο οποίος τη συνέταξε ή στον οποίο έχει κατατεθεί ή προσκομισθεί.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_88">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 88</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης - Σύσταση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Μητρώου Διαθηκών - Αντικατάσταση άρθρου</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>808 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 808 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της διαδικασίας δημοσίευσης διαθήκης, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 808</p>
                     <p modification="true">Διαδικασία δημοσίευσης διαθήκης</p>
                     <p modification="true">1. Η δημοσίευση διαθήκης γίνεται με καταχώρισή της, ολόκληρης, στο πρακτικό που συντάσσεται και υπογράφεται από τον συμβολαιογράφο, στο οποίο βεβαιώνονται όλα τα εξωτερικά ελαττώματά της. Το πρακτικό καταχωρίζεται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών (εφεξής «Μητρώο Διαθηκών»), η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση της οποίας ανήκει στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας.</p>
                     <p modification="true">2. Η δημοσίευση διαθήκης από προξενική αρχή γίνεται από τον πρόξενο ο οποίος συντάσσει πρακτικό που υπογράφεται από αυτόν και, αν πρόκειται για ιδιόγραφη διαθήκη, και από εκείνον που την παρέδωσε και αντίγραφο του πρακτικού δημοσίευσης αυτής καταχωρίζεται στην πλατφόρμα της παρ. 1.</p>
                     <p modification="true">3. Τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσιεύονται, με τα περικαλύμματά τους, χρονολογούνται και υπογράφονται από τον συμβολαιογράφο ή τον πρόξενο και φυλάγονται στο αρχείο τους.</p>
                     <p modification="true">4. Αντίγραφα διαθηκών και ανακλήσεων διαθηκών, που δημοσιεύθηκαν στο εξωτερικό, μπορούν να κατατίθενται σε ελληνική προξενική αρχή, και αποστέλλονται στο Μητρώο Διαθηκών χωρίς καθυστέρηση, με επιμέλεια του προξένου που τα παρέλαβε. Η προξενική αρχή ή το Μητρώο Διαθηκών που παραλαμβάνει τα αντίγραφα συντάσσει επάνω σε αυτά πράξη κατάθεσης, όπου αναγράφει όσα κατατέθηκαν, εκείνον που τα κατέθεσε και την ημερομηνία της κατάθεσης αυτών. Τα αντίγραφα πρέπει να είναι επικυρωμένα από την αλλοδαπή αρχή που δημοσίευσε τη διαθήκη. Αν οι διαθήκες είναι διατυπωμένες ολόκληρες ή εν μέρει σε ξένη γλώσσα, πρέπει να επισυνάπτεται, κατά την κατάθεσή τους, μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του ξενόγλωσσου μέρους τους, η οποία γίνεται από πιστοποιημένους μεταφραστές του «Μητρώου Πιστοποιημένων Μεταφραστών», μέσω της εφαρμογής «Πιστοποιημένοι Μεταφραστές» της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης «gov.gr», ελληνική προξενική αρχή ή δικηγόρο.</p>
                     <p modification="true">5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι χρήστες, η δυνατότητα πρόσβασης, το περιεχόμενο και οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας του Μητρώου Διαθηκών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών σε αυτό, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.</p>
                     <p modification="true">6. Το πρακτικό δημοσίευσης ή αρνήσεως δημοσίευσης διαθήκης του συμβολαιογράφου ή της προξενικής αρχής, προσβάλλονται με ανακοπή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_89">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 89</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας - Προσθήκη άρθρου 808Α στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) προστίθεται άρθρο 808Α ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 808Α</p>
                     <p modification="true">Διαδικασία κήρυξης ιδιόγραφης διαθήκης</p>
                     <p modification="true">Εφόσον ζητηθεί η κήρυξη δημοσιευθείσας ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας, αυτή γίνεται με πράξη του συμβολαιογράφου, ο οποίος προέβη στη δημοσίευση αυτής και υποχρεούται να προβεί στην κήρυξη υπό την προϋπόθεση συνδρομής των όρων του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτών παρίσταται μετά πληρεξουσίου δικηγόρου και με δύο (2) μάρτυρες, οι οποίοι βεβαιώνουν τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη.</p>
                     <p modification="true">Όταν με ιδιόγραφη διαθήκη ορίζεται αποκλειστικός κληρονόμος πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος του διαθέτη ή πρόσωπο, με το οποίο ο διαθέτης έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή δεν έχει με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, ο αιτών υποχρεού- ται να προσκομίζει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να αποδεικνύεται η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στην περίπτωση αυτή, το πρακτικό δημοσίευσης κοινοποιείται από τον συμβολαιογράφο που προέβη στην κήρυξη της διαθήκης ως κύριας στο ελληνικό Δημόσιο το αργότερο δέκα (10) ημέρες από την επομένη της κήρυξης της διαθήκης ως κύριας.</p>
                     <p modification="true">Όταν η διαθήκη δημοσιεύθηκε από προξενική αρχή, αρμόδιος να την κηρύξει κύρια είναι συμβολαιογράφος που ορίζεται μέσω του Μητρώου Διαθηκών, από σχετικό κατάλογο συμβολαιογράφων, μελών του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_90">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 90</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Έκδοση του κληρονομητηρίου - Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 819 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_90.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 819 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί έκδοσης κληρονομητηρίου, διαγράφονται οι λέξεις «πρωτοδικείου του» και η παρ. 1, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«1. Το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα (κληρονομητήριο) χορηγείται μετά από πράξη δικηγόρου, μέλους του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του δικαστηρίου της κληρονομίας, κατόπιν αίτησης, η οποία κατατίθεται στο δικαστήριο της κληρονομίας από τον κληρονόμο ή τον καταπιστευματοδόχο ή τον κληροδόχο ή τον εκτελεστή διαθήκης και η οποία αναρ- τάται σε ειδικό χώρο του καταστήματος του δικαστηρίου για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών. Η αίτηση του πρώτου εδαφίου υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνοδεύεται από το σχετικό γραμμάτιο προείσπραξης, καθώς και από ειδικό γραμμάτιο προκαταβολής της αποζημίωσης του δικηγόρου του πρώτου εδαφίου, που εκδίδει ο δικηγορικός σύλλογος του οποίου μέλος είναι ο ανωτέρω δικηγόρος. Όταν το Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης ή λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποβάλλουν την αίτηση του πρώτου εδαφίου καταβάλλουν το ήμισυ της προβλεπόμενης αποζημίωσης για τον δικηγόρο του πρώτου εδαφίου που εκδίδει την πράξη.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_90.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Στην παρ. 3 του άρθρου 819 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί έκδοσης κληρονομητηρίου, διαγράφονται οι λέξεις «ισχύ της πράξης και την» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                        <p modification="true">«3 . Αν εντός του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 ασκηθεί παρέμβαση τρίτου, προσδιορίζεται δικάσιμος για τη συζήτησή της, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής. Η άσκηση της παρέμβασης του πρώτου εδαφίου αναστέλλει την έκδοση του πιστοποιητικού.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_91">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 91</b>
                  </num>
                  <heading>Έν <b>δικα μέσα - Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>824 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Η παρ. 1 του άρθρου 824 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ενδίκων μέσων, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1 . Κάθε απορριπτική πράξη του δικηγόρου επί αίτησης χορήγησης πιστοποιητικού, προσβάλλεται με ανακοπή, εφαρμοζόμενης επ’ αυτής αναλόγως της παρ. 5 του άρθρου 740, από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευσή της, ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_92">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 92</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμοδιότητα σφράγισης πραγμάτων - Τροποποίηση άρθρου 826 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 826 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί σφράγισης πραγμάτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο, βα) η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου», ββ) η λέξη «συμβολαιογράφο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικό επιμελητή», γ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «δικαστής» και το άρθρο 826 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 826</p>
                     <p modification="true">Σφράγιση πραγμάτων</p>
                     <p modification="true">Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλ- τως, μπορεί, για να αποτραπεί κίνδυνος, να διατάξει τη σφράγιση πραγμάτων ορίζοντας συγχρόνως δικαστικό επιμελητή για να τη διενεργήσει. Αρμόδιος είναι ο δικαστής της περιφέρειας όπου βρίσκονται τα πράγματα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_93">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 93</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εύρεση διαθήκης ή εγγράφων - Τροποποίηση άρθρου 828 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 828 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εύρεσης διαθήκης ή εγγράφων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο, αα) η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής», αβ) οι λέξεις «της δικαστήριο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «συμβολαιογράφο ο οποίος τη δημοσιεύει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σύμφωνα με το άρθρο 808», β) στο τρίτο εδάφιο, η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής» και το άρθρο 828, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 828</p>
                     <p modification="true">Εύρεση διαθήκης ή εγγράφων</p>
                     <p modification="true">Αν κάποιος από εκείνους που παρευρίσκονται κατά τη σφράγιση ισχυρίζεται ότι υπάρχει διαθήκη ή άλλο σημαντικό έγγραφο, όποιος ενεργεί τη σφράγιση οφείλει να ερευνήσει, αν υπάρχει. Αν βρεθεί η διαθήκη, ο δικαστικός επιμελητής που ενεργεί τη σφράγιση την παραλαμβάνει και τη στέλνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον αρμόδιο για τη δημοσίευση συμβολαιογράφο ο οποίος τη δημοσιεύει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σύμφωνα με το άρθρο 808. Αν βρεθεί άλλο σημαντικό έγγραφο, ο δικαστικός επιμελητής που ενεργεί τη σφράγιση το παραλαμβάνει και ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου διατάζει να παραδοθεί σε αυτόν που δικαιούται να το κατέχει, ή, ώσπου να εξακριβωθεί εκείνος που δικαιούται, να φυλάσσεται στο αρχείο της γραμματείας του δικαστηρίου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_94">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 94</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Ορισμός συμβολαιογράφου και πραγματογνώμονα για απογραφή -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 832 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 832 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί ορισμού συμβολαιογράφου και πραγματογνώμονα για απογραφή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) οι λέξεις «ο ειρηνοδίκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το δικαστήριο», ββ) η λέξη «συμβολαιογράφο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικό επιμελητή» και βγ) οι λέξεις «κατά το άρθρο 838 παράγραφοι 2 έως 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με την ίδια απόφαση», γ) στην παρ. 2, γα) οι λέξεις «ο ειρηνοδίκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ο πρωτοδίκης» και γβ) η λέξη «συμβολαιογράφο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικό επιμελητή» και το άρθρο 832 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 832</p>
                     <p modification="true">Αποσφράγιση για απογραφή</p>
                     <p modification="true">1. Αν η αποσφράγιση διατάσσεται για να γίνει απο- γραφή, το δικαστήριο ορίζει δικαστικό επιμελητή και πραγματογνώμονες με την ίδια απόφαση.</p>
                     <p modification="true">2. Αν ο πρωτοδίκης κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η διατήρηση της σφράγισης και δεν πρόκειται να γίνει απο- γραφή, με απόφασή του που διατάζει την αποσφράγιση ορίζει τον δικαστικό επιμελητή που θα την ενεργήσει.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_95">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 95</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εξέταση των σφραγίδων - Τροποποίηση</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>άρθρου 835 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 835 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εξέτασης των σφραγίδων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2, η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής», β) η παρ. 3 αντικαθίσταται και το άρθρο 835 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 835</p>
                     <p modification="true">Εξέταση των σφραγίδων</p>
                     <p modification="true">1. Όποιος ενεργεί την αποσφράγιση οφείλει να εξετάσει την κατάσταση των σφραγίδων που έχουν τεθεί.</p>
                     <p modification="true">2. Αν οι σφραγίδες που έχουν τεθεί δεν είναι άθικτες, ο δικαστικός επιμελητής που ενεργεί την αποσφράγιση διακόπτει κάθε παραπέρα ενέργεια και αυτό το αναφέρει αμέσως εγγράφως στο δικαστήριο που διέταξε την αποσφράγιση.</p>
                     <p modification="true">3. Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου στις περιπτώσεις της παρ. 2 με διαταγή του διατάζει κάθε κατά την κρίση του πρόσφορο μέτρο.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_96">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 96</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Απογραφή προς αποτροπή κινδύνου - Τροποποίηση άρθρου 838 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 838 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί απογραφής προς αποτροπή κινδύνου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «δικαστής», ββ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου», γ) στην παρ. 2, γα) στο πρώτο εδάφιο, i) η λέξη «συμβολαιογράφο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικό επιμελητή», ii) οι λέξεις «την απόφαση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τη διαταγή», γβ) στο δεύτερο εδάφιο, η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής», δ) στην παρ. 3, η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «δικαστής», ε) στην παρ. 4, οι λέξεις «Αν οι διάδικοι που είναι πα- ρόντες στη συζήτηση υποδείξουν από κοινού συμβολαιογράφο και πραγματογνώμονες, ο ειρηνοδίκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Αν οι αιτούντες την απογραφή υποδείξουν από κοινού δικαστικό επιμελητή και πραγματογνώμονες, ο δικαστής» και το άρθρο 838 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 838</p>
                     <p modification="true">Διαταγή απογραφής πραγμάτων για αποτροπή κινδύνου - Αρμοδιότητα δικαστικού επιμελητή και ορισμός πραγματογνωμόνων</p>
                     <p modification="true">1. Ο δικαστής, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει να γίνει απογραφή πραγμάτων για να αποτραπεί κίνδυνος. Αρμόδιος είναι ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκονται τα πράγματα.</p>
                     <p modification="true">2. Η απογραφή γίνεται από δικαστικό επιμελητή ο οποίος ορίζεται με τη διαταγή που τη διατάζει. Αν κωλύεται ο δικαστικός επιμελητής, την απογραφή την ενεργεί ο νόμιμος αναπληρωτής του.</p>
                     <p modification="true">3. Ο δικαστής που διατάζει την απογραφή ορίζει και δύο πραγματογνώμονες για να εκτιμήσουν τα αντικείμενα τα οποία θα απογραφούν.</p>
                     <p modification="true">4. Αν οι αιτούντες την απογραφή υποδείξουν από κοινού δικαστικό επιμελητή και πραγματογνώμονες, ο δικαστής ορίζει αυτούς που υποδείχθηκαν εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι να μην οριστούν αυτοί.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_97">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 97</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διενέργεια απογραφής - Τροποποίηση άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>839 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 839 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί διενέργειας της απογραφής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται, γ) στην παρ. 2, γα) οι λέξεις «την απόφαση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τη διαταγή», γβ) η λέξη «συμβολαιογράφου» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικού επιμελητή» και, μετά από νομοτεχνική βελτίωση, το άρθρο 839 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 839</p>
                     <p modification="true">Διενέργεια απογραφής</p>
                     <p modification="true">1. Ο δικαστικός επιμελητής ορίζει την ημέρα και την ώρα που γίνεται η απογραφή και καλεί εγγράφως ή προ- φορικώς τα πρόσωπα που την αιτήθηκαν, καθώς και τους πραγματογνώμονες που έχουν οριστεί με τη διαταγή που διατάζει την απογραφή να παραστούν κατά την απογραφή. Κατά την ενέργεια της απογραφής μπορεί να παραστεί όποιος έχει έννομο συμφέρον.</p>
                     <p modification="true">2. Οι πραγματογνώμονες που διορίστηκαν με τη διαταγή που διατάζει την απογραφή δίνουν ενώπιον του δικαστικού επιμελητή τον όρκο που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 385.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_98">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 98</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Έκθεση απογραφής - Τροποποίηση άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>840 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 840 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί έκθεσης απογραφής, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην περ. 1), μετά τη λέξη «απόφαση» προστίθενται οι λέξεις «ή τη διαταγή», γ) στην περ. 2) η λέξη «συμβολαιογράφου» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικού επιμελητή», δ) στην περ. 3) η λέξη «συμβολαιογράφου» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικού επιμελητή», ε) στην περ. 4) προστίθεται η λέξη «τους», στ) στην περ. 6) η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής» και, μετά από νομοτε- χνικές βελτιώσεις, το άρθρο 840 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 840</p>
                     <p modification="true">Έκθεση απογραφής</p>
                     <p modification="true">Για την απογραφή συντάσσεται έκθεση η οποία, εκτός από ό,τι απαιτείται κατά το άρθρο 117, πρέπει να αναφέρει: 1) την απόφαση ή τη διαταγή με την οποία διατάσσεται η απογραφή, 2) τα ονόματα των πραγματογνωμόνων που είναι παρόντες και βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι έδωσαν τον όρκο που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 839, 3) βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι κάλεσε τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 834 και τον τρόπο με τον οποίο τα κάλεσε, 4) ακριβή περιγραφή των αντικειμένων και ακριβή εκτίμηση της αξίας τους από τους πραγματογνώμονες, κατά τον χρόνο που συντάσσεται η απογραφή, 5) ακριβή περιγραφή όλων των αξιογράφων και των μετρητών που βρέθηκαν, 6) ακριβή περιγραφή των εμπορικών ή οικιακών βιβλίων που βρέθηκαν, καθώς και όλων των εγγράφων που βρέθηκαν, και όλα αυτά τα μονογράφει ο δικαστικός επιμελητής και 7) αν η απογραφή γίνεται ύστερα από αποσφράγιση, τα πρόσωπα στα οποία παραδίδονται τα αντικείμενα ή βεβαίωση ότι τα αντικείμενα που απογράφηκαν ξανα- σφραγίστηκαν.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_99">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 99</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαφορές που ανακύπτουν κατά τη σφράγιση, αποσφράγιση ή απογραφή - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 841 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 841 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των διαφορών που ανακύπτουν κατά τη σφράγιση, αποσφράγιση ή απο- γραφή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «συμβολαιογράφος» αντικαθίσταται από τις λέξεις «δικαστικός επιμελητής», β) στο δεύτερο εδάφιο, διαγράφονται οι λέξεις «τη διαταγή ή» και το άρθρο 841, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 841</p>
                     <p modification="true">Διαφορές που ανακύπτουν κατά τη σφράγιση, αποσφράγιση ή απογραφή</p>
                     <p modification="true">1. Κάθε διαφορά ή δυσχέρεια που προκύπτει κατά τη σφράγιση, την αποσφράγιση ή την απογραφή δικάζεται από το κατά περίπτωση δικαιοδοτικό όργανο που τις διέταξε.</p>
                     <p modification="true">2. Ο δικαστικός επιμελητής που ενεργεί τη σφράγιση, την αποσφράγιση και την απογραφή, αποφασίζει προσωρινά για τις διαφορές ή δυσχέρειες που παρουσιάζονται κατά τη διενέργειά τους και η απόφασή του καταχωρίζεται στην έκθεση και εκτελείται αμέσως. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το δικαιοδοτικό όργανο που αναφέρεται στην παρ. 1, να ανακαλέσει την απόφαση αυτή και να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.</p>
                     <p modification="true">3. Οι διαταγές ή αποφάσεις που εκδίδονται κατά την παρ. 1 έχουν προσωρινή ισχύ, δεν επηρεάζουν την κύρια υπόθεση και το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να τις τροποποιήσει ή να τις ανακαλέσει.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_8">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΟΓΔΟΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_100">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 100</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αναγκαστική εκτέλεση - Τροποποίηση άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>904 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναγκαστικής εκτέλεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην περ. ε) διαγράφονται οι λέξεις «που εκδίδουν έλληνες δικαστές» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 904 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 904</p>
                     <p modification="true">Αναγκαστική εκτέλεση - Εκτελεστοί τίτλοι</p>
                     <p modification="true">1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου.</p>
                     <p modification="true">2. Εκτελεστοί τίτλοι είναι:</p>
                     <p modification="true">α) οι τελεσίδικες αποφάσεις, καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές,</p>
                     <p modification="true">β) οι διαιτητικές αποφάσεις,</p>
                     <p modification="true">γ) τα πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων,</p>
                     <p modification="true">δ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα,</p>
                     <p modification="true">ε) οι διαταγές πληρωμής και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου,</p>
                     <p modification="true">στ) οι αλλοδαποί τίτλοι που κηρύχθηκαν εκτελεστοί και</p>
                     <p modification="true">ζ) οι διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από τον νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_101">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 101</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αναστολή εκτέλεσης απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αντικατάσταση άρθρου 913 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 913 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί προσωρινής εκτελεστότη- τας προσβαλλόμενων με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση αποφάσεων, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 913</p>
                     <p modification="true">Αναστολή εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης</p>
                     <p modification="true">1. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση κατά της απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με τα άρθρα 908 ή 910, μπορεί, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να διατάξει, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε με αυτοτελή αίτησή του και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτελεστότητά της, ώσπου να εκδοθεί η οριστική του απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση.</p>
                     <p modification="true">2. Η αίτηση της παρ. 1 συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος.</p>
                     <p modification="true">3. Το δικαστήριο της παρ. 1 μπορεί, και σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης ή με τις προτάσεις, να κηρύξει στις περιπτώσεις των άρθρων 908 και 910 προσωρινά εκτελεστή την απόφαση που προσβάλλεται, να διατάξει τα μέτρα που ορίζει το άρθρο 911 ή να μεταρρυθμίσει την απόφασή του που εκδόθηκε κατά την παρ. 1. Οι διατάξεις του άρθρου 909 εφαρμόζονται και εδώ.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_102">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 102</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εκτελεστήριος τύπος σε περίπτωση απόδοσης μισθίου από δικηγόρο - Τροποποίηση παρ. 2</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>άρθρου 918 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 918 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναγκαστικής εκτέλεσης και απογράφου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθενται οι λέξεις «απόδοσης μισθίου που εκδίδονται από ορισθέντα δικηγόρο ή», β) προστίθενται οι λέξεις «ή από τον δικηγόρο που εξέδωσε τη διαταγή» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2. Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται:</p>
                     <p modification="true">α) σε αποφάσεις, διαταγές πληρωμής ή απόδοσης μισθίου που εκδίδονται από ορισθέντα δικηγόρο ή άλλες διαταγές ελληνικών δικαστηρίων, από τον δικαστή που εξέδωσε την απόφαση ή τη διαταγή ή από τον δικηγόρο που εξέδωσε τη διαταγή και αν πρόκειται για απόφαση πολυμελούς δικαστηρίου, από τον Πρόεδρο,</p>
                     <p modification="true">β) σε πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων, από τον δικαστή που δίκασε, και αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο από τον Πρόεδρο,</p>
                     <p modification="true">γ) σε συμβολαιογραφικά έγγραφα, από τον συμβολαιογράφο,</p>
                     <p modification="true">δ) σε διαιτητικές αποφάσεις, από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου στη γραμματεία του οποίου έχουν κατατεθεί,</p>
                     <p modification="true">ε) σε αλλοδαπούς τίτλους, καθώς και στις αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις, από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου που τους κήρυξε εκτελεστούς.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_103">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 103</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εντολή για εκτέλεση - Τροποποίηση άρθρου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>927 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί εντολής προς εκτέλεση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) μετά τη λέξη «ορίζει» προστίθενται οι λέξεις «πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο», ββ) διαγράφονται οι λέξεις «, συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση», γ) το τρίτο εδάφιο διαγράφεται και το άρθρο 927 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 927</p>
                     <p modification="true">Αναγκαστική εκτέλεση - Εντολή προς εκτέλεση</p>
                     <p modification="true">Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση κινητού ή ακινήτου, ορίζει πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτό συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου διενεργείται ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του και δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτήν.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_104">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 104</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αντιρρήσεις κατά της αναγκαστικής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>εκτέλεσης - Τροποποίηση άρθρου 933 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της διαδικασίας αντιρρήσεων κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο, ββ) στο τέταρτο εδάφιο διαγράφονται οι λέξεις «σε κάθε περίπτωση», γ) στην παρ. 3, γα) στο πρώτο εδάφιο διαγράφεται η λέξη «πάντοτε», γβ) διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο, δ) στην παρ. 4 προστίθεται δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 933 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 933</p>
                     <p modification="true">Αναγκαστική εκτέλεση - Άσκησης ανακοπής στην αναγκαστική εκτέλεση - Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του</p>
                     <p modification="true">1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
                     <p modification="true">2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση.</p>
                     <p modification="true">3. Αρμόδιο κατά τόπον είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.</p>
                     <p modification="true">4. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 633, αντίστοιχα. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητά της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν στην απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.</p>
                     <p modification="true">5. Οι ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία.</p>
                     <p modification="true">6. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_105">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 105</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προϋποθέσεις παραδεκτού ανακοπής - Προθεσμίες - Τροποποίηση άρθρου 934 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 934 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των προϋποθέσεων παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο της περ. α) της παρ. 1 οι λέξεις «κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 934 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 934</p>
                     <p modification="true">Ανακοπή κατά της εκτέλεσης - Προϋποθέσεις και προθεσμίες</p>
                     <p modification="true">1. Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή:</p>
                     <p modification="true">α) Αν αφορά σε ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και την κατάθεση των προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 955 και στην παρ. 4 του άρθρου 995 εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την απαίτηση, επί κατάσχεσης δε στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.</p>
                     <p modification="true">β) Αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυ- ρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.</p>
                     <p modification="true">2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_106">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 106</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εφαρμογή των διατάξεων για τις ειδικές διαδικασίες σε δίκες σχετικά με την εκδίκαση ανακοπών - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 937 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 3 του άρθρου 937 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί των δικών για την εκτέλεση, ο αριθμός «614» αντικαθίσταται από τον αριθμό «591» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3 . Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 591 επ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_107">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 107</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αναστολή επί κατάσχεσης ακινήτου - Τροποποίηση άρθρου 938 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 938 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2, οι λέξεις «το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ιδιαίτερο δικόγραφο», γ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4, οι λέξεις «πέντε (5)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαπέντε (15)» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 938 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 938</p>
                     <p modification="true">Αναγκαστική εκτέλεση - Αναστολή εκτέλεσης λόγω ανακοπής</p>
                     <p modification="true">1. Με εξαίρεση την κατάσχεση ακινήτων, ως προς τα οποία εφαρμόζεται η παρ. 2, όπως επίσης με εξαίρεση την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά, με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση ασκείται στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 933 και 936 δικαστήριο και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ..</p>
                     <p modification="true">2. Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης πρόκειται να προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου. Επίσης, μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση.</p>
                     <p modification="true">3. Στις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι δυνατή η έκδοση σημειώματος με το οποίο εμποδίζεται η εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αναστολής ή επί του ενδίκου μέσου.</p>
                     <p modification="true">4. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλει- στηριασμού είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.</p>
                     <p modification="true">5. Η αναστολή των παρ. 1 και 2 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή η απόφαση επί του ενδίκου μέσου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_108">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 108</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παράδοση ή απόδοση ακινήτου - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 943 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 3 του άρθρου 943 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί αναγκαστικής εκτέλεσης ακινήτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδίκη» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδίκη», β) στο δεύτερο εδάφιο, βα) η λέξη «ειρηνοδίκης» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρωτοδίκης», ββ) η λέξη «υπάλληλο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ηλεκτρονικά ο πλειστηριασμός», γ) το τρίτο εδάφιο διαγράφεται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3. Αν δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της παρ. 2 ή αν αρ- νούνται να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει σε μεσεγγυούχο τον οποίο διορίζει ο ίδιος και, ύστερα από άδεια του πρωτοδίκη της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης που δικάζει κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. πλειστηριάζει τα κινητά πράγματα. Ο πρωτοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο ως υπάλληλο, ενώπιον του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ηλεκτρονικά ο πλει- στηριασμός, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να οριστεί πριν περάσουν δέκα (10) ημέρες αφότου προσκληθεί εγγράφως εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση να παραλάβει τα πράγματα. Το πλειστηρίασμα κατατίθεται δημόσια, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_109">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 109</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παράλειψη ή ανοχή πράξης - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 947 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της παράβασης του οφειλέτη να παραλείψει ή ανεχθεί πράξη, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) προστίθενται οι λέξεις «καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη και», αβ) μετά τη λέξη «απειλεί» προστίθεται η λέξη «αυτεπαγγέλτως», β) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1. Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη και, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί αυτεπαγγέλτως για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος. Αν πρόκειται για διαιτητική απόφαση, η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ..»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_110">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 110</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εξαίρεση βιβλίων από την κατάσχεση - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 953 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Η περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 953 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί κατάσχεσης κινητών εις χείρας τρίτου, αντικαθίσταται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3. Εξαιρούνται από την κατάσχεση:</p>
                     <p modification="true">α) τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του,</p>
                     <p modification="true">β) προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία τους,</p>
                     <p modification="true">γ) τα πάσης φύσης βιβλία που δεν είναι εμπόρευμα. Αν διαφωνήσει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αποφασίζει το πρωτοδικείο του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_111">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 111</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Στοιχεία της κατασχετήριας έκθεσης -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Τροποποίηση άρθρου 954 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                     </p>
                     <p>Στο άρθρο 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 2, βα) στο τρίτο εδάφιο, διαγράφονται οι λέξεις «, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους», ββ) το τέταρτο εδάφιο διαγράφεται, βγ) στο τρίτο εδάφιο μετά τις λέξεις «κατά το άρθρο 927 εντολή» προστίθενται οι λέξεις «καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να οριστεί, αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής, ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας», γ) στην παρ. 4, γα) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «δεκαπέντε (15)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τριάντα (30)», γβ) στο τρίτο εδάφιο, η λέξη «όγδοης» αντικαθίσταται από τη λέξη «δέκατης», γγ) προστίθεται τέταρτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 954 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 954</p>
                     <p modification="true">Κατασχετήρια έκθεση</p>
                     <p modification="true">1. Η κατάσχεση, με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 956, γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από τον δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται σχετική έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατασχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτόν τον σκοπό.</p>
                     <p modification="true">2. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα ουσιώδη που απαιτούνται από το άρθρο 117 και: α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κα- τασχεμένο κινητό πράγμα, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου, στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλει- στηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά σε πέντε (5) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστη- ριασμού. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστη- ριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς επίσης και η τυχόν διενέργειά του ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να οριστεί, αδυναμία που βεβαιώνει στην κατασχετήρια έκθεση ο δικαστικός επιμελητής, ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας.</p>
                     <p modification="true">3. Την κατασχετήρια έκθεση υπογράφουν ο δικαστικός επιμελητής και ο μάρτυρας και αν είναι παρόντες εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση την υπογράφουν και αυτοί. Αν κάποιος από αυτούς αρνηθεί να υπογράψει, η άρνησή του αναφέρεται στην έκθεση.</p>
                     <p modification="true">4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος αυτής, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Ελαττώματα ή ελλείψεις που είναι δυνατό να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν με την άσκηση ανακοπής της παρούσας δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_112">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 112</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Προσθήκη της περίπτωσης πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 955 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 955 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «ειρηνοδικείου» αντικαθίσταται από τη λέξεις «πρωτοδικείου», β) στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της πρωτοδικειακής περιφέρειας», γ) το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <paragraph eId="art_112.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηρι- ασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του πρωτοδικείου και, στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 956, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλει- στηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η τυχόν βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστη- ριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον παραπάνω ενεχυρούχο δανειστή επιφέρει ακυρότητα του πλει- στηριασμού.»</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_113">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 113</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πρόβλεψη διαδικασίας πλειστηριασμού κατασχεμένων πραγμάτων με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο συμβολαιογράφο - Τροποποίηση παρ. 1 και 7 άρθρου 959 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του ηλεκτρονικού πλειστη- ριασμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1, βα) στο πρώτο εδάφιο η λέξη «εφετειακής» αντικαθίσταται από τη λέξη «πρω- τοδικειακής», ββ) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται, βγ) στο τρίτο εδάφιο, i) οι λέξεις «Ο πλειστηριασμός των κα- τασχεμένων διενεργείται» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται», ii) η λέξη «τον» διαγράφεται, iii) προστίθεται η λέξη «συμβολαιογράφο», γ) στην παρ. 7, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο διαγράφονται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 959 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 959</p>
                     <p modification="true">Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός κατασχεμένων πραγμάτων</p>
                     <p modification="true">1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης (κατάσχεσης), τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριά- ζονται ενώπιον πιστοποιημένου συμβολαιογράφου σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο πλειστηρια- σμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων.</p>
                     <p modification="true">2. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει στους κατά τόπο αρμοδίους συμβολαιογραφικούς συλλόγους.</p>
                     <p modification="true">3. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης.</p>
                     <p modification="true">4. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηρι- ασμών. Πλειοδοσία περισσότερων από κοινού είναι εφικτή, μόνο εάν χορηγηθεί σε οποιονδήποτε εξ αυτών ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από τους λοιπούς ενδιαφερόμενους πλειοδότες και αυτός προ- βεί στη σχετική δήλωση συμμετοχής και υποβολής του πληρεξουσίου, πριν τον πλειστηριασμό, σύμφωνα με την παρ. 5. Στην περίπτωση αυτή, και εφόσον κατακυρωθεί στους περισσότερους πλειοδότες το πράγμα, αυτοί ενέχονται εις ολόκληρον για την καταβολή του πλειστηριάσματος.</p>
                     <p modification="true">5. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 και έχει υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003, επί κοινής δε πλειοδοσίας το κατά την παρ. 4 του παρόντος πληρεξούσιο μέχρι ώρα 15:00, δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ή όρο, και είναι ανέκκλητες. Το τέλος χρήσης των συστημάτων για τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηρια- σμού καταβάλλεται από τον υπερθεματιστή. Η κατάθεση της εγγύησης, του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Σε περίπτωση πλειοδοσίας περισσοτέρων, σύμφωνα με την παρ. 4, η κατάθεση της εγγύησης και του τέλους χρήσης μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε πλειοδότη είτε αυτός ενεργεί ατομικά είτε ως εκπρόσωπος των λοιπών. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης, επί κοινής δε πλειοδοσίας ο εκπρόσωπος των λοιπών, διορίζει με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00 δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. Το τελευταίο εδάφιο εφαρμόζεται, ακόμη και όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους.</p>
                     <p modification="true">6. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μετά το πέρας της προθεσμίας της παρ. 5 ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία, διαπιστώνει με πράξη του, μέχρι ώρα 17:00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλει- στηριασμού ημέρας, την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους και υποβάλλει στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών (ΗΛ. ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.) κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος.</p>
                     <p modification="true">7. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης.</p>
                     <p modification="true">8. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται μόνο εργάσιμη ημέρα Τετάρτη ή Πέμπτη ή Παρασκευή, από τις 10:00 έως τις 12:00 και από τις 14:00 έως τις 16:00. Σε υποβολή προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 11:59:00 έως 11:59:59 ή από ώρα 15:59:00 έως 15:59:59 δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο της μίας (1) ώρας από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών. Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η Αυγούστου έως την 31η Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις Περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.</p>
                     <p modification="true">9. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέ- γιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές.</p>
                     <p modification="true">10. Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.</p>
                     <p modification="true">11. Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για τον λόγο αυτής.</p>
                     <p modification="true">12. Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηρια- σμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ. 2 του άρθρου 965, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη.</p>
                     <p modification="true">13. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό κινητών, ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα και το τέλος χρήσης το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Με την καταβολή του πλειστη- ριάσματος και του τέλους χρήσης, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν την καταβολή του πλειστηριάσματος και του τέλους χρήσης. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλει- στηριασμού οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλει- στηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπό- κειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδίδει το τέλος χρήσης στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο του οποίου αυτός είναι μέλος. Εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, μέρος του ανωτέρω ποσού, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 14 του παρόντος, αποδίδεται από τον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.. Οι ειδικότεροι όροι της τήρησης των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.</p>
                     <p modification="true">14. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού, οι λεπτομέρειες υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών στα συστήματα, το ύψος και ο τρόπος καθορισμού, επιμερισμού, είσπραξης και απόδοσης του τέλους χρήσης των συστημάτων, αναπροσαρμογής του τέλους χρήσης και του μέρους αυτού που αποδίδεται στο ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_114">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 114</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Έλλειψη πλειοδοτών, νέος πλειστηριασμός - Τροποποίηση άρθρου 966 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 966 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της μη εμφάνισης πλειοδοτών ή υποβολής προσφορών στον πλειστηριασμό, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1 προστίθενται εδάφια, τρίτο και τέταρτο, γ) στην παρ. 2Β προστίθεται δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 966 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 966</p>
                     <p modification="true">Επανάληψη άγονου πλειστηριασμού</p>
                     <p modification="true">1. Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθούν προσφορές, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Ο επισπεύδων δανειστής υποβάλλει ηλεκτρονικά σχετική αίτηση, αφού παρέλθει η προθεσμία της παρ. 6 του άρθρου 959 και πριν από την έναρξη του πλειστηριασμού, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος στη συνέχεια την αναρτά στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών. Η αίτηση του επισπεύδοντος είναι ανέκκλητη. Εάν ο επισπεύδων δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά τα άρθρα 970 ή 1004, χωρεί αναπλειστηριασμός με τις σε βάρος του συνέπειες, που προβλέπονται και για τον ασυνεπή υπερθεματιστή στο άρθρο 965.</p>
                     <p modification="true">2. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση της παρ. 1, ο πλειστη- ριασμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή πρώτης προσφοράς και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε σαράντα (40) ημέρες, αναρτωμένης της σχετικής δημοσιεύσεως στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσιεύσεως πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ (e-auction).</p>
                     <p modification="true">2Α. Αν και ο πλειστηριασμός της παρ. 2 αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, αναρτωμένης της σχετικής δημοσίευσης στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ (e-auction).</p>
                     <p modification="true">2Β. Σε περίπτωση που και ο πλειστηριασμός της παρ. 2Α αποβεί άγονος, ο υπάλληλος του πλειστηρια- σμού τον επαναλαμβάνει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση προς το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) της αρχικώς ορισθείσας, με ανάρτηση στις αντίστοιχες ιστοσελίδες δημοσίευσης πλειστη- ριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ (e-auction). Οι επαναληπτικοί πλειστηριασμοί επισπεύδονται κατά το άρθρο 973, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.</p>
                     <p modification="true">3. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια κατά την παρ. 2Β τιμή ή και κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς.</p>
                     <p modification="true">4. Αν καταστεί ανέφικτη ή διακοπεί η διενέργεια του πλειστηριασμού, για λόγους τεχνικής αδυναμίας λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων διενέργειας αυτού, η διαδικασία θεωρείται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα και συνεχίζεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατόπιν ανάρτησης αναγγελίας από τον υπάλληλο του πλειστη- ριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα δέκα (10) εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία συνέχισης. Τυχόν προσφορές πλειοδοτών που είχαν υποβληθεί πριν τη διακοπή της διαδικασίας παραμένουν ισχυρές.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_115">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 115</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Υποκατάσταση σε θέση επισπεύδοντα - Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 973 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 973 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της δήλωσης συνέχισης πλει- στηριασμού, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) στην παρ. 1 προστίθεται τέταρτο εδάφιο, γ) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3 προστίθενται οι λέξεις «και στον καθ’ ου η εκτέλεση» και, μετά από νομοτε- χνικές βελτιώσεις, το άρθρο 973 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 973</p>
                     <p modification="true">Συνέχιση πλειστηριασμού και υποκατάσταση επισπεύδοντος</p>
                     <p modification="true">1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δύο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστη- ριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρ- τηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλει- στηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται με επιμέλεια του επισπεύδοντος στον καθ’ ου η εκτέλεση.</p>
                     <p modification="true">2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.</p>
                     <p modification="true">3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηρια- σμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα και στον καθ’ ου η εκτέλεση. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ).</p>
                     <p modification="true">4. Κάθε δανειστής της παρ. 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λόγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επι- σπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παρ. 3 δήλωση. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.</p>
                     <p modification="true">5. Αν στην περίπτωση της παρ. 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παρ. 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση. Ο πλει- στηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 3.</p>
                     <p modification="true">6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παρ. 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_116">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 116</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αρμόδιος για τη διανομή συμβολαιογράφος σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 988 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 988 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της διανομής στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «το μονομελές πρωτοδικείο» αντικαθίσταται από τις λέξεις «τον πρωτοδίκη», β) στο τρίτο εδάφιο, βα) διαγράφονται οι λέξεις «διορισμένος στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, ββ) οι λέξεις «συμβολαιογράφος του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πιστοποιημένος συμβολαιογράφος σε οποιονδήποτε συμβολαιογραφικό σύλλογο της χώρας», γ) στο τέταρτο εδάφιο, οι λέξεις «του μονομελούς πρωτοδικείου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του πρωτοδίκη» και, μετά από νομοτεχνι- κές βελτιώσεις, η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1 . Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ (8) ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα (30) ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον πρωτοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατό να ορισθεί συμβολαιογράφος του τόπου εκτέλεσης, αρμόδιος για τη διανομή μπορεί να οριστεί και πιστοποιημένος συμβολαιογράφος σε οποιονδήποτε συμβολιογραφικό σύλλογο της χώρας.</p>
                     <p modification="true">Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 974 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του πρωτοδίκη που τον διορίζει.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_117">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 117</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Περιπτώσεις ακυρότητας του πλειστηριασμού - Βεβαίωση περί αδυναμίας ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης - Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 995 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο τέταρτο εδάφιο οι λέξεις «του τόπου εκτέλεσης ή της Περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της πρωτοδικειακής περιφέρειας», β) το έκτο εδάφιο αντικαθίσταται και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«4 . Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/2016. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου της πρωτοδικειακής περιφέρειας του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Η παράλειψη σύνταξης και δημοσίευσης του αποσπάσματος, κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και επίδοσης αποσπάσματος στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επιφέρει ακυρότητα του πλειστηριασμού. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σε αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστη- ριασμού. Εκτός των ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής συγκεντρώνει και όποια άλλα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα ενδεικτικά της αξίας του κατασχεμένου ακινήτου, όπως οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα και κατόψεις, και τα παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ο οποίος τα αναρτά στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα το αργότερο τριάντα (30) ημέρες προ του πλειστηριασμού. Όλες οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να χορηγούν στον δικαστικό επιμελητή τα έγγραφα αυτά.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_118">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 118</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Λήψη αντιγράφων μισθωτηρίων - Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 997 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 6 του άρθρου 997 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί λήψης αντιγράφων μισθωτηρίων και του φακέλου του ακινήτου, διαγράφονται οι λέξεις «προ της κατασχέσεως» και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«6 . Ο κατασχών ή ο δικαστικός επιμελητής που επέβαλε την κατάσχεση μπορεί με την επίδειξη αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. αντίγραφα των μισθωτηρίων και από τις αρμόδιες πολεοδομίες τον φάκελο του ακινήτου.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_119">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 119</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτων με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο συμβολαιογράφο - Δυνατότητα πώλησης του ακινήτου μετά από αίτηση του οφειλέτη - Τροποποίηση άρθρου 998 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα του κατασχεμένου ακινήτου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος, β) οι παρ. 1 και 4 αντικαθίστανται, γ) προστίθεται παρ. 6 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 998 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 998</p>
                     <p modification="true">Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ακινήτων</p>
                     <p modification="true">1. Το κατασχεμένο ακίνητο πλειστηριάζεται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού από πιστοποιημένο, για τον σκοπό αυτόν συμβολαιογράφο, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Το άρθρο 959 εφαρμόζεται και στον πλειστηριασμό ακινήτων.</p>
                     <p modification="true">2. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.</p>
                     <p modification="true">3. Η διάταξη της παρ. 2 σχετικά με την απαγόρευ- ση πλειστηριασμού από την 1η έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη.</p>
                     <p modification="true">4. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης.</p>
                     <p modification="true">5. Ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει να γίνει ταυτόχρονα η πώληση του κατασχεμένου ακινήτου, ολόκληρου ή τμηματικά, με βάση σχεδιάγραμμα ή σχέδιο μηχανικού ή γεωμέτρηση, που υποβάλλεται μαζί με την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, η κατακύρωση τότε μόνο γίνεται τμηματικά σε όποιους πλειοδοτούν τμηματικά, όταν το σύνολο των προσφορών τους είναι μεγαλύτερο από την τιμή που προσφέρεται για να πω- ληθεί συνολικά.</p>
                     <p modification="true">6. Μετά από αίτηση του οφειλέτη, το δικαστήριο του άρθρου 933, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να επιτρέψει να πωληθεί το ακίνητο στον προτεινόμενο αγοραστή με τίμημα το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της αρ- χικώς ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς ή την τιμή πρώτης προσφοράς που ορίσθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 954. Η αίτηση του οφειλέτη κοινοποιείται στον επισπεύδοντα και στους ενυπόθηκους ή προσημειούχους δανειστές τρεις (3) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η πώληση αυτή γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό με ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος και γνωστοποίησή της αναρτάται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) εντός πέντε (5) ημερών από την κατάρτισή της. Το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του πλειστηριάσματος. Αν η πώληση δεν πραγματοποιηθεί κατά το προηγούμενο εδάφιο, ο πλειστηριασμός διεξάγεται κατά την ορισθείσα ημερομηνία.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_120">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 120</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πλειστηριασμός περισσότερων ακινήτων ανεξάρτητα από το αν αυτά βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια - Τροποποίηση άρθρου 1001 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1001 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί πλειστηρια- σμού περισσότερων ακινήτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) προστίθεται τίτλος και β) διαγράφονται οι λέξεις «που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια» και το άρθρο 1001 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 1001</p>
                     <p modification="true">Πλειστηριασμός περισσότερων ακινήτων</p>
                     <p modification="true">Αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εφόσον το επιθυμεί, ορίζει εγγράφως προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα, το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος, σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση, τη σειρά κατακύρωσης. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, δεν γίνεται κατακύρωση για τα λοιπά κατασχεθέντα ακίνητα και δεν συντάσσεται ως προς αυτά έκθεση πλειστηρια- σμού και κατακύρωσης.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_121">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 121</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δικαίωμα υποβολής αίτησης λήψης αντιγράφων από τον δικαστικό επιμελητή, που του έχει δοθεί εντολή εκτέλεσης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 1005 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«2 . Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Με βάση αυτή την περίληψη μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερ- θεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφόσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική. Οι διατάξεις του άρθρου 947 εφαρμόζονται και εδώ. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί, με την επίδειξη αντιγράφου της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, με τη σχετική εντολή του άρθρου 927 προς εκείνον για την εκτέλεσή της, να ζητήσει και να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες αντίγραφα των εγγράφων της παρ. 6 του άρθρου 997.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_9">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ - ΜΗΤΡΩΟ</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>ΔΙΑΘΗΚΩΝ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ</b>
               </p>
               <article eId="art_122">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 122</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δημοσίευση διαθήκης και σύσταση Μητρώου</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διαθηκών - Αντικατάσταση άρθρου 1769</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Αστικού Κώδικα</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 1769 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), περί δημοσίευσης διαθήκης, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 1769</p>
                     <p modification="true">Δημοσίευση διαθήκης</p>
                     <p modification="true">1. Συμβολαιογράφος, στον οποίο υπάρχει διαθήκη, οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφο- ρηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να δημοσιεύσει τη διαθήκη στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών «Μητρώο Διαθηκών», που τηρείται από τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας.</p>
                     <p modification="true">2. Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να την εμφανίσει για δημοσίευση σε συμβολαιογράφο.</p>
                     <p modification="true">3. Για τη δημοσίευση διαθήκης ο συμβολαιογράφος συντάσσει πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζονται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων της παρ. 4 του άρθρου 1721.</p>
                     <p modification="true">4. Ο συμβολαιογράφος φυλάσσει στο αρχείο του τα πρωτότυπα των διαθηκών που δημοσίευσε.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_123">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 123</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δημοσίευση διαθήκης από προξενική αρχή -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αντικατάσταση άρθρου 1773 Αστικού Κώδικα</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 1773 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), περί δημοσίευσης διαθήκης από προξενική αρχή, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 1773</p>
                     <p modification="true">Δημοσίευση από προξενική αρχή</p>
                     <p modification="true">Προξενική αρχή, στην οποία υπάρχει διαθήκη, οφείλει, μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να τη δημοσιεύσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1769, συντάσσοντας πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και το οποίο υπογράφεται από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής και τον γραμματέα και σε κάθε άλλη περίπτωση να τη δημοσιεύσει στο προξενικό γραφείο ενώπιον δύο (2) μαρτύρων και του γραμματέα του προξενείου, αν υπάρχει. Το πρακτικό υπογράφεται από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής, τον γραμματέα και τους μάρτυρες. Το πρωτότυπο των διαθηκών με το τυχόν περικάλυμμα, αφού θεωρηθούν από τον προϊστάμενο της προξενικής αρχής κατά το άρθρο 1769, προσαρτώνται στο πρακτικό και φυλάσσονται στα αρχεία του προξενείου.Αντίγραφο του πρακτικού αποστέλλεται από την προξενική αρχή προς καταχώριση στο Μητρώο Διαθηκών.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_124">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 124</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Βιβλία δημοσιεύσεων τηρούμενα από προξενικές αρχές - Αντικατάσταση άρθρου 1778 Αστικού Κώδικα</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Το άρθρο 1778 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), περί των βιβλίων διαθηκών, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 1778</p>
                     <p modification="true">Βιβλία δημοσιεύσεων</p>
                     <p modification="true">Οι προξενικές αρχές τηρούν βιβλίο των διαθηκών που δημοσιεύονται, το οποίο δύναται να τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή.»</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_125">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 125</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Καταχώριση και τήρηση διαθηκών -</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αντικατάσταση άρθρου 10 ν.δ. 3082/1954</b>
                     </p>
                     <p>Το άρθρο 10 του ν.δ. 3082/1954 (Α’ 257), περί των δημοσιεύσεων διαθηκών από τους συμβολαιογράφους, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 10</p>
                     <p modification="true">Υποχρέωση συμβολαιογράφων ή προξένων για αμελλητί καταχώριση στην ειδική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών - Υποχρέωση εχεμύθειας αρχειοφύλακα - Συνέπειες μη τήρησης της εχεμύθειας - Εξουσιοδοτικές διατάξεις</p>
                     <p modification="true">1. Κάθε συμβολαιογράφος ή συμβολαιογραφών πρόξενος υποχρεούται αμέσως να καταχωρίζει στην ειδική πλατφόρμα δημοσίευσης διαθηκών «Μητρώο Διαθηκών», η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση της οποίας ανήκει στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της χώρας, για κάθε ιδιόγραφη διαθήκη που κατατέθηκε ή προσκομίστηκε σε αυτόν, για κάθε μυστική διαθήκη που καταρτίστηκε ενώπιόν του και για κάθε δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιόν του τα εξής στοιχεία: επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, όνομα μητρός, επάγγελμα, τόπος και ημερομηνία γέννησης, Α.Φ.Μ., κατοικία του διαθέτη, αριθμός της πράξης της διαθήκης και είδος αυτής.</p>
                     <p modification="true">2. Ο αρχειοφύλακας οφείλει να τηρεί μυστικό το περιεχόμενο του Μητρώου Διαθηκών για τις αδημοσίευτες διαθήκες και οποιοσδήποτε θέλει να πληροφορηθεί αν συντάχθηκε διαθήκη κάποιου υποχρεούται να υποβάλει σε σχετική αίτηση, στην οποία επισυνάπτεται ληξιαρχική πράξη θανάτου εκείνου, του οποίου ζητείται να βεβαιωθεί η ύπαρξη ή μη διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή ο αρχειοφύλακας εκδίδει σχετική βεβαίωση. Εάν υπάρχει διαθήκη, στη βεβαίωση αναφέρει το όνομα του συμβολαιογράφου ή συμβολαιογραφούντος προξένου, ενώπιον του οποίου αυτή συντάχθηκε ή κατατέθηκε, την έδρα και τον αριθμό της πράξης και τα στοιχεία επικοινωνίας αυτού.</p>
                     <p modification="true">3. Η μη τήρηση της επιβαλλόμενης εχεμύθειας σε συνδυασμό με τη νομοθεσία για τη προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από τον αρχειοφύλακα και η με οποιοδήποτε τρόπο ανακοίνωσης εκτός της περίπτωσης της παρ. 2, περί ύπαρξης ή μη διαθήκης κάποιου, αποτελεί βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται και με την ποινή της οριστικής απόλυσης από την υπηρεσία.</p>
                     <p modification="true">4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται οι χρήστες, η θέαση, το περιεχόμενο και οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας της ειδικής πλατφόρμας δημοσίευσης διαθηκών «Μητρώο Διαθηκών», στο οποίο καταχωρίζονται οι αδημοσίευτες διαθήκες, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών σε αυτή, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.»</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_1.chap_Ι">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>’</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</b>
               </p>
               <article eId="art_126">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 126</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Μεταβατικές διατάξεις</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_126.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Σε περίπτωση θανάτου διαθέτη μετά την 1η.11.2025, η δημοσίευση διαθήκης και η έκδοση πιστοποιητικών γίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 86, 87, 88, 118, 119, 120 και 121 του παρόντος.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Σε περίπτωση θανάτου διαθέτη πριν από την 1η.11.2025, η δημοσίευση και η έκδοση πιστοποιητικών συνεχίζονται να γίνονται από τα Πρωτοδικεία.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Από τη 16η.9.2026, ημέρα πλήρους λειτουργίας της βάσης δεδομένων (μεταδεδομένα και έγγραφα) εντός του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης όλες οι δημοσιεύσεις και εκδόσεις πιστοποιητικών, ανεξάρτητα από τον χρόνο θανάτου, γίνονται από τους συμβολαιογράφους.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 έως 645 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η.1.2026 ένδικα μέσα και αγωγές. Ως προς τις δημοσιευόμενες έως τις 31.12.2025 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμε- τάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διαταγές πληρωμής του άρθρου 625 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και οι διαταγές απόδοσης μισθίου του άρθρου 637 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέχρι την 31η.12.2025 συνεχίζουν να εκδίδονται από τον κατά τόπον αρμόδιο δικαστή. Οι αιτήσεις που κατατίθενται από την 1η.1.2026 εκδίδονται από τους ορισθέντες δικηγόρους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_6">
                     <num>6.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διατάξεις του Μέρους Α’ εφαρμόζονται για αγωγές και κλήσεις που ασκούνται ή κατατίθενται από την 1η.1.2026.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_126.para_7">
                     <num>7.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διατάξεις του παρόντος για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται για όσες επιταγές προς εκτέλεση επιδοθούν από την 1η.1.2026.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_127">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 127</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Καταργούμενες διατάξεις</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί του πότε συντελείται η επίδοση,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>η περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί αναβολής της συζήτησης για σπουδαίο λόγο,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>το άρθρο 381 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί των αποφάσεων του δικαστηρίου για οδηγίες και διευκρινίσεις πραγματογνωμόνων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>η περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί του προσδιορισμού δικασίμου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ε)</num>
                           <p>το άρθρο 732Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της προθεσμίας άσκησης αγωγής για την κύρια υπόθεση σε περίπτωση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>στ)</num>
                           <p>το άρθρο 809 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της τήρησης των βιβλίων διαθηκών από τους γραμματείς δικαστηρίου,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>ζ)</num>
                           <p>το άρθρο 912 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί της αναστολής της προσωρινής εκτελεστότητας σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ή έφεσης,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>η)</num>
                           <p>η παρ. 4 του άρθρου 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, περί του πλειστηριασμού ακινήτου, και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>θ)</num>
                           <p>τα άρθρα 1770, περί της δημοσίευσης μυστικής διαθήκης, 1771, περί του πρακτικού δημοσίευσης διαθήκης, 1772, περί αποστολής αντιγράφου πρακτικού δημοσίευσης διαθήκης, 1774, περί της δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και 1776, περί κήρυξης κύριας διαθήκης, του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164).</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
         </part>
         <part eId="part_2">
            <num>
               <b>ΜΕΡΟΣ Β’</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ</b>
            </heading>
            <p>
               <b>ΧΡΟΝΟΥ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΝΑΚΟΠΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ</b>
            </p>
            <chapter eId="part_2.chap_1">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΣΚΟΠΟΣ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ</b>
               </heading>
               <article eId="art_128">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 128</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Σκοπός</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η μείωση του χρόνου που μεσολαβεί ως την εκδίκαση των ανακοπών σε πρώτο βαθμό και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των πολιτών που συμμετέχουν ως διάδικοι στις διαδικασίες εκδίκασής τους.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_129">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 129</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Αντικείμενο</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Με το παρόν Μέρος:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>εισάγεται υποχρεωτική διαδικασία επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών ανακοπών κατά αναγκαστικής εκτέλεσης των οποίων η εκδίκαση έχει προσδιοριστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2026 και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>απλουστεύεται η διαδικασία εκδίκασης των υποθέσεων αυτών, επέρχεται σύντμηση των προθεσμιών και αξιοποιείται η χρήση τεχνολογικών μέσων.</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_2.chap_2">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΚΟΠΩΝ</b>
               </heading>
               <article eId="art_130">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 130</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επαναπροσδιορισμός εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_130.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Ανακοπές κατά της εκτέλεσης, που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό και των οποίων η συζήτηση έχει προσ- διορισθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εισάγονται προς συζήτηση υποχρεωτικά και αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα του παρόντος Μέρους. Ως συζήτηση νοείται τόσο η αρχικώς ορισθείσα όσο και η οριζόμενη μετά από αναβολή ή μετά από ματαίωση της συζήτησης.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_130.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Για την εισαγωγή προς συζήτηση των εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης, απαιτείται επί ποινή απαρα- δέκτου η υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού από τον ανακόπτοντα. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού επέχει θέση κλήσης προς συζήτηση.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_130.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Οι ανακόπτοντες ενημερώνονται μέσω ηλεκτρονικών μέσων για την υποχρέωση υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού και τη λειτουργία της πλατφόρμας του άρθρου 131.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_131">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 131</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_131.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω πλατφόρμας που φιλοξενείται σε υποδομές του Ενιαίου Κυβερνητικού Υπολογιστικού νέφους (G-CLOUD), μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει τα εξής:</p>
                        <blockList>
                           <item>
                              <num>α)</num>
                              <p>Το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) των διαδίκων και των νόμιμων εκπροσώπων τους. Εφόσον μετέχουν στη διαδικασία νομικά πρόσωπα, αναγράφονται στην αίτηση η εταιρική επωνυμία και ο εταιρικός τύπος, καθώς και η καταστατική έδρα, η διεύθυνση και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου.</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>β)</num>
                              <p>Τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ανα- κόπτοντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στην οποία μπορεί να διενεργείται κάθε κοινοποίηση σχετική με τη δίκη της ανακοπής. Αν ο ανακόπτων ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν διαθέτουν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνονται στην αίτηση επί ποινή απαραδέκτου αντίκλητος και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου, στην οποία διενεργείται το σύνολο των κοινοποιήσεων της δίκης.</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>γ)</num>
                              <p>Τα στοιχεία της εκκρεμούς ανακοπής και, ειδικότερα, τον γενικό και τον ειδικό αριθμό κατάθεσής της, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα και τον αριθμό κατάθεσης ενδιάμεσων κλήσεων, που έχουν κατατεθεί και αφορούν στην αρχική ανακοπή.</p>
                           </item>
                           <item>
                              <num>δ)</num>
                              <p>Το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αναβολών και ματαιώσεων που έχουν μεσολαβήσει, καθώς και προσωρινών διαταγών ή αποφάσεων αναστολής που έχουν χορηγηθεί.</p>
                           </item>
                        </blockList>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_131.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Σε περίπτωση ομοδικίας, η αίτηση επαναπροσδιορισμού κατατίθεται και από έναν ή περισσότερους από τους ομόδικους. Οι ομόδικοι που δεν συμπράττουν μνημονεύονται στην αίτηση επαναπροσδιορισμού και κλητεύονται σύμφωνα με το άρθρο 133.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_132">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 132</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Διαβίβαση αίτησης προσδιορισμού στην οικεία γραμματεία</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Η αίτηση επαναπροσδιορισμού διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο γραμματέας του δικαστηρίου συντάσσει πράξη κατάθεσης της αίτησης, την οποία και αναρτά στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_133">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 133</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επίδοση αίτησης επαναπροσδιορισμού</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_133.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Η αίτηση μαζί με την πράξη κατάθεσης κοινοποιούνται προς τον ανακόπτοντα και τους λοιπούς διαδίκους της παρ. 2 του άρθρου 131 με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_133.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Πρόσωπα εμπλεκόμενα σε δίκη περί την εκτέλεση του παρόντος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της παρ. 1 του άρθρου 131 και να δηλώσουν τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των ιδίων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων ή αντικλήτων τους, στην οποία επιθυμούν τη διενέργεια των επιδόσεων από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 141.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_133.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Οι επιδόσεις προς τους διαδίκους που έχουν την ιδιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού φορέα εν γένει, ασφαλιστικής εταιρείας, του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, ενεργούνται αποκλειστικά με την ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης και των προσαρτημάτων της στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχουν δηλώσει.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_133.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Ο αιτών μπορεί να ενεργήσει την κοινοποίηση της αίτησης και σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Για όσα πρόσωπα του άρθρου 132 δεν δηλώθηκε στην αίτηση επαναπροσδιορισμού διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, η επίδοση διενεργείται υποχρεωτικά σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για όσες κοινοποιήσεις ενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης, με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, εκδίδεται ηλεκτρονικό πιστοποιητικό, το οποίο αναρτάται στην πλατφόρμα και επέχει θέση έκθεσης επίδοσης. Το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση τεκμαίρεται ότι αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά, δέκα (10) το αργότερο εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίησή της, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης. Οι εκθέσεις για τη διενέργεια των επιδόσεων σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα με επιμέλεια του επισπεύδοντος την επίδοση.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_133.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού δεν έχει κοινοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα ή σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_133.para_6">
                     <num>6.</num>
                     <content>
                        <p>Εφόσον συντρέχει περίπτωση διενέργειας επίδοσης στην αλλοδαπή, ο χρόνος συντέλεσης αυτής ως προς τον επισπεύδοντα την επίδοση καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου (L 324), το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_134">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 134</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παράλειψη επαναπροσδιορισμού</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Ανακοπή του παρόντος Μέρους για την οποία δεν υποβάλλεται εμπροθέσμως αίτηση επαναπροσδιορισμού, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Προσωρινή διαταγή ή αναστολή εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο ανακοπής για την οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα αίτηση επαναπροσδιορισμού, καταργείται αυτοδικαίως. Η γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμούσε η αίτηση, χορηγεί σχετική βεβαίωση σε κάθε πρόσωπο που δικαιολογεί έννομο συμφέρον ως προς τη μη υποβολή εμπρόθεσμης αίτησης επαναπροσδιορισμού.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_135">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 135</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Συγκέντρωση του φακέλου της δικογραφίας</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_135.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της αίτησης επαναπροσδιορισμού σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 133, οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις και προσκομίζουν τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται σε αυτές. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται τα αποδεικτικά επίδοσης της αίτησης επαναπροσδιορισμού και της ανακοπής ή τα πιστοποιητικά για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Σε όσα δικαστήρια έχουν ενταχθεί στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων για την Πολιτική και Ποινική Διαδικασία (Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Π.Π.) μπορεί η κατάθεση να ενερ- γείται ηλεκτρονικά και ο φάκελος της δικογραφίας να τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Αν άπαντες οι διάδικοι δεν καταθέσουν προτάσεις ή καταθέσουν εκπροθέσμως προτάσεις, η αίτηση λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_135.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία αντικρούονται οι προσκομισθείσες αποδείξεις και ισχυρισμοί, οι οποίοι προβλήθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Με την προσθήκη προσκομίζονται νέα αποδεικτικά μέσα και προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί, αποκλειστικά για την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις ή αφορούν σε αποδεικτικά μέσα που προβλήθηκαν το πρώτον με αυτές. Από την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης της προσθήκης κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_135.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται αποκλειστικά με τις προτάσεις επί ποινή απαραδέκτου. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_136">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 136</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση δίκης</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Οι παρεμβάσεις ασκούνται με τις προτάσεις εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 135. Η προσεπίκληση ή η ανακοίνωση της δίκης ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_137">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 137</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε τριάντα ημέρες (30) από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_138">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 138</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Δικάσιμος</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_138.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του διευθύνοντος το αρμόδιο πρωτοδικείο, ορίζεται ο δικαστής για την εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου. Η ημέρα και η ώρα συζήτησης στο ακροατήριο ορίζονται εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της παρούσας. Κατ’ εξαίρεση, αν ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων, που ανατίθεται σε κάθε δικαστή, καλυφθεί, ο ορισμός του δικαστή και του χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_138.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με επιμέλεια του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με επιμέλεια, επίσης, του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_138.para_3">
                     <num>3.</num>
                     <content>
                        <p>Κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπεται. Μετά από τη συζήτηση εκδίδεται η οριστική απόφαση, με βάση τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_138.para_4">
                     <num>4.</num>
                     <content>
                        <p>Αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας ο δικαστής κρίνει ότι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ή η παροχή διευκρινίσεων από τους διαδίκους είναι απολύτως αναγκαία, διατάσσει με διάταξη, που κοινοποιείται στους διαδίκους με ηλεκτρονικά μέσα και επέχει θέση κλήτευσης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες και όχι μεγαλύτερο από εξήντα (60) ημέρες από τη δημοσίευση της διάταξης. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή της παροχής διευκρινίσεων από τους διαδίκους θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων ή την παροχή διευκρινίσεων, οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν κατατίθενται νέες προτάσεις.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_138.para_5">
                     <num>5.</num>
                     <content>
                        <p>Στη διαδικασία του παρόντος δεν εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 115 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κάθε έλλειψη της δικογραφίας μπορεί να συμπληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_139">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 139</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Επικοινωνία του δικαστηρίου και των διαδίκων</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Κάθε επικοινωνία του δικαστηρίου και των διαδίκων κοινοποιείται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις δη- λωθείσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων ή των αντικλήτων τους και τίθεται στη δικογραφία με επιμέλεια του γραμματέα ή αναρτάται στον ηλεκτρονικό φάκελο, σε όσες περιπτώσεις η δικογραφία τηρείται ηλεκτρονικά.</p>
                  </content>
               </article>
               <article eId="art_140">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 140</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Έκδοση απόφασης</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Η απόφαση εκδίδεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης επαναπροσδιορισμού και μπορεί να αναρτηθεί με επιμέλεια της γραμματείας του οικείου δικαστηρίου και στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων για την Πολιτική και Ποινική Διαδικασία.</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
            <chapter eId="part_2.chap_3">
               <num>
                  <b>ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</b>
               </heading>
               <article eId="art_141">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 141</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Εξουσιοδοτικές διατάξεις</b>
                  </heading>
                  <paragraph eId="art_141.para_1">
                     <num>1.</num>
                     <content>
                        <p>Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας της πλατφόρμας του άρθρου 131.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
                  <paragraph eId="art_141.para_2">
                     <num>2.</num>
                     <content>
                        <p>Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά στη δημιουργία, τη διαμόρφωση και τον καθορισμό των όρων λειτουργίας της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, τα τεχνικά ζητήματα εφαρμογής του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα που αφορά στην ηλεκτρονική κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού, τον χρόνο υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, τις κοινοποιήσεις της, την ηλεκτρονική τήρηση του φακέλου της δικογραφίας και τη διεκπεραίωσή της με ηλεκτρονικά μέσα.</p>
                     </content>
                  </paragraph>
               </article>
               <article eId="art_142">
                  <num>
                     <b>Άρθρο 142</b>
                  </num>
                  <heading>
                     <b>Τελικές διατάξεις</b>
                  </heading>
                  <content>
                     <p>Με την επιφύλαξη του άρθρου 131, ανακοπές κατά της εκτέλεσης, οι οποίες έχουν προσδιορισθεί για συζήτηση σε δικασίμους μεταγενέστερες της 1ης.1.2026, λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες.</p>
                  </content>
               </article>
            </chapter>
         </part>
         <part eId="part_3">
            <num>
               <b>ΜΕΡΟΣ Γ’</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_143">
               <num>
                  <b>Άρθρο 143</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποζημίωση δικαστικών υπαλλήλων Συμβουλίου της Επικρατείας που συμμετέχουν στις Επιτροπές του Δικαστηρίου και επικουρούν τα Ειδικά Δικαστήρια της παρ. 2 του άρθρου 88 και του άρθρου 99 του Συντάγματος, τα Ανώτατα Δικαστικά, Πειθαρχικά και Υπηρεσιακά Συμβούλια</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_143.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στους δικαστικούς υπαλλήλους που συμμετέχουν στις Επιτροπές του Συμβουλίου της Επικρατείας και επικουρούν τα Ειδικά Δικαστήρια της παρ. 2 του άρθρου 88 και του άρθρου 99 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Διοικητικής Δικαιοσύνης και τα λοιπά Πειθαρχικά και Υπηρεσιακά Συμβούλια καταβάλλεται αποζημίωση, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α’ 176).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_143.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται το ύψος της αποζημίωσης, οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά για την καταβολή της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_144">
               <num>
                  <b>Άρθρο 144</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σύσταση θέσεων δικαστικών υπαλλήλων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και πλήρωσή τους με διαγωνισμό</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_144.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Συστήνονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας πενήντα (50) θέσεις δικαστικών υπαλλήλων, και συγκεκριμένα τριάντα πέντε (35) θέσεις του κλάδου ΠΕ Γραμματέων, τέσσερις (4) θέσεις του κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού με ειδικότητα ΠΕ Οικονομικού, δύο (2) θέσεις του κλάδου ΠΕ Μεταφραστών - Διερμηνέων με ειδικότητα ΠΕ Μεταφραστών - Διερμηνέων, δύο (2) θέσεις του κλάδου ΠΕ Αρχειονόμων και Βιβλιοθηκονόμων με ειδικότητα ΠΕ Βιβλιοθηκονόμων, μία (1) θέση του κλάδου ΠΕ Μηχανικών με ειδικότητα ΠΕ Ηλεκτρολόγων - Μηχανικών ή ΠΕ Ηλεκτρονικών Μηχανικών ή ΠΕ Μηχανολόγων - Μηχανικών ή ΠΕ Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Ανάπτυξης ή ΠΕ Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης ή ΠΕ Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης ή ΠΕ Μηχανικών Περιβάλλοντος ή ΠΕ Πολιτικών Μηχανικών, δύο (2) θέσεις του κλάδου ΔΕ Τεχνικού με ειδικότητα ΔΕ Ηλεκτρολόγων, μία (1) θέση του κλάδου ΔΕ Τεχνικού με ειδικότητα ΔΕ Υδραυλικών, μία (1) θέση του κλάδου ΔΕ Τεχνικού με ειδικότητα ΔΕ Ψυκτικών και δύο (2) θέσεις του κλάδου ΠΕ Παιδαγωγών Πρώιμης Ηλικίας με ειδικότητα ΠΕ Παιδαγωγών Πρώιμης Ηλικίας. Οι θέσεις εντάσσονται στον ετήσιο προγραμματισμό του άρθρου 51 του ν. 4622/2019 (Α’ 133).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η πλήρωση των συνιστώμενων θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ Γραμματέων γίνεται με διαγωνισμό που διενεργείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού αποτελείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επι- κρατείας ή έναν (1) εκ των Αντιπροέδρων, ως Πρόεδρο, τρεις (3) δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας με βαθμό Συμβούλου ή Παρέδρου, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και έναν (1) σύμβουλο του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), που προ- τείνεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Α.Σ.Ε.Π.. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική δοκιμασία στα εξής αντικείμενα:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>στο Σύνταγμα, ιδίως στα κεφάλαια περί δικαιοσύνης και δημόσιας διοίκησης, και στη νομοθεσία περί Συμβουλίου της Επικρατείας (π.δ. 18/1989, Α’ 8) και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, που περιλαμβάνει στοιχεία του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α’ 68) και του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109).</p>
                        </item>
                     </blockList>
                     <p>Η βαθμολογική κλίμακα εκτείνεται από μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15). Ως επιτυχόντες θεωρούνται οι υποψήφιοι εφόσον λάβουν τελικό βαθμό επιτυχίας τουλάχιστον οχτώ (8). Ο τελικός βαθμός επιτυχίας κάθε υποψηφίου προκύπτει από το άθροισμα του μέσου όρου της γραπτής δοκιμασίας, με συντελεστή βαρύτητας εβδομήντα τοις εκατό (70%), και του βαθμού της προφορικής δοκιμασίας, με συντελεστή βαρύτητας τριάντα τοις εκατό (30%).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Η κάλυψη των θέσεων των υπόλοιπων κλάδων της παρ. 1 γίνεται με επιλογή με σειρά προτεραιότητας, με βάση προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια που ανάγονται στα τυπικά προσόντα και την επαγγελματική εμπειρία των υποψηφίων ανά κλάδο/ειδικότητα. Η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού προβαίνει στον έλεγχο των δικαιολογητικών, στη μοριοδότηση των υποψηφίων και στην κατάρτιση του πίνακα κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά προτεραιότητας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Ως υποψήφιοι γίνονται δεκτοί όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζονται στα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 22 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων και το π.δ. 85/2022 (Α’ 232) και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 9 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, για τον διορισμό τους ως δικαστικών υπαλλήλων.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>Σε περίπτωση μη κάλυψης των θέσεων της παρ. 1, η προκήρυξή τους κατά τις διατάξεις του παρόντος δύ- ναται να επαναληφθεί ακόμη μία φορά.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_6">
                  <num>6.</num>
                  <content>
                     <p>Οι δικαστικοί υπάλληλοι που προσλαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν, παρακολουθούν θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, διάρκειας δύο (2) μηνών για τον κλάδο ΠΕ Γραμματέων και ενός (1) μηνός για τους υπόλοιπους κλάδους.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_7">
                  <num>7.</num>
                  <content>
                     <p>Οι δικαστικοί υπάλληλοι που προσλαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν δεν μπορούν να μεταταγούν ή να αποσπαστούν πριν από την πάροδο επτά (7) ετών από τον διορισμό τους. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_8">
                  <num>8.</num>
                  <content>
                     <p>Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορίζονται η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού, σύμφωνα με την παρ. 2, η εξεταστέα ύλη για τον κλάδο ΠΕ Γραμματέων, εξειδικεύονται τα τυπικά προσόντα και η επαγγελματική εμπειρία των υποψηφίων των υπόλοιπων κλάδων της παρ. 1 ανά κλάδο/ειδικότητα και καθορίζεται ο τρόπος μοριοδότησης των προσόντων αυτών, ορίζονται οι επιτηρητές και οι γραμματείς, καθορίζεται η αποζημίωση αυτών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, το οποίο αναφέρεται στους όρους και τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού. Με όμοια απόφαση, εκδίδεται η προκήρυξη για τον διαγωνισμό για τον κλάδο ΠΕ Γραμματέων και για την κάλυψη των θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων των λοιπών κλάδων της παρ. 1.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_144.para_9">
                  <num>9.</num>
                  <content>
                     <p>Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, προσδιορίζεται το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, ορίζονται οι εκπαιδευτές, οι γραμματείς που επικουρούν τους εκπαιδευτές και η αποζημίωση αυτών και θεσπίζεται κάθε αναγκαία ρύθμιση για τη διεξαγωγή της εκπαίδευσης.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_145">
               <num>
                  <b>Άρθρο 145</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Δυνατότητα μετάταξης υπαλλήλων φορέων του δημοσίου τομέα που έχουν αποσπαστεί ή διατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Το προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση ή διάθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας από άλλους φορείς του δημοσίου τομέα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) δύναται να μεταταχθεί, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης και απόφασης του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σε κενές οργανικές θέσεις των κλάδων του τομέα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την ίδια σχέση εργασίας. Η αίτηση υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση λήξης της διάρκειας απόσπασης ή διάθεσης πριν από την έκδοση της πράξης μετάταξης, η απόσπαση ή διάθεση παρατείνεται αυτοδικαίως έως την έκδοση της πράξης μετάταξης.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_146">
               <num>
                  <b>Άρθρο 146</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Στελέχωση Επιτροπής Εποπτείας Δικαστικών Στατιστικών του Γραφείου Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και από επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και επίτιμους δικαστικούς λειτουργούς - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 3 π.δ. 47/2022</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 3 του π.δ. 47/2022 (Α’ 114), περί της Επιτροπής Εποπτείας Δικαστικών Στατιστικών του Γραφείου Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο πριν από τη λέξη «αντεπίτροπο» προστίθενται οι λέξεις «επίτροπο ή», β) προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«2. Η Ε.Ε.Δι.Σ. συγκροτείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, έναν σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται από τους Προέδρους των οικείων ανώτατων δικαστηρίων, έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εισαγγελέα εφε- τών, που ορίζεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έναν επίτροπο ή αντεπίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή Πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων, που ορίζεται από τον Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, έναν πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας που ορίζεται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ένα μέλος της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, έναν δικηγόρο που ορίζεται από την Ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων, τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τον Προϊστάμενο του Γραφείου Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τομεα- κών Στατιστικών της ΕΛ.ΣΤΑΤ.. Οι δικαστικοί λειτουργοί του πρώτου εδαφίου δύνανται να είναι και επί τιμή. Στην περίπτωση αυτή ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_147">
               <num>
                  <b>Άρθρο 147</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Στελέχωση Ομάδας Διοίκησης Έργου του έργου «Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Ποινικής Δικαιοσύνης - Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Π.Π.» και από δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς -</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 29 ν. 4587/2018</b>
                  </p>
                  <p>Στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4587/2018 (Α’ 218), περί συγκρότησης Ομάδας Διοίκησης Έργου (Ο.Δ.Ε.) του έργου «Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης - Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Π.Π.», προστίθεται πέμπτο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«2. Η Κεντρική Ομάδα και οι Ομάδες εργασίας απαρτίζονται από δικαστικούς υπαλλήλους που διαθέτουν τις κατά περίπτωση απαιτούμενες ειδικές ή τεχνικές γνώσεις ή εμπειρία, από δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς που συμμετέχουν σε αυτές, σύμφωνα με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και από υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στην Κεντρική Ομάδα συμμετέχουν και ένας εκπρόσωπος του Γραφείου του Υπουργού Δικαιοσύνης, ένας εκπρόσωπος του γραφείου του Γενικού Γραμματέα Δικαιοσύνης και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Μέλη των υποομάδων εργασίας, τακτικά και αναπληρωματικά, ορίζονται πρόσωπα που διαθέτουν τις κατά περίπτωση απαιτούμενες ειδικές νομικές ή τεχνικές γνώσεις ή εμπειρία και ιδίως, μέλη ΔΕΠ, δικηγόροι, ειδικοί πληροφορικής και ηλεκτρονικών υπολογιστών με ειδίκευση στη νομική πληροφορική ή σε συναφές αντικείμενο, υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ή άλλων συναφών με το αντικείμενο υπηρεσιών, καθώς και δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί και υπάλληλοι. Τη γενική διεύθυνση και τον συντονισμό της Κεντρικής Ομάδας, των Ομάδων και Υποομάδων εργασίας έχει ο διευθύνων την Κεντρική Ομάδα εργασίας που είναι ο Γενικός Γραμματέας Δικαιοσύνης. Η Κεντρική Ομάδα, οι ομάδες και οι υποομάδες εργασίας δύνανται να στελεχώνονται και από δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς επί τιμή, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_148">
               <num>
                  <b>Άρθρο 148</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Παράταση της θητείας των Συμβουλίων Διοίκησης Πολιτικών Δικαστηρίων και των διευθυνόντων Προέδρων δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_148.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 5108/2024 (Α’ 65), περί παράτασης της θητείας των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών πρωτοδικείων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά της περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), παρατείνεται έως τη 15η Σεπτεμβρίου 2026.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_148.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 5130/2024 (Α’ 127), περί παράτασης της θητείας των διευθυνόντων Προέδρων δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας δικαστηρίων, στα οποία πραγματοποιείται ανακα- τασκευή και τμηματική μετεγκατάσταση υπηρεσιών του Δικαστικού τους Μεγάρου, παρατείνεται για ένα (1) έτος από τη λήξη της.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_149">
               <num>
                  <b>Άρθρο 149</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αύξηση των οργανικών θέσεων Αρεοπαγιτών</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Οι θέσεις των Αρεοπαγιτών αυξάνονται κατά πέντε (5).</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_150">
               <num>
                  <b>Άρθρο 150</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ανώτατα όρια χρέωσης υποθέσεων σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς - Τροποποίηση περ. β) παρ. 5 άρθρου 19 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στην περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 19 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α’ 109), περί των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας, προστίθενται νέα εδάφια, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«β) Οι ρυθμίσεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων διασφαλίζουν την ποιοτική και αποδοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμ- βανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας και της στελέχωσης αυτών. Στον κανονισμό προβλέπεται κατώτατος και ανώτατος αριθμός υποθέσεων που χρεώνονται ανά δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό. O αριθμός αυτός, σε περίπτωση ύπαρξης πλειόνων τμημάτων στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, διαφοροποιείται με βάση τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια των υποθέσεων εκάστου τμήματος. Ο κανονισμός διασφαλίζει ότι κατά τη χρέωση των υποθέσεων λαμβάνεται μέριμνα, ώστε αυτή να είναι καταρχήν ίση κατ’ αριθμό, σοβαρότητα και δυσχέρεια ως προς όλους τους υπηρετούντες στο τμήμα δικαστές ή εισαγγελικούς λειτουργούς και δύναται να προβλέπει κατ’ εξαίρεση μειωμένη χρέωση, όπου ο νόμος το επιβάλλει ή ενόψει της ανάθεσης σε δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό και άλλων καθηκόντων. Δεν επιτρέπεται η υπέρβαση του ανώτατου αριθμού υποθέσεων που χρεώνονται ανά δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, σε ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) του προβλεπόμενου στους οικείους κανονισμούς ορίου. Με την επιφύλαξη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, για τους δικαστές της πολιτικής δικαιοσύνης ο ανώτατος αριθμός αναλογού- σας χρέωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά δικαστικό έτος, τις εκατόν πενήντα (150) δικογραφίες σε υποθέσεις Πρωτοδικείου και τις εβδομήντα (70) δικογραφίες σε υποθέσεις Εφετείου. Στα αριθμητικά όρια του προαναφε- ρόμενου εδαφίου δεν συνυπολογίζονται υποθέσεις γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων, εκούσιας δικαιοδοσίας και μικροδιαφορών, ενώ συνυπολογίζονται οι απορριπτικές διατάξεις των άρθρων 227 και 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης ή ο διευθύνων το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν το ως άνω ανώτατο όριο κατά την κατάρτιση των πινακίων. Σε περίπτωση έκτακτης υπηρεσιακής επιβάρυνσης δικαστικού σχηματισμού, ενημερώνει έγκαιρα τον επικεφαλής του αντίστοιχου Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε να λαμβάνονται άμεσα κατάλληλα μέτρα ενίσχυσης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, προς τήρηση της πρόβλεψης των προηγούμενων εδαφίων. Προς τον σκοπό της ισομερούς κατανομής υποθέσεων, με τον κανονισμό θεσπίζεται σύστημα με το οποίο κατατάσσονται οι υποθέσεις, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, υποχρεωτικά και αποκλειστικά από το ένα (1) που αντιστοιχεί στην λιγότερο απαιτητική έως το πέντε (5) που αντιστοιχεί στην πιο απαιτητική. Αντιστοίχως στον κανονισμό των εισαγγελιών θεσπίζεται σύστημα με το οποίο αυτός που διενεργεί τη χρέωση των υποθέσεων σε κάθε εισαγγελέα τις κατατάσσει κατά τη χρέωση ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρειά τους, υποχρεωτικά και αποκλειστικά από το ένα (1) που αντιστοιχεί στην λιγότερο απαιτητική έως το πέντε (5) που αντιστοιχεί στην πιο απαιτητική. Προκειμένου να εισαχθεί για πρώτη φορά το σύστημα του προηγουμένου εδαφίου, οι κανονισμοί των δικαστηρίων τροποποιούνται αναλόγως πριν από την έναρξη του δικαστικού έτους 2023-2024.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_151">
               <num>
                  <b>Άρθρο 151</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξαιρέσεις από την έννοια της αδικαιολόγητης καθυστέρησης δημοσίευσης αποφάσεων - Τροποποίηση παρ. 9 άρθρου 59 και περ. ε) παρ. 1 άρθρου 109 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_151.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 9 του άρθρου 59 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, A’ 109), περί των τοποθετήσεων και των προαγωγών δικαστικών λειτουργών, προστίθεται τρίτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«9. Δεν προάγεται στον επόμενο βαθμό δικαστής, ο οποίος καθυστερεί αδικαιολόγητα τη δημοσίευση και θεώρηση των αποφάσεων που εκδίδει, καθώς και εισαγ- γελικός λειτουργός ο οποίος καθυστερεί αδικαιολόγητα την επεξεργασία των δικογραφιών που του ανατίθενται, εκτός αν το οικείο συμβούλιο αιτιολογήσει ειδικά τους λόγους της κατά παρέκκλιση προαγωγής. Αδικαιολόγητη είναι η καθυστέρηση, όταν: α) οι αποφάσεις δεν δημοσιεύονται μέσα σε διάστημα οκτώ (8) μηνών από τη συζήτηση ή μέσα στις ειδικότερες προθεσμίες που ορίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ή οι οικείες ειδικές διατάξεις για το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο, β) προκειμένου για υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, όταν οι αποφάσεις δεν εκδί- δονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, γ) προκειμένου για θεωρήσεις, όταν αυτές γίνονται πέρα από τριάντα (30) ημέρες, δ) προκειμένου για εισαγγελικούς λειτουργούς, όταν η επεξεργασία και η επιστροφή των δικογραφιών καθυστερεί πέρα από τέσσερις (4) μήνες. Δεν θεωρείται αδικαιολόγητη η καθυστέρηση δημοσίευσης αποφάσεων ή επεξεργασίας δικογραφιών στους παραπάνω χρόνους, αν αυτές χρεώθηκαν στον δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό με υπέρβαση της αναλογούσας σε έκαστο εξ αυτών ανώτατης χρέωσης, όπως αυτή ορίζεται στον νόμο ή στον κανονισμό των οικείων δικαστηρίου ή εισαγγελίας.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_151.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Στην περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 109 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, περί των πειθαρχικών παραπτωμάτων, προστίθεται πέμπτο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«ε) η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Για το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η δυσχέρεια της υπόθεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. β) της παρ. 5 του άρθρου 19, ο βαθμός και η πείρα του δικαστικού λειτουργού, ο φόρτος της εργασίας εν γένει και οι ατομικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αδικαιολόγητη η έκδοση απόφασης πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες ορίζονται ειδικότερες προθεσμίες στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και η σύνταξη σκεπτικού επί απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα σε τρεις (3) μήνες από την παράδοση της δικογραφίας από τον γραμματέα της έδρας. Θεωρείται αδικαιολόγητη η καθυστέρηση, όταν αφαιρείται ή επιστρέφεται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται λόγω μη έκδοσης απόφασης μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση πολιτικής ή διοικητικής υπόθεσης. Δεν θεωρείται αδικαιολόγητη η καθυστέρηση δημοσίευσης αποφάσεων ή επεξεργασίας δικογραφιών στους παραπάνω χρόνους, αν αυτές χρεώθηκαν στον δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό με υπέρβαση της αναλογούσας σε έκαστο εξ αυτών ανώτατης χρέωσης, όπως αυτή ορίζεται στον νόμο ή στον κανονισμό των οικείων δικαστηρίου ή εισαγγελίας.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_152">
               <num>
                  <b>Άρθρο 152</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου - Προσθήκη παρ. 9Α στο άρθρο 156 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στο άρθρο 156 του Κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (ν. 4798/2021, Α’ 68), περί απόσπασης, προστίθεται παρ. 9Α ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«9 Α. Ιδίως για τη νησιωτική χώρα, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που φέρει εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ύστερα από αίτηση, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου για την κάλυψη συγκεκριμένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με άλλο τρόπο, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_153">
               <num>
                  <b>Άρθρο 153</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας -</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Τροποποίηση άρθρου 66 ν. 2121/1993</b>
                  </p>
                  <p>Στο άρθρο 66 του ν. 2121/1993 (Α’ 25), περί ποινικών κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, οι αριθμοί «2.900 - 15.000» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον δύο χιλιάδων εννιακο- σίων (2.900)», β) στην παρ. 2, βα) στην περ. Γ), i) μετά τη λέξη «άδεια» προστίθενται οι λέξεις «ή καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου της αδείας», ii) στις υποπερ. α) και δ) οι λέξεις «ταινιών τους» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ως άνω έργων», iii) προστίθενται υποπερ. ζ) και η), ββ) στην περ. Δ), i) οι λέξεις «των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου της αδείας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, των παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και των παρόχων μέσων επικοινωνίας», ii) προστίθενται υποπερ. η) και θ), γ) στην παρ. 3, γα) οι λέξεις «έξι χιλιάδων (6.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον έξι χιλιάδων (6.000)», γβ) οι λέξεις «δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ», γγ) διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο, δ) προστίθεται παρ. 3Α, ε) στην παρ. 8, οι λέξεις «τριών χιλιάδων (3.000) έως δεκαπέντε χιλιάδων (15.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000)», στ) στην παρ. 9, οι λέξεις «τριών χιλιάδων (3.000) έως δεκαπέντε χιλιάδων (15.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000)» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 66 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 66</p>
                  <p modification="true">Ποινικές κυρώσεις</p>
                  <p modification="true">1. Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων εννια- κοσίων (2.900) ευρώ, όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας εγγράφει έργα ή αντίτυπα, αναπαράγει αυτά άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα, με οποιαδήποτε μορφή, εν όλω ή εν μέρει, μεταφράζει, διασκευάζει, προσαρμόζει ή μετατρέπει αυτά, προβαίνει σε διανομή αυτών στο κοινό με πώληση ή με άλλους τρόπους ή κατέχει με σκοπό διανομής, εκμισθώνει, εκτελεί δημόσια, μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά κατά οποιονδήποτε τρόπο, παρουσιάζει στο κοινό έργα ή αντίτυπα με οποιονδήποτε τρόπο, εισάγει αντίτυπα του έργου που παρήχθησαν παράνομα στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού και γενικά εκμεταλλεύεται έργα, αντίγραφα ή αντίτυπα που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή προσβάλλει το ηθικό δικαίωμα του πνευματικού δημιουργού να αποφασίζει για τη δημοσίευση του έργου στο κοινό, καθώς και να παρουσιάζει αυτό αναλλοίωτο χωρίς προσθήκες ή περικοπές (άρθρο 8 παρ. 1 Οδηγίας 2001/29).</p>
                  <p modification="true">2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο διεθνών συμβάσεων για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων προβαίνει στις ακόλουθες πράξεις:</p>
                  <p modification="true">Α) Χωρίς την άδεια των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών: α) εγγράφει σε υλικό φορέα την ερμηνεία ή εκτέλεση, β) αναπαράγει άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους σε υλικό φορέα, γ) προβαίνει σε διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης ή κατέχει με σκοπό διανομής, δ) εκμισθώνει τον υλικό φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, ε) μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά με οποιονδήποτε τρόπο τη ζωντανή ερμηνεία ή εκτέλεση, εκτός αν η μετάδοση αυτή αποτελεί αναμετάδοση νόμιμης μετάδοσης, στ) παρουσιάζει στο κοινό τη ζωντανή ερμηνεία ή εκτέλεση που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, ζ) διαθέτει στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος, στην εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή της εκτέλεσής τους.</p>
                  <p modification="true">Β) Χωρίς την άδεια των παραγωγών φωνογραφημάτων (παραγωγών υλικών φορέων ήχου): α) αναπαράγει άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, τα φωνογραφήματά τους, β) προβαίνει σε διανομή στο κοινό των ως άνω υλικών φορέων ή κατέχει με σκοπό διανομής, γ) εκμισθώνει τους ως άνω υλικούς φορείς, δ) διαθέτει στο κοινό, ενσυρμά- τως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση, όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει, στα φωνο- γραφήματά τους, ε) εισάγει τους ως άνω υλικούς φορείς που παρήχθησαν στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεσή του.</p>
                  <p modification="true">Γ) Χωρίς την άδεια ή καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου της αδείας των παραγωγών οπτικοακουστικών έργων (παραγωγών υλικών φορέων εικόνας ή ήχου και εικόνας): α) αναπαράγει άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, το πρωτότυπο και τα αντίτυπα των ως άνω έργων, β) προβαίνει σε διανομή στο κοινό των ως άνω υλικών φορέων συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους ή κατέχει με σκοπό διανομής, γ) εκμισθώνει τους ως άνω υλικούς φορείς, δ) διαθέτει στο κοινό, ενσυρ- μάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στο πρωτότυπο και τα αντίτυπα των ως άνω έργων, όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει, ε) εισάγει τους ως υλικούς φορείς που παρήχθησαν στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεσή του, στ) μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά τους ως άνω υλικούς φορείς με οποιονδήποτε τρόπο συ- μπεριλαμβανομένης και της δορυφορικής μετάδοσης ή καλωδιακής αναμετάδοσης, καθώς και της παρουσίασης στο κοινό, ζ) αποκτά, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, πρόσβαση, για εμπορική χρήση, σε περιεχόμενο οπτικο- ακουστικού έργου ή εν γένει οποιουδήποτε οπτικοακου- στικού προϊόντος του παραγωγού αυτών, η) διαφημίζει ή προωθεί εμπορικά, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, την πρόσβαση σε περιεχόμενο οπτικοακουστικού έργου ή εν γένει οποιουδήποτε οπτικοακουστικού προϊόντος του παραγωγού αυτών.</p>
                  <p modification="true">Δ) Χωρίς την άδεια ή καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου της αδείας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, των πα- ρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και των πα- ρόχων μέσων επικοινωνίας: α) αναμεταδίδει τις εκπομπές τους με οποιονδήποτε τρόπο, β) παρουσιάζει στο κοινό τις εκπομπές τους σε χώρους όπου η είσοδος επιτρέπεται με εισιτήριο, γ) εγγράφει τις εκπομπές τους σε υλικούς φορείς ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, είτε οι εκπομπές αυτές μεταδίδονται ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης, δ) προβαίνει σε άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, της υλικής ενσωμάτωσης των εκπομπών τους, ε) προβαίνει σε διανομή στο κοινό των υλικών φορέων με την εγγραφή των εκπομπών τους, στ) εκμισθώνει τον υλικό φορέα με την εγγραφή των εκπομπών τους, ζ) διαθέτει στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση, όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει, στην υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, (άρθρο 8 παρ. 1 Οδηγίας 2001/29), η) αποκτά πρόσβαση, με οποιονδήποτε τρόπο, για εμπορική χρήση, στις εκπομπές αυτές, θ) διαφημίζει ή προωθεί εμπορικά, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, προϊόντα ή υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, οι οποίες δεν έχουν λάβει τη σχετική έγκριση ή άδεια από τον δικαιούχο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό (άρθρο 8 παρ. 1 Οδηγίας 2001/29).</p>
                  <p modification="true">3. Αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημιά που απει- λήθηκε από τις πράξεις των παρ. 1 και 2 είναι ιδιαίτερα μεγάλα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Αν ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ’ επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καθώς και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης στα πλαίσια της οποίας εκτελέσθηκε η πράξη.</p>
                  <p modification="true">Θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ’ επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικασθεί για αδικήματα του παρόντος άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν από αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας.</p>
                  <p modification="true">3Α. Όποιος για ιδιωτική χρήση αποκτά παράνομη πρόσβαση σε οπτικοακουστικά έργα ή εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών ή γεγονότα εθνικής ή διεθνούς τηλεθέασης που μεταδίδονται στο διαδίκτυο ταυτόχρονα με τη διενέργειά τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που η δυνατότητα παρακολούθησης παρέχεται μέσω παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 4779/2021 (Α’ 27) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ένα (1) έτος και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ. Για την εφαρμογή των παρ. 2 και 3Α, παράνομη πρόσβαση είναι: (α) η χωρίς την άδεια των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών ή των παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ή των παρόχων μέσων επικοινωνίας πρόσβαση με παράνομη συσκευή (εξοπλισμού ή λογισμικού) που βρίσκεται στην κατοχή του αποκτώντος πρόσβαση και (β) η καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου της άδειας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών ή των παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ή των παρόχων μέσων επικοινωνίας πρόσβαση με νόμιμη συσκευή (εξοπλισμού ή λογισμικού), όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του π.δ. 343/2002 (Α’ 284), που βρίσκεται στην κατοχή του αποκτώντος πρόσβαση.</p>
                  <p modification="true">Για την άσκηση της ποινικής δίωξης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ακολουθείται η ειδική διαδικασία της αίτησης έκδοσης ποινικής διαταγής των άρθρων 409 έως 416 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.</p>
                  <p modification="true">Το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος καταβάλει ολοσχερώς το διπλάσιο του επιβαλλόμενου σύμφωνα με την παρ. 2Β του άρθρου 65Α διοικητικού προστίμου.</p>
                  <p modification="true">4. Με την ποινή των παρ. 1, 2 και 3 τιμωρείται όποιος δεν κατέβαλε σε οργανισμό συλλογικής διαχείρισης την αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρο 18 του παρόντος νόμου. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος μετά την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υποβάλλει την υπεύθυνη δήλωση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου.</p>
                  <p modification="true">5. Με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος: α) χρησιμοποιεί ή διανέμει ή κατέχει με σκοπό θέσης σε κυκλοφορία συστήματα ή μέσα που έχουν ως μοναδικό σκοπό να διευκολύνουν τη χωρίς άδεια αφαίρεση ή εξουδετέρωση τεχνικού συστήματος που προστατεύει ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, β) κατασκευάζει ή εισάγει ή χρησιμοποιεί ή διανέμει ή κατέχει με σκοπό θέσης σε κυκλοφορία συσκευές ή άλλο υλικό αναπαραγωγής έργου που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που θα έχουν καθοριστεί κατά το άρθρο 59 του παρόντος νόμου, γ) κατασκευάζει, εισάγει ή χρησιμοποιεί ή διανέμει ή κατέχει με σκοπό θέσης σε κυκλοφορία αντικείμενα ή ενεργεί πράξεις που μπορούν να ματαιώσουν το αποτέλεσμα των παραπάνω προδιαγραφών, δ) αναπαράγει ή χρησιμοποιεί έργα χωρίς χρησιμοποίηση των συσκευών ή χωρίς εφαρμογή των συστημάτων που θα έχουν καθοριστεί κατά το άρθρο 60 του παρόντος νόμου, ε) διανέμει ή κατέχει με σκοπό να θέσει σε κυκλοφορία υλικούς φορείς ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας χωρίς το ειδικό επίσημα ή την ταινία ελέγχου που θα έχει προβλεφθεί κατά το άρθρο 61 του παρόντος νόμου.</p>
                  <p modification="true">6. Κατ’ εξαίρεση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 82 του ΠΚ, σε περίπτωση μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής, το ποσό μετατροπής ορίζεται στο πενταπλάσιο των ορίων του ποσού μετατροπής που προβλέπεται κάθε φορά στον Ποινικό Κώδικα.</p>
                  <p modification="true">7. Αν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το ήμισυ του ελάχιστου ορίου που προβλέπεται κατά περίπτωση στον παρόντα νόμο.</p>
                  <p modification="true">8. Όποιος χωρίς δικαίωμα προβαίνει σε προσωρινή ή διαρκή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων, σε μετάφραση, προσαρμογή, διευθέτηση και οποιαδήποτε άλλη μετατροπή της βάσης δεδομένων, σε διανομή της βάσης δεδομένων ή αντιγράφων της, σε ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση της βάση δεδομένων στο κοινό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.</p>
                  <p modification="true">9. Όποιος προβαίνει σε εξαγωγή ή/και επαναχρησι- μοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων χωρίς άδεια του κατασκευαστή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.</p>
                  <p modification="true">10. Όταν το αντικείμενο της προσβολής αφορά σε προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή, η, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 65Α και υπό τους προβλεπόμε- νους όρους, ανεπιφύλακτη καταβολή του διοικητικού προστίμου από τον δράστη συνεπάγεται τη μη άσκηση της ποινικής δίωξης και την κατάργηση της τυχόν αρ- ξαμένης, όταν η προσβολή αφορά σε ποσότητα μέχρι πενήντα (50) προγράμματα.</p>
                  <p modification="true">11. Όταν το αντικείμενο της προσβολής αφορά σε υλικούς φορείς ήχου, στους οποίους έχει εγγραφεί έργο που αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, η, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 65Α και υπό τους προβλεπόμενους όρους, ανεπιφύλακτη καταβολή του διοικητικού προστίμου από τον δράστη συνεπάγεται τη μη άσκηση της ποινικής δίωξης και την κατάργηση της τυχόν αρξαμένης όταν η προσβολή αφορά σε ποσότητα μέχρι πεντακόσιους (500) παράνομους υλικούς φορείς ήχου.</p>
                  <p modification="true">11Α. Όταν το αντικείμενο της προσβολής αφορά φωνογραφήματα (μουσικές συνθέσεις) αποθηκευμένα σε οποιοδήποτε τεχνικό μέσο αποθήκευσης ή ηλεκτρονικό υπολογιστή, η κατά την παρ. 2 του άρθρου 65Α και υπό τους προβλεπόμενους όρους ανεπιφύλακτη καταβολή του διοικητικού προστίμου από το δράστη συνεπάγεται τη μη άσκηση της ποινικής δίωξης και την κατάργηση της τυχόν αρξάμενης, όταν αντικείμενο προσβολής είναι μέχρι χίλιες (1.000) μουσικές συνθέσεις.</p>
                  <p modification="true">12. Η καταβολή του προστίμου, καθώς και η μη άσκηση ή η κατάργηση της ποινικής δίωξης, δεν απαλλάσσουν τους δράστες από την υποχρέωση καταβολής των ανα- λογούντων πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, αποζημιώσεων και λοιπών επιβαρύνσεων στους δικαιούχους αυτών κατά τις διατάξεις των σχετικών νόμων.</p>
                  <p modification="true">13. Σε περίπτωση υποτροπής εντός του αυτού οικονομικού έτους το διοικητικό πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 65Α διπλασιάζεται.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_154">
               <num>
                  <b>Άρθρο 154</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Γραμματεία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα - Τροποποίηση άρθρου 18 ν. 4624/2019</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στο άρθρο 18 του ν. 4624/2019 (Α’ 137), περί της Γραμματείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 3, αα) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη της Αρχής, εγκρίνεται» αντικαθίστανται από τις λέξεις «απόφαση της Αρχής εγκρίνεται, αντικαθίσταται ή τροποποιείται», αβ) το δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο διαγράφονται, β) προστίθεται παρ. 9, και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 18 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 18</p>
                  <p modification="true">Γραμματεία της Αρχής</p>
                  <p modification="true">1. Το προσωπικό της Αρχής διορίζεται με σχέση δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου σε θέσεις που προβλέπονται στον Οργανισμό της και επιλέγεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3051/2002 (Α’ 220).</p>
                  <p modification="true">2. Υπάλληλοι του Κλάδου Ελεγκτών δεν επιτρέπεται να παρίστανται ενώπιον της Αρχής επί δύο (2) έτη μετά τη λύση της υπηρεσιακής τους σχέσης με την Αρχή.</p>
                  <p modification="true">3. Με απόφαση της Αρχής εγκρίνεται, αντικαθίσταται ή τροποποιείται ο Οργανισμός της, με τον οποίο καθορίζονται το επίπεδο λειτουργίας της Γραμματείας, η διάρθρωση των οργανικών μονάδων σε Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία, τα προσόντα του προσωπικού, ο αριθμός των θέσεων του προσωπικού, η κατανομή αυτών σε Κλάδους και Ειδικότητες, η σύσταση νέων θέσεων και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα. Με τον Οργανισμό επιτρέπεται να προβλέπονται αποκλίσεις από τις ισχύουσες διατάξεις προκειμένου οι σχετικές ρυθμίσεις να είναι σύμφωνες με τον ΓΚΠΔ.</p>
                  <p modification="true">4. Με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του παρόντος, του Οργανισμού της Αρχής και του Κανονισμού Λειτουργίας της, η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Αρχής, διέπεται από τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως και 7 του άρθρου 4 του ν. 3051/2002, όπως ισχύει, ανεξαρτήτως κατηγορίας, κλάδου και επιστημονικής ειδίκευσης.</p>
                  <p modification="true">5. Στο προσωπικό της Αρχής εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 6 του άρθρου 11.</p>
                  <p modification="true">6. [Καταργείται].</p>
                  <p modification="true">7. Είναι δυνατή η απόσπαση προσωπικού της Γραμματείας για διάστημα έως έξι (6) μηνών, με απόφαση της Αρχής, σε εποπτικές αρχές κρατών μελών ή της ΜΕΑ ή αρχών τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών με εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τις αποσπάσεις σε όργανα της Ε.Ε.. Επίσης, είναι δυνατή η υποδοχή από την Αρχή προσωπικού ομόλογων αρχών ως αποσπασμένων για διάστημα έως έξι (6) μηνών.</p>
                  <p modification="true">8. Οι οργανικές θέσεις πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) του κλάδου επικοινωνίας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μετατρέπονται σε αντίστοιχες θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου. Οι ήδη υπηρετούντες, οι οποίοι κατέχουν τα απαιτούμενα κατά το π.δ. 85/2022 (Α’ 39) «Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημοσίου τομέα» και την εν γένει νομοθεσία τυπικά προσόντα για την πλήρωση θέσης ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δηλώνουν εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εάν αποδέχονται να υπηρετήσουν στη θέση αυτή. Οι αποδεχόμενοι να υπηρετήσουν με σχέση ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι καταλαμβάνουν μία από τις μετατρεπόμενες θέσεις, διατηρούν το ασφαλιστικό καθεστώς στο οποίο υπάγονται και προσμετρούν για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη και τον χρόνο προηγούμενης σχετικής απασχόλησης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 (Α’ 176). Σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης υποβολής δήλωσης, ο υπάλληλος εξακολουθεί να υπηρετεί ως μόνιμος υπάλληλος σε προσωποπαγή θέση κατηγορίας ΠΕ Επικοινωνίας. Κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι υπάλληλοι υπηρετούν σε προσωποπαγείς θέσεις σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, δεν καλύπτονται αντίστοιχες θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου.</p>
                  <p modification="true">9. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη της Αρχής, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, τα όργανα και η διαδικασία επιλογής του Προϊσταμένου Γραμματείας και των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων της Αρχής.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_155">
               <num>
                  <b>Άρθρο 155</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Αποχή από την άσκηση ποινικής δίωξης ανηλίκου - Αντικατάσταση άρθρου 46 Κώδικα</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Ποινικής Δικονομίας</b>
                  </p>
                  <p>Το άρθρο 46 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/ 2019, Α’ 96), περί αποχής από την ποινική δίωξη ανηλίκου, αντικαθίσταται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 46</p>
                  <p modification="true">Αποχή από την ποινική δίωξη ανηλίκου</p>
                  <p modification="true">1. Αν ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πλημμέλημα, ο εισαγγελέας, αφού ερευνήσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και όλη την προσωπικότητά του, με διάταξή του απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, εκτός αν από τα χαρακτηριστικά της πράξης, την ακρόαση του ανηλίκου ή και των ασκούντων τη γονική του μέριμνα και την εκτίμηση της έκθεσης του αρμοδίου επιμελητή ανηλίκων, που σε κάθε περίπτωση δύναται να παραγγείλει, την κρίνει απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.</p>
                  <p modification="true">2. Στον ανήλικο επιβάλλονται με τη σχετική διάταξη του εισαγγελέα, στην οποία ορίζεται και η προθεσμία συμμόρφωσης, ως όροι της αποχής, ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περ. α) έως και ια) της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα ή και επιπλέον μέτρα ή υποχρεώσεις που αφορούν τον τρόπο ζωής του, εκτός αν από τα στοιχεία της παρ. 1 κρίνει πως η επιβολή τους δεν είναι αναγκαία για τη διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου.</p>
                  <p modification="true">Αν ο ανήλικος συμμορφωθεί με τα μέτρα και τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν, ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 43. Σε αντίθετη περίπτωση ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 43.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_156">
               <num>
                  <b>Άρθρο 156</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Εξάλειψη αξιοποίνου λόγω ανεγκλήτου - Προσθήκη άρθρου 594 στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96) προστίθεται άρθρο 594, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«Άρθρο 594</p>
                  <p modification="true">Γενική διάταξη</p>
                  <p modification="true">Σε κάθε περίπτωση εξάλειψης αξιοποίνου λόγω ανε- γκλήτου, εκκρεμών, σε κάθε δικονομικό στάδιο, υποθέσεων:</p>
                  <p modification="true">α) Οι μηνύσεις, αναφορές και εγκλήσεις δεν εισάγονται για συζήτηση και οι σχετικές δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα.</p>
                  <p modification="true">β) Υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος της διάταξης που εξαλείφει το αξιόποινο λόγω ανεγκλή- του, έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο και έχουν προσδιοριστεί προς εκδίκαση καθώς και όσες έχουν αναβληθεί για οποιαδήποτε αιτία αποσύρονται και τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα.</p>
                  <p modification="true">γ) Αποφάσεις και ποινικές διαταγές ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν και δεν έχουν εκτελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος της διάταξης που εξαλείφει το αξιόποινο λόγω ανεγκλήτου, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, αυτή διακόπτεται.</p>
                  <p modification="true">δ) Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται με συνοπτικά αιτιολογημένη διάταξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_157">
               <num>
                  <b>Άρθρο 157</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Χορήγηση άδειας από το Συμβούλιο της Επικρατείας για άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από το Δημόσιο, την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης - Προσθήκη παρ. 3Α και 3Β στο άρθρο 53 του π.δ.18/1989</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_157.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 53 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί του παραδεκτού της αίτησης αναιρέσεως, προστίθενται παρ. 3Α και 3Β ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3Α. Για την εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούνται από το Δημόσιο, την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 3 και 4 του παρόντος. Αρμόδιος για τη χορήγηση της άδειας είναι ο δικαστικός σχηματισμός σε συμβούλιο του άρθρου 34Γ, ο οποίος μπορεί να αποφαίνεται και κατά πλειοψηφία. Η απόφαση για χορήγηση ή μη της άδειας είναι αμετά- κλητη. Εφόσον η άδεια χορηγηθεί εν όλω ή εν μέρει, το συμβούλιο εκδίδει πρακτικό για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο ή απόφαση και εφαρμόζονται κατά τα λοιπά η παρ. 4 του άρθρου 22 και τα άρθρα 34Α ή 34Β. Αν εφαρμόζεται το άρθρο 20Α, η υπόθεση εισάγεται στον ανωτέρω δικαστικό σχηματισμό, πριν από κάθε άλλη ενέργεια του Δικαστηρίου, με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του Τμήματος, η οποία εκδίδεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 20.</p>
                     <p modification="true">3Β. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του καθ’ ύλην αρμοδίου υπουργού η εφαρμογή της παρ. 3Α μπορεί να επεκτείνεται και σε άλλους φορείς του δημοσίου τομέα.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_157.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η παρ. 1, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος υποθέσεις, εκτός αν: α) η υπόθεση εκκρεμεί ήδη στο ακροατήριο ή έχει συζητηθεί, ή β) έχει εκδοθεί πρακτικό ή απόφαση σε συμβούλιο κατά την παρ. 4 του άρθρου 22 και τα άρθρα 34Α και 34Β του π.δ. 18/1989.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_158">
               <num>
                  <b>Άρθρο 158</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σύσταση θέσης Υποδιευθυντή Δικαστικής Αστυνομίας - Προσθήκη παρ. 3Α στο άρθρο 3 και τροποποίηση παρ. 8Α άρθρου 59 ν. 4963/2022</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_158.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στο άρθρο 3 του ν. 4963/2022 (Α’ 149), περί σύστασης, εποπτείας και διεύθυνσης, προστίθεται παρ. 3Α, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«3Α. Τον Διευθυντή της Δικαστικής Αστυνομίας επικουρεί ο Υποδιευθυντής της Δικαστικής Αστυνομίας ιδίως για θέματα εκπαίδευσης, οπλισμού, ασφάλειας και άσκησης γενικών και ειδικών αστυνομικών καθηκόντων του υπαλλήλων του αστυνομικού τομέα της Δικαστικής Αστυνομίας και τον αναπληρώνει σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του, για ζητήματα με κατεπείγοντα χαρακτήρα. Ως Υποδιευθυντής της Δικαστικής Αστυνομίας ορίζεται συνταξιούχος ανώτατος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, με υπηρεσιακή και εκπαιδευτική εμπειρία στους ανωτέρω τομείς. Για την επιλογή του Υποδιευθυντή της Δικαστικής Αστυνομίας δημοσιεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στην Εφημερίδα της Κυ- βερνήσεως και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, πρόσκληση υποβολής αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Οι αιτήσεις υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, εντός είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, μαζί με τα δικαι- ολογητικά που ορίζονται σε αυτήν. Ο Υποδιευθυντής της Δικαστικής Αστυνομίας διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, για θητεία τριών (3) ετών που μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_158.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 8Α του άρθρου 59 του ν. 4963/2022, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθενται οι λέξεις «και του Υποδιευθυντή» και η παρ. 8Α διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«8 Α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και απολαβές του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Δικαστικής Αστυνομίας, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_159">
               <num>
                  <b>Άρθρο 159</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Κατάργηση και ανακατανομή οργανικών θέσεων του πολιτικού τομέα της Δικαστικής Αστυνομίας - Τροποποίηση παρ. 1 και κατάργηση περ. γ) παρ. 3 άρθρου 16Α ν. 4963/2022</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_159.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 16Α του ν. 4963/2022 (Α’ 149), περί της σύστασης περιφερειακών υπηρεσιών Δικαστικής Αστυνομίας και κατανομής οργανικών θέσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο, η λέξη και ο αριθμός «εβδομήντα (170)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «πενήντα (150)», β) στην περ. α) η λέξη και ο αριθμός «πενήντα πέντε (55)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «πενήντα (50)», γ) στην περ. β) η λέξη και ο αριθμός «τριάντα (30)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «είκοσι πέντε (25)», δ) στην περ. γ) η λέξη και ο αριθμός «δώδεκα (12)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «επτά (7)», ε) στην περ. δ) η λέξη και ο αριθμός «δώδεκα (12)» αντικαθίστανται από τη λέξη και τον αριθμό «επτά (7)» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«1. Στην Υπηρεσία Δικαστικής Αστυνομίας πολιτικού τομέα συστήνονται εκατόν πενήντα (150) οργανικές θέσεις των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, οι οποίες κατανέμονται σε κλάδους και ειδικότητες, ως εξής:</p>
                     <p modification="true">α) πενήντα (50) θέσεις για τον Κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, ειδικότητας ΠΕ Διοικητικού (Νομικών), με καθήκοντα τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή ανακριτικών πράξεων, καθώς και την υποβοήθηση του έργου των δικαστικών και εισαγγελι- κών λειτουργών,</p>
                     <p modification="true">β) είκοσι πέντε (25) θέσεις για τον Κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, ειδικότητας ΠΕ Οικονομικού και δεκαπέντε (15) θέσεις για τον Κλάδο ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού, ειδικότητας ΤΕ Λογιστικού, με αρμοδιότητα την παροχή επιστημονικής και τεχνικής συνδρομής στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς επί θεμάτων λογιστικής, οικονομίας, χρηματιστηριακών συναλλαγών και συναφών θεμάτων, των οποίων η έρευνα, μελέτη και ανάλυση απαιτούν ειδικές επιστημονικές γνώσεις,</p>
                     <p modification="true">γ) επτά (7) θέσεις για τον Κλάδο ΠΕ Μηχανικών, ειδικότητας ΠΕ Πολιτικών - Μηχανικών και τρεις (3) θέσεις για τον Κλάδο ΤΕ Μηχανικών, ειδικότητας ΤΕ Μηχανολόγων - Μηχανικών, με αρμοδιότητα την παροχή επιστημονικής συνδρομής στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς επί τεχνολογικών ζητημάτων, πολεοδομικών θεμάτων, ζητημάτων που σχετίζονται με τεχνικές προδιαγραφές σε δημόσιους διαγωνισμούς και συναφών θεμάτων, των οποίων η έρευνα, μελέτη και ανάλυση απαιτούν ειδικές επιστημονικές γνώσεις,</p>
                     <p modification="true">δ) επτά (7) θέσεις για τον Κλάδο ΠΕ Περιβάλλοντος, ειδικότητας ΠΕ Περιβάλλοντος και τρεις (3) θέσεις για τον Κλάδο ΤΕ Τεχνολόγων Γεωπονίας, ειδικότητας ΤΕ Δασοπονίας, με αρμοδιότητα την παροχή επιστημονικής συνδρομής στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς επί περιβαλλοντικών ζητημάτων, ζητημάτων διαχείρισης απορριμμάτων, θεμάτων βιώσιμης ανάπτυξης και συναφών θεμάτων, των οποίων η έρευνα, μελέτη και ανάλυση απαιτούν ειδικές επιστημονικές γνώσεις και</p>
                     <p modification="true">ε) τριάντα (30) θέσεις για τον Κλάδο ΠΕ Πληροφορικής, ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής (Software) και δέκα (10) θέσεις για τον Κλάδο ΤΕ Πληροφορικής, ειδικότητας ΤΕ Πληροφορικής (Software ή Hardware) με αρμοδιότητα την παροχή επιστημονικής και τεχνικής συνδρομής στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς επί θεμάτων πληροφορικής, επιστήμης ηλεκτρονικών υπολογιστών, προγραμματισμού, διαδικτύου και συναφών θεμάτων, των οποίων η έρευνα, μελέτη και ανάλυση απαιτούν ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_159.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Η περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 16Α του ν. 4963/2022, περί σύστασης περιφερειακής υπηρεσίας πολιτικού τομέα της Δικαστικής Αστυνομίας στη Γενική Επιτροπεία της Επικράτειας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καταργείται.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_160">
               <num>
                  <b>Άρθρο 160</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σύντμηση του χρόνου πρακτικής άσκησης για τους σπουδαστές της κατεύθυνσης των</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Εισαγγελέων της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών της 31ης εκπαιδευτικής σειράς</b>
                  </p>
                  <p>1 . Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις:</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>α)</num>
                        <p>των εδαφίων δεύτερου, τρίτου και ενδέκατου της παρ. 1 του άρθρου 23,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>της παρ. 1 του άρθρου 26,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, του τέταρτου εδαφίου της παρ. 9 και της παρ. 12 του άρθρου 28,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 31,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>ε)</num>
                        <p>της παρ. 2 του άρθρου 32,</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>στ)</num>
                        <p>του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4871/2021 (Α’ 246),</p>
                     </item>
                  </blockList>
                  <p>ειδικά για τους σπουδαστές της κατεύθυνσης των Εισαγγελέων της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών της 31ης εκπαιδευτικής σειράς, οι οποίοι προέρχονται από τον διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί με την υπό στοιχεία 36020οικ/10.6.2024 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Προκήρυξη του 31ου διαγωνισμού για την εισαγωγή σπουδαστών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών» (Γ’ 1710), και των οποίων η φοίτηση άρχισε την 1η.2.2025, ο χρόνος κατάρτισης συντέμνεται, σύμφωνα με την παρ. 2.</p>
                  <p>2 .α) Η διάρκεια της κατάρτισης των σπουδαστών αρχίζει την 1η Φεβρουαρίου 2025 και περατώνεται τη 15η Φεβρουαρίου 2026. Το πρώτο στάδιο κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένων και των εξετάσεων αποφοίτησης, διαρκεί από την 1η Φεβρουαρίου έως τη 2α Νοεμβρίου 2025. Η βαθμολογία των γραπτών δοκιμίων του συνόλου της γραπτής δοκιμασίας των εξετάσεων αποφοίτησης παραδίδεται στη γραμματεία της Σχολής έως τη 2α Νοεμβρίου 2025 και ώρα 20.00. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων αποφοίτησης αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μάθησης της Σχολής, με ελεγχόμενη πρόσβαση, το αργότερο μέχρι τις 22.00 της ίδιας ημέρας.</p>
                  <blockList>
                     <item>
                        <num>β)</num>
                        <p>Το δεύτερο στάδιο κατάρτισης των σπουδαστών, που περιλαμβάνει την πρακτική άσκησή τους στις εισαγγελίες, διαρκεί από την 3η Νοεμβρίου 2025 έως τη 15η Φεβρουαρίου 2026 και διεξάγεται καθ’ όλες τις ημέρες της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων, Κυριακών και αργιών. Η πρακτική άσκηση δεν διεξάγεται μόνο κατά την 25η και την 26η Δεκεμβρίου 2025 και την 1η Ιανουαρίου 2026. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της πρακτικής άσκησης παραδίδονται στη γραμματεία της Σχολής μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου 2026 και ώρα 17:00. Η γραμματεία της Σχολής συντάσσει άμεσα τους πίνακες επιτυχόντων μετά το τέλος του δευτέρου σταδίου κατάρτισης, οι οποίοι αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μάθησης της Σχολής, με ελεγχόμενη πρόσβαση, την ίδια ημέρα. Επιπλέον, την ίδια ημέρα η γραμματεία της Σχολής συντάσσει πίνακα αρχαιότητας, στον οποίο εγγράφονται οι εκπαιδευόμενοι και ο οποίος αναρτάται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα μάθησης της Σχολής με ελεγχόμενη πρόσβαση και αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>γ)</num>
                        <p>Η συνεδρίαση του Συμβουλίου Σπουδών για την κρίση της καταλληλότητας των εκπαιδευομένων για την άσκηση των καθηκόντων του εισαγγελικού λειτουργού, που πρόκειται να τους ανατεθούν, λαμβάνει χώρα τη 16η Φεβρουαρίου 2026. Η πρακτική άσκηση των εκπαιδευο- μένων παρατείνεται στις ίδιες εισαγγελίες μέχρι τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος διορισμού τους σε οργανική θέση δόκιμου εισαγγελικού λειτουργού.</p>
                     </item>
                     <item>
                        <num>δ)</num>
                        <p>Κατά τα λοιπά οι εκπαιδευόμενοι διέπονται από τις διατάξεις του ν. 4871/2021.</p>
                     </item>
                  </blockList>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_161">
               <num>
                  <b>Άρθρο 161</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Ειδικό επίδομα θέσης υπαλλήλων Γραμματείας Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων - Προσθήκη παρ. 6 και 7 στο άρθρο 15 του ν. 4786/2021</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στο άρθρο 15 του ν. 4786/2021 (Α’ 43), περί της Γραμματείας του Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (ΕΕΕ), προστίθενται παρ. 6 και 7, ως εξής:</p>
                  <p modification="true">« 6. Για τους Υπαλλήλους της Γραμματείας του Γραφείου Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων καταβάλλεται ειδικό επίδομα θέσης ποσού διακοσίων (200) ευρώ μη- νιαίως, για όσο χρονικό διάστημα υπηρετούν στη συγκεκριμένη υπηρεσία.</p>
                  <p modification="true">7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις σχετικά με την καταβολή, καθώς και το ύψος του επιδόματος της παρ. 6.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_162">
               <num>
                  <b>Άρθρο 162</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Σύσταση Τμήματος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας στη Δυτική Μακεδονία</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_162.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Συστήνεται Τμήμα Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα την Κοζάνη και τοπική αρμοδιότητα για την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο υπάγεται στη Γ’ Διεύθυνση Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του άρθρου 25 του π.δ. 30/2025 (Α’ 52).</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_162.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το Τμήμα είναι αρμόδιο για τη διενέργεια κλινικών εξετάσεων, αυτοψιών, νεκροψιών-νεκροτομών, την οργάνωση και λειτουργία του νεκροτομείου σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα, την αποστολή δειγμάτων στο Τμήμα Εργαστηρίου της Διεύθυνσης Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, καθώς και την τήρηση πρωτοκόλλου και αρχείου και γενικότερα τη διοικητική μέριμνα και την εν γένει φροντίδα για την απρόσκοπτη λειτουργία της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, καθώς και τη φύλαξη των σορών και τη μέριμνα για την ταφή άγνωστων και αζήτητων σορών που φυλάσσονται στους ψυκτικούς θαλάμους της υπηρεσίας.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_162.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Στο Τμήμα συνιστώνται οκτώ (8) οργανικές θέσεις ως εξής:</p>
                     <blockList>
                        <item>
                           <num>α)</num>
                           <p>δύο (2) θέσεις Ιατροδικαστών,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>β)</num>
                           <p>δύο (2) θέσεις ΥΕ Νεκροτόμων,</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>γ)</num>
                           <p>δύο (2) θέσεις του κλάδου ΠΕ Λογιστικού-Διοικη- τικού και</p>
                        </item>
                        <item>
                           <num>δ)</num>
                           <p>δύο (2) θέσεις Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Νοσηλευτικής, μία (1) ΤΕ και μία (1) ΔΕ.»</p>
                        </item>
                     </blockList>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_163">
               <num>
                  <b>Άρθρο 163</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Τυπικές παραλείψεις - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 227 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Στην παρ. 1 του άρθρου 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), περί τυπικών παραλείψεων κατά την εισαγωγή της αγωγής για συζήτηση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) πριν από τη λέξη «παραλείψεις» προστίθεται η λέξη «τυπικές», β) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                  <p modification="true">«1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά τη κρίση του προθεσμία. Τυπικές παραλείψεις υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου μπορούν να συνιστούν ιδίως εκείνες που σχετίζονται με:</p>
                  <p modification="true">α) την παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας,</p>
                  <p modification="true">β) την απόδει<b>ξ</b>η της ικα\<b>/</b>ότητας αυτοπρόσιωπης δικαστικής παράστασης,</p>
                  <p modification="true">γ<sup>) τ</sup>η<sup>ν</sup> κ<sup>αταβο</sup>λ<b>η </b>του <sup>δι</sup>κ<sup>αστι</sup>κ<sup>ού</sup>
                     <b>ε</b>
                     <sup>νσ</sup>
                     <b>ή</b>μ<sup>ου</sup>,</p>
                  <p modification="true">δ) την κατάθεση του γραμματίου προείσπραξης,</p>
                  <p modification="true">ε) την τήρηση της Υποχρεu.Jτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, και</p>
                  <p modification="true">στ) την προσκόμιση των εκθέττεων επίδοσης.»</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_164">
               <num>
                  <b>
                     <sup>Ά</sup>
                  </b>
                  <b>Ρ</b>
                  <b>
                     <sup>Θ</sup>
                  </b>
                  <b>ΡΟ</b>
                  <b>
                     <sup>164</sup>
                  </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Προσκόμιση γραμ</b>ι<b>ματίου πρϊοείσπραξης σε πράξεις εκδοθείσες από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>Προσθήκη άρθρου 61Α στον Κώδικα Δικηγόρων</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_164.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Στον Κώδικα Δικηγ/όριων (ν. 4194/2013, Α’ 208) προστίθεται άρθρο 61Α ως εξής:</p>
                     <p modification="true">«Άρθρο 61Α</p>
                     <p modification="true">Προττκόμιση γραμματίου προείσπραί;ης ετε πράξει εκδοθείσες από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο</p>
                     <p modification="true">Στις διαδικασίες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), για τις οποίες εκδίδεται πράξη ορισθέντος δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, ο δικηγόρος του αιτούντος και ο δικηγόρος του καθ’ ου εκδίδουν και προσκομίζουν γραμμάτιο προείσπραξης ως εξής:</p>
                     <table>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>Α/Α</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>ΑΜΟΙΒΕΣ</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>1</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση ενώπιον δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό μέχρι 50.000,00€</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>268,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>2</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση <i>ενώπιον</i> δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό από 50.001,00€ <i>μέχρι</i> 150.000,00€</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>406,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>3</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση <i>ενώπιον</i> δικηγόρου για την έκδοση διαταγής πληρωμής με αιτούμενο ποσό από 150.001,00€ <i>και</i> πάνω</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>663,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>4</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση και υποβολή φακέλου για τη συναινετική εγγραφή ή εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ενώπιον δικηγόρου</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>241,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>5</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Παράσταση για δήλωση <i>συναίνεσης</i> για τη συναινετική εγγραφή ή εξάλειψη προσημείωσης υποθήκης ενώπιον δικηγόρου</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>134,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>6</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση <i>ενώπιον</i> δικηγόρου για έκδοση κληρονομητηρίου</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>300,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>8</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Υποβολή εγγράφων για αποποίηση κληρονομίας</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>102,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>9</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Υποβολή δήλωσης αποδοχής κληρονομίας</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>321,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>10</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Δημοσίευση διαθήκης ενώπιον</p>
                              <p>συμβολαιογράφου</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>102,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                        <tr>
                           <td>
                              <p>11</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>Αίτηση για κήρυξη διαθήκης <i>ως</i> κυρίας</p>
                           </td>
                           <td>
                              <p>321,00€</p>
                           </td>
                        </tr>
                     </table>
                     <p modification="true">2. Στο Τμήμα Β’ με τίτλο «Πολιτικές Υποθέσεις» του Παραρτήματος Ι του Κώδικα Δικηγόρων επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:</p>
                     <p modification="true">α) στην υποπερ. 1, με τίτλο «Αγωγή» της περ. Ε) με τίτλο «Αγωγές - ανακοπές γενικά», υπό τον τίτλο «Μονομελές Πρωτοδικείο», ο αριθμός «69» αντικαθίσταται με τον αριθμό «89», β) στο στοιχείο 1 με τίτλο «Αγωγή», της υποπερ. α) της περ. Θ) με τίτλο «Αυτοκινητικές διαφορές», υπό τον τίτλο «Μονομελές Πρωτοδικείο», ο αριθμός «75» αντικαθίσταται από τον αριθμό «85».</p>
                     <p modification="true">
                        <b>Άρθρο 165</b>
                     </p>
                     <p modification="true">
                        <b>Ερμηνευτική διάταξη ως προς τον χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις - Αντικατάσταση άρθρου 43 ν. 4715/2020</b>
                     </p>
                     <p modification="true">Στο άρθρο 43 του ν. 4715/2020 (Α’ 149), περί ερμηνευτικής διάταξης ως προς τον χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. β) του πρώτου εδαφίου, οι λέξεις «που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των οποίων ο χρόνος παύσης πληρωμών ορίστηκε με απόφαση δικαστηρίου σε ημερομηνία πριν από», β) στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και κατά τον χρόνο παύσης πληρωμών όπως έχει ορισθεί με απόφαση δικαστηρίου», και το άρθρο 43, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής:</p>
                     <p modification="true"
                        modification-restarting="true">«Άρθρο 43</p>
                     <p modification="true">Ερμηνευτική διάταξη ως προς τον χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις</p>
                     <p modification="true">Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις:</p>
                     <p modification="true">α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της παρ. Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), περί μεταβατικών διατάξεων, και</p>
                     <p modification="true">β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις των οποίων ο χρόνος παύσης πληρωμών ορίστηκε με απόφαση δικαστηρίου σε ημερομηνία πριν από την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. Για την κατάταξη των πιστωτών, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και κατά τον χρόνο παύσης πληρωμών όπως έχει ορισθεί με απόφαση δικαστηρίου. Η άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων κατά της κατάταξης των πιστωτών με βάση το πρώτο εδάφιο δεν αναστέλλει τη διανομή στις περιπτώσεις του εδαφίου αυτού.»</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_166">
               <num>
                  <b>Άρθρο 166</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Νομική προσωπικότητα αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών που λειτουργούν ως φορείς κατάρτισης διαμεσολαβητών</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, έχουν ήδη αδειοδοτηθεί και λειτουργούν ως φορείς κατάρτισης διαμεσολαβητών και διέπονται από το π.δ. 123/2011 (Α’ 255) θεωρείται ότι έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα από την ημερομηνία κατάθεσης του καταστατικού σύστασής τους στο οικείο Πρωτοδικείο της περιφέρειας της έδρας τους.</p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_167">
               <num>
                  <b>Άρθρο 167</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση δικαστηρίων</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>Η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 5119/2024 (Α’ 103), περί μισθώσεων ακινήτων για τη στέγαση δικαστηρίων, παρατείνεται έως τη 15η Σεπτεμβρίου 2026.</p>
               </content>
            </article>
         </part>
         <part eId="part_4">
            <num>
               <b>ΜΕΡΟΣ Δ’</b>
            </num>
            <heading>
               <b>ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ</b>
            </heading>
            <article eId="art_168">
               <num>
                  <b>Άρθρο 168</b>
               </num>
               <heading>
                  <b>Έναρξη ισχύος</b>
               </heading>
               <paragraph eId="art_168.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>Mε την επιφύλαξη των παρ. 2, 3 και 4 η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_168.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>Το Μέρος Β’ τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 141 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_168.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>Το Μέρος Α’ και τα άρθρα 150 και 151 τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026.</p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_168.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>Τα άρθρα 87 έως 89 και 122 έως 125 τίθενται σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2025.</p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </part>
      </body>
      <conclusions>
         <container name="signature">
            <p>Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.</p>
            <p>Αθήνα, 28 Ιουλίου 2025</p>
            <p>Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας</p>
            <p>
               <b>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ</b>
            </p>
            <p>Οι Υπουργοί</p>
            <table>
               <tr>
                  <td>
                     <p>Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Εξωτερικών</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Εθνικής Άμυνας</p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΝΙΚΟΛΑΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ</b>
                     </p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>Εσωτερικών</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Υγείας</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Προστασίας του Πολίτη</p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΙΒΑΝΙΟΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΣΠΥΡΙΔΩΝ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>Υποδομών και Μεταφορών</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Ανάπτυξης</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Εργασίας και</p>
                     <p>Κοινωνικής Ασφάλισης</p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΗΜΑΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΙΚΑΚΟΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΕΩΣ</b>
                     </p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>Δικαιοσύνης</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Πολιτισμού</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας</p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΕΝΔΩΝΗ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΔΟΜΝΑ - ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ</b>
                     </p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>Ναυτιλίας</p>
                     <p>και Νησιωτικής Πολιτικής</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Ψηφιακής Διακυβέρνησης</p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό</p>
                  </td>
               </tr>
               <tr>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ</b>
                     </p>
                  </td>
                  <td>
                     <p>
                        <b>ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ</b>
                     </p>
                  </td>
               </tr>
            </table>
            <p>
               <i>Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.</i>
            </p>
            <p>Αθήνα, 28 Ιουλίου 2025</p>
            <p>Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός</p>
            <p>
               <b>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ</b>
            </p>
            <p>Καποδιστρίου 34, 104 32 Αθήνα</p>
            <p>Τηλ. Κέντρο 210 5279000</p>
            <p>Αποστολή εγγράφων προς δημοσίευση στο ΦΕΚστην ηλεκτρονική διεύθυνση <ref href="https://eservices.et.gr">
                  <b>https://eservices.et.gr</b>
               </ref>
            </p>
         </container>
      </conclusions>
   </act>
</akomaNtoso>