Νόμος 5222/2025

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 5222

(ΦΕΚ Α' 134/28-07-2025)

Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας και άλλες διατάξεις - Συνταξιοδοτικές διατάξεις

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1. Σκοπός

Σκοπός της παρούσας Ενότητας είναι η καθιέρωση ενός διαφανούς και σαφούς τρόπου για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διαδικασιών, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου και την απλούστευση της επικοινωνίας των πολιτών με τις τελωνειακές αρχές μέσω της επικαιροποίησης και του εκσυγχρονισμού του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.

Άρθρο 2. Αντικείμενο

Αντικείμενο της παρούσας Ενότητας είναι η συστηματοποίηση των τελωνειακών διατάξεων και η ενσωμάτωση επιμέρους διατάξεων αναφορικά με τις τελωνειακές διαδικασίες και τη βεβαίωση και είσπραξη εσόδων μέσω των τελωνειακών αρχών και της φορολογικής διοίκησης.

Άρθρο 3. Πεδίο εφαρμογής

Ο Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας εφαρμόζεται από τις τελωνειακές αρχές:

α)

στις συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες,

β)

στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και λοιπούς φόρους,

γ)

στα ενωσιακά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση,

δ)

στις αποσκευές επιβατών που εισέρχονται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) από τρίτες χώρες, ε) στους εφοδιασμούς πλοίων και αεροσκαφών.

Άρθρο 4. Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Ενότητας ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί:

1.

«ανταλλαγή πληροφοριών»: η κάθε είδους ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ τελωνειακών αρχών και μεταξύ οικονομικών φορέων και τελωνειακών αρχών με τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων ή με άλλο τρόπο και η διαχείριση των πληροφοριών αυτών,

2.

«αποσκευές»: τα εμπορεύματα και κάθε είδους αντικείμενα που μεταφέρονται με οποιονδήποτε τρόπο, κατά το ταξίδι φυσικού προσώπου,

3.

«δηλωτικό φορτίου»: το έγγραφο που συνοψίζει στοιχεία από τις φορτωτικές και άλλα μεταφορικά έγγραφα, τα οποία εκδόθηκαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων,

4.

«διασαφιστής»: το πρόσωπο που υποβάλλει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής στο όνομά του ή το πρόσωπο στο όνομα του οποίου υποβάλλεται η εν λόγω διασάφηση ή γνωστοποίηση,

5.

«διεθνής αερολιμένας»: κάθε αερολιμένας που έχει ορισθεί, ως αερολιμένας εισόδου και αναχώρησης από και για διεθνή εναέρια κυκλοφορία, όπου διενεργούνται τελωνειακές εργασίες και διατυπώσεις και εφαρμόζεται η νομοθεσία περί μετανάστευσης, δημόσιας υγείας, θέσης σε καραντίνα ζώων και φυτών και σχετικές διαδικασίες,

6.

«ελευθεροκοινωνία»: η άδεια σε πλοίο να εισέλθει σε λιμάνι, να προβεί σε επιβίβαση ή αποβίβαση προσώπων, εκφόρτωση ή φόρτωση φορτίου ή εφοδίων,

7.

«έγγραφα πλοίων»: πιστοποιητικά και άλλα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με διεθνείς, ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες δικαίου και τα οποία πρέπει να είναι διαθέσιμα από τον πλοίαρχο πλοίου,

8.

«οικονομικός φορέας»: το πρόσωπο που στο πλαίσιο άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητας προβαίνει σε ενέργειες, για τις οποίες εφαρμόζεται η τελωνειακή νομοθεσία,

9.

«οφειλέτης»: το υπόχρεο πρόσωπο για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής,

10.

«πρόσωπο»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα κατά την έννοια της περ. δ) του άρθρου 3 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58),

11.

«προσωρινή εναπόθεση»: η κατάσταση, στην οποία τελούν μη ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία αποθηκεύονται, προσωρινά, υπό τελωνειακή επιτήρηση, για το χρονικό διάστημα, μεταξύ της προσκόμισής τους στο τελωνείο και της υπαγωγής τους σε τελωνειακό καθεστώς ή της επανεξαγωγής τους,

12.

«τελωνειακός αντιπρόσωπος»: το πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου (άμεση αντιπροσώπευση) ή ενεργεί εξ ονόματός του και για λογαριασμό άλλου προσώπου (έμμεση αντιπροσώπευση), με σκοπό τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία, στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τις τελωνειακές αρχές. Επαγγελματίας Τελωνειακός Αντιπρόσωπος είναι το πρόσωπο που πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του ν. 4955/2022 (Α' 139), έχει πιστοποιηθεί και έχει εγγραφεί στο Μητρώο Επαγγελματιών Τελωνειακών Αντιπροσώπων και ασκεί κατ' επάγγελμα και για λογαριασμό άλλου προσώπου διεκπεραίωση των πράξεων και διατυπώσεων που απαιτούνται σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία στο πλαίσιο των συναλλαγών με τις τελωνειακές αρχές.

13.

«τελωνειακές αρχές»: οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας,

14.

«τελωνειακή διασάφηση»: η πράξη, με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τελωνειακούς τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει εμπορεύματα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς, με αναφορά σε τυχόν ειδικές ρυθμίσεις που θα πρέπει να εφαρμοσθούν στα εμπορεύματα αυτά,

15.

«τελωνειακό έδαφος»: το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), που περιλαμβάνει τα εδάφη που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα, συμπεριλαμβανομένων των χωρικών και εσωτερικών υδάτων, και του εναέριου χώρου τους,

16.

«τελωνειακοί έλεγχοι»: οι ενέργειες των τελωνειακών αρχών για τον έλεγχο εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας και άλλων συναφών διατάξεων,

17.

«τελωνειακή επιτήρηση»: οι ενέργειες των τελωνειακών αρχών για τη διασφάλιση τήρησης της νομοθεσίας, σχετικά με εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτών των ενεργειών,

18.

«τελωνειακές εργασίες και διατυπώσεις»: το σύνολο των ενεργειών, στις οποίες οφείλουν να προβαίνουν πρόσωπα και τελωνειακές αρχές, κατά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας,

19.

«τελωνειακό καθεστώς»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα καθεστώτα, στο οποίο δύναται να υπαχθούν τα εμπορεύματα, ήτοι:

α)

θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία,

β)

ειδικά καθεστώτα:

βα)

διαμετακόμιση,

ββ)

τελωνειακή αποταμίευση,

βγ)

ελεύθερες ζώνες,

βδ)

προσωρινή εισαγωγή, 

βε)

ειδικός προορισμός, 

βστ)

τελειοποίηση προς επανεισαγωγή, 

βζ)

τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, 

γ)

εξαγωγή,

20.

«τελωνειακή νομοθεσία»: το σύνολο των κανόνων δικαίου που σχετίζεται με τελωνειακά θέματα και ειδικότερα:

α)

οι διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις τελωνειακού περιεχομένου,

β)

ο Ενωσιακός Τελωνειακός Κώδικας [Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 269)] και οι κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικοί αυτού κανονισμοί [ιδίως κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 343), εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 343), κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2016/341 της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 2015 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά μεταβατικούς κανόνες για ορισμένες διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα για τις περιπτώσεις που τα σχετικά ηλεκτρονικά συστήματα δεν έχουν τεθεί ακόμη σε λειτουργία και την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2446/2015 της Επιτροπής (L 69)],

γ)

ο Κανονισμός περί κοινού δασμολογίου [Κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/1987 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (L 256)],

δ)

το σύνολο της ενωσιακής νομοθεσίας, εκτός των υποπερ. β) και γ) που σχετίζεται με τελωνειακά θέματα,

ε)

ο παρών Κώδικας,

στ)

το σύνολο της εθνικής νομοθεσίας, εκτός του παρόντος Κώδικα που σχετίζεται με τελωνειακά θέματα,

ζ)

το σύνολο του κανονιστικού πλαισίου, που έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση εθνικών τελωνειακών διατάξεων,

21.

«τελωνειακή οφειλή»: η υποχρέωση προσώπου για την καταβολή του συνόλου του οφειλόμενου ποσού που αναλογεί σε εμπορεύματα, για τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών και διατυπώσεων, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, ειδικών φόρων κατανάλωσης, φόρου προστιθέμενης αξίας, τελών και λοιπών φόρων και δικαιωμάτων του Δημοσίου, καθώς και των επιβαλλόμενων προστίμων των απλών τελωνειακών παραβάσεων και των πολλαπλών τελών μετά των νόμιμων τόκων και λοιπών προσαυξήσεων, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία. Στην έννοια της τελωνειακής οφειλής συμπεριλαμβάνεται και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση ή ποσό, η καταβολή της οποίας ή η είσπραξη του οποίου πραγματοποιείται στις τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

22.

«τελωνειακός περίβολος»: η υποκείμενη σε τελωνειακή επιτήρηση και έλεγχο εγκατάσταση προσωρινής εναπόθεσης, στεγασμένη ή υπαίθρια, η διαχείριση της οποίας ανήκει, αποκλειστικά, στην τελωνειακή αρχή. Ως τελωνειακοί περίβολοι δύνανται να ορίζονται και οι αναγκαίοι δημόσιοι χώροι λιμένων, αερολιμένων και σιδηροδρομικών σταθμών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της, κατά περίπτωση, αρμόδιας για τη διαχείριση του χώρου αρχής,

23.

«φορτίο»: οποιαδήποτε εμπορεύματα και αντικείμενα κάθε είδους, μεταφερόμενα επί μεταφορικού μέσου, εκτός του ταχυδρομείου, των προμηθειών του πλοίου/αεροσκάφους, των αμοιβών του πλοίου, του εξοπλισμού του πλοίου, των προσωπικών αντικειμένων του πληρώματος και των συνοδευόμενων αποσκευών επιβατών,

24.

«όμιλος εταιρειών»: κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες εταιρείες. Ως «ελέγχουσα εταιρεία» νοείται εταιρεία του ομίλου που ασκεί επιρροή, άμεση ή έμμεση, σε άλλη εταιρεία, η οποία καλείται ελεγχόμενη, λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή ειδικών κανόνων δικαίου,

25.

«καπνοβιομήχανος»: κάθε πρόσωπο που μεταποιεί τον καπνό σε επεξεργασμένα προϊόντα, τα οποία προορίζονται για λιανική πώληση.

Άρθρο 5. Τελωνειακές αρχές - Σκοπός και αρμοδιότητες
1.

Αρμόδιες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας είναι οι τελωνειακές αρχές.

2.

Οι τελωνειακές αρχές είναι υπεύθυνες για την εποπτεία του διεθνούς εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Οι τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν μέτρα που αποσκοπούν ιδίως:

α)

στην προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και των κρατών μελών της,

β)

στην προστασία της Ε.Ε. από το αθέμιτο και παράνομο εμπόριο, με παράλληλη υποστήριξη των νόμιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων,

γ)

στη διαφύλαξη της ασφάλειας και της προστασίας της Ε.Ε. και των κατοίκων της, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος, σε συνεργασία με άλλες αρχές,

δ)

στη διατήρηση κατάλληλης ισορροπίας ανάμεσα στους τελωνειακούς ελέγχους και τη διευκόλυνση του θεμιτού εμπορίου.

3.

Στην αποκλειστική αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών εμπίπτουν:

α)

η εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας,

β)

η βεβαίωση και είσπραξη τελωνειακών οφειλών,

γ)

η διαχείριση των πληροφοριακών συστημάτων των τελωνείων,

δ)

η ανταλλαγή και διαχείριση πληροφοριών και δεδομένων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, σε θέματα της αρμοδιότητάς τους, 

ε)

η τελωνειακή επιτήρηση, ο έλεγχος και η φύλαξη, όπου απαιτείται, των τελωνειακών περιβόλων, των εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης ή των χώρων που έχουν εγκριθεί ως Ελεύθερες Ζώνες. Η είσοδος εντός των χώρων αυτών οποιουδήποτε υπαλλήλου άλλης δημόσιας διωκτικής υπηρεσίας επιτρέπεται κατόπιν έγκρισης του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της ποινικής δικονομίας για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων και των διατάξεων που προβλέπουν τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας για τη διερεύνηση παραβάσεων λαθρεμπορίας. Η αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας σε υποκείμενους σε τελωνειακή επιτήρηση χώρους μεθοριακών τελωνείων και τελωνείων σε λιμένες και αερολιμένες περιορίζεται στον έλεγχο διαβατηρίων. Η εγκατάσταση αστυνομικών ή λιμενικών φυλακίων στα σημεία εισόδου -εξόδου και σε τελωνειακούς περιβόλους αποσκοπεί στην τήρηση της έννομης τάξης εντός των χώρων αυτών και δεν παρέχεται στα αστυνομικά ή λιμενικά όργανα η αρμοδιότητα ελέγχου εμπορευμάτων, μεταφορικών μέσων, αποθηκών και αποσκευών ταξιδιωτών. Η αρμοδιότητα ελέγχου μεταφορικών μέσων παρέχεται στην Ελληνική Αστυνομία, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης ατόμων,

στ)

ο έλεγχος των συνοδευομένων και ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1672 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 (L 284), και

ζ)

η παρακολούθηση των προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (εφεξής Ε.Φ.Κ.) και των πρόδρομων ουσιών.

4.

Επίσης, στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών εμπίπτουν:

α)

ο έλεγχος προσώπων, αποσκευών, εμπορευμάτων και μεταφορικών μέσων, για τον εντοπισμό παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών ουσιών, όπλων, εκρηκτικών, πυρηνικών υλικών, στο πλαίσιο προάσπισης της δημόσιας υγείας και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, για τον εντοπισμό κεφαλαίων προερχόμενων από εγκληματικές δραστηριότητες, για τον εντοπισμό προϊόντων που παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, για τον εντοπισμό ειδών που προσβάλλουν τη δημόσια τάξη, παρατυπιών που αφορούν μεταφορές, αλιεία, λαθρομετανάστευση, καθώς και κάθε άλλου είδους παράνομων ενεργειών, έστω και μη ρητά αναφερομένων στην παρούσα, που δύνανται να προκόψουν κατά τη διενέργεια ελέγχων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών,

β)

η διενέργεια ελέγχων για την αποτροπή της παράνομης διακίνησης απαγορευμένων και επικίνδυνων προϊόντων και εν γένει εμπορευμάτων που τελούν υπό απαγορεύσεις ή περιορισμούς, στο πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς, της παράνομης διακίνησης άγριας πανίδας και χλωρίδας και προδρόμων ουσιών,

γ)

η διεξαγωγή ελέγχων σε εγκαταστάσεις, δεξαμενές, εμπορεύματα, αποσκευές και μεταφορικά μέσα, για τον εντοπισμό παράνομης διακίνησης εμπορευμάτων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.,

δ)

η εφαρμογή της συναφούς νομοθεσίας που τους έχει ανατεθεί από άλλες αρχές με ειδικότερες διατάξεις και η βεβαίωση και είσπραξη των φόρων, τελών, ποινών, προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων που τυχόν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή.

5.

Για την εξυπηρέτηση του σκοπού και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι τελωνειακές αρχές αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα των δημόσιων διωκτικών αρχών και για κάθε σύστημα ξεχωριστά. Η πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα των άλλων δημόσιων διωκτικών αρχών υλοποιείται με σχετικά πρωτόκολλα συνεργασίας.

6.

Οι τελωνειακές αρχές συνεργάζονται με άλλες υπηρεσίες του εσωτερικού ή του εξωτερικού σε θέματα αρμοδιότητάς τους και παρέχουν τη συνδρομή τους σε αυτές.

7.

Η εφαρμογή του παρόντος δεν θίγει τα άρθρα 47 έως 50 του ν. 5187/2025 (Α' 48) που αφορούν στην αποστολή, τη διάρθρωση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Δ.Α.Ο.Ε. της Ελληνικής Αστυνομίας.

Άρθρο 6. Τελωνειακοί έλεγχοι
1.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι δύνανται να χρησιμοποιούν:

α)

κάθε κατάλληλο τεχνολογικό μέσο ή λογισμικό για τη διενέργεια έρευνας, την άντληση δεδομένων, την παρακολούθηση και τη διενέργεια ελέγχων σε θέματα αρμοδιότητας των τελωνειακών αρχών και

β)

κάθε κατάλληλο επιστημονικό μέσο για τον έλεγχο, τη διαπίστωση της απόκρυψης, κατοχής ή μεταφοράς με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο υποκειμένων ειδών ή απαγορευμένων ουσιών, αν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες για την παράνομη εισαγωγή και κυκλοφορία τους στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι δικαιούνται να οπλοφορούν κατά την εκτέλεση των ελεγκτικών και διωκτικών καθηκόντων τους.

3.

Για τη διαπίστωση τελωνειακής παράβασης, οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν να διενεργούν ελέγχους επί όλων των αγαθών, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, τόσο κατά το στάδιο της διακίνησης, όσο και κατά το στάδιο της εναπόθεσής τους στους χώρους της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας κάθε προσώπου, συμπεριλαμβανομένων και των υφιστάμενων αποθεμάτων, με βάση τα τηρούμενα στοιχεία και να προβαίνουν σε ελέγχους των βιβλίων και λοιπών στοιχείων αυτής. Επιπλέον, οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν να διενεργούν κάθε εξέταση ή έρευνα καθώς και όλες τις ανακριτικές πράξεις προς διαπίστωση των αδικημάτων λαθρεμπορίας, δασμοφοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης τελωνειακής παράβασης, έχοντας τα καθήκοντα των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96).

4.

Οι άλλες διωκτικές και στρατιωτικές αρχές και άλλες υπηρεσίες και φορείς του δημόσιου τομέα, έχουν υποχρέωση να συνδράμουν τους τελωνειακούς υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εφόσον ζητηθεί. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο από ιδιωτικό φορέα ασφάλειας ή φύλαξης χώρου, εφόσον διενεργούν έλεγχο και δηλωθεί η ιδιότητά τους.

5.

Κατά τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων, όταν απαιτείται η ιδιόχειρη υπογραφή του ελεγχόμενου και του ελεγκτή επί εγγράφου, αυτοί δύνανται να υπογράφουν, αντί αυτής, με ψηφιοποιημένη ιδιόχειρη υπογραφή, η οποία τίθεται με τη χρήση γραφίδας ή άλλου πρόσφορου μέσου σε επιφάνεια καταγραφής ηλεκτρονικού μέσου που χρησιμοποιείται από την τελωνειακή αρχή. Με τη θέση ψηφιοποιημένης ιδιόχειρης υπογραφής του ελεγχόμενου επί του ως άνω μέσου, τεκμαίρεται ότι αυτός έχει λάβει γνώση του περιεχομένου του ελέγχου που ενσωματώνεται στο ηλεκτρονικό μέσο. Η ψηφιοποιημένη ιδιόχειρη υπογραφή επέχει την ίδια νομική και αποδεικτική ισχύ με την ιδιόχειρη υπογραφή επί έγχαρτου εγγράφου. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως έγγραφα που δύνανται να υπογράφονται με τη χρήση ψηφιοποιημένης ιδιόχειρης υπογραφής νοούνται όσα παράγονται μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής ή μέσω ειδικού πληροφοριακού συστήματος που συνθέτει αυτοματοποιημένα δεδομένα ή μέσω ψηφιοποίησης έντυπου εγγράφου της τελωνειακής αρχής.

6.

Για τη διαπίστωση παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας και ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται σε αυτή ή σχετίζονται με την εφαρμογή της, δύναται να εγκαθίστανται και να λειτουργούν συστήματα επιτήρησης με δυνατότητα λήψης και καταγραφής ήχου και εικόνας σε χώρους που διενεργούνται τελωνειακές εργασίες ή που υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου λογισμικού, υλισμικού, των τεχνικών προδιαγραφών και του είδους της λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης ως συνεχούς ή ασυνεχούς. Με μέριμνα του υπεύθυνου επεξεργασίας, ενημερώνεται το κοινό, με κάθε πρόσφορο μέσο, σχετικά:

α)

με το ότι πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια συστημάτων επιτήρησης και

β)

με τα δικαιώματά του σύμφωνα με τα άρθρα 53 έως 59 του ν. 4624/2019 (Α' 137), σε συνδυασμό με τα άρθρα 15, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119).

6Α.

Κατά τη διαπίστωση και καταδίωξη αυτόφωρων διαπραττόμενων αδικημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου ή για λόγους κατεπείγοντος, επιτρέπονται η καταγραφή ήχου και η εστίαση (zoom), καθώς και η λειτουργία φορητών συστημάτων επιτήρησης, χωρίς τοπικό περιορισμό, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας. Τα ανωτέρω τελούν υπό την έγκριση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος ενημερώνεται άμεσα από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Σε περίπτωση μη έγκρισης, ο αρμόδιος εισαγγελέας απαγορεύει τη συνέχιση της διαδικασίας και τη χρήση των συλλεγμένων δεδομένων και διατάσσει την καταστροφή τους με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση. Ως υπεύθυνος επεξεργασίας ορίζεται η Α.Α.Δ.Ε..

6Β.

Τα δεδομένα που καταγράφονται και αφορούν σε αξιόποινες πράξεις διαβιβάζονται στις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές. Τα δεδομένα διατηρούνται για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τη συλλογή τους, μετά την παρέλευση του οποίου καταστρέφονται, με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση. Κατ' εξαίρεση, αν η διατήρησή τους είναι απαραίτητη για την απόδειξη διαπραττόμενων αδικημάτων και παραβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, τα δεδομένα διατηρούνται έως την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και στη συνέχεια καταστρέφονται, με τρόπο που αποκλείει την ανάκτηση.

Η απόφαση της περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 194 εκδίδεται, κατόπιν ειδικής αιτιολόγησης περί συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση συγκεκριμένου χώρου και την τήρηση των αρχών της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του μέτρου, αφού ληφθούν υπόψη: 

α)

η μελέτη εκτίμησης αντικτύπου των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 194 και

β)

η θέση των εργαζομένων του χώρου, όπου τα συστήματα επιτήρησης θα εγκατασταθούν και θα λειτουργούν, και υπόκειται σε περιοδική αξιολόγηση, ως προς τα δεδομένα, στα οποία βασίστηκε για την έκδοσή της. Η ισχύς της ως άνω απόφασης δεν δύναται να υπερβαίνει την τριετία.

Η απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. αποστέλλεται, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος μπορεί να ζητήσει κάθε στοιχείο για τον έλεγχο της νομιμότητας της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης. Κατά της απόφασης εγκατάστασης και λειτουργίας σταθερών ή φορητών συστημάτων καταγραφής ήχου και εικόνας, ασκείται αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

7.

Πλωτά μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιούν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, μπορούν να ελλιμενίζονται αδαπάνως, μόνιμα ή προσωρινά, σε οποιοδήποτε λιμενική εγκατάσταση και ο εκμεταλλευτής της εγκατάστασης είναι υποχρεωμένος να παρέχει αδαπάνως οποιαδήποτε συνδρομή του ζητηθεί για την ομαλή διεξαγωγή των τελωνειακών ελέγχων.

Κατόπιν αιτήματος της Α.Α.Δ.Ε. προς την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ή του Υπουργείου Τουρισμού, τα πλωτά μέσα της τελωνειακής υπηρεσίας ελλιμενίζονται και διαχειμάζουν αδαπάνως σε οποιονδήποτε κατάλληλο για τα συγκεκριμένα πλωτά μέσα κρατικό λιμένα, σε μαρίνα ή όρμο ή λιμένα ή μαρίνα που λειτουργεί υπό ιδιωτική διαχείριση.

Άρθρο 7. Ωράριο λειτουργίας - Οικονομικές επιβαρύνσεις και έξοδα για την παροχή τελωνειακών εργασιών εκτός του ωραρίου λειτουργίας ή/και εκτός του τελωνειακού καταστήματος
1.

Η εκτέλεση τελωνειακών εργασιών και διατυπώσεων διενεργείται από τις τελωνειακές αρχές κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών. Οι τελωνειακές αρχές που λειτουργούν σε χερσαία συνοριακά σημεία εισόδου-εξόδου, καθώς και οι τελωνειακές αρχές των αερολιμένων και λιμένων για τις αίθουσες επιβατών λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση.

2.

Οι Προϊστάμενοι των τελωνειακών αρχών δύνανται να επιτρέπουν, μετά από αίτηση και με δαπάνες του ενδιαφερομένου, την εκτέλεση τελωνειακών εργασιών και διατυπώσεων, πέραν του οριζόμενου στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 ωραρίου λειτουργίας των τελωνειακών αρχών ή/και εκτός του τελωνειακού καταστήματος.

Άρθρο 8. Σύστημα Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων
1.

Συστήνεται στην Α.Α.Δ.Ε. Σύστημα Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων.

2.

Το Σύστημα εξυπηρετεί σκοπούς αναβάθμισης του τελωνειακού ελέγχου και των δυνατοτήτων παρακολούθησης της νομιμότητας της διακίνησης των εμπορευμάτων, των εμπορευματοκιβωτίων και οχημάτων, με την εγκατάσταση, λειτουργία και διασύνδεση σύγχρονου τεχνολογικού τελωνειακού εξοπλισμού.

3.

Το Σύστημα Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων εγκαθίσταται σε χερσαία και θαλάσσια συνοριακά σημεία διέλευσης της ελληνικής επικράτειας, σε σημεία του εθνικού οδικού δικτύου, ιδίως σε σταθμούς διοδίων, και σε λοιπούς χώρους που τελούν υπό τελωνειακή επιτήρηση ή εποπτεία, ήτοι Ελεύθερες Ζώνες και τελωνειακούς περιβόλους, καθώς και σε χώρους διακίνησης ή αποθήκευσης εμπορευμάτων.

4.

Πρόσβαση στα δεδομένα του Συστήματος Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων έχουν οι Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε., οι οποίες και διαχειρίζονται τα δεδομένα αυτά, με σκοπό την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και την τελωνειακή και φορολογική συμμόρφωση. Πρόσβαση δύναται να χορηγείται για σκοπούς νόμιμου ελέγχου και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και σε άλλες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., καθώς και σε λοιπές διωκτικές αρχές κατόπιν αποδοχής σχετικού αιτήματος από την Α.Α.Δ.Ε., με εξαίρεση τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία δύναται να χορηγείται απευθείας πρόσβαση ή πρόσβαση μέσω διασύνδεσης στο ανωτέρω πληροφοριακό σύστημα, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με τη διερεύνηση παραβάσεων λαθρεμπορίας, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 47 του ν. 5187/2025 (Α' 48). Κατά τη διαχείριση και αξιοποίηση των δεδομένων του Συστήματος Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων τηρούνται τα οριζόμενα στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και τελωνειακού και φορολογικού απορρήτου.

5.

Οι αποκεντρωμένες διοικήσεις, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης β' βαθμού, οι υπό οποιοδήποτε νομικό καθεστώς ή σχέση φορείς διαχείρισης: 

α)

Θαλάσσιων Συνοριακών Σημείων Διέλευσης ή λιμενικών εγκαταστάσεων γενικά, όπως Οργανισμοί Λιμένων Α.Ε., Λιμενικά Ταμεία και Δημοτικά Λιμενικά Ταμεία, 

β)

σταθμών διοδίων, όπως υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και παραχωρησιούχοι συμβάσεων συντήρησης και εκμετάλλευσης εθνικών και επαρχιακών οδικών δικτύων της χώρας, 

γ)

επιτηρούμενων τελωνειακών χώρων, όπως οι Ελεύθερες Ζώνες και 

δ)

λοιπών χώρων διακίνησης ή αποθήκευσης εμπορευμάτων, παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή και διευκόλυνση προς τις υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε., προς την Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε. ως αναθέτουσα αρχή και προς την ανάδοχο του έργου εταιρεία, ιδίως για την εγκατάσταση, τη θέση σε λειτουργία και τη διενέργεια εργασιών συντήρησης και επισκευής του Συστήματος Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων.

Ιδίως, οφείλουν να παρέχουν συνδρομή ως προς την επίλυση ζητημάτων χωροθέτησης, χορήγησης πολεοδομικών και κάθε είδους λοιπών απαιτούμενων διοικητικών αδειών ή εγκρίσεων, συνδεσιμότητας του εξοπλισμού με τις υποδομές τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής, στάθμευσης και λειτουργίας ελεγκτικών μονάδων της Α.Α.Δ.Ε. που θα χρησιμοποιούν τον εξοπλισμό.

Αν για την εγκατάσταση, τη θέση σε λειτουργία και τη διενέργεια εργασιών συντήρησης και επισκευής του Συστήματος Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων απαιτείται άδεια ή έγκριση, εφόσον από την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση αυτής παρέλθει άπρακτη προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών, τεκμαίρεται η σιωπηρή συναίνεση του αρμόδιου οργάνου - φορέα για τη χορήγηση της άδειας ή έγκρισης, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.

6.

Οι όροι, προϋποθέσεις και διαδικασίες των εκάστοτε συμβάσεων παραχώρησης αυτοκινητοδρόμου, όπως αυτές έχουν κυρωθεί με νόμο, δεν θίγονται από τις προηγούμενες παραγράφους.

Άρθρο 9. Δικαίωμα ακρόασης
1.

Με την επιφύλαξη της περ. β) της παρ. 8 του άρθρου 170, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν, πριν από κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, να τον καλούν να εκφράσει τις απόψεις του, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει γνώση σχετικής κλήσης.

2.

Για την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης συντάσσεται κλήση, στην οποία αναφέρονται:

α)

η δυνατότητα του συγκεκριμένου προσώπου να ασκήσει το δικαίωμα ακρόασης, εντός της προθεσμίας της παρ. 1 και να λάβει αντίγραφα των εγγράφων του διοικητικού φακέλου,

β)

οι λόγοι των τελωνειακών αρχών, για τους οποίους προτίθενται να λάβουν την απόφαση σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του συγκεκριμένου προσώπου,

γ)

η δυνατότητα άσκησης προσφυγής.

3.

Εξαιρετικά:

α)

Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

αα)

εάν αφορά απόφαση από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 33 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα, 

αβ)

σε περίπτωση άρνησης του οφέλους από δασμολογική ποσόστωση, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο όγκος της συγκεκριμένης δασμολογικής ποσόστωσης, κατά τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 56 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα,

αγ)

εάν επιβάλλεται από τη φύση ή το επίπεδο της απειλής για την ασφάλεια και προστασία της Ε.Ε. και των κατοίκων της, για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για το περιβάλλον ή για τους καταναλωτές,

αδ)

εάν η απόφαση έχει σκοπό να διασφαλίσει την εφαρμογή άλλης απόφασης, για την οποία έχει ασκηθεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης,

αε)

σε περίπτωση που θα επιφέρει ζημία σε έρευνες που έχουν ξεκινήσει και αποσκοπούν στην καταπολέμηση της απάτης,

αστ)

σε ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στην τελωνειακή νομοθεσία,

β)

η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος ακρόασης υπόκειται σε σύντμηση, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

Άρθρο 10. Προσέγγιση πλοίων και αεροσκαφών σε λιμένες και αερολιμένες
1.

Αεροσκάφη που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή τρίτη χώρα προσγειώνονται υποχρεωτικά σε αεροδρόμια που τελούν υπό την επιτήρηση και τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών. Η αναχώρηση αεροσκαφών που έχουν ως προορισμό άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή τρίτη χώρα επιτρέπεται μόνο από τα ως άνω αεροδρόμια.

2.

Πλοία, οποιασδήποτε χωρητικότητας και προέλευσης, που φέρουν φορτίο, το οποίο υπόκειται σε τελωνειακό έλεγχο, προσεγγίζουν υποχρεωτικά σε λιμένες, όπου υπάρχει αρμόδια τελωνειακή αρχή.

3.

Όταν, για λόγους ανωτέρας βίας, δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν τα οριζόμενα στην παρ. 2, ο πλοίαρχος οφείλει να ενημερώσει, χωρίς καθυστέρηση, την πλησιέστερη στον λιμένα τελωνειακή αρχή.

4.

Τα εμπορεύματα πλοίων που για λόγους ανωτέρας βίας προσορμίζονται λόγω ανάγκης επισκευής, επιτρέπεται να εκφορτωθούν και να εναποτεθούν σε χώρους που εγκρίνονται από την τελωνειακή αρχή και επιβαρύνονται με δικαιώματα υπερημερίας δύο (2) μήνες από την εκ-φόρτωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 37.

Άρθρο 11. Περιπτώσεις ναυαγίων
1.

Σε περιπτώσεις ναυαγίου τηρούνται οι διατάξεις των νόμων περί ναυαγίων και ναυαγιαιρέσεων.

2.

Οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να παρέχουν τη συνδρομή τους, με κάθε δυνατό μέσο, στους ναυαγούς και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, σε συνεργασία με τη λιμενική αρχή.

3.

Οι τελωνειακές αρχές, ανεξάρτητα από το επίπεδο ή την τάξη τους, έχουν το δικαίωμα να ενεργούν όλες τις τελωνειακές εργασίες που απαιτούνται, ανάλογα με τον προορισμό που δίνεται στο ναυάγιο.

Άρθρο 12. Τελωνειακά παραστατικά

Όλα τα τελωνειακά παραστατικά, που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές και από την ημερομηνία αποδοχής τους από την τελωνειακή αρχή, αποτελούν τίτλους υπέρ του Δημοσίου.

Άρθρο 13. Απόρρητο πληροφοριών
1.

Οι πληροφορίες που περιέρχονται στις τελωνειακές αρχές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και τα στοιχεία που απορρέουν από τα τελωνειακά παραστατικά και τα έγγραφα που υποβάλλονται σε αυτές, κατά τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών, διατυπώσεων και ελέγχων και είναι εκ φύσεως εμπιστευτικά ή παρέχονται εμπιστευτικά καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απόρρητου. Οι ανωτέρω πληροφορίες κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές, εφόσον το επιτρέψει ρητά το πρόσωπο ή η αρχή που τις παρέχει, με εξαίρεση τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 47 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

2.

Κατ' εξαίρεση της παρ. 1, επιτρέπεται η γνωστοποίηση των ανωτέρω:

α)

σε δικαστικές αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματος, 

β)

σε ελεγκτικές και διωκτικές αρχές, κατόπιν αιτήματος, στο πλαίσιο έρευνας και δίωξης αδικημάτων,

γ)

σε δημόσιες αρχές της χώρας, κατόπιν αιτήματος, για λόγους δημοσίου συμφέροντος,

δ)

σε τελωνειακές ή άλλες δημόσιες αρχές χωρών εντός ή εκτός του τελωνειακού εδάφους:

δα)

για σκοπούς εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας και τελωνειακής συνεργασίας, ιδίως στο πλαίσιο των ελέγχων που διενεργούνται από άλλες αρμόδιες αρχές ταυτόχρονα με τους τελωνειακούς ελέγχους,

δβ)

στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας,

δγ)

στο πλαίσιο ενωσιακής υποχρέωσης στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής,

ε)

αν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου.

Άρθρο 14. Άγιο Όρος

Οι διατάξεις του Μέρους Γ' του παρόντος Κώδικα δεν θίγουν το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως είναι κατοχυρωμένο κατά το άρθρο 105 του Συντάγματος.

Άρθρο 15. Δηλωτικό φορτίου
1.

Ο πλοίαρχος κάθε πλοίου που εισέρχεται στα χωρικά ύδατα της χώρας και αγκυροβολεί εντός αυτών ή καταπλέει σε λιμάνι ή όρμο της χώρας για οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένης της ανωτέρας βίας, υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια κατά τόπον τελωνειακή αρχή δηλωτικό του φορτίου του, το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τον κατάπλου και σε κάθε περίπτωση πριν από τον απόπλου, ακόμα και αν το πλοίο δεν φέρει φορτίο. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για κάθε επόμενο λιμένα της χώρας που καταπλέει το πλοίο.

2.

Το δηλωτικό φορτίου δύναται να υποβάλλεται και από τους πράκτορες των ναυτιλιακών εταιριών.

3.

Ως δηλωτικό φορτίου μπορεί να γίνει δεκτό από την τελωνειακή αρχή της παρ. 1 και κάθε εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο που περιέχει τα αναγκαία στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας και της ποσότητας των εμπορευμάτων.

4.

Επέχουν θέση δηλωτικού φορτίου:

α)

οι εκθέσεις και τα έγγραφα των αρμόδιων αρχών για παράδοση ναυαγίων ή ναυαγιαιρέσεων στην τελωνειακή αρχή,

β)

οι εκθέσεις υγειονόμου που συντάσσονται, κατόπιν δήλωσης του πλοιάρχου πλοίων, τα οποία έχουν τεθεί υπό επιτήρηση και τους έχει απαγορευθεί η ελευθεροκοινωνία για υγειονομικούς λόγους,

γ)

το παραστατικό διαμετακόμισης για τα εμπορεύματα που διακινούνται, με υπαγωγή στο καθεστώς της διαμετακόμισης.

5.

Τα οχήματα διεθνών μεταφορών, που διακινούνται με πλοία και μεταφέρουν εμπορεύματα που καλύπτονται από τίτλο διεθνούς διαμετακόμισης, περιλαμβάνονται στο δηλωτικό φορτίου ως ένα είδος, για κάθε όχημα.

6.

Οι αποσκευές των επιβατών συμπεριλαμβάνονται στο δηλωτικό φορτίου, όταν για αυτές έχει εκδοθεί φορτωτική.

7.

Για τα προσωπικά είδη των μελών του πληρώματος και για τα εφόδια του πλοίου, συνυποβάλλονται με το δηλωτικό φορτίου, αντίστοιχες δηλώσεις αυτών, όπως καθορίζονται στη Σύμβαση για τη Διευκόλυνση της Διεθνούς Ναυτιλιακής Κίνησης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 1028/1971 (Α' 250). Ο πλοίαρχος υποχρεούται να υποβάλει τις δηλώσεις αυτές, έστω και με αρνητικό περιεχόμενο.

8.

Η τελωνειακή αρχή της παρ. 1 μπορεί να ζητά την επίδειξη κάθε σχετικού με το δηλωτικό φορτίου εγγράφου.

9.

Εξαιρούνται της υποχρέωσης υποβολής δηλωτικού φορτίου:

α)

τα πλοία με καθαρή χωρητικότητα κάτω των εκατό (100) κόρων, με την προϋπόθεση ότι δεν φέρουν φορτίο, 

β)

τα πλοία, στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια τακτικής γραμμής, εκτός εάν με αυτά μεταφέρονται υπό καθεστώς διαμετακόμισης εμπορεύματα που έχουν προορισμό το λιμάνι κατάπλου,

γ)

τα διερχόμενα πλοία (transit), τα οποία αποπλέουν, χωρίς να ελευθεροκοινωνήσουν, εντός προθεσμίας σαράντα οκτώ (48) ωρών από τον κατάπλου.

Άρθρο 16. Προαναγγελία άφιξης πλοίου - Έλεγχος επί πλοίου από την τελωνειακή αρχή
1.

Οι ναυτικοί πράκτορες ή οι αντιπρόσωποι των πλοίων γνωστοποιούν στην τελωνειακή αρχή δώδεκα (12) τουλάχιστον ώρες, πριν από τον κατάπλου του πλοίου, την επικείμενη άφιξή του στον λιμένα της κατά τόπον αρμοδιότητάς της, παρέχοντας κάθε αναγκαία πληροφορία.

2.

Κάθε πλοίο, κατά τον κατάπλου, απόπλου ή και στην περίπτωση που παραμένει αγκυροβολημένο σε λιμάνι, υπόκειται σε έλεγχο από την τελωνειακή αρχή της παρ. 1. Η παρεμπόδιση του ελέγχου δεν επιτρέπεται για οποιονδήποτε λόγο.

3.

Κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου σε λιμάνι, η τελωνειακή αρχή της παρ. 1 το επιτηρεί και μπορεί να απαγορεύσει την άνοδο σε αυτό προσώπων που δεν έχουν σχέση με την εκτέλεση εργασιών επί του πλοίου.

4.

Οι πλοίαρχοι υποχρεούνται, εφόσον τους ζητηθεί, να επιδεικνύουν στους τελωνειακούς υπαλλήλους που πραγματοποιούν τον έλεγχο όλα τα εμπορεύματα, να ανοίγουν τα κλεισμένα μέρη του πλοίου και να διευκολύνουν με κάθε τρόπο τον έλεγχο, θέτοντας στη διάθεση των τελωνειακών υπαλλήλων κάθε σχετικό έγγραφο.

5.

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι που πραγματοποιούν τον έλεγχο, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, προβαίνουν στην κατάσχεση των εμπορευμάτων για τα οποία δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες φορτωτικές και τα απαιτούμενα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νόμιμη κατοχή, κυριότητα, προέλευση και προορισμό τους, ανεξάρτητα από το εάν το δηλωτικό φορτίου που έχει υποβληθεί περιλαμβάνει τα εν λόγω εμπορεύματα.

6.

Σε περίπτωση μη κατάθεσης του δηλωτικού ή καθυστέρησης εκφόρτωσης των εμπορευμάτων, η τελωνειακή αρχή, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που προβλέπονται, δικαιούται να διατάξει, με κίνδυνο και έξοδα του μεταφορέα, την εκφόρτωση των εμπορευμάτων από το μέσο μεταφοράς, στο οποίο βρίσκονται, στους χώρους που έχουν καθορισθεί ή εγκριθεί από την αρχή αυτή, για να εξασφαλίζεται ο έλεγχος τόσο των εμπορευμάτων όσο και του μέσου μεταφοράς.

7.

Σε περίπτωση άρνησης ή αντίστασης του πλοιάρχου στον έλεγχο, αυτός πραγματοποιείται με τη συνδρομή της λιμενικής ή άλλης δημόσιας αρχής. Εάν ο πλοίαρχος πλοίου με ξένη σημαία αρνηθεί ή αντισταθεί κατά τον έλεγχο, αυτός πραγματοποιείται με την παρουσία εκπροσώπου της προξενικής αρχής και σε περίπτωση που αυτή δεν προσέλθει, με τη συνδρομή της λιμενικής αρχής.

8.

Για πρόληψη λαθρεμπορικών ενεργειών, οι τελωνειακοί υπάλληλοι μπορούν, όταν επιβιβασθούν στο πλοίο, να παραμένουν σε αυτό για φρούρηση, στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η φρούρηση και η επιτήρηση του πλοίου ενεργούνται με δαπάνη των υπευθύνων αυτού.

Άρθρο 17. Αεροπορικές μεταφορές
1.

Οι κυβερνήτες των αεροσκαφών που προέρχονται από αερολιμένα εκτός του τελωνειακού εδάφους υποβάλλουν στην αρμόδια κατά τόπον τελωνειακή αρχή δηλωτικό φορτίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, που κυρώθηκε με το π.δ. 533/1981 (Α' 139), το οποίο φέρει την επωνυμία της αεροπορικής εταιρείας που μεταφέρει τα εμπορεύματα, τον αριθμό και την ημερομηνία της πτήσης, το όνομα του αερολιμένα φόρτωσης - αναχώρησης και εκφόρτωσης-προορισμού, τον αριθμό της φορτωτικής, τον αριθμό των δεμάτων, τη συνοπτική περιγραφή των εμπορευμάτων και τη μικτή τους μάζα.

2.

Δεν απαιτείται η υποβολή του ανωτέρω δηλωτικού φορτίου σε περίπτωση που το αεροσκάφος προσγειώνεται σε αερολιμένα της χώρας:

α)

χωρίς να μεταφέρει φορτίο,

β)

όταν δεν εκφορτώνονται από αυτό εμπορεύματα στον αερολιμένα.

3.

Οι κυβερνήτες αεροσκαφών υπέχουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα για τους πλοιάρχους. Οι φορείς ιδιοκτησίας των μεταφορικών αυτών μέσων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι κατά νόμο εκπρόσωποί τους, υπέχουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται για τους πράκτορες.

Άρθρο 18. Οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές
1.

Για εμπορεύματα που εισέρχονται, οδικώς ή σιδηροδρομικώς, μέσω αναγνωρισμένων χερσαίων σημείων εισόδου, στο τελωνειακό έδαφος και για τα οποία η μεταφορά τους δεν καλύπτεται με τίτλο διεθνούς διαμετακόμισης, υποβάλλεται, ως δηλωτικό φορτίου, οποιοδήποτε έγγραφο, από τα αναφερόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 15 στην αρμόδια τελωνειακή αρχή εισόδου.

2.

Οι προϊστάμενοι αμαξοστοιχιών, οι οδηγοί φορτηγών οδικών οχημάτων ή άλλων χερσαίων μεταφορικών μέσων ή οι υπεύθυνοι διαχειριστές δικτύου αγωγών υπέχουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα για τους πλοιάρχους.

Οι φορείς ιδιοκτησίας των μεταφορικών μέσων του πρώτου εδαφίου, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι κατά νόμο εκπρόσωποί τους, υπέχουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται για τους πράκτορες.

Άρθρο 19. Κοινές διατάξεις για τις θαλάσσιες, αεροπορικές, οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές
1.

Η εκφόρτωση ή μεταφόρτωση εμπορευμάτων που μεταφέρονται με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, γίνεται μόνο κατόπιν άδειας της αρμόδιας κατά τόπο τελωνειακής αρχής, σε χώρους που έχουν εγκριθεί ή καθοριστεί από αυτή.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 16, οι τελωνειακοί υπάλληλοι που πραγματοποιούν έλεγχο οποιουδήποτε μέσου μεταφοράς δύναται να:

α)

ζητούν την επισήμανση εμπορευμάτων με σημεία αναγνώρισης, πριν από την εκφόρτωση ή μεταφόρτωσή τους,

β)

ασφαλίζουν, σφραγίζουν και επισημαίνουν οποιοδήποτε εμπόρευμα,

γ)

ανοίγουν, ακόμη και με θραύση, οποιοδήποτε εμπορευματοκιβώτιο ή κλεισμένο χώρο, ασφαλισμένο με κλειδιά, τα οποία παρακρατούνται.

Άρθρο 20. Είσοδος - Τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων

Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της χώρας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους, προσκομίζονται, χωρίς καθυστέρηση, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή σε χώρο που έχει καθοριστεί ή εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή ή στην Ελεύθερη Ζώνη, σύμφωνα με τους όρους που ορίζει η εν λόγω αρχή και δύνανται, κατά περίπτωση, να υποβάλλονται σε τελωνειακούς ελέγχους.

Άρθρο 21. Προσωρινή εναπόθεση εμπορευμάτων
1.

Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα τίθενται σε προσωρινή εναπόθεση, κατόπιν υποβολής δηλωτικού/διασάφησης προσωρινής εναπόθεσης και δύνανται να εναποτεθούν:

α)

σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης υπό τη διαχείριση της τελωνειακής αρχής,

β)

σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης υπό τη διαχείριση τρίτων προσώπων,

γ)

σε χώρους που έχουν εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή, εντός της χωρικής της αρμοδιότητας,

δ)

σε χώρους που έχουν καθοριστεί από την τελωνειακή αρχή, εντός της χωρικής της αρμοδιότητας.

2.

Για τη λειτουργία εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης της περ. β) της παρ. 1 απαιτείται η έκδοση άδειας, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία εκδίδεται από την κατά τόπο αρμόδια τελωνειακή περιφέρεια, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 148 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

3.

Τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στην τελωνειακή αρχή και εναποτίθενται σε εγκαταστάσεις ή χώρους προσωρινής εναπόθεσης πρέπει, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 40, να λάβουν τελωνειακό προορισμό, είτε:

α)

με υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς,

β)

με είσοδό τους σε Ελεύθερη Ζώνη,

γ)

με επανεξαγωγή,

δ)

με καταστροφή, με την άδεια της τελωνειακής αρχής και με τους όρους που η αρχή αυτή καθορίζει,

ε)

με εγκατάλειψη υπέρ του Δημοσίου, ύστερα από έγκριση της τελωνειακής αρχής.

4.

Οι κάτοχοι άδειας λειτουργίας εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης και οι κάτοχοι ή κύριοι των εμπορευμάτων που τελούν υπό προσωρινή εναπόθεση ευθύνονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων σε προσωρινή εναπόθεση.

5.

Για την αποφυγή κινδύνου δημόσιας υγείας, τάξης και ασφάλειας, καθώς και για την αποφυγή αλλοίωσης ή βλάβης εμπορευμάτων που εναποτίθενται προσωρινά στις εγκαταστάσεις και στους χώρους προσωρινής εναπόθεσης:

α)

η τελωνειακή αρχή δύναται να μην επιτρέψει την εκφόρτωση εμπορευμάτων που έχουν υποστεί σήψη ή αλλοίωση, έπειτα από σχετική διαπίστωση ιατρού της Υγειονομικής ή Κτηνιατρικής ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή άλλου ιατρού ή ειδικού επιστήμονα και στην περίπτωση αυτή, τα εμπορεύματα, εφόσον δεν ζητείται η καταστροφή τους, επανεξάγονται, με δαπάνες που βαρύνουν τον κάτοχο αυτών,

β)

μπορεί να απαιτηθεί από την τελωνειακή αρχή η εναπόθεση εμπορευμάτων που, λόγω της φύσης ή της κατάστασής τους, δύνανται να προκαλέσουν τα ανωτέρω, σε ειδικά διαρρυθμισμένα και ιδιαίτερα διαμερίσματα ή χώρους, εφόσον αυτά υπάρχουν.

6.

Στο πλαίσιο τελωνειακής επιτήρησης και ελέγχου, η τελωνειακή αρχή δύναται να εγκαθιστά κλιμάκιο τελωνειακών υπαλλήλων στις εγκαταστάσεις και στους χώρους προσωρινής εναπόθεσης εμπορευμάτων.

7.

Οι κάτοχοι αδειών εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης υποχρεούνται να διαθέτουν εντός αυτών, χωρίς επιβάρυνση για το Δημόσιο, κατάλληλο και ασφαλή χώρο:

α)

για την εγκατάσταση της τελωνειακής υπηρεσίας, εφόσον απαιτηθεί, στο πλαίσιο τελωνειακής επιτήρησης και ελέγχου,

β)

για τη μεταφορά των εμπορευμάτων που δεν παραλαμβάνονται μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και κηρύσσονται αζήτητα. Η μεταφορά αυτή διενεργείται με ευθύνη και δαπάνες των διαχειριστών των εγκαταστάσεων αυτών.

8.

Ο διαχειριστής της εγκατάστασης ή το πρόσωπο που αποθηκεύει τα εμπορεύματα στους ανωτέρω χώρους υποχρεούνται να ενημερώνουν την αρμόδια τελωνειακή αρχή, αν:

α)

διαπιστωθούν ελλείμματα ή πλεονάσματα, μεταξύ των δηλωθέντων στο δηλωτικό/διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης εμπορευμάτων και των εκφορτωθέντων στις εγκαταστάσεις και στους χώρους προσωρινής εναπόθεσης,

β)

κατά την εκφόρτωση βρεθούν δέματα, δοχεία, κιβώτια ή άλλα είδη συσκευασίας, που φέρουν σαφή σημεία παραβίασης ή διαρρέουν ή είναι κενά περιεχομένου.

9.

Εφαρμόζονται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή οι περί λαθρεμπορίας διατάξεις του παρόντος Κώδικα, ανεξάρτητα από τη λήψη εγγύησης ή άλλου διασφαλιστικού των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, μέτρου, όταν διαπιστώνεται ότι ελλείπουν εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί σε εγκαταστάσεις ή χώρους της παρ. 1, χωρίς την τήρηση για αυτά των τελωνειακών και λοιπών συναφών διατυπώσεων και τη χορήγηση της κατά περίπτωση απαιτούμενης, κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή άλλων τελωνειακών νόμων και κανονισμών, γραπτής άδειας παράδοσης ή εξόδου ή φόρτωσης αυτών.

10.

Το Δημόσιο δεν ευθύνεται για φυσικές απομειώσεις, φθορές, βλάβες ή καταστροφές που επέρχονται στα εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε προσωρινή εναπόθεση από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριλαμβανομένης και της ανωτέρας βίας.

Άρθρο 22. Υπολογισμός τελωνειακής οφειλής

Οι δασμοί, που καθίστανται απαιτητοί, σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής, υπολογίζονται σύμφωνα με τον Κανονισμό περί κοινού δασμολογίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα. Οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις.

Άρθρο 23. Καταγωγή εμπορευμάτων
1.

Η εφαρμογή των ευεργετικών δασμολογικών μέτρων έναντι τρίτων χωρών που προβλέπονται, είτε σε διμερείς προτιμησιακές συμφωνίες, είτε σε αυτόνομα προτιμησιακά καθεστώτα της Ε.Ε., εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων καταγωγής που αναφέρονται στις εν λόγω συμφωνίες ή στις σχετικές διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα και των κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικών αυτού κανονισμών, αντίστοιχα.

Η μη προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων προσδιορίζεται για την εφαρμογή του κανονισμού περί κοινού δασμολογίου και για την εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα και των κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικών αυτού κανονισμών.

2.

Η μη τήρηση των διατάξεων περί καταγωγής των εμπορευμάτων συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

Άρθρο 24. Αμφισβητήσεις
1.

Τα εμπορεύματα τελωνίζονται στην κατάσταση και μορφή που προσκομίζονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, όπου υποβάλλεται διασάφηση θέσης σε οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς, υπό την εποπτεία της οποίας προσδίδεται οιοσδήποτε προορισμός.

2.

Η κατάταξη των προς τελωνισμό εμπορευμάτων στον οικείο κωδικό εμπορεύματος της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) του κανονισμού περί κοινού δασμολογίου διενεργείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.

3.

Ο παραλήπτης δύναται να αμφισβητήσει, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της αρμόδιας τελωνειακής αρχής για τη δασμολογική κατάταξη της παρ. 2, τη δασμολογητέα ή τη φορολογητέα αξία, την υπαγωγή ή μη των εμπορευμάτων σε άλλο συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), την υπαγωγή ή μη σε Ε.Φ.Κ. ή άλλο φόρο ή τέλος ή σε άλλο συντελεστή των φορολογιών αυτών, ενώπιον της επιτροπής της παρ. 4.

4.

Η επίλυση των κατά την παρ. 3 αμφισβητήσεων διενεργείται από τις Πρωτοβάθμιες Επιτροπές Τελωνειακών Αμφισβητήσεων που λειτουργούν στις κατά τόπο αρμόδιες τελωνειακές περιφέρειες.

5.

Κατά της απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων δύναται να ασκηθεί έφεση εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής. Η εκδίκαση της έφεσης διενεργείται από την Ανώτατη Επιτροπή Τελωνειακών Αμφισβητήσεων. Επίσης στην αρμοδιότητα της Ανώτατης Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων εμπίπτει η επίλυση των διαφωνιών ως προς τη δασμολογική κατάταξη της παρ. 2, τη δασμολογητέα ή τη φορολογητέα αξία, την υπαγωγή ή μη των εμπορευμάτων σε άλλο συντελεστή Φ.Π.Α., την υπαγωγή ή μη σε Ε.Φ.Κ. ή άλλο φόρο ή τέλος ή σε άλλο συντελεστή των φορολογιών αυτών μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών υπαλλήλων.

Άρθρο 25. Γένεση, βεβαίωση, είσπραξη, απόσβεση τελωνειακής οφειλής
1.

Η τελωνειακή οφειλή γεννάται:

α)

από την αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης, κατά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, ειδικό προορισμό και προσωρινή εισαγωγή με μερική απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό,

β)

από την παράτυπη είσοδο εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος,

γ)

από την απομάκρυνση, υποκειμένου σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις εμπορεύματος, από την τελωνειακή επιτήρηση,

δ)

από τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη θέση εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που είχαν τεθεί για την υπαγωγή αυτού σε συγκεκριμένο καθεστώς,

ε)

σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από την τελωνειακή νομοθεσία.

2.

Η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 22, βεβαιώνεται, είτε αρχικά κατά τον τελωνισμό επί των υποβαλλόμενων τελωνειακών παραστατικών ή με καταλογιστική πράξη, είτε εκ των υστέρων μετά τον τελωνισμό με πράξη συμπληρωματικής βεβαίωσης, ή με καταλογιστική πράξη και εγγράφεται σε ειδικά λογιστικά βιβλία που τηρεί η τελωνειακή αρχή.

3.

Η είσπραξη της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιείται, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190).

4.

Κατά την εισαγωγή μη υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης αγαθών, ο φόρος προστιθεμένης αξίας που βεβαιώνεται επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού δεν εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι αναγράφεται στην περιοδική δήλωση φόρου προστιθέμενης αξίας του εισαγωγέα και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο εισαγωγέας είναι μη εγκατεστημένο στη χώρα μας υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο,

β)

η πραγματοποιούμενη στατιστική αξία των εισαγωγών ανέρχεται, σε ετήσια βάση, σε τουλάχιστον σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) ευρώ,

γ)

ποσοστό άνω του ενενήντα τοις εκατό (90%) της αξίας των εισαγόμενων αγαθών, σε ετήσια βάση, παραδίδεται σε άλλες χώρες της Ε.Ε. ή τρίτες χώρες,

δ)

χορηγείται άδεια από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, για την έκδοση της οποίας λαμβάνονται υπόψη στοιχεία, όπως χρηματοπιστωτική φερεγγυότητα, συμμόρφωση προς τις τελωνειακές απαιτήσεις και δυνατότητα παροχής οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας ζητηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές.

Επί εισαγωγής αγαθών από εισαγωγέα που ανήκει σε όμιλο εταιρειών, οι προϋποθέσεις των περ. β) και γ) υπολογίζονται για το σύνολο των εταιρειών του ομίλου που ορίζονται στην άδεια. Στην άδεια της περ. δ) αναφέρονται, ρητά, οι εταιρείες του ομίλου που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας.

Αν μετά την υπαγωγή του εισαγωγέα στην παρούσα διαπιστωθεί ότι δεν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις των περ. α), β) ή γ), η άδεια της περ. δ) ανακαλείται και γεννάται τελωνειακή οφειλή για την αξία των εισαγομένων αγαθών που αποδεδειγμένα, βάσει ελέγχου της αρμόδιας Ελεγκτικής Υπηρεσίας Τελωνείων, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξαγωγής ή παράδοσης σε άλλο κράτος μέλος.

5.

Η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής επέρχεται με καταβολή ή διαγραφή του ποσού της οφειλής ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία.

6.

Υπόχρεος για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής είναι, κατά περίπτωση, ο διασαφιστής, ο κύριος των εμπορευμάτων και κάθε άλλο πρόσωπο σε βάρος του οποίου γεννάται η οφειλή, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.

7.

Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ευθύνονται για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής της, προσωπικά και αλληλέγγυα και τα πρόσωπα που είναι εκτελεστικοί πρόεδροι, διευθυντές, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές αυτών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, και σε κάθε περίπτωση τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περ. α), β), γ) και δ) της παρ. 2 του άρθρου 172, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ή κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής τους,

β)

η τελωνειακή οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων, με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων της παρούσας περίπτωσης.

Αν η τελωνειακή οφειλή προκύπτει μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά τον χρόνο γένεσής της.

Αν η τελωνειακή οφειλή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ), κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε.

γ)

Η εν λόγω οφειλή δεν καταβλήθηκε ή δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των προσώπων του πρώτου εδαφίου. Το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας φέρουν τα πρόσωπα της παρούσας παραγράφου.

8.

Σε περίπτωση συγχώνευσης νομικού προσώπου που είναι οφειλέτης, ευθύνεται για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, αλληλεγγύως, με το απορροφώμενο πρόσωπο και εκείνο που το απορρόφησε ή το νέο νομικό πρόσωπο που συστάθηκε, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής της.

9.

Πρόσωπα αλληλεγγύως ευθυνόμενα για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, εκ μέρους του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δύνανται να ασκήσουν έναντι των τελωνειακών αρχών, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα, οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στη διάθεσή του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα.

10.

Οι αρχηγοί των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αρχών δεν υπέχουν αλληλέγγυα ευθύνη για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής του διαπιστεύοντος ή αποστέλλοντος κράτους, αντίστοιχα.

11.

Τελωνειακή οφειλή που βεβαιώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, για την οποία απέβησαν άκαρπες οι νόμιμες ενέργειες για την είσπραξή της και έχει υποπέσει σε παραγραφή διαγράφεται.

Άρθρο 26. Εγγυήσεις

Για τη διασφάλιση της τελωνειακής οφειλής, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν τη σύσταση εγγύησης από τον οφειλέτη ή από κάθε άλλο πρόσωπο που ενδέχεται να καταστεί οφειλέτης. Οι τελωνειακές αρχές δύνανται να επιτρέπουν τη σύσταση εγγύησης από τρίτο πρόσωπο, άλλο από εκείνο από το οποίο απαιτείται η εγγύηση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 27. Συμπληρωματική βεβαίωση - Εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακής οφειλής
1.

Το Δημόσιο διατηρεί τις απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής για ποσά που δεν είχαν βεβαιωθεί ή, αν και είχαν βεβαιωθεί, δεν είχαν εισπραχθεί ή είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί.

Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων, ως ποσά που είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί θεωρούνται τα ποσά που δεν βεβαιώθηκαν ή δεν εισπράχθηκαν, ολικά ή μερικά, αν κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο διαπιστωθεί:

α)

η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη θέση εμπορεύματος σε τελωνειακό καθεστώς ή η μη τήρηση ενός από τους όρους υπαγωγής του σε συγκεκριμένο καθεστώς, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από την τελωνειακή νομοθεσία,

β)

η μη τήρηση των προβλεπόμενων όρων για τον τελωνισμό των εμπορευμάτων,

γ)

η μη επαλήθευση των δηλωθέντων στοιχείων της διασάφησης ή των δηλώσεων που υποβάλλονται για την καταβολή των φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και των υποστηρικτικών αυτών εγγράφων ή της ορθότητας των στοιχείων αυτών, εφόσον είναι κρίσιμα για την ορθή βεβαίωση των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται.

2.

Τα ανωτέρω ποσά βεβαιώνονται, συμπληρωματικά, εκ των υστέρων, με την έκδοση πράξης συμπληρωματικής βεβαίωσης της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και εισπράττονται, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190).

3.

Με την επιφύλαξη της παρ. 10 του άρθρου 170, η προθεσμία άσκησης προσφυγής και η άσκησή της, καθώς και η άσκηση αίτησης αναστολής ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων κατά πράξης συμπληρωματικής βεβαίωσης ή καταλογιστικής πράξης με τις οποίες βεβαιώνεται η τελωνειακή οφειλή δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατ' εξαίρεση, η προθεσμία άσκησης προσφυγής και η άσκησή της έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα, εάν καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της οφειλής που αφορά σε εθνικούς πόρους και κατατεθεί εγγύηση ισόποση με το εκατό τοις εκατό (100%) της οφειλής που αφορά σε ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Ποσά δασμών που βεβαιώθηκαν ελλιπώς, κάτω του ποσού των νομίμως οφειλόμενων, δεν βεβαιώνονται συμπληρωματικά, όταν το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ποσού που βεβαιώθηκε και αυτού που έπρεπε να έχει βεβαιωθεί, δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα (10) ευρώ, ανά πράξη βεβαίωσης.

Ποσά δασμών που δεν βεβαιώθηκαν κατά τον τελωνισμό εμπορευμάτων και η γένεση της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιείται σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 25, με πράξη που δεν χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, δεν βεβαιώνονται συμπληρωματικά, αν δεν υπερβαίνουν τα δέκα (10) ευρώ, ανά πράξη βεβαίωσης.

5.

Ποσά φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου που δεν βεβαιώθηκαν ή βεβαιώθηκαν ελλιπώς και η γένεση της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιείται σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 25, με πράξη που δεν χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση σύμφωνα με τον παρόντα, δεν βεβαιώνονται συμπληρωματικά, αν δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ευρώ, ανά πράξη βεβαίωσης.

Άρθρο 28. Αχρεωστήτως εισπραχθέντα
1.

Τα ποσά που εισπράχθηκαν από την τελωνειακή αρχή αχρεωστήτως επιστρέφονται άτοκα στον δικαιούχο, εάν, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών (3) ετών από την ημερομηνία βεβαίωσής τους, αυτός υποβάλλει σχετική αίτηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή επισυνάπτοντας τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται. Εάν η διαπίστωση της αχρεώστητης είσπραξης έγινε από την τελωνειακή αρχή, καλείται από αυτήν ο δικαιούχος να υποβάλει τη σχετική αίτηση περί επιστροφής με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μέσα στην ως άνω προθεσμία. Για την επιστροφή αυτή οι τελωνειακές αρχές ενεργούν κατά προτεραιότητα. Εάν η αχρεώστητη είσπραξη έχει αναγνωριστεί ή βεβαιωθεί με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ο δικαιούχος πρέπει, μέσα σε ένα (1) έτος από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, να υποβάλει σχετική αίτηση περί επιστροφής στην αρμόδια τελωνειακή αρχή με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εάν η αναγνώριση ή βεβαίωση της αχρεώστητης είσπραξης έγινε με απόφαση που εκδόθηκε μετά από έφεση ή αναίρεση, η προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης. Έντοκη επιστροφή επιτρέπεται εάν η σχετική αίτηση υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών, που αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τον μήνα κατά τον οποίο κοινοποιήθηκε στην τελωνειακή αρχή η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Η μη υποβολή της αίτησης επιστροφής εμπρόθεσμα συνεπάγεται την παραγραφή του δικαιώματος έντοκης επιστροφής του δικαιούχου.

2.

Για την επιστροφή εκδίδεται απόφαση του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής επιπέδου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου της οικείας τελωνειακής περιφέρειας, για τις υπόλοιπες τελωνειακές αρχές.

3.

Εάν εντός της προθεσμίας της παρ. 1, δεν υποβληθεί από τον δικαιούχο ή τον αντιπρόσωπό του αίτηση με τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, παραγράφονται οι απαιτήσεις αχρεωστήτως εισπραχθέντων.

4.

Η χρηματική αξίωση από την αχρεώστητη είσπραξη επιβαρύνσεων, για την οποία εκδόθηκε η απόφαση της τελωνειακής αρχής σύμφωνα με την παρ. 2, παραγράφεται μετά την παρέλευση προθεσμίας ενός (1) έτους από την κοινοποίηση της απόφασης.

5.

Η αναστολή ή διακοπή της παραγραφής διέπεται από τα άρθρα 142 και 143 του ν. 4270/2014 (Α' 143).

6.

Ποσά από φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις μέχρι τρία (3) ευρώ, κατά πράξη, που εισπράχθηκαν αχρεώστητα ή βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, δεν επιστρέφονται ή δεν βεβαιώνονται συμπληρωματικά για είσπραξη.

Άρθρο 29. Συνήθης διαδικασία
1.

Ο διασαφιστής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του υπάγει τα εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς, με την υποβολή της απαιτούμενης τελωνειακής διασάφησης.

2.

Επιτρέπεται η αναστολή είσπραξης φορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων και τελών που αναλογούν σε εμπορεύματα ενωσιακά ή μη, εγχώρια ή ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία, αν πρόκειται να υποστούν, υπό την επίβλεψη των τελωνειακών αρχών, επεξεργασία για την παραγωγή προϊόντων, τα οποία, μετά την επεξεργασία, θα τεθούν οριστικά σε ανάλωση.

Άρθρο 30. Απλουστευμένη διαδικασία

Οι τελωνειακές αρχές δύνανται να εγκρίνουν την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς, με χρήση απλουστευμένης διαδικασίας, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία.

Άρθρο 31. Τελωνειακή αποταμίευση ενεργειακών προϊόντων

Στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, στις οποίες κατέχονται ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71, εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών - εκροών.

Άρθρο 32. Εγκατάλειψη - καταστροφή - εκποίηση εμπορευμάτων
1.

Η τελωνειακή αρχή, πριν από την έκδοση της άδειας παραλαβής και ύστερα από αίτηση του διασαφιστή ή του υπόχρεου καταβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), μπορεί να εγκρίνει:

α)

την εγκατάλειψη των εμπορευμάτων, υπέρ του Δημοσίου, μετά από προηγούμενη καταβολή του συνόλου των εξόδων και κάθε άλλης επιβάρυνσης που έχει επιβληθεί ή κρίνεται αναγκαία. Η εγκατάλειψη δεν συνεπάγεται έξοδα για το Δημόσιο. Η αίτηση συσχετίζεται με τη διασάφηση που αφορά στα εμπορεύματα για τα οποία αιτείται την εγκατάλειψη. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, δεν επιτρέπεται η ανάκλησή της. Στα εγκαταλειπόμενα εμπορεύματα εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 45,

β)

την καταστροφή των εμπορευμάτων. Τα σχετικά έξοδα βαρύνουν τον διασαφιστή. Για την καταστροφή συντάσσεται πρωτόκολλο και γίνεται μνεία στη διασάφηση. Στη διασάφηση και στο προσαρτώμενο σε αυτήν πρωτόκολλο καταστροφής αναφέρονται το είδος και η ποσότητα των υπολειμμάτων και απορριμμάτων, που ενδεχόμενα προκύπτουν από την καταστροφή, ώστε να είναι δυνατόν να τεθούν σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον προηγούμενα καταβληθούν οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν σ' αυτά.

2.

Η εγκατάλειψη υπέρ του Δημοσίου ή η καταστροφή των εμπορευμάτων υπό τον έλεγχο της τελωνειακής αρχής απαλλάσσει τον διασαφιστή από την υποχρέωση να πληρώσει δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις εκτός από τα ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα.

3.

Μετά την αποδοχή της αίτησης εγκατάλειψης, τα εμπορεύματα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ακολουθείται για την εκποίηση η διαδικασία των άρθρων 42, 43, 44, 45 και 46.

4.

Στη διαδικασία της εκποίησης, σύμφωνα με τα ως άνω άρθρα, οδηγούνται υποχρεωτικά τα εμπορεύματα:

α)

Αν μετά την καταχώρηση και την αποδοχή της διασάφησης ο διασαφιστής αποχωρήσει ή δεν προσφέρει την απαραίτητη συνδρομή και δεν προσέλθει, μέσα σε τέσσερις (4) ημέρες από την αποδοχή της, για την εξέταση των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, ο προϊστάμενος του τελωνείου ή ο προϊστάμενος του τμήματος διαδικασιών ή του τμήματος Ε.Φ.Κ. του τελωνείου, μαζί με τον αρμόδιο υπάλληλο, εξετάζει, έστω και αν απουσιάζει ο διασαφιστής, τα εμπορεύματα ή συνεχίζει την εξέταση, αν αυτή είχε αρχίσει πριν από την αποχώρηση του διασαφιστή, αφού γίνει μνεία στη διασάφηση για την παρουσία ή την απουσία του.

β)

Αν δεν παραληφθούν ή δεν παρασχεθεί εγγύηση για τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν επιβληθεί για αυτά μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, η οποία δύναται, με απόφαση της τελωνειακής αρχής, που εκδίδεται ύστερα από αίτημα του διασαφιστή, κατόπιν εξέτασής τους που λαμβάνει χώρα παρουσία του, να παραταθεί για ακόμα πέντε (5) ημέρες.

Και στις δύο περιπτώσεις προηγούνται της εκποίησης τα ακόλουθα: Αν μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την εξέταση των εμπορευμάτων ο διασαφιστής δεν προσέλθει, για να ρυθμιστεί η κατάστασή τους και δεν είναι δυνατή η έκδοση άδειας παραλαβής τους, είτε γιατί δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα από τα οποία εξαρτάται η θέση των εμπορευμάτων σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία, είτε γιατί δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εγγύησης, εμπρόθεσμα, οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, η τελωνειακή αρχή επικολλά στην εξωτερική θύρα του τελωνειακού καταστήματος δηλοποίηση, η οποία περιλαμβάνει και τα στοιχεία της διασάφησης, καθώς και της εξέτασης των εμπορευμάτων. Στη δηλοποίηση αυτή ορίζεται η ημέρα εκποίησης των εμπορευμάτων με δημοπρασία, που λαμβάνει χώρα μετά την πάροδο πέντε (5) ημερών από την τοιχοκόλληση της δηλοποίησης. Η τελωνειακή αρχή πληροφορεί σχετικά τον διασαφιστή ή τον αντιπρόσωπό του με απλή επιστολή της, επίδοση της οποίας δεν απαιτείται.

5.

Η τελωνειακή αρχή μπορεί, με ευθύνη και με δαπάνες του διασαφιστή, να μεταφέρει τα εμπορεύματα, αν βρίσκονται σε χώρους που εγκρίθηκαν από αυτή και είναι έξω από τις τελωνειακές αποθήκες ή περιβόλους, σε ειδικούς χώρους ή αποθήκες υπό την εποπτεία της.

6.

Αν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε φθορά ή είναι δυσχερής η φύλαξή τους, η τελωνειακή αρχή μπορεί να συντμήσει τις προθεσμίες του άρθρου αυτού.

7.

Αν υφίσταται κίνδυνος από τη διατήρηση των εμπορευμάτων η τελωνειακή αρχή μπορεί να καταστρέψει τα εμπορεύματα. Οι δαπάνες καταστροφής βαρύνουν τον διασαφιστή.

Άρθρο 33. Εθνική διαμετακόμιση
1.

Με την υπαγωγή στο καθεστώς της διαμετακόμισης διακινούνται εμπορεύματα, μεταξύ δύο ή περισσοτέρων τελωνείων, με αναστολή είσπραξης των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Η υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς της διαμετακόμισης (ενωσιακής/κοινής/με χρήση δελτίων Διεθνών Οδικών Μεταφορών (Transports Internationaux Routiers - TIR)), είτε με χρήση συνήθους διαδικασίας, είτε με χρήση απλουστευμένης διαδικασίας, ρυθμίζεται από:

α)

τις σχετικές διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα και των κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικών αυτού κανονισμών,

β)

τη Σύμβαση περί Κοινού Καθεστώτος Διαμετακόμισης (L 226),

γ)

την τελωνειακή σύμβαση περί Διεθνούς Μεταφοράς Εμπορευμάτων δια Δελτίων TIR (Σύμβαση TIR) που κυρώθηκε με τον ν. 1020/1980 (Α' 32).

Για τη διακίνηση εμπορευμάτων, με αναστολή είσπραξης των αναλογουσών επ' αυτών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, μεταξύ δύο ή περισσοτέρων σημείων εντός του τελωνειακού εδάφους της χώρας (εθνική διαμετακόμιση), εφαρμόζονται τα οριζόμενα περί ενωσιακής διαμετακόμισης.

2.

Αν, κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού, προκύψει, έπειτα από έλεγχο, επιπλέον ποσότητα εμπορευμάτων του ίδιου είδους ή εμπορεύματα διαφορετικού είδους από αυτά που αναφέρονται στη διασάφηση διαμετακόμισης, το τελωνείο προορισμού προβαίνει στην επιβολή ποινής ανακριβούς δήλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 38, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

3.

Αν, είτε κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού, προκύψει, έπειτα από έλεγχο, λιγότερη ποσότητα εμπορευμάτων του ίδιου είδους ή εμπορεύματα διαφορετικού είδους από αυτά που αναφέρονται στη διασάφηση διαμετακόμισης, είτε τα εμπορεύματα δεν προσκομισθούν στο τελωνείο προορισμού, το τελωνείο αναχώρησης προβαίνει στην επιβολή του προβλεπόμενου στην παρ. 6 του άρθρου 161 προστίμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

Άρθρο 34. Ελεύθερες ζώνες - Ελεύθερα Τελωνειακά Συγκροτήματα
1.

Οι ελεύθερες ζώνες αποτελούν διακριτά τμήματα του τελωνειακού εδάφους που περιφράσσονται και υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση.

Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που εισέρχονται σε ελεύθερη ζώνη θεωρείται ότι υπάγονται στο καθεστώς ελεύθερης ζώνης:

α)

κατά την είσοδό τους σε ελεύθερη ζώνη, εκτός εάν έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλο τελωνειακό καθεστώς ή

β)

κατά τη λήξη του καθεστώτος διαμετακόμισης, εκτός εάν, κατά τη λήξη, υπαχθούν σε άλλο τελωνειακό καθεστώς.

Στα μη ενωσιακά εμπορεύματα που βρίσκονται εντός ελεύθερης ζώνης δεν επιβάλλονται εισαγωγικοί δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις και δεν εφαρμόζονται μέτρα εμπορικής πολιτικής.

Τα ενωσιακά εμπορεύματα που εισέρχονται σε ελεύθερη ζώνη δεν θεωρείται ότι υπάγονται στο καθεστώς ελεύθερης ζώνης, με εξαίρεση αυτά, για τα οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 116 έως 123 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα για την επιστροφή ή διαγραφή του εισαγωγικού δασμού.

2.

Τα μη ενωσιακά εμπορεύματα που εισέρχονται στην ελεύθερη ζώνη δύνανται:

α)

να υπαχθούν στο καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, 

β)

να υποβληθούν σε συνήθεις εργασίες χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, οι οποίες εξασφαλίζουν τη διατήρησή τους, τη βελτίωση της εμφάνισής τους ή της εμπορικής τους ποιότητας ή απαιτούνται για την προετοιμασία της διανομής ή της μεταπώλησής τους,

γ)

να υπαχθούν στο καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας,

δ)

να υπαχθούν στα ειδικά καθεστώτα τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, προσωρινής εισαγωγής και ειδικού προορισμού,

ε)

να εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου ή να καταστραφούν, χωρίς οι απαιτούμενες διαδικασίες να συνεπάγονται έξοδα για το Δημόσιο,

στ)

να επανεξαχθούν,

ζ)

να υπαχθούν στο καθεστώς της διαμετακόμισης,

η)

να μεταφορτωθούν.

3.

Τα ενωσιακά εμπορεύματα που εισέρχονται στην ελεύθερη ζώνη δύνανται:

α)

να εξαχθούν,

β)

να αποθηκευτούν, να διακινηθούν, να μεταποιηθούν, να χρησιμοποιηθούν ή να καταναλωθούν, κατά τον χρόνο παραμονής τους σε ελεύθερη ζώνη,

γ)

να υπαχθούν στο καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, για τα οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 116 έως 123 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

4.

Στις ελεύθερες ζώνες επιτρέπεται να ασκούνται δραστηριότητες βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης ή παροχής υπηρεσιών από νομικά πρόσωπα, εφόσον παρέχονται τα εχέγγυα διασφάλισης της εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας. Στις ελεύθερες ζώνες λιμένων παραχωρείται υποχρεωτικά από τον φορέα διαχείρισης ο αναγκαίος χώρος που απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια ελέγχων επί των εμπορευματοκιβωτίων.

5.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.):

α)

συστήνονται ή καταργούνται ελεύθερες ζώνες ή τροποποιούνται τα όριά τους και ορίζονται τα σημεία εισόδου - εξόδου αυτών,

β)

καθορίζονται οι όροι λειτουργίας, διαχείρισης και ελέγχου αυτών, καθώς και οι όροι παραμονής, διαχείρισης και διακίνησης των εμπορευμάτων εντός αυτών, 

γ)

ορίζεται νομικό πρόσωπο, ως φορέας διαχείρισής τους και ως πρόσωπο υπεύθυνο για τη συνολική διαχείρισή τους, 

δ)

καθορίζονται οι αρμοδιότητες και η ευθύνη του διαχειριστή αυτών, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία του εμπορίου.

6.

Για τη σύσταση ελεύθερης ζώνης απαιτείται προηγούμενη γνώμη του Υπουργού Ανάπτυξης, του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και κατά περίπτωση:

α)

του Υπουργού Εξωτερικών, όταν η ελεύθερη ζώνη συνιστάται με αίτηση του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου χώρου, στον οποίο συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα εκτός της ελληνικής Επικράτειας,

β)

του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, όταν η ελεύθερη ζώνη συνίσταται σε παραμεθόρια περιοχή.

7.

Για την απόφαση σύστασης ελεύθερης ζώνης υποβάλλεται αίτηση από τον φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του χώρου, όπου πρόκειται να συσταθεί η ελεύθερη ζώνη, προς τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε..

Με την αίτηση συνυποβάλλεται μελέτη σκοπιμότητας, στην οποία προβλέπονται:

α)

η εκτιμώμενη συμβολή της ελεύθερης ζώνης στην αύξηση της διακίνησης εμπορευμάτων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με τα γενικότερα οικονομικά οφέλη που αναμένονται από τη λειτουργία της,

β)

ο προβλεπόμενος όγκος διακίνησης μη ενωσιακών εμπορευμάτων, μέσω της προτεινόμενης σύστασης ελεύθερης ζώνης,

γ)

τα παρεχόμενα εχέγγυα για τη σύννομη και αποτελεσματική διοίκηση και εκμετάλλευση της ελεύθερης ζώνης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τη διαχείριση των εμπορευμάτων.

8.

α) Επιχειρήσεις ναυπήγησης και επισκευής πλοίων δύνανται να λειτουργούν ως Ελεύθερα Τελωνειακά Συγκροτήματα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

β)

Λειτουργούντα στην Ελλάδα Ελεύθερα Τελωνειακά Συγκροτήματα, Ελεύθεροι Τελωνειακοί Χώροι και Χώροι Τελωνειακής Επίβλεψης δύνανται να τροποποιηθούν και να επεκταθούν με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

Άρθρο 35. Εφοδιασμοί πλοίων και αεροσκαφών

Η εισαγωγή και παράδοση ειδών που προορίζονται για τον εφοδιασμό πλοίων και αεροσκαφών, με απαλλαγή από δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, διενεργείται, με την υποβολή του κατά περίπτωση τελωνειακού παραστατικού.

Άρθρο 36. Απαλλαγές από δασμό, ειδικό φόρο κατανάλωσης και φόρο κατανάλωσης ειδών προοριζόμενων για εφοδιασμό πλοίων
1.

Τηρουμένης της διαδικασίας εφοδιασμού, κατά την παρ. 20 του άρθρου 195, απαλλάσσονται από τον δασμό, τον Ε.Φ.Κ. και τον φόρο κατανάλωσης, τα κατωτέρω είδη, τα οποία προορίζονται για τον εφοδιασμό των επαγγελματικών και πολεμικών πλοίων, που αναφέρονται στις παρ. 2 και 4, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την κίνηση, τη συντήρηση και την εκπλήρωση εν γένει των σκοπών για τους οποίους προορίζονται τα συγκεκριμένα πλοία, καθώς και για την κάλυψη των αναγκών των επιβαινόντων σε αυτά και ειδικότερα:

α)

τροφοεφόδια, έτοιμα προς κατανάλωση αλκοολούχα ποτά του άρθρου 79, βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96, τα προϊόντα του άρθρου 50, καθώς και λοιπά είδη προς κατανάλωση επί του πλοίου,

β)

καύσιμα και λιπαντικά,

γ)

μέσα συνεννόησης και τηλεπικοινωνίας,

δ)

μηχανές, εξαρτήματα, ανταλλακτικά, εργαλεία και λοιπός εξοπλισμός για τις ανάγκες του πλοίου,

ε)

έπιπλα και σκεύη,

στ)

μέσα ψυχαγωγίας πληρώματος και επιβατών, εκτός των τυχερών παιγνίων.

2.

Οι απαλλαγές της παρ. 1 χορηγούνται σε κατηγορίες επαγγελματικών πλοίων, ως εξής:

α)

στα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία, που εκτελούν διεθνείς πλόες,

β)

στα υπό ελληνική ή ξένη σημαία αλιευτικά πλοία που ασκούν αλιευτική δραστηριότητα σε ύδατα δικαιοδοσίας τρίτων χωρών,

γ)

στα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία που εκτελούν πλόες εσωτερικού και διεθνείς πλόες κατά τη διάρκεια του ίδιου πλου,

δ)

στα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία που εκτελούν πλόες εσωτερικού, με εξαίρεση τα είδη της περ. α) της παρ. 1,

ε)

στα επαγγελματικά πλοία αναψυχής και στα τουριστικά ημερόπλοια των περ. γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4926/2022 (Α' 82) αντίστοιχα, με εξαίρεση τα είδη της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος,

στ)

στα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία που εκτελούν θαλάσσιες επιστημονικές έρευνες ή εργασίες εκμετάλλευσης θαλάσσιου υπόγειου πλούτου, με εξαίρεση τα είδη της περ. α) της παρ. 1,

ζ)

στα αλιευτικά σκάφη, με εξαίρεση τα είδη της περ. α) της παρ. 1,

η)

στα άλλα πλοία, πλωτά μέσα και εν γένει ναυπηγήματα υπό ελληνική ή ξένη σημαία, καθαρής χωρητικότητας πέντε (5) τουλάχιστον κόρων, για τις επί σκοπώ κέρδους εργασίες που πραγματοποιούν, εκτός λιμένα, με εξαίρεση τα είδη της περ. α) της παρ. 1,

θ)

στα επιβατηγά πλοία με σημαία τρίτης χώρας που διενεργούν περιηγητικά ταξίδια (κρουαζιέρες), σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3872/2010 (Α' 148) και στα αντίστοιχα πλοία με ελληνική ή ενωσιακή σημαία που διενεργούν περιηγητικά ταξίδια, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 165 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973, Α' 261), που εκτελούν διεθνείς πλόες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων προορισμών σε ελληνικούς λιμένες και ανεξαρτήτως λιμένα εφοδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ένας προορισμός είναι σε τρίτη χώρα,

ι)

στα σκάφη του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και τα πλωτά μέσα δίωξης της τελωνειακής υπηρεσίας, με εξαίρεση τα είδη των περ. α) και στ) της παρ. 1.

3.

Ειδικά τα είδη της περ. α) της παρ. 1, πλην των βιομηχανοποιημένων καπνών του άρθρου 96, των προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 και των λοιπών ειδών προς κατανάλωση επί του πλοίου της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος, τα οποία πωλούνται και αναλώνονται επί των πλοίων της περ. θ) της παρ. 2, στο πλαίσιο των υπηρεσιών εστίασης ή ψυχαγωγίας, και παραδίδονται σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών εστίασης ή ψυχαγωγίας επί των ανωτέρω πλοίων, απαλλάσσονται από δασμό, Ε.Φ.Κ. και φόρο κατανάλωσης.

4.

Οι απαλλαγές των περ. α) και β) της παρ. 1 χορηγούνται στα ελληνικά πολεμικά πλοία που αναχωρούν για το εξωτερικό και στα πολεμικά πλοία των ενόπλων δυνάμεων των κρατών που δεν μετέχουν στη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού, τα οποία εισέρχονται στη χώρα, με σκοπό τον εφοδιασμό τους και την αναχώρησή τους για το εξωτερικό.

Άρθρο 37. Δικαιώματα υπερημερίας και αποταμίευσης - Διοικητικό κόστος υπερημερίας
1.

Τα εμπορεύματα που εναποτίθενται στον τελωνειακό περίβολο ή στις εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης, τη διαχείριση των οποίων έχουν οι τελωνειακές αρχές, υποβάλλονται σε δικαιώματα υπερημερίας μετά την παρέλευση οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία εναπόθεσής τους. Τα δικαιώματα υπερημερίας επιβάλλονται, σε κάθε περίπτωση, για τις παρεχόμενες από τα τελωνεία υπηρεσίες διαχείρισης και διαφύλαξης των εμπορευμάτων, κατά τον χρόνο παραμονής τους σε προσωρινή εναπόθεση στις αποθήκες του Δημοσίου. Στις περιπτώσεις τελωνειακής αποταμίευσης σε αποθήκες, τη διαχείριση των οποίων έχουν οι τελωνειακές αρχές, τα εμπορεύματα επιβαρύνονται με δικαιώματα υπερημερίας τέσσερις (4) ημέρες μετά την υποβολή παραστατικών πρόσδοσης άλλου τελωνειακού προορισμού.

2.

Τις πρώτες δεκαπέντε (15) ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1 επιβάλλεται δικαίωμα υπερημερίας ισόποσο των είκοσι λεπτών (0,20) του ευρώ για τα αποτιθέμενα στις τελωνειακές αποθήκες και δέκα λεπτών (0,10) του ευρώ για τα αποτιθέμενα εμπορεύματα στον τελωνειακό περίβολο για κάθε ημέρα ανά πενήντα (50) χιλιόγραμμα βάρους.

3.

Όταν το βάρος είναι μικρότερο των πενήντα (50) χιλιογράμμων, αυτό λογίζεται ως πενήντα (50) χιλιόγραμμα. 'Όταν είναι μεγαλύτερο, υπολογίζεται ως διπλό ή πολλαπλό των πενήντα (50) χιλιογράμμων.

4.

Μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της παρ. 2, το δικαίωμα αυτό διπλασιάζεται και μετά την παρέλευση άλλων δεκαπέντε (15) ημερών τριπλασιάζεται.

5.

Τα εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί στις παραπάνω αποθήκες, για τα οποία ζητείται τελωνειακός προορισμός ή θέση σε οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς και υποβάλλεται διασάφηση, υποβάλλονται στο δεκαπλάσιο του δικαιώματος υπερημερίας μετά τέσσερις (4) ημέρες από την επαλήθευσή τους ή μετά είκοσι (20) ημέρες από την αποδοχή του ως άνω τελωνειακού παραστατικού.

6.

Τα ως άνω δικαιώματα δεν μπορούν να υπερβούν τη συναλλακτική αξία του εμπορεύματος.

7.

Για τα εμπορεύματα, για τα οποία υποβλήθηκε διασάφηση εξαγωγής ή διαμετακόμισης, το δεκαπλάσιο ως άνω δικαίωμα υπερημερίας επιβάλλεται μετά την παρέλευση ενός (1) μήνα από την αποδοχή των σχετικών παραστατικών.

8.

Τα δικαιώματα υπερημερίας βεβαιώνονται επί του οικείου παραστατικού και εισπράττονται μαζί με τις λοιπές δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Συμπληρωματική βεβαίωση είναι δυνατή.

9.

Για τα ως άνω εμπορεύματα δεν υπολογίζονται δικαιώματα υπερημερίας κατά τις τέσσερις (4) επόμενες ημέρες από την έκδοση της άδειας παράδοσης. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής τα εμπορεύματα επιβαρύνονται με απλά δικαιώματα υπερημερίας.

10.

Εμπορεύματα των οποίων η καθυστέρηση παραλαβής οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας μπορούν, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, να απαλλάσσονται ολικά ή μερικά από τα οφειλόμενα δικαιώματα υπερημερίας. Η απαλλαγή αυτή παρέχεται με πράξη του προϊστάμενου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, εφόσον η αιτούμενη απαλλαγή αφορά χρονικό διάστημα καθυστέρησης παραλαβής μέχρι έναν (1) μήνα.

Όταν πρόκειται για απαλλαγή από δικαιώματα υπερημερίας για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των ανωτέρω, αυτή χορηγείται με πράξη επιτροπής στην έδρα της κατά τόπο τελωνειακής περιφέρειας, που αποτελείται από τον προϊστάμενο της περιφέρειας αυτής, ως πρόεδρο, και δύο (2) προϊσταμένους τελωνείων της ίδιας περιφέρειας ως μέλη, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

11.

Για τα εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί σε ελεύθερες ζώνες, αποθήκες αποταμίευσης ή εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης, τη διαχείριση των οποίων έχουν άλλα εκτός τελωνειακών αρχών πρόσωπα και σε αποθήκες ή χώρους ιδιωτών (προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης), ευρισκομένων εκτός τελωνειακών χώρων, εισπράττεται διοικητικό κόστος υπερημερίας μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ημερών από την επαλήθευσή τους ή είκοσι (20) ημερών από την αποδοχή των παραστατικών πρόσδοσης προορισμού στα εμπορεύματα αυτά.

12.

Το διοικητικό κόστος υπερημερίας επιβάλλεται μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παρ. 11 και ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) ευρώ ημερησίως, βεβαιώνεται δε και εισπράττεται επί του τελωνειακού παραστατικού. Τα οριζόμενα στην παρ. 10 εφαρμόζονται ανάλογα και για την απαλλαγή από το διοικητικό κόστος υπερημερίας.

13.

Η επιβάρυνση των εμπορευμάτων με δικαιώματα υπερημερίας ή διοικητικό κόστος δεν αναστέλλει την εφαρμογή των οριζομένων στο άρθρο 32.

14.

Για τα εμπορεύματα που ευρίσκονται αποταμιευμένα σε αποθήκες αποταμίευσης, υπό τη διαχείριση της τελωνειακής αρχής, επιβάλλονται δικαιώματα αποταμίευσης, τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 38. Ποινή ανακριβούς δήλωσης
1.

Σε κάθε περίπτωση που υπολογιστούν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις κατώτερες ή ανώτερες των πράγματι αναλογουσών και διαπιστωθεί ότι αυτό οφείλεται στην ανακρίβεια εγγραφών και δηλωθέντων στοιχείων επί των τελωνειακών παραστατικών, επιβάλλεται, αντίστοιχα, ποινή ανακριβούς δήλωσης υπολογιζόμενη σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της επιπλέον διαφοράς και σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί της έλαττον διαφοράς του ποσού από δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που οφείλονται για τα εμπορεύματα που τίθενται σε ανάλωση, ελεύθερη κυκλοφορία ή οποιοδήποτε άλλο ανασταλτικό καθεστώς.

Το ύψος της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το οριζόμενο στην παρ. 2.

2.

Σε κάθε άλλη περίπτωση ανακριβών στοιχείων και εγγραφών επί τελωνειακών παραστατικών, ανεξαρτήτως καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένης και της εξαγωγής, που δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των πράγματι οφειλόμενων επιβαρύνσεων, επιβάλλεται ποινή ανακριβούς δήλωσης ποσού εκατό (100) ευρώ ανά παραστατικό.

3.

Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται και κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών παραστατικών.

4.

Οι ποινές ανακριβούς δήλωσης που προβλέπονται κατά τις παρ. 1 έως 3 εισπράττονται έστω και αν τα εμπορεύματα εγκαταλειφθούν ή καταστραφούν.

5.

Η επιβολή των παραπάνω ποινών δεν αποκλείει την εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.

Άρθρο 39. Ποινή επί μη αποδοχής δηλωθείσας συναλλακτικής αξίας
1.

Αν με απόφαση της τελωνειακής αρχής, βάσει του άρθρου 140 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 γα τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 343), δεν γίνεται αποδεκτή η δηλωθείσα συναλλακτική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, επιβάλλεται ποινή, ποσού ίσου με το εκατό τοις εκατό (100%) της διαφοράς των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που προκύπτει, μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας από την τελωνειακή αρχή αξίας, η οποία δεν δύναται να είναι κατώτερη του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, ανά τελωνειακό παραστατικό.

2.

Η ποινή της παρ. 1 επιβάλλεται, ανεξάρτητα:

α)

από την τυχόν εφαρμογή μηδενικού συντελεστή δασμού ή απαλλακτικών διατάξεων ή ευνοϊκού δασμολογικού καθεστώτος ή προτιμησιακής μεταχείρισης των ως άνω εμπορευμάτων,

β)

από την τυχόν εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων ή των απλών τελωνειακών παραβάσεων, εφόσον συντρέχει, αντίστοιχη, περίπτωση.

Άρθρο 40. Κήρυξη εμπορευμάτων ως αζήτητων
1.

Τα εμπορεύματα που δεν λαμβάνουν τελωνειακό προορισμό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 21, εντός προθεσμίας:

α)

ενενήντα (90) ημερών για εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης υπό τη διαχείριση της τελωνειακής αρχής ή τρίτων προσώπων και σε καθορισθέντες από την τελωνειακή αρχή χώρους ή

β)

εντός προθεσμίας τριών (3) ή έξι (6) ημερών σε περίπτωση εγκεκριμένου παραλήπτη, για εμπορεύματα που έχουν εναποτεθεί σε εγκεκριμένους από την τελωνειακή αρχή χώρους κηρύσσονται αζήτητα, με την καταχώρηση πρωτοκόλλου αζητήτων στο πληροφοριακό σύστημα τελωνείων.

Αν οι τελωνειακές αρχές απαιτήσουν τον έλεγχο των ανωτέρω εμπορευμάτων, οι προθεσμίες της περ. β) παρατείνονται μέχρι το πέρας του ελέγχου.

2.

Το πρωτόκολλο αζητήτων καταχωρείται στο υποσύστημα δηλωτικών του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του τελωνείου από τον υπάλληλο του τελωνείου που ορίζεται, ως υπεύθυνος διαχείρισής τους και σε αυτό περιγράφεται το είδος των εμπορευμάτων και αναγράφονται το μικτό και καθαρό βάρος, η ποσότητα, η κατάστασή τους, ο αριθμός ή η κατάσταση των δοχείων και των δεμάτων. Μετά την επαλήθευση των παραπάνω στοιχείων από τον ειδικά προς τούτο οριζόμενο ελεγκτή και τον προϊστάμενο του Τμήματος Διαδικασιών, τα εμπορεύματα παραδίδονται στον τελωνειακό υπάλληλο που διαχειρίζεται τα αζήτητα.

3.

Τα εμπορεύματα που κηρύσσονται αζήτητα, μεταφέρονται σε χωριστή αποθήκη αζητήτων και καθορίζονται τα έξοδα που τα επιβαρύνουν. Αν δεν υπάρχει αποθήκη αζητήτων ή όταν η μεταφορά των εμπορευμάτων σε αποθήκη δεν είναι δυνατή για οποιονδήποτε λόγο, τα εμπορεύματα παραμένουν σε ιδιαίτερο χώρο των εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης ή των τελωνειακών περιβόλων.

Άρθρο 41. Τοιχοκόλληση και κοινοποίηση πρωτοκόλλων αζήτητων

Σε δέκα (10) ημέρες από τη σύνταξη των πρωτοκόλλων που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 40, αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών τοιχοκολλούνται στην είσοδο του τελωνειακού καταστήματος. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των πρωτοκόλλων αυτών είναι δυνατόν να κοινοποιούνται στις μεταφορικές εταιρίες και στους πράκτορες αυτών, από τις οποίες μεταφέρθηκαν τα εμπορεύματα, εφόσον εδρεύουν στην πόλη, όπου βρίσκεται η τελωνειακή αρχή.

Άρθρο 42. Διακήρυξη εκποίησης εμπορευμάτων
1.

Μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 41, ο προϊστάμενος του τελωνείου εκδίδει διακήρυξη για την πώληση των εμπορευμάτων, τα οποία αναφέρει κατά είδος και βάρος και ορίζει τον τόπο και την ημέρα της δημοπρασίας.

2.

Η διακήρυξη τοιχοκολλάται στην ορισμένη για αυτό θέση του τελωνειακού καταστήματος, με απόδειξη του υπαλλήλου που ενήργησε την τοιχοκόλληση, δημοσιεύεται στο κατάστημα της δημοτικής αρχής, στην οποία εδρεύει η τελωνειακή αρχή και αναρτάται στην ιστοσελίδα της αρμόδιας υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε.. Επίσης, περίληψή της μπορεί να δημοσιευθεί σε τοπική εφημερίδα, εάν υπάρχει. Όταν πρόκειται για αζήτητα των τελωνείων Αθηνών, Πειραιά και Θεσσαλονίκης, περίληψη της διακήρυξης δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες και σε εμφανές μέρος, η δε δαπάνη που απαιτείται γι' αυτό, καταβάλλεται από την πάγια προκαταβολή των τελωνείων αυτών.

3.

Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να εξετάσουν τα προς δημοπράτηση εμπορεύματα που βρίσκονται στην αποθήκη του τελωνείου.

Άρθρο 43. Διαδικασία δημοπρασίας
1.

Η δημοπρασία διενεργείται από την τελωνειακή αρχή την ημέρα που ορίζεται, από την ενδέκατη πρωινή ώρα και μέχρι τη δωδέκατη μεσημβρινή στο τελωνειακό κατάστημα και παρατείνεται στην περίπτωση που δίνονται ανώτερες προσφορές.

2.

Μετά την κατακύρωση στον τελευταίο πλειοδότη, παρακατατίθεται απ' αυτόν άμεσα το ένα τέταρτο (1/4) του πλειστηριάσματος και στη συνέχεια υπογράφονται τα πρακτικά της δημοπρασίας από τον τελευταίο πλειοδότη, τον εγγυητή και τον κήρυκα, η έγκριση δε της κατακύρωσης γίνεται από την αρμόδια Επιτροπή Εκποίησης, η οποία απαρτίζεται από τον προϊστάμενο του τελωνείου, τον προϊστάμενο του αρμόδιου για τον τελωνισμό τμήματος και έναν υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής ή προκειμένου για τελωνεία επιπέδου τμήματος, από τον προϊστάμενο αυτών και δύο (2) τελωνειακούς υπαλλήλους, που ορίζονται με απόφαση του προϊσταμένου της κατά τόπον αρμόδιας τελωνειακής περιφέρειας.

Άρθρο 44. Διαδικασία είσπραξης πλειστηριάσματος
1.

Μετά την έγκριση, ο προϊστάμενος του τελωνείου καλεί με έγγραφο τον υπερθεματιστή να καταθέσει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, υποχρεώνεται δε αυτός, ύστερα από την καταβολή του ποσού αυτού, να προσδώσει στα εμπορεύματα οποιονδήποτε τελωνειακό προορισμό.

2.

Εάν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της έγκρισης, ενεργείται αναπλειστηριασμός σε βάρος αυτού και του εγγυητή και η επί έλαττον διαφορά εισπράττεται με τα νόμιμα αναγκαστικά μέσα, που προβλέπονται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190).

3.

Εάν, πριν από την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, εμφανιστεί ο κύριος των εμπορευμάτων και ζητήσει να λάβουν τελωνειακό προορισμό, θεωρείται άκυρη η δημοπρασία και διενεργούνται οι σχετικές με τον τελωνειακό προορισμό διατυπώσεις.

4.

Η μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη, η αποσυσκευασία για επαλήθευση, η επανασυσκευασία και επανατοποθέτηση αυτών, ενεργούνται υπό την επιστασία του τελωνείου.

5.

Μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την καταβολή του πλειστηριάσματος συστήνεται για αυτό παρακαταθήκη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο όνομα του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.

6.

Εάν μέσα σε έναν (1) χρόνο από τη σύσταση παρακαταθήκης:

α)

Ο κύριος των εμπορευμάτων προσκομίσει στην αρμόδια τελωνειακή αρχή νόμιμο τίτλο που αποδεικνύει την κυριότητα των πωληθέντων εμπορευμάτων, η τελωνειακή αρχή δίνει εντολή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να του αποδοθεί το ποσό που παρακατατέθηκε, αφαιρουμένων τυχόν εξόδων.

β)

Ο κύριος των πωληθέντων εμπορευμάτων δεν εμφανισθεί, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ενημερώνει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου το ποσό να εισαχθεί, ως δημόσιο έσοδο.

7.

Τα οριζόμενα στο παρόν και στο άρθρο 43 εφαρμόζονται και στην περίπτωση της εκποίησης εμπορευμάτων.

8.

Για τα εμπορεύματα που εκποιούνται από την τελωνειακή αρχή και που δεν παραλαμβάνονται από τον τελευταίο πλειοδότη, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την καταβολή του πλειστηριάσματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αζητήτων εμπορευμάτων των άρθρων 40 έως 46.

9.

Στην περίπτωση της παρ. 8, όταν πρόκειται για τα εμπορεύματα που, μετά την εκποίηση και καταβολή του πλειστηριάσματος, εγκαταλείπονται στις αποθήκες αποταμίευσης, αυτά μεταφέρονται σε αποθήκες υπό την επιτήρηση του τελωνείου. Η δαπάνη της μεταφοράς εκπίπτει από το πλειστηρίασμα της νέας εκποίησης.

Άρθρο 45. Διαχείριση αζήτητων εμπορευμάτων
1.

Όταν μεταξύ των αζητήτων εμπορευμάτων υπάρχουν είδη που έχουν ευτελή αξία ή είδη που κατέστησαν άχρηστα λόγω βλάβης, αυτό βεβαιώνεται με λεπτομερές πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφεται από τον προϊστάμενο του τελωνείου, έναν υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα και τον διαχειριστή της αποθήκης και στη συνέχεια καταστρέφονται, παρουσία αυτών.

2.

Εάν πρόκειται για βρώσιμα, την απαγόρευση ανάλωσής τους βεβαιώνει στο ίδιο πρωτόκολλο και όργανο της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας.

3.

Εάν τα εμπορεύματα υπόκεινται σε φθορά, οι προθεσμίες του άρθρου 40 μπορούν να συντμηθούν, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής.

4.

Αζήτητα εμπορεύματα, τα οποία δεν έγινε δυνατόν να εκποιηθούν μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επαλήθευσή τους, σε τρεις (3) διαφορετικές δημοπρασίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους, τουλάχιστον κατά δέκα (10) ημέρες, θεωρούνται ως εγκαταλελειμμένα και περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου. Για τα εμπορεύματα που περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου κατά τα ανωτέρω, καταχωρείται, στο πληροφοριακό σύστημα τελωνείων, πρωτόκολλο εγκατάλειψης/περιέλευσης στην κυριότητα του Δημοσίου.

5.

Τα εμπορεύματα που περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 4, μπορεί:

α)

να διατίθενται, δωρεάν ή με τίμημα που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα δέκατο (1/10) της τιμής κοστολόγησης, με την επιφύλαξη της διασφάλισης των ίδιων πόρων της Ε.Ε., ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, για κάλυψη των αναγκών τους, σε δημόσιες υπηρεσίες ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που εποπτεύονται από το δημόσιο ή αγροτικούς συνεταιρισμούς. Εμπορεύματα αξίας άνω των χιλίων ευρώ (1.000 €) διατίθενται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Τελωνείων και Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), ενώ εμπορεύματα αξίας κάτω των χιλίων ευρώ (1.000 €), με απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου προϊσταμένου του τελωνείου, όπου αυτά φυλάσσονται. Κατά την παράδοση των εμπορευμάτων συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, το οποίο αναγράφει, λεπτομερώς, τα είδη που παραδίδονται, σύμφωνα με τις δασμολογικές και εμπορευματικές διακρίσεις. Η διάθεση από τα φιλανθρωπικά ιδρύματα στη γενική κατανάλωση των ειδών, απαγορεύεται πριν από την παρέλευση πέντε (5) ετών από την παραλαβή τους,

β)

να εκποιούνται, με την επιφύλαξη της διασφάλισης των ιδίων πόρων της Ε.Ε., ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, με εξαίρεση τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. για τα οποία απαιτείται η καταβολή αυτού, εκτός εάν ο αγοραστής είναι εγκεκριμένος αποθηκευτής και θέσει αυτά σε καθεστώς αναστολής ή τα παραλαμβάνει για εξαγωγή ή εφοδιασμό πλοίων και αεροσκαφών ή ατελώς εφόσον είναι δικαιούχο ατέλειας πρόσωπο. Η εκποίηση πραγματοποιείται με απόφαση επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον προϊστάμενο του κατά τόπον αρμόδιου τελωνείου και, σε περίπτωση κωλύματος αυτού, από τον νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο (2) υπαλλήλους του τελωνείου που ορίζονται από τον ανωτέρω προϊστάμενο,

γ)

να καταστρέφονται, εφόσον δεν κατέστη δυνατή η διάθεση ή εκποίησή τους, σύμφωνα με τις περ. α) και β). Με την επιφύλαξη τήρησης της διαδικασίας καταστροφής που ορίζεται στο άρθρο 186 για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτού, η καταστροφή διενεργείται κατόπιν απόφασης επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον προϊστάμενο του κατά τόπον αρμόδιου τελωνείου και, σε περίπτωση κωλύματος αυτού, από τον νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο (2) υπαλλήλους του τελωνείου που ορίζονται από αυτόν. Για την καταστροφή συντάσσεται πρωτόκολλο, στο οποίο αναφέρονται το είδος και η ποσότητα των τυχόν υπολειμμάτων και απορριμμάτων που προκύπτουν από την καταστροφή, ώστε να είναι δυνατόν να τεθούν σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον καταβληθούν οι αναλογούσες σε αυτά δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις.

Άρθρο 46. Λοιπές περιπτώσεις εκποίησης αζήτητων εμπορευμάτων
1.

Εμπορεύματα για τα οποία προβλέπονται απαγορεύσεις και περιορισμοί κατά την εισαγωγή τους, όταν κηρυχθούν αζήτητα και περιέλθουν στην κυριότητα του Δημοσίου, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση να εκποιούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 45.

2.

Οι διατάξεις του παρόντος για τα αζήτητα εμπορεύματα εφαρμόζονται και σε περίπτωση κατάσχεσης ή μεσεγγύησης που διατάχθηκε από ποινικό δικαστήριο, για εμπορεύματα που βρίσκονται στις αποθήκες ή χώρους προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης, αν αυτή δεν αρθεί μέσα σε έναν (1) χρόνο από την επιβολή της ή από τη λήξη της αποταμίευσης, όταν πρόκειται για αποταμιευμένα εμπορεύματα.

Άρθρο 47. Αποσκευές επιβατών
1.

Οι αποσκευές και χειραποσκευές επιβατών που προέρχονται από τρίτες χώρες και εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε., μέσω της χώρας, υπόκεινται σε έλεγχο από τις τελωνειακές αρχές.

2.

Αν, κατόπιν του ελέγχου, προκύπτει, ότι το περιεχόμενο των αποσκευών υπόκειται σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, αυτό παραδίδεται στον επιβάτη, μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων τελωνειακών διατυπώσεων για την καταβολή και την είσπραξη αυτών. Σε αντίθετη περίπτωση, παραδίδεται στην τελωνειακή αρχή που προσκομίστηκε, προς φύλαξη.

3.

Για τις αποσκευές των επιβατών που δεν παραλαμβάνονται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 40 από την παράδοσή τους στην τελωνειακή αρχή, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.

4.

Οι διατάξεις περί διαμετακόμισης εφαρμόζονται και στις αποσκευές των επιβατών.

Άρθρο 48. Επικίνδυνα εμπορεύματα
1.

Τα εμπορεύματα που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τα οποία εισέρχονται, εξέρχονται, διέρχονται ή διακινούνται στο τελωνειακό έδαφος μέσω της χώρας, συνοδεύονται από τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και έγγραφα και φέρουν την κατάλληλη σήμανση και επισήμανση της επικινδυνότητας, τόσο στις συσκευασίες τους, όσο και στα μέσα, με τα οποία μεταφέρονται.

2.

Ο διασαφιστής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή ο μεταφορέας οφείλουν να γνωστοποιούν στην αρμόδια τελωνειακή αρχή την εισαγωγή, εξαγωγή, διέλευση ή διακίνηση των επικίνδυνων εμπορευμάτων.

Σε περίπτωση μη γνωστοποίησης, επιβάλλεται σε βάρος καθενός από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου το πρόστιμο της παρ. 2 του άρθρου 164, με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.

Άρθρο 49. Επιβολή του φόρου

Επιβάλλεται Ε.Φ.Κ. στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και ρυθμίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 50. Επιβολή φόρου κατανάλωσης - Βάση υπολογισμού και συντελεστές φόρου - Βεβαίωση και είσπραξη του φόρου
1.

Επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ως εξής:

α)

Στα υγρά αναπλήρωσης, τα οποία προορίζονται προς χρήση ή περιέχονται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα του κωδικού Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) 85434000 ή σε ειδικούς περιέκτες επαναπλήρωσης ή φιαλίδια μίας χρήσης που προορίζονται να ενσωματωθούν σε συσκευές ηλεκτρονικού τσιγάρου, τα οποία κατατάσσονται στους κωδικούς Σ.Ο. 24041200 και 240419. Οι συσκευές ηλεκτρονικού τσιγάρου του κωδικού Σ.Ο. 85434000 δεν υπόκεινται σε φόρο κατανάλωσης, εφόσον αποτελούνται μόνο από την εξωτερική συσκευή και δεν περιέχουν υγρά τα οποία καταναλώνονται μέσω αυτής.

Φόρος κατανάλωσης επιβάλλεται και στα μείγματα ευωδών ουσιών που κατατάσσονται στον κωδικό Σ.Ο. 2404, εισάγονται ή παραλαμβάνονται αυτούσια από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή παράγονται εγχωρίως και τα οποία προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως υγρά αναπλήρωσης που κατατάσσονται στους κωδικούς Σ.Ο. 24041200 και 240419.

Απαλλάσσονται από τον φόρο κατανάλωσης τα μείγματα ευωδών ουσιών του προηγούμενου εδαφίου που εισάγονται ή παραλαμβάνονται αυτούσια από το εσωτερικό της χώρας ή από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή παράγονται εγχωρίως από τα πρόσωπα των περ. γ) και δ) της παρ. 10 και τα οποία προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή υγρών αναπλήρωσης που κατατάσσονται στους κωδικούς Σ.Ο. 24041200 και 240419 σε φορολογική αποθήκη ή στις εγκαταστάσεις των προσώπων που έχουν λάβει την απαιτούμενη άδεια από την τελωνειακή αρχή για παραγωγή εκτός καθεστώτος αναστολής. Η απαλλαγή του προηγούμενου εδαφίου, στην περίπτωση παραλαβής από το εσωτερικό της χώρας χορηγείται με την υποβολή Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (ΔΕΦΚ) από τα πρόσωπα των περ. γ) και δ) της παρ. 10 στην αρμόδια τελωνειακή αρχή κατά την ημερομηνία παραλαβής τους.

β)

Στον καβουρδισμένο καφέ των κωδικών Σ.Ο. 0901 21 00 και 0901 22 00.

γ)

Στον μη καβουρδισμένο καφέ των κωδικών Σ.Ο. 0901 11 00 και 0901 12 00.

δ)

Στα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ του κωδικού Σ.Ο. ΕΧ 2101 11 00, σε υγρή ή στερεή μορφή, εκτός από εκείνα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στα παρασκευάσματα διατροφής.

ε)

Στα παρασκευάσματα με βάση τα εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα του καφέ ή με βάση τον καφέ των κωδικών Σ.Ο. 2101 12 92 και 2101 12 98.

στ)

Στο μείγμα καπνού που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού της περ. δ) της παρ. 3.

ζ)

Στο υπόστρωμα ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν χωρίς καπνό της περ. ε) της παρ. 3.

η)

Στο υπόστρωμα νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή που περιέχεται σε σακουλάκια νικοτίνης της περ. στ) της παρ. 3.

2.

Οι συντελεστές φόρου κατανάλωσης που επιβάλλονται στα προϊόντα της παρ. 1 ορίζονται ως ακολούθως:

α)

Για τα προϊόντα της περ. α), δέκα λεπτά (0,10) ανά χιλιοστόλιτρο (ml) προϊόντος.

β)

Για τα προϊόντα της περ. β), τρία (3) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

γ)

Για τα προϊόντα της περ. γ), δύο (2) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους.

δ)

Για τα προϊόντα της περ. δ), τέσσερα (4) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

ε)

Για τα προϊόντα της περ. ε), τέσσερα (4) ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους που περιέχεται στο τελικό προϊόν.

στ)

Για τα προϊόντα της περ. στ), εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70 €) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους μείγματος καπνού του προϊόντος.

ζ)

Για τα προϊόντα της περ. ζ), εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70 €) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους υποστρώματος ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή του προϊόντος.

η)

Για τα προϊόντα της περ. η), πενήντα (50) ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους υποστρώματος νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή του προϊόντος.

3.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοούνται:

α)

Ως «ηλεκτρονικό τσιγάρο», το προϊόν, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κατανάλωση ατμού με επιστόμιο ή στοιχείο του εν λόγω προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του περιέκτη, του δοχείου και της συσκευής χωρίς περιέκτη ή δοχείο. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορούν να είναι είτε επαναπληρώσιμα μέσω περιέκτη επαναπλήρωσης και δοχείου είτε επαναπληρώσιμα με περιέκτες μίας χρήσης,

β)

ως «περιέκτης επαναπλήρωσης», το δοχείο που περιέχει υγρό, το οποίο μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί για να επαναπληρώσει ηλεκτρονικό τσιγάρο,

γ)

ως «εγκεκριμένος αποθηκευτής προϊόντων φόρου κατανάλωσης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραλαμβάνει, κατέχει ή αποστέλλει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του υποκείμενα σε φόρο κατανάλωσης προϊόντα τα οποία τελούν σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης,

δ)

ως «ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού», το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο περιέχει καπνό και παράγει αερόλυμα, μέσω διαδικασίας θέρμανσης και όχι καύσης,

ε)

ως «ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν χωρίς καπνό», το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο δεν περιέχει καπνό, προορίζεται για εισπνοή, μέσω διαδικασίας θέρμανσης και όχι καύσης και περιέχει υπόστρωμα ή περιέκτη νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών ή άλλων ουσιών χωρίς νικοτίνη, σε στέρεη μορφή, εξαιρουμένων των προϊόντων που προορίζονται για ιατρική και φαρμακευτική χρήση,

στ)

ως «σακουλάκια νικοτίνης», το βιομηχανοποιημένο προϊόν, το οποίο δεν περιέχει καπνό, προορίζεται για λήψη από το στόμα, χωρίς εισπνοή και χωρίς διαδικασία θέρμανσης ή καύσης και το οποίο περιέχει υπόστρωμα νικοτίνης ή νικοτίνης και άλλων ουσιών, σε στέρεη μορφή, εξαιρουμένων των προϊόντων που προορίζονται για ιατρική και φαρμακευτική χρήση.

4.

Η παραγωγή προϊόντων καφέ πραγματοποιείται σε φορολογική αποθήκη. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η παραγωγή καβουρντισμένου καφέ, εκτός καθεστώτος αναστολής, με βάση όσον αφορά στις πρώτες ύλες, άλλα προϊόντα που υπόκεινται σε φόρο κατανάλωσης, με την προϋπόθεση να έχει καταβληθεί το ποσό των φορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν σε αυτά.

5.

Τα προϊόντα της παρ. 1 τα οποία παράγονται εγχωρίως ή παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας ή εισάγονται από τρίτη χώρα και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, δύνανται να τίθενται σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης και για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στο καθεστώς αυτό τελούν σε αναστολή καταβολής του φόρου κατανάλωσης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), σύμφωνα με το άρθρο 30 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162).

6.

Το άρθρο 53, αναφορικά με το απαιτητό του φόρου κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση και το άρθρο 117 αναφορικά με τη διαδικασία και τις διατυπώσεις για τη βεβαίωση και είσπραξη του φόρου εφαρμόζονται αναλογικά και στα προϊόντα του παρόντος άρθρου.

Το άρθρο 64 εφαρμόζεται και για τα προϊόντα της παρ. 1, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής. Η καταστροφή των προϊόντων διενεργείται, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου, από την επιτροπή του άρθρου 32, με την εξαίρεση των προϊόντων των περ. στ) και ζ) της παρ. 1, η καταστροφή των οποίων διενεργείται από την επιτροπή του άρθρου 111.

Τα άρθρα 108, 111, 112 και 116 εφαρμόζονται αναλογικά και για τα προϊόντα των περ. στ) και ζ) της παρ. 1.

7.

Τα προϊόντα των περ. α), β), δ), ε), στ), ζ) και η) της παρ. 1, που αποκτά ιδιώτης για δική του χρήση και τα οποία μεταφέρει στη χώρα αυτοπροσώπως από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή τρίτη χώρα, απαλλάσσονται από τον φόρο κατανάλωσης. Για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ιδία χρήση, λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α)

η εμπορική ιδιότητα του κατόχου και οι λόγοι κατοχής των προϊόντων,

β)

ο τόπος όπου βρίσκονται τα προϊόντα ή, αναλόγως της περίπτωσης, ο χρησιμοποιούμενος τρόπος μεταφοράς,

γ)

κάθε έγγραφο σχετικό με τα προϊόντα,

δ)

η φύση των προϊόντων,

ε)

η ποσότητα των προϊόντων, για την οποία, ως αποδεικτικό στοιχείο, ορίζεται εα) για τα προϊόντα της περ. α) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των είκοσι (20) χιλιοστόλιτρων (ml) υγρών αναπλήρωσης που περιέχονται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, εβ) για τα προϊόντα της περ. στ) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των διακοσίων (200) τεμαχίων ηλεκτρικά θερμαινόμενου προϊόντος καπνού, εγ) για τα προϊόντα των περ. ζ) και η) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των διακοσίων (200) τεμαχίων, και εδ) για τα προϊόντα καφέ των περ. β), δ) και ε) της παρ. 1 το ποσοτικό όριο των τριών (3) κιλών.

8.

Τα προϊόντα της παρ. 1 απαλλάσσονται από τον φόρο κατανάλωσης, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους δικαιούχους της παρ. 1 του άρθρου 67.

9.

Η υποχρέωση καταβολής του φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα της παρ. 1, στην περίπτωση παραλαβής των προϊόντων αυτών από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. γεννάται κατά την παραλαβή τους στο εσωτερικό της χώρας.

10.

Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι κατά περίπτωση:

α)

το πρόσωπο που εισάγει από τρίτη χώρα τα προϊόντα της παρ. 1,

β)

το πρόσωπο που αποκτά από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. τα ανωτέρω προϊόντα,

γ)

το πρόσωπο που παράγει εγχωρίως τα ανωτέρω προϊόντα, εκτός καθεστώτος αναστολής,

δ)

ο εγκεκριμένος αποθηκευτής των προϊόντων αυτών, ε) ειδικά για τα προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει εγκριθεί ως δικαιούχος υποβολής αίτησης επιστροφής φόρου κατανάλωσης, και αποκτά τα προϊόντα αυτά από εγκεκριμένο αποθηκευτή-πωλητή, το οποίο δύναται να καταβάλει με την υποβολή του προβλεπόμενου τελωνειακού παραστατικού τον φόρο κατανάλωσης που αναλογεί στα αποκτώμενα προϊόντα κατά τη θέση τους σε ανάλωση.

11.

Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα της παρ. 1 ενεργείται από την αρμόδια αρχή, ως κατωτέρω:

α)

Ως προς την εισαγωγή, κατά την ίδια χρονική στιγμή που βεβαιώνονται και εισπράττονται οι λοιπές δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις.

β)

Ως προς την απόκτηση από άλλο κράτος μέλος, το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από τη γένεση της υποχρέωσης, εκτός εάν τα προϊόντα τεθούν άμεσα σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης της παρ. 5.

γ)

Ως προς την εγχώρια παραγωγή των προϊόντων αυτών, εκτός καθεστώτος αναστολής, το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από τη γένεση της υποχρέωσης.

δ)

Ως προς την έξοδο από τη φορολογική αποθήκη, ήτοι από το καθεστώς αναστολής των φορολογικών επιβαρύνσεων, το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου από το καθεστώς αναστολής με την επιφύλαξη των επομένων εδαφίων. Για τα προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, η οποία πραγματοποιείται από τα υπόχρεα πρόσωπα της περ. ε) της παρ. 10, η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου κατανάλωσης ενεργείται κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας με Δήλωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (ΔΕΦΚ), που υποβάλλεται από τα πρόσωπα αυτά. Για τα προϊόντα των περ. στ) και ζ) της παρ. 1 εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 110 και 120.

12.

Με τον φόρο κατανάλωσης των προϊόντων της παρ. 1 βεβαιώνεται και εισπράττεται, κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο αναλογών Φ.Π.Α. Κατ' εξαίρεση, ο αναλογών Φ.Π.Α. των προϊόντων καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, βεβαιώνεται και εισπράττεται με δήλωση που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή - πωλητή, το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου από το καθεστώς αναστολής, αν ο φόρος κατανάλωσης βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της περ. δ) της παρ. 11.

Η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 24 και 25 του Κώδικα Φ.Π.Α.. Ο φόρος κατανάλωσης αποτελεί διαμορφωτικό στοιχείο της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του Φ.Π.Α. Στο προηγούμενο εδάφιο εμπίπτει και η περίπτωση στην οποία ο Φ.Π.Α. καταβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή-πωλητή κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου.

Οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές των προϊόντων του παρόντος ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. των εισροών τους με την υποβολή του προβλεπόμενου παραστατικού στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

13.

Επιστρέφεται το ποσό του φόρου κατανάλωσης που έχει εισπραχθεί κατά τα οριζόμενα στην παρ. 11, για τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., εγχωρίως παραγόμενα και για τα εξερχόμενα από φορολογική αποθήκη προϊόντα καφέ των περ. β), γ), δ) και ε) της παρ. 1, τα οποία, μετά τη θέση τους σε ανάλωση, αυτούσια ή κατόπιν επεξεργασίας τους, συμπεριλαμβανομένων και των συνήθων εργασιών που δεν μεταβάλλουν τη Δασμολογική τους Κλάση, εξάγονται σε τρίτες χώρες ή αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Δικαιούχοι επιστροφής του φόρου κατανάλωσης είναι τα πρόσωπα της παρ. 10, κατά περίπτωση, τα οποία διενεργούν την εξαγωγή ή την παράδοσή τους σε άλλο κράτος μέλος και έχουν εγκριθεί για την υποβολή αίτησης επιστροφής του φόρου κατανάλωσης.

Άρθρο 51. Εφαρμογή του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα στα υποκείμενα σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντα - Εδαφική εφαρμογή - Γενεσιουργό γεγονός επιβολής του φόρου
1.

Στον Ε.Φ.Κ. υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 49, κατά:

α)

την παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένης, ανάλογα με την περίπτωση, της εξόρυξής τους στο εσωτερικό της χώρας,

β)

την εισαγωγή τους ή την παράτυπη είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας,

γ)

την παραλαβή τους από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Επί των εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων του άρθρου 49 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και της συναφούς με αυτή νομοθεσίας.

3.

Οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τις ενωσιακές τελωνειακές διατάξεις για την είσοδο εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε. εφαρμόζονται αναλογικά κατά την είσοδο υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων στο έδαφος της Ε.Ε. από ένα από τα εδάφη που αναφέρονται στην παρ. 5. Οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τις ενωσιακές τελωνειακές διατάξεις για την έξοδο εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Ε.Ε. εφαρμόζονται αναλογικά κατά την έξοδο υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από το έδαφος της Ε.Ε. προς ένα από τα εδάφη που αναφέρονται στην παρ. 5.

4.

Τα άρθρα 54 έως 64, 121 έως 128 και 130 δεν εφαρμόζονται σε υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα των μη ενωσιακών εμπορευμάτων, όπως ορίζονται στο σημείο 24 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 269).

5.

Θεωρούνται ως προϊόντα εισαγόμενα στο εσωτερικό της χώρας, τα προϊόντα που προέρχονται από τα ακόλουθα εδάφη, τα οποία αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε.:

α)

Κανάριοι Νήσοι,

β)

τα γαλλικά εδάφη που αναφέρονται στο άρθρο 349 και στην παρ. 1 του άρθρου 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ)

Νήσοι Άαλαντ,

δ)

Αγγλονορμανδικές Νήσοι.

Οι περ. α) και β) παύουν να ισχύουν από την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση σχετικής δήλωσης της Ισπανίας ή της Γαλλίας αντίστοιχα, για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στη δήλωση αυτή.

6.

Θεωρούνται, επίσης, ως προϊόντα εισαγόμενα στο εσωτερικό της χώρας τα προϊόντα που προέρχονται από τα εδάφη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από τα ακόλουθα εδάφη, τα οποία δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε.:

α)

Νήσος Ελιγολάνδη,

β)

Έδαφος του Μπίζινγκεν,

γ)

Θέουτα,

δ)

Μελίλια,

ε)

Λιβίνιο,

στ)

Γιβραλτάρ.

7.

Για την εφαρμογή του Μέρους Γ, η διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από ή προς:

α)

το Πριγκιπάτο του Μονακό, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς τη Γαλλία,

β)

τον Άγιο Μαρίνο, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς την Ιταλία,

γ)

τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς την Κύπρο,

δ)

τη Νήσο του Μαν, αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς το Ηνωμένο Βασίλειο,

ε)

το Jungholz και το Mittelberg (Kleines Walsertal), αντιμετωπίζεται ως διακίνηση από ή προς τη Γερμανία.

Άρθρο 52. Ορισμοί

Για την εφαρμογή του Μέρους Γ' νοούνται ως:

α)

«διαγραφή»: η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης που δεν έχει καταβληθεί,

β)

«διανομέας ή αναδιανομέας φυσικού αερίου»:

βα)

ο προμηθευτής φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περ. κβ' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011 (Α' 179), για την ποσότητα φυσικού αερίου που προμηθεύει σε Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου,

ββ)

ο τελικός πελάτης φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περ. ιστ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011, για την ποσότητα που καταναλώνει και την οποία προμηθεύεται αποκλειστικά για δική του χρήση σε σημείο διαφορετικό από το Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου,

γ)

«εγκεκριμένος αποθηκευτής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει, να παραλαμβάνει ή να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε φορολογική αποθήκη,

δ)

«εγγεγραμμένος αποστολέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις τελωνειακές αρχές, αποκλειστικά και μόνο να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, κατόπιν της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 για τη θέσπιση ενωσιακού τελωνειακού κώδικα στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του (L 269),

ε)

«εγγεγραμμένος παραλήπτης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο από τις τελωνειακές αρχές, να παραλαμβάνει, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα προερχόμενα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης,

στ)

«έδαφος κράτους μέλους»: το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. στο οποίο εφαρμόζονται οι Συνθήκες, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 355 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην των τρίτων εδαφών,

ζ)

«έδαφος της Ένωσης»: τα εδάφη των κρατών μελών της Ε.Ε.,

η)

«εισαγωγή»: η θέση των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013,

θ)

«επιστροφή»: η επιστροφή ποσού ειδικού φόρου κατανάλωσης που έχει καταβληθεί,

ι)

«καθεστώς αναστολής»: το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην παραγωγή, τη μεταποίηση, την κατοχή, την αποθήκευση, ή τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης,

ια)

«κράτος μέλος αποστολής»: το κράτος μέλος της Ε.Ε., από το οποίο αποστέλλονται σε κράτος μέλος προορισμού της περ. ιγ' υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα σύμφωνα με το Μέρος Γ' του παρόντος Κώδικα,

ιβ)

«κράτος μέλος εξαγωγής»: το κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου υποβάλλεται η διασάφηση εξαγωγής κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 221 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (L 343), 

ιγ)

«κράτος μέλος προορισμού»: το κράτος μέλος της Ε.Ε., στο οποίο πρόκειται να παραδοθούν ή να χρησιμοποιηθούν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα σύμφωνα με το Μέρος Γ' του παρόντος Κώδικα,

ιδ)

«μηχανοργανωμένο σύστημα»: το μηχανοργανωμένο σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 1 της Απόφασης (ΕΕ) 2020/263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2020 για την εισαγωγή της πληροφορικής στη διακίνηση και στους ελέγχους των αγαθών που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (L 58),

ιε)

«παράτυπη είσοδος»: η είσοδος προϊόντων στο έδαφος της χώρας τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 και για τα οποία έχει γεννηθεί τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 79 του ίδιου Κανονισμού ή θα είχε γεννηθεί, εάν στα εμπορεύματα είχε επιβληθεί τελωνειακός δασμός,

ιστ)

«πιστοποιημένος αποστολέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο με σκοπό, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, την αποστολή υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, και στη συνέχεια διακινούνται προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.,

ιζ)

«πιστοποιημένος παραλήπτης»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο σε μητρώο με σκοπό, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, την παραλαβή υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και στη συνέχεια διακινούνται προς το εσωτερικό της χώρας,

ιη)

«σημείο κατανάλωσης φυσικού αερίου»: η εγκατάσταση καταναλωτή φυσικού αερίου στην οποία παραδίδεται φυσικό αέριο για τελική χρήση,

ιθ)

«τρίτα εδάφη»: τα εδάφη που απαριθμούνται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 51,

κ)

«τρίτη χώρα»: κράτος ή έδαφος στο οποίο δεν εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε.,

κα)

«φορολογική αποθήκη»: ο τόπος όπου υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα παράγονται, μεταποιούνται, κατέχονται, αποθηκεύονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης από εγκεκριμένο αποθηκευτή στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του.

Άρθρο 53. Χρόνος και τόπος όπου καθίσταται απαιτητός ο φόρος
1.

Ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Θεωρείται ως «θέση σε ανάλωση»:

α)

η έξοδος υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από ένα καθεστώς αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της παράτυπης εξόδου,

β)

η κατοχή ή αποθήκευση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων παρατυπίας, εκτός καθεστώτος αναστολής, για τα οποία δεν έχει επιβληθεί Ε.Φ.Κ. δυνάμει των εφαρμοστέων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου και της εθνικής νομοθεσίας,

γ)

η παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης, υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων και η παράτυπη παραγωγή ή μεταποίηση, εκτός καθεστώτος αναστολής,

δ)

η εισαγωγή υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, εκτός εάν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα υπαχθούν, αμέσως μετά την εισαγωγή, σε καθεστώς αναστολής, ή η παράτυπη είσοδος προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ., εκτός εάν η τελωνειακή οφειλή έχει αποσβεσθεί σύμφωνα με τα στοιχεία ε', στ', ζ' και ια' της παρ. 1 του άρθρου 124 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013. Η εφαρμογή της παρούσας για οφειλές που αποσβένονται σύμφωνα με το στοιχείο ε' της παρ. 1 του άρθρου 124 του ίδιου Κανονισμού είναι ανεξάρτητη από την επιβολή και την είσπραξη των πολλαπλών τελών της παρ. 1 του άρθρου 168 και την εφαρμογή του Μέρους Ε', όταν συντρέχει λαθρεμπορία.

Για την εφαρμογή της περ. α), ως έξοδος από το καθεστώς αναστολής των πετρελαιοειδών προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής εντός φορολογικών αποθηκών στο εσωτερικό της χώρας και ζητείται η θέση τους σε ανάλωση, θεωρείται η φυσική έξοδος των προϊόντων από τη φορολογική αποθήκη.

3.

Ο χρόνος εξόδου από καθεστώς αναστολής, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2, είναι:

α)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από τον εγγεγραμμένο παραλήπτη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121,

β)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από τον παραλήπτη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121,

γ)

ο χρόνος παραλαβής των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων στον τόπο άμεσης παράδοσής τους, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 121.

4.

Με την επιφύλαξη της παρ. 5, ο Ε.Φ.Κ. στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν την ημερομηνία κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός.

5.

Στην περίπτωση παράτυπης εξόδου από καθεστώς αναστολής ή κατοχής ή αποθήκευσης εκτός καθεστώτος αναστολής ή παράτυπης παραγωγής ή παράτυπης εισαγωγής, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν κατά τον χρόνο διαπίστωσης των παρατυπιών αυτών.

Όταν από τα στοιχεία που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνεται ότι η παράτυπη έξοδος από καθεστώς αναστολής ή η κατοχή εκτός καθεστώτος αναστολής ή η παράτυπη παραγωγή ή η παράτυπη εισαγωγή πραγματοποιήθηκαν ή υπήρξαν, κατά περίπτωση, σε χρόνο προγενέστερο της διαπίστωσης, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά την προγενέστερη της διαπίστωσης ημερομηνία, στην οποία πραγματοποιήθηκαν ή υπήρξαν.

6.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 107, υπόχρεος να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ. που καθίσταται απαιτητός είναι:

α)

σε σχέση με την έξοδο υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων από καθεστώς αναστολής, όπως αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2:

αα)

Ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης ή κάθε άλλο πρόσωπο που απελευθερώνει ή εξ ονόματος του οποίου απελευθερώνονται τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα από καθεστώς αναστολής και σε περίπτωση παράτυπης εξόδου από τη φορολογική αποθήκη, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην έξοδο αυτή,

αβ)

σε περίπτωση παρατυπίας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, όπως αυτή ορίζεται στις παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 129, ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος αποστολέας ή κάθε άλλο πρόσωπο που εγγυήθηκε την πληρωμή, σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 121, και κάθε πρόσωπο που συμμετείχε στην παράτυπη έξοδο και το οποίο γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει τον παράτυπο χαρακτήρα της εξόδου,

β)

σχετικά με την κατοχή ή αποθήκευση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων όπως αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 2, το πρόσωπο που κατέχει ή αποθηκεύει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα ή κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην κατοχή ή αποθήκευση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων ή οποιοσδήποτε συνδυασμός αυτών των προσώπων, σύμφωνα με την αρχή της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης,

γ)

σχετικά με την παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης, υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων όπως αναφέρεται στην περ. γ) της παρ. 2, το πρόσωπο που παράγει τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα και, σε περίπτωση παράτυπης παραγωγής, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην παραγωγή τους,

δ)

σχετικά με την εισαγωγή ή την παράτυπη είσοδο υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που αναφέρεται στην περ. δ) της παρ. 2, ο διασαφιστής, όπως ορίζεται στο σημείο 15 του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 ή κάθε άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 77 του ίδιου Κανονισμού και σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην παράτυπη εισαγωγή.

Σε περίπτωση περισσότερων υπόχρεων για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού ειδικού φόρου κατανάλωσης, τα πρόσωπα αυτά είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεα για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής.

7.

Σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης της άδειας εγκεκριμένου αποθηκευτή, οι φορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αποθηκευμένα σε καθεστώς αναστολής προϊόντα στη φορολογική αποθήκη ή στις φορολογικές αποθήκες του αποθηκευτή, καθίστανται άμεσα απαιτητές και τα προϊόντα δεσμεύονται μέχρι την εξόφληση αυτών από τον υπόχρεο ή από τις εγγυήσεις που έχουν κατατεθεί.

Άρθρο 54. Διακινήσεις υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς και γενεσιουργός αιτία του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης
1.

Αν υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., διακινούνται, προκειμένου να παραδοθούν στο εσωτερικό της χώρας για εμπορικούς σκοπούς ή να χρησιμοποιηθούν σε αυτό, υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., ο οποίος καθίσταται απαιτητός από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6.

Για τους σκοπούς των άρθρων 54, 55, 56 και 57, τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα διακινούνται μόνο από πιστοποιημένο αποστολέα προς πιστοποιημένο παραλήπτη.

Για την απόκτηση της ιδιότητας του πιστοποιημένου αποστολέα ή του πιστοποιημένου παραλήπτη απαιτείται η εγγραφή σε μητρώο, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος, θεωρείται ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν «παραδοθεί για εμπορικούς σκοπούς», εφόσον έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., έχουν διακινηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος προς το έδαφος άλλου κράτους μέλους και παραδίδονται είτε σε μη ιδιώτη είτε σε ιδιώτη αν η διακίνηση δεν καλύπτεται από το άρθρο 58 ή το άρθρο 59. Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα δεν θεωρούνται ότι έχουν παραδοθεί για εμπορικούς σκοπούς, εφόσον μεταφέρονται από τον εν λόγω ιδιώτη για δική του χρήση, όταν διακινούνται από το έδαφος του άλλου κράτους μέλους.

3.

Η διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων βάσει του παρόντος αρχίζει όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξέλθουν από τις εγκαταστάσεις του πιστοποιημένου αποστολέα ή από οποιονδήποτε τόπο στο κράτος μέλος αποστολής που έχει γνωστοποιηθεί πριν από την έναρξη της διακίνησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

4.

Η διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων βάσει του παρόντος λήγει όταν ο πιστοποιημένος παραλήπτης παραλάβει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα στις εγκαταστάσεις του ή σε οποιονδήποτε τόπο στο κράτος μέλος προορισμού που έχει γνωστοποιηθεί πριν από την έναρξη της διακίνησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού.

5.

Οι όροι υπό τους οποίους ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός, καθώς και ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι αυτοί που ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

6.

Ο πιστοποιημένος παραλήπτης είναι υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός όταν τα προϊόντα έχουν παραδοθεί στο εσωτερικό της χώρας, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση, σύμφωνα με το άρθρο 130.

7.

Σε περίπτωση μη εγγραφής ή πιστοποίησης ενός ή όλων των προσώπων που εμπλέκονται στη διακίνηση, τα πρόσωπα αυτά καθίστανται επίσης υπόχρεα για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

8.

Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία βρίσκονται επί πλοίου ή αεροσκάφους που πραγματοποιεί θαλάσσια ταξίδια ή πτήσεις μεταξύ των εδαφών δύο κρατών μελών της Ε.Ε. και τα οποία δεν διατίθενται προς πώληση όταν το πλοίο ή το αεροσκάφος βρίσκεται στο έδαφος της χώρας, δεν υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. στη χώρα.

Άρθρο 55. Προϋποθέσεις διακίνησης υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς - Ηλεκτρονικό απλουστευμένο διοικητικό έγγραφο και αναφορά παραλαβής
1.

Η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς είναι σύμφωνη με τα άρθρα 54, 55, 56 και 57, εάν πραγματοποιείται υπό την κάλυψη ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 7 έως 11 του παρόντος.

2.

Ο πιστοποιημένος παραλήπτης, δυνάμει της παρ. 6 του άρθρου 54, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α)

Πριν από την αποστολή των προϊόντων, παρέχει εγγύηση που καλύπτει τους ενεχόμενους κινδύνους μη καταβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης που μπορεί να επέλθουν κατά τη διακίνηση μέσω των εδαφών των κρατών μελών διαμεταγωγής και στο εσωτερικό της χώρας,

β)

καταβάλλει τον οφειλόμενο Ε.Φ.Κ. στην αρμόδια τελωνειακή αρχή με την άφιξη των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την άφιξη,

γ)

αποδέχεται κάθε έλεγχο που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές για να εξακριβώσουν ότι πραγματοποιήθηκε η παραλαβή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων και ότι καταβλήθηκε ο οφειλόμενος Ε.Φ.Κ..

Κατά παρέκκλιση της περ. α), δύναται, στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 196, να επιτρέπεται η παροχή της εγγύησης από τον μεταφορέα, τον κύριο των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τον πιστοποιημένο αποστολέα, ή από κοινού με οποιονδήποτε συνδυασμό από δύο ή περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα με ή χωρίς τον πιστοποιημένο παραλήπτη.

3.

Η εγγύηση της περ. α) της παρ. 2 ισχύει σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

4.

Ο εξουσιοδοτημένος από τις τελωνειακές αρχές εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εγγεγραμμένος αποστολέας μπορεί να ενεργεί ως πιστοποιημένος αποστολέας, αφού ενημερώσει τις εν λόγω αρχές.

5.

Ο εξουσιοδοτημένος από τις τελωνειακές αρχές εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εγγεγραμμένος παραλήπτης μπορεί να ενεργεί ως πιστοποιημένος παραλήπτης, αφού ενημερώσει τις εν λόγω αρχές.

6.

Για τον πιστοποιημένο αποστολέα ή τον πιστοποιημένο παραλήπτη που αποστέλλει ή παραλαμβάνει μόνο περιστασιακά προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., η εγγραφή στο μητρώο που αναφέρεται στις περ. ιστ) και ιζ) του άρθρου 52 περιορίζεται σε συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σε έναν μόνο παραλήπτη ή αποστολέα και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η προσωρινή πιστοποίηση του πρώτου εδαφίου, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων των περ. ιστ) και ιζ) του άρθρου 52, παρέχεται επίσης σε ιδιώτες που ενεργούν ως αποστολείς ή παραλήπτες αν τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. παραδίδονται για εμπορικούς σκοπούς δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 54.

7.

Όταν προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. πρόκειται να διακινηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 54, 55, 56 και 57, ο πιστοποιημένος αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

8.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής επαληθεύει, ηλεκτρονικά, τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο απλουστευμένου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου. Εάν τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται, πάραυτα, ο πιστοποιημένος αποστολέας. Εάν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή αποδίδει στο έγγραφο μοναδικό απλουστευμένο διοικητικό κωδικό αναφοράς και τον κοινοποιεί στον πιστοποιημένο αποστολέα.

9.

Μετά την απόδοση του απλουστευμένου διοικητικού κωδικού αναφοράς, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές διαβιβάζουν, πάραυτα, το ηλεκτρονικό απλουστευμένο διοικητικό έγγραφο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού, οι οποίες το προωθούν στον πιστοποιημένο παραλήπτη.

10.

Ο πιστοποιημένος αποστολέας παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. ή αν κανένα πρόσωπο δεν συνοδεύει τα προϊόντα, στον μεταφορέα, τον μοναδικό απλουστευμένο διοικητικό κωδικό αναφοράς. Το πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. ή ο μεταφορέας παρέχει τον κωδικό στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που θα το ζητήσουν κατά τη διάρκεια της διακίνησης.

11.

Κατά τη διακίνηση προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. δυνάμει των άρθρων 54, 55, 56 και 57, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα, να αλλάξει τον προορισμό προς άλλον τόπο παράδοσης στο ίδιο κράτος μέλος της Ε.Ε., τον οποίο διαχειρίζεται ο ίδιος πιστοποιημένος παραλήπτης ή προς τον τόπο αποστολής. Προς τον σκοπό αυτόν, ο πιστοποιημένος αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού εγγράφου αλλαγής προορισμού στις τελωνειακές αρχές, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

12.

Κατά την παραλαβή των προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση και διακινούνται σύμφωνα με τα άρθρα 54, 55 και 57, ο πιστοποιημένος παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις τελωνειακές αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

13.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει, ηλεκτρονικά, τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται, πάραυτα, ο πιστοποιημένος παραλήπτης. Εάν τα στοιχεία είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή παρέχει στον πιστοποιημένο παραλήπτη επιβεβαίωση για την καταχώρηση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

Η αναφορά παραλαβής θεωρείται επαρκής απόδειξη ότι ο πιστοποιημένος παραλήπτης έχει ολοκληρώσει τις απαραίτητες διατυπώσεις και έχει, κατά περίπτωση και εφόσον τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα δεν εξαιρούνται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, καταβάλλει κάθε πληρωμή τυχόν οφειλόμενου ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κράτος μέλος προορισμού ή ενταχθεί σε καθεστώς αναστολής σύμφωνα με τα άρθρα 61 έως 63.

14.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν την αναφορά παραλαβής στον πιστοποιημένο αποστολέα.

15.

Ο Ε.Φ.Κ. που έχει καταβληθεί στο εσωτερικό της χώρας από τον πιστοποιημένο αποστολέα επιστρέφεται, κατόπιν αίτησής του και βάσει της αναφοράς παραλαβής που αποστέλλεται από το κράτος προορισμού μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 65.

Άρθρο 56. Εφεδρικές διαδικασίες και έγγραφα - Ανάκτηση δεδομένων - Εναλλακτικές αποδείξεις παραλαβής προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους, προκειμένου να παραδοθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για εμπορικούς σκοπούς
1.

Κατά παρέκκλιση των παρ. 7 έως 11 του άρθρου 55, εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί να αρχίζει διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, εφόσον:

α)

τα προϊόντα συνοδεύονται από εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 55,

β)

ο πιστοποιημένος αποστολέας ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν από την έναρξη της διακίνησης.

Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο πιστοποιημένος αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης υποβάλλει αντίγραφο του εγγράφου της περ. α) για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη μη διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της μη διαθεσιμότητας.

2.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου κατά την παρ. 7 του άρθρου 55.

Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου, κατά την παρ. 8 του άρθρου 55, αν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του παρόντος. Οι παρ. 9 και 12 έως 15 του άρθρου 55 εφαρμόζονται αναλογικά.

3.

Ο πιστοποιημένος αποστολέας φυλάσσει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 στα λογιστικά του αρχεία.

4.

Όταν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο πιστοποιημένος αποστολέας μπορεί να τροποποιήσει τον προορισμό των προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παρ. 11 του άρθρου 55, και να κοινοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας εναλλακτικά μέσα επικοινωνίας. Ο πιστοποιημένος αποστολέας ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν από την έναρξη αλλαγής του προορισμού. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλογικά.

5.

Όταν υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα πρόκειται να διακινηθούν δυνάμει των άρθρων 54, 55, 56 και 57 και η αναφορά παραλαβής δεν είναι δυνατό να υποβληθεί κατά τη λήξη της διακίνησης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 55, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος προορισμού είτε διότι δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος, ο πιστοποιημένος παραλήπτης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εφεδρικό έγγραφο στο οποίο περιέχονται τα ίδια στοιχεία με την αναφορά παραλαβής και δηλώνεται η λήξη της διακίνησης.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού αποστέλλουν αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής είναι δυνατό να τους υποβληθεί σύντομα από τον πιστοποιημένο παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, όπως προβλέπεται στην παρ. 12 του άρθρου 55 ή εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν το αντίγραφο στον πιστοποιημένο αποστολέα ή το φυλάσσουν, ώστε να είναι στη διάθεση του πιστοποιημένου αποστολέα.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο πιστοποιημένος παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 55. Οι παρ. 13 και 14 του άρθρου 55 εφαρμόζονται αναλογικά.

6.

Με την επιφύλαξη της παρ. 5, η αναφορά παραλαβής που απαιτείται σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 55, συνιστά απόδειξη ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν παραδοθεί στον πιστοποιημένο παραλήπτη.

7.

Κατά παρέκκλιση της παρ. 6, αν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στην παρ. 5, είναι δυνατό να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη, με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού, βάσει κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που απεστάλησαν έχουν φθάσει στον προορισμό τους.

Το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 συνιστά κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας.

8.

Αν η θεώρηση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού γίνεται αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή απόδειξη για το ότι ο πιστοποιημένος παραλήπτης έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες διατυπώσεις και έχει προβεί σε τυχόν καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης που οφείλεται στο κράτος μέλος προορισμού.

Άρθρο 57. Διακίνηση προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση μεταξύ δύο τόπων στο έδαφος της χώρας μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η διακίνηση υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, προς προορισμό που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., διενεργείται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η διακίνηση πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 55, μέσω κατάλληλης διαδρομής,

β)

ο πιστοποιημένος παραλήπτης βεβαιώνει την παραλαβή των προϊόντων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες,

γ)

ο πιστοποιημένος αποστολέας και ο πιστοποιημένος παραλήπτης αποδέχονται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να διαπιστώνουν την πραγματική παραλαβή των προϊόντων.

Άρθρο 58. Απόκτηση από ιδιώτη
1.

Για τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία αποκτά ιδιώτης για δική του χρήση και τα οποία μεταφέρει, αυτοπροσώπως, από το έδαφος ενός κράτους-μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης οφείλονται μόνο στο κράτος μέλος, όπου τα προϊόντα αυτά αποκτώνται.

2.

Για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία αναφέρονται στην παρ. 1, προορίζονται για ίδια χρήση ενός ιδιώτη, λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α)

η εμπορική ιδιότητα του κατόχου και οι λόγοι κατοχής των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων,

β)

ο τόπος όπου βρίσκονται τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο χρησιμοποιούμενος τρόπος μεταφοράς,

γ)

κάθε έγγραφο σχετικό με τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα,

δ)

η φύση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων,

ε)

η ποσότητα των προϊόντων.

3.

Για την εφαρμογή της περ. ε) της παρ. 2, ως αποδεικτικό στοιχείο, ορίζονται ενδεικτικά τα ακόλουθα ποσοτικά όρια, ανά προϊόν:

α)

για τα προϊόντα καπνού:

αα)

τσιγάρα: οκτακόσια (800) τεμάχια,

αβ)

πουράκια (πούρα βάρους όχι πάνω από 3 γρ. το τεμάχιο): τετρακόσια (400) τεμάχια,

αγ)

πούρα: διακόσια (200) τεμάχια,

αδ)

καπνός για κάπνισμα: ένα (1) κιλό,

β)

για τα αλκοολούχα ποτά:

βα)

οινοπνευματώδη ποτά: δέκα (10) λίτρα,

ββ)

ενδιάμεσα προϊόντα: είκοσι (20) λίτρα,

βγ)

οίνοι: ενενήντα (90) λίτρα (από τους οποίους το πολύ εξήντα (60) λίτρα αφρώδεις),

βδ)

μπύρες: εκατόν δέκα (110) λίτρα.

4.

Ο Ε.Φ.Κ. πετρελαιοειδών προϊόντων, τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος-μέλος, καθίσταται απαιτητός και εισπράττεται από τις αρμόδιες αρχές, εάν η μεταφορά αυτών των προϊόντων στη χώρα γίνεται με ανορθόδοξους τρόπους από ιδιώτη ή για λογαριασμό ιδιώτη.

Ως ανορθόδοξες μεταφορές θεωρούνται οι μεταφορές καυσίμων κινητήρων, όταν τα καύσιμα δεν μεταφέρονται στη δεξαμενή των οχημάτων ή σε κατάλληλο εφεδρικό δοχείο, καθώς και η μεταφορά υγρών καυσίμων θέρμανσης όταν δεν γίνεται με βυτιοφόρα που χρησιμοποιούνται για λογαριασμό οικονομικών φορέων.

Άρθρο 59. Πωλήσεις εξ αποστάσεως
1.

Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και αγοράζονται από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποθηκευτή, του εγγεγραμμένου παραλήπτη ή του πιστοποιημένου παραλήπτη, είναι εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας και δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και τα οποία αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας άμεσα ή έμμεσα από αποστολέα που ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ή για λογαριασμό του, υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ..

2.

Στην περίπτωση της παρ. 1, ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός και καταβάλλεται κατά την παράδοση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας. Οι όροι υπό τους οποίους ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός, καθώς και ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι αυτοί που ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία ο φόρος καθίσταται απαιτητός.

3.

Υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ο αποστολέας ή ο φορολογικός αντιπρόσωπος αυτού. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας και εγκεκριμένος από την αρμόδια τελωνειακή αρχή. Αν ο αποστολέας ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις της περ. α) της παρ. 4, υπόχρεος για την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ο παραλήπτης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων.

4.

Στην περίπτωση αποστολής προϊόντων από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας ή ο φορολογικός αντιπρόσωπός του συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α)

πριν από την αποστολή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, εγγράφεται στα μητρώα και εγγυάται την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή,

β)

καταβάλλει τον Ε.Φ.Κ. στην αρμόδια τελωνειακή αρχή την ημέρα άφιξης των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα,

γ)

τηρεί λογιστική απεικόνιση των παραδιδόμενων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων.

5.

Στην περίπτωση αποστολής προϊόντων από το εσωτερικό της χώρας σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., ο Ε.Φ.Κ. που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται, κατόπιν αιτήματος του αποστολέα, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 65.

6.

Οι διασυνοριακές εξ αποστάσεως πωλήσεις προϊόντων καπνού μέσω διαδικτύου, τηλεπικοινωνιών ή κάθε άλλου τρόπου πώλησης που βασίζεται σε εξελισσόμενη τεχνολογία απαγορεύονται.

Άρθρο 60. Καταστροφές και απώλειες υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση
1.

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 54 και στην παρ. 1 του άρθρου 59, σε περίπτωση ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, εξαιτίας τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας ή κατόπιν έγκρισης των αρμόδιων αρχών του συγκεκριμένου κράτους μέλους για την καταστροφή των προϊόντων, ο Ε.Φ.Κ. δεν καθίσταται απαιτητός στο εν λόγω κράτος μέλος.

Θεωρείται ότι τα προϊόντα έχουν υποστεί ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ως προϊόντα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ..

2.

Σε περίπτωση μερικής απώλειας που οφείλεται στη φύση των προϊόντων κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος, στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, ο Ε.Φ.Κ. δεν καθίσταται απαιτητός σε αυτό το κράτος μέλος, εφόσον το ποσό της απώλειας δεν υπερβαίνει το κοινό όριο μερικής απώλειας που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα εν λόγω υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, εκτός εάν υπάρχει εύλογη αιτία απάτης ή παρατυπίας.

3.

Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων της παρ. 1 αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές της χώρας, αν η εν λόγω ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, επήλθε στο εσωτερικό της ή όταν η απώλεια διαπιστώνεται στο εσωτερικό και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του τόπου όπου επήλθε.

Στις περιπτώσεις διαπίστωσης ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας, ολικής ή μερικής, των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, η εγγύηση που κατατίθεται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 55 ή την περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59 αποδεσμεύεται, πλήρως ή εν μέρει, κατά περίπτωση, με την προσκόμιση ικανοποιητικών αποδείξεων.

Άρθρο 61. Παραγωγή - Μεταποίηση - Κατοχή - Αποθήκευση
1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων αναφορικά με την προσωρινή εναπόθεση της περ. 11 του άρθρου 4 και με τα ειδικά καθεστώτα της υποπερ. β) της περ. 19 του ίδιου άρθρου, η παραγωγή, η μεταποίηση, η κατοχή και η αποθήκευση των προϊόντων του άρθρου 49, γίνονται σύμφωνα με το Μέρος Γ'. Όταν δεν έχει καταβληθεί ο Ε.Φ.Κ., τα ανωτέρω πραγματοποιούνται σε φορολογική αποθήκη.

2.

Όπου στο Μέρος Γ' του παρόντος αναφέρεται ο όρος «μεταποίηση», εννοείται μεταποίηση για λογαριασμό του ιδίου ή για λογαριασμό τρίτου.

Άρθρο 62. Σύσταση φορολογικών αποθηκών
1.

Για τη σύσταση και λειτουργία των φορολογικών αποθηκών απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου με απόφασή της, χωριστά για κάθε κατηγορία προϊόντος.

2.

Οι τελωνειακές αρχές ασκούν εποπτεία και έλεγχο κατά τρόπο διαρκή ή περιοδικό στις φορολογικές αποθήκες, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 196.

Για τις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 71 εγκαθίστανται ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών.

3.

Όταν οι φορολογικές αποθήκες, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, βρίσκονται σε μη κατοικημένη περιοχή ή έξω από την έδρα της αρμόδιας αρχής ή η λειτουργία τους εκκινεί και λήγει σε ώρες που δεν υπάρχει τακτική συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση, οι οικείοι εγκεκριμένοι αποθηκευτές υποχρεούνται να εξασφαλίσουν, με δικά τους ή μισθωμένα μεταφορικά μέσα, την έγκαιρη μετακίνηση των υπαλλήλων της αρμόδιας αρχής, οι οποίοι εποπτεύουν και ελέγχουν τις εργασίες των αποθηκών αυτών.

Άρθρο 63. Αναγνώριση εγκεκριμένου αποθηκευτή
1.

Για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως εγκεκριμένου αποθηκευτή απαιτείται άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

2.

Για να παρασχεθεί η άδεια της παρ. 1, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πρέπει:

α)

να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία τελούν υπό αναστολή καταβολής του φόρου, εφόσον βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη,

β)

να μην έχει καταδικαστεί το φυσικό πρόσωπο ή, προκειμένου περί νομικών προσώπων, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού ή άλλα πρόσωπα, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο και το καταστατικό, δεσμεύουν με την υπογραφή τους το νομικό πρόσωπο βάσει τελεσίδικης ποινικής απόφασης, για παραβάσεις των περί λαθρεμπορίας διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 131 σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 έως 191, ή για παραβάσεις του άρθρου 12 του ν. 2969/2001 (Α' 281) ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που σχετίζεται με την πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων προϊόντων Ε.Φ.Κ., ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή να μην έχει εκδοθεί σε βάρος του τελεσίδικη απόφαση διοικητικού ή πολιτικού δικαστηρίου περί συμμετοχής σε πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων προϊόντων υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

γ)

να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 10 του άρθρου 196.

3.

Ο εγκεκριμένος αποθηκευτής:

α)

υποχρεούται:

αα)

να εισάγει στη φορολογική αποθήκη του και να προβαίνει στη λογιστική εγγραφή, με την περάτωση της διακίνησης, όλων των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, εκτός εάν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 121,

αβ)

να τηρεί για κάθε φορολογική αποθήκη λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων και των διακινήσεων των προϊόντων,

αγ)

να αποδέχεται οποιονδήποτε έλεγχο,

αδ)

να παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του,

αε)

να συμμορφώνεται με άλλες υποχρεώσεις που επιβάλλουν ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε.,

αστ)

να διαθέτει εντός των αποθηκών και αδαπάνως για το Δημόσιο κατάλληλο και ασφαλή στεγασμένο χώρο για την εγκατάσταση της αρμόδιας αρχής προς διενέργεια των κατά περίπτωση απαιτούμενων εργασιών και διατυπώσεων,

αζ)

να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή των δεδομένων που έχουν ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της άδειας και να παρέχει τα επιβαλλόμενα από αυτήν πρόσθετα διασφαλιστικά μέτρα,

β)

επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν στα προϊόντα,

γ)

ευθύνεται για τις πράξεις των αποθηκαρίων των αποθηκών αυτών σε περίπτωση καταλογισμού τους από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 64. Καταστροφές και απώλειες προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής
1.

Η ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και τελούν υπό καθεστώς αναστολής από αιτία οφειλόμενη στην ίδια τη φύση του προϊόντος, σε τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία ή κατόπιν άδειας των αρμόδιων αρχών για καταστροφή των προϊόντων, δεν θεωρείται θέση σε ανάλωση.

Θεωρείται ότι τα προϊόντα έχουν υποστεί ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ως προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ..

2.

Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων της παρ. 1 αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, εάν η εν λόγω ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, επήλθε στο εσωτερικό της χώρας ή όταν η απώλεια διαπιστώνεται στο εσωτερικό της χώρας και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του τόπου όπου επήλθε. Στις περιπτώσεις διαπίστωσης ολικής καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας, ολικής ή μερικής, των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, η εγγύηση που κατατίθεται, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 121 αποδεσμεύεται, πλήρως ή εν μέρει, κατά περίπτωση, με την προσκόμιση ικανοποιητικών αποδείξεων.

3.

Μερική απώλεια, η οποία οφείλεται στη φύση των προϊόντων και επέρχεται κατά τη διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των κρατών μελών, δεν θεωρείται θέση σε ανάλωση, εφόσον το ποσό της απώλειας είναι χαμηλότερο από το κοινό όριο μερικής απώλειας που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα εν λόγω υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν εύλογη αιτία να υποπτευθούν απάτη ή παρατυπία. Το τμήμα της μερικής απώλειας που υπερβαίνει το κοινό όριο μερικής απώλειας για τα εν λόγω υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα θεωρείται ως θέση σε ανάλωση.

Άρθρο 65. Επιστροφή ή διαγραφή του φόρου - Βεβαίωση και είσπραξη εκ των υστέρων
1.

Τα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας δύνανται, στις περιπτώσεις της παρ. 15 του άρθρου 55, της παρ. 5 του άρθρου 59 και της παρ. 4 του άρθρου 130, να αποτελέσουν, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, αντικείμενο επιστροφής ή διαγραφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, εφόσον τα προϊόντα αυτά δεν πρόκειται να καταναλωθούν στο εσωτερικό της χώρας.

Αν τα προϊόντα αυτά φέρουν φορολογικά επισήματα, ήτοι ένσημες ταινίες φορολογίας καπνού ή αλκοολούχων ποτών, πριν από την αποστολή τους και προκειμένου να επιστραφεί ο Ε.Φ.Κ., προσκομίζονται για καταστροφή τα επισήματα αυτά στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

2.

Στην περίπτωση της παρ. 15 του άρθρου 55, ο Ε.Φ.Κ. που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται μόνο εφόσον ο φόρος αυτός έχει καταστεί απαιτητός και έχει εισπραχθεί στο άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

3.

Στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 59, ο Ε.Φ.Κ. που επιβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας επιστρέφεται, κατόπιν αιτήματος του αποστολέα, εφόσον ο ίδιος ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος έχει ακολουθήσει στο κράτος μέλος προορισμού τις διαδικασίες της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

4.

Πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 1, στις περιπτώσεις που υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα φέρουν φορολογικά επισήματα, ήτοι ένσημες ταινίες φορολογίας καπνού ή αλκοολούχων ποτών, ποσά που καταβλήθηκαν ή αποτέλεσαν αντικείμενο εγγύησης για την απόκτησή τους, πλην της αξίας τους, επιστρέφονται, διαγράφονται ή αποδεσμεύονται, κατά περίπτωση, από την αρμόδια αρχή εάν ο Ε.Φ.Κ. έχει καταστεί απαιτητός και έχει εισπραχθεί σε άλλο κράτος μέλος.

Το ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, το οποίο καταβλήθηκε ή αποτέλεσε αντικείμενο εγγύησης επιστρέφεται, διαγράφεται ή αποδεσμεύεται με την προσκόμιση στην αρμόδια αρχή, ικανοποιητικής απόδειξης ότι τα φορολογικά επισήματα έχουν αφαιρεθεί ή καταστραφεί.

5.

Ο Ε.Φ.Κ. που έχει βεβαιωθεί για προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση με απαλλαγή από τον φόρο αυτόν, βάσει του Μέρους Γ' διαγράφεται, εάν τα προϊόντα μετά τη θέση τους σε ανάλωση υπέστησαν ολική καταστροφή ή ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, εξαιτίας τυχαίων περιστατικών ή ανωτέρας βίας, ή με σχετική για την καταστροφή τους έγκριση από τις αρμόδιες αρχές. Η ολική καταστροφή ή η ανεπανόρθωτη απώλεια, ολική ή μερική, πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.

6.

Οι ρυθμίσεις περί συμπληρωματικής βεβαίωσης και είσπραξης εκ των υστέρων του άρθρου 27, καθώς και οι ρυθμίσεις περί αχρεωστήτως εισπραχθέντων του άρθρου 28 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα.

Άρθρο 66. Πωλήσεις από καταστήματα αφορολογήτων ειδών
1.

Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία διατίθενται από τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και τα οποία μεταφέρονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που μεταβαίνουν σε τρίτο έδαφος ή σε τρίτη χώρα αεροπορικώς ή διά θαλάσσης απαλλάσσονται από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

2.

Τα προϊόντα τα οποία διατίθενται μέσα σε αεροσκάφος ή πλοίο κατά τη διάρκεια της πτήσης ή του πλου προς τρίτο έδαφος ή τρίτη χώρα αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τα προϊόντα τα οποία διατίθενται από τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών.

3.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«κατάστημα αφορολόγητων ειδών»: κατάστημα που βρίσκεται μέσα σε αερολιμένα ή λιμένα και πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις οικείες διατάξεις,

β)

«ταξιδιώτης που μεταβαίνει σε τρίτο έδαφος ή σε τρίτη χώρα»: επιβάτης κάτοχος αεροπορικού εισιτηρίου ή εισιτηρίου θαλάσσιας διαδρομής, στο οποίο ως τελικός προορισμός αναφέρεται αερολιμένας ή λιμένας τρίτου εδάφους ή τρίτης χώρας.

Άρθρο 67. Απαλλαγές από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης
1.

Απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ. τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 49 του παρόντος, εφόσον προορίζονται να χρησιμοποιηθούν:

α)

στο πλαίσιο διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων,

β)

από αναγνωρισμένους διεθνείς οργανισμούς και από τα μέλη των οργανισμών αυτών, μέσα στα όρια και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις για την ίδρυσή τους ή από τις συμφωνίες για την έδρα τους,

γ)

από τις ένοπλες δυνάμεις κάθε κράτους που συμμετέχει στη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού πλην του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι απαιτητός ο Ε.Φ.Κ., εφόσον προορίζονται για χρήση από τις δυνάμεις αυτές ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει, ή για τον εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους,

δ)

από τις ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου που σταθμεύουν στην Κύπρο, σύμφωνα με τη συνθήκη εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας της 16ης Αυγούστου 1960, για χρήση από τις εν λόγω ένοπλες δυνάμεις ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει ή για τον εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους,

ε)

για κατανάλωση στο πλαίσιο συμφωνίας που συνάπτεται με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αυτή η συμφωνία γίνεται δεκτή ή επιτρέπεται να υπαχθεί σε καθεστώς απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας,

στ)

από τις Ένοπλες Δυνάμεις οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Ελλάδας, για χρήση από τις δυνάμεις αυτές ή από το πολιτικό προσωπικό που τις συνοδεύει, ή για εφοδιασμό των λεσχών ή των κυλικείων τους, εφόσον οι δυνάμεις αυτές συμμετέχουν σε αμυντική προσπάθεια για την υλοποίηση ενωσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας.

2.

Προϊόντα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής από το έδαφος ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και υπόκεινται σε απαλλαγή, σύμφωνα με την παρ. 1, συνοδεύονται από πιστοποιητικό απαλλαγής, στο οποίο διευκρινίζονται η φύση και η ποσότητα των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που πρόκειται να παραδοθούν, η αξία των προϊόντων και η ταυτότητα του απαλλασσόμενου παραλήπτη, καθώς και το κράτος μέλος υποδοχής που πιστοποιεί την απαλλαγή. Το έντυπο που χρησιμοποιείται για το πιστοποιητικό απαλλαγής καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.

Η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 125 και 126 δεν εφαρμόζεται στη διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής προς τις ένοπλες δυνάμεις που αναφέρονται στην περ. γ) της παρ. 1, εάν η διακίνηση καλύπτεται από καθεστώς που βασίζεται απευθείας στη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού.

4.

Απαλλάσσονται του Ε.Φ.Κ. τα προϊόντα που προορίζονται για τον εφοδιασμό αεροσκαφών. Για την απαλλαγή εφαρμόζεται το άρθρο 35.

Άρθρο 68. Πωλήσεις προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση από καταστήματα πλοίων και αεροσκαφών
1.

Οι επιτηδευματίες που εκμεταλλεύονται καταστήματα σε πλοία και αεροσκάφη που εκτελούν ενδοενωσιακά ταξίδια και επιθυμούν να διενεργούν πωλήσεις προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, κατά τη διάρκεια της ενδοενωσιακής πτήσης ή του ενδοενωσιακού θαλάσσιου πλου σε επιβάτες, προκειμένου να τα μεταφέρουν με τις αποσκευές τους, οφείλουν να το δηλώσουν στην αρμόδια τελωνειακή αρχή και να λάβουν σχετική έγκριση.

2.

Για τα προϊόντα που πωλούνται με τις προϋποθέσεις της παρ. 1, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και διακινούνται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού απλουστευμένου διοικητικού εγγράφου που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 55, ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός με την πώληση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας και αποδίδεται από τον επιτηδευματία που εκμεταλλεύεται το κατάστημα. Αν η έδρα της επαγγελματικής δραστηριότητας του επιτηδευματία είναι σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., τις φορολογικές του υποχρεώσεις αναλαμβάνει ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας και εγκεκριμένος από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων φορολογικός του αντιπρόσωπος.

3.

Στις περιπτώσεις της παρ. 1 ο επιτηδευματίας που εκμεταλλεύεται το κατάστημα ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος υποχρεούται:

α)

να παρέχει εγγύηση για την καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που αναλογεί στα προς πώληση προϊόντα,

β)

να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ. με την πώληση αυτών,

γ)

να θέτει στη διάθεση του ελέγχου κάθε απαραίτητο στοιχείο ή έγγραφο, που κρίνεται από την αρμόδια αρχή αναγκαίο ή χρήσιμο, για την εξακρίβωση της καταβολής των οφειλόμενων φόρων.

4.

Τα πρόσωπα της παρ. 2 καταβάλλουν τον Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στις πωλήσεις κάθε δεκαπενθημέρου του μήνα, μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο, με τις ίδιες διαδικασίες που εφαρμόζονται για την είσπραξη του φόρου κατά την έξοδο των προϊόντων από το καθεστώς αναστολής.

5.

Ο Ε.Φ.Κ. που έχει καταβληθεί στο εσωτερικό της χώρας για προϊόντα τα οποία πωλούνται σε επιβάτες στο εσωτερικό άλλου κράτους μέλους επιστρέφεται.

Άρθρο 69. Μικροί οινοπαραγωγοί
1.

Απαλλάσσονται από τις σχετικές με τη διακίνηση και τον έλεγχο υποχρεώσεις που προβλέπονται από το Τμήμα Β' του Κεφαλαίου Α' και το Τμήμα Β' του Κεφαλαίου Ε' του Μέρους Γ', οι μικροί οινοπαραγωγοί που παράγουν κατά μέσο όρο κάτω των χιλίων εκατόλιτρων (1.000 ΚΙ) οίνου ανά αμπελουργική περίοδο, βάσει της μέσης ετήσιας παραγωγής για τουλάχιστον τρεις (3) συνεχόμενες αμπελουργικές περιόδους, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2018/273 της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2017 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησης αμπελοφυτεύσεων, το αμπελουργικό μητρώο, τα συνοδευτικά έγγραφα και την πιστοποίηση, τα βιβλία εισερχομένων και εξερχομένων, τις υποχρεωτικές δηλώσεις, τις κοινοποιήσεις και τη δημοσίευση κοινοποιηθεισών πληροφοριών, και τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους σχετικούς ελέγχους και κυρώσεις, την τροποποίηση των Κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) 555/2008, (ΕΚ) 606/2009 και (ΕΚ) 607/2009 και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) 436/2009 της Επιτροπής και του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2015/560 της Επιτροπής (L 58).

2.

Όταν οι μικροί οινοπαραγωγοί της παρ. 1 πραγματοποιούν οι ίδιοι ενδοενωσιακές συναλλαγές, ενημερώνουν τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον ανωτέρω κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2018/273 της Επιτροπής.

3.

'Όταν οι μικροί οινοπαραγωγοί απαλλάσσονται από υποχρεώσεις σύμφωνα με την παρ. 1, ο παραλήπτης ενημερώνει, μέσω του εγγράφου που απαιτείται από τον ανωτέρω κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2018/273 ή με αναφορά σε αυτό, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού για τις παραδόσεις οίνου που έχουν παραληφθεί.

Άρθρο 70. Πεδίο εφαρμογής
1.

Ως ενεργειακά προϊόντα για την εφαρμογή του Μέρους Γ' του παρόντος Κώδικα θεωρούνται τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

Σογιέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1507).

β)

Αραχιδέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1508).

γ)

Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1509).

δ)

Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που λαμβάνονται αποκλειστικά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της κλάσης 1509 (κωδικός Σ.Ο. 1510).

ε)

Φοινικέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1511).

στ)

Λάδια ηλιοτρόπιου, κνήκου ή βαμβακιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1512).

ζ)

Λάδια κοκοφοίνικα (λάδι κοπρά), λαχανοφοίνικα (φοινοκοπυρηνέλαιο) ή babassu και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1513).

η)

Λάδια αγριογογγύλης, αγριοκράμβης ή σιναπιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1514).

θ)

Άλλα φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια (στα οποία περιλαμβάνεται και το λάδι jojoba) και τα κλάσματά τους, σταθερά, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1515).

ι)

Ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια και τα κλάσματά τους, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα, διεστεροποιημένα, επανεστεροποιημένα ή ελαϊδινισμένα (με ισομέρεια λιπαρών οξέων), έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα (κωδικός Σ.Ο. 1516).

ια)

Μαργαρίνη. Βρώσιμα μείγματα ή παρασκευάσματα από ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη ή λάδια ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού, άλλα από τα λίπη και λάδια διατροφής και τα κλάσματά τους της κλάσης 1516 (κωδικός Σ.Ο. 1517).

ιβ)

Ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια και τα κλάσματά τους, θερμικά επεξεργασμένα (βρασμένα ή ψημένα), οξειδωμένα, αφυδατωμένα, θειωμένα, εμφυσημένα, πολυμερισμένα με απλή θέρμανση ή αλλιώς χημικώς τροποποιημένα, με εξαίρεση εκείνα της κλάσης 1516. Μη βρώσιμα μείγματα ή παρασκευάσματα από ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη ή λάδια ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού (κωδικός Σ.Ο. 1518).

Τα προϊόντα των περ. α) έως και ιβ) θεωρούνται ενεργειακά, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

ιγ)

Λιθάνθρακες. Πλίνθοι, σφαίρες και παρόμοια στερεά καύσιμα που λαμβάνονται από τον λιθάνθρακα (κωδικός Σ.Ο. 2701).

ιδ)

Λιγνίτες, έστω και συσσωματωμένοι, με εξαίρεση τον γαγάτη (κωδικός Σ.Ο. 2702).

ιε)

Οπτάνθρακας (κοκ) και ημιοπτάνθρακας από λιθάνθρακα, λιγνίτη ή τύρφη, έστω και συσσωματωμένοι. Άνθρακας αποστακτικού κέρατος (κωδικός Σ.Ο. 2704).

ιστ)

Αέριο από λιθάνθρακα, υδραέριο, φτωχό αέριο και παρόμοια αέρια, με εξαίρεση τα αέρια πετρελαίου και άλλους αεριώδεις υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2705).

ιζ)

Πίσσες από λιθάνθρακα, λιγνίτη ή τύρφη και άλλες ορυκτές πίσσες, έστω και αφυδατωμένες ή μερικώς αποσταγμένες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι πίσσες που έχουν ανασυσταθεί (κωδικός Σ.Ο. 2706).

ιη)

Λάδια και άλλα προϊόντα που προέρχονται από την απόσταξη σε υψηλή θερμοκρασία των πισσών από λιθάνθρακα. Ανάλογα προϊόντα στα οποία τα αρωματικά συστατικά υπερισχύουν κατά βάρος από τα μη αρωματικά συστατικά (κωδικός Σ.Ο. 2707).

ιθ)

Πίσσα στερεή και οπτάνθρακας (κοκ) πίσσας, που λαμβάνονται από πίσσα λιθανθράκων ή από άλλες ορυκτές πίσσες (κωδικός Σ.Ο. 2708).

κ)

Λάδια ακατέργαστα, από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά (ακατέργαστο πετρέλαιο) (κωδικός Σ.Ο. 2709).

κα)

Λάδια από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά, άλλα από τα ακατέργαστα λάδια. Παρασκευάσματα που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού, που περιέχουν κατά βάρος εβδομήντα τοις εκατό (70%) ή περισσότερο λάδια από πετρέλαιο ή ασφαλτούχα ορυκτά και στα οποία τα λάδια αυτά αποτελούν το βασικό συστατικό. Χρησιμοποιημένα λάδια (κωδικός Σ.Ο. 2710).

κβ)

Αέρια πετρελαίου και άλλοι αέριοι υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2711).

κγ)

Βαζελίνη. Παραφίνη, κερί πετρελαίου μικροκρυστάλλινο, slack wax, οζοκηρίτης, κερί από λιγνίτη, κερί από τύρφη, άλλα ορυκτά κεριά και παρόμοια προϊόντα που λαμβάνονται με σύνθεση ή άλλες μεθόδους, έστω και χρωματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 2712).

κδ)

Οπτάνθρακας (κοκ) από πετρέλαιο, άσφαλτος από πετρέλαιο και άλλα υπολείμματα των λαδιών πετρελαίου ή των ασφαλτούχων ορυκτών (κωδικός Σ.Ο. 2713).

κε)

Άσφαλτοι εν γένει φυσικές. Σχίστες και άμμος, ασφαλτούχα. Ασφαλτίτες και πετρώματα ασφαλτούχα (κωδικός Σ.Ο. 2714).

κστ)

Μείγματα ασφαλτούχα με βάση τη φυσική άσφαλτο εν γένει, την πίσσα του πετρελαίου, την ορυκτή πίσσα ή το υπόλειμμα αυτής (π.χ. μαστίχες ασφαλτούχες, cutbacks) (κωδικός Σ.Ο. 2715).

κζ)

Υδρογονάνθρακες άκυκλοι (κωδικός Σ.Ο. 2901). Υδρογονάνθρακες κυκλικοί (κωδικός Σ.Ο. 2902).

κη)

Μεθανόλη (μεθυλική αλκοόλη) (Κωδικός Σ.Ο. 2905 11 00), εφόσον δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων.

κθ)

Παρασκευάσματα λιπαντικά (στα οποία περιλαμβάνονται και τα λάδια κοπής, τα παρασκευάσματα για την απελευθέρωση του παξιμαδιού της βίδας, τα αντισκωριακά ή αντιδιαβρωτικά παρασκευάσματα και τα παρασκευάσματα για το ξεκαλούπωμα, με βάση τα λιπαντικά) και παρασκευάσματα των τύπων που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία με λάδι ή με λίπος των υφαντικών υλών, του δέρματος, των γουνοδερμάτων ή άλλων υλών, με εξαίρεση εκείνα που περιέχουν ως βασικά συστατικά εβδομήντα τοις εκατό (70%) ή περισσότερο κατά βάρος λάδια από πετρέλαιο ή από ασφαλτούχα ορυκτά (κωδικός Σ.Ο. 3403).

λ)

Αντικροτικά παρασκευάσματα, ανασχετικά της οξείδωσης, προσθετικά εξουδετέρωσης καταλοίπων, βελτιωτικά του ιξώδους των λιπαντικών λαδιών, προσθετικά κατά της διάβρωσης και άλλα παρασκευασμένα προσθετικά, για ορυκτά λάδια (στα οποία περιλαμβάνεται και η βενζίνη) ή για άλλα υγρά που χρησιμοποιούνται για τους ίδιους σκοπούς με τα ορυκτά λάδια (κωδικός Σ.Ο. 3811).

λα)

Αλκυλοβενζόλια σε μείγματα και αλκυλοναφθαλένια σε μείγματα, άλλα από εκείνα των κλάσεων 2707 ή 2902 (κωδικός Σ.Ο. 3817).

λβ)

Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

2.

Ως ενεργειακό προϊόν για την εφαρμογή του Μέρους Γ' του παρόντος Κώδικα θεωρείται επίσης η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού Σ.Ο. 2716.

3.

Από τα προϊόντα της παρ. 1 και ανεξάρτητα από το αν επιβαρύνονται με Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 71, μόνο τα ακόλουθα ενεργειακά προϊόντα υπόκεινται στις διατάξεις περί ελέγχου και κυκλοφορίας του Μέρους Γ' του παρόντος Κώδικα:

α)

Σογιέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1507).

β)

Αραχιδέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1508).

γ)

Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1509).

δ)

Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που λαμβάνονται αποκλειστικά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα, και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της κλάσης 1509 (κωδικός Σ.Ο. 1510).

ε)

Φοινικέλαιο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1511).

στ)

Λάδια ηλιοτρόπιου, κνήκου ή βαμβακιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1512).

ζ)

Λάδια κοκοφοίνικα (λάδι κοπρά), λαχανοφοίνικα (φοινοκοπυρηνέλαιο) ή babassu και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1513).

η)

Λάδια αγριογογγύλης, αγριοκράμβης ή σιναπιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1514).

θ)

Άλλα φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια (στα οποία περιλαμβάνεται και το λάδι jojoba) και τα κλάσματά τους, σταθερά, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (κωδικός Σ.Ο. 1515).

ι)

Ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια και τα κλάσματά τους, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα, διεστεροποιημένα, επανεστεροποιημένα ή ελαϊδινισμένα (με ισομέρεια λιπαρών οξέων), έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα (κωδικός Σ.Ο. 1516).

ια)

Μαργαρίνη. Βρώσιμα μείγματα ή παρασκευάσματα βρώσιμα από ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη ή λάδια ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού, άλλα από τα λίπη και λάδια διατροφής και τα κλάσματά τους της κλάσης 1516 (κωδικός Σ.Ο. 1517).

ιβ)

Ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη και λάδια και τα κλάσματά τους, θερμικά επεξεργασμένα (βρασμένα ή ψημένα), οξειδωμένα, αφυδατωμένα, θειωμένα, εμφυσημένα, πολυμερισμένα με απλή θέρμανση ή αλλιώς χημικώς τροποποιημένα, με εξαίρεση εκείνα της κλάσης 1516. Μη βρώσιμα μείγματα ή παρασκευάσματα από ζωικά, φυτικά ή μικροβιακά λίπη ή λάδια ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του κεφαλαίου αυτού που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού (κωδικός Σ.Ο. 1518).

Τα προϊόντα των περ. α) έως ιβ) υπόκεινται στις διατάξεις περί ελέγχου και κυκλοφορίας του Μέρους Γ' του παρόντος, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

ιγ)

Βενζόλιο (βενζένιο) (κωδικός Σ.Ο. 2707 10).

ιδ)

Τολουόλιο (τολουένιο) (κωδικός Σ.Ο. 2707 20).

ιε)

Ξυλόλιο (ξυλένιο) (κωδικός Σ.Ο. 2707 30).

ιστ)

Άλλα μείγματα αρωματικών υδρογονανθράκων που αποστάζουν σε ποσοστό τουλάχιστον εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) (με τις απώλειες) στους 250°C σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86) (κωδικός Σ.Ο. 2707 50).

ιζ)

Ενεργειακά προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 έως 2710 19 68, 2710 20 έως 2710 20 39 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90%) κατ' όγκο, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία διακοσίων δέκα βαθμών κελσίου (210°C) και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) κατ' όγκο, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών, αποστάζει σε θερμοκρασία διακοσίων πενήντα βαθμών κελσίου (250°C), σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86). Ωστόσο, για τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς της Σ.Ο. 2710 12 21, 2710 12 25, 2710 19 29 και 2710 20 90 (μόνο για προϊόντα των οποίων λιγότερο από το ενενήντα τοις εκατό (90%) κατ' όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία διακοσίων δέκα βαθμών κελσίου (210°C) και τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) κατ' όγκο (συμπεριλαμβανομένων των απωλειών) αποστάζει σε θερμοκρασία διακοσίων πενήντα βαθμών κελσίου (250°C), σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86), οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο και την κυκλοφορία ισχύουν για τη χύδην εμπορική κυκλοφορία.

Ως «χύδην εμπορική κυκλοφορία» νοείται η μεταφορά μη συσκευασμένου προϊόντος είτε με δεξαμενές, οι οποίες είναι αναπόσπαστο μέρος του μέσου μεταφοράς (βυτιοφόρο όχημα, βυτιοφόρο σιδηροδρομικό βαγόνι, δεξαμενόπλοιο) είτε με δεξαμενές ISO, είτε με άλλους περιέκτες των οποίων η χωρητικότητα υπερβαίνει τα διακόσια δέκα (210) λίτρα.

ιη)

Αέρια πετρελαίου και άλλοι αέριοι υδρογονάνθρακες (κωδικός Σ.Ο. 2711), με εξαίρεση τους κωδικούς της Σ.Ο. 2711 11, 2711 21 και 2711 29.

ιθ)

Υδρογονάνθρακες άκυκλοι κορεσμένοι (κωδικός Σ.Ο. 2901 10).

κ)

Βενζόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 20).

κα)

Τολουόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 30).

κβ)

ο-Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 41).

κγ)

μ-Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 42).

κδ)

π-Ξυλόλιο (κωδικός Σ.Ο. 2902 43).

κε)

Ισομερή του ξυλολίου σε μείγμα (κωδικός Σ.Ο. 2902 44).

κστ)

Μεθανόλη (μεθυλική αλκοόλη) του κωδικού της Σ.Ο. 2905 11 00, όταν δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων.

κζ)

Προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 3824 99 86, 3824 99 92 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3824 99 93, 3824 99 96 (εκτός από παρασκευάσματα κατά της σκουριάς, που περιέχουν αμίνες ως ενεργά στοιχεία και διαλυτικά και αραιωτικά ανόργανα μείγματα, για βερνίκια και παρόμοια προϊόντα), 3826 00 10 και 3826 00 90, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων.

κη)

Πρόσθετες ύλες των κωδικών Σ.Ο. 38111110, 38111190, 38111900 και 38119000.

4.

Οι τίτλοι και κωδικοί αριθμοί της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) που περιλαμβάνονται στο παρόν αναφέρονται στο κείμενο της Σ.Ο. του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1925 της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την τροποποίηση του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (L 282).

Άρθρο 71. Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Οι συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα παρακάτω ενεργειακά προϊόντα ορίζονται ως ακολούθως:

 

ΕΙΔΟΣ

ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο.

ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ

ΜΟΝΑΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

α)

Βενζίνη με μόλυβδο

-

με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 98

-

με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 98

2710 12 51

2710 12 59

681

1.000 λίτρα

β)

Βενζίνη χωρίς μόλυβδο

-

με αριθμό οκτανίων (RON) μικρότερο του 95

-

με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του 95, αλλά μικρότερο του 98

-

με αριθμό οκτανίων (RON) ίσο ή μεγαλύτερο του98

2710 12 41

2710 12 45

2710 12 49

700

1.000 λίτρα

γ)

Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών Σ.Ο. 2710 12 51 και 2710 12 59

2710 12 41

2710 12 45

2710 12 49

700

1.000 λίτρα

δ)

Βενζίνη αεροπλάνων

27101231

697

1.000 λίτρα

ε)

Ειδικό καύσιμο αεριωθουμένων τύπου βενζίνης

2710 12 70

697

1.000 λίτρα

στ)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2710 19 43 έως και

2710 19 48

και

2710 20 11 έως και

2710 20 19

410

1.000 λίτρα

ζ)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2710 19 43 έως και

2710 19 48

και

2710 20 11 έως και

2710 20 19

410

1.000 λίτρα

η)

Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις περ. στ) και ζ)

2710 19 43 έως και

271019 48

και

2710 20 11 έως και

2710 20 19

410

1.000 λίτρα

θ)

Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ)

2710 19 62 έως και

2710 19 68

και

2710 20 31 έως και

2710 20 39

38

1.000 χιλιόγραμμα

ι)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

2710 19 21 και

2710 19 25

410

1.000 λίτρα

ια)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2710 19 21 και

2710 19 25

410

1.000 λίτρα

ιβ)

Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις περ. ι) και ια)

2710 19 21 και

2710 19 25

410

1.000 λίτρα

ιγ)

Υγραέριο (LPG) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων (προωθητικό)

2711 12 11 έως και

2711 19 00

430

1.000 χιλιόγραμμα

ιδ)

Υγραέριο (LPG) και μεθάνιο που χρησιμοποιούνται:

-

ως καύσιμα θέρμανσης και

-

για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις περ. ιγ) και ιε)

2711 12 11 έως και

2711 19 00 και

2711 29 00

60

1.000 χιλιόγραμμα

ιε)

Υγραέριο (LPG) και μεθάνιο που προορίζονταιγιαβιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική χρήση σε κινητήρες πλην της περ. ιγ)

2711 12 11 έως και

2711 19 00

και

2711 29 00

120

1.000 χιλιόγραμμα

ιστ)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων (προωθητικό)

2711 1100 και

27112100

0

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

ιζ)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

2711 1100 και

27112100

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

-

για οικιακή χρήση

0,30

-για χρήση από τους λοιπούς καταναλωτές

1,50

ιη)

Φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις περ. ιστ) και ιζ)

2711 1100 και

27112100

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

-

για ετήσια κατανάλωση >3.600.000 Gjoule (>1.000.000Mwh)

0,30

-για ετήσια κατανάλωση από 1.800.001 έως 3.600.000 Gjoule (από 500.001 έως 1.000.000 Mwh)

0,35

-για ετήσια κατανάλωση από 360.001 έως 1.800.000 Gjoule (από 100.001 έως 500.000 Mwh)

0,40

-για ετήσια κατανάλωση από 36.000 έως 360.000 Gjoule (από 10.000 έως 100.000 Mwh)

0,45

-για ετήσια κατανάλωση < 36.000 Gjoule (<10.000 Mwh)

1,50

ιθ)

Λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης

2701,

2702 και

2704

Για επιχειρηματική χρήση

0,3

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

Για μη επιχειρηματική χρήση

0,3

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

κ)

Λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ), που χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτή που καθορίζεται στην περ. ιθ)

2701,

2702 και

2704

0,3

Gigajoule μεικτή θερμογόνος δύναμη

κα)

Ηλεκτρική ενέργεια

2716

καα)

για επιχειρηματική χρήση:

i)

από καταναλωτές υψηλής και μέσης τάσης βάσει κλίμακας ετήσιας κατανάλωσης:

-

από 0 έως και 10.000 MWh

5

MWh

-

μεγαλύτερη από 10.000 MWh

2

MWh

ii)

από τους λοιπούς καταναλωτές

5

MWh

καβ)

για μη επιχειρηματική χρήση:

i)

οικιακή χρήση

2,2

MWh

ii)

λοιπές χρήσεις

5

κβ)

Αρωματικοί, υδρογονάνθρακες και μείγματα αυτών:

-

Βενζόλιο (βενζένιο)

-Τολουόλιο (τολουένιο)

2707 10

-Ξυλόλιο (ξυλένιο)

-Αλλα μείγματα αρωματικών υδρογονανθράκων που αποστάζουν σε ποσοστό τουλάχιστον 65% του όγκου τους (με τις απώλειες) στους 250°C σύμφωνα με τη μέθοδο ISO 3405 (ισοδύναμη προς τη μέθοδο ASTM D 86)

-Μείγματα από τα παραπάνω προϊόντα

2707 20

2707 30

2707 50

372

1.000 χιλιόγραμμα

κγ)

Υδρογονάνθρακες κυκλικοί και μείγματα αυτών:

372

1.000 χιλιόγραμμα

-

Βενζόλιο

-

Τολουόλιο

2902 20

-

ο-Ξυλόλιο

2902 30

-

μ-Ξυλόλιο

2902 41

-

π-Ξυλόλιο

2902 42

-

Ισομερή του ξυλολίου σε μείγμα

2902 43

-

Αιθυλοβενζόλιο

2902 44

-Μείγματα από τα παραπάνω προϊόντα

2902 60

κδ)

Ελαφρύ πετρέλαιο (WHITESPIRIT)

2710 12 21

20

1.000 χιλιόγραμμα

κε)

Άλλα ελαφρά λάδια

2710 12 90

12

1.000 χιλιόγραμμα

κστ)

Βιοντίζελ και μείγματα αυτού, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων

3826 00 10

3826 00 90

410

1.000 λίτρα

κζ)

Βιοντίζελ και μείγματα αυτού, που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης

3826 00 10

3826 00 90

410

1.000 λίτρα

κη)

Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ) στο οποίο τα αρωματικά συστατικά υπερισχύουν κατά βάρος των μη αρωματικών.

2707 99 99

38

1.000 χιλιόγραμμα

κθ)

Άλλα ειδικά αποστάγματα -βενζίνη εκχύλισης (εξάνιο)

2710 12 25

17

1.000 χιλιόγραμμα

2.

Για την εφαρμογή των περ. στ), ζ), ι), ια), ιγ), ιδ), ιστ), ιζ), κστ), κζ) της παρ. 1 και ειδικότερα:

α)

Για την εφαρμογή των περ. ζ) για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL), ια) για το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη) και κζ) για το βιοντίζελ τα οποία χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης για τη χρονική περίοδο από τη 15η Οκτωβρίου μέχρι και την 30ή Απριλίου κάθε έτους, ο συντελεστής του Ε.Φ.Κ. ορίζεται σε διακόσια ογδόντα (280) ευρώ το χιλιόλιτρο (kL).

Στην περίπτωση που οι παραπάνω ημερομηνίες συμπίπτουν με μη εργάσιμες ημέρες, ως ημερομηνία λαμβάνεται η προηγούμενη εργάσιμη για την έναρξη και η επόμενη εργάσιμη για τη λήξη.

αα)

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της περ. ζ) της παρ. 1 τίθεται σε ανάλωση, διακινείται και διατίθεται από επιτηδευματίες που εντάσσονται σε Μητρώο Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙΠΕΘΕ), με την εξαίρεση των Ενόπλων Δυνάμεων για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση ένταξής τους στο Μητρώο ΔΙΠΕΘΕ.

αβ)

Τα μέλη του Μητρώου ΔΙΠΕΘΕ υποχρεούνται να καταχωρούν με ακρίβεια, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών, στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης που τηρείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, όλες τις συναλλαγές του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης που πραγματοποιούν σε όλα τα στάδια, αρχής γενομένης από την κατάθεση στην τελωνειακή αρχή της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Δ.Ε.Φ.Κ.), μέχρι και την τελική κατανάλωση.

β)

Για την εφαρμογή των περ. στ), ι), ιγ), ιστ) και κστ), ως καύσιμα κινητήρων θεωρούνται τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται σε μηχανές ή συσκευές στις οποίες η χημική ενέργεια του καυσίμου μέσω της καύσης μετατρέπεται σε θερμική ενέργεια και στη συνέχεια σε κινητική ενέργεια. Για την εφαρμογή των περ. ζ), ια), ιδ), ιζ), και κζ) ως καύσιμα θέρμανσης θεωρούνται τα προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη λειτουργία συστημάτων θέρμανσης ή άλλων μέσων για τη θέρμανση ανθρώπων στους χώρους κατοικίας, διαμονής ή εργασίας τους.

3.

Στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των περ. στ) και ζ) και το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη) της περ. ια) της παρ. 1, τα οποία προορίζονται να διατεθούν είτε με απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. είτε με μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, προστίθενται, υπό τελωνειακό έλεγχο, δείκτης φορολογικής σήμανσης, σύμφωνα με την Οδηγία 95/60/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1995 σχετικά με τη φορολογική σήμανση του πετρελαίου ντήζελ και του φωτιστικού πετρελαίου (L 291), καθώς και χρωστική ουσία, για τη θέση τους σε ανάλωση.

4.

Για τον υπολογισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα ενεργειακά προϊόντα, που φορολογούνται με βάση το χιλιόλιτρο, λαμβάνεται υπόψη θερμοκρασία προϊόντος δεκαπέντε βαθμοί κελσίου (15ο C).

5.

Τα ενεργειακά προϊόντα, πλην εκείνων για τα οποία καθορίζεται συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης στον παρόντα Κώδικα, όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ή να διατεθούν προς πώληση ή χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων ή ως καύσιμα θέρμανσης, φορολογούνται, αναλόγως της χρήσης, με τον συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων ή καυσίμου θέρμανσης της παρ. 1.

6.

Εκτός από τα προϊόντα του άρθρου 70, κάθε προϊόν, το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, φορολογείται με τον συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων της παρ. 1.

7.

Κάθε υδρογονάνθρακας, εκτός της τύρφης, ο οποίος δεν αναφέρεται στο άρθρο 70 που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται για θέρμανση, φορολογείται με τον συντελεστή του ισοδυνάμου ενεργειακού προϊόντος της παρ. 1.

8.

Για την εφαρμογή της περ. κα) της παρ. 1:

α)

ως «επιχειρηματική χρήση» νοείται η χρήση από μία επιχείρηση ικανή να λειτουργήσει αυτόνομα από οργανωτική άποψη, η οποία διενεργεί ανεξαρτήτως και οπουδήποτε την παροχή αγαθών και υπηρεσιών όποιος και αν είναι ο σκοπός ή τα αποτελέσματα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων,

β)

ως ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας του στοιχείου ι) της υποπερ. καα) της περ. κα) της παρ. 1, νοείται η κατανάλωση που πραγματοποιείται από καταναλωτή, ανά παροχή μέσης ή υψηλής τάσης εντός ενός ημερολογιακού έτους, στην οποία, για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης, δεν προσμετρώνται οι καταναλισκόμενες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ..

9.

Για την εφαρμογή της περ. ιη) της παρ. 1 ως ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου νοείται η κατανάλωση που πραγματοποιείται από καταναλωτή, για το σύνολο των εγκαταστάσεων που διαθέτει, εντός ενός ημερολογιακού έτους. Για τον προσδιορισμό του συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης κάθε έτους λαμβάνεται υπόψη η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους στην οποία, για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης, δεν προσμετρώνται οι καταναλισκόμενες ποσότητες φυσικού αερίου που απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ..

Άρθρο 72. Ειδικές περιπτώσεις απαιτητού του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Εκτός από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα που καθορίζουν τη γενεσιουργό αιτία και τους όρους καταβολής του φόρου, ο Ε.Φ.Κ. επί των ενεργειακών προϊόντων καθίσταται απαιτητός και κατά την επέλευση μίας εκ των γενεσιουργών αιτιών που αναφέρονται στις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 71.

2.

Ο Ε.Φ.Κ. των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας καθίσταται απαιτητός και στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι δεν πληρούται ή δεν πληρούται πλέον κάποιος όρος τελικής χρήσης για την απαλλαγή ή την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή Ε.Φ.Κ..

3.

Για την εφαρμογή των άρθρων 51 και 53, η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τη στιγμή της προμήθειάς τους από τον διανομέα ή τον αναδιανομέα.

Όταν η παράδοση προς κατανάλωση πραγματοποιείται στο εσωτερικό της χώρας από διανομέα ή αναδιανομέα που δεν είναι εγκατεστημένος στη χώρα, ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός από το πρόσωπο αυτό, το οποίο οφείλει να καταγραφεί στη χώρα, ως διανομέας ή αναδιανομέας.

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική του χρήση θεωρείται, ως διανομέας.

Δεν καθίσταται απαιτητός ο Ε.Φ.Κ. της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται για ιδία χρήση, από μικρούς παραγωγούς που διαθέτουν εγκατάσταση με εγκατεστημένη ισχύ έως και είκοσι ηλεκτρικά κιλοβάτ (20 kWe), εφόσον καταβάλλεται ο Ε.Φ.Κ. των ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της.

4.

Για την εφαρμογή των άρθρων 51 και 53, ο λιθάνθρακας, ο οπτάνθρακας και ο λιγνίτης υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά τη στιγμή της παράδοσής τους από επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο για τον σκοπό αυτόν, από τις αρμόδιες αρχές.

Οι αρχές αυτές δύνανται να επιτρέψουν στον παραγωγό, στον έμπορο, στον εισαγωγέα ή στον φορολογικό εκπρόσωπο να υποκαθιστούν την εγγεγραμμένη επιχείρηση για τις φορολογικές υποχρεώσεις οι οποίες της επιβάλλονται.

5.

Η κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός μίας εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων δεν θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής φόρου, εάν η κατανάλωση συνίσταται σε ενεργειακά προϊόντα που παράγονται εντός της εγκατάστασης. Όταν η κατανάλωση αυτή γίνεται για λόγους που δεν σχετίζονται προς την παραγωγή ενεργειακών προϊόντων και ειδικότερα για την προώθηση οχημάτων, αυτό θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής του φόρου.

Άρθρο 73. Κανονικές δεξαμενές καυσίμων και ειδικά εμπορευματοκιβώτια
1.

Τα ενεργειακά προϊόντα που έχουν τεθεί σε ανάλωση σε ένα άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και τα οποία περιέχονται στις κανονικές δεξαμενές καυσίμων εμπορικών οχημάτων με κινητήρα και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα από τα εν λόγω οχήματα, καθώς και σε ειδικά εμπορευματοκιβώτια, και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα εμπορευματοκιβώτια, δεν υπόκεινται στον Ε.Φ.Κ. του άρθρου 71.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου νοούνται ως «κανονικές δεξαμενές καυσίμων»:

α)

Οι δεξαμενές που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα οχήματα με κινητήρα του ίδιου τύπου με το εξεταζόμενο όχημα και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου, τόσο για την κίνηση των οχημάτων όσο και, ενδεχομένως, για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων. Θεωρούνται επίσης ως κανονικές δεξαμενές καυσίμων οι δεξαμενές υγραερίου, που είναι τοποθετημένες σε οχήματα με κινητήρα και επιτρέπουν την απευθείας χρησιμοποίηση του υγραερίου ως καυσίμου, καθώς και οι δεξαμενές που είναι τοποθετημένες σε άλλα συστήματα με τα οποία μπορεί να είναι εξοπλισμένο το όχημα.

β)

Οι δεξαμενές καυσίμων που ο κατασκευαστής τοποθετεί μονίμως σε όλα τα εμπορευματοκιβώτια του ίδιου τύπου με τον τύπο του εξεταζόμενου εμπορευματοκιβωτίου και η μόνιμη τοποθέτηση των οποίων επιτρέπει την απευθείας χρησιμοποίηση του καυσίμου για τη λειτουργία, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, των συστημάτων ψύξης και άλλων συστημάτων με τα οποία είναι εξοπλισμένα τα ειδικά εμπορευματοκιβώτια.

3.

Ως «ειδικά εμπορευματοκιβώτια»: τα εμπορευματοκιβώτια που διαθέτουν ειδικά σχεδιασμένο εξοπλισμό για συστήματα ψύξης, συστήματα οξυγόνωσης, συστήματα θερμομόνωσης ή άλλα συστήματα.

Άρθρο 74. Παραγωγή ενεργειακών προϊόντων

Ως παραγωγή ενεργειακών προϊόντων δεν χαρακτηρίζονται:

α)

οι διεργασίες, κατά τις οποίες παράγονται παρεμπιπτόντως μικρές ποσότητες ενεργειακών προϊόντων,

β)

οι διεργασίες, με τις οποίες ο χρήστης ενός ενεργειακού προϊόντος καθιστά δυνατή την εκ νέου χρησιμοποίησή του στην επιχείρησή του, υπό τον όρο ότι ο Ε.Φ.Κ., ο οποίος έχει ήδη καταβληθεί για το προϊόν αυτό, δεν υπολείπεται του φόρου, ο οποίος θα ήταν απαιτητός, εάν το εκ νέου χρησιμοποιηθέν ενεργειακό προϊόν επρόκειτο να υποβληθεί ξανά σε φορολογία,

γ)

η διεργασία, η οποία συνίσταται στην ανάμιξη, εκτός μίας εγκατάστασης παραγωγής ή μίας αποθήκης υπό φορολογικό έλεγχο, ενεργειακών προϊόντων με άλλα ενεργειακά προϊόντα ή άλλα υλικά, υπό τις προϋποθέσεις ότι:

γα)

έχει προηγουμένως καταβληθεί ο αναλογών φόρος για τα συστατικά και

γβ)

το καταβληθέν ποσό, σύμφωνα με την υποπερ. γα) δεν υπολείπεται του ποσού του αναλογούντος φόρου ο οποίος θα ήταν απαιτητός για το μείγμα.

Η προϋπόθεση της υποπερ. γα) δεν εφαρμόζεται, όταν το μείγμα απαλλάσσεται του αναλογούντος φόρου, λόγω ειδικής χρήσης.

Άρθρο 75. Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Ο Ε.Φ.Κ. που έχει ήδη καταβληθεί για ενεργειακά προϊόντα που έχουν μολυνθεί ή έχουν αναμειχθεί τυχαία και συνεπεία του γεγονότος αυτού κατέστησαν ακατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό που προορίζονταν, επιστρέφεται με συμψηφισμό, εφόσον τα προϊόντα αυτά επανεισάγονται στη φορολογική αποθήκη για ανακύκλωση.

2.

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης της περ. ζ), το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη) θέρμανσης της περ. ια) και το βιοντίζελ θέρμανσης της περ. κζ) της παρ. 1 του άρθρου 71, για τα οποία έχει υποβληθεί η Δήλωση Ε.Φ.Κ. και λοιπών φορολογιών του άρθρου 117 εντός της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 71, δύνανται να επανεισάγονται στη φορολογική αποθήκη, με συμψηφισμό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, εφόσον δεν έχουν διατεθεί από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή προς κατανάλωση, εντός της ως άνω οριζόμενης χρονικής περιόδου.

Άρθρο 76. Ειδικές απαλλαγές από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Εκτός από τις απαλλαγές που προβλέπονται στα άρθρα 36 και 67, απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ.:

α)

Τα ενεργειακά προϊόντα που παραλαμβάνονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα για τις αεροπορικές μεταφορές, εκτός των ιδιωτικών πτήσεων αναψυχής.

Ως «ιδιωτική πτήση αναψυχής» νοείται η χρησιμοποίηση αεροσκάφους από τον ιδιοκτήτη του ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο το χρησιμοποιεί, στη βάση μίσθωσης ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα, όταν δεν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής ή για τις ανάγκες των δημόσιων αρχών.

β)

Τα ενεργειακά προϊόντα που παραλαμβάνονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, ως καύσιμα για τη ναυσιπλοΐα στα ύδατα της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής αλιείας, εκτός από την περίπτωση χρησιμοποίησής τους σε ιδιωτικά σκάφη αναψυχής και η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται επί ενός σκάφους αναψυχής.

Ως «ιδιωτικά σκάφη αναψυχής» νοούνται οποιαδήποτε σκάφη χρησιμοποιούνται από τον ιδιοκτήτη τους ή από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο τα χρησιμοποιεί, στη βάση μίσθωσης ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, για μη εμπορικούς σκοπούς και ειδικότερα, όταν δεν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων ή για την παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής ή για τις ανάγκες των δημόσιων αρχών.

γ)

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46, 2710 20 11 και 2710 20 15 της περ. η) της παρ. 1 του άρθρου 71 που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, αποκλειστικά, ως ηλεκτρομονωτικό υλικό ηλεκτρικών μετασχηματιστών.

δ)

Το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43, 2710 19 46, 2710 20 11 και 2710 20 15, της περ. η) της παρ. 1 του άρθρου 71, καθώς και το φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), το ελαφρύ πετρέλαιο (WHITE SPIRIT) και τα άλλα ελαφρά λάδια των περ. ιβ), κδ) και κε), αντιστοίχως, της παρ. 1 του άρθρου 71, που παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν, αποκλειστικά, ως πρώτη ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους.

ε)

Τα προϊόντα των περ. κβ) και κγ) της παρ. 1 του άρθρου 71 που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από τις βιομηχανίες ή βιοτεχνίες, ως πρώτες ύλες για την παραγωγή των προϊόντων τους.

στ)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 και το φυσικό αέριο των κωδικών Σ.Ο. 2711 11 00 και 2711 21 00 της περ. ιη) της παρ. 1 του άρθρου 71, που χρησιμοποιούνται, αποκλειστικά, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

ζ)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 που χρησιμοποιούνται στην ορυκτολογική κατεργασία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται οι οικονομικές δραστηριότητες του κλάδου 23 «παραγωγή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων» του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2006 για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3037/90 του Συμβουλίου και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς (L 393).

η)

Ο λιθάνθρακας, λιγνίτης και οπτάνθρακας (κοκ) των κωδικών της Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704 και η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που χρησιμοποιούνται για χημική αναγωγή, ηλεκτρολυτική και μεταλλουργική κατεργασία.

Στην έννοια της μεταλλουργικής κατεργασίας περιλαμβάνονται οι οικονομικές δραστηριότητες με κωδικό 24.1, 24.4, 24.5 και η κονιομεταλλουργία που εμπίπτει στον κωδικό 25.5, του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΚ) 1893/2006.

θ)

Η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που παράγεται και χρησιμοποιείται για ιδία χρήση, εφόσον προέρχεται από αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, παλιρροϊκή ενέργεια και ενέργεια κυμάτων.

ι)

Η ηλεκτρική ενέργεια του κωδικού της Σ.Ο. 2716, που χρησιμοποιείται για γεωργική χρήση.

2.

Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής των περ. α) και β) της παρ. 1, καθώς και ο έλεγχος χορήγησης και παρακολούθησης αυτής, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 20 του άρθρου 195.

3.

Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) των κωδικών της Σ.Ο. 2710 19 43 και 2710 20 11 της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 71 που χρησιμοποιείται από τις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις στους κινητήρες σταθερής θέσης, στα μηχανήματα και στον μηχανολογικό εξοπλισμό και στα οχήματα, που σύμφωνα με τον προορισμό τους χρησιμοποιούνται, εκτός δημοσίων οδών ή δεν έχουν λάβει άδεια κύριας χρήσης στις δημόσιες οδούς, καθώς και από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά και προνοιακά ιδρύματα, επιστρέφεται ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που ανέρχεται στα εκατόν εικοσιπέντε (125) ευρώ ανά χιλιόλιτρο (kL).

4.

Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 71, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, καθορίζεται, από το έτος 2025 και εφεξής, μηδενικός συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης, ανά χιλιόλιτρο. Ο Ε.Φ.Κ. που προκύπτει από τον συντελεστή της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 71 καταβάλλεται κατά τη θέση σε ανάλωση του ως άνω προϊόντος και επιστρέφεται σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 27 του άρθρου 196.

Το ποσό επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι ανεκχώρητο και ακατάσχετο στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένες, ληξιπρόθεσμες ή μη, οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους δήμους, τις περιφέρειες και τα νομικά τους πρόσωπα, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

5.

Σε αλιείς, δικαιούχους απαλλαγής του Ε.Φ.Κ. καυσίμων, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1, κατοίκους μικρών και απομακρυσμένων νησιών, όπου δεν υφίσταται φορολογική αποθήκη καυσίμων ναυτιλίας, παρέχεται δυνατότητα προκαταβολής της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων που αναλογεί στις ετήσιες καταναλώσεις καυσίμων κινητήρων για τις ανάγκες τους.

Η δυνατότητα προκαταβολής της επιστροφής, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1, ισχύει και για νομικά πρόσωπα, καθώς και για οποιαδήποτε νομική οντότητα, με αντικείμενο την επαγγελματική αλιεία, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι μέτοχοι ή εταίροι είναι κάτοικοι μικρών και απομακρυσμένων νησιών.

Η προκαταβολή της παρούσας είναι ακατάσχετη και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού και τα ασφαλιστικά ταμεία.

6.

Η απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. των περ. α) και β) της παρ. 1 δύναται να χορηγείται, με επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Άρθρο 77. Άδεια λειτουργίας πλωτών μέσων

Τα πλωτά μέσα που χρησιμοποιούνται ως μέσα αποθήκευσης, διακίνησης και εφοδιασμού ενεργειακών προϊόντων λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.

Άρθρο 78. Μέτρα δέουσας επιμέλειας για διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων
1.

Τα νομικά πρόσωπα των άρθρων 5 και 6 του ν. 3054/2002 (Α' 230) που διαθέτουν και διακινούν ενεργειακά προϊόντα των περ. α) έως γ) και στ) έως ιε) της παρ. 1 του άρθρου 71 σε ατομικές επιχειρήσεις ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που εμπορεύονται και διακινούν καύσιμα (πρατήρια καυσίμων), εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος.

2.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, σε σχέση με τα πρατήρια καυσίμων με τα οποία συναλλάσσονται, συνίστανται:

α)

στην τήρηση και τακτική επικαιροποίηση των στοιχείων φορολογικού μητρώου των πρατηρίων καυσίμων,

β)

στον περιοδικό έλεγχο ύπαρξης της άδειας λειτουργίας, των πιστοποιητικών των δεξαμενών και αντλιών, καθώς και στην υπεύθυνη δήλωση του εξουσιοδοτημένου συνεργείου και του εγκαταστάτη του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών - εκροών, όπου αυτό απαιτείται, στα πρατήρια καυσίμων,

γ)

σε τουλάχιστον έναν (1) κατ' έτος έλεγχο της χημικής σύνθεσης των ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 που διατίθενται και διακινούνται από τα πρατήρια καυσίμων,

δ)

στην παροχή προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) κάθε πληροφορίας σχετικά με ενδεχόμενες παραβάσεις τέλεσης ή επικείμενης τέλεσης λαθρεμπορίας καυσίμων, εγκλήματος φοροδιαφυγής ή νοθείας καυσίμων.

3.

Αν από την τήρηση μέτρων δέουσας επιμέλειας διαπιστωθεί ότι πρατήριο καυσίμων δεν παρέχει στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 τα στοιχεία και τις πληροφορίες της παρ. 2 ή δεν έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών, όπου αυτό απαιτείται, ή κατέχει, διαθέτει ή διακινεί νοθευμένα ενεργειακά προϊόντα ή ενεργειακά προϊόντα λαθρεμπορίας της παρ. 1, τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 υποχρεούνται σωρευτικά:

α)

εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη διαπίστωση των ανωτέρω, να ενημερώσουν την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. για τις ανωτέρω διαπιστώσεις,

β)

ταυτόχρονα με την ως άνω ενημέρωση, να διακόψουν τη διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 προς το συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων,

γ)

εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να αποσύρουν όλα τα σήματά τους και τις αντλίες τους και, εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, όλο τον υπόλοιπο εξοπλισμό τους από το πρατήριο καυσίμων, μέχρι την αποκατάσταση των ανωτέρω και, σε περίπτωση σφράγισης της εγκατάστασης του πρατηρίου καυσίμων, μέχρι τη νόμιμη επαναλειτουργία του.

4.

Αν από την τήρηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας προκύψουν ενδείξεις λαθρεμπορίας, εγκλήματος φοροδιαφυγής ή νοθείας καυσίμων, τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ενημερώνουν αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., παρέχοντας αμέσως, και το αργότερο εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας, κάθε διαθέσιμο στοιχείο, περιλαμβανομένων των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων ελέγχου της χημικής σύνθεσης των ενεργειακών προϊόντων που διατίθενται από το πρατήριο καυσίμων.

5.

Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. ενημερώσουν τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 για μη εγκατάσταση ή μη πλήρωση των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών - εκροών σε πρατήριο καυσίμων ή για την τέλεση λαθρεμπορίας καυσίμων ή νοθείας καυσίμων ή παραποίησης φορολογικών μηχανισμών από πρατήριο καυσίμων ή για παραβάσεις σχετικά με ελλειμματικές παραδόσεις αντλιών, τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται σωρευτικά:

α)

να διακόψουν αυθημερόν από την ως άνω ενημέρωση τη διάθεση και διακίνηση ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 προς το συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων,

β)

εφόσον το πρατήριο καυσίμων φέρει σήμα λειτουργίας τους, ή εφόσον έχουν διαθέσει ή διακινήσει ενεργειακά προϊόντα προς το πρατήριο καυσίμων εντός των τελευταίων πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να απαντλήσουν και να μεταφέρουν με δικές τους δαπάνες τα ενεργειακά προϊόντα που είναι αποθηκευμένα στις δεξαμενές του πρατηρίου αυτού εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη λήψη σχετικής ειδικής εντολής της Α.Α.Δ.Ε.. Τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 δύνανται να αναζητούν το κόστος της απάντλησης, μεταφοράς και επαναδιύλισης των ενεργειακών προϊόντων από τον παραβάτη,

γ)

εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ως άνω ενημέρωση, να αποσύρουν το σήμα και τις αντλίες τους και, εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, όλο τον υπόλοιπο εξοπλισμό τους, από το πρατήριο καυσίμων, μέχρι την αποκατάσταση των ανωτέρω ή, σε περίπτωση σφράγισης της εγκατάστασης του πρατηρίου καυσίμων, μέχρι τη νόμιμη επαναλειτουργία του.

6.

Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. ενημερώσουν τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 για την τέλεση λαθρεμπορίας ή νοθείας καυσίμων ή μη εγκατάστασης ή μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας του ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών ή παραποίησης φορολογικών μηχανισμών από πρατήριο καυσίμων, τα μέτρα της παρ. 5 εφαρμόζονται εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών και σε κάθε άλλο πρατήριο καυσίμων, που, σύμφωνα με την ενημέρωση της Α.Α.Δ.Ε. προς τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, ανήκει κατά ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) ή διοικείται από τα πρόσωπα, στα οποία ανήκει ή τα οποία διοικούν το πρατήριο καυσίμων, το οποίο διαπιστώνεται ότι έχει τελέσει τις ως άνω παραβάσεις. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και για τα πρατήρια καυσίμων που ανήκουν κατά εκατό τοις εκατό (100%) στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ή κατά εκατό τοις εκατό (100%) σε θυγατρικές τους εφόσον διαπιστωθούν πέντε (5) παραβάσεις σε διάστημα τριών (3) μηνών.

7.

Για τη μη τήρηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας του παρόντος, επιβάλλονται πρόστιμα στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 ως εξής:

α)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. α) της παρ. 3 και της περ. β) της παρ. 5, επιβάλλεται πρόστιμο σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000 €), ανά πρατήριο καυσίμων,

β)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. β) της παρ. 3 και της περ. α) της παρ. 5 επιβάλλεται πρόστιμο δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €), ανά παραστατικό πώλησης καυσίμων, ανεξαρτήτως ποσότητας, και όχι κατώτερο των σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000 €), ανά πρατήριο καυσίμων,

γ)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της περ. γ) της παρ. 3 και της περ. γ) της παρ. 5 επιβάλλεται πρόστιμο ενενήντα χιλιάδων ευρώ (90.000 €), ανά πρατήριο καυσίμων,

δ)

για μη τήρηση της υποχρέωσης της παρ. 4 επιβάλλεται πρόστιμο σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (45.000€), ανά πρατήριο καυσίμων,

ε)

για μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 6, επιβάλλεται πρόστιμο κατ' αντιστοιχία προς όσα προβλέπονται στις περ. α) έως γ).

Σε περίπτωση υποτροπής, το ποσό του προστίμου των ανωτέρω περιπτώσεων διπλασιάζεται.

Σε περίπτωση νέας υποτροπής, με απόφαση της αρμόδιας για την επιβολή των ανωτέρω προστίμων Υπηρεσίας, επιβάλλεται σε βάρος των νομικών προσώπων της παρ. 1 απαγόρευση διάθεσης των ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 στα πρατήρια καυσίμων της παρ. 1 για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών. Κατά της απόφασης απαγόρευσης διάθεσης ενεργειακών προϊόντων του προηγούμενου εδαφίου δύναται να ασκηθεί προσφυγή, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97).

Ως υποτροπή ορίζεται η τέλεση από το ίδιο υπόχρεο πρόσωπο οποιασδήποτε παράβασης, για την οποία προβλέπεται πρόστιμο σύμφωνα με την παρούσα, εντός τριών (3) ετών από την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης σε αυτό.

Η απόφαση απαγόρευσης διάθεσης της παρούσας παραγράφου κοινοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται για την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης.

8.

Η Α.Α.Δ.Ε. προβαίνει σε δημοσιοποίηση των κυρώσεων που επιβάλλει στα υπόχρεα νομικά πρόσωπα τήρησης μέτρων δέουσας επιμέλειας. Η δημοσιοποίηση διενεργείται εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της κύρωσης της παρ. 7.

Περαιτέρω, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος σχετικά με τη διακοπή διάθεσης και διακίνησης καυσίμων, την απάντληση καυσίμων ή την απόσυρση των σημάτων και λοιπού εξοπλισμού από τα παραβατικά πρατήρια καυσίμων, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησης των στοιχείων των πρατηρίων καυσίμων δημοσιοποιούνται και τα στοιχεία των συνεργαζόμενων με αυτά, νομικών προσώπων, τα οποία είναι υπόχρεα στην τήρηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας.

Άρθρο 79. Γενικές διατάξεις
1.

Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά στα οποία επιβάλλεται Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 49 του παρόντος, θεωρούνται:

α)

η αιθυλική αλκοόλη,

β)

η μπύρα,

γ)

τα ενδιάμεσα προϊόντα,

δ)

το κρασί,

ε)

τα παρασκευαζόμενα ποτά με ζύμωση, εκτός από το κρασί και την μπύρα.

2.

Οι παραπομπές στους κωδικούς Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) που περιλαμβάνονται στα άρθρα 80, 85, 87, 89 και 91 αποτελούν παραπομπές στους κωδικούς της συνδυασμένης ονοματολογίας του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1602 της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με την τροποποίηση του Παραρτήματος I του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (L 273).

Άρθρο 80. Αιθυλική αλκοόλη

Ο όρος αιθυλική αλκοόλη της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 79 περιλαμβάνει:

α)

όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του ένα κόμμα δύο τοις εκατό (1,2%) κατ' όγκο, τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.07 και 22.08, ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα αποτελούν μέρος προϊόντος υπαγόμενου σε άλλο κεφάλαιο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας,

β)

τα προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 22.04, 22.05 και 22.06 με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του είκοσι δύο τοις εκατό (22%) κατ' όγκο,

γ)

τα αλκοολούχα ποτά που περιέχουν ακέραια προϊόντα ή άλλα φυτικά προϊόντα σε διάλυμα.

Άρθρο 81. Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης
1.

Ο Ε.Φ.Κ. αιθυλικής αλκοόλης, καθορίζεται ανά εκατόλιτρο (ΗL) άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης θερμοκρασίας είκοσι βαθμών κελσίου (20°C) και υπολογίζεται με βάση τον αριθμό εκατολίτρων άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.

2.

Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε δύο χιλιάδες τετρακόσια πενήντα (2.450) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.

3.

Εφαρμόζεται συντελεστής Ε.Φ.Κ. αιθυλικής αλκοόλης, μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%), έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή:

α)

στην αιθυλική αλκοόλη για την παρασκευή ούζου. Στο ούζο, η αιθυλική αλκοόλη ή μέρος αυτής έχει αρωματιστεί με απόσταξη σε παραδοσιακούς χάλκινους άμβικες ασυνεχούς λειτουργίας με χωρητικότητα έως χίλια (1.000) λίτρα,

β)

στο τσίπουρο ή στην τσικουδιά. Η παραγωγή του τσίπουρου ή της τσικουδιάς πραγματοποιείται με απόσταξη σε παραδοσιακούς άμβικες ασυνεχούς λειτουργίας.

Ο μειωμένος συντελεστής καθορίζεται σε χίλια διακόσια είκοσι πέντε (1.225) ευρώ, ανά εκατόλιτρο, άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.

Άρθρο 82. Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών
1.

Στο προϊόν απόσταξης, που παράγεται από τους διήμερους μικρούς αποσταγματοποιούς (παραδοσιακό απόσταγμα διημέρων) της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2969/2001 (Α' 281) από πρώτες ύλες παραγωγής των ιδίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. Ε' του άρθρου 7 του ιδίου νόμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει τα πέντε (5) εκατόλιτρα (ΗL) καθαρής (άνυδρης) αλκοόλης κατ' έτος και των οποίων η παραγωγή δεν δύναται να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες, κατ' ανώτατο ετήσιο όριο, εφαρμόζεται μειωμένος έως και ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) συντελεστής Ε.Φ.Κ. αιθυλικής αλκοόλης έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή αιθυλικής αλκοόλης.

2.

Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε τριακόσια εβδομήντα (370) ευρώ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης και εφαρμόζεται εφάπαξ και κατ' αποκοπή.

3.

Το προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών δεν επιβαρύνεται με το δικαίωμα υπέρ του Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης Αλκοολούχων Ποτών της περ. β' της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993 (Α' 48).

4.

Η βεβαίωση και είσπραξη του Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών πραγματοποιείται κατά την έκδοση της άδειας απόσταξης της υποπαρ. 3 της παρ. Ε' του άρθρου 7 του ν. 2969/2001. Κατ' εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 117 του παρόντος, κατά τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) Με τη διάθεση του προϊόντος απόσταξης στην κατανάλωση, αποδίδεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στον Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162), ο αναλογών Φ.Π.Α..

5.

Η διάθεση στην κατανάλωση του προϊόντος απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών πραγματοποιείται σύμφωνα με την παρ. Ε' του άρθρου 7 του ν. 2969/2001.

Άρθρο 83. Απαλλαγές από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης
1.

Τα προϊόντα του άρθρου 80 απαλλάσσονται του Ε.Φ.Κ. αιθυλικής αλκοόλης, όταν:

α)

διανέμονται με τη μορφή αιθυλικής αλκοόλης, η οποία έχει υποστεί πλήρη μετουσίωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί μετουσίωσης,

β)

έχουν υποστεί μετουσίωση, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ελληνικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. και χρησιμοποιούνται ως μέρος της διαδικασίας παρασκευής οποιουδήποτε προϊόντος που δεν προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, υπό την προϋπόθεση ότι:

βα)

έχουν ενσωματωθεί στο προϊόν αυτό ή

ββ)

χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση και τον καθαρισμό του εξοπλισμού παρασκευής που χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη διαδικασία παρασκευής,

γ)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξυδιού, σύμφωνα με τον ορισμό του κωδικού Σ.Ο. 22.09,

δ)

χρησιμοποιούνται αυτούσια για την παραγωγή φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση, όπως η παραγωγή και η κυκλοφορία αυτών ορίζονται από την ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή πρώτης ύλης των φαρμάκων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας παραγωγής τους,

ε)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών που προορίζονται για την παραγωγή ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών, με ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και ένα κόμμα δύο τοις εκατό (1,2%) κατ' όγκο,

στ)

χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη ή ως συστατικά ημιτελών προϊόντων για την παραγωγή ειδών διατροφής, γεμιστών ή όχι, εφόσον σε κάθε περίπτωση η περιεχόμενη αιθυλική αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα οκτώμισι (8,5) λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά εκατό (100) χιλιόγραμμα προϊόντος για τις σοκολάτες και τα πέντε (5) λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης ανά εκατό (100) χιλιόγραμμα προϊόντος για άλλα προϊόντα,

ζ)

χρησιμοποιούνται ως δείγματα για αναλύσεις για τη διεξαγωγή των αναγκαίων δοκιμών παραγωγής ή επιστημονικούς σκοπούς,

η)

χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιστημονικής έρευνας,

θ)

χρησιμοποιούνται στα νοσοκομεία, θεραπευτήρια, κλινικές, νοσηλευτικά ιδρύματα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, για ιατρικούς σκοπούς,

ι)

χρησιμοποιούνται για τον ψεκασμό αρτοσκευασμάτων και παραλαμβάνονται από βιομηχανίες ή βιοτεχνίες που διαθέτουν αυτόματα μηχανήματα ψεκασμού των αρτοσκευασμάτων αυτών,

ια)

χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των συμπληρωμάτων διατροφής που ορίζονται στην Οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 2002 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (L 183) και τα οποία περιέχουν αιθυλική αλκοόλη. Η απαλλαγή της παρούσας περίπτωσης χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι η μονάδα συσκευασίας του συμπληρώματος διατροφής που διατίθεται στην κατανάλωση δεν υπερβαίνει το μηδέν κόμμα δεκαπέντε (0,15) του λίτρου και τα συμπληρώματα διατροφής διατίθενται στην αγορά δυνάμει του άρθρου 10 της ίδιας Οδηγίας,

ιβ)

χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φυτικών εκχυλισμάτων μη υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ..

2.

Από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 28η Φεβρουαρίου κάθε έτους, οι ποτοποιοί που λειτουργούν εκτός καθεστώτος αναστολής, οι οποίοι παρέλαβαν ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης ή παντός είδους αλκοολούχα αποστάγματα και προϊόντα απόσταξης με άμεση καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή με τρίμηνη αναστολή καταβολής αυτού, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 119, για την παρασκευή των αλκοολούχων ποτών τους, δικαιούνται να παραλαμβάνουν με απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. ποσότητα ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης ή παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης, σε λίτρα άνυδρα ίση με το δυο τοις εκατό (2%) της συνολικής ποσότητας σε λίτρα άνυδρα των υλών αυτών, που παρέλαβαν κατά το προηγούμενο έτος, για την κάλυψη των απωλειών (φυρών) που είναι εγγενείς στη φύση των υλών αυτών και πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία παραγωγής, μεταποίησης, αποθήκευσης και μεταφοράς τους. Η απαλλαγή αυτή δεν ισχύει για την ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης που παραλαμβάνεται για εμφιάλωση.

Η παρούσα δεν θίγει την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 2969/2001 (Α' 281), περί αναγνώρισης φόρας στην άνυδρη αιθυλική αλκοόλη.

Άρθρο 84. Ένσημες ταινίες φορολογίας αλκοολούχων ποτών
1.

Στα αλκοολούχα ποτά που παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή εισάγονται από τρίτες χώρες και προορίζονται να καταναλωθούν σε άμεση συσκευασία λιανικής πώλησης στο εσωτερικό της χώρας και στα οποία επιβάλλεται Ε.Φ.Κ., δύναται να επικολλώνται ένσημες ταινίες φορολογίας.

2.

Η επικόλληση των ταινιών αυτών γίνεται στους χώρους παραγωγής και διασφαλίζει την καταβολή του Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο προϊόν.

3.

Οι ταινίες αυτές χορηγούνται:

α)

στους εγκεκριμένους αποθηκευτές και εγγεγραμμένους παραλήπτες, προκειμένου να επικολληθούν σε αλκοολούχα ποτά προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος ή σε εισαγωγείς προκειμένου για ποτά από τρίτες χώρες,

β)

στους εγκεκριμένους αποθηκευτές ή ποτοποιούς, προκειμένου να επικολληθούν σε αλκοολούχα ποτά εγχώριας παραγωγής,

γ)

στους φορολογικούς αντιπροσώπους εγκεκριμένων αποθηκευτών άλλων κρατών μελών.

4.

Από την υποχρέωση της παρ. 1 εξαιρούνται τα προϊόντα που εισάγονται από φυσικά πρόσωπα και προορίζονται για ατομική χρήση υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις κείμενες διατάξεις.

5.

Ένσημες ταινίες φορολογίας που υφίστανται βλάβη ή φθορά κατά την επικόλλησή τους ή καθίσταται αδύνατη η επικόλλησή τους από άλλη αιτία στα προϊόντα για τα οποία προορίζονται, καθώς και αυτές που είναι κακέκτυπες καταστρέφονται ενώπιον Επιτροπής, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με την παρ. 38 του άρθρου 196 και αντικαθίστανται σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στην απόφαση αυτή.

Αν η παραπάνω βλάβη ή φθορά των ενσήμων ταινιών φορολογίας από άλλη αιτία, οφείλεται κατά την κρίση της Επιτροπής, σε υπαιτιότητα του παραλήπτη, η αντικατάστασή τους γίνεται με την καταβολή του αντιτίμου αυτών.

Άρθρο 85. Ορισμός μπύρας

Μπύρα θεωρείται κάθε προϊόν αλκοολικού τίτλου μεγαλύτερου του μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5 %) κατ' όγκο, που υπάγεται στον κωδικό Σ.Ο. 22.03, καθώς και κάθε προϊόν, το οποίο είναι μείγμα μπύρας με μη αλκοολούχα ποτά, τα οποία υπάγονται στον κωδικό Σ.Ο. 22.06.

Άρθρο 86. Τρόπος υπολογισμού και συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στην μπύρα
1.

α) Ο Ε.Φ.Κ. των προϊόντων του άρθρου 85 καθορίζεται με βάση τον αριθμό των εκατόλιτρων της μπύρας και τους βαθμούς PLATO κατ' όγκο.

β)

Για τους σκοπούς μέτρησης των βαθμών PLATO κατ' όγκο λαμβάνονται υπόψη όλα τα συστατικά της μπύρας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προστίθενται μετά την ολοκλήρωση της ζύμωσης. Αν οι βαθμοί PLATO της μπύρας δεν αντιστοιχούν σε ακέραιο αριθμό, για τον υπολογισμό του Ε.Φ.Κ. το κλασματικό μέρος στρογγυλοποιείται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό και συγκεκριμένα, εφόσον το κλάσμα είναι μικρότερο του μισού (0,5), στρογγυλοποιείται στον μικρότερο ακέραιο αριθμό, ενώ εάν είναι ίσο ή μεγαλύτερο του μισού (0,5), στρογγυλοποιείται στον μεγαλύτερο ακέραιο αριθμό.

2.

Ο φόρος του παρόντος ορίζεται σε πέντε (5) ευρώ ανά βαθμό PLATO κατ' όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.

3.

Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης μπύρας, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή, για την μπύρα που παράγεται στη χώρα μας ή στα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, εφόσον η παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα διακόσιες χιλιάδες (200.000) εκατόλιτρα μπύρας ετησίως.

Για την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή ο όρος «ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο» σημαίνει το ζυθοποιείο το οποίο πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

α)

είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο,

β)

χρησιμοποιεί δικές του εγκαταστάσεις και

γ)

δεν λειτουργεί στη βάση άδειας εκμετάλλευσης άλλου επιτηδευματία.

Θεωρούνται επίσης ως ένα και μόνο ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο δύο ή περισσότερα μικρά ζυθοποιεία όταν αυτά συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα διακόσιες χιλιάδες (200.000) εκατόλιτρα μπύρας.

Ο μειωμένος συντελεστής της παρούσας καθορίζεται σε δύο ευρώ και πενήντα λεπτά (2,50) ανά βαθμό PLATO κατ' όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.

Άρθρο 87. Ενδιάμεσα προϊόντα
1.

Ως ενδιάμεσα προϊόντα του άρθρου 79 νοούνται όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του ένα κόμμα δύο τοις εκατό (1,2%) κατ' όγκο μέχρι και είκοσι δύο τοις εκατό (22%) κατ' όγκο, τα οποία υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04, 22.05 και 22.06 και τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 85, 89 και 91.

2.

Στην κατηγορία των ενδιάμεσων προϊόντων υπάγεται και κάθε απλό ποτό που προέρχεται από ζύμωση, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 91 και το οποίο έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του πέντε κόμμα πέντε τοις εκατό (5,5%) κατ' όγκο, η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση, καθώς και κάθε αφρώδες ποτό προερχόμενο από ζύμωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 91, έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του οκτώ κόμμα πέντε τοις εκατό (8,5%) κατ' όγκο, η δε περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

Άρθρο 88. Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης Ενδιάμεσων Προϊόντων

Ο συντελεστής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που επιβάλλεται στα προϊόντα του άρθρου 87, ορίζεται σε εκατόν δύο (102) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ του Παραρτήματος VII του Κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) 922/72, (ΕΟΚ) 234/79, (ΕΚ) 1037/2001 και (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου (L 347) για τα οποία ο συντελεστής ορίζεται σε πενήντα ένα (51) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.

Άρθρο 89. Κρασί

Ο όρος κρασί της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 79 περιλαμβάνει το «απλό κρασί» και τα «αφρώδη κρασιά», ως εξής:

1.

Ο όρος «απλό κρασί» περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς αριθμούς Σ.Ο. 22.04 και 22.05, εκτός από τα αφρώδη κρασιά της παρ. 2, τα οποία: 

α)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 15% vol. με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση,

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 15% vol. μέχρι και 18% vol., με την προϋπόθεση ότι έχουν παραχθεί χωρίς εμπλουτισμό και η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

2.

Ο όρος «αφρώδη κρασιά» περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04.10, 22.04.21.06, 22.04.21.07, 22.04.21.08, 22.04.21.09, 22.04.29.10 και 22.05, τα οποία πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:

α)

Περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού, τα οποία συγκρατούνται με σύρματα ή συνδετήρες ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον τρία (3) bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα,

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω των 1,2% vol. μέχρι και 15% vol. με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

Άρθρο 90. Συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 89

Ο συντελεστής του Ε.Φ.Κ. που επιβάλλεται στα προϊόντα του άρθρου 89 είναι μηδέν (0) ευρώ.

Άρθρο 91. Ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από κρασί και μπύρα
1.

Ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση, εκτός από το κρασί και την μπύρα, θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04 και 22.05 και δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 89, καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό Σ.Ο. 22.06, με εξαίρεση τα λοιπά αφρώδη ποτά που παρασκευάζονται με ζύμωση και τα οποία ορίζονται κατά την παρ. 2, καθώς και όλα τα προϊόντα του άρθρου 85, τα οποία:

α)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 10% vol.,

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του 10% vol. μέχρι και 15% vol. με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση.

2.

«Λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση» θεωρούνται όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.06.00.31 και 22.06.00.39, καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς Σ.Ο. 22.04.10, 22.04.21.06, 22.04.21.07, 22.04.21.08, 22.04.21.09, 22.04.29.10 και 22.05, τα οποία δεν αναφέρονται στο άρθρο 89 και τα οποία πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:

α)

περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού που συγκρατούνται με σύρμα ή συνδετήρα ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον τρία (3) bar, η οποία οφείλεται στο διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα, και

β)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2% vol. μέχρι και 13% vol. Ή

γ)

έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 13% vol. μέχρι και 15% vol., με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση.

Άρθρο 92. Συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 91
1.

Ο συντελεστής του Ε.Φ.Κ. που επιβάλλεται στα προϊόντα του άρθρου 91 ορίζεται σε είκοσι (20) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.

2.

Απαλλάσσονται του Ε.Φ.Κ. τα προϊόντα του άρθρου 91, όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξυδιού, σύμφωνα με τον ορισμό του κωδικού Σ.Ο. 22.09.

Άρθρο 93. Ηλεκτρονικό Μητρώο Επιτηδευματιών Αλκοολούχων Ποτών - Ηλεκτρονικό Μητρώο Κατόχων Αποστακτικών Μηχανημάτων και Διήμερων Μικρών Αποσταγματοποιών
1.

Στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δημιουργείται ηλεκτρονικό μητρώο επιτηδευματιών, στο οποίο καταχωρούνται και τηρούνται τα στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων, τα οποία, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, παράγουν, εισάγουν, παραλαμβάνουν από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., μεταποιούν, διαθέτουν ή αποκτούν μέσω χονδρικής πώλησης στο εσωτερικό της χώρας έτοιμα προς κατανάλωση αλκοολούχα ποτά του άρθρου 79. Η εγγραφή στο μητρώο είναι υποχρεωτική και γίνεται με ευθύνη των ανωτέρω προσώπων, τα οποία υποχρεούνται στην επικαιροποίηση των καταχωρηθέντων στοιχείων, σε κάθε περίπτωση μεταβολής τους. Με την καταχώρηση στο μητρώο αποδίδεται μοναδικός Αριθμός Επιτηδευματία Αλκοολούχων Ποτών.

2.

Στην Α.Α.Δ.Ε. δημιουργείται ηλεκτρονικό μητρώο κατόχων αποστακτικών μηχανημάτων της παρ. Ε1 του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 (Α' 281) και διήμερων μικρών αποσταγματοποιών της παρ. 5 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, στο οποίο καταχωρούνται υποχρεωτικά και τηρούνται τα στοιχεία των ανωτέρω φυσικών ή νομικών προσώπων, του εξοπλισμού και της παραγωγής τους. Η εγγραφή στο μητρώο γίνεται με ευθύνη των ανωτέρω προσώπων, τα οποία υποχρεούνται και στην επικαιροποίηση των καταχωρηθέντων στοιχείων, σε κάθε περίπτωση μεταβολής τους. Με την καταχώρηση στο μητρώο αποδίδεται μοναδικός αριθμός καταχωρισθέντος προσώπου.

Άρθρο 94. Ηλεκτρονικό Σύστημα Ταυτοποίησης Αλκοολούχων Ποτών

Για την παρακολούθηση έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών του άρθρου 79 λειτουργεί στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ηλεκτρονικό σύστημα ταυτοποίησης με βάση την ένδειξη παρτίδας. Στο ανωτέρω σύστημα καταχωρούνται στοιχεία σχετικά με την παραλαβή, παραγωγή, τη μεταποίηση και τις χονδρικές πωλήσεις έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων προϊόντων τα οποία παράγονται, εισάγονται, παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή διακινούνται στο εσωτερικό της χώρας. Υπόχρεα για την ενημέρωση του συστήματος ταυτοποίησης είναι τα πρόσωπα, τα οποία, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, διενεργούν πράξεις του προηγούμενου εδαφίου και τα οποία οφείλουν να έχουν λάβει τον μοναδικό Αριθμό Επιτηδευματία Αλκοολούχων Ποτών του άρθρου 93.

Άρθρο 95. Πιστοποίηση ανεξάρτητων μικρών παραγωγών
1.

Νοούνται ως ανεξάρτητοι μικροί παραγωγοί για τους σκοπούς του παρόντος και στο πλαίσιο της εφαρμογής από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά (L 316), οι παραγωγοί των προϊόντων των άρθρων 80, 85, 87, 89 και 91, κατά περίπτωση, υπό τις εξής ειδικότερες προϋποθέσεις:

α)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 80, το «μικρό αποστακτήριο», ήτοι μια επιχείρηση απόσταξης που λειτουργεί ως νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη επιχείρηση απόσταξης, δεν λειτουργεί με άδεια εκμετάλλευσης και η ετήσια παραγωγή της δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) εκατόλιτρα άνυδρης αλκοόλης.

β)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 85, τα «ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία» της παρ. 3 του άρθρου 86.

γ)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 87, ο παραγωγός ενδιάμεσων προϊόντων, ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο παραγωγό ενδιάμεσων προϊόντων, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού, δεν λειτουργεί στη βάση άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα ετησίως. Όταν δύο (2) ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.

δ)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 89, ο οινοπαραγωγός που είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον οινοπαραγωγό, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου οινοπαραγωγού, δεν λειτουργεί στη βάση άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) εκατόλιτρα ή, στην περίπτωση αποστολής προϊόντων στη Δημοκρατία της Μάλτας, τα είκοσι χιλιάδες (20.000) εκατόλιτρα κρασιού ετησίως. 'Όταν δύο ή περισσότεροι μικροί οινοπαραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ή τις είκοσι χιλιάδες (20.000) εκατόλιτρα, κατά περίπτωση, οι εν λόγω οινοπαραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός.

ε)

Για τους παραγωγούς των προϊόντων του άρθρου 91, ο παραγωγός παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον παραγωγό λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού, δεν λειτουργεί στη βάση άδειας εκμετάλλευσης και η παραγωγή του δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) εκατόλιτρα, ετησίως. Όταν δύο (2) ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.

2.

Οι τελωνειακές αρχές χορηγούν στα ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, κατόπιν αιτήματός τους, ετήσιο πιστοποιητικό, με το οποίο επιβεβαιώνονται η συνολική ετήσια παραγωγή των προϊόντων του άρθρου 85, καθώς και η συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια της παρ. 3 του άρθρου 86.

3.

Οι αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χορηγούν στους ανεξάρτητους μικρούς οινοπαραγωγούς, κατόπιν αιτήματός τους, ετήσιο πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνονται η συνολική ετήσια παραγωγή τους προϊόντων του άρθρου 89, καθώς και η συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια της περ. δ' της παρ. 1 του παρόντος και τις προϋποθέσεις της κοινής απόφασης της παρ 46 του άρθρου 196.

4.

Οι ανεξάρτητοι μικροί παραγωγοί των προϊόντων των άρθρων 80, 87 και 91 μπορούν να πιστοποιούν οι ίδιοι τη συνολική ετήσια παραγωγή τους, καθώς και τη συμμόρφωσή τους με τα κατά περίπτωση κριτήρια των περ. α, γ' και ε' της παρ. 1 για τον χαρακτηρισμό τους ως ανεξάρτητων μικρών παραγωγών.

Άρθρο 96. Είδη βιομηχανοποιημένων καπνών

Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 49, θεωρούνται:

α)

τα τσιγάρα,

β)

τα πούρα και τα πουράκια,

γ)

ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων,

δ)

τα άλλα καπνά για κάπνισμα.

Άρθρο 97. Έννοια βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα θεωρούνται:

Α. Τσιγάρα:

α)

Οι κύλινδροι καπνού που μπορούν να καπνίζονται ως έχουν και οι οποίοι δεν είναι πούρα ή πουράκια,

β)

οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό γλιστρούν μέσα σε σωλήνες τσιγάρων, 

γ)

οι κύλινδροι καπνού, οι οποίοι με απλό μη βιομηχανικό χειρισμό περιτυλίγονται σε τσιγαρόχαρτα.

Β. Πούρα ή πουράκια:

α)

Οι κύλινδροι καπνού με εξωτερικό περίβλημα από φυσικό καπνό,

β)

οι κύλινδροι καπνού με τεμαχισμένο μείγμα καπνού και με εξωτερικό περιτύλιγμα στο σύνηθες χρώμα του πούρου, από ανασυσταθέντα καπνό, που καλύπτει πλήρως το προϊόν και όπου χρειάζεται και το φίλτρο, όχι όμως και το επιστόμιο στην περίπτωση προϊόντων με επιστόμιο, όπου το βάρος ανά μονάδα, μη περιλαμβανομένου του φίλτρου ή του επιστομίου, δεν είναι μικρότερο από δύο κόμμα τρία (2,3) γραμμάρια ούτε μεγαλύτερο από δέκα (10) γραμμάρια και η περίμετρος στο ένα τρίτο τουλάχιστον του μήκους δεν είναι μικρότερη από τριάντα τέσσερα χιλιοστά (0,034).

Τα προϊόντα των παραπάνω περιπτώσεων θεωρούνται πούρα ή πουράκια αν μπορούν και προορίζονται αποκλειστικά να καπνίζονται ως έχουν, δεδομένων των χαρακτηριστικών τους και των συνήθων καταναλωτικών προσδοκιών.

Γ. Λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων:

Ο κομμένος ή κατ' άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιημένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάπνισμα χωρίς μεταγενέστερη βιομηχανική μεταποίηση και του οποίου τουλάχιστον το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του βάρους των σωματιδίων καπνού έχει πλάτος κοπής μικρότερο από 1,5 χιλιοστόμετρο ή έχει πλάτος κοπής ίσο προς 1,5 χιλιοστόμετρο ή μεγαλύτερο, εφόσον ο καπνός αυτός πωλείται ή έχει πωληθεί για στρίψιμο τσιγάρων.

Δ. Άλλα καπνά για κάπνισμα:

α)

Ο κομμένος ή κατ' άλλον τρόπο τεμαχισμένος καπνός, φιλαρισμένος (νηματοποιημένος) ή πεπιεσμένος σε πλάκες, ο οποίος είναι κατάλληλος για κάπνισμα χωρίς μεταποίηση,

β)

τα συσκευασμένα υπολείμματα καπνού για λιανική πώληση, που δεν εμπίπτουν στις περ. Α, Β και Γ, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν για κάπνισμα. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «υπολείμματα καπνού» νοούνται τα κατάλοιπα των φύλλων καπνού και τα υποπροϊόντα που προέρχονται από την επεξεργασία του καπνού ή την παραγωγή προϊόντων καπνού.

2.

Εξομοιώνονται με πούρα και πουράκια τα προϊόντα που αποτελούνται κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, πληρούν όμως τα λοιπά κριτήρια της περ. Β της παρ. 1.

3.

Εξομοιώνονται με τσιγάρα και άλλα καπνά για κάπνισμα τα προϊόντα που αποτελούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από ουσίες διαφορετικές από τον καπνό, πληρούν όμως τα άλλα κριτήρια των περ. Α και Δ της παρ. 1.

4.

Τα προϊόντα που δεν περιέχουν καπνό, εφόσον προορίζονται αποκλειστικά για ιατρική χρήση, δεν θεωρούνται βιομηχανοποιημένα καπνά.

Άρθρο 98. Προσδιορισμός του φόρου
1.

Ο Ε.Φ.Κ. των βιομηχανοποιημένων καπνών:

α)

προκειμένου για τα τσιγάρα, αποτελείται από ένα πάγιο στοιχείο (πάγιος φόρος) που ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά μονάδα προϊόντος και από ένα αναλογικό στοιχείο (αναλογικός φόρος) που ορίζεται σε ποσοστό επί της κατά μονάδα προϊόντος τιμής λιανικής πώλησης αυτών,

β)

προκειμένου για τον λεπτοκομμένο καπνό για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα, ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους και

γ)

προκειμένου για τα πούρα και τα πουράκια, σε ποσοστό επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης αυτών.

2.

Τιμή λιανικής πώλησης για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα είναι η μέγιστη τιμή λιανικής πώλησης κάθε συγκεκριμένου προϊόντος βιομηχανοποιημένων καπνών προς τους καταναλωτές στην οποία περιλαμβάνονται και οι επιβαλλόμενοι δασμοί και φόροι.

Άρθρο 99. Βάση υπολογισμού και συντελεστές του φόρου

Ο Ε.Φ.Κ. που επιβάλλεται στα βιομηχανοποιημένα καπνά υπολογίζεται ως εξής:

1.

Στα τσιγάρα και τα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά ο Ε.Φ.Κ. διαρθρώνεται:

α)

σε έναν πάγιο φόρο, ο οποίος επιβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι ογδόντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτά (82,50) ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι το ίδιο για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, και

β)

σε έναν αναλογικό φόρο, ο συντελεστής του οποίου είναι είκοσι έξι τοις εκατό (26%) και υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.

Το συνολικό ποσό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τις περ. α' και β' δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εκατό δεκαεπτά ευρώ και πενήντα λεπτών (117,50) ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα).

2.

Στα πούρα ή στα πουράκια ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.

3.

Στον λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

4.

Στα άλλα καπνά για κάπνισμα, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτά (156,70) ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

5.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία, καθώς και τα όμοια προϊόντα που διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, συσκευασμένα σε λευκά πακέτα χωρίς ενδείξεις και τιμή λιανικής πώλησης, ο Ε.Φ.Κ. υπολογίζεται στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων της επιχείρησης που τα παράγει ή τα διαθέτει στην αγορά, εκτός αν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη τιμή.

6.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 103 ο Ε.Φ.Κ. υπολογίζεται, προκειμένου για τσιγάρα, στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 8, προσαυξημένη κατά δέκα τοις εκατό (10%), και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.

7.

Για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 103, ο Ε.Φ.Κ. υπολογίζεται, για τους σκοπούς της παρ. 6 του άρθρου 121, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 8 και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.

8.

Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων υπολογίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, διαιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση.

Άρθρο 100. Βάση υπολογισμού του φόρου μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών για ατομική χρήση

Τα βιομηχανοποιημένα καπνά, που κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες, αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 3763/2009 (Α' 80) και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από χίλια (1.000) τεμάχια, προκειμένου για τσιγάρα ή πεντακόσια (500) γραμμάρια μικτού βάρους, προκειμένου για τα λοιπά προϊόντα, υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.. Ο φόρος του πρώτου εδαφίου υπολογίζεται για τα τσιγάρα και τα πούρα και πουράκια με βάση πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης.

Άρθρο 101. Λεπτοκομμένος καπνός και άλλα καπνά προοριζόμενα για κάπνισμα - Φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στις περιπτώσεις παράδοσης, ενδοενωσιακής απόκτησης ή εισαγωγής από τρίτες χώρες, προϊόντων λεπτοκομμένου καπνού που προορίζονται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων και άλλων καπνών που προορίζονται για κάπνισμα, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 96 και 97 και τα οποία:

α)

αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίας ή

β)

κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 100 και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των πεντακοσίων (500) γραμμαρίων μικτού βάρους ή

γ)

παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, εφόσον προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 100, και όχι πάνω από πεντακόσια (500) γραμμάρια μικτού βάρους και προορίζονται αποκλειστικά για ατομική χρήση ή

δ)

παράγονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία ή

ε)

διατίθενται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με βάση τη μέση, κατ' έτος, σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης σύμφωνα με τα στοιχεία φορολογίας του προηγούμενου έτους που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.

Ως μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης νοείται το πηλίκο της συνολικής φορολογητέας αξίας του κατά περίπτωση είδους προς τη συνολική ποσότητα του είδους αυτού σε χιλιόγραμμα καθαρού βάρους που τέθηκε σε ανάλωση το προηγούμενο έτος.

Άρθρο 102. Μήκος τσιγάρων για τον υπολογισμό του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης

Για τον υπολογισμό του Ε.Φ.Κ. καπνού, ανάλογα με το μήκος του τσιγάρου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το φίλτρο και το επιστόμιο θεωρείται:

α)

ως ένα τσιγάρο, όταν έχει μήκος μέχρι οκτώ (8) εκατοστά,

β)

ως δύο τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από οκτώ (8) εκατοστά και μέχρι έντεκα (11) εκατοστά,

γ)

ως τρία τσιγάρα, όταν έχει μήκος μεγαλύτερο από έντεκα (11) εκατοστά και μέχρι δεκατέσσερα (14) εκατοστά και ούτω καθεξής.

Άρθρο 103. Καθορισμός της τιμής λιανικής πώλησης
1.

Οι τιμές λιανικής πώλησης των βιομηχανοποιημένων καπνών, που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας, καθορίζονται ελεύθερα από τους καπνοβιομηχάνους ή από τους εντολοδόχους των καπνοβιομηχάνων των λοιπών κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, καθώς και από τους εισαγωγείς αυτών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να γράφουν σε ευρώ την τιμή λιανικής πώλησης στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία που διατίθεται στη λιανική πώληση ή στις ένσημες φορολογικές ταινίες που επικολλούνται σε αυτά.

2.

Τα πρόσωπα της παρ. 1 υποχρεούνται, δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον πριν από κάθε μεταβολή της τιμής των προϊόντων τους ή την κυκλοφορία νέων τύπων, να δηλώνουν τούτο εγγράφως στην αρμόδια αρχή για τη φορολογία των προϊόντων αυτών.

Άρθρο 104. Άδεια σύστασης καπνοβιομηχανίας ή επαγγελματικού εργαστηρίου παραγωγής προϊόντων καπνού
1.

Για τη σύσταση καπνοβιομηχανίας ή επαγγελματικού εργαστηρίου παραγωγής προϊόντων καπνού, εκδίδεται άδεια με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., μετά από την υποβολή αίτησης του ενδιαφερόμενου προσώπου με τα σχετικά δικαιολογητικά στο τελωνείο τοπικής αρμοδιότητας της εγκατάστασης της καπνοβιομηχανίας ή του επαγγελματικού εργαστηρίου.

2.

Προϋποθέσεις που απαιτούνται σωρευτικά για την έκδοση της άδειας της παρ. 1 είναι ο αιτών:

α)

να κατέχει άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας που χορηγείται από την αρμόδια αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α' 143) ή να έχει προβεί σε κάθε άλλη δήλωση ή γνωστοποίηση ή κοινοποίηση προς την εν λόγω αρχή, εφόσον δεν προβλέπεται η έκδοση άδειας, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, τον ν. 4302/2014 (Α' 225) και τον ν. 4442/2016 (Α' 230),

β)

να κατέχει μηχανικές εγκαταστάσεις ετήσιας παραγωγικής δυναμικότητας τουλάχιστον διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) χιλιόγραμμων επεξεργασμένου καπνού για τη χορήγηση άδειας σύστασης καπνοβιομηχανίας ή τουλάχιστον δύο χιλιάδων (2.000) χιλιόγραμμων επεξεργασμένου καπνού για τη χορήγηση άδειας σύστασης επαγγελματικού εργαστηρίου και

γ)

να μην έχει καταδικαστεί βάσει τελεσίδικης ποινικής απόφασης για παραβάσεις περί λαθρεμπορίας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 131 σε συνδυασμό με τα άρθρα 174 έως 177, ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που σχετίζεται με την πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων βιομηχανοποιημένων καπνών, παραποιημένων βιομηχανοποιημένων καπνών, πρώτων υλών ή εξοπλισμού παραγωγής ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή να μην έχει εκδοθεί σε βάρος του τελεσίδικη απόφαση διοικητικού ή πολιτικού δικαστηρίου περί συμμετοχής σε πώληση, διανομή, αποθήκευση, παραλαβή ή αποστολή λαθραίων βιομηχανοποιημένων καπνών, παραποιημένων βιομηχανοποιημένων καπνών, πρώτων υλών ή εξοπλισμού παραγωγής ή σχετική με τα ανωτέρω νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

3.

Η άδεια της παρ. 1 είναι τριετούς διάρκειας και δύναται να ανανεωθεί με έγκριση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., κατόπιν υποβολής αίτησης ανανέωσης της άδειας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των περ. α) έως γ) της παρ. 2.

4.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο χορηγείται η άδεια της παρ. 1, πριν από την έναρξη των σχετικών εργασιών λαμβάνει άδεια σύστασης και λειτουργίας φορολογικής αποθήκης και άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή.

5.

Κατ' εξαίρεση της παρ. 4, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο χορηγείται άδεια επαγγελματικού εργαστηρίου παραγωγής προϊόντων καπνού δύναται να παράγει προϊόντα καπνού και εκτός καθεστώτος αναστολής του φόρου, σύμφωνα με τα άρθρα 53, 112 και 120 και λαμβάνει έγκριση παραγωγής πριν από την έναρξη των εργασιών του. Το πρόσωπο αυτό παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του και συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 52 του άρθρου 196.

6.

Για τις ακόλουθες δραστηριότητες εκδίδεται άδεια από την κατά τόπον αρμόδια τελωνειακή περιφέρεια, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου φυσικού ή νομικού προσώπου:

α)

για την αποστολή σε άλλο κράτος μέλος, την παραλαβή από άλλο κράτος μέλος, καθώς και για την εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών,

β)

για την εισαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών,

γ)

για την κατασκευή, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών.

Δεν απαιτείται η έκδοση άδειας για καπνοκαλλιεργητές και επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.

Άρθρο 105. Ενιαίο κεντρικό μητρώο εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, ηλεκτρονικών τσιγάρων, ηλεκτρικά θερμαινόμενων προϊόντων και νικοτινούχων ή μη προϊόντων
1.

Για τους σκοπούς του παρόντος ως «εφοδιαστική αλυσίδα», νοείται η αποστολή σε άλλο κράτος μέλος, παραλαβή από άλλο κράτος μέλος, εισαγωγή, εξαγωγή, μεταποίηση, διαμεσολάβηση, κατοχή και χονδρική εμπορία καπνού και τσιγαρόχαρτου για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, η παραγωγή, αποθήκευση, μεταποίηση, αποστολή, παραλαβή, εισαγωγή, εξαγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών και προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50, η κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή, αποστολή, παραλαβή, κατοχή, διαμεσολάβηση και χονδρική εμπορία του εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών, καθώς και οι λοιπές δραστηριότητες στο πλαίσιο της εμπορίας καπνού, βιομηχανοποιημένων καπνών και προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, με την εξαίρεση των καπνοκαλλιεργητών, καθώς και των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών μεταφοράς.

2.

Στο πλαίσιο της λειτουργίας του Πληροφορικού Συστήματος Τελωνειακών Ηλεκτρονικών υπηρεσιών ICISnet, για την παρακολούθηση της εφοδιαστικής αλυσίδας της παρ. 1 λειτουργεί «Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού, βιομηχανοποιημένων καπνών, ηλεκτρονικών τσιγάρων, ηλεκτρικά θερμαινόμενων προϊόντων και νικοτινούχων ή μη προϊόντων» (Ε.Κ.Μ.Ε.Α.).

3.

Στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. καταχωρούνται, τηρούνται και παρακολουθούνται όλες οι άδειες ή εγκρίσεις, οι οποίες χορηγούνται από τις τελωνειακές αρχές και τις αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α' 143) σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και σε νομικές οντότητες, τα οποία δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, ηλεκτρονικών τσιγάρων, ηλεκτρικά θερμαινόμενων προϊόντων και νικοτινούχων ή μη προϊόντων, καθώς και κάθε άλλη δήλωση ή γνωστοποίηση ή κοινοποίηση που υποβάλλεται στις αρχές της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 αντί της άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, του ν. 4302/2014 (Α' 225) και του ν. 4442/2016 (Α' 230), καθώς και οι συμβάσεις μελλοντικής πώλησης ακατέργαστου καπνού του ν. 4015/2011 (Α' 210), οι οποίες κατατίθενται στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), σύμφωνα με την υπ' αρ. 238/19130/11.2.2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων «Καθορισμός λεπτομερειών σύναψης των συμβάσεων μελλοντικής πώλησης ακατέργαστου καπνού» (Β' 380), καθώς και κάθε άλλη κοινοποίηση ή γνωστοποίηση που υποβάλλεται στο Υπουργείο Υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 4419/2016 (Α' 174). Τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα της παρ. 1, στα οποία δεν χορηγείται άδεια ή έγκριση ή τα οποία δεν υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης ή γνωστοποίησης ή κοινοποίησης, αντί άδειας, στις αρμόδιες αρχές, υποβάλλουν δήλωση καταχώρησης στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α.. Με την καταχώρηση στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α. των αδειών, εγκρίσεων ή γνωστοποιήσεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και την υποβολή των δηλώσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, αποδίδεται σε καθένα από τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα της παρ. 1 μοναδικός Αριθμός Μητρώου Διακινητή Καπνικών Προϊόντων (Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π.).

4.

Ο Α.Μ.ΔΙ.ΚΑ.Π. του αποστολέα και του παραλήπτη αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διακίνηση στο εσωτερικό της χώρας μέχρι το τελικό σημείο λιανικής πώλησης στα τιμολόγια ή τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης των άρθρων 5 και 9 του ν. 4308/2014 (Α' 251).

5.

Το Ε.Κ.Μ.Ε.Α. διαλειτουργεί και διασυνδέεται με το πληροφοριακό σύστημα του μητρώου ιχνηλασιμότητας καπνικών προϊόντων του άρθρου 113 του παρόντος κατά τους όρους του άρθρου 84 του ν. 4727/2020 (Α' 184).

Άρθρο 106. Μέτρα δέουσας επιμέλειας επιχειρήσεων της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Για τους σκοπούς του παρόντος, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία:

α)

ως «πελάτες» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, που προμηθεύονται βιομηχανοποιημένα καπνά από τις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού από τους εισαγωγείς από τρίτες χώρες και τους παραλήπτες από άλλα κράτη μέλη με σκοπό τη μεταπώλησή τους,

β)

ως «προμηθευτές» νοούνται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους ιδιότητας, παρέχουν συμβατικώς στις αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες ή στα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής προϊόντων καπνού πρώτες ύλες, καθώς και πάσης φύσεως υλικά και υπηρεσίες.

2.

Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, οι επιχειρήσεις πρώτης μεταποίησης καπνού, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών και οι επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης βιομηχανοποιημένων καπνών υποχρεούνται να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές τους. Μέτρα δέουσας επιμέλειας υποχρεούνται να εφαρμόζουν και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ως προς τους πελάτες τους. Οι καλλιεργητές καπνού εξαιρούνται από την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας.

3.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες και τους προμηθευτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον: 

α)

την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και των προμηθευτών βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή, 

β)

την τήρηση και καταγραφή αρχείων με όλες τις σχετικές συναλλαγές, 

γ)

την άσκηση συνεχούς εποπτείας της εμπορικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.

4.

Τα πρόσωπα της παρ. 2 υποχρεούνται να αποστέλλουν κάθε εξάμηνο στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου προϊόντων Ε.Φ.Κ. και φόρου κατανάλωσης, που συστήνεται με το άρθρο 6 του ν. 4410/2016 (Α' 141), ηλεκτρονική κατάσταση με τις συναλλαγές των προμηθευτών και πελατών τους, καθώς και να παρέχουν άμεσα πληροφορίες για ασυνήθιστες ή ύποπτες συναλλαγές. Οι ηλεκτρονικές καταστάσεις υποβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, από τον μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνονται έξι (6) μήνες από την ημερομηνία της συναλλαγής.

Άρθρο 107. Υπόχρεος καταβολής του φόρου

Υπόχρεος για την καταβολή του Ε.Φ.Κ. των βιομηχανοποιημένων καπνών είναι κάθε πρόσωπο στο οποίο γίνεται διάθεση ενσήμων φορολογικών ταινιών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 112, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που ορίζεται ως υπόχρεος με άλλες διατάξεις του Κώδικα αυτού, σε ειδικές περιπτώσεις.

Άρθρο 108. Ειδικές απαλλαγές βιομηχανοποιημένων καπνών

Απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ. και κάθε ειδική εισφορά υπέρ τρίτων ή τυγχάνουν επιστροφής ή συμψηφισμού των φόρων αυτών, εφόσον έχουν καταβληθεί:

α)

τα μετουσιωμένα επεξεργασμένα καπνά που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία ή στην καλλιέργεια δενδροκηπευτικών και τα υπολείμματα βιομηχανοποίησης του καπνού, τα οποία χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 116,

β)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που καταστρέφονται, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 111,

γ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που προορίζονται αποκλειστικά για επιστημονικές δοκιμές, καθώς και για δοκιμές σχετικές με την ποιότητα αυτών,

δ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που επαναχρησιμοποιούνται από τον καπνοβιομήχανο,

ε)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που διατίθενται στο εργατοτεχνικό προσωπικό των καπνοβιομηχανιών,

στ)

τα βιομηχανοποιημένα καπνά που διατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 67.

Άρθρο 109. Αποδόσεις από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης
1.

Από τον Ε.Φ.Κ., που αναλογεί στα τσιγάρα τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι κατά τις ισχύουσες διατάξεις εισφορές υπέρ τρίτων, αποδίδονται:

α)

στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-ΕΦΚΑ, τ. ΟΓΑ, ποσό 0,06 ευρώ ανά χιλιάδα τεμαχίων,

β)

στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας, στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του e-ΕΦΚΑ, πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ, πρώην ΕΤΕΑΜ - Ταμείο Εξόδου και Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών Βιομηχανίας Καπνού στον λογαριασμό «Αποθεματικό Κεφάλαιο Προστασίας Καπνοπαραγωγής» και στον λογαριασμό «Αποθεματικό Πρόνοιας» τα ποσά που ορίζονται, κατά περίπτωση με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα οποία δεν μπορούν να υπερβαίνουν εκείνα που καθορίστηκαν κατά το τελευταίο οικονομικό έτος.

2.

Η απόδοση των ποσών που προβλέπεται από την παρ. 1 γίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, στο σκέλος των δαπανών του οποίου εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του επόμενου της είσπραξης χρόνου.

Άρθρο 110. Πίστωση φόρου
1.

Στα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 112, μετά από αίτησή τους, παρέχεται πίστωση του φόρου, διάρκειας τεσσάρων (4) εβδομάδων, εφόσον πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά που προορίζονται για εμπορία και παράγονται στο εσωτερικό της χώρας ή παράγονται και προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 51.

Αφετηρία της πίστωσης είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία ο φόρος γίνεται απαιτητός, σύμφωνα με το άρθρο 53.

2.

Τα έγγραφα που συντάσσονται σε εφαρμογή του παρόντος απαλλάσσονται από κάθε δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, εκτός από τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων και φυλάκων μεταγραφών, τα οποία μειώνονται στο μισό, χωρίς να δύναται να υπερβεί καθένα από αυτά το ποσό των πενήντα εννέα (59) ευρώ, κατά περίπτωση. Δεν απαιτείται παράσταση δικηγόρου κατά τη σύνταξη και υπογραφή των συμβολαίων παροχής της πίστωσης.

3.

Η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους με τους οποίους έχει παρασχεθεί η πιο πάνω πίστωση, εφόσον βεβαιώνεται με πράξη της αρμόδιας αρχής, καθιστά απαιτητό ολόκληρο το ποσό των πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί και συνεπάγεται περαιτέρω αναστολή χορήγησης στον υπόχρεο άλλων πιστώσεων του φόρου του παρόντος και του φόρου του άρθρου 51 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162) μέχρι την πλήρη συμμόρφωση του υπόχρεου. Σε περίπτωση υποτροπής, ουδεμία πίστωση παρέχεται. Ως υποτροπή ορίζεται η τέλεση από το ίδιο υπόχρεο πρόσωπο οποιασδήποτε παράβασης, για την οποία προβλέπεται πρόστιμο σύμφωνα με την παρούσα, εντός τριών (3) ετών από την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης σε αυτό.

Άρθρο 111. Ειδικές περιπτώσεις επιστροφής φόρου
1.

Βιομηχανοποιημένα καπνά, για τα οποία έχουν καταβληθεί οι φόροι που αναλογούν, εφόσον έχουν υποστεί φθορά ή βλάβη που να καθιστά αδύνατη την κατανάλωσή τους, καταστρέφονται έπειτα από αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης ενώπιον Επιτροπής και με τη διαδικασία που καθορίζεται στην απόφαση της παρ. 58 του άρθρου 196. Τα έξοδα καταστροφής και η αποζημίωση των μελών της Επιτροπής βαρύνουν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.

2.

Οι φόροι και κάθε ειδική εισφορά υπέρ τρίτων, που έχουν καταβληθεί για τα προϊόντα που καταστρέφονται, σύμφωνα με την παρ. 1, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, κατά περίπτωση, εφόσον η αίτηση περί καταστροφής υποβληθεί εντός τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής των Δηλώσεων Ε.Φ.Κ., υπολογισμού και βεβαίωσης των φόρων που αναλογούν και η αίτηση για τον συμψηφισμό ή την επιστροφή υποβληθεί εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία πραγματοποίησης της καταστροφής.

Η επιστροφή των φόρων γίνεται μόνο όταν είναι αδύνατος ο συμψηφισμός τους.

Για την επιστροφή των φόρων των οποίων δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 28.

Άρθρο 112. Ένσημες ταινίες φορολογίας
1.

Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές.

Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους.

Προκειμένου περί μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών εμπορικού χαρακτήρα αλλοδαπής προέλευσης που δεν υπερβαίνουν κατά αποστολή τα πέντε χιλιάδες (5.000) τεμάχια σε συσκευασία λιανικής πώλησης, η επικόλληση της ταινίας, εφόσον συντρέχουν δικαιολογητικοί λόγοι, μπορεί να γίνει, ύστερα από έγκριση του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής περιφέρειας, εντός τελωνειακού καταστήματος ή φορολογικής αποθήκης παρουσία τελωνειακού υπαλλήλου.

Η διάθεση ενσήμων ταινιών γίνεται στα κατωτέρω πρόσωπα:

α)

στον εγκεκριμένο αποθηκευτή και στον εγγεγραμμένο παραλήπτη του εσωτερικού, καθώς και στον εγκεκριμένο αποθηκευτή άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β)

στον φορολογικό αντιπρόσωπο εγκεκριμένου αποθηκευτή άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 

γ)

στον εισαγωγέα από τρίτες χώρες και

δ)

στο πρόσωπο που έχει άδεια να παράγει βιομηχανοποιημένα καπνά στο εσωτερικό της χώρας, εκτός καθεστώτος αναστολής.

2.

Η προμήθεια και διαχείριση των ενσήμων ταινιών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διατυπώσεις που ισχύουν για την ταμειακή υπηρεσία των τελωνείων. Η αξία των ενσήμων φορολογικών ταινιών καταβάλλεται από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 112 κατά την παραλαβή τους.

3.

Ένσημες ταινίες που υφίστανται βλάβη ή φθορά κατά την επικόλλησή τους ή καθίσταται αδύνατη η επικόλλησή τους από άλλη αιτία στα προϊόντα για τα οποία προορίζονται, καθώς και αυτές που είναι κακέκτυπες, καταστρέφονται ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 111 και αντικαθίστανται. Αν η παραπάνω βλάβη ή φθορά των ενσήμων ταινιών από άλλη αιτία οφείλεται, κατά την κρίση της Επιτροπής του άρθρου 111, σε υπαιτιότητα του παραλήπτη, η αντικατάστασή τους γίνεται με την καταβολή του αντιτίμου αυτών.

Απώλεια ενσήμων ταινιών, πλην της οφειλόμενης σε λόγους ανωτέρας βίας, γεννά υποχρέωση άμεσης καταβολής των προβλεπόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα προϊόντα για τα οποία αυτές προορίζονταν.

Άρθρο 113. Ιχνηλασιμότητα
1.

Για τους σκοπούς του παρόντος, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία:

α)

Ως «κατασκευαστής» θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει προϊόν ή το οποίο δίνει εντολή να σχεδιαστεί ή να κατασκευαστεί ένα προϊόν και διαθέτει το προϊόν αυτό στην αγορά υπό την ονομασία ή το εμπορικό σήμα του.

β)

Ως «μονάδα συσκευασίας» θεωρείται η μικρότερη ατομική συσκευασία ενός προϊόντος καπνού ή συναφούς προϊόντος που διατίθεται στην αγορά.

2.

Όλες οι μονάδες συσκευασίας των προϊόντων καπνού επισημαίνονται με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό, ο οποίος τυπώνεται ή τοποθετείται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλος και δεν κρύβεται ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα ή ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από το άνοιγμα της μονάδας συσκευασίας. Στην περίπτωση προϊόντων καπνού που κατασκευάζονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα εκείνα που προορίζονται για την αγορά της Ένωσης ή διατίθενται σε αυτήν.

3.

Ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός επιτρέπει τον προσδιορισμό των ακολούθων στοιχείων:

α)

της ημερομηνίας και του τόπου κατασκευής,

β)

της μονάδας κατασκευής,

γ)

του μηχανήματος που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των προϊόντων καπνού,

δ)

της βάρδιας παραγωγής ή του χρόνου κατασκευής, 

ε)

της περιγραφής του προϊόντος,

στ)

της προβλεπόμενης αγοράς λιανικής πώλησης, 

ζ)

του προβλεπόμενου δρομολογίου της φόρτωσης, 

η)

κατά περίπτωση, του εισαγωγέα στην Ένωση, 

θ)

του πραγματικού δρομολογίου της φόρτωσης από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των χρησιμοποιούμενων αποθηκών, καθώς και της ημερομηνίας φόρτωσης, του προορισμού, του σημείου αναχώρησης και του παραλήπτη,

ι)

της ταυτότητας όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης και

ια)

του τιμολογίου, του αριθμού παραγγελίας και των αρχείων πληρωμών όλων των αγοραστών από τη μονάδα κατασκευής έως το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης.

4.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) έως ζ) και, κατά περίπτωση, η) της παρ. 3 αποτελούν μέρος του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. θ) έως ια) της παρ. 3 είναι προσιτές, ηλεκτρονικά, μέσω συνδέσμου στον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό.

5.

Όλοι οι οικονομικοί φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, καταγράφουν την περιέλευση όλων των μονάδων συσκευασίας στην κατοχή τους, καθώς επίσης όλες τις ενδιάμεσες μετακινήσεις και την τελική έξοδο των μονάδων συσκευασίας από την κατοχή τους.

Η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με τη σήμανση και την καταγραφή της γενικής συσκευασίας όπως της κούτας, του κιβωτίου ή της παλέτας, υπό τον όρο ότι η παρακολούθηση και ο εντοπισμός όλων των μονάδων συσκευασίας παραμένει εφικτός.

6.

Όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού των προϊόντων καπνού τηρούν πλήρη και ακριβή αρχεία με όλες τις σχετικές συναλλαγές.

7.

Οι κατασκευαστές προϊόντων καπνού παρέχουν σε όλους τους οικονομικούς φορείς που συμμετέχουν στο εμπόριο προϊόντων καπνού, από τον κατασκευαστή έως τον τελευταίο οικονομικό φορέα πριν από το πρώτο κατάστημα λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγέων, των αποθηκών και των μεταφορικών εταιρειών, τον αναγκαίο εξοπλισμό για την καταγραφή των προϊόντων καπνού που αγοράζονται, πωλούνται, αποθηκεύονται, μεταφέρονται ή τυγχάνουν άλλου χειρισμού.

Ο εν λόγω εξοπλισμός λαμβάνει και διαβιβάζει ηλεκτρονικά τα καταγεγραμμένα στοιχεία σε μονάδα αποθήκευσης δεδομένων σύμφωνα με την παρ. 8.

8.

Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς προϊόντων καπνού συνάπτουν συμβάσεις αποθήκευσης δεδομένων με ανεξάρτητο τρίτο μέρος, προκειμένου να αναλάβει τη φιλοξενία της μονάδας αποθήκευσης δεδομένων για όλα τα σχετικά δεδομένα. Η μονάδα αποθήκευσης πρέπει να βρίσκεται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η καταλληλότητα του τρίτου μέρους του πρώτου εδαφίου και ιδίως η ανεξαρτησία και οι τεχνικές δυνατότητες, καθώς και η σύμβαση αποθήκευσης δεδομένων εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι δραστηριότητες του τρίτου αυτού μέρους παρακολουθούνται από εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος προτείνεται και αμείβεται από τον κατασκευαστή των προϊόντων καπνού και εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο εξωτερικός ελεγκτής έχει την υποχρέωση να υποβάλλει ετήσια έκθεση στην αρμόδια Διεύθυνση της Α.Α.Δ.Ε. και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτιμώντας ιδίως τυχόν παρατυπίες σχετικά με την πρόσβαση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι αρμόδιες αρχές και ο εξωτερικός ελεγκτής έχουν πλήρη πρόσβαση στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορεί να επιτραπεί η πρόσβαση στους κατασκευαστές ή στους εισαγωγείς στα αποθηκευμένα δεδομένα, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., υπό τον όρο ότι οι εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες εξακολουθούν να προστατεύονται επαρκώς σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

9.

Τα καταγεγραμμένα δεδομένα δεν τροποποιούνται ούτε διαγράφονται από οποιονδήποτε οικονομικό φορέα που εμπλέκεται στο εμπόριο προϊόντων καπνού.

10.

Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019 (Α' 137).

11.

Τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό και οι σχετικές λειτουργίες είναι πλήρως συμβατά μεταξύ τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

12.

Οι παρ. 1 έως και 11 εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 13 του άρθρου 15 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 «Για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ» (L 127/1).

Άρθρο 114. Χαρακτηριστικό ασφαλείας
1.

Όλες οι μονάδες συσκευασίας προϊόντων καπνού που διατίθενται στην αγορά, εκτός από τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό, που αναφέρεται στο άρθρο 113, φέρουν απαραβίαστο χαρακτηριστικό ασφαλείας, που αποτελείται από ορατά και αόρατα στοιχεία. Το χαρακτηριστικό ασφαλείας τυπώνεται ή επικολλάται κατά τρόπον ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί, είναι ανεξίτηλο και δεν κρύβεται, ούτε διακόπτεται με κανένα τρόπο, μεταξύ άλλων από φορολογικά επισήματα και ετικέτες αναγραφής της τιμής ή από άλλα στοιχεία που επιβάλλονται από τη νομοθεσία. Τα φορολογικά επισήματα ή εθνικά αναγνωριστικά σήματα που χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς μπορούν να χρησιμοποιούνται, ως χαρακτηριστικά ασφαλείας, υπό τον όρο ότι συμμορφώνονται με τα τεχνικά πρότυπα και εκπληρώνουν τις λειτουργίες του παρόντος άρθρου.

2.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 16 της Οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014.

Άρθρο 115. Ενδείξεις και συσκευασία βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσης των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, αναγράφεται λιθογραφικά ή τυπογραφικά η επωνυμία της επιχείρησης που τα παράγει, το σήμα και το είδος αυτών, το βάρος σε γραμμάρια ή ο αριθμός των τεμαχίων που περιέχονται.

2.

Επιτρέπεται να γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής ή μεταποίησης βιομηχανοποιημένων καπνών και η περαιτέρω συσκευασία τους σε κούτες ή δέματα, καθώς και η τοποθέτησή τους σε χαρτοκιβώτια.

Άρθρο 116. Καπνόσκονη και λοιπά υπολείμματα βιομηχανοποίησης καπνού, τσιγαρόχαρτο και σχετικός εξοπλισμός
1.

Η καπνόσκονη και τα λοιπά υπολείμματα από τη βιομηχανοποίηση του καπνού, τα οποία απαλλάσσονται από τον Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με την περ. α) του άρθρου 108, επιτρέπεται, είτε να χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας για γεωπονικούς ή άλλους σκοπούς, κατόπιν αχρήστευσής τους, είτε να αποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος, είτε να εξάγονται, αυτούσια, μετά από έγκριση του κατά τόπο αρμόδιου τελωνείου ελέγχου της καπνοβιομηχανίας ή του επαγγελματικού εργαστηρίου, είτε να καταστρέφονται ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 111. Ενώπιον της ίδιας Επιτροπής δύναται να διενεργείται η καταστροφή της καπνόσκονης και των λοιπών υπολειμμάτων από τη βιομηχανοποίηση του καπνού, τα οποία δεν υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., κάθε κρίσιμης πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, ήτοι τσιγαρόχαρτου, επιστόμιου και φίλτρων, καθώς και η αχρήστευση του εξοπλισμού παραγωγής βιομηχανοποιημένων καπνών.

2.

Κατ' εξαίρεση της παρ. 1, τα υπολείμματα βιομηχανοποίησης του καπνού μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη βιομηχανική παραγωγή ομογενοποιημένου ή αναγεννημένου (ανακατεργασμένου) καπνού, μετά από έγκριση του κατά τόπο αρμόδιου τελωνείου ελέγχου της καπνοβιομηχανίας ή του επαγγελματικού εργαστηρίου.

Άρθρο 117. Βεβαίωση και είσπραξη φόρου
1.

Η βεβαίωση και η είσπραξη του Ε.Φ.Κ., που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 49, ενεργούνται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση, με την επιφύλαξη των παρ. 5, 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και των άρθρων 110, 118, 119 και 120.

2.

Για τη βεβαίωση και είσπραξη ή τη χορήγηση απαλλαγής από τον φόρο της παρ. 1 υποβάλλεται, κατά περίπτωση, Δήλωση Ε.Φ.Κ. και λοιπών φορολογιών (Δ.Ε.Φ.Κ.) ή διασάφηση εισαγωγής, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

Τα τελωνειακά παραστατικά του προηγούμενου εδαφίου καταρτίζονται και υποβάλλονται με ευθύνη του υπόχρεου προσώπου, ελέγχονται και επαληθεύονται, ως προς το περιεχόμενό τους από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές.

3.

Με την είσπραξη του Ε.Φ.Κ. εκδίδεται αποδεικτικό είσπραξης και άδεια παράδοσης των εμπορευμάτων, με την επιφύλαξη των άρθρων 110, 118, 119 και 120.

4.

Με τον Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), καθώς και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση.

Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για την αιθυλική αλκοόλη, ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) εισπράττεται το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου αυτής από το καθεστώς αναστολής.

Όταν η έξοδος προϊόντων από το καθεστώς αναστολής δεν πραγματοποιείται από επαχθή αιτία, το ποσό του αναλογούντος Φ.Π.Α. που καθίσταται εισπρακτέο είναι αυτό που θα είχε εισπραχθεί εάν τα προϊόντα δεν είχαν τεθεί σε καθεστώς αναστολής.

Οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές ενεργειακών προϊόντων, αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών ασκούν το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου προστιθέμενης αξίας των εισροών τους με την υποβολή της Δήλωσης Ε.Φ.Κ. και λοιπών φορολογιών με βάση τα δικαιολογητικά δαπανών που κατέχουν κατά τον χρόνο υποβολής της.

Το δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α., όπως αυτό προβλέπεται ανωτέρω, ασκούν και τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραγωγή, εξόρυξη, εισαγωγή και διάθεση λιθάνθρακα, λιγνίτη και οπτάνθρακα των κωδικών Σ.Ο. 2701, 2702 και 2704.

5.

Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στην ηλεκτρική ενέργεια βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, βάσει των εκδιδόμενων από τον διανομέα ή τον αναδιανομέα παραστατικών πώλησης επί των οποίων προσδιορίζονται η μονάδα μέτρησης και οι ποσότητες που παραδίδονται, το αργότερο μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των ανωτέρω σχετικών παραστατικών πώλησης.

Με τον Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Φ.Π.Α. και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση.

Κατ' εξαίρεση προκειμένου για την παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας στο εσωτερικό της χώρας, ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του Ε.Φ.Κ..

6.

Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο φυσικό αέριο βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή το αργότερο μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των σχετικών παραστατικών πώλησης φυσικού αερίου. Τα στοιχεία για τον υπολογισμό του Ε.Φ.Κ. καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του ανωτέρω εδαφίου καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 23 του άρθρου 196.

Με τον Ε.Φ.Κ. βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Φ.Π.Α. και κάθε άλλη σχετική επιβάρυνση. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για την παράδοση φυσικού αερίου στο εσωτερικό της χώρας, ο Φ.Π.Α. υπολογίζεται με τον οικείο φορολογικό συντελεστή επί του ποσού του Ε.Φ.Κ..

7.

Στις περιπτώσεις εφοδιασμού αεροσκαφών με καύσιμα τα οποία εξέρχονται από φορολογικές αποθήκες και δεν παρέχεται απαλλαγή, είτε από Ε.Φ.Κ., είτε από Φ.Π.Α., οι αναλογούντες κατά περίπτωση φόροι βεβαιώνονται και εισπράττονται έως την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα παράδοσης των καυσίμων.

8.

Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στα προϊόντα των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 71, τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ή διατίθενται προς πώληση ή χρησιμοποιούνται, ως καύσιμα θέρμανσης ή κινητήρων, βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα που πραγματοποιήθηκε η πώληση ή η ιδιοκατανάλωση αυτών.

9.

Ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στον λιθάνθρακα, λιγνίτη και οπτάνθρακα βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή ημέρα του επόμενου μήνα από την έκδοση των σχετικών παραστατικών πώλησης.

Άρθρο 118. Πίστωση καταβολής φορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων ενεργειακών προϊόντων

Κατ' εξαίρεση της παρ. 1 του άρθρου 117 και με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 7 του άρθρου 117, μέχρι και την 20ή Δεκεμβρίου κάθε έτους, παρέχεται πίστωση διάρκειας έως πέντε (5) ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της Δήλωσης Ε.Φ.Κ. και λοιπών φορολογιών (Δ.Ε.Φ.Κ.), στους εγκεκριμένους αποθηκευτές της περ. γ) του άρθρου 52, για την καταβολή στις τελωνειακές αρχές του Ε.Φ.Κ., του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), και των λοιπών συνεισπραττόμενων επιβαρύνσεων, που αναλογούν στα ενεργειακά προϊόντα των περ. α) έως και ιε) της παρ. 1 του άρθρου 71, τα οποία εξέρχονται από το καθεστώς αναστολής και για τα οποία βεβαιώνονται οι οφειλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, κατατίθεται εγγύηση, είτε χρηματική είτε τραπεζική είτε ασφαλιστήριο συμβόλαιο, για το σύνολο των οφειλόμενων επιβαρύνσεων. Αν δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα το σύνολο της οφειλής, αυτή εισπράττεται με ανάλογη κατάπτωση της εγγύησης υπέρ του Δημοσίου.

Άρθρο 119. Βεβαίωση και είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης αλκοολούχων ποτών
1.

Έξοδος από το καθεστώς αναστολής ουδέτερης αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης, παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος ή προϊόντος απόσταξης, οποιουδήποτε αλκοολικού τίτλου, εξαιρουμένων των προϊόντων της παρ. 2, επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί με αναστολή καταβολής του Ε.Φ.Κ. για χρονικό διάστημα έως και τριών (3) μηνών, από την ημέρα εξόδου των προϊόντων αυτών, από το εργοστάσιο παραγωγής ή τη φορολογική αποθήκη διακίνησής τους, εφόσον παραλαμβάνονται από ποτοποιούς ως πρώτες ύλες παρασκευής αλκοολούχων ποτών.

Η αναστολή αυτή παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες κάθε φορά ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης από πεντακόσια (500) χιλιόγραμμα και άνω ή παντός είδους αλκοολούχου αποστάγματος και προϊόντος απόσταξης από διακόσια πενήντα (250) χιλιόγραμμα και άνω, υπό τον όρο της κατάθεσης από τον παραλήπτη στην αρμόδια Αρχή τραπεζικής εγγύησης που καλύπτει τον αναλογούντα Ε.Φ.Κ.. Το ποσό του Ε.Φ.Κ. του οποίου, κατά τα ανωτέρω, αναστέλλεται η καταβολή, αποτελεί διαμορφωτικό στοιχείο της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας.

Η αναστολή δεν παρέχεται για τους παραλαμβάνοντες ουδέτερη αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης προς εμφιάλωση.

Η καταβολή του Ε.Φ.Κ. γίνεται με δήλωση, που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, μαζί με αναλυτική κατάσταση για τις ποσότητες που εξήλθαν από το καθεστώς αναστολής.

2.

Ο Ε.Φ.Κ. ετοίμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων βεβαιώνεται και εισπράττεται το αργότερο μέχρι τις 25 του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής, με βάση δήλωση και αναλυτική κατάσταση, που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή.

3.

Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης και ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλουν τον Ε.Φ.Κ. των προϊόντων του άρθρου 79, την ημέρα παραλαβής των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με βάση δήλωση, που υποβάλλει ο υπόχρεος στην αρμόδια αρχή.

Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για πωλήσεις αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων σε επιβάτες ενδοενωσιακών πτήσεων ή ενδοενωσιακών θαλάσσιων πλόων, τα οποία παραδίδονται σε αυτούς στο εσωτερικό της χώρας για να μεταφερθούν με τις αποσκευές τους, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλει τον Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στις παραδόσεις προϊόντων κάθε δεκαπενθήμερου του μήνα, μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο.

4.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου Ε.Φ.Κ. για τις περιπτώσεις του παρόντος, ο φόρος αυτός εισπράττεται με ανάλογη κατάπτωση των σχετικών εγγυήσεων υπέρ του Δημοσίου.

5.

Οι υποβαλλόμενες από τους ενδιαφερομένους δηλώσεις και αναλυτικές καταστάσεις, που αναφέρονται στο παρόν, συντάσσονται με ευθύνη των ενδιαφερομένων και το ορθό του περιεχομένου τους, καθώς και το ακριβές του καταβληθέντος συνεπεία αυτών ποσού του Ε.Φ.Κ., τελούν υπό την επιφύλαξη της επαλήθευσής τους από τις αρμόδιες αρχές, ύστερα από έλεγχο.

Άρθρο 120. Υπολογισμός, βεβαίωση και είσπραξη Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 117:

1.

Ο Ε.Φ.Κ. των βιομηχανοποιημένων καπνών που προβλέπεται στο άρθρο 99 υπολογίζεται στην κατάσταση φορολογίας που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, αφού προηγουμένως συμψηφισθεί η αξία ανάλογου αριθμού ενσήμων φορολογικών ταινιών, η οποία έχει καταβληθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 112.

Αν ο συμψηφισμός της αξίας των ταινιών καθίσταται αδύνατος, λόγω αναγνωρισμένων απωλειών του άρθρου 64, η αξία αυτή κατ' εξαίρεση επιστρέφεται.

Ειδικότερα:

α)

για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που παράγονται νόμιμα εκτός καθεστώτος αναστολής, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται κατά την παραλαβή των ενσήμων φορολογικών ταινιών και πριν αυτά εξαχθούν από το καπνεργοστάσιο,

β)

για τα βιομηχανοποιημένα καπνά που εισάγονται από τρίτες χώρες, ο Ε.Φ.Κ. εισπράττεται κατά τον τελωνισμό τους σε ανάλωση.

2.

Η βεβαίωση και είσπραξη του φόρου γίνεται κατά τον χρόνο που αυτός είναι απαιτητός, επί του παραστατικού της παρ. 2 του άρθρου 117, στο οποίο επισυνάπτονται και οι προβλεπόμενες καταστάσεις φορολογίας της παρ. 1.

Άρθρο 121. Διακίνηση υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
1.

Τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα μπορούν να διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των ακόλουθων τόπων εντός του εδάφους της Ένωσης, ακόμα και μέσω τρίτης χώρας ή τρίτου εδάφους:

α)

από μια φορολογική αποθήκη προς:

αα)

άλλη φορολογική αποθήκη,

αβ)

εγγεγραμμένο παραλήπτη,

αγ)

τόπο όπου τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξέρχονται από το έδαφος της Ένωσης, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 125,

αδ)

τον παραλήπτη που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 67, όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από το έδαφος άλλου κράτους μέλους,

αε)

το τελωνείο εξόδου, εφόσον προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 «για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (I 343), το οποίο είναι ταυτόχρονα τελωνείο αναχώρησης για το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, εφόσον αυτό προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 189 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 «για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα» (Ε 343),

β)

από τον τόπο εισαγωγής προς οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στην περ. α), όταν τα προϊόντα αποστέλλονται από εγγεγραμμένο αποστολέα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «τόπος εισαγωγής» νοείται ο τόπος όπου τα προϊόντα τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με το άρθρο 201 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

2.

Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εισαγωγή πραγματοποιείται εντός φορολογικής αποθήκης, τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα δύναται να διακινούνται από τον τόπο εισαγωγής υπό καθεστώς αναστολής μόνο αν ο διασαφιστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται, άμεσα ή έμμεσα, στη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013, παρέχει στις τελωνειακές αρχές τα εξής:

α)

τον μοναδικό αριθμό Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το στοιχείο α' της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 2ας Μαΐου 2012 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 2073/2004» (L 121), με τον οποίο εξακριβώνεται η ταυτότητα του εγγεγραμμένου αποστολέα για τη διακίνηση,

β)

τον μοναδικό αριθμό Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το στοιχείο α' της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου, με τον οποίο εξακριβώνεται η ταυτότητα του παραλήπτη προς τον οποίο αποστέλλονται τα προϊόντα,

γ)

κατά περίπτωση, τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα εισαγόμενα προϊόντα προορίζονται να αποσταλούν από το έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

3.

Κατά παρέκκλιση από τις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 1 και την περ. β) της παρ. 1, επιτρέπεται η διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής προς τόπο άμεσης παράδοσης που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, όταν ο τόπος αυτός έχει οριστεί από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή παραλαβής ή από τον εγγεγραμμένο παραλήπτη, ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος παραλήπτης με άδεια που υπόκειται στους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 124.

Ο εν λόγω εγκεκριμένος αποθηκευτής ή ο εν λόγω εγγεγραμμένος παραλήπτης παραμένει υπεύθυνος για την υποβολή της αναφοράς παραλαβής που αναφέρεται στην παρ. 10 του άρθρου 125.

4.

Οι παρ. 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης για τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων με μηδενικό συντελεστή τα οποία δεν έχουν τεθεί σε ανάλωση.

5.

Η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής αρχίζει:

α)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. α) της παρ. 1, όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξέλθουν από τη φορολογική αποθήκη αποστολής και

β)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. β) της παρ. 1, όταν τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013.

6.

Η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής λήγει:

α)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1 και στην περ. β) της παρ. 1, μόλις ο παραλήπτης παραλάβει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα,

β)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 1, όταν τα προϊόντα εξέλθουν από το έδαφος της Ένωσης και

γ)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην περ. αε) της περ. α) της παρ. 1, όταν τα προϊόντα υπαχθούν στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης.

7.

Οι κίνδυνοι της διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής καλύπτονται από εγγύηση, η οποία παρέχεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή αποστολής ή τον εγγεγραμμένο αποστολέα.

Η παρεχόμενη εγγύηση ισχύει σε ολόκληρη την Ε.Ε..

Δεν απαιτείται η σύσταση εγγύησης για διακινήσεις ενεργειακών προϊόντων μεταξύ κρατών μελών μέσω σταθερών αγωγών, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Δύναται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση παροχής εγγύησης, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις και μόνο για διακινήσεις υπό καθεστώς αναστολής που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας.

8.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 7, δύναται στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με την απόφαση της περ. γ) της παρ. 69 του άρθρου 196, να επιτρέπεται η παροχή εγγύησης από τον μεταφορέα, τον κύριο των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τον παραλήπτη ή από κοινού από δύο ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 7.

Στις περιπτώσεις προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για τα οποία προβλέπεται επικόλληση ένσημης ταινίας φορολογίας στο εσωτερικό της χώρας, η εγγύηση μπορεί να βαρύνει το πρόσωπο που παραλαμβάνει τις ταινίες αυτές και παρέχεται τη στιγμή της παραλαβής τους.

Άρθρο 122. Σφράγιση βυτιοφόρων μεταφοράς υποκείμενων υγρών καυσίμων προς εξαγωγή
1.

Η διακίνηση, υπό καθεστώς αναστολής, των υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. ενεργειακών προϊόντων των περ. α) έως ιβ) της παρ. 1 του άρθρου 71, τα οποία προορίζονται για εξαγωγή, μέσω βυτιοφόρων οχημάτων, γίνεται με αποκλειστική ευθύνη των εγκεκριμένων αποθηκευτών του άρθρου 52 και επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα διαμερίσματα των δεξαμενών των βυτιοφόρων οχημάτων σφραγίζονται, κατά τη φόρτωση, με εταιρικές σφραγίδες, ώστε να διασφαλίζεται το απαραβίαστο των διαμερισμάτων τους, κατά τη διακίνηση,

β)

τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό ογκομέτρησης με τα στοιχεία ογκομέτρησης όλων των διαμερισμάτων των δεξαμενών τους, που εκδίδεται από αρμόδιους πιστοποιημένους φορείς, καθώς και βέργα μέτρησης στάθμης των δεξαμενών τους συνοδευόμενη από το απαιτούμενο πιστοποιητικό διακρίβωσης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην περ. α) της παρ. 13 του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α' 137) και τα άρθρα 30 και 31 του ν. 4608/2019 (Α' 66),

γ)

τα βυτιοφόρα οχήματα διαθέτουν πιστοποιητικό καταλληλότητας για τελωνειακή σφράγιση και αριθμό μητρώου «Διακινητή Πετρελαίου Ναυτιλίας και Αφορολογήτων Καυσίμων» (ΔΙ.ΠΕ.Ν.Α.Κ.).

2.

Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 131, και τιμωρείται ως εξής:

α)

Για παράβαση της περ. α), επιβάλλεται πρόστιμο ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ανά διαμέρισμα,

β)

για παράβαση της περ. β), επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο,

γ)

για παράβαση της περ. γ), επιβάλλεται πρόστιμο ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ανά βυτιοφόρο.

Υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων της παρούσας είναι οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές του άρθρου 52, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη σφράγιση των βυτιοφόρων σύμφωνα με την παρ. 1.

Άρθρο 123. Έλεγχος στη διακίνηση και στην παραλαβή ορισμένων ενεργειακών προϊόντων
1.

Οι οντότητες των περ. α, β' και γ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α' 251), οι οποίες, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους ή της παραγωγικής τους διαδικασίας, παραλαμβάνουν είτε από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε., είτε από το εσωτερικό της χώρας, προϊόντα των κωδικών Σ.Ο. 2710 1971 έως και 2710 1999 και των δασμολογικών κλάσεων 3403 και 3814, σε χύδην μορφή, τα οποία δεν υπόκεινται στη νομοθεσία για τον έλεγχο και την κυκλοφορία του Μέρους Γ', σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 70, υποχρεούνται να υποβάλουν στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της χώρας δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων αυτών, πριν από την έναρξη της διακίνησής τους. Αν τα ως άνω προϊόντα εισάγονται από τρίτες χώρες, η δήλωση γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων, υποβάλλεται κατά τον ίδιο χρόνο με τη διασάφηση εισαγωγής.

2.

Οι διακινήσεις στο έδαφος της χώρας των προϊόντων της παρ. 1, τα οποία παραλαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή από το εσωτερικό της χώρας, πραγματοποιούνται υποχρεωτικά υπό την κάλυψη της δήλωσης γνωστοποίησης παραλαβής της παρ. 1, μέχρι την ολοκλήρωσή τους.

3.

Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 1 από τον παραλήπτη και της παρ. 2 από τον μεταφορέα, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επιβάλλονται αυτοτελώς στα ανωτέρω πρόσωπα τα διοικητικά πρόστιμα της παρ. 1 του άρθρου 131, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 131 σχετικά με τη λαθρεμπορία.

4.

Εφόσον μετά από έλεγχο διαπιστωθεί η κατοχή των προϊόντων της παρ. 1, σε χύδην μορφή ή η ανάμιξή τους με άλλα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71, σε εγκατάσταση κατόχου άδειας λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 (Α'230), εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 131.

5.

Για την εφαρμογή του παρόντος ως «διακίνηση και παραλαβή σε χύδην μορφή» νοείται η διακίνηση και η παραλαβή μη συσκευασμένου προϊόντος είτε σε δεξαμενές, οι οποίες είναι αναπόσπαστο μέρος του μέσου μεταφοράς (βυτιοφόρο όχημα, βυτιοφόρο σιδηροδρομικό βαγόνι, δεξαμενόπλοιο) είτε σε δεξαμενές ISO, είτε σε άλλους περιέκτες των οποίων η χωρητικότητα υπερβαίνει τα διακόσια δέκα (210) λίτρα.

Άρθρο 124. Εγγεγραμμένος παραλήπτης - Εγγεγραμμένος αποστολέας
1.

Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης δύναται, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, να παραλαμβάνει προϊόντα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να αποθηκεύει ή να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής.

2.

Για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως εγγεγραμμένου παραλήπτη απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

3.

Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης υποχρεούται:

α)

να εγγυάται πριν από την αποστολή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων την καταβολή των αναλογούντων φόρων και να καταβάλλει αυτούς στην αρμόδια αρχή με την παραλαβή των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παραλαβή τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,

β)

να προβαίνει, μόλις περατωθεί η διακίνηση των προϊόντων που παραλαμβάνονται υπό καθεστώς αναστολής, στη λογιστική τους εγγραφή,

γ)

να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν ότι τα προϊόντα πράγματι παρελήφθησαν.

4.

Για τον εγγεγραμμένο παραλήπτη που παραλαμβάνει μόνον περιστασιακά υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, η άδεια της παρ. 2 περιορίζεται σε συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντων, σε έναν μόνον αποστολέα και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης συμμορφώνεται ομοίως με τις υποχρεώσεις της παρ. 3.

5.

Ο εγγεγραμμένος αποστολέας δύναται, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, μόνο να αποστέλλει υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα υπό καθεστώς αναστολής κατόπιν της θέσης τους σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 201 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

6.

Για τον χαρακτηρισμό προσώπου, ως εγγεγραμμένου αποστολέα, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία παρέχεται με απόφασή της, που εκδίδεται μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου.

Ο εγγεγραμμένος αποστολέας υποχρεούται:

α)

να παρέχει εγγύηση, η οποία καλύπτει το ποσό των αναλογούντων φόρων για τα αποστελλόμενα υπό καθεστώς αναστολής προϊόντα,

β)

να τηρεί λογιστική απεικόνιση των υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που αποστέλλει,

γ)

να αποδέχεται κάθε έλεγχο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να βεβαιωθούν για την κανονικότητα των διακινήσεων.

Άρθρο 125. Διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής μέσω μηχανοργανωμένου συστήματος
1.

Η διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα υπό καθεστώς αναστολής, μόνο εάν πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3.

Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 121, η διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας πραγματοποιείται με την ίδια διαδικασία.

2.

Για τους σκοπούς της παρ. 1, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

3.

Η τελωνειακή αρχή επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου.

Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται αμέσως ο αποστολέας.

Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή αποδίδει στο έγγραφο μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς και τον κοινοποιεί στον αποστολέα.

4.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 121 και στην παρ. 3 του άρθρου 121, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν αμέσως το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού, οι οποίες το προωθούν στον παραλήπτη, εάν ο παραλήπτης είναι εγκεκριμένος αποθηκευτής ή εγγεγραμμένος παραλήπτης.

Όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας και προορίζονται για εγκεκριμένο αποθηκευτή, το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού και στον εγκεκριμένο αποθηκευτή.

5.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, εάν το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής όπου υποβάλλεται η διασάφηση εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής.

Ο διασαφιστής παρέχει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τον μοναδικό διοικητικό κωδικό αναφοράς, με τον οποίο δηλώνονται τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που αναφέρονται στη διασάφηση εξαγωγής.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής επαληθεύουν, πριν από την παράδοση των προϊόντων προς εξαγωγή, κατά πόσον τα δεδομένα του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου αντιστοιχούν σε εκείνα που περιέχονται στη διασάφηση εξαγωγής.

Αν υπάρχουν αναντιστοιχίες μεταξύ του ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου και της διασάφησης εξαγωγής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής τις γνωστοποιούν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

Αν τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής γνωστοποιούν, μόλις το αντιληφθούν, στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, ότι τα προϊόντα δεν πρόκειται πλέον να εξέλθουν του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε.. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν πάραυτα τη γνωστοποίηση στον αποστολέα. Με την παραλαβή της γνωστοποίησης, ο αποστολέας ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7 ή αλλάζει τον προορισμό των προϊόντων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 8.

6.

Ο αποστολέας παρέχει στο πρόσωπο που συνοδεύει τα προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. ή, αν κανένα πρόσωπο δεν συνοδεύει τα προϊόντα, στον μεταφορέα, τον μοναδικό διοικητικό κωδικό

αναφοράς. Το πρόσωπο που συνοδεύει τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα ή ο μεταφορέας παρέχει τον εν λόγω κωδικό στις αρμόδιες αρχές κάθε φορά που τον ζητούν καθ' όλη τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής των Ε.Φ.Κ..

7.

Ο αποστολέας μπορεί να ακυρώνει το ηλεκτρονικό διοικητικό έγγραφο εάν δεν έχει αρχίσει η διακίνηση σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121.

8.

Κατά τη διάρκεια της διακίνησης υπό καθεστώς αναστολής, ο αποστολέας μπορεί, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, να αλλάζει τον προορισμό ή τον παραλήπτη των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, σε έναν από τους προορισμούς που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ), αγ) ή αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121 ή στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Προς τον σκοπό αυτό, ο αποστολέας υποβάλλει σχέδιο ηλεκτρονικού εγγράφου αλλαγής προορισμού στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, χρησιμοποιώντας το μηχανοργανωμένο σύστημα.

9.

Στην περίπτωση διακίνησης, διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, ενεργειακών προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής τα οποία προορίζονται για παραλήπτη ο οποίος δεν είναι οριστικά γνωστός κατά τη χρονική στιγμή υποβολής από τον αποστολέα του σχεδίου ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 1, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στον αποστολέα να παραλείπει από το έγγραφο αυτό τα στοιχεία που αφορούν τον παραλήπτη.

Μόλις γίνουν γνωστά τα στοιχεία που αφορούν στον παραλήπτη, το αργότερο δε όταν λήξει η διακίνηση, ο αποστολέας, κάνοντας χρήση της διαδικασίας της παρ. 8, τα διαβιβάζει αμέσως στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις διακινήσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121.

10.

Κατά την παραλαβή των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων σε οποιονδήποτε από τους προορισμούς που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) ή αδ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121 ή στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο παραλήπτης, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της διακίνησης, εκτός των περιπτώσεων που κρίνονται δεόντως δικαιολογημένες από τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει αναφορά για την παραλαβή τους, μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος.

Η τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αναφέρονται στην αναφορά παραλαβής.

Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι έγκυρα, ενημερώνεται πάραυτα ο παραλήπτης.

Εάν τα στοιχεία αυτά είναι έγκυρα, η τελωνειακή αρχή επιβεβαιώνει στον παραλήπτη την καταχώρηση της αναφοράς παραλαβής και τη διαβιβάζει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα.

Όταν τα προϊόντα διακινούνται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά παραλαβής διαβιβάζεται από την τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.

11.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αγ) της περ. α) και στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 121, κατά περίπτωση, το τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος, με βάση τις πληροφορίες σχετικά με την έξοδο των προϊόντων, τις οποίες έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου που αναφέρεται στο άρθρο 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 ή από το τελωνείο όπου διεκπεραιώνονται οι διατυπώσεις για την έξοδο προϊόντων από το τελωνειακό έδαφος, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 51 του παρόντος, η οποία βεβαιώνει ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα εξήλθαν από το έδαφος της Ένωσης.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερ. αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής συντάσσει αναφορά εξαγωγής, με βάση τις πληροφορίες που έχει λάβει από το τελωνείο εξόδου σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 329 του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447.

Το τελωνείο εξαγωγής επαληθεύει ηλεκτρονικά τα στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να συνταχθεί η αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με την παρούσα. Μόλις επαληθευτούν τα εν λόγω στοιχεία και εφόσον το κράτος μέλος αποστολής είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος εξαγωγής, το αρμόδιο τελωνείο εξαγωγής διαβιβάζει την αναφορά εξαγωγής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες στη συνέχεια τη διαβιβάζουν στον αποστολέα.

Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας, η αναφορά εξαγωγής προωθείται στην αρμόδια αρχή του τόπου αποστολής και στον αποστολέα.

Άρθρο 126. Διαδικασίες σε περίπτωση που το μηχα-νοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο
1.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 125, σε περίπτωση που το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να αρχίζει τη διακίνηση των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, υπό τις προϋποθέσεις:

α)

ότι τα προϊόντα συνοδεύονται από εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιέχει τα ίδια στοιχεία με το σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 125,

β)

ότι ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής πριν από την έναρξη της διακίνησης.

Αν ο τόπος αποστολής των προϊόντων βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, ο αποστολέας πριν από την έναρξη της διακίνησης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής ένα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α), για την ενδεχόμενη επαλήθευση των στοιχείων που περιέχονται σε αυτό και, εφόσον για τη μη διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος ευθύνεται ο ίδιος, ενημερώνει σχετικά με τους λόγους της μη διαθεσιμότητας.

2.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος, ο αποστολέας υποβάλλει για τη συγκεκριμένη διακίνηση σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 125.

Μόλις επαληθευτούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 125, αν τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα, το έγγραφο αυτό αντικαθιστά το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1. Οι παρ. 4, 5, 10 και 11 του άρθρου 125 εφαρμόζονται αναλογικά.

3.

Ο αποστολέας οφείλει να φυλάσσει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1, στα λογιστικά του αρχεία.

4.

Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής, ο αποστολέας μπορεί να τροποποιήσει τον προορισμό των προϊόντων, όπως αναφέρεται στην παρ. 8 του άρθρου 125 και κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής χρησιμοποιώντας άλλα μέσα επικοινωνίας. Για τον σκοπό αυτόν ο αποστολέας ενημερώνει την τελωνειακή αρχή του τόπου αποστολής πριν από την έναρξη της αλλαγής προορισμού. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλογικά.

Εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος αποστολής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, ο αποστολέας παρέχει αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1, στον διασαφιστή.

Ο διασαφιστής παρέχει στις αρμόδιες αρχές του τόπου εξαγωγής αντίγραφο του εν λόγω εφεδρικού εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που δηλώνονται στη διασάφηση εξαγωγής ή τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό του εφεδρικού εγγράφου.

5.

Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α) της παρ. 1, στην περ. β) της παρ. 1 και στην παρ. 3 του άρθρου 121, η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125, δεν μπορεί να υποβληθεί κατά την περάτωση μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο στο κράτος μέλος προορισμού είτε διότι, στην περίπτωση της παρ. 1, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει στην τελωνειακή αρχή του τόπου προορισμού, εξαιρουμένων δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, εφεδρικό έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς παραλαβής και επιβεβαιώνει την περάτωση της διακίνησης.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προορισμού αποστέλλουν αντίγραφο του εφεδρικού εγγράφου στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής, οι οποίες το διαβιβάζουν στον αποστολέα ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του, εκτός εάν η αναφορά παραλαβής που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125 μπορεί να τους υποβληθεί εγκαίρως από τον παραλήπτη μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή εκτός αν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν η διακίνηση υπό καθεστώς αναστολής πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος προορισμού ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, ο παραλήπτης υποβάλλει αναφορά παραλαβής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125. Τα εδάφια δεύτερο έως και πέμπτο της παρ. 10 του άρθρου 125 εφαρμόζονται αναλογικά.

6.

Όταν, στην περίπτωση που αναφέρεται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125 ή η γνωστοποίηση ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν πλέον από το έδαφος της Ε.Ε. όπως προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 125, δεν είναι δυνατό να καταρτιστεί στη λήξη μιας διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. είτε διότι το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος εξαγωγής, είτε διότι, στην περίπτωση της παρ. 1, οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2 δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής έγγραφο που περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία με εκείνα της αναφοράς εξαγωγής ή της γνωστοποίησης και πιστοποιεί τη λήξη της διακίνησης ή ότι τα προϊόντα δεν θα εξέλθουν από το έδαφος της Ε.Ε., εκτός εάν η αναφορά εξαγωγής ή η γνωστοποίηση, μπορεί να καταρτιστεί συντόμως μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αποστολής διαβιβάζουν στον αποστολέα αντίγραφο του εγγράφου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή το φυλάσσουν ώστε να είναι στη διάθεσή του.

Η διαδικασία της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται αναλογικά, μεταξύ των τελωνειακών αρχών της χώρας, όταν ο τόπος αποστολής και το τελωνείο εξαγωγής βρίσκονται στο εσωτερικό της.

Μόλις αποκατασταθεί η διαθεσιμότητα του μηχανοργανωμένου συστήματος στο κράτος μέλος εξαγωγής ή ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής αποστέλλουν αναφορά εξαγωγής σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125 ή τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 125. Τα εδάφια τρίτο έως και πέμπτο της παρ. 11 του άρθρου 125, εφαρμόζονται αναλογικά.

Άρθρο 127. Εναλλακτική απόδειξη παραλαβής και αποδεικτικά στοιχεία για την έξοδο
1.

Με την επιφύλαξη των παρ. 5 και 6 του άρθρου 126, η αναφορά παραλαβής, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 125, ή η αναφορά εξαγωγής που προβλέπεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 125, πιστοποιούν ότι μια διακίνηση προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. έχει λήξει, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121.

2.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, εάν δεν υπάρχει αναφορά παραλαβής ή αναφορά εξαγωγής για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 126, μπορεί να προσκομιστεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, σύμφωνα με τα επόμενα εδάφια. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αα), αβ) και αδ) της περ. α), στην περ. β) της παρ. 1 και στην παρ. 3 του άρθρου 121, δύναται να προσκομισθεί εναλλακτική απόδειξη για τη λήξη της διακίνησης με θεώρηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προορισμού, με βάση κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν φθάσει στον προορισμό τους.

Κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί το εφεδρικό έγγραφο που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 126.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπερ. αγ) και αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, στις περιστάσεις που καθορίζονται στην παρ. 2, έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ε.Ε., οι τελωνειακές αρχές:

α)

κάνουν δεκτή, ως αποδεικτικό στοιχείο για το ότι τα προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ε.Ε., θεώρηση των αρχών του κράτους μέλους της Ε.Ε. στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο εξόδου, η οποία πιστοποιεί ότι τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα έχουν εξέλθει από το έδαφος της Ένωσης ή έχουν υπαχθεί στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με την υποπερ. αε) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 121,

β)

μπορούν να λάβουν υπόψη κάθε συνδυασμό των ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων:

βα)

δελτίο παράδοσης,

ββ)

έγγραφο υπογεγραμμένο ή επικυρωμένο από τον οικονομικό φορέα που έχει πραγματοποιήσει τη μεταφορά των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Ε.Ε., το οποίο πιστοποιεί την έξοδο των προϊόντων,

βγ)

έγγραφο στο οποίο η τελωνειακή αρχή κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας πιστοποιεί την παράδοση σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για αυτή την πιστοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος ή χώρα,

βδ)

καταχωρίσεις που τηρούνται από τους οικονομικούς φορείς σχετικά με προϊόντα τα οποία προμηθεύουν σε πλοία, αεροσκάφη ή υπεράκτιες εγκαταστάσεις,

βε)

άλλα αποδεικτικά στοιχεία αποδεκτά από τις αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

Αν οι τελωνειακές αρχές αποδεχθούν τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, προβαίνουν σε λήξη της διακίνησης μέσω του μηχανοργανωμένου συστήματος.

3.

Οι αρμόδιες αρχές της χώρας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, ανταλλάσσουν πληροφορίες με αυτές και συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να διασφαλίζονται η ορθή εφαρμογή των ρυθμίσεων που διέπουν τη διακίνηση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, καθώς και η είσπραξη των εν λόγω φόρων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 389/2012 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2004 «για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης» (L 121).

Άρθρο 128. Καταβολή δικαιώματος υπέρ Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.
1.

Το δικαίωμα υπέρ Ειδικού Ταμείου Ελέγχου Παραγωγής και Ποιότητας Αλκοόλης - Αλκοολούχων Ποτών (Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α.), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 79 του παρόντος, όπως αυτό προβλέπεται στην περ. β' της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993 (Α' 48) βεβαιώνεται και εισπράττεται από την τελωνειακή αρχή που είναι αρμόδια για τη βεβαίωση και είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), η οποία το αποδίδει στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, το ανωτέρω δικαίωμα βεβαιώνεται και εισπράττεται μαζί με τον Ε.Φ.Κ. και επί του ιδίου παραστατικού εγγράφου, στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες προθεσμίες για τη βεβαίωση και είσπραξη του Ε.Φ.Κ.. Στις περιπτώσεις διάθεσης αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων αποσταγμάτων και προϊόντων απόσταξης με τρίμηνη αναστολή καταβολής του Ε.Φ.Κ., κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 119, το δικαίωμα υπέρ Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α. καταβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής.

Άρθρο 129. Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής
1.

Όταν διαπράττεται παρατυπία κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53, η θέση σε ανάλωση πραγματοποιείται στο κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία και ο φόρος καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος αυτό.

Όταν η παρατυπία αυτή διαπράττεται στο εσωτερικό της χώρας, ο Ε.Φ.Κ. βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει τα πρόσωπα που ορίζονται στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 6 του άρθρου 53, με την επιφύλαξη του άρθρου 131.

2.

'Όταν διαπιστώνεται παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς αναστολής ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53 και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία, η εν λόγω παρατυπία θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας κατά τον χρόνο που έγινε η διαπίστωση αυτή.

3.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 και στην παρ. 2, όταν τα προϊόντα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές της χώρας ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

4.

Όταν τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα που αποστέλλονται από το εσωτερικό της χώρας σε άλλα κράτη μέλη υπό καθεστώς αναστολής δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους και, κατά τη διάρκεια της διακίνησης δεν έχει διαπιστωθεί καμία παρατυπία που να προκαλεί τη θέση τους σε ανάλωση σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 53, θεωρείται ότι διαπράχθηκε παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη στιγμή κατά την οποία άρχισε η διακίνηση, εκτός εάν, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της διακίνησης σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121, προσκομισθούν στην αρμόδια αρχή ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για την περάτωση της διακίνησης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121 ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

Εάν το πρόσωπο που παρέχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 121 εγγύηση δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τα προϊόντα δεν αφίχθησαν στον προορισμό τους, του χορηγείται προθεσμία ενός (1) μηνός από την ημέρα της ανακοίνωσης της πληροφορίας αυτής από την αρμόδια αρχή, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει ότι η διακίνηση έχει περατωθεί σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121 ή να υποδείξει τον τόπο όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

5.

Στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 4, εάν, πριν από την πάροδο τριετίας από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η διακίνηση σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 121, εξακριβωθεί το κράτος μέλος στο οποίο διαπράχθηκε πράγματι η παρατυπία, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο επιβλήθηκε ο Ε.Φ.Κ., οι οποίες τον επιστρέφουν ή τον διαγράφουν μόλις αποδειχθεί η επιβολή Ε.Φ.Κ. στο άλλο κράτος μέλος.

6.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 64, λόγω της οποίας η διακίνηση ή μέρος της διακίνησης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων δεν περατώθηκε σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 121.

Άρθρο 130. Παρατυπίες κατά τη διακίνηση υποκείμενων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση
1.

Αν διαπραχθεί παρατυπία κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 54 ή την παρ. 1 του άρθρου 59, σε έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. άλλο από το έδαφος κράτους μέλους στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, τα προϊόντα υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ., ο οποίος καθίσταται απαιτητός στο κράτος μέλος, όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.

Αν η παρατυπία διαπραχθεί στο έδαφος της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο, ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

2.

Αν διαπιστωθεί παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 54 ή την παρ. 1 του άρθρου 59, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε και ο Ε.Φ.Κ. καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.

Εάν εξακριβωθεί σε ποιου κράτους μέλους το έδαφος πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία πριν από την πάροδο τριετούς περιόδου από την ημερομηνία απόκτησης των υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1.

3.

Τον Ε.Φ.Κ. υποχρεούται να καταβάλει το πρόσωπο που εγγυήθηκε την καταβολή του, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 55 ή την παρ. 4 του άρθρου 59, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετείχε στην παρατυπία, με την επιφύλαξη του άρθρου 131. Σε περίπτωση περισσότερων υπόχρεων για την καταβολή του ίδιου Ε.Φ.Κ., τα πρόσωπα αυτά είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεα για την πληρωμή της οφειλής.

4.

Για υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα τα οποία τέθηκαν σε ανάλωση στην Ελλάδα, η αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατόπιν σχετικού αιτήματος, επιστρέφει ή διαγράφει τον Ε.Φ.Κ. ο οποίος επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία.

Όταν το κράτος μέλος προορισμού είναι η Ελλάδα και ο Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στα προϊόντα επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. όπου διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές αποδεσμεύουν την εγγύηση που έχει κατατεθεί κατ' εφαρμογή της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 55 ή της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59.

5.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «παρατυπία» νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της παρ. 1 του άρθρου 59, η οποία δεν καλύπτεται από το άρθρο 60 και λόγω της οποίας δεν έληξε με κανονικό τρόπο μια διακίνηση ή μέρος μιας διακίνησης προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ..

6.

Οποιαδήποτε απουσία εγγραφής ή πιστοποίησης ενός ή και όλων των προσώπων που εμπλέκονται στη διακίνηση, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 54 ή της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59 ή οποιαδήποτε μη τήρηση της παρ. 1 του άρθρου 55, θεωρείται παρατυπία. Οι παρ. 1 έως 5 εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός εάν ο παραλήπτης είναι υπόχρεος να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 59.

Άρθρο 131. Παραβάσεις και κυρώσεις σχετικά με μη τήρηση των διατυπώσεων του Μέρους Γ
1.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2, η μη τήρηση των διατυπώσεων του Μέρους Γ' του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 159 έως και 167 και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητά της.

2.

Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το Μέρος Γ' του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 159, 168 και 174 έως και 177.

Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.

3.

Εκτός των περιπτώσεων των παρ. 1 και 2, οι παραβάσεις που διαπράττονται κατά την παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή, μεταφορά και πώληση των προϊόντων του άρθρου 49, τιμωρούνται με τις ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν, κατά περίπτωση, για τα προϊόντα αυτά.

4.

Στις περιπτώσεις νόθευσης ή λαθρεμπορίας καυσίμων σε πρατήριο καυσίμων ή παρεμπόδισης του σχετικού ελέγχου, επιβάλλεται σφράγιση ως εξής:

α)

Αν διαπιστώνεται ότι το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει, διακινεί και εμπορεύεται νοθευμένα καύσιμα, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη. Η διαπίστωση συντελείται κατόπιν λήψης δείγματος καυσίμου, είτε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., είτε από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ελεγκτική ή διωκτική αρχή, και κατόπιν εξέτασης του δείγματος καυσίμου από τις υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους, με βάση την έκθεση ανάλυσης του κατ' έφεση δείγματος ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ' έφεση δείγματος.

β)

Αν με βάση την έκθεση ελέγχου, είτε της αρμόδιας υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε., είτε οποιασδήποτε άλλης δημόσιας ελεγκτικής ή διωκτικής αρχής, διαπιστώνεται τέλεση λαθρεμπορίας καυσίμων, σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για δύο (2) έτη.

γ)

Αν οι ιδιοκτήτες του πρατηρίου ή οι προστηθέντες από αυτούς παρεμποδίζουν τον έλεγχο για τη διαπίστωση των ανωτέρω με χρήση βίας ή απειλής σφραγίζεται η εγκατάσταση στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση για δύο (2) έτη.

Αλλαγή ή διακοπή δραστηριότητας κατά τον χρόνο της σφράγισης στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η εγκατάσταση δεν κωλύει τη σφράγιση της εγκατάστασης. Η σφράγιση πραγματοποιείται είτε από την τελωνειακή αρχή που έχει διενεργήσει τον έλεγχο, είτε από την τελωνειακή αρχή στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η έδρα της ελεγχόμενης εγκατάστασης, αν ο έλεγχος έχει διενεργηθεί από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ελεγκτική ή διωκτική αρχή.

Το δείγμα καυσίμου που έχει ληφθεί, αποστέλλεται άμεσα από την ελέγχουσα αρχή στη χημική υπηρεσία που διενεργεί την ανάλυση, η οποία ολοκληρώνει τις σχετικές διαδικασίες έως και την έκδοση της σχετικής έκθεσης ανάλυσης του κατ' έφεση δείγματος, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του δείγματος. Η απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ' έφεση δείγματος, εκδίδεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα που αυτό επιλαμβάνεται της διαφοράς.

Αν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, οι κυρώσεις της παρ. 2 επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις λοιπές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.

Μετά από την εξέταση του κατ' έφεση δείγματος ή την έκδοση απόφασης του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, η σχετική απόφαση επιβολής κύρωσης προς τον παραβάτη κοινοποιείται αμελλητί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να επιβάλλει τις κυρώσεις του ν. 3054/2002 (Α' 230) για μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, πλην της κύρωσης της σφράγισης που έχει ήδη επιβληθεί σύμφωνα με το παρόν.

Αν δεν στοιχειοθετείται λαθρεμπορία, αλλά μόνο μη τήρηση της ποιότητας και του τύπου των καυσίμων, η έκθεση ανάλυσης του κατ' έφεση δείγματος ή η σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανάλυσης του πρώτου και του κατ' έφεση δείγματος, κοινοποιείται αμελλητί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να επιβάλλει τις κυρώσεις του ν. 3054/2002 (Α' 230).

Για την εφαρμογή της παρούσας, ως καύσιμα νοούνται τα ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71.

Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες των οποίων η εγκατάσταση πρατηρίου καυσίμων σφραγίστηκε, απαγορεύεται να δραστηριοποιούνται με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ή ιδιότητα ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις εμπορίας ή διακίνησης ενεργειακών προϊόντων για δύο (2) έτη από τη διαπίστωση της παράβασης. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 78 και τις θυγατρικές τους που είναι ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται όταν σφραγίζονται τουλάχιστον πέντε (5) πρατήρια εντός τριών (3) μηνών.

5.

Όταν, κατόπιν ελέγχου, διαπιστώνεται ότι φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει, παρασκευάζει, εμφιαλώνει ή διαθέτει, αιθυλική αλκοόλη ή αλκοολούχα ποτά του άρθρου 80: 

α)

κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας περί λαθρεμπορίας ή 

β)

κατά παράβαση των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί αιθυλικής αλκοόλης, αλκοολούχων ποτών και τροφίμων, με βάση την οριστική έκθεση εξέτασης δείγματος ή την έκθεση (επιτόπιου) ελέγχου από τις Χημικές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ή τη σχετική απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου, σφραγίζεται η εγκατάσταση του ελεγχόμενου προσώπου, στην οποία διαπιστώνεται η παράβαση, για χρονικό διάστημα από δέκα (10) έως τριάντα (30) ημέρες, ανάλογα με τη βαρύτητά της. Κριτήρια της βαρύτητας αποτελούν η ποσότητα αλκοολούχων ποτών και η υποτροπή τέλεσης της παράβασης. Ως υποτροπή ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου.

6.

Τα στοιχεία των παραβατών, η εγκατάσταση στην οποία επιβάλλεται η σφράγιση, οι παραβάσεις και οι κυρώσεις δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε., τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, L 119) και του ν. 4624/2019 (Α' 137).

Άρθρο 132. Πληρωμές εξαρτώμενες από τις κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών
1.

Οι αδειοδοτημένες καπνοβιομηχανίες, τα αδειοδοτημένα επαγγελματικά εργαστήρια, οι εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών από τρίτη χώρα και οι παραλήπτες βιομηχανοποιημένων καπνών από άλλο κράτος μέλος κοινοποιούν κατάλογο των εμπορικών τους σημάτων ή των σημάτων για τα οποία διαθέτουν άδεια χρήσης προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθώς και τα στοιχεία γνησιότητας. Για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην υποβολή του καταλόγου των εμπορικών σημάτων επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ με ανώτατο όριο τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Ο κατάλογος αυτός επανυποβάλλεται επικαιροποιημένος από όλους τους ανωτέρω εντός δύο (2) μηνών από την προσθήκη ή διαγραφή εμπορικού σήματος.

2.

Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης πενήντα χιλιάδων (50.000) και άνω τεμαχίων βιομηχανοποιημένων καπνών, που φέρουν τα εμπορικά σήματα οποιασδήποτε επιχείρησης καπνικών προϊόντων από τις μνημονευόμενες στην παρ. 1, η οποία διενεργήθηκε από οποιαδήποτε τελωνειακή αρχή ή από τις αστυνομικές ή λιμενικές αρχές, η Α.Α.Δ.Ε., εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, προβαίνει σε γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, με επιστολή της, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, A' 58), η οποία περιλαμβάνει:

(α) την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της κατάσχεσης,

(β) τη μάρκα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών, όπως αναφέρεται στη συσκευασία, και, εφόσον υπάρχει, οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(γ) οποιεσδήποτε ενδείξεις ταυτότητας εμφανίζονται στα κιβώτια ή στις παλέτες ή στις κούτες ή στα πακέτα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(δ) την ποσότητα των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ένα (1) γραμμάριο λεπτοκομμένου καπνού για στριφτά τσιγάρα θεωρείται ως αντίστοιχο ενός τεμαχίου τσιγάρου.

3.

Επί της κατασχεθείσας ποσότητας της παρ. 2, διενεργείται δειγματοληψία ως εξής:

α)

η τελωνειακή αρχή που προέβη στην κατάσχεση, λαμβάνει, κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, τέσσερα (4) όμοια δείγματα βιομηχανοποιημένων καπνών για εργαστηριακή εξέταση, δύο (2) από τα οποία αποστέλλει στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,

β)

αν η κατάσχεση διενεργήθηκε από άλλη υπηρεσία με αρμοδιότητα για τη δίωξη του λαθρεμπορίου, η υπηρεσία αυτή προβαίνει, κατόπιν υπόδειξης της τελωνειακής αρχής στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας πραγματοποιήθηκε η κατάσχεση, στην οποία αποστέλλει την έκθεση κατάσχεσης, στη δειγματοληψία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α) και παραδίδει τα δείγματα αυτά στην ίδια τελωνειακή αρχή. Αμέσως μετά από την παραλαβή των δειγμάτων η αρμόδια τελωνειακή αρχή αποστέλλει τα δύο (2) δείγματα στην επιχείρηση καπνικών και τα άλλα δύο (2) στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία Σερρών, για εξέταση,

γ)

κατόπιν αιτήματος της επιχείρησης καπνικών που υποβάλλεται στην τελωνειακή αρχή των περ. α) και β), εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γνωστοποίηση της κατάσχεσης στην επιχείρηση, η επιχείρηση καπνικών μπορεί να επιθεωρήσει το σύνολο των κατασχεθέντων προϊόντων.

Με το ίδιο αίτημα μπορεί να ζητηθεί εκ νέου δειγματοληψία της κατασχεθείσας ποσότητας, παρουσία εκπροσώπου της, η οποία διενεργείται από μικτά κλιμάκια που αποτελούνται από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε. και λαμβάνονται τέσσερα (4) όμοια δείγματα, δύο (2) για την επιχείρηση και δύο (2) για εξέταση από την αρμόδια χημική υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε..

4.

Εάν τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά είναι λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης, αυτή υποχρεούται, εντός τριάντα (30) ημερών από την κατά τα ανωτέρω διενέργεια της δειγματοληψίας, σε απάντηση, η οποία αποσκοπεί στην ενημέρωση της τελωνειακής αρχής και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή των πληρωμών. Αν η εταιρεία έχει αιτηθεί τη δειγματοληψία της περ. γ) της παρ. 3, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου εκκινεί από τη διενέργειά της. Η απάντηση περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η επιχείρηση σχετικά με τα ακόλουθα:

(α) τον τόπο κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(β) την ημερομηνία κατασκευής των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(γ) τη χώρα προορισμού των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών και την προοριζόμενη αγορά λιανικής πώλησης,

(δ) οποιαδήποτε ενδιάμεση αποθήκευση και αποστολή,

(ε) την ταυτότητα του πρώτου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(στ) την ταυτότητα οποιουδήποτε γνωστού μεταγενέστερου αγοραστή των κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών,

(ζ) τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τον πρώτο αγοραστή σχετικά με τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά και

(η) τα αρχεία πληρωμών από τον πρώτο αγοραστή για οποιαδήποτε κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά.

Η επιχείρηση μπορεί μέσα στην ίδια προθεσμία να προσκομίσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση.

5.

Σε βάρος της επιχείρησης καπνικών προϊόντων επιβάλλεται αμελλητί, με καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η έδρα της επιχείρησης καπνικών προϊόντων ή το υποκατάστημα, αν η έδρα της επιχείρησης δεν βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, η υποχρεωτική πληρωμή προς το Ελληνικό Δημόσιο:

(α) Ποσού που ισούται με το εκατό τοις εκατό (100%) των φόρων και δασμών που θα βεβαιώνονταν εάν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης καπνικών προϊόντων είχαν διατεθεί νόμιμα προς ανάλωση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

(β) Εάν τα γνήσια βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης που έχουν κατασχεθεί εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους στην ελληνική επικράτεια ανέρχονται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το διακόσια τοις εκατό (200%) του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εφόσον η ποσότητα των κατασχεμένων βιομηχανοποιημένων καπνών ανέρχεται σε συνολικό αριθμό που υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) τεμάχια, η επιχείρηση προβαίνει σε συμπληρωματική πληρωμή ποσού ίσου με το τετρακόσια τοις εκατό (400%) του ποσού των φόρων και δασμών επί του συνόλου των ποσοτήτων που έχουν κατασχεθεί εντός του έτους αυτού, οι οποίοι θα βεβαιώνονταν εάν τα βιομηχανοποιημένα καπνά της επιχείρησης είχαν διατεθεί νόμιμα προς λιανική πώληση στο έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ποσό της περίπτωσης αυτής διατίθεται για τη χρηματοδότηση των προσπαθειών καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης καπνικών προϊόντων.

Εφόσον η επιχείρηση καπνικών προϊόντων είναι νομικό πρόσωπο, η πληρωμή επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο. Το δικαίωμα του Προϊσταμένου του Τελωνείου προς έκδοση της καταλογιστικής πράξης υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση. Κατά τα λοιπά, ως προς την τηρητέα διοικητική διαδικασία και την άσκηση δικαστικής προσφυγής, εφαρμόζονται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 159, η παρ. 4 του άρθρου 168 και οι παρ. 8, 9, 10 και 11του άρθρου 170.

Στην ανωτέρω περ. (β), αν πρόκειται για βιομηχανοποιημένα καπνά επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, που έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές που εξαρτώνται από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι ανωτέρω συμφωνίες, για την επιβολή της υποχρεωτικής πληρωμής εφαρμόζονται αναλογικά τα οριζόμενα στην παρ. 6.

6.

Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων καπνικών προϊόντων της παρ. 1, οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, στις οποίες προβλέπονται πληρωμές που εξαρτώνται από τις κατασχέσεις γνήσιων βιομηχανοποιημένων καπνών τους και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι ανωτέρω συμφωνίες, η υποχρεωτική πληρωμή της παρ. 5 επιβάλλεται ως εξής:

α)

Εάν στο πλαίσιο των συμφωνιών συνεργασίας έχει καταβληθεί πληρωμή για τη συγκεκριμένη κατάσχεση από την επιχείρηση προς την Ε.Ε. και το ποσό της πληρωμής που αναλογεί στην Ελλάδα υπολείπεται του ποσού της πληρωμής που οφείλει να καταβληθεί κατά την παρ. 5, επιβάλλεται το ποσό που προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που αναλογεί στην Ελλάδα και έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν το ποσό της πληρωμής που έχει καταβληθεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναλογεί στην Ελλάδα υπερβαίνει το οφειλόμενο ποσό κατά την παρ. 5, δεν εκδίδεται καταλογιστική πράξη σε βάρος της επιχείρησης.

β)

Εάν η έκδοση της καταλογιστικής πράξης κατά την παρ. 5 προηγηθεί της καταβολής πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η καταλογιστική πράξη τροποποιείται και το επιβαλλόμενο ποσό πληρωμής μειώνεται κατά το ποσό της πληρωμής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναλογεί στην Ελλάδα. Εάν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό που επιβλήθηκε δυνάμει της καταλογιστικής πράξης, η καταλογιστική πράξη ανακαλείται.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η καταβολή της πληρωμής προς την Ε.Ε. και το ποσό αυτής που αναλογεί στην Ελλάδα αποδεικνύονται με επίσημο έγγραφο της Ε.Ε., το οποίο οφείλει να προσκομίσει η επιχείρηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή.

7.

Οι προϋποθέσεις του καταλογισμού δεν συντρέχουν, αν τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά εκλάπησαν από τρίτους ή διέφυγαν της κατοχής της επιχείρησης από λόγους ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση κλοπής, η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της και να προσκομίσει τουλάχιστον αντίγραφο της μήνυσης που υπέβαλε για το αδίκημα της κλοπής, πριν από την κατάσχεση της παρ. 2, καθώς και αντίγραφο της καταχώρησης του περιστατικού της κλοπής στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Σε περίπτωση ανωτέρας βίας, η επιχείρηση υποχρεούται να προσκομίσει, τουλάχιστον, βεβαίωση της αρμόδιας για την αντιμετώπισή του δημόσιας αρχής, ότι συνέβησαν το περιστατικό και η απώλεια των βιομηχανοποιημένων καπνών. Εάν μεταγενέστερα με αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, αναβιώνει η υποχρέωση της επιχείρησης να καταβάλει τα καταλογισθέντα ποσά για τα λαθραία βιομηχανοποιημένα καπνά της που είχαν κατασχεθεί. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάπραξη της παράβασης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση ή το βούλευμα, αναστέλλεται η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει την καταλογιστική πράξη.

8.

Τα ποσά που καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω δεν έχουν τον χαρακτήρα του διοικητικού προστίμου ή της ποινικής κύρωσης αλλά επιβάλλονται ως αποζημίωση οφειλόμενη στο πλαίσιο αντικειμενικής ευθύνης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το γεγονός της εκτροπής των βιομηχανοποιημένων καπνών της επιχείρησης στο παράνομο εμπόριο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, ακόμη και εάν η επιχείρηση είχε συμμορφωθεί από κάθε άποψη προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ισχύουσες τελωνειακές διατάξεις.

Η καταβολή των ανωτέρω πληρωμών ουδόλως εμποδίζει την κατά τις κείμενες διατάξεις έρευνα και τον κολασμό τυχόν λαθρεμπορικών παραβάσεων που έλαβαν χώρα σε σχέση με την ποσότητα βιομηχανοποιημένων καπνών που κατασχέθηκαν.

9.

Τα κατασχεθέντα βιομηχανοποιημένα καπνά της παρ. 2 καταστρέφονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 186.

Άρθρο 133. Κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων περί εγκατάστασης ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών - εκροών στις φορολογικές αποθήκες και στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων
1.

Αρμόδιες υπηρεσίες για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών των φορολογικών αποθηκών και των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 71 είναι τα τελωνεία ελέγχου των ανωτέρω αποθηκών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων της παρ. 7 του άρθρου 196 και στην υπό στοιχεία ΔΔΘΤΟΚ Δ 1026126 ΕΞ 2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β' 810), όπως εκάστοτε ισχύει, αντίστοιχα, καθώς και οι τελωνειακές ελεγκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία Δ.ΟΡΓ.Α 1125859 ΕΞ2020 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Β'4738), όπως εκάστοτε ισχύει. Αν κρίνεται αναγκαίο, ζητείται η συνδρομή των λοιπών υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές καθορίζονται στην ίδια απόφαση, καθώς και των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με το π.δ. 5/2022 (Α' 15).

2.

α. Για κάθε παράβαση του άρθρου 31 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 62, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 17 του άρθρου 195 και της παρ. 9 του άρθρου 196, επιβάλλεται στους, κατά περίπτωση, υπόχρεους διοικητικό πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, επιφυλασσομένης της υποπερ. αδ) και επιβάλλεται, κατά περίπτωση, ανάκληση της άδειας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης. Το ποσό του προστίμου προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της παράβασης, καθώς και την υποτροπή.

Ειδικότερα:

αα)

Σε περίπτωση μη εγκατάστασης ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,

αβ)

σε περίπτωση μη πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και προδιαγραφών της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης και στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,

αγ)

σε περίπτωση διαπίστωσης των παραβάσεων της παρ. 3, επιβάλλεται στον φορέα της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της φορολογικής αποθήκης ή στον διαχειριστή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης ή στον εγκαταστάτη του συστήματος παρακολούθησης εισροών εκροών ή σε οποιονδήποτε άλλο συνέπραξε ή προσέφερε συνδρομή, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στην τέλεση των παραβάσεων αυτών, πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και ανακαλείται, κατά περίπτωση, η άδεια λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης,

αδ)

σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο των υποπερ. αα), αβ) και αγ) διπλασιάζεται. Ως υποτροπή ορίζεται η εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης.

β. Υπόχρεοι για την καταβολή των επιβαλλόμενων, με το παρόν, προστίμων είναι:

α)

τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία υπέχουν αυτοτελή ευθύνη, με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών-εκροών, καθώς και όσοι ενήργησαν ως αυτουργοί ή ως συναυτουργοί κατά την τέλεση της παράβασης ή θεωρούνται ως τέτοιοι, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 172, με επιμερισμό, στην περίπτωση αυτή, του επιβληθέντος ποσού, σε έκαστο εξ αυτών, ανάλογα με τον βαθμό συνυπευθυνότητάς του και

β)

τα νομικά πρόσωπα, τα οποία είτε υπέχουν αυτοτελή ευθύνη με μόνη την ιδιότητά τους ως φορείς των αδειών λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών ή ως διαχειριστές των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ή ως εγκαταστάτες του συστήματος παρακολούθησης εισροών-εκροών είτε κηρύσσονται αστικά συνυπεύθυνα και καθίστανται σε ολόκληρο υπόχρεα για την καταβολή του συνόλου του επιβληθέντος προστίμου, αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών υπέχουν ευθύνη διάπραξης της παράβασης ως φυσικά πρόσωπα και θεωρούνται αυτουργοί ή συναυτουργοί, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 172.

Ειδικά για τις παραβάσεις της υποπερ. αγ) της περ. α' της παρούσας, για την καταβολή των σχετικών προστίμων ευθύνεται αυτοτελώς και όποιος συμπράττει ή προσφέρει συνδρομή, καθ' οιονδήποτε τρόπο στην τέλεση των παραβάσεων αυτών.

γ. Κατά της απόφασης επιβολής των προστίμων ο έχων έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97). Με την άσκηση της προσφυγής, αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του διοικητικού προστίμου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί ή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση βάσει νομοθετικής διάταξης το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%). Η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως στην περίπτωση μη τήρησης της ως άνω ρύθμισης. Το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του προστίμου, που δεν αναστέλλεται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής, μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση επί αιτήσεως αναστολής κατά τα άρθρα 200 έως 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

3.

α) Ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών επιβάλλεται σε όποιον προμηθεύει ή εγκαθιστά μετρητικά συστήματα και τον συνοδευτικό εξοπλισμό τους, τα οποία προορίζονται για εφαρμογές του συστήματος παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών και συνοδεύονται από πλαστά ή παραποιημένα πιστοποιητικά.

β)

Ποινή κάθειρξης επιβάλλεται, σε όποιον:

βα)

Επεμβαίνει χωρίς εξουσιοδότηση, τροποποιεί ή αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή μέρη ή παραγόμενα στοιχεία του συστήματος, τα οποία φυλάσσονται στον χώρο της εγκατάστασης ή αποστέλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων της Α.Α.Δ.Ε..

ββ)

Παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, πωλεί, αποθηκεύει ή διακινεί ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71, μέσω δεξαμενών, αγωγών, αντλιών ή μετρητών που δεν συνδέονται με το εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών.

4.

Οι κυρώσεις του παρόντος επιβάλλονται με την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες και αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της παρ. 17 του άρθρου 195 και της παρ. 9 του άρθρου 196, με εξαίρεση την κύρωση της υποπερ. αα) της περ. α. της παρ. 2, η οποία εφαρμόζεται από την έκδοση της απόφασης της παρ. 81 του άρθρου 196.

Άρθρο 134. Κυρώσεις για υπέρβαση νομίμως καθορισμένης ποσότητας φυσικής απομείωσης (φύρας) ενεργειακών προϊόντων

Σε περίπτωση που, έπειτα από έλεγχο των τελωνειακών αρχών, διαπιστώνεται υπέρβαση της νομίμως καθορισμένης, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 11 του άρθρου 196, ποσότητας φυσικής απομείωσης των ενεργειακών προϊόντων, τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής του Ε.Φ.Κ., οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές ή οι εγγεγραμμένοι παραλήπτες, κατά περίπτωση, υποχρεούνται να καταβάλουν τις φορολογικές και λοιπές συνεισπραττόμενες επιβαρύνσεις που αναλογούν στην πλέον της νομίμως, ως άνω καθοριζόμενης, ποσότητας φυσικής απομείωσης, μετά των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής και εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 131 περί απλών τελωνειακών παραβάσεων, με την επιφύλαξη εφαρμογής των περί λαθρεμπορίας διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 131, εφόσον συντρέχει προς τούτο περίπτωση.

Άρθρο 135. Ορισμοί

Για την εφαρμογή του Μέρους Δ' νοούνται ως:

α)

«Ενωσιακά οχήματα»: Τα αυτοκίνητα οχήματα και οι μοτοσικλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 28 και 29 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από τα λοιπά κράτη μέλη της Ε.Ε..

β)

«Αποστολή ή μεταφορά»: Κάθε αποστολή ή μεταφορά που αρχίζει σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και καταλήγει στο εσωτερικό της χώρας. Η έννοια της μεταφοράς περιλαμβάνει και τα οχήματα που μεταφέρονται αυτοδύναμα.

γ)

«Πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα χωρίς όμως να αποτελεί νομικό πρόσωπο.

δ)

«Πρόσωπο εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του ή την έδρα του, αντίστοιχα, στο εσωτερικό της χώρας.

ε)

«Συνήθης κατοικία»: Ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί.

Η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους, που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μια χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια.

Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται μεταφορά συνήθους κατοικίας.

στ)

«Τόπος προορισμού»: Ο τόπος της εκφόρτωσης στο εσωτερικό της χώρας.

ζ)

«Εγκεκριμένος αποθηκευτής οχημάτων»: Το πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από την αρμόδια τελωνειακή αρχή να κατέχει, να παραλαμβάνει ή να αποστέλλει, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, ενωσιακά οχήματα που υπόκεινται σε τέλος ταξινόμησης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής.

η)

«Φορολογική αποθήκη οχημάτων»: Κάθε τόπος όπου κατέχονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται, από εγκεκριμένο αποθηκευτή, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, ενωσιακά οχήματα που τελούν υπό καθεστώς αναστολής είσπραξης του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).

θ)

«Χρηματοδοτική μίσθωση»: η σύμβαση, δυνάμει της οποίας παραχωρείται, από εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, εγκατεστημένη στη χώρα μας ή σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., έναντι μισθώματος, η χρήση επιβατικού αυτοκινήτου, για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλόμενου μισθωτή, ο οποίος έχει δικαίωμα στο τέλος της σύμβασης είτε να εξαγοράσει το επιβατικό αυτοκίνητο είτε να ανανεώσει τη σύμβαση για ορισμένο χρόνο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 1665/1986 (Α' 194).

ι)

«Μίσθωση»: η από επιχείρηση, με σχετικό σκοπό και εγκατάσταση στη χώρα μας ή σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., σύμβαση παραχώρησης της χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου έναντι μισθώματος, για ορισμένο χρόνο, χωρίς δικαίωμα εξαγοράς στη λήξη της σύμβασης.

ια)

«Λιανική τιμή πώλησης προ φόρων για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης»: η ανώτατη προτεινόμενη τιμή πώλησης, χωρίς Φ.Π.Α., από τον κατασκευαστή, προκειμένου για εγχωρίως παραγόμενα οχήματα ή από τον εισαγωγέα/επίσημο αντιπρόσωπο, προκειμένου για εισαγόμενα και αποκτούμενα από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. οχήματα, όπως αυτή προκύπτει από τους υποβαλλόμενους τιμοκαταλόγους στην τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής. Στην εν λόγω τιμή, η οποία ισχύει από την ημερομηνία υποβολής του τιμοκαταλόγου, συμπεριλαμβάνεται η αξία του πρόσθετου εξοπλισμού, καθώς και η αξία ειδικών εκδόσεων του οχήματος και κάθε είδους παράγοντας που διαμορφώνει την τιμή πώλησης. Οι λιανικές τιμές πώλησης προ φόρων κατά μάρκα, μοντέλο, παραλλαγή και έκδοση των οχημάτων δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και στο διαδίκτυο.

Άρθρο 136. Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης
1.

Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του Κανονισμού περί κοινού δασμολογίου, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα με το άρθρο 142 του παρόντος και το άρθρο 4 του ν. 1573/1985 (Α' 201).

2.

α) Οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της παρ. 1 ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα προοδευτικής φορολόγησης:

Φορολογητέα αξία

Αξία από (ευρώ)

Αξία έως και (ευρώ)

Συντελεστής

0

14.000

4%

>14.000

17.000

26%

>17.000

20.000

53%

>20.000

25.000

62%

>25.000

30.000

71%

>30.000

30%

Για την επιλογή των ως άνω συντελεστών, για μεταχειρισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία του άρθρου 142, πριν από τις μειώσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

β)

Για αυτοκίνητα οχήματα τρίκυκλα ή τετράκυκλα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2013 για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς δίκυκλων ή τρίκυκλων οχημάτων και τετράκυκλων (L 60) και της Οδηγίας 2002/24/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2002 για την έγκριση τύπου δικύκλων ή τρικύκλων οχημάτων με κινητήρα και την κατάργηση της Οδηγίας 92/61/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 124) και πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του ανωτέρω Κανονισμού ή της Οδηγίας 2002/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την μείωση του επιπέδου ρυπαντικών εκπομπών των δίκυκλων και τρίκυκλων οχημάτων με κινητήρα και την τροποποίηση της Οδηγίας 97/24/ΕΚ (L 252) ή μεταγενέστερης, οι συντελεστές τέλους ταξινόμησης ορίζονται ως ακολούθως:

ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ

ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

Κάτω των 50 κυβικών εκατοστών

0%

Από 50 μέχρι 500 κυβικά εκατοστά

4%

Από 501 μέχρι 900 κυβικά εκατοστά

7%

Από 901 κυβικά εκατοστά και πάνω

11%

Το άρθρο 26 του ν. 1959/1991 (Α' 123) και η υπό στοιχεία Β.27660/712/10.7.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών «Καθορισμός της περιοχής των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης για την εφαρμογή των διατάξεων «για την κυκλοφορία πετρελαιοκινήτων Ι.Χ. αυτοκινήτων», καθώς και των όρων και προϋποθέσεων θέσεως σε κυκλοφορία αυτών» (Β' 519), όπως εκάστοτε ισχύει, εφαρμόζονται και για τα πετρελαιοκίνητα οχήματα της παρούσας περίπτωσης.

3.

α) Για τα επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την 31η.12.2020, των οποίων η εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος), σύμφωνα με τον Νέο Ευρωπαϊκό Κύκλο Οδήγησης (New European Driving Cycle) είναι:

αα)

μικρότερη ή ίση των εκατό (100) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 μειώνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%),

αβ)

μεγαλύτερη από εκατόν είκοσι (120) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν σαράντα (140) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%),

αγ)

μεγαλύτερη από εκατόν σαράντα (140) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν εξήντα (160) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά είκοσι τοις εκατό (20%),

αδ)

μεγαλύτερη από εκατόν εξήντα (160) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν ογδόντα (180) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%),

αε)

μεγαλύτερη από εκατόν ογδόντα (180) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια (200) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά σαράντα τοις εκατό (40%),

αστ)

μεγαλύτερη από διακόσια (200) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια πενήντα (250) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά εξήντα τοις εκατό (60%),

αζ)

μεγαλύτερη από διακόσια πενήντα (250) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά εκατό τοις εκατό (100%).

β)

Για επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία ταξινομούνται για πρώτη φορά, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 1η.1.2021 και εφεξής, των οποίων η εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος), σύμφωνα με την Παγκοσμίως Εναρμονισμένη Διαδικασία Δοκιμής Ελαφρών Οχημάτων (Worldwide Light Test Procedure), είναι:

βα)

μικρότερη ή ίση των εκατό τριάντα (130) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 μειώνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%),

ββ)

μεγαλύτερη από εκατόν πενήντα έξι (156) και μικρότερη από ή ίση με εκατόν ογδόντα δύο (182) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%),

βγ)

μεγαλύτερη από εκατόν ογδόντα δύο (182) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια οκτώ (208) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά είκοσι τοις εκατό (20%),

βδ)

μεγαλύτερη από διακόσια οκτώ (208) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια τριάντα τέσσερα (234) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%),

βε)

μεγαλύτερη από διακόσια τριάντα τέσσερα (234) και μικρότερη από ή ίση με διακόσια εξήντα (260) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά σαράντα τοις εκατό (40%),

βστ)

μεγαλύτερη από διακόσια εξήντα (260) και μικρότερη από ή ίση με τριακόσια είκοσι πέντε (325) γρ./χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά εξήντα τοις εκατό (60%),

βζ)

μεγαλύτερη από τριακόσια είκοσι πέντε (325) γρ./ χλμ, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2 αυξάνονται κατά εκατό τοις εκατό (100%).

γ)

Ειδικά για τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, ανεξαρτήτως της τιμής μέτρησης της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα CO2 (συνδυασμένος κύκλος) σύμφωνα με τον Νέο Ευρωπαϊκό Κύκλο Οδήγησης (New European Driving Cycle) ή σύμφωνα με την Παγκοσμίως Εναρμονισμένη Διαδικασία Δοκιμής Ελαφρών Οχημάτων (Worldwide Light Test Procedure), καθώς και για τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, για τα οποία δεν αποδεικνύονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της περ. α) της παρ. 2, αυξάνονται, πλέον των προσαυξήσεων που προβλέπονται στην παρ. 5, κατά:

γα)

Δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον υπάγονται στην περ. α) της παρ. 5 ή πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης, ως προς την πρώτη ταξινόμηση, από 1.9.2018 και μετά (Κανονισμός 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (L 171) και Κανονισμός της Επιτροπής (ΕΚ) 692/2008 της 18ης Ιουλίου 2008 για την εφαρμογή και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (L 199) ή Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1151 της Επιτροπής της 1ης Ιουνίου 2017 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2007/46/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, του Κανονισμού (ΕΚ) 692/2008 της Επιτροπής και του Κανονισμού (ΕΕ) 1230/2012 της Επιτροπής και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) 692/2008 της Επιτροπής (L 175) ή μεταγενέστερων τροποποιητικών αυτών), ή τις προδιαγραφές του Euro VI, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης, ως προς την πρώτη ταξινόμηση, από 1ης.9.2019 και μετά [Κανονισμός (ΕΚ) 595/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2009 σχετικά με την έγκριση τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων και κινητήρων όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (Euro VI) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων, καθώς και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2007 και της Οδηγίας 2007/46/ΕΚ, και για την κατάργηση των Οδηγιών 80/1269/ΕΟΚ, 2005/55/ΕΚ και 2005/78/ ΕΚ (L 188)].

γβ)

Τριάντα τοις εκατό (30%), εφόσον υπάγονται ως προς τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro στην περ. β) της παρ. 5.

γγ)

Εξήντα τοις εκατό (60%), εφόσον υπάγονται ως προς τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro στην περ. γ) της παρ. 5.

γδ)

Εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον δεν πληρούν προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro, συμβατικής τεχνολογίας.

4.

Ως εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα CO2, στον συνδυασμένο κύκλο, λαμβάνεται υπόψη, για τα υβριδικά ηλεκτρικά επιβατικά αυτοκίνητα εξωτερικής φόρτισης, η σταθμισμένη, σε συνδυασμένο κύκλο, τιμή της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα CO2 και για τα επιβατικά αυτοκίνητα διπλής τροφοδοσίας, βενζίνης αερίου ή πετρελαίου αερίου, η τιμή, σε συνδυασμένο κύκλο, της εκπεμπόμενης μάζας διοξειδίου του άνθρακα CO2 του αερίου καυσίμου.

5.

Για επιβατικά αυτοκίνητα της παρ. 1, τα οποία:

α)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6 με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και τις 31.8.2018, όπως αυτά ορίζονται στους ανωτέρω Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ) και 692/2008 (ΕΕ) ή 2017/1151 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές του ως άνω Κανονισμού 595/2009 (ΕΚ) Euro VI, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και τις 31.8.2019 οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%),

β)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6 και 5 b, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και τις 31.8.2015, όπως αυτά ορίζονται στους ανωτέρω Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές των σειρών Β2 ή C (EEV) των Οδηγιών 1999/96/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1999 «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά των εκπομπών αερίων και σωματιδιακών ρύπων από τους κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση που χρησιμοποιούνται σε οχήματα, καθώς και κατά των εκπομπών αερίων ρύπων από κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης που τροφοδοτούνται με φυσικό αέριο ή υγραέριο και χρησιμοποιούνται σε οχήματα και σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 88/77/ΕΟΚ (L 44)» και 2005/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά των εκπομπών αερίων και σωματιδιακών ρύπων από τους κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση που χρησιμοποιούνται σε οχήματα, καθώς και κατά των εκπομπών αερίων ρύπων από κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης που τροφοδοτούνται με φυσικό αέριο ή υγραέριο και χρησιμοποιούνται σε οχήματα» (L 275) Euro V, οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%),

γ)

πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6a και Euro 5a, με τελευταία ημερομηνία ταξινόμησης ως προς την πρώτη ταξινόμηση έως και τις 31.12.2012, όπως αυτά ορίζονται στους ανωτέρω Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών ή τις προδιαγραφές της Οδηγίας 98/69/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά «με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα και με την τροποποίηση της οδηγίας 70/220/ ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 350)» γραμμή (φάση) Β Euro 4, ή τις προδιαγραφές της σειράς Β1 των ανωτέρω Οδηγιών 1999/96/ΕΚ, 2005/55/ΕΚ Euro IV που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της ανωτέρω Οδηγίας 98/69/ΕΚ γραμμή (φάση) Α Euro 3, της Οδηγίας 94/12/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 1994 «περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν κατά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τις εκπομπές των οχημάτων με κινητήρα και περί τροποποίησης της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ» (L 100) Euro 2, της Οδηγίας 91/441/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1991 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 70/220/ΕΟΚ σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της ρύπανσης του αέρα από τις εκπομπές οχημάτων με κινητήρα» (L 242) Euro 1 ή τις προδιαγραφές των ανωτέρω Οδηγιών 1999/96/ΕΚ, 2005/55/ΕΚ, φάση Α Euro III, 91/542/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 1ης Οκτωβρίου 1991 «για την τροποποίηση της Οδηγίας 88/77/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά των εκπομπών αερίων ρύπων από ντηζελοκινητήρες προοριζόμενους να τοποθετηθούν σε οχήματα» (L 295) φάση Β Euro II και φάση Α Euro I, οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%),

δ)

δεν πληρούν προδιαγραφές ορίων εκπομπών (Euro) συμβατικής τεχνολογίας και για τα οποία δεν αποδεικνύονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, οι συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%), με επιπλέον εφαρμογή επί αυτών της προσαύξησης της υποπερ. αζ) της περ. α) της παρ. 3 ή της υποπερ. βζ) της περ. β) της παρ. 3, κατά περίπτωση.

ε)

δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές του ανωτέρω Κανονισμού (ΕΕ) 168/2013 ή της ανωτέρω Οδηγίας 2002/51/ΕΚ, οι συντελεστές της περ. β) της παρ. 2 προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

6.

Τα υβριδικά μηχανοκίνητα επιβατικά αυτοκίνητα, όπως αυτά προσδιορίζονται από την Οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (L 263), και ειδικότερα τα υβριδικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, όπως προσδιορίζονται από τον ανωτέρω Κανονισμό 692/2008, με εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα μεγαλύτερη από ή ίση με πενήντα ένα (51) γρ./χλμ., απαλλάσσονται από το πενήντα τοις εκατό (50%) του προβλεπόμενου από το άρθρο αυτό τέλους ταξινόμησης. Τα υβριδικά αυτοκίνητα του προηγούμενου εδαφίου με εκπεμπόμενη μάζα διοξειδίου του άνθρακα μικρότερη ή ίση με πενήντα (50) γρ./χλμ. απαλλάσσονται από το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του άρθρου αυτού τέλους ταξινόμησης. Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τα αυτοκίνητα με κυψέλες υδρογόνου μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), όπως προσδιορίζονται από τον ανωτέρω Κανονισμό 692/2008, δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από το παρόν τέλος ταξινόμησης.

7.

Τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) απαλλάσσονται από το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του παρόντος τέλους ταξινόμησης.

8.

Επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία είχαν ταξινομηθεί και κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, εφόσον μεταφέρονται ή αποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εξάγονται σε τρίτη χώρα και επαναφέρονται στην ημεδαπή μέσα σε διάστημα οκτώ (8) ετών από τη διαγραφή τους από τα μητρώα αυτοκινήτων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό να επαναταξινομηθούν και να τεθούν εκ νέου σε κυκλοφορία, απαλλάσσονται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος τέλος ταξινόμησης.

9.

Για την υπαγωγή στους αντίστοιχους συντελεστές τέλους ταξινόμησης των παρ. 2, 3, 4 και 5 η διαπίστωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και του ευρωπαϊκού προτύπου εκπομπών ρύπων («Euro»), τις προδιαγραφές του οποίου πληροί εκ κατασκευής το όχημα, πραγματοποιείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή με βάση την έγκριση τύπου που προσκομίζεται σε αυτήν ή το δελτίο κοινοποίησης έγκρισης τύπου και το αντίστοιχο πιστοποιητικό συμμόρφωσης του οχήματος.

Αν δεν υπάρχει ταύτιση στοιχείων μεταξύ του πιστοποιητικού συμμόρφωσης του οχήματος και της αντίστοιχης έγκρισης τύπου ή του δελτίου κοινοποίησης έγκρισης τύπου, η υπαγωγή στον αντίστοιχο συντελεστή τέλους ταξινόμησης γίνεται με βάση τις αναγραφόμενες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και το αναγραφόμενο στο πιστοποιητικό συμμόρφωσης πρότυπο εκπομπών ρύπων που πληροί εκ κατασκευής το όχημα.

Προκειμένου για μεταχειρισμένα οχήματα, απαιτείται και η πρωτότυπη άδεια κυκλοφορίας αυτών που είχαν λάβει στην ξένη χώρα.

10.

Στα επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης Σ.Ο. 87.03, τα οποία έχουν λάβει έγκριση Μεμονωμένου Οχήματος Ιδιαίτερης Κατασκευής (Μ.Ο.Ι.Κ.) σύμφωνα με την υπ' αρ. 33692/2202/5.11.2014 απόφαση του Υφυπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων «Καθορισμός διαδικασίας και τεχνικών απαιτήσεων για την έγκριση κυκλοφορίας μεμονωμένων οχημάτων ιδιαίτερης κατασκευής» (Β' 3134) και ταξινομούνται ως «οχήματα μεταχειρισμένων εξαρτημάτων», επιβάλλεται τέλος ταξινόμησης αναλόγως του κυλινδρισμού του κινητήρα τους, ως εξής: 

Κυλινδρισμός κινητήρα

Ποσό τέλους ταξινόμησης

Έως 1.000 κυβικά εκατοστά

500 ευρώ

από 1.001 έως 1.400 κυβικά εκατοστά

700 ευρώ

από 1.401 έως 1.600 κυβικά εκατοστά

900 ευρώ

από 1.601 έως 1.800 κυβικά εκατοστά

1.100 ευρώ

από 1.801 έως 2.000 κυβικά εκατοστά

1.300 ευρώ

από 2.001 κυβικά εκατοστά και άνω

1.500 ευρώ

Ως προς τον χρόνο γένεσης της υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του απαιτητού αυτού, καθώς και για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης, εφαρμόζονται τα άρθρα 144 και 146.

Ειδικότερα για τα εγχωρίως κατασκευαζόμενα Μ.Ο.Ι.Κ., η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται με την ολοκλήρωση της κατασκευής τους και το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται, πριν από τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία, με την υποβολή της ειδικής δήλωσης της παρ. 2 του άρθρου 146.

Η παρ. 8 του παρόντος και το άρθρο 145 εφαρμόζονται και για τα επιβατικά οχήματα της παρούσας.

Άρθρο 137. Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων που τίθενται στη διάθεση προσώπων εγκατεστημένων στη χώρα με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση
1.

Το τέλος ταξινόμησης του άρθρου 136 για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης και αυτοκίνητα τύπου JEEP των δασμολογικών κλάσεων 87.03 και 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, αντίστοιχα, τα οποία τίθενται στη διάθεση προσώπων εγκατεστημένων στο εσωτερικό της χώρας με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση, κατά την έννοια των περ. θ) και ι) του άρθρου 135, επιβάλλεται ανάλογα με το χρονικό διάστημα της χρήσης τους στη χώρα και υπολογίζεται ως εξής:

α. Για καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο, το τέλος ταξινόμησης ισούται με το ποσό που προκύπτει από την επιβολή του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και κατηγορίας αμαξώματος του άρθρου 142, το οποίο αντιστοιχεί στη χρονική στιγμή λήξης του διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για το υπό κρίση αυτοκίνητο.

β. Για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο, το τέλος ταξινόμησης ισούται με το ποσό που προκύπτει από την επιβολή ποσοστού επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης όμοιου καινούργιου αυτοκινήτου. Στην περίπτωση αυτή, το ποσοστό ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και αμαξώματος, κατά τη λήξη του διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης και του ποσοστού απομείωσης, λόγω ηλικίας και αμαξώματος, κατά την έναρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης.

Όταν δεν προκύπτει διαφορά μεταξύ των ως άνω ποσοστών, επιβάλλεται τέλος ταξινόμησης:

βα)

για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο παλαιότητας άνω των δεκαοκτώ (18) μηνών, με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%) επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για κάθε μήνα κυκλοφορίας και

ββ)

για μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο παλαιότητας άνω των πενήντα τεσσάρων (54) μηνών, με συντελεστή μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%) επί του συνολικού τέλους ταξινόμησης για κάθε μήνα κυκλοφορίας.

2.

Η είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του συνολικού τέλους ταξινόμησης και του μέρους αυτού που καταβάλλεται αναλογικά, σύμφωνα με τις περ. α' και β' της παρ. 1, αναστέλλεται μέχρι τη λήξη του χρονικού διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης. Τα επιβατικά αυτοκίνητα δύνανται να αποστέλλονται εκ νέου σε άλλο κράτος μέλος ή να εξάγονται σε τρίτη χώρα, με τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων και διαδικασιών, πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, οπότε η ως άνω διαφορά διαγράφεται.

3.

Υπόχρεο πρόσωπο, εκτός του ιδιοκτήτη, κατά την έννοια του άρθρου 146 είναι ο μισθωτής, ο οποίος κατέχει ή χρησιμοποιεί επιβατικό αυτοκίνητο με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση.

4.

Όταν δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων το χρονικό διάστημα της χρήσης του αυτοκινήτου στη χώρα, ως αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης ή μίσθωσης, το τέλος ταξινόμησης καταβάλλεται ολόκληρο από τον υπόχρεο και το μέρος αυτού που δεν αναλογεί στο χρονικό διάστημα της μίσθωσης και χρήσης στη χώρα, το οποίο υπολογίζεται αναλογικά με βάση τους συντελεστές απομείωσης λόγω ηλικίας, αμαξώματος και διανυθέντων χιλιομέτρων του άρθρου 142, επιστρέφεται εντόκως, με βάση το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων εκδόσεως ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας. Στις περιπτώσεις επιστροφής του τέλους ταξινόμησης, δικαιούχο πρόσωπο, εκτός από τον υπόχρεο, είναι ο ιδιοκτήτης επιβατικού αυτοκινήτου το οποίο εκμισθώνει, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη χώρα, με χρηματοδοτική μίσθωση ή μίσθωση και για το οποίο έχει καταβληθεί όλο το τέλος ταξινόμησης. Η καταβολή σε οποιοδήποτε από τα ως άνω πρόσωπα απαλλάσσει το Δημόσιο από οποιαδήποτε ευθύνη.

5.

Αυτοκίνητο για το οποίο το τέλος ταξινόμησης έχει καταβληθεί αναλογικά ή έχει επιστραφεί δεν δύναται να υπαχθεί στην παρ. 8 του άρθρου 136, περί απαλλαγής λόγω επαναταξινόμησης.

6.

Το ελάχιστο χρονικό διάστημα χρήσης του επιβατικού αυτοκινήτου στη χώρα για σκοπούς υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να υπολείπεται του ενός (1) μήνα. Για την έναρξη του χρονικού διαστήματος υπολογισμού του τέλους ταξινόμησης λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος γένεσης της υποχρέωσης καταβολής του, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 144, με εξαίρεση όταν το επιβατικό αυτοκίνητο έχει τεθεί σε ένα από τα ανασταλτικά καθεστώτα του άρθρου 150, οπότε το χρονικό διάστημα υπαγωγής ξεκινά να υπολογίζεται με την έξοδο από τα καθεστώτα αυτά.

Άρθρο 138. Τέλος ταξινόμησης επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης
1.

Για τα επιβατικά αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 94/12/ΕΚ ή μεταγενέστερης ανεξάρτητα από το καύσιμο που χρησιμοποιούν, τα οποία προορίζονται να κυκλοφορήσουν ως δημόσιας χρήσης, καταβάλλεται το δεκατρία τοις εκατό (13%) του τέλους ταξινόμησης που προβλέπεται στο άρθρο 136 για τα όμοια αντιρρυπαντικής τεχνολογίας επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης.

2.

Για τα αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 91/441 Ε.Ο.Κ. και παλαιοτέρων ή είναι συμβατικής τεχνολογίας καταβάλλεται το πενήντα τοις εκατό (50%) του τέλους ταξινόμησης που προβλέπεται στο άρθρο 136 για όμοια αντιρρυπαντικής ή συμβατικής τεχνολογίας επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης.

3.

Για επιβατικά αυτοκίνητα που λειτουργούν με πετρελαιοκινητήρα και προορίζονται να τεθούν σε κυκλοφορία ως δημόσιας χρήσης, η επιβάρυνση από το τέλος ταξινόμησης των παρ. 1 και 2 δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ποσοστό το εκατό τοις εκατό (100%) της φορολογητέας αξίας που διαμορφώνεται σε κάθε περίπτωση.

4.

Τα επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, όταν αποχαρακτηρίζονται και τίθενται σε κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης πριν παρέλθει πενταετία από τον τελωνισμό τους, υπόκεινται στην καταβολή της διαφοράς μεταξύ των μειωμένων φόρων που κατέβαλαν και εκείνων που ισχύουν κατά τον χρόνο του τελωνισμού τους ως ιδιωτικής χρήσης και με βάση τα φορολογικά στοιχεία που διαμορφώνονται κατά τον ίδιο χρόνο. Μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τον τελωνισμό τους ως δημόσιας χρήσης δεν οφείλεται διαφορά τέλους ταξινόμησης, αλλά καταβάλλεται ποσό ίσο με τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας που ισχύουν κατά τον χρόνο ταξινόμησής τους ως ιδιωτικής χρήσης.

5.

Η παρ. 4 εφαρμόζεται και για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που παραλήφθηκαν με τα ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα των παρ. 1,2 και 3.

Άρθρο 139. Τέλος ταξινόμησης φορτηγών αυτοκινήτων
1.

Τα φορτηγά αυτοκίνητα και οι βάσεις τους της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.), καθώς και τα αυτοκίνητα οχήματα που διαθέτουν εκ κατασκευής χωριστό θάλαμο με δύο σειρές καθισμάτων για τον οδηγό, συνοδηγό και τους επιβάτες και χωριστό ανοικτό χώρο φόρτωσης εμπορευμάτων της Δασμολογικής Κλάσης Δ.Κ. 87.03 της Σ.Ο., τα οποία πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6, όπως αυτά προβλέπονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), και 692/2008 (ΕΕ), καθώς και αυτά που πληρούν τις προδιαγραφές του Κανονισμού 595/2009 (ΕΚ) Euro VI, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ως εξής:

α)

Φορτηγά αυτοκίνητα, μικτού βάρους πάνω από τρεισήμισι (3,5) τόνους, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%).

β)

Ανοικτά φορτηγά μέχρι και τρεισήμισι (3,5) τόνους, ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

γ)

Κλειστά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους μέχρι και τρεισήμισι (3,5) τόνους, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

δ)

Βάσεις των φορτηγών αυτοκινήτων των προηγούμενων περιπτώσεων, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%).

ε)

Αυτοκίνητα οχήματα με μικτό βάρος μέχρι τρεισήμισι (3,5) τόνους που διαθέτουν εκ κατασκευής χωριστό θάλαμο με δύο (2) σειρές καθισμάτων για τον οδηγό, συνοδηγό και τους επιβάτες και χωριστό ανοικτό χώρο φόρτωσης εμπορευμάτων της Δ.Κ. 87.03, ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

στ)

Οι συντελεστές των περ. α) έως και ε) προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), προκειμένου για αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 5, όπως αυτά ορίζονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ) και 692/2008 (ΕΕ) ή μεταγενέστερους τροποποιητικούς αυτών, ή τις προδιαγραφές των σειρών Β2 ή C (EEV) των Οδηγιών 1999/96 ΕΚ, 2005/55 ΕΚ Euro V και κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), προκειμένου για αυτοκίνητα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές των ανωτέρω ορίων εκπομπών και τις προδιαγραφές ορίων εκπομπών Euro 6, όπως αυτά προβλέπονται στους Κανονισμούς 715/2007 (ΕΚ), 692/2008 (ΕΚ), καθώς και αυτά που δεν πληρούν τις προδιαγραφές του Κανονισμού 595/2009 Euro VI.

Οι συντελεστές για οχήματα της περ. η), τα οποία δεν πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 92/61/ΕΚ ή μεταγενέστερης, προσαυξάνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).

ζ)

Για τα αυτοκίνητα οχήματα που καθορίζονται στις περ. β) και ε), τα οποία με την προσθήκη στον ανοικτό χώρο φόρτωσης καλύμματος από άκαμπτο στερεό υλικό, διασκευάζονται σε οχήματα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα των δασμολογικών κλάσεων 87.04 και 87.03, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1573/1985 (Α' 201).

Ως αυτοκίνητο όχημα με μόνιμο κλειστό αμάξωμα νοείται όχι μόνο αυτό που εκ κατασκευής το αμάξωμά του είναι κλειστό, αλλά και αυτό που προκύπτει με την προσθήκη στο αμάξωμα ανοικτού φορτηγού της περ. β), καθώς και στον ανοικτό χώρο φόρτωσης των οχημάτων της περ. ε), καλύμματος από άκαμπτα στερεά υλικά, ανεξάρτητα αν αφαιρείται εύκολα ή δύσκολα ή αν το πίσω μέρος του αμαξώματος παραμένει ανοικτό.

η)

Αυτοκίνητα οχήματα, ανοικτά ή κλειστά, τρίκυκλα ή τετράκυκλα, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 92/61/ΕΚ του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1992 (EEL 225 της 10.9.1992) και πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της οδηγίας αυτής ή μεταγενέστερης, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης, ως ακολούθως:

ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ

ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

Κάτω των 50 κυβικών εκατοστών

0%

Από 50 μέχρι 500 κυβικά εκατοστά

3%

Από 501 μέχρι 900 κυβικά εκατοστά

6%

Από 901 κυβικά εκατοστά και πάνω

10%

2.

Προκειμένου για κλειστά φορτηγά που προέρχονται από μετατροπή επιβατικών αυτοκινήτων, το αναφερόμενο στην περ. γ) της παρ. 1 ποσοστό τέλους τριπλασιάζεται και υπολογίζεται επί της φορολογητέας αξίας, όπως αυτή διαμορφώνεται για τα επιβατικά.

3.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων των περ. β) και γ) και των βάσεων αυτών, καθώς και των περ. ε) και η) της παρ. 1, η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων.

Για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, η ως άνω τιμή λιανικής πώλησης προ φόρων απομειώνεται με βάση τα στοιχεία που διαθέτει η αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία αξιών και η τελική φορολογητέα αξία καθορίζεται από την υπηρεσία αυτή.

4.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των αυτοκινήτων της περ. α) της παρ. 1 και των βάσεων αυτών, η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται από το άθροισμα των παρακάτω στοιχείων:

α)

Της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας για τα καινούρια αυτοκίνητα.

Για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα λαμβάνεται υπόψη η τιμή που καθορίζεται από την αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία αξιών με βάση τα στοιχεία που διαθέτει η υπηρεσία αυτή. Η τεκμαρτή αυτή αξία δεν μπορεί να είναι μικρότερη της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας (τιμή αγοράς).

β)

Των εισαγωγικών δασμών που πράγματι καταβάλλονται.

γ)

Των παρεπόμενων εξόδων με τα οποία επιβαρύνονται τα οχήματα, όπως εξόδων προμήθειας, μεσιτείας, τόκων, φόρτωσης, εκφόρτωσης, ασφάλισης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας.

5.

Τα ανοικτά φορτηγά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.04 που διασκευάζονται σε κλειστά φορτηγά της ίδιας δασμολογικής κλάσης, μικτού βάρους μέχρι και τρεισήμισι (3,5) τόνους, κατ' εφαρμογή της περ. 11 του άρθρου 4 του ν. 2443/1996 (Α' 265), υποβάλλονται, αντί των φορολογικών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από τον ν. 1573/1985 (Α' 201), σε τέλος ταξινόμησης, το ύψος του οποίου ορίζεται ως εξής:

α)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από εννιακόσια ένα (901) έως και χίλια τετρακόσια (1.400) κυβικά εκατοστά, τριακόσια εβδομήντα (370) ευρώ,

β)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από χίλια τετρακόσια ένα (1.401) έως και χίλια οκτακόσια (1.800) κυβικά εκατοστά, πεντακόσια είκοσι (520) ευρώ,

γ)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από χίλια οκτακόσια ένα (1.801) έως και δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά, επτακόσια σαράντα (740) ευρώ,

δ)

για τα κυλινδρισμού κινητήρα από δύο χιλιάδες ένα (2.001) κυβικά εκατοστά και άνω, χίλια εκατόν ογδόντα (1.180) ευρώ.

6.

Τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα φορτηγά αυτοκίνητα, τα φορτηγά αυτοκίνητα με κυψέλες υδρογόνου μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και τα οχήματα της περ. ε) της παρ. 1 δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από το παρόν τέλος ταξινόμησης.

7.

Τα ανοικτά ή κλειστά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους άνω των τρεισήμισι (3,5) τόνων που προέρχονται από διασκευή ελκυστήρων της δασμολογικής κλάσης (δ.κ.) 87.01, επιβατικών αυτοκινήτων (λεωφορείων) της δ.κ. 87.02, φορτηγών αυτοκινήτων ψυγείων της δ.κ. 87.04, για τα οποία δεν έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος ταξινόμησης, αυτοκινήτων οχημάτων ειδικών χρήσεων της δ.κ. 87.05 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, υποβάλλονται, αντί των φορολογικών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από τον ν. 1573/1985, σε τέλος ταξινόμησης το ποσό του οποίου ορίζεται, ως εξής:

α)

Μικτού βάρους πάνω από τρεισήμισι (3,5) τόνους μέχρι και επτάμισι (7,5) τόνους, χίλια (1.000) ευρώ.

β)

Μικτού βάρους πάνω από επτάμισι (7,5) τόνους μέχρι και δεκατέσσερις (14) τόνους, χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

γ)

Μικτού βάρους πάνω από δεκατέσσερις (14) τόνους, δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ.

Τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά πεντακόσια (500) ευρώ στις περιπτώσεις που από τη μετασκευή προκύπτει ανατρεπόμενο ή βυτιοφόρο όχημα.

8.

Αναστέλλεται η βεβαίωση του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 στα φορτηγά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και στις βάσεις αυτών, που παραλαμβάνονται με προορισμό τη διασκευή τους στο εσωτερικό της χώρας, μετά από έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.

Το τέλος ταξινόμησης που αναλογεί στα διασκευασθέντα έτοιμα οχήματα, που προορίζονται για ταξινόμηση στη χώρα, επιβάλλεται και εισπράττεται με την ολοκλήρωση της διασκευής των οχημάτων αυτών.

Ομοίως και για τα προερχόμενα από διασκευή των βάσεων των δασμολογικών κλάσεων 87.02 και 87.06 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας έτοιμα οχήματα, το τέλος ταξινόμησης με το οποίο επιβαρύνονται, επιβάλλεται και εισπράττεται μετά την ολοκλήρωση της διασκευής των βάσεων αυτών.

Για τα ως άνω οχήματα που δεν προορίζονται για ταξινόμηση στη χώρα, μετά την ολοκλήρωση της διασκευής, επιτρέπεται να επαναποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να εξάγονται σε τρίτη χώρα χωρίς καταβολή του αναλογούντος τέλους ταξινόμησης ως προς το οποίο έτυχαν αναστολής.

Για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης, ως φορολογητέα αξία για τα φορτηγά οχήματα της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προκύπτουν από διασκευή, κατά τα ανωτέρω, λαμβάνεται υπόψη η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα αξία του αρχικού οχήματος και τα λοιπά στοιχεία της παρ. 4, στα οποία προστίθεται και το κόστος της διασκευής, εφόσον το τελικό παραγόμενο φορτηγό αυτοκίνητο έχει μικτό βάρος πάνω από τρεισήμισι (3,5) τόνους ή η λιανική τιμή πώλησης προ φόρων του τελικού παραγόμενου φορτηγού αυτοκίνητου, εφόσον έχει μικτό βάρος μέχρι και τρεισήμισι (3,5) τόνους.

9.

Τα δικαιολογητικά στοιχεία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των φορτηγών οχημάτων ανεξαρτήτως προέλευσης ή των εγχωρίως παραγομένων, καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 197.

Άρθρο 140. Τέλος ταξινόμησης μοτοσικλετών
1.

Οι μοτοσικλέτες της δασμολογικής κλάσης 87.11 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης, ως ακολούθως:

ΚΥΛΙΝΔΡΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΗΡΑ

ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΕΛΟΥΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ

Μέχρι και 125 κυβικά εκατοστά

0%

Από 126 μέχρι και 249 κυβικά εκατοστά

2%

Από 250 μέχρι και 900 κυβικά εκατοστά

7%

Από 901 μέχρι και 1.400 κυβικά εκατοστά

12%

Από 1.401 μέχρι και 1.600 κυβικά εκατοστά

14%

Από 1.601 μέχρι και 1.800 κυβικά εκατοστά

17%

Από 1.801 και άνω κυβικά εκατοστά

25%

2.

Η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους της παρ. 1 διαμορφώνεται από το άθροισμα των παρακάτω στοιχείων:

α)

Της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας για τις καινούργιες μοτοσικλέτες.

Για τις μεταχειρισμένες μοτοσικλέτες λαμβάνεται υπόψη η τιμή χονδρικής πώλησης του αντίστοιχου τύπου μοτοσικλέτας κατά τον χρόνο κυκλοφορίας στη διεθνή αγορά, αφού η τιμή αυτή μειωθεί λόγω φθοράς από συνήθη χρήση ή άλλη αιτία, με βάση τα παρακάτω ποσοστά μείωσης:

Από 1 μέχρι και 2 έτη

14%

Πάνω από 2 μέχρι και 3 έτη

21%

Πάνω από 3 μέχρι και 4 έτη

25%

Πάνω από 4 μέχρι και 5 έτη

32%

Πάνω από 5 μέχρι και 6 έτη

35%

Πάνω από 6 μέχρι και 7 έτη

39%

Πάνω από 7 μέχρι και 8 έτη

42%

Πάνω από 8 έτη

46%

Η τεκμαρτή αξία δεν μπορεί να είναι μικρότερη της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας αξίας.

Αν στην αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία αξιών δεν έχουν κατατεθεί τιμοκατάλογοι από τους επίσημους διανομείς, η υπηρεσία αυτή καθορίζει την τιμή αγοράς με βάση τα στοιχεία που διαθέτει.

β)

Των εισαγωγικών δασμών που πράγματι καταβάλλονται.

γ)

Των παρεπόμενων εξόδων με τα οποία επιβαρύνονται οι μοτοσικλέτες, όπως έξοδα προμήθειας, μεσιτείας, τόκων, φόρτωσης, εκφόρτωσης, ασφάλισης και μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας.

Άρθρο 141. Τέλος ταξινόμησης άλλων οχημάτων
1.

Αυτοκίνητα οχήματα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 2367/1953 (Α' 82) με εξαίρεση εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 136, 138, 139 και 140 του παρόντος που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ίσο προς τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τέλη κυκλοφορίας ενός (1) έτους. Τα αμιγώς ηλεκτροκίνητα οχήματα και τα οχήματα με κυψέλες υδρογόνου μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από το παρόν τέλος ταξινόμησης.

2.

Τα εκποιούμενα από το Δημόσιο ή τη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Α.Α.Δ.Ε. μεταχειρισμένα αυτοκίνητα οχήματα, τα οποία τίθενται από τους αγοραστές σε κυκλοφορία ως ιδιωτικής χρήσης, υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης ίσο προς τα κατά περίπτωση τέλη κυκλοφορίας ενός (1) έτους.

Άρθρο 142. Φορολογητέα αξία επιβατικών αυτοκινήτων
1.

Η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης των επιβατικών αυτοκινήτων διαμορφώνεται με βάση τη λιανική τιμή πώλησης προ φόρων του αυτοκινήτου, κατά τύπο, παραλλαγή και έκδοση αυτού, όπως αυτή προκύπτει από τους υποβαλλόμενους τιμοκαταλόγους στην Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής από τους επίσημους αντιπρόσωπους/διανομείς αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του προαιρετικού εξοπλισμού.

Για μεταχειρισμένα επιβατικά αυτοκίνητα, λαμβάνεται υπόψη η κατά τα παραπάνω τιμή λιανικής πώλησης όμοιου κατά μάρκα, τύπο, παραλλαγή και έκδοση καινούργιου επιβατικού αυτοκινήτου με τον ίδιο εξοπλισμό, κατά τον χρόνο κυκλοφορίας του στη διεθνή αγορά, αφού αυτή μειωθεί κατά το ποσοστό απομείωσης που ορίζεται ανάλογα με την ηλικία του και την κατηγορία αμαξώματος.

Η φορολογητέα αξία, μετά την ως άνω απομείωση, μειώνεται περαιτέρω ποσοστιαία με χρήση συντελεστή 0,10 για κάθε πεντακόσια (500) επιπλέον χιλιόμετρα που έχουν διανυθεί από τον ετήσιο μέσο όρο. Η απομείωση βάσει διανυθέντων χιλιομέτρων δεν πρέπει να ξεπερνά το δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας που προσδιορίζεται μετά την ως άνω απομείωση.

Ο ετήσιος μέσος όρος διανυθέντων χιλιομέτρων, για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης, ορίζεται στις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000). Η συνολική απομείωση, περιλαμβανόμενης και της απομείωσης λόγω διανυθέντων χιλιομέτρων πέραν του μέσου όρου, δεν δύναται να υπερβαίνει το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%).

2.

Προκειμένου για ασθενοφόρα οχήματα, η φορολογητέα αξία για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης διαμορφώνεται χωρίς τον συνυπολογισμό της αξίας του ιατρικού εξοπλισμού αυτών.

3.

Όταν τα στοιχεία διαμόρφωσης της φορολογητέας αξίας επιβολής του τέλους ταξινόμησης των οχημάτων των άρθρων 136, 137, 138, 139 και 140 εκφράζονται σε νόμισμα άλλου κράτους, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του νομίσματος αυτού προς το ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 53 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.

Άρθρο 143. Κυλινδρισμός κινητήρα
1.

Ο κυλινδρισμός του κινητήρα, στην περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τέλους ταξινόμησης, δεν μπορεί να είναι κατώτερος εκείνου που καθορίζεται από το εργοστάσιο κατασκευής και περιλαμβάνεται στα διεθνή έντυπα τεχνικών προδιαγραφών για τον συγκεκριμένο τύπο αυτοκινήτου.

2.

Σε περίπτωση αντικατάστασης κινητήρα αυτοκινήτου με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού, εφόσον η αντικατάσταση λαμβάνει χώρα εντός τριετίας από την έκδοση της πρώτης άδειας κυκλοφορίας, το τέλος ταξινόμησης επανυπολογίζεται με βάση τον κυλινδρισμό του νέου κινητήρα και καταβάλλεται η διαφορά κατά την έκδοση της νέας άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας αυτής. Αν αντικατασταθεί ο κινητήρας αυτοκινήτου προσώπων που απαλλάχτηκαν από το τέλος ταξινόμησης με κινητήρα μεγαλύτερου κυλινδρισμού από το όριο που προ-βλέπεται για την απαλλαγή, ανεξάρτητα από τον χρόνο αντικατάστασης, καταβάλλεται ολόκληρο το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της νέας άδειας κυκλοφορίας. Όσοι προβαίνουν σε αντικατάσταση κινητήρα αυτοκινήτου τους προκειμένου να τους εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας, οφείλουν να προσκομίσουν στην αρμόδια τελωνειακή αρχή τα σχετικά φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για την αγορά ή τοποθέτηση του κινητήρα.

Άρθρο 144. Χρόνος γένεσης υποχρέωσης καταβολής του τέλους ταξινόμησης και απαιτητό αυτού
1.

Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται:

α)

για τα ενωσιακά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας,

β)

για τα εγχωρίως παραγόμενα κατά την ολοκλήρωση της παραγωγής του οχήματος,

γ)

για οχήματα που παράγονται υπό καθεστώς τελωνειακής επίβλεψης κατά την έξοδο από το καθεστώς αυτό.

2.

Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν από τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 136, 138, 139 και 140, το αργότερο:

α)

Για τα μεταφερόμενα ή αποστελλόμενα από τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) τη δέκατη πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή η ειδική δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 146, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης.

β)

Για τα εισαγόμενα οχήματα, τη δέκατη πέμπτη ημέρα από τη θέση αυτών σε ανάλωση ή την ημερομηνία αποδοχής του σχετικού παραστατικού της παρ. 3 του άρθρου 146, εφόσον αυτό κατατεθεί νωρίτερα.

Για τα εισαγόμενα οχήματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία με άμεση παράδοση σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 28 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162), το τέλος ταξινόμησης δεν καθίσταται απαιτητό.

γ)

Για τα εγχωρίως παραγόμενα, κατά τον χρόνο που γεννάται η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού.

3.

Όταν τα οχήματα τίθενται σε ένα από τα καθεστώτα αναστολής του άρθρου 150 ή σε ένα από τα ειδικά καθεστώτα του άρθρου 210 του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα, το τέλος ταξινόμησης και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) καθίστανται απαιτητοί, κατά την έξοδο των οχημάτων, έστω και παράτυπα, από τα καθεστώτα αυτά. Η θέση των οχημάτων στα καθεστώτα αυτά γίνεται πριν το τέλος ταξινόμησης καταστεί απαιτητό, σύμφωνα με την παρ. 2.

4.

Το τέλος ταξινόμησης για τα επιβατικά αυτοκίνητα του άρθρου 137, καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν από τη θέση αυτών σε κυκλοφορία και το αργότερο τη δέκατη πέμπτη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή, η ειδική δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 146, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης. Εφόσον δεν συντρέχει για τα εν λόγω αυτοκίνητα υποχρέωση ταξινόμησης, το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό πέντε (5) ημέρες από την είσοδό τους στη χώρα και ως θέση σε κυκλοφορία, νοείται η χρήση του οδικού δικτύου της χώρας.

Άρθρο 145. Μεταφορά, αποστολή, άφιξη ενωσιακών οχημάτων
1.

Τα ενωσιακά οχήματα που αναφέρονται στα άρθρα 136, 137, 138, 139 και 140, καθώς και οι βάσεις των δασμολογικών κλάσεων 87.02 και 87.06 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία εισέρχονται στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως στην πλησιέστερη τελωνειακή αρχή.

2.

Όταν τα παραπάνω οχήματα μεταφέρονται έμφορτα ή αυτοδύναμα στο εσωτερικό της χώρας, δηλώνονται αμέσως από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο ή τον ιδιοκτήτη ή τον παραλήπτη τους ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους.

3.

Κατά τη δήλωση της παρ. 1 καθορίζεται η αναγκαία προθεσμία για τη μεταφορά των οχημάτων στον δηλωθέντα τόπο προορισμού.

4.

Η δήλωση δεν υποβάλλεται όταν τα ενωσιακά οχήματα εμπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 150.

5.

Τα ενωσιακά οχήματα δύναται, πριν από τη βεβαίωση του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, να επαναποστέλλονται στα λοιπά κράτη μέλη της Ε.Ε. ή να εξάγονται σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 146. Βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης οχημάτων - Πιστοποιητικά ταξινόμησης
1.

Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.

2.

Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής ενωσιακών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Για τα οχήματα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 150 η ειδική δήλωση υποβάλλεται κατά την έξοδο αυτών από τα ανασταλτικά καθεστώτα. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος Φ.Π.Α..

3.

Η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης ή η χορήγηση οριστικής απαλλαγής από αυτό, των οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες, γίνεται:

α)

Όταν το τέλος καταβληθεί κατά τον χρόνο θέσης σε ανάλωση, επί του ιδίου παραστατικού που χρησιμοποιείται για τη βεβαίωση και είσπραξη των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων εισαγωγής.

β)

Όταν το τέλος καταβληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, επί της ειδικής δήλωσης της παρ. 2. Η ειδική δήλωση υποβάλλεται στην τελωνειακή αρχή στην οποία έγινε η θέση σε ανάλωση του οχήματος και συσχετίζεται με το παραστατικό θέσης σε ανάλωση που μέχρι τότε παραμένει σε εκκρεμότητα.

γ)

Όταν τα οχήματα έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό ανασταλτικό καθεστώς επί του παραστατικού με το οποίο τίθενται σε ανάλωση.

4.

Οι συντελεστές, που λαμβάνονται υπόψη για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και εφόσον το όχημα είναι ενωσιακό και του Φ.Π.Α., είναι εκείνοι που ισχύουν κατά τον χρόνο που το τέλος καθίσταται απαιτητό. Αν μειωθούν οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης ή του Φ.Π.Α., μετά την υποβολή του παραστατικού βεβαίωσης και είσπραξης και πριν από την έκδοση του αποδεικτικού είσπραξης, εφαρμόζεται ο ευνοϊκότερος για τον υπόχρεο συντελεστής. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν το αποδεικτικό είσπραξης δεν εκδόθηκε για λόγους που αποκλειστικά βαρύνουν τον υπόχρεο. Αν δεν υποβληθεί η δήλωση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 145 και εφόσον οι τελωνειακές αρχές αδυνατούν να προσδιορίσουν τον χρόνο κατά τον οποίο το τέλος κατέστη απαιτητό, οι συντελεστές, που λαμβάνονται υπόψη για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φ.Π.Α., είναι αυτοί που ισχύουν κατά την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης.

5.

Μετά την είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και των λοιπών επιβαρύνσεων ή τη νόμιμη οριστική απαλλαγή από αυτά, εκδίδονται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή αποδεικτικό είσπραξης και πιστοποιητικό ταξινόμησης ή τελωνισμού του οχήματος.

6.

Για την επαλήθευση των στοιχείων που αναγράφονται στην Ειδική Δήλωση οχήματος, εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 29 του παρόντος, καθώς και οι αντίστοιχες περί διασαφήσεων και επαλήθευσης εμπορευμάτων διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα, του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2446 της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2015 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικούς με ορισμένες από τις διατάξεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα (L 343) και του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Αν κατά τον έλεγχο και την επαλήθευση του οχήματος διαπιστωθούν διαφορές, εφαρμόζεται το άρθρο 38.

7.

Το τέλος ταξινόμησης που βεβαιώθηκε και εισπράχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, επιστρέφεται, σε περίπτωση οχημάτων, τα οποία δεν ταξινομήθηκαν, με συνέπεια να μην κυκλοφορήσουν στο εσωτερικό της χώρας, λόγω εξαγωγής σε τρίτες χώρες ή αποστολής τους σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Δικαιούχος της επιστροφής είναι το πρόσωπο της παρ. 1, το οποίο κατέβαλε το τέλος ταξινόμησης με την κατά περίπτωση υποβολή του προβλεπόμενου από τις παρ. 2 και 3 τελωνειακού παραστατικού. Το σχετικό δικαίωμα παρέχεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές.

8.

Για μεταχειρισμένα οχήματα που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. στο εσωτερικό της χώρας, υπό το ειδικό καθεστώς του άρθρου 52 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162), ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας αυτών καταβάλλεται υποχρεωτικά, με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, στον προμηθευτή του άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 147. Βεβαίωση και είσπραξη εκ των υστέρων -επιστροφή αχρεωστήτως εισπραχθέντων

Οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιβαρύνσεις των ενωσιακών οχημάτων.

Άρθρο 148. Οριστικές απαλλαγές
1.

Τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται από τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης, εφόσον έχει προηγηθεί έγκριση της Ιεράς Κοινότητας για την απόκτησή τους.

2.

Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος επιβατικών αυτοκινήτων, παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης.

3.

Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται πλήρης απαλλαγή μόνο από τον Ε.Φ.Κ., παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης ως ακολούθως:

α)

Για επιβατικά οχήματα ή αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και μοτοσικλέτες, ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης.

β)

Για φορτηγά αυτοκίνητα, ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) του προβλεπόμενου κατά περίπτωση τέλους ταξινόμησης.

4.

Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται απαλλαγή από τα δύο τρίτα (2/3) του Ε.Φ.Κ. επιβατικών αυτοκινήτων, παρέχεται, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, απαλλαγή από το πενήντα τοις εκατό (50%) του προβλεπόμενου τέλους ταξινόμησης.

5.

Οι παραπάνω απαλλαγές από το τέλος ταξινόμησης παρέχονται και στα ενωσιακά ή στα παραγόμενα στο εσωτερικό της χώρας αυτοκίνητα οχήματα, με τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται από τις κείμενες διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος για αυτοκίνητα οχήματα που εισάγονται από τρίτες χώρες.

6.

Για αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και αποδεσμεύονται, πριν από την παρέλευση του κατά περίπτωση ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος, εισπράττεται το τέλος ταξινόμησης που αναλογεί ή η διαφορά μεταξύ του τέλους αυτού και του τέλους ταξινόμησης που έχει καταβληθεί. Το τέλος ταξινόμησης, με την επιφύλαξη του άρθρου 157, υπολογίζεται με βάση τα φορολογικά στοιχεία και τους συντελεστές φορολογίας που ισχύουν για τα αυτοκίνητα αυτά κατά τον χρόνο της αποδέσμευσης.

Σε περίπτωση κλοπής αυτοκινήτων που έχουν παρα-ληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται από τις ισχύουσες διατάξεις η δυνατότητα εκ νέου χορήγησης απαλλαγής από τον φόρο, για την εκ νέου υπαγωγή του δικαιούχου στο δικαίωμα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο συντελείται η κλοπή, εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται εντός του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, οφείλεται το αναλογούν για το κλαπέν αυτοκίνητο τέλος ταξινόμησης. Εφόσον η υποβολή του αιτήματος για την απόκτηση νέου αυτοκινήτου ατελώς γίνεται πέραν του εκάστοτε περιοριστικού διαστήματος, απαλλάσσεται ο δικαιούχος από την καταβολή του αντίστοιχου τέλους ταξινόμησης.

7.

Κατ' εξαίρεση της παρ. 6, για επιβατικά αυτοκίνητα, τα οποία παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης: α) σύμφωνα με τις περ. Α, Β, και Γ της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 1798/1988 (Α' 166), β) από άτομα με αναπηρία τα οποία εμπίπτουν στις κατηγορίες των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 490/1976 (Α' 331) και γ) από τους γονείς με τουλάχιστον τρία τέκνα, σύμφωνα με το άρθρο 149 του παρόντος, και τα οποία, συνεπεία θανάτου αυτών, περιέρχονται στους κληρονόμους των ανωτέρω προσώπων, καταβάλλονται από τους κληρονόμους τόσα δέκατα του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί ή αντίστοιχα της διαφοράς μεταξύ του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί και του τέλους ταξινόμησης που έχει καταβληθεί, όσα είναι και τα εξάμηνα που υπολείπονται για τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος. Το κλάσμα του εξαμήνου θεωρείται ως ολόκληρο εξάμηνο.

Το τέλος ταξινόμησης υπολογίζεται με βάση τα φορολογικά στοιχεία και τους συντελεστές φορολογίας που ισχύουν για τα αυτοκίνητα αυτά κατά τον χρόνο της αποδέσμευσης.

Οι νόμιμοι κληρονόμοι δύναται να αποδεσμεύουν τελωνειακά, εντός του εκάστοτε ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος, επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης, κατ' εφαρμογή ειδικών διατάξεων για άτομα με αναπηρία και το οποίο έχει περιέλθει στην κατοχή τους συνεπεία κληρονομικής διαδοχής, με μεταβίβαση σε άλλο δικαιούχο, της ίδιας απαλλαγής, πρόσωπο, χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης, οπότε εκκινεί εκ νέου το προβλεπόμενο περιοριστικό διάστημα παρακολούθησης της ατέλειας, από την ημερομηνία της μεταβίβασης.

Τα επιβατικά αυτοκίνητα, τα οποία έχουν παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης, κατ' εφαρμογή ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται για τα άτομα με αναπηρία και τα οποία μετά τον θάνατο των ατόμων αυτών περιέρχονται στους νόμιμους κληρονόμους τους, τακτοποιούνται τελωνειακά από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την ημερομηνία θανάτου του δικαιούχου προσώπου.

Σε περίπτωση υποβολής αιτημάτων τακτοποίησης -αποδέσμευσης αναπηρικών αυτοκινήτων από τους κληρονόμους των αποθανόντων δικαιούχων μετά την πάροδο της διετίας, η εν λόγω τακτοποίηση - αποδέσμευση πραγματοποιείται από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής, μετά την επιβολή από την αρμόδια τελωνειακή αρχή του προστίμου της παρ. 2 του άρθρου 164, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

8.

Επιβατικά αυτοκίνητα τα οποία παραλαμβάνονται ή έχουν παραληφθεί ατελώς κατ' εφαρμογή ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται με βάση: 

α)

τις περ. Α, Β, και Γ της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 1798/1988

β)

για άτομα με αναπηρία, τα οποία εμπίπτουν στις κατηγορίες των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 490/1976 και για τα οποία ζητείται η αποδέσμευση από το καθεστώς της ατέλειας, μετά την παρέλευση πενταετίας και μέχρι τη συμπλήρωση επταετίας από τον τελωνισμό τους, υποβάλλονται στο τριάντα τοις εκατό (30%) του τέλους ταξινόμησης, το οποίο υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 136. Μετά την παρέλευση της επταετίας δεν οφείλεται τέλος ταξινόμησης.

9.

α. Όταν καταστρέφεται ολοσχερώς αυτοκίνητο που έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης κατ' εφαρμογή: 

α)

των περ. Α, Β, και Γ της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 1798/1988 και 

β)

των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 490/1976, είναι δυνατή η αντικατάστασή του με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης εντός του ισχύοντος περιοριστικού διαστήματος τελωνειακής παρακολούθησής του.

β. Το δικαίωμα αντικατάστασης αυτοκινήτου λόγω ολικής καταστροφής, σύμφωνα με την παρ. 1 παρέχεται άπαξ ανά δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλονται στην τελωνειακή αρχή:

βα)

αίτηση για την παραλαβή νέου αυτοκινήτου με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης,

ββ)

ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της οικείας Αστυνομικής Αρχής, από το οποίο προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δηλώσει την ολική καταστροφή,

βγ)

πράξη οριστικής διαγραφής από τα Μητρώα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, του αυτοκινήτου που καταστράφηκε,

βδ)

βεβαίωση ότι το αυτοκίνητο που καταστράφηκε έχει εγκαταλειφθεί υπέρ του Δημοσίου μέσω τελωνειακής αρχής και,

βε)

βεβαίωση της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. ότι το αυτοκίνητο που εγκαταλείφθηκε σύμφωνα με την υποπερ. βδ) έχει χαρακτηριστεί ως Όχημα Τέλους Κύκλου Ζωής (Ο.Τ.Κ.Ζ.).

10.

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα αυτοκίνητα που παραλαμβάνονται από το Υπουργείο Υγείας, τις Υγειονομικές Περιφέρειες (Υ.ΠΕ.) και τις αποκεντρωμένες μονάδες αυτών, το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), καθώς και νοσοκομεία που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου επιχορηγούμενα από τον κρατικό προϋπολογισμό.

11.

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα και οι ειδικές κινητές μονάδες, καινούρια ή μεταχειρισμένα, που αποκτώνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον τα οχήματα αυτά παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό του Ε.Κ.Α.Β. ή παραχωρούνται για χρήση στο Ε.Κ.Α.Β.. Αν η παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό του Ε.Κ.Α.Β. ή η παραχώρηση της χρήσης των ανωτέρω οχημάτων στο Ε.Κ.Α.Β., λήξουν πριν από τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής, εισπράττεται το ποσό του τέλους ταξινόμησης που υπολείπεται, κατά τον χρόνο λήξης της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών για λογαριασμό του Ε.Κ.Α.Β. ή λήξης της παραχώρησης της ως άνω χρήσης στο Ε.Κ.Α.Β.. Το αναλογούν τέλος ταξινόμησης υπολογίζεται με βάση το τέλος ταξινόμησης για το οποίο χορηγήθηκε η απαλλαγή και τους μήνες που υπολείπονται για τη συμπλήρωση της πενταετίας. Για τον υπολογισμό του αναλογούντος τέλους ταξινόμησης λογίζεται ως μήνας διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών.

12.

Το προσωπικό των αναγνωρισμένων από την Ελλάδα διεθνών οργανισμών ή των μελών τους, καθώς επίσης και των οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν ίδια διεθνή νομική προσωπικότητα, μπορούν να τύχουν διευρυμένου καθεστώτος απαλλαγών για τα αυτοκίνητα που παραλαμβάνουν, εφόσον συμφωνηθεί μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του εκάστοτε Οργανισμού πέραν των προβλεπομένων από τις Συμφωνίες Έδρας τους.

13.

α) Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα πάσης φύσεως αυτοκίνητα οχήματα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, καθώς και ασθενοφόρα και ειδικές κινητές μονάδες, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στο Δημόσιο, για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από τον αρμόδιο Υπουργό.

β)

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα πάσης φύσεως αυτοκίνητα οχήματα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, καθώς και ασθενοφόρα και ειδικές κινητές μονάδες, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από το οικείο όργανο, κατά περίπτωση.

γ)

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα ασθενοφόρα και οι ειδικές κινητές μονάδες, καινούρια ή μεταχειρισμένα, τα οποία παραχωρούνται κατά κυριότητα με δωρεά στο Υπουργείο Υγείας, στα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. στις Δ.Υ.Πε. του Π.Ε.Δ.Υ. και στο Ε.Κ.Α.Β. για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εφόσον έχει προηγηθεί αποδοχή της δωρεάς από τον οικείο Υπουργό.

δ)

Απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης οχήματα, καινούργια ή μεταχειρισμένα, που αποκτώνται κατά κυριότητα με αγορά ή δωρεά, για την οποία έχει γίνει αποδοχή της πρότασης δωρεάς από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, από Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και δραστηριοποιούνται στον τομέα της πυρόσβεσης. Η απαλλαγή χορηγείται με την προϋπόθεση ότι τα οχήματα αυτά θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως πυροσβεστικά οχήματα ή ως μέσα μεταφοράς προσώπων προς παροχή υπηρεσιών πυρόσβεσης, όπως αυτό προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας κάθε οχήματος. Σε περίπτωση μεταβίβασης, μίσθωσης ή με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρησης της χρήσης οχημάτων που εμπίπτουν στην παρούσα περίπτωση σε μη δικαιούχα πρόσωπα οφείλεται το τέλος ταξινόμησης που αναλογεί κατά την ημερομηνία τελωνισμού τους με τη χορηγηθείσα απαλλαγή. Δεν οφείλεται τέλος ταξινόμησης, αν τα εν λόγω οχήματα, είτε μεταβιβαστούν σε άλλο δικαιούχο της ατέλειας πρόσωπο, είτε εξαχθούν σε τρίτη χώρα, είτε αποσταλούν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου, είτε καταστραφούν.

14.

Απαλλάσσονται από δασμό και τέλος ταξινόμησης τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται στο πλαίσιο διπλωματικών ή προξενικών σχέσεων, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης της Βιέννης της 18.4.1961 περί των διπλωματικών σχέσεων που κυρώθηκε με το ν. δ. 503/1970 (Α' 108) και της Σύμβασης της Βιέννης της 24.4.1963 επί των προξενικών σχέσεων που κυρώθηκε με τον ν. 90/1975 (Α' 150), αντίστοιχα.

15.

Απαλλάσσονται από δασμό και τέλος ταξινόμησης τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται από αναγνωρισμένους στην Ελλάδα διεθνείς οργανισμούς ή τα μέλη των οργανισμών αυτών, καθώς και το προσωπικό τους, μέσα στα όρια και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις για την ίδρυσή τους ή από τις συμφωνίες για την έδρα τους.

16.

α) Τα αυτοκίνητα οχήματα των παρ. 14 και 15 απαγορεύεται να μεταβιβαστούν, μισθωθούν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παραχωρηθεί η χρήση τους πριν από την πάροδο πέντε (5) ετών από την ατελή παραλαβή τους χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής και την καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων. Μετά την παρέλευση του ανωτέρω περιοριστικού διαστήματος, τα ανωτέρω αυτοκίνητα οχήματα, κατόπιν άδειας της τελωνειακής αρχής, δύνανται να μεταβιβάζονται, ελεύθερα από δασμούς και φόρους.

β)

Δεν απαιτείται η καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων εντός του ανωτέρω περιοριστικού διαστήματος στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω αυτοκίνητα οχήματα, είτε μεταβιβαστούν σε άλλο δικαιούχο της ατέλειας πρόσωπο, είτε εξαχθούν σε τρίτη χώρα, είτε αποσταλούν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου, είτε καταστραφούν.

Άρθρο 149. Απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης γονέων με τουλάχιστον τρία τέκνα
1.

Χορηγείται πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης για ένα (1) επιβατικό αυτοκίνητο, κυλινδρισμού κινητήρα μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά, που εισάγεται ή παραλαμβάνεται, είτε από γονείς, έγγαμους ή με σύμφωνο συμβίωσης ή άγαμους με αναγνωρισμένα τέκνα, που συνοικούν και έχουν κατά τον χρόνο υποβολής του, κατά περίπτωση, τελωνειακού παραστατικού, τουλάχιστον τρία (3) ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα, για τα οποία η γονική μέριμνα και επιμέλεια ασκείται είτε από κοινού και εξίσου από τους δύο (2) γονείς, είτε από γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα και αποκλειστική επιμέλεια των ανωτέρω τέκνων, σύμφωνα με το οικογενειακό δίκαιο και τις λοιπές διατάξεις που διέπουν τις σχέσεις γονέων - τέκνων.

2.

Σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης, εφόσον ζουν και οι δύο (2) γονείς ή σε περίπτωση άγαμων γονέων με αναγνωρισμένα τέκνα που δεν συνοικούν, οι οποίοι ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα και επιμέλεια τριών (3) ή περισσοτέρων ανήλικων ή προστατευόμενων τέκνων χορηγείται:

α)

μερική απαλλαγή, σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του τέλους ταξινόμησης, για επιβατικό αυτοκίνητο, κυλινδρισμού κινητήρα μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά, σε κάθε γονέα που θεμελιώνει δικαίωμα απαλλαγής, κατά την υποβολή του κατά περίπτωση τελωνειακού παραστατικού ή

β)

πλήρης απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης, για επιβατικό αυτοκίνητο κυλινδρισμού κινητήρα μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά, στον ένα εκ των δύο γονέων, εφόσον ο άλλος γονέας συναινέσει στη χορήγηση πλήρους απαλλαγής στον άλλο γονέα.

Η απαλλαγή των περ. α) και β) χορηγείται και σε γονέα, ο οποίος ασκεί από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα και επιμέλεια τριών (3) ή περισσοτέρων ανήλικων ή προστατευόμενων τέκνων, των οποίων ο έτερος γονέας δύναται να είναι διαφορετικός για ένα ή περισσότερα από τα τέκνα.

3.

Για τους σκοπούς της παρούσας απαλλαγής, ως προστατευόμενα τέκνα νοούνται τα τέκνα που φοιτούν σε αναγνωρισμένες σχολές και εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή εκπληρώνουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας τους, καθώς και τα τέκνα με αναπηρία ποσοστού εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, άγαμα, διαζευγμένα ή σε κατάσταση χηρείας ή λύσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής συμβίωσης, εφόσον δεν εμπίπτουν στις άλλες κατηγορίες ατόμων που δικαιούνται παραλαβής επιβατικού αυτοκίνητου με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης.

4.

Για επιβατικά αυτοκίνητα με κυλινδρισμό κινητήρα άνω των δύο χιλιάδων (2.000) κυβικών εκατοστών: 

α)

η απαλλαγή της παρ. 1 και της περ. β) της παρ. 2 περιορίζεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του τέλους ταξινόμησης,

β)

η απαλλαγή της περ. α) της παρ. 2 περιορίζεται στο ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του τέλους ταξινόμησης ανά γονέα.

5.

Η απαλλαγή χορηγείται σε πρόσωπα που πληρούν και μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι Έλληνες πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,

β)

είναι ομογενείς αλλοδαποί, που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και διαθέτουν δελτίο ομογενούς,

γ)

είναι πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,

δ)

είναι πολίτες τρίτων κρατών που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην Ελλάδα και είναι γονείς τέκνων ελληνικής υπηκοότητας. Δεν απαιτείται να έχουν ελληνική υπηκοότητα τα τέκνα, αν ένας μόνο εκ των δύο γονέων είναι πολίτης τρίτου κράτους.

6.

Η απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης χορηγείται για μία μόνο φορά σε γονείς ή γονέα με τρία (3) ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα. Στα πρόσωπα αυτά χορηγείται απαλλαγή για μία ακόμη φορά, μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής για πρώτη φορά, εφόσον αποκτήσουν και άλλο ή άλλα τέκνα και κατά την ημερομηνία υποβολής του παραστατικού τελωνισμού του αυτοκινήτου έχουν τουλάχιστον τέσσερα (4) ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα.

7.

Σε γονείς ή γονέα με τέσσερα (4) τουλάχιστον ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα χορηγείται απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης για μία ακόμη φορά, μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής για πρώτη φορά, εφόσον κατά την ημερομηνία υποβολής του παραστατικού τελωνισμού του αυτοκινήτου έχουν τουλάχιστον τέσσερα (4) ανήλικα ή προστατευόμενα τέκνα.

8.

Πριν από την πάροδο τριών (3) ετών από τη χορήγηση της απαλλαγής του παρόντος, απαγορεύεται η μεταβίβαση, εκμίσθωση, σύσταση ενεχύρου ή χρησιδανείου ή η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παραχώρηση της χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων που παραλαμβάνονται από γονείς ή γονέα τριών (3) τουλάχιστον τέκνων, με πλήρη ή μερική απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης, χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής.

9.

Σε περίπτωση μεταβίβασης, εκμίσθωσης, σύστασης ενεχύρου, χρησιδανείου ή παραχώρησης, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, της χρήσης των παραπάνω επιβατικών αυτοκινήτων, πριν από τη συμπλήρωση τριετίας, εισπράττεται τέλος ταξινόμησης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 148.

10.

Αν η μεταβίβαση, η εκμίσθωση, το ενέχυρο, το χρησιδάνειο ή η παραχώρηση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο της χρήσης των αυτοκινήτων αυτών γίνεται χωρίς ενημέρωση της τελωνειακής αρχής, εισπράττεται το τέλος ταξινόμησης της παρ. 9, και πρόσθετο τέλος, ίσο με το ένα τέταρτο (%) του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί στο αυτοκίνητο αυτό.

11.

Σε περίπτωση ολικής καταστροφής, από οποιαδήποτε αιτία, επιβατικού αυτοκινήτου που έχει παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης σύμφωνα με το παρόν, είναι δυνατή η αντικατάσταση αυτού σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 9 του άρθρου 148. Το δικαίωμα αντικατάστασης αυτοκινήτου, λόγω ολικής καταστροφής, παρέχεται άπαξ ανά δικαιούχο απαλλαγής.

Άρθρο 150. Καθεστώτα αναστολής και προσωρινής απαλλαγής οχημάτων
1.

Τα ενωσιακά οχήματα δύνανται να τίθενται σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης και για το χρονικό διάστημα που παραμένουν στο καθεστώς αυτό, τελούν σε αναστολή καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).

2.

Τα ενωσιακά οχήματα δύνανται να παραμένουν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να απαιτείται η καταβολή του τέλους ταξινόμησης. Για τη χορήγηση της προσωρινής αυτής απαλλαγής από την καταβολή του τέλους ταξινόμησης εφαρμόζονται ανάλογα οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για το τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής για τα οχήματα τρίτων χωρών που εισάγονται προσωρινά στη χώρα.

3.

Η παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 1477/1984 (Α' 144), περί αναστολής του τέλους ταξινόμησης, εφαρμόζεται ανάλογα και για τα ενωσιακά επιβατικά αυτοκίνητα.

4.

Όπου από τις ισχύουσες διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής παρέχεται απαλλαγή από δασμούς και φόρους σε αυτοκίνητα, λόγω υπαγωγής τους στο παραπάνω καθεστώς, παρέχεται απαλλαγή και από το τέλος ταξινόμησης, για όσο διάστημα τα οχήματα παραμένουν στο καθεστώς αυτό.

Άρθρο 151. Φορολογικές αποθήκες ενωσιακών οχημάτων
1.

Για τη σύσταση και λειτουργία των φορολογικών αποθηκών απαιτείται άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου.

2.

Οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές ασκούν εποπτεία και έλεγχο στις φορολογικές αποθήκες, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 152. Αναγνώριση εγκεκριμένου αποθηκευτή ενωσιακών οχημάτων
1.

Για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως εγκεκριμένου αποθηκευτή απαιτείται άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, η οποία παρέχεται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου.

2.

Για να παρασχεθεί η άδεια του εγκεκριμένου αποθηκευτή, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει:

α)

να παραλαμβάνει, να κατέχει ή να αποστέλλει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του ενωσιακά οχήματα που τελούν σε αναστολή καταβολής του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), εφόσον βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη,

β)

να μην έχει διαπράξει σοβαρές καθ' υποτροπή παραβάσεις της φορολογικής ή της τελωνειακής νομοθεσίας. Ως υποτροπή ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου ή σε περίπτωση διάπραξης ποινικών αδικημάτων, υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για αδίκημα που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης.

3.

Ο εγκεκριμένος αποθηκευτής:

α)

Υποχρεούται:

αα)

να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του τον προβλεπόμενο για φορολογικούς σκοπούς Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.),

αβ)

να τηρεί λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων ή κινήσεων των οχημάτων ανά αποθήκη,

αγ)

να επιδεικνύει τα οχήματα σε κάθε ζήτηση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής,

αδ)

να δέχεται οποιονδήποτε έλεγχο και να παρέχει εγγύηση για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου,

αε)

να συμμορφώνεται με άλλες υποχρεώσεις, που επιβάλλουν ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και η αρμόδια τελωνειακή αρχή,

αστ)

να διαθέτει εντός των αποθηκών και αδαπάνως για το Δημόσιο κατάλληλο και ασφαλή στεγασμένο χώρο για την εγκατάσταση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής προς διενέργεια των κατά περίπτωση απαιτούμενων εργασιών και διατυπώσεων,

αζ)

να ενημερώνει την αρμόδια τελωνειακή αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή των δεδομένων που έχουν ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση της άδειας και

αη)

να παρέχει τα επιβαλλόμενα από αυτήν πρόσθετα διασφαλιστικά μέτρα.

β)

Επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τις επιβαρύνσεις που αναλογούν στα οχήματα.

γ)

Ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις πράξεις των διαχειριστών των αποθηκών αυτών σε περίπτωση καταλογισμού τους από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.

Άρθρο 153. Περιορισμοί στην κατοχή και κυκλοφορία ενωσιακών οχημάτων
1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 150, πρόσωπα εγκατεστημένα στο εσωτερικό της χώρας δεν επιτρέπεται να κατέχουν, πέρα από την προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 146 ή να κυκλοφορούν πέρα από την προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 145, ενωσιακά οχήματα χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης.

2.

Δεν επιτρέπεται η μετακίνηση των παραπάνω οχημάτων από τον τόπο προορισμού σε άλλον, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.

3.

Οι μετά την ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής περιορισμοί και κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των περιορισμών αυτών, που προβλέπονται από τις διατάξεις που παρέχουν απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες οχήματα, εφαρμόζονται ανάλογα και στα ενωσιακά οχήματα για τα οποία χορηγήθηκε οριστική απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 148.

Για την εφαρμογή της παρούσας αντί της ημερομηνίας αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης της παρ. 2 του άρθρου 146.

4.

Οχήματα ιδιωτικής χρήσης, που φέρουν άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας και πρόκειται να τεθούν στο καθεστώς της παρ. 2 του άρθρου 150 ή στο ειδικό τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, δεν επιτρέπεται να παραμένουν ή να κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας, πέρα από την ημερομηνία ισχύος της προσωρινής άδειας κυκλοφορίας τους.

Άρθρο 154. Παραβάσεις και κυρώσεις σχετικά με οχήματα

Α. Ενωσιακά οχήματα:

Α1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία ενωσιακών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 150, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 145 και 146, συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του κατόχου, ως κατωτέρω:

α)

επιβατικά αυτοκίνητα:

αα)

μέχρι 1.400 κυβικά εκατοστά 2.500 ευρώ

αβ)

από 1.401 μέχρι 1.600 κυβικά εκατοστά 3.000 ευρώ 

αγ)

από 1.601 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 5.000 ευρώ 

αδ)

από 2.001 μέχρι 3.000 κυβικά εκατοστά 8.000 ευρώ 

αε)

από 3.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 10.000 ευρώ 

β)

μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα:

βα)

μέχρι 500 κυβικά εκατοστά 300 ευρώ

ββ)

από 501 μέχρι 750 κυβικά εκατοστά 400 ευρώ 

βγ)

από 751 μέχρι 1.000 κυβικά εκατοστά 700 ευρώ 

βδ)

από 1.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 1.000 ευρώ 

γ)

φορτηγά αυτοκίνητα:

γα)

φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους πάνω από 3,5 τόνους

ανεξαρτήτως κυλινδρισμού: 2.000 ευρώ

γβ)

ανοικτά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους μέχρι και 3,5 τόνους

ανεξαρτήτως κυλινδρισμού: 1.500 ευρώ

γγ)

κλειστά φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους μέχρι και 3,5 τόνους:

i)

μέχρι 1.400 κυβικά εκατοστά 1.300 ευρώ

ii)

από 1.401 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 1.800 ευρώ 

iii)

από 2.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 2.000 ευρώ 

δ)

βάσεις φορτηγών αυτοκινήτων:

δα)

για την υποπερ. γα) της περ. γ) 1.500 ευρώ

και

δβ)

για τις υποπερ. γβ) και γγ) της περ. γ) 1.200 ευρώ

ε)

αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα:

εα)

μέγιστη ισχύς κινητήρα μέχρι 75ΚΜ 1.300 ευρώ

εβ)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 76 ΚΜ μέχρι 150 ΚΜ 2.000 ευρώ

εγ)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 151 ΚΜ μέχρι 225ΚΜ 3.000 ευρώ

εδ)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 226 ΚΜ και πάνω 4.000 ευρώ.

Τα πρόστιμα της παρούσας επιβάλλονται μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου 144.

Α2. Η παρ. Α1 εφαρμόζεται και όταν έχει υποβληθεί η Δήλωση Άφιξης Οχήματος του άρθρου 145, όμως ο υπόχρεος δεν προσέρχεται στην τελωνειακή αρχή μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία, κατά την οποία το τέλος ταξινόμησης κατέστη απαιτητό για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος.

Α3. Η παρ. Α1 δεν εφαρμόζεται όταν, πριν από τη διαπίστωση της κατά περίπτωση παράβασης από τις διωκτικές αρχές, τα εν λόγω πρόσωπα προσέρχονται αυτοβούλως στην τελωνειακή αρχή για την τήρηση των προβλεπόμενων, κατά περίπτωση, διατυπώσεων. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλονται τα πρόστιμα της παρ. Α4. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η ημερομηνία άφιξης του οχήματος στη χώρα, αντί του προστίμου της περ. δ) της παρ. Α4 επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Α4. Η τέλεση των κατωτέρω παραβάσεων χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση και επισύρει, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόστιμα:

α)

Για τη μη υποβολή της δήλωσης της παρ. 1 του άρθρου 145, πρόστιμο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κάθε όχημα. Για τη μη τήρηση των όρων και διατυπώσεων των αποφάσεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 197 και αφορούν στη Δήλωση Άφιξης Οχήματος, πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε όχημα,

β)

για την κυκλοφορία του οχήματος πέραν της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 145, πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το οποίο μειώνεται στο ένα πέμπτο (1/5), αν ο ιδιοκτήτης του οχήματος είναι δικαιούχος οριστικής απαλλαγής βάσει του άρθρου 148,

γ)

για τη μη τήρηση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 153, πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ,

δ)

για την εκπρόθεσμη υποβολή της ειδικής δήλωσης της παρ. 2 του άρθρου 146 ή για την, με υπαιτιότητα του παραλήπτη του οχήματος, εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης που αφορά η ειδική δήλωση, πρόστιμο για κάθε ημέρα καθυστέρησης ως εξής:

δα)

Επιβατικά αυτοκίνητα:

i)

μέχρι 900 κυβικά εκατοστά 10 ευρώ

ii)

από 901 μέχρι 1.200 κυβικά εκατοστά 12 ευρώ 

iii)

από 1.201 μέχρι 1.600 κυβικά εκατοστά 15 ευρώ 

iv)

από 1.601 μέχρι 1.800 κυβικά εκατοστά 20 ευρώ

ν)

από 1.801 μέχρι 2.000 κυβικά εκατοστά 25 ευρώ

vi)

από 2.001 μέχρι 2.500 κυβικά εκατοστά 30 ευρώ 

vii)

από 2.501 μέχρι 3.000 κυβικά εκατοστά 40 ευρώ 

viii)

από 3.001 μέχρι 4.000 κυβικά εκατοστά 45 ευρώ

ix)

από 4.001 κυβικά εκατοστά και πάνω 50 ευρώ.

δβ)

φορτηγά αυτοκίνητα ανεξαρτήτως κυλινδρισμού 20 ευρώ

δγ)

μοτοσυκλέτες ανεξαρτήτως κυλινδρισμού 10 ευρώ. 

δδ)

Για τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα:

i)

μέγιστη ισχύς κινητήρα μέχρι 75KW 6 ευρώ

ii)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 76 KW μέχρι 150 KW 8 ευρώ

iii)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 151 KW

μέχρι 225 KW 10 ευρώ

iv)

μέγιστη ισχύς κινητήρα από 226 KW

και πάνω 20 ευρώ.

Τα πρόστιμα της παρούσας περίπτωσης μειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), όταν πρόκειται για οχήματα που κυκλοφορούν κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 150.

ε)

Για την εκπρόθεσμη επαναποστολή ή εξαγωγή ή εγκατάλειψη ή καταστροφή ή ακινητοποίηση του οχήματος, επιβάλλεται, κατά περίπτωση, πρόστιμο για κάθε ημέρα καθυστέρησης, όπως αυτό ορίζεται στην περ. δ).

στ)

Όταν το όχημα, το οποίο κυκλοφορεί στη χώρα, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 150, οδηγείται από τρίτο μη δικαιούχο πρόσωπο, επιβάλλεται πρόστιμο επτακοσίων (700) ευρώ, εφόσον το δικαιούχο πρόσωπο βρισκόταν στη χώρα, κατά τον χρόνο που συντελέστηκε η παράβαση. Η οδήγηση του παραπάνω οχήματος από τρίτο μη δικαιούχο πρόσωπο συνιστά έξοδο του οχήματος από το καθεστώς της παρ. 2 του άρθρου 150, αν κατά τον χρόνο που διαπιστώνεται η παράβαση το δικαιούχο πρόσωπο δεν βρίσκεται στη χώρα. Κατά του μη δικαιούχου προσώπου εφαρμόζεται η παρ. Α1.

ζ)

Για τη μη τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων υπαγωγής των ενωσιακών οχημάτων στο άρθρο 137, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων (1.000) ευρώ, εκτός από την περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής του τέλους ταξινόμησης ή της διαφοράς αυτού, για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο της περ. δ) της παρούσας και από την εκπρόθεσμη επαναποστολή ή εξαγωγή, για την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο της περ. ε) της παρούσας.

Α5. Το βάρος της απόδειξης προς τις τελωνειακές αρχές της συνδρομής των προϋποθέσεων για την άσκηση των ευεργετημάτων των άρθρων 148, 149, 150 και 157 φέρουν οι υπόχρεοι.

Β. Οχήματα τρίτων χωρών:

Β1. Οι διατάξεις του Μέρους Ε', περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας, που ισχύουν για τον εισαγωγικό δασμό και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των οχημάτων, εφαρμόζονται και για το τέλος ταξινόμησης.

Β2. Η κατοχή ή κυκλοφορία οχήματος που έχει τεθεί σε ανάλωση, χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, και χωρίς ο υπόχρεος να προσέλθει στην τελωνειακή αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος, καθώς και η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων τρίτων χωρών από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, συνιστά λαθρεμπορία και εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο Μέρος Ε'.

Β3. Στις περιπτώσεις λαθρεμπορίας των παρ. Β1 και Β2 δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, καταργείται, με την προϋπόθεση ότι καταβάλλεται από τα υπόχρεα πρόσωπα πρόστιμο ίσο με το ύψος των αναλογουσών στο όχημα δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και εφόσον αυτά παραιτηθούν από το δικαίωμα άσκησης των προβλεπομένων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατά της καταλογιστικής πράξης επιβολής του προστίμου αυτού και κάθε σχετικής με το πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης εκτελεστής διοικητικής πράξης της τελωνειακής αρχής. Με τη σωρευτική πλήρωση των προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου, οι τυχόν επιβληθείσες κατασχέσεις αίρονται αυτοδίκαια, το όχημα αποδίδεται στον δικαιούχο αυτού και λαμβάνει νόμιμο προορισμό.

Β4. Οι παρ. Β1 και Β2 δεν εφαρμόζονται, όταν το πρόσωπο που κατέχει ή κυκλοφορεί όχημα χωρίς να έχει καταβάλει τις οφειλόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, πριν από τη διαπίστωση της παράβασης αυτής από τις διωκτικές αρχές, προσέρχεται αυτοβούλως στην τελωνειακή αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα της περ. δ) της παρ. Α4. Αν όμως ο υπόχρεος δεν προσκομίζει στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται η ημερομηνία άφιξης του οχήματος στη χώρα, αντί του προστίμου της περ. δ) της παρ. Α4, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Β5. Για την εκπρόθεσμη υποβολή του κατά περίπτωση τελωνειακού παραστατικού της παρ. 3 του άρθρου 146 ή για την, με υπαιτιότητα του παραλήπτη του οχήματος, εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ταξινόμησης που αφορά στο εν λόγω τελωνειακό παραστατικό, είτε αυτό υποβλήθηκε εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα, επιβάλλεται, κατά περίπτωση, για κάθε ημέρα καθυστέρησης το πρόστιμο που προβλέπεται στην περ. δ) της παρ. Α4.

Β6. Για την εκπρόθεσμη αποστολή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εξαγωγή ή ακινητοποίηση ή εγκατάλειψη ή καταστροφή του οχήματος, επιβάλλεται, κατά περίπτωση, για κάθε ημέρα καθυστέρησης το πρόστιμο που προβλέπεται στην περ. ε) της παρ. Α4.

Β7. Όταν μη δικαιούχο πρόσωπο οδηγεί όχημα, το οποίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα, κατ' εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, επιβάλλεται σε αυτό πρόστιμο επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, εφόσον το δικαιούχο πρόσωπο βρίσκεται στη χώρα κατά τον χρόνο τέλεσης της παράβασης. Αν το δικαιούχο πρόσωπο απουσιάζει από τη χώρα κατά την τέλεση της παράβασης εφαρμόζεται η παρ. Β2.

Γ. Ενωσιακά οχήματα και οχήματα τρίτων χωρών:

Γ1. Πέρα από την επιβολή των προστίμων που αναφέρονται στις παρ. Α1, Α2, Α3, Α4, Β4, Β5, Β6, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5 και Γ9, τα οχήματα υπόκεινται και σε προσωρινή δέσμευση, με πράξη της τελωνειακής αρχής που διαπίστωσε την παράβαση, εάν δεν διασφαλίζεται η είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου. Η δέσμευση αυτή πραγματοποιείται με ακινητοποίηση αυτών σε χώρους της Α.Α.Δ.Ε. ή σε ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης με ευθύνη και οικονομική επιβάρυνση του κατόχου του οχήματος και με τη σύσταση εγγύησης για την εξασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 26.

Η απόδοση των δεσμευθέντων οχημάτων γίνεται μετά από την καταβολή της τελωνειακής οφειλής. Αν το όχημα δεν παραληφθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η καταλογιστική πράξη επιβολής των προστίμων κατέστη οριστική, είτε λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής, είτε σε περίπτωση άσκησής της με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης από αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ή με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών των προβλεπόμενων τακτικών και έκτακτων ενδίκων μέσων, περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου και διαγράφεται η τελωνειακή οφειλή. Τυχόν εισπραχθέντα ποσά δεν επιστρέφονται.

Αν ο υπόχρεος παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατά κάθε σχετικής εκτελεστής διοικητικής πράξης της τελωνειακής αρχής και δηλώσει ότι εγκαταλείπει το όχημα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, η τελωνειακή αρχή εκδίδει απαλλακτική πράξη και το όχημα περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου.

Αν το όχημα αποδοθεί στον υπόχρεο, αυτό λαμβάνει νόμιμο προορισμό από την τελωνειακή αρχή. Αν αυτό είναι αδύνατο, από υπαιτιότητα είτε του κατόχου είτε και του ιδιοκτήτη, επιβάλλονται σε αυτούς, εις ολόκληρον, οι αναλογούσες δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις.

Γ2. Η μεταβίβαση ή εκμίσθωση οχημάτων, κατά παράβαση των περιορισμών του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής, συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο εννιακοσίων (900) ευρώ.

Γ3. Σε περίπτωση κυκλοφορίας των οχημάτων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 141 πριν από την καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, επιβάλλεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή στους ιδιοκτήτες ή κατόχους αυτών πρόστιμο ίσο με το πενταπλάσιο των τελών κυκλοφορίας που τα βαρύνουν.

Γ4. Για τη μη τήρηση της προϋπόθεσης της παρ. 4 του άρθρου 153 ή την υπέρβαση της προθεσμίας παραμονής ή κυκλοφορίας του οχήματος που είναι εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας των παρ. 1 και 2 του άρθρου 156 επιβάλλεται, κατά περίπτωση, πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ.

Γ5. Όλα τα επιβαλλόμενα πρόστιμα των παρ. Α4, Β5, Β6, Γ2 και Γ4, συμπεριλαμβανομένων και των προβλεπομένων στην παρ. 2 του άρθρου 164, δεν δύναται να υπερβαίνουν, σωρευτικά ή μεμονωμένα, το ύψος του εφάπαξ προστίμου που αναλογεί στο όχημα σύμφωνα με την παρ. Α1.

Γ6. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας του Μέρους Ε' εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δήλωσης ψευδών στοιχείων ή παραποίησης των κατατιθέμενων παραστατικών ή χρήσης ιδιαίτερων τεχνασμάτων, με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή την είσπραξη μειωμένων φορολογικών ή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο όχημα.

Γ7. Οι περ. η) και θ) της παρ. 2 του άρθρου 174 εφαρμόζονται αναλόγως και για το τέλος ταξινόμησης και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις περί λαθρεμπορίας διατάξεις.

Γ8. Στις περιπτώσεις αυτοκινήτων οχημάτων που διαπιστώνεται, πριν ή μετά την ταξινόμησή τους, ότι έχουν διασκευασθεί χωρίς την έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ένα πέμπτο (1/5) του τέλους ταξινόμησης που θα αναλογούσε στα οχήματα, αν είχαν τη διασκευασμένη τους μορφή κατά τον χρόνο ταξινόμησης, με ανώτατο όριο το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Αν ιδιοκτήτης οχήματος διατηρήσει το όχημα στη διασκευασμένη μορφή, με έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, πέρα από το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου, υποχρεούται να καταβάλει το προβλεπόμενο τέλος ταξινόμησης και το σύνολο των λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο όχημα στη διασκευασμένη του μορφή. Δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής των αναλογουσών στα διασκευασθέντα οχήματα φορολογικών επιβαρύνσεων, εφόσον μετά την καταβολή του προβλεπόμενου από το πρώτο εδάφιο προστίμου, επαναφερθούν στην αρχική τους μορφή, γεγονός που βεβαιώνεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή.

Αν ιδιοκτήτης οχήματος υπέπεσε σε παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας, κατέβαλε το προβλεπόμενο πρόστιμο και επανέφερε το όχημα στην αρχική μορφή του, καταληφθεί εκ νέου να έχει διασκευάσει το ίδιο όχημα χωρίς την έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, επιβάλλεται σε αυτόν το διπλάσιο του προβλεπόμενου στο πρώτο εδάφιο προστίμου.

Γ9. Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, σε περίπτωση διαπίστωσης, κατόπιν ελέγχου των αρμόδιων αρχών:

α)

ότι τα οχήματα που έτυχαν απαλλαγής από το τέλος ταξινόμησης, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 13 του άρθρου 148, χρησιμοποιούνται για άλλον σκοπό πέραν αυτού, για τον οποίον χορηγήθηκε η εν λόγω απαλλαγή,

β)

ότι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τα οχήματα, που έτυχαν απαλλαγής από το τέλος ταξινόμησης, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 13 του άρθρου 148, δεν αποτελούν μέλη των Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και δραστηριοποιούνται στον τομέα της πυρόσβεσης, επιβάλλεται στον οδηγό πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ.

Άρθρο 155. Εγκατάλειψη υπέρ του Δημοσίου ή καταστροφή οχημάτων

Το άρθρο 32 εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις εγκατάλειψης ή καταστροφής ενωσιακών οχημάτων ή οχημάτων που έχουν τεθεί σε ανάλωση χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή του τέλους ταξινόμησης.

Άρθρο 156. Ελληνικές άδειες κυκλοφορίας προσωρινού τύπου
1.

Οχήματα ιδιωτικής χρήσης, που τίθενται στο καθεστώς της παρ. 2 του άρθρου 150 ή στο ειδικό τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής και φέρουν άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου άλλου κράτους, επιτρέπεται και μετά τη λήξη ισχύος της άδειας αυτής να παραμένουν και να κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας, στο πλαίσιο των ιδίων καθεστώτων, εφόσον εφοδιάζονται από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της χώρας με ελληνική άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου.

2.

Ελληνική άδεια κυκλοφορίας προσωρινού τύπου μπορεί να χορηγείται σε οχήματα που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής επιβολής δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς και σε ανάριθμα οχήματα, εφόσον προορίζονται να εξαχθούν ή μεταφερθούν αυτοδυνάμως εκτός της χώρας.

Άρθρο 157. Απαλλαγή μεταφορικών μέσων από το τέλος ταξινόμησης και προσωπικών ειδών από δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις για φυσικά πρόσωπα, που μεταφέρουν τη συνήθη κατοικία τους - Φορολογική μεταχείριση μεταβιβαζόμενων αυτοκινήτων μετοικούντων
1.

Σε κάθε φυσικό πρόσωπο που είχε τη συνήθη κατοικία του, όπως αυτή ορίζεται στην περ. ε) του άρθρου 135, εκτός Ελλάδος, τουλάχιστον τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από τη μεταφορά της στην Ελλάδα, χορηγείται πλήρης απαλλαγή από δασμό, τέλος ταξινόμησης, Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και λοιπούς φόρους για τα προσωπικά είδη που εισάγονται από τρίτη χώρα ή παραλαμβάνονται από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε..

Η απαλλαγή του προηγούμενου εδαφίου, ως προς τα μέσα μεταφοράς, χορηγείται για ιδιωτικής χρήσης οδικά μηχανοκίνητα οχήματα και οχήματα που ρυμουλκούνται από αυτά, μοτοποδήλατα ή μοτοσυκλέτες, τροχόσπιτα, σκάφη αναψυχής και ιδιωτικά αεροπλάνα, με την προϋπόθεση ότι έχουν χρησιμοποιηθεί από τον αιτούμενο την απαλλαγή τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας του στην Ελλάδα.

Η απαλλαγή χορηγείται για ένα είδος, κάθε κατηγορίας, μεταφορικού μέσου.

Η απαλλαγή σε κάθε δικαιούχο πρόσωπο χορηγείται μία φορά. Αν το πρόσωπο αυτό θεμελιώσει δικαίωμα μετοικεσίας για δεύτερη φορά, δικαιούται απαλλαγή, μόνο για τα είδη που δεν είχαν συμπεριληφθεί στη χορήγηση της πρώτης απαλλαγής.

2.

Η απαλλαγή της παρ. 1 παρέχεται και σε φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα και εκφράζει τη βούλησή του να μεταφέρει τη συνήθη κατοικία του στην Ελλάδα εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών ή εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που συνταξιοδοτείται εντός τριάντα έξι (36) μηνών από την ημερομηνία άφιξής του στην Ελλάδα. Τα μεταφορικά μέσα των προσώπων αυτών πρέπει να έχουν χρησιμοποιηθεί για τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από την ημερομηνία άφιξής τους στην Ελλάδα.

3.

Κατ' εξαίρεση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1, σε δικαιούχο απαλλαγής φυσικό πρόσωπο που μεταφέρει τη συνήθη κατοικία του από τις ηπείρους Αμερική, Αφρική, Ωκεανία και από τα κράτη Ιράκ, Ιορδανία, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δύναται να χορηγείται μερική απαλλαγή από τέλος ταξινόμησης για καινούριο ή μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο ή αυτοκινούμενο τροχόσπιτο ιδιωτικής χρήσης, ως ακολούθως:

α)

απαλλαγή ογδόντα τοις εκατό (80%) από το προβλεπόμενο τέλος ταξινόμησης για οχήματα με κυλινδρισμό έως και δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά,

β)

απαλλαγή πενήντα τοις εκατό (50%) από το προβλεπόμενο τέλος ταξινόμησης για οχήματα με κυλινδρισμό άνω δύο χιλιάδων (2.000) κυβικών εκατοστών.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις καταβάλλεται ο αναλογών Φ.Π.Α..

4.

Για τους σκοπούς του παρόντος, ως προσωπικά είδη θεωρούνται τα είδη που προορίζονται για προσωπική χρήση των δικαιούχων προσώπων ή για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους, όπως εξειδικεύονται στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1186/2009 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2009 για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (L 324), με την επιφύλαξη του άρθρου 6 αυτού.

5.

Για τη χορήγηση της απαλλαγής που προβλέπεται από το παρόν, εκδίδεται πιστοποιητικό μετοικεσίας από την αρμόδια ελληνική προξενική αρχή του τόπου συνήθους κατοικίας του δικαιούχου. Η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού μετοικεσίας συνιστά ημερομηνία μεταφοράς της συνήθους κατοικίας του δικαιούχου. Το πιστοποιητικό μετοικεσίας ισχύει για δώδεκα (12) μήνες από την έκδοσή του. Κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού μετοικεσίας, τα προσωπικά είδη δύνανται να τελωνίζονται εφάπαξ ή τμηματικά.

6.

Τα προσωπικά είδη δύνανται να τελωνίζονται με απαλλαγή, πριν από τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας του δικαιούχου προσώπου, με καταβολή χρηματικής ή τραπεζικής εγγύησης, ποσού ίσου με το ύψος των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση αυτή το πιστοποιητικό μετοικεσίας προσκομίζεται εντός έξι (6) μηνών από τον τελωνισμό, για την οριστικοποίηση της απαλλαγής. Τα μεταφορικά μέσα των προσώπων αυτών πρέπει να έχουν χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από τον τελωνισμό τους.

7.

Τα ιδιωτικής χρήσης μεταφορικά μέσα των φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη συνήθη κατοικία τους στην Ελλάδα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο χρησιδανείου, ενεχύρου, εκμίσθωσης ή μεταβίβασης από επαχθή ή χαριστική αιτία, μέχρι τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την ημερομηνία αποδοχής του κατά περίπτωση προβλεπόμενου παραστατικού.

8.

Ιδιωτικής χρήσης μεταφορικά μέσα που παραλαμβάνονται με απαλλαγή, σύμφωνα με το παρόν, είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται από το δικαιούχο ατέλειας πρόσωπο, μετά την παρέλευση της ετήσιας περιοριστικής προθεσμίας, ύστερα από έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, αφού, προηγουμένως, καταβληθεί ποσοστό του τέλους ταξινόμησης ιδιωτικής χρήσης μεταφορικών μέσων, αναλόγως του διαστήματος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία αποδοχής του, κατά περίπτωση, παραστατικού τελωνισμού, ως ακολούθως:

α)

από ένα (1) μέχρι δύο (2) έτη, καταβάλλεται το πενήντα τοις εκατό (50%),

β)

από δύο (2) μέχρι τρία (3) έτη, καταβάλλεται το σαράντα τοις εκατό (40%),

γ)

από τρία (3) μέχρι τέσσερα (4) έτη, καταβάλλεται το τριάντα τοις εκατό (30%),

δ)

από τέσσερα (4) μέχρι πέντε (5) έτη, καταβάλλεται το είκοσι τοις εκατό (20%),

ε)

από πέντε (5) έτη και άνω, χωρίς καταβολή.

Το ποσοστό των προηγουμένων περιπτώσεων υπολογίζεται επί του ποσού του τέλους ταξινόμησης που αναλογεί στο συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο με βάση τους συντελεστές που ορίζονται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 136 και τη φορολογητέα αξία του μεταφορικού μέσου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την ημερομηνία τελωνισμού του.

Μετά την πάροδο πενταετίας από την ημερομηνία αποδοχής του, κατά περίπτωση, παραστατικού τελωνισμού με απαλλαγή του μεταφορικού μέσου, η μεταβίβαση γίνεται χωρίς να απαιτείται έγκριση της τελωνειακής αρχής. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου προσώπου, δεν οφείλονται τα ποσοστά του τέλους ταξινόμησης που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας και η έγκριση για την περιέλευση του μεταφορικού μέσου στους κληρονόμους χορηγείται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, ύστερα από αίτησή τους.

9.

Απαλλάσσονται από δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις τα προσωπικά είδη που βρίσκονται εκτός Ελλάδος και περιέρχονται με κληρονομική διαδοχή, είτε εκ διαθήκης, είτε εξ αδιαθέτου σε φυσικά πρόσωπα με συνήθη κατοικία στην Ελλάδα ή σε νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Η απαλλαγή παρέχεται μόνο για προσωπικά είδη που εισάγονται ή παραλαμβάνονται οριστικά, εφάπαξ ή τμηματικά, μέσα σε προθεσμία δύο (2) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία περιέρχονται οριστικά στους νόμιμους κληρονόμους.

10.

Η απαλλαγή της παρ. 2 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) 1186/2009 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2009 για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (L 324) εφαρμόζεται για δώρα, η αξία καθενός από τα οποία δεν ξεπερνά τα τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Άρθρο 158. Τελικές διατάξεις σχετικά με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τη φορολογία οχημάτων
1.

Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες διοικητικές πράξεις αναφέρεται ειδικός φόρος κατανάλωσης αυτοκινήτων οχημάτων ή εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος, νοείται εφεξής τέλος ταξινόμησης.

2.

Το προβλεπόμενο στο Μέρος Δ' τέλος ταξινόμησης επιβάλλεται, ανεξαρτήτως του εάν η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος χορηγείται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ή από άλλη υπηρεσία.

3.

Οι αμφισβητήσεις που εγείρονται κατά την εφαρμογή των Μερών Γ' και Δ' μεταξύ της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και των ενδιαφερόμενων προσώπων επιλύονται διοικητικά από τις Επιτροπές Τελωνειακών Αμφισβητήσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις.

4.

Όπου στις κείμενες διατάξεις και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις αναφέρεται η φράση «αυτοκίνητα τύπου JEEP της δασμολογικής κλάσης 87.04 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας», νοείται ως αναφορά σε επιβατικά αυτοκίνητα.

5.

Για τα προϊόντα των Μερών Γ' και Δ, που δεν προέρχονται από τρίτη χώρα και αποτελούν αντικείμενο απλής τελωνειακής παράβασης ή λαθρεμπορίας, ως φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), όταν αυτή δεν προσδιορίζεται με βάση τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 162), λαμβάνεται η κανονική αξία, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο του Κώδικα Φ.Π.Α..

Άρθρο 159. Έννοια και βεβαίωση παραβάσεων
1.

Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση.

2.

Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 174, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 174, διατυπώσεων και επισύρει κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας.

3.

Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

4.

Οι τελωνειακές παραβάσεις βεβαιώνονται με πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης, που συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα της τελωνειακής υπηρεσίας.

Το πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης καταχωρείται ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα τελωνείων.

Ως πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης καταχωρείται και κάθε άλλο δημόσιο έγγραφο, το οποίο αφορά στην τέλεση πράξης ή παράλειψης η οποία συνιστά τελωνειακή παράβαση που βεβαιώνεται με τη σύνταξη σχετικής πράξης επί του εγγράφου.

Ειδικά, στις περιπτώσεις που οι τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία, αυτές βεβαιώνονται με σχετικό πρωτόκολλο από τα όργανα της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, με βάση τα στοιχεία, που διαβιβάζονται στον Προϊστάμενό της, από τη δημόσια αρχή, η οποία πρώτη επιλήφθηκε της δίωξης του λαθρεμπορίου και τα οποία, στις περιπτώσεις της αυτόφωρης λαθρεμπορίας, απαριθμούνται στο αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του φακέλου της προανάκρισης, που σχηματίσθηκε, στις λοιπές δε περιπτώσεις στο αντίγραφο του προανακριτικού φακέλου.

Αν, μετά από εισαγγελική παραγγελία, διαταχθεί συμπληρωματική προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για την παράβαση του προηγούμενου εδαφίου από την ανωτέρω δημόσια αρχή, αυτή υποχρεούται να διαβιβάσει, με έγκριση του αρμόδιου εισαγγελέα, αντίγραφο του φακέλου της συμπληρωματικής προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης στον προϊστάμενο της αρμόδιας για τη σύνταξη του πρωτοκόλλου τελωνειακής παράβασης τελωνειακής αρχής.

5.

Με σύνταξη ιδιαίτερου πρωτοκόλλου δύναται να βεβαιώνεται αυτοτελώς η υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου για καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που διέφυγαν της καταβολής, αν και γεννήθηκε, κατά νόμο, τελωνειακή οφειλή και ανεξαρτήτως του εάν βεβαιωθεί τελωνειακή παράβαση που επιφέρει πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.

Άρθρο 160. Παραβάσεις δηλωτικών
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ ανά δηλωτικό, κατά περίπτωση, στον πλοίαρχο ή στον μεταφορέα ή στον πράκτορα, σε περίπτωση παράβασης των οριζομένων στο άρθρο 15 περί δηλωτικών με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου και των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

2.

Ειδικά στην περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής του δηλωτικού του άρθρου 15, το πρόστιμο των τριακοσίων (300) ευρώ προσαυξάνεται κατά τριάντα (30) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο καθυστέρησης της υποβολής.

3.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ ανά δηλωτικό στον φορτωτή, τον μεταφορέα, τον πράκτορα και παραλήπτη αλληλέγγυα, όταν αυτοί τυγχάνουν γνωστοί και ευθύνονται για κάθε παρουσιαζόμενη στον τόπο της φόρτωσης και εκφόρτωσης διαφορά μεταξύ φορτωθέντων και εκφορτωθέντων εμπορευμάτων και εγχώριων προϊόντων, ως και για την έλλειψη ή τη μη έγκαιρη έκδοση των νόμιμων τελωνειακών εγγράφων για τη μεταφορά εμπορευμάτων και εγχώριων προϊόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

4.

Επιβάλλεται στον πλοίαρχο ή στον πράκτορα κατά περίπτωση πρόστιμο εξακοσίων (600) ευρώ σε περίπτωση απόπλου χωρίς το δηλωτικό του άρθρου 15 ή χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής ή κατά παράβαση άλλης σχετικής διατύπωσης του παρόντος Κώδικα.

5.

Επιβάλλεται πρόστιμο εξακοσίων (600) ευρώ στον πλοίαρχο, σε περίπτωση αντίστασης ή άρνησης ή παρεμπόδισης του ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 16, η οποία βεβαιώνεται με έκθεση της τελωνειακής αρχής.

Άρθρο 161. Παραβάσεις κατά τη διακίνηση και διαμετακόμιση εμπορευμάτων
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στους πράκτορες ατμοπλοϊκών ναυτιλιακών εταιρειών, εάν μετά από έγγραφη πρόσκληση του Προϊσταμένου Τελωνειακής Αρχής, παραλείψουν ή αναβάλουν με υπαιτιότητά τους την εκφόρτωση, από τα πλοία ή άλλα θαλάσσια μέσα, των προσκομισθέντων εμπορευμάτων, ή την τακτοποίησή τους, εντός των τελωνειακών αποθηκών, σύμφωνα με τις έγγραφες υποδείξεις και εντός της αναφερόμενης ορισμένης προθεσμίας.

2.

Επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, στον μεταφορέα κάθε οχήματος που εκτελεί οδικές μεταφορές εμπορευμάτων υπό τελωνειακή επιτήρηση, σε περίπτωση:

α)

φόρτωσης, εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης εμπορευμάτων από όχημα χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής ή χωρίς την παρουσία των αρμόδιων τελωνειακών υπαλλήλων, σε χώρους και αποθήκες μη εγκεκριμένους από αυτήν,

β)

εκφόρτωσης από το όχημα εμπορευμάτων περισσότερων ή λιγότερων από τα αναγραφόμενα στο συνοδευτικό έγγραφο του φορτίου, πλην της περίπτωσης που, λόγω ανωτέρας βίας, εκφορτώνονται λιγότερα εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 160,

γ)

ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης και αλλοίωσης των τελωνειακών σφραγίδων ή των εξαρτημάτων τους, ή κλειδαριών ή άλλων σημείων αναγνώρισης που τίθενται από τις τελωνειακές αρχές στο μεταφορικό μέσο ή στα εμπορεύματα.

3.

Επιβάλλεται στον πλοίαρχο ή στον μεταφορέα ή στον πράκτορα πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, σε περίπτωση ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης ή αλλοίωσης τελωνειακών σφραγίδων ή των εξαρτημάτων τους, κλειδαριών ή άλλων σημείων αναγνώρισης, που τέθηκαν από την τελωνειακή αρχή που πραγματοποιεί έλεγχο σε μεταφορικό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 15 και την παρ. 2 του άρθρου 19.

4.

Με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, στον μεταφορέα κάθε οχήματος που εκτελεί οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και προορίζονται για εξαγωγή και δεν μεταβαίνει στο τελωνείο εξόδου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή επιβάλλεται πρόστιμο ποσού:

α)

τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για μία (1) ημέρα καθυστέρησης,

β)

έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για δύο (2) ημέρες καθυστέρησης,

γ)

δεκατεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ για τρεις (3) ημέρες καθυστέρησης,

δ)

ίσου με το μισό του Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στα εν λόγω εμπορεύματα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για τέσσερις (4) ημέρες καθυστέρησης και άνω.

5.

Επιβάλλεται πρόστιμο, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας:

α)

τριάντα (30) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο μη τήρησης της προθεσμίας λήξης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής των μεταφορικών μέσων εμπορικής χρήσης,

β)

χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για κάθε άλλη περίπτωση παράβασης των κείμενων διατάξεων περί καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής των μεταφορικών μέσων εμπορικής χρήσης.

6.

Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των αναλογούντων δασμών και φόρων που δεν δύναται να είναι κατώτερο των εξακοσίων (600) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, στον δικαιούχο του καθεστώτος ή στον μεταφορέα ή στον παραλήπτη, όταν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος γνώριζε την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς της διαμετακόμισης, σε περίπτωση που το καθεστώς της διαμετακόμισης δεν εξοφλείται ή εξοφλείται με διαπιστώσεις ποσοτικών διαφορών επί έλαττον ή διαφορετικού είδους των αναφερομένων στη διασάφηση διαμετακόμισης, για τις οποίες γεννάται τελωνειακή οφειλή στην Ελλάδα.

7.

Επιβάλλεται αυτοτελώς πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στον μεταφορέα ή τον πράκτορα και στον παραλήπτη των εμπορευμάτων, όταν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος γνώριζε την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε καθεστώς διαμετακόμισης, σε περίπτωση εκπρόθεσμης προσκόμισης στο τελωνείο εξόδου ή προορισμού των εμπορευμάτων που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της διαμετακόμισης, εκτός αν αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε ειδικά αιτιολογημένους λόγους, αποδεκτούς από την τελωνειακή αρχή ή σε λόγους ανωτέρας βίας.

Επιπρόσθετα, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο καθυστέρησης προσκόμισης των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το καθεστώς διαμετακόμισης.

8.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ στον μεταφορέα ή τον πράκτορα σε περίπτωση παρέκκλισης από το καθορισμένο από το τελωνείο αναχώρησης ή άλλο ενδιάμεσο τελωνείο δρομολόγιο του μέσου μεταφοράς που κυκλοφορεί με το καθεστώς της διαμετακόμισης ή μη διέλευσής του από τις προκαθορισμένες τελωνειακές αρχές, εκτός αν αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε ειδικά αιτιολογημένους λόγους, αποδεκτούς από την τελωνειακή αρχή.

9.

Επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, στον μεταφορέα σε περίπτωση ρήξης, αντικατάστασης, αφαίρεσης και αλλοίωσης των τελωνειακών σφραγίδων ή των εξαρτημάτων τους ή άλλων σημείων αναγνώρισης που τίθενται από τις τελωνειακές αρχές στο μεταφορικό μέσο ή στα εμπορεύματα που διακινούνται με το καθεστώς της διαμετακόμισης.

10.

Επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, στον κάτοχο του δελτίου TIR/ATA ή στον μεταφορέα, σε περίπτωση παράβασης των λοιπών διατάξεων της Τελωνειακής Σύμβασης «περί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων δια δελτίων TIR (Σύμβασης TIR)», που κυρώθηκε με τον ν. 1020/1980 (Α' 32) ή της «Διεθνούς Τελωνειακής Συμβάσεως επί του Δελτίου Α.Τ.Α. διά την προσωρινήν εισδοχήν εμπορευμάτων», που κυρώθηκε με τον ν. 132/1975 (Α' 184) ή της Διεθνούς Σύμβασης περί προσωρινής εισαγωγής (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με τον ν. 2401/1996 (Α' 97) και των παραρτημάτων αυτών ή του παρόντος Κώδικα και των συναφών κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες επιβάλλονται υποχρεώσεις κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μέσω του ελληνικού εδάφους.

11.

Αν διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των ειδών που αναφέρονται στη διασάφηση - δήλωση διαμετακόμισης και των ειδών που βρίσκονται στον τόπο φόρτωσης κατά την επαλήθευση αυτής, επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ, εφόσον από άλλη διάταξη δεν προβλέπεται βαρύτερη κύρωση, στον δικαιούχο του καθεστώτος διαμετακόμισης, στον μεταφορέα, στον φορτωτή και στον παραλήπτη αλληλέγγυα, εφόσον τυγχάνουν γνωστοί και ευθύνονται για κάθε διαφορά που παρουσιάζεται στον τόπο φόρτωσης και εκφόρτωσης.

Άρθρο 162. Παραβάσεις κατά την προσκόμιση εμπορευμάτων και την υπαγωγή τους σε τελωνειακή επιτήρηση
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο, κατά περίπτωση, στον πλοίαρχο ή στον πράκτορα:

α)

εξακοσίων (600) ευρώ σε περίπτωση φόρτωσης, εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης χωρίς την άδεια της τελωνειακής αρχής ή χωρίς την παρουσία των αρμόδιων τελωνειακών υπαλλήλων, όπου αυτή προβλέπεται,

β)

χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ σε περίπτωση προσέγγισης του πλοίου σε θέσεις άλλες από τις ορισμένες από την τελωνειακή ή λιμενική αρχή, καθώς και αν αυτό δεν αγκυροβολεί στην προκαθορισμένη θέση.

2.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ σε περίπτωση μη άμεσης προσκόμισης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο έδαφος της χώρας κατά παράβαση του άρθρου 20. Το ως άνω πρόστιμο προσαυξάνεται κατά τριάντα (30) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο καθυστέρησης προσκόμισης.

3.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ, στον μεταφορέα κάθε αυτοκινήτου οχήματος, για τη μη έγκαιρη, μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται από το τελωνείο εισόδου, προσκόμιση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, για τελωνισμό, για υπαγωγή σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής ή για επανεξαγωγή κάθε αυτοκινήτου που κινείται με Δελτίο Προσωρινής Εισαγωγής (ΔΕΠΕ) ή με άλλα τελωνειακά παραστατικά, προσωρινής ισχύος που επέχουν θέση αποσπάσματος δηλωτικού του τελωνείου. Το ως άνω πρόστιμο προσαυξάνεται κατά τριάντα (30) ευρώ για κάθε εικοσιτετράωρο καθυστέρησης προσκόμισης.

Άρθρο 163. Παραβάσεις επί εγκαταστάσεων προσωρινής εναπόθεσης
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο εξακοσίων (600) ευρώ στον κάτοχο άδειας λειτουργίας εγκατάστασης προσωρινής εναπόθεσης και στον κύριο ή κάτοχο των εμπορευμάτων που τελούν υπό προσωρινή εναπόθεση, σε περίπτωση παράβασης των οριζομένων στο άρθρο 21.

2.

Επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 1, όταν εμπορεύματα ελεύθερα δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων εξάγονται από μη καθοριζόμενα σημεία εισόδου εξόδου.

3.

Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, εάν βρεθούν επί πλοίου χωρητικότητας μέχρι εκατό (100) κόρων ή αποβιβασθούν από αυτό εμπορεύματα περισσότερα από τα αναγραφόμενα στο δηλωτικό εισαγωγής, καθώς και αν προκύψουν ποσοτικές διαφορές σε εμπορεύματα χυτά ή λυτά που υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%). Όσες φορές τα επιπλέον δέματα ή δοχεία που βρέθηκαν φέρνουν διακριτικά σημεία και αριθμούς όμοια με των άλλων που αναγράφονται στο δηλωτικό, θεωρούνται ως μη δηλωθέντα όσα υπόκεινται σε ανώτερο ποσό δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Επίσης επί διαφορών που προκύπτουν σε χυτά ή λυτά ομοειδή εμπορεύματα, θεωρούνται ως μη δηλωθέντα όσα υπόκεινται σε ανώτερο ποσό δασμοσφορολογικών επιβαρύνσεων.

Τα πρόστιμα του παρόντος καθορίζονται σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και αν τα εμπορεύματα δεν υπόκεινται σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις ή υπόκεινται σε αυτές και το τριπλάσιό τους είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Άρθρο 164. Λοιπές τελωνειακές παραβάσεις
1.

Επιβάλλεται πρόστιμο εννιακοσίων (900) ευρώ σε οποιονδήποτε μεταφέρει επιβάτες ή εμπορεύματα, μέσω τελωνειακού περιβόλου, κατά παράβαση της τελωνειακής ή λιμενικής νομοθεσίας.

Σε περίπτωση υποτροπής, η οποία αφορά είτε τον μεταφορέα, είτε το μεταφορικό μέσο, το παραπάνω πρόστιμο πενταπλασιάζεται, το δε μεταφορικό μέσο κατάσχεται. Ως υποτροπή, ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου.

2.

Επιβάλλεται πρόστιμο τριακοσίων (300) ευρώ για οποιαδήποτε άλλη παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας, η οποία δεν τιμωρείται από άλλη ειδική διάταξη.

3.

Επιβάλλεται πρόστιμο στο τριπλάσιο της διαφοράς των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που διέφυγαν των διατάξεων περί απόβαρου, όταν, εμπορεύματα που τελωνίζονται με βάση το μικτό τους βάρος, εισάγονται γυμνά, παρά τον καθιερωμένο και συνήθη τρόπο συσκευασίας ή όταν εμπορεύματα υπόκεινται σε έκπτωση νομίμου απόβαρου ή στην πραγματική αποστάθμιση και σε κάθε περίπτωση εισάγονται χωρίς να συνοδεύονται από τα απαιτούμενα εμπορικά έγγραφα μεταφοράς και αποστολής και εισάγονται συσκευασμένα, όχι με τον συνήθη εμπορικό τρόπο, αλλά με ειδικό τρόπο, με σκοπό τη ζημιά του Δημοσίου ή της Ε.Ε..

4.

Επιβάλλεται πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε παράβαση των διατάξεων περί εξαγωγής ή περί απλουστεμένων διαδικασιών εξαγωγής.

Αν η παράβαση συνεπάγεται λήψη μεγαλύτερων επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων, το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου ορίζεται ίσο με το διπλάσιο της διαφοράς αυτής και δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας.

Σε περίπτωση διαπίστωσης των ανωτέρω παραβάσεων, ανακαλείται η έγκριση υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής και με πράξη του προϊσταμένου της οικείας τελωνειακής περιφέρειας επιβάλλεται στον παραβάτη εξαγωγέα στέρηση από ένα (1) μέχρι τρία (3) χρόνια της υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής σε όλες τις τελωνειακές αρχές της δικαιοδοσίας του.

5.

Επιβάλλεται πρόστιμο πέντε τοις εκατό (5%) επί της διαφοράς μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και της πραγματικής, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πεντακοσίων (500) ευρώ, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, όταν διαπιστώνεται υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση κατά την εξαγωγή.

6.

Σε περίπτωση διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων καταστροφής εμπορευμάτων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1383/2003 του Συμβουλίου (L 181), επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του διασαφιστή από δύο χιλιάδες (2.000) μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, ήτοι το είδος, την ποσότητα, την αξία των κατασχεθέντων εμπορευμάτων σε σχέση με την αξία των αντίστοιχων γνήσιων, τη συχνότητα εισαγωγών και την περίπτωση υποτροπής.

Το ίδιο πρόστιμο επιβάλλεται σε βάρος του κυρίως υπόχρεου, του παραλήπτη και του μεταφορέα, εφόσον γνώριζαν την ανωτέρω παραβίαση.

7.

Για τη μη υποβολή δήλωσης συνοδευόμενων ρευστών διαθεσίμων και δήλωσης γνωστοποίησης ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων των άρθρων 3 και 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1672 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ένωση και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1889/2005 (L 284), επιβάλλεται στον υπόχρεο πρόστιμο ίσο με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ποσού των μη δηλωθέντων ρευστών διαθεσίμων.

Το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου επιβάλλεται και στις περιπτώσεις ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης συνοδευόμενων ρευστών διαθεσίμων και δήλωσης γνωστοποίησης ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων ή αν τα ρευστά διαθέσιμα δεν καθίστανται διαθέσιμα προς έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση, το ως άνω πρόστιμο παρακρατείται από τα ρευστά διαθέσιμα και η προθεσμία της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την είσπραξη του προστίμου.

8.

Στις περιπτώσεις μη καταχώρησης ή εκπρόθεσμης καταχώρησης ή ανακριβούς καταχώρησης των συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης εντός της προθεσμίας της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 71, επιβάλλεται ανά φορολογικό στοιχείο πρόστιμο εκατό (100) ευρώ, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.

Το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου δεν επιβάλλεται, εφόσον: 

α)

η μη καταχωρημένη συναλλαγή καταχωρήθηκε ή η εκπρόθεσμη καταχώρηση έγινε εντός δεκαπέντε (15) ημερών από το πέρας της προθεσμίας της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 71 ή 

β)

η ανακριβής καταχώρηση διορθώθηκε εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση στο μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. της κλήσης σε απολογία της παρ. 8 του άρθρου 170.

Στα μέλη ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., στα οποία καταλογίζονται κατά τα ανωτέρω πρόστιμα για εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώρηση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης στο Πληροφοριακό Σύστημα Παρακολούθησης Πετρελαίου Θέρμανσης, επιβάλλεται ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., ανά ημερολογιακό έτος, έναντι όλων των τελωνειακών αρχών: 

α)

πρόστιμο έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, όταν το πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., είναι μέχρι πενήντα (50) φορολογικά στοιχεία, 

β)

πρόστιμο τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν το πλήθος των εκπροθέσμως ή ανακριβώς καταχωρημένων συναλλαγών, ανά μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., είναι από πενήντα ένα (51) έως εκατό (100) φορολογικά στοιχεία, 

γ)

πρόστιμο έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ, από εκατόν ένα (101) και μέχρι εκατόν πενήντα (150) φορολογικά στοιχεία, και 

δ)

πενήντα (50) ευρώ ανά πενήντα (50) φορολογικά στοιχεία πέραν των εκατόν πενήντα (150), εφόσον το μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. υποβάλλει σχετική αίτηση στο αρμόδιο Τελωνείο και καταβάλλει το καταλογιζόμενο πρόστιμο με ταυτόχρονη παραίτηση από τα κατά το άρθρο 170 καθοριζόμενα ένδικα βοηθήματα και εντός δύο (2) μηνών από την έκδοση των καταλογιστικών πράξεων.

Αν μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. έχει προβεί σε μη καταχώρηση συναλλαγών πετρελαίου θέρμανσης ανεξαρτήτως αριθμού ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώρηση άνω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων ανά ημερολογιακό έτος ή σε εκπρόθεσμη ή ανακριβή καταχώρηση κάτω των εκατόν πενήντα (150) φορολογικών στοιχείων αλλά διαπιστώνεται από τις αρμόδιες αρχές τέλεση λαθρεμπορίας, επιβάλλεται και ποινή διαγραφής του μέλους από το μητρώο ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ.. Δεν συνιστά παράβαση, κατά τα ανωτέρω, ανακριβής δήλωση η οποία επανεισήχθη διορθωμένη στο ως άνω σύστημα από μέλος ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από το πέρας της προβλεπόμενης από την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 71 προθεσμίας.

9.

Αν κατά την εισαγωγή μη υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. αγαθών δεν εισπραχθεί ο φόρος προστιθέμενης αξίας που βεβαιώθηκε επί του οικείου τελωνειακού παραστατικού, χωρίς να πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις των περ. α), β) ή γ) της παρ. 4 του άρθρου 25, επιβάλλεται στον εισαγωγέα πρόστιμο δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

10.

Αν, στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου για τη διαπίστωση της τήρησης ή μη της τελωνειακής νομοθεσίας, ο ελεγχόμενος δεν συνεργαστεί με την τελωνειακή αρχή ή δεν προσκομίσει τα ζητούμενα στοιχεία και αρχεία ή δεν επιτρέψει στην τελωνειακή αρχή την είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο της επαγγελματικής του εγκατάστασης ή του μεταφορικού του μέσου, επιβάλλεται πρόστιμο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ σε βάρος του. Για την εφαρμογή της παρούσας, ως μη συνεργασία νοείται η μη ανταπόκριση σε αίτημα της τελωνειακής αρχής για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων σε χρόνο που ορίζεται από την τελωνειακή αρχή, ο οποίος δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες, ούτε να υπολείπεται των πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης.

11.

Πράξη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση από το Δημόσιο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων υγρών καυσίμων, τα οποία εισπράττονται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και που δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πενήντα (50) ευρώ, χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση και τιμωρείται με πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο των διαφυγουσών επιβαρύνσεων, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο των εκατό (100) ευρώ.

Άρθρο 165. Παραβάσεις αποταμίευσης και ελεύθερων ζωνών
1.

Όταν κατά τον έλεγχο των αποταμιευμένων εμπορευμάτων σε ιδιωτικές ή δημόσιες αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης ανακαλύπτονται διαφορές κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο ή μικρότερο, οι οποίες υπερβαίνουν κατά δύο τοις εκατό (2%) τη σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, οριζόμενη φύρα ή μεταβολές του είδους ή της ποιότητας των εμπορευμάτων, επιβάλλεται πρόστιμο στον κύριο των εμπορευμάτων, όχι μεγαλύτερο από το διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν ή για αυτά στα οποία βρέθηκαν διαφορές στο είδος ή στην ποιότητά τους.

2.

Εάν οι διαφορές στην ποιότητα, στην ποσότητα ή στο είδος υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%), εκτός της πληρωμής του κατά την παρ. 1, προστίμου, ο κύριος των εμπορευμάτων υποχρεούται να καταβάλει αμέσως τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις για όλα τα αποταμιευμένα, στο όνομά του, εμπορεύματα. Ακόμη, σε περίπτωση υποτροπής, επιπλέον στερείται για ένα (1) έτος του πλεονεκτήματος αποταμίευσης. Ως υποτροπή, ορίζεται η εκ νέου τέλεση της ίδιας παράβασης, εντός τριών (3) ετών από την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου.

3.

Εάν προκύπτει έλλειμμα στα δοχεία ή τα δέματα των σημειωμένων στα βιβλία της αποταμίευσης εμπορευμάτων, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν. Εάν το βάρος κάθε δοχείου ή δέματος που λείπει δεν είναι γνωστό, αυτό υπολογίζεται βάσει του μέσου βάρους των ομοειδών δεμάτων, που έχουν αποταμιευθεί με την ίδια αίτηση. Για τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου επιφυλάσσεται η δίωξη για λαθρεμπορία σύμφωνα με την περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 174 και αφαιρείται και η άδεια σε περίπτωση δίωξης για λαθρεμπορία.

4.

Εάν μέσα στις ιδιωτικές αποθήκες αποταμίευσης βρίσκονται εμπορεύματα τα οποία δεν έχουν αναγραφεί στα βιβλία του αποταμιευτικού καταστήματος, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

5.

Εκτός από τις περιπτώσεις των παρ. 6, 7, 8, 9, 10, του παρόντος και της παρ. 1 του άρθρου 198, οπότε επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, για τη μη τήρηση των διαδικασιών του ειδικού καθεστώτος ελευθέρων ζωνών, όπως αυτές ορίζονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 952/2013, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2446/2015 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2447/2015, και τα άρθρα 29 και 34 του παρόντος Κώδικα, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο από εκατό (100) μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητά της.

6.

Στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση που συντάσσει βεβαίωση τελωνειακού χαρακτήρα με την οποία μη ενωσιακά εμπορεύματα, τα οποία εισέρχονται έμμεσα στην ελεύθερη ζώνη, δηλώνονται, είτε με έντυπο είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής, ως ενωσιακά, επιβάλλεται πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.

7.

Όταν κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη ανακαλύπτονται διαφορές κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο ή μικρότερο, οι οποίες υπερβαίνουν κατά δύο τοις εκατό (2%) την, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 34, οριζόμενη φύρα ή μεταβολές του είδους ή της ποιότητας των εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν ή για αυτά στα οποία βρέθηκαν διαφορές στο είδος ή στην ποιότητά τους.

8.

Εάν οι διαφορές στην ποιότητα, στην ποσότητα ή στο είδος υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%), εκτός της πληρωμής του κατά την παρ. 7 προστίμου, ο φορέας διαχείρισης ή η εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, υποχρεούται να καταβάλλει αμέσως τους δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις για όλα τα εμπορεύματα που αφορούν στον ίδιο Αριθμό Καταχώρησης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.).

9.

Εάν, κατά τον έλεγχο στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, προκύπτει έλλειμμα στα δοχεία ή τα δέματα που έχουν καταχωρηθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή στην εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εμπορεύματα που λείπουν. Εάν το βάρος κάθε δοχείου ή δέματος που λείπει, δεν είναι γνωστό, αυτό υπολογίζεται στη βάση του μέσου βάρους των ομοειδών δοχείων ή δεμάτων, που έχουν καταχωρηθεί με τον ίδιο Αριθμό Καταχώρησης Λογιστικής Αποθήκης (Α.Κ.Λ.Α.). Η εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων δεν αποκλείει τη δίωξη για λαθρεμπορία σύμφωνα με την περ. ιδ' της παρ. 2 του άρθρου 174.

10.

Εάν μέσα στις αποθήκες του φορέα διαχείρισης ή εγκατεστημένης επιχείρησης στην ελεύθερη ζώνη, βρίσκονται εμπορεύματα τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης και δεν έχουν καταχωρηθεί στη λογιστική αποθήκη, επιβάλλεται στον φορέα διαχείρισης ή την εγκατεστημένη επιχείρηση, κατά περίπτωση, πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Άρθρο 166. Παραβάσεις σχετικά με τα καθεστώτα τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και προσωρινής εισαγωγής
1.

Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία: 

α)

εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και 

β)

έτοιμων υλικών συσκευασίας που τελούν υπό το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, χωρίς την τήρηση των απαιτούμενων τελωνειακών διατυπώσεων των αντίστοιχων καθεστώτων, συνιστά τελωνειακή παράβαση. Η παράβαση του πρώτου εδαφίου, εκτός της καταβολής των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που τελούν σε αναστολή, των γεωργικών εισφορών και άλλων επιβαρύνσεων, καθώς και των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, επισύρει πρόστιμο ισόποσο των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και των γεωργικών εισφορών.

2.

Για οποιαδήποτε άλλη παράβαση των καθεστώτων της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή και της προσωρινής εισαγωγής, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται για την εφαρμογή τους που δεν τιμωρείται από άλλη ειδικότερη διάταξη, επιβάλλεται πρόστιμο εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

3.

Εμπορεύματα που τελούν υπό το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, τα οποία τίθενται σε ανάλωση ή για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή, λόγω εκπρόθεσμης λήξης ή ανάκλησης του καθεστώτος, επιβαρύνονται με προσαύξηση που υπολογίζεται επί των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων από την ημερομηνία αποδοχής του παραστατικού εισαγωγής μέχρι την ημερομηνία καταβολής της οφειλής, με εξαίρεση τα υπολείμματα των εμπορευμάτων που καταστράφηκαν με έγκριση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και τίθενται σε ανάλωση, για τα οποία η προσαύξηση υπολογίζεται από την ημερομηνία καταστροφής των αγαθών. Το ποσοστό της προσαύξησης ισούται με το ποσοστό της προσαύξησης εκπρόθεσμης καταβολής, όπως αυτό ορίζεται στις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190).

4.

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης εκκαθάρισης του καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, στο οποίο έχουν υπαχθεί εμπορεύματα, πλην μεταφορικών μέσων και προσωπικών ειδών ταξιδιωτών, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό (100) ευρώ.

Άρθρο 167. Παραβάσεις σχετικά με μεταφορικά μέσα πλην οχημάτων, ρυμουλκούμενα οχήματα και λοιπά ρυμουλκούμενα μεταφορικά μέσα
1.

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης εκκαθάρισης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου, πλην οχήματος, επιβάλλεται στον κάτοχο - χρήστη του μεταφορικού μέσου πρόστιμο: 

α)

εφάπαξ εκατό (100) ευρώ και 

β)

δεκαπέντε (15) ευρώ, ανά ημέρα παρέλευσης της προθεσμίας τακτοποίησης του μεταφορικού μέσου.

2.

Τα πρόστιμα της παρ. 1 επιβάλλονται και αν σε ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, με σημαία ή νηολόγιο τρίτης χώρας ή ειδικού φορολογικού εδάφους του Παραρτήματος ΙΙ του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 5144/2024, Α' 262), διαπιστώνεται:

α)

παράλειψη κατάθεσης του δελτίου κίνησης (transit log) στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατά τη λήξη της άσκησης του δικαιώματος χρήσης του σκάφους, εφόσον το σκάφος παραμένει στη χώρα για ελλιμενισμό και διαχείμαση,

β)

λήξη του δικαιώματος χρήσης του σκάφους από φυσικό πρόσωπο, χωρίς την εμπρόθεσμη τακτοποίηση του σκάφους,

γ)

παράλειψη γνωστοποίησης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή της αλλαγής δικαιούχου προσώπου, ως κατόχου - χρήστη του ιδιωτικού σκάφους αναψυχής.

3.

Αν ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, με σημαία ή νηολόγιο τρίτης χώρας ή ειδικού φορολογικού εδάφους του Παραρτήματος ΙΙ του Κώδικα Φ.Π.Α. διαπιστώνεται ότι δεν διαθέτει δελτίο κίνησης, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τον πρώτο κατάπλου σε λιμένα της χώρας, επιβάλλεται πρόστιμο:

α)

εφάπαξ τριακοσίων (300) ευρώ και

β)

τριάντα (30) ευρώ, ανά ημέρα καθυστέρησης έκδοσης του δελτίου κίνησης. Αν η διαπίστωση της ανωτέρω παράβασης γίνει από λιμενική αρχή, η αρχή αυτή υποχρεούται να τη γνωστοποιήσει αμελλητί στην κατά τόπο αρμόδια τελωνειακή αρχή.

4.

Όταν μη δικαιούχο πρόσωπο διαπιστώνεται να κατέχει ή να χρησιμοποιεί μη ενωσιακό μεταφορικό μέσο πλην οχήματος, το οποίο έχει υπαχθεί στο τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, επιβάλλεται σε αυτό:

α)

πρόστιμο επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, όταν το δικαιούχο πρόσωπο βρίσκεται στη χώρα, κατά τον χρόνο τέλεσης της παράβασης,

β)

πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, όταν το δικαιούχο πρόσωπο απουσιάζει από τη χώρα, κατά τον χρόνο τέλεσης της παράβασης.

5.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εκκαθάρισης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής ρυμουλκούμενου οχήματος, περιλαμβανομένου του ρυμουλκούμενου τροχόσπιτου, ή άλλου ρυμουλκούμενου μεταφορικού μέσου, επιβάλλεται στον κάτοχο - χρήστη του πρόστιμο:

α)

εφάπαξ εκατό (100) ευρώ και

β)

πέντε (5) ευρώ, ανά ημέρα παρέλευσης της προθεσμίας τακτοποίησης του ρυμουλκούμενου.

6.

Με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, αν διαπιστωθεί ότι η υπαγωγή στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής μεταφορικού μέσου πλην οχήματος έγινε στη βάση ανακριβών στοιχείων που προσκομίστηκαν στην τελωνειακή αρχή, επιβάλλεται στον κάτοχο -χρήστη του μεταφορικού μέσου πρόστιμο:

α)

εφάπαξ εκατό (100) ευρώ και

β)

δεκαπέντε (15) ευρώ, ανά ημέρα παραμονής του μεταφορικού μέσου στη χώρα, από την ημέρα της εισαγωγής του.

7.

Οι διατάξεις περί λαθρεμπορίας δεν εφαρμόζονται, όταν ο κάτοχος - χρήστης μεταφορικού μέσου πλην οχήματος, ο οποίος δεν έχει καταβάλει τις οφειλόμενες γι' αυτό δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, πριν από τη διαπίστωση της παράβασης αυτής από τις διωκτικές αρχές, προσέρχεται αυτοβούλως στην τελωνειακή αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του μεταφορικού του μέσου. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται πρόστιμο τριάντα (30) ευρώ, για κάθε ημέρα από την ημέρα της εισαγωγής του μεταφορικού μέσου στη χώρα μέχρι την προσέλευση του κατόχου - χρήστη στην τελωνειακή αρχή. Αν ο τελευταίος δεν προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η ημερομηνία εισαγωγής του μεταφορικού μέσου στη χώρα, αντί του προστίμου του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

8.

Σε περίπτωση συρροής παραβάσεων του παρόντος, εισπράττονται σωρευτικά τα πρόστιμα που προβλέπονται για καθεμία ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση τα πρόστιμα που επιβάλλονται για ένα μεταφορικό μέσο ή ένα ρυμουλκούμενο δεν μπορεί να υπερβαίνουν, σωρευτικά ή μεμονωμένα, το ποσό των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που του αναλογούν κατά τον χρόνο διαπίστωσης της παράβασης.

9.

Για κάθε άλλη παράβαση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής επιβάλλονται άμεσα οι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούν στα μεταφορικά μέσα ή ρυμουλκούμενα κατά την ημέρα διαπίστωσης της παράβασης και πρόστιμο ίσο με το εκατό τοις εκατό (100%) των παραπάνω δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

10.

Σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης του παρόντος άρθρου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διασφαλίζεται η είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου, η τελωνειακή αρχή που διαπίστωσε την παράβαση μπορεί να δεσμεύει προσωρινά το μεταφορικό μέσο. Η δέσμευση συνίσταται σε ακινητοποίηση και σφράγιση αυτού, σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, με ευθύνη και δαπάνη του κατόχου του. Το μεταφορικό μέσο παραμένει δεσμευμένο, έως την καταβολή του συνόλου της τελωνειακής οφειλής. Για τη δέσμευση ενημερώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο ο ιδιοκτήτης αυτού από την τελωνειακή αρχή.

Αν το μεταφορικό μέσο δεν παραληφθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η καταλογιστική πράξη επιβολής των προστίμων κατέστη οριστική, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής, ή, σε περίπτωση άσκησης και απόρριψής της με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών των προβλεπόμενων τακτικών και έκτακτων ενδίκων μέσων, ή εάν το μεταφορικό μέσο δεν παραληφθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την έκδοση αμετάκλητης απόφασης από αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου και διαγράφεται η τελωνειακή οφειλή. Τυχόν εισπραχθέντα ποσά δεν επιστρέφονται. Αν ο υπόχρεος παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατά κάθε σχετικής με το πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης εκτελεστής διοικητικής πράξης της τελωνειακής αρχής και δηλώσει ότι εγκαταλείπει το μεταφορικό μέσο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, η τελωνειακή αρχή εκδίδει απαλλακτική πράξη και το μεταφορικό μέσο περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του Δημοσίου.

Μετά την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, το μεταφορικό μέσο αποδίδεται στον υπόχρεο και λαμβάνει νόμιμο προορισμό από την τελωνειακή αρχή. Αν αυτό είναι αδύνατο, από υπαιτιότητα είτε του κατόχου είτε του ιδιοκτήτη και δεν αποδεικνύεται η έξοδος αυτού από τη χώρα, επιβάλλονται σε αυτούς, εις ολόκληρον, οι αναλογούσες δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις.

Άρθρο 168. Πολλαπλό τέλος
1.

Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τέλεση της τελωνειακής παράβασης της παρ. 2 του άρθρου 159 και ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής εκάστου,ανεξάρτητα από την ποινική διαδικασία για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, επιβάλλεται, σύμφωνα με τα άρθρα 170, 174, 175 και 176, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαίτιους. Για τον υπολογισμό των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 22.

Επί υπερτιμολόγησης ή υποτιμολόγησης, βάση επιβολής του ως άνω πολλαπλού τέλους αποτελεί η διαφορά των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που προκύπτει από τη ληφθείσα κατά τον τελωνισμό αξία και την τρέχουσα συναλλακτική τιμή.

Αν το τριπλάσιο των δασμών και λοιπών φόρων, που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, είναι μικρότερο των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το πολλαπλό τέλος καθορίζεται:

α)

στο ποσό αυτό και συγκεκριμένα στα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, προκειμένου για προϊόντα που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ.,

β)

στο μισό (1/2) του ποσού αυτού και συγκεκριμένα στα επτακόσια πενήντα (750) ευρώ για τα λοιπά εμπορεύματα, καθώς και για τις περιπτώσεις παραβάσεων του άρθρου 82, από διήμερους μικρούς αποσταγματοποιούς. Δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής, παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε κατά νόμο τελωνειακή οφειλή, είναι δυνατόν να καταλογίζονται αυτοτελώς με αιτιολογημένη πράξη καταλογισμού.

2.

Το πολλαπλό τέλος επιβάλλουν με την έκδοση καταλογιστικής πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 170, οι Προϊστάμενοι των αρμόδιων τελωνειακών αρχών.

Για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, από τη δημόσια αρχή που διαπίστωσε την παράβαση της λαθρεμπορίας αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης και του σχηματισθέντος φακέλου της προανάκρισης.

3.

Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, τον βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας.

Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που συνιστούν ίδιο πόρο της Ε.Ε., οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα προς την ποινή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 178, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας.

4.

Οι πράξεις του παρόντος προσβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97).

Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής και η τυχόν υποβολή αίτησης αναστολής δεν αναστέλλουν την είσπραξη του τριάντα τοις εκατό (30%) των προστίμων και πολλαπλών τελών, που επιβλήθηκαν από την τελωνειακή αρχή.

Μετά την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) που εισπράχθηκε, συμψηφίζεται ή επιστρέφεται, ολικά ή μερικά, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

α) Η έκδοση πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους σε βάρος ορισμένου προσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1, για παράβαση που συνιστά συγχρόνως και το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού ποινικού αδικήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την πράξη αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα.

β)

Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν έχει κινηθεί η διαδικασία που προβλέπεται για τα αυτόφωρα εγκλήματα, σύμφωνα με τα άρθρα 275, 417 έως και 426 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), η ποινική διαδικασία συνεχίζεται και την αναστολή αυτής διατάσσει το δικαστήριο στο οποίο έχει εισαχθεί για εκδίκαση η υπόθεση.

γ)

Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.

δ)

Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η τελωνειακή αρχή, που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης.

ε)

Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α), δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95).

Άρθρο 169. Συρροή τελωνειακών παραβάσεων

Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων ή τελωνειακής παράβασης με άλλη αξιόποινη πράξη, κάθε τελωνειακή παράβαση τιμωρείται ιδιαιτέρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

Άρθρο 170. Διοικητική ανάκριση - Καταλογιστική πράξη - Κοινοποιήσεις - Δικαστική προστασία
1.

Αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή των πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση και, σε περίπτωση που η παράβαση τελέσθηκε στην τοπική αρμοδιότητα εξαρτημένου τελωνείου, αρμόδιος για την επιβολή των προστίμων ή των πολλαπλών τελών είναι και ο προϊστάμενος του αντίστοιχου κύριου τελωνείου. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη.

Οι ως άνω προϊστάμενοι τελωνειακών αρχών, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του πρωτοκόλλου και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.

Σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων, τα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη μπορεί να επιβάλει για όλες τις συρρέουσες παραβάσεις ο αρμόδιος για τη μία από αυτές προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής.

2.

Οι διατάξεις περί αστικής ευθύνης, όπως προβλέπονται στην παρ. 3 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν γνώση σχετικά με την πιθανότητα τέλεσης της παράβασης.

Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων, στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση αστικής ευθύνης, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 3.

Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων, καταλογιστικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων και αφορούν προγενέστερες της μεταβίβασης περιόδους, δεν εκτελούνται και ανακαλούνται υποχρεωτικά, κατά το μέρος που αφορούν το νομικό πρόσωπο ως αστικώς συνυπεύθυνο, του οποίου οι οφειλές από πρόστιμα, πολλαπλά τέλη, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, που προέρχονται αποκλειστικά από τις ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις, διαγράφονται. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται αίτηση στην αρχή που εξέδωσε τις καταλογιστικές πράξεις. Τυχόν ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί σε εκτέλεσή τους δεν επιστρέφονται και δεν συμψηφίζονται.

Η πράξη ανάκλησης επιδίδεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και δικαστικά εκκρεμείς υποθέσεις κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Ως «εκκρεμείς δικαστικά υποθέσεις» νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή εκείνες για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης, καθώς επίσης και οι υποθέσεις, οι οποίες έχουν συζητηθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση αλλά δεν έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και σε αιτήσεις ανάκλησης που υποβάλλονται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος και αφορούν υποθέσεις που είναι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ανάκλησης, δικαστικά εκκρεμείς κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου.

3.

Ως αστικά συνυπεύθυνα πρόσωπα για την καταβολή των επιβαλλόμενων σε βάρος του υπαιτίου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού πολλαπλών τελών καθορίζονται τα κατωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ακόμη και όταν αυτά δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία:

α)

ο κύριος ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, όταν ο κυρίως υπαίτιος ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ως εντολοδόχος, διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται η εντολή, δηλαδή ανεξάρτητα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική,

β)

οι ιδιοκτήτες των πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξοστοιχιών ή αεροσκαφών, οι εταιρείες και εν γένει επιχειρήσεις μεταφορών δια ξηράς, θάλασσας ή αέρος, καθώς και οι με οποιαδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπρόσωποι αυτών ή των ιδιοκτητών πλοίων, αυτοκινήτων ή αεροσκαφών, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των ανωτέρω μεταφορικών μέσων ή με χρήση αυτών,

γ)

οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, οι διευθυντές ξενοδοχείων και κάθε άλλης κατηγορίας καφενείων ή άλλων καταστημάτων προσιτών στο κοινό, όταν η λαθρεμπορία διαπράχθηκε εντός των εγκαταστάσεων αυτών ή με τη χρησιμοποίηση αυτών, είτε προς εκτέλεση της λαθρεμπορίας, είτε προς διευκόλυνση αυτής με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προς απόκρυψη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας.

4.

Η άγνοια των αστικώς συνυπεύθυνων για την πρόθεση του υπαίτιου και των τυχόν συνυπαιτίων αυτού σχετικά με την τέλεση της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν μπορούσαν να έχουν γνώση της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης.

5.

Οι καταβάλλοντες, ως αστικά συνυπεύθυνοι, έχουν αναγωγικό δικαίωμα για τα καταβληθέντα ποσά από τους καταδικασθέντες με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, οι δε πράκτορες ή αντιπρόσωποι ναυτιλιακών εταιρειών ή ιδιοκτητών πλοίων ή ιδιοκτητών άλλων μεταφορικών μέσων, από τις εταιρείες και ιδιοκτήτες τους οποίους εκπροσωπούν.

6.

Αν, μετά την έκδοση της καταλογιστικής πράξης για λαθρεμπορία, προκύψει από στοιχεία, τα οποία κατά τον χρόνο έκδοσής της δεν είχαν τεθεί υπόψη της τελωνειακής αρχής, η συμμετοχή στην τέλεση της παράβασης και άλλου προσώπου που δεν είχε συμπεριληφθεί στους συνυπαιτίους της σχετικής καταλογιστικής πράξης, εκδίδεται συμπληρωματική καταλογιστική πράξη, με την οποία κηρύσσεται το πρόσωπο αυτό συνυπαίτιο και επιβάλλεται σε αυτό πολλαπλό τέλος, υπό την προϋπόθεση μη υπέρβασης του ανώτατου προβλεπόμενου ορίου της παρ. 1 του άρθρου 168, συνυπολογιζόμενου του πολλαπλού τέλους που έχει ήδη επιβληθεί με την αρχική καταλογιστική πράξη.

7.

Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, οι οποίες καταλογίζονται ανεξάρτητα από την ποινή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 178, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας.

8.

Η κοινοποίηση της κλήσης σε προηγούμενη ακρόαση, της κλήσης σε απολογία και της κλήσης σε εξέταση της παρ. 1 του παρόντος διενεργείται:

α)

για πρόσωπα γνωστής διαμονής, σύμφωνα με την παρ. 9,

β)

για πρόσωπα αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση της κλήσης στο κατάστημα της προσκαλούσας τελωνειακής αρχής, με την παρουσία δύο (2) υπαλλήλων αυτής, ως μαρτύρων. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται σχετικό πρακτικό.

Στην κλήση ορίζεται ανάλογη, κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής, προθεσμία για απολογία ή παροχή απόψεων από την κοινοποίηση αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες και αν η κλήση αφορά σε υπόθεση με διαφυγόντες ίδιους πόρους της Ε.Ε., η ως άνω προθεσμία ορίζεται στις τριάντα (30) ημέρες. Εάν ο καλούμενος δεν παράσχει τις απόψεις του ή δεν απολογηθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς τις απόψεις ή την απολογία του. Δεν απαιτείται κοινοποίηση σχετικής κλήσης, αν το πρόσωπο που σχετίζεται με την τέλεση της διαπιστούμενης παράβασης παρείχε τις απόψεις του ή απολογήθηκε, οικειοθελώς, στο πλαίσιο της διοικητικής ανάκρισης για τη διαπίστωση της τελωνειακής παράβασης.

9.

Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών κοινοποιείται σε πρόσωπα γνωστής διαμονής, κατά των οποίων εκδόθηκε με τους ακόλουθους τρόπους, κατά την κρίση του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής έκδοσης της πράξης:

α)

με ψηφιακή κοινοποίηση στον λογαριασμό που τηρεί σε πληροφοριακό σύστημα της Α.Α.Δ.Ε. ο ίδιος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή ο δηλωθείς σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58) φορολογικός εκπρόσωπός του, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ή

β)

με συστημένη επιστολή στην τελευταία ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης που έχει δηλωθεί στην τελωνειακή αρχή ή έχει προκύψει από έρευνα της τελωνειακής αρχής ή

γ)

με επίδοση, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97).

Η πράξη επιβολής προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και πολλαπλών τελών σε πρόσωπα, των οποίων δεν είναι γνωστή η διαμονή, σύμφωνα με βεβαίωση της αρμόδιας Κεντρικής Διεύθυνσης της Ασφάλειας της Ελληνικής Αστυνομίας, κοινοποιείται με δημοσίευση περίληψης της πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ' εξαίρεση των οριζόμενων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί επίδοσης σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής.

Πράξη που κοινοποιείται ψηφιακά σύμφωνα με την περ. α) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερών από την ανάρτησή της στον ως άνω λογαριασμό και τη σχετική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της.

Πράξη που κοινοποιείται με συστημένη επιστολή σύμφωνα με την περ. β) θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη βρίσκεται στην Ελλάδα. Αν η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας, η πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί νομίμως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της συστημένης επιστολής. Αν η πράξη δεν κοινοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, η τελωνειακή αρχή ζητά από την ταχυδρομική υπηρεσία την επιστροφή αυτής, με συνοδευτικό κείμενο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

η ημερομηνία κατά την οποία η συστημένη επιστολή προσκομίστηκε και παρουσιάστηκε στην ως άνω διεύθυνση και 

β)

ο λόγος για τη μη κοινοποίηση ή τη μη βεβαίωση της κοινοποίησης. Η τελωνειακή αρχή μεριμνά, προκειμένου αντίγραφο της συστημένης επιστολής να βρίσκεται στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της τελωνειακής αρχής και να μπορεί αυτό να παραδοθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς δαπάνη.

10.

Κατά της καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής δύναται να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97). Οι διατάξεις περί αναγκαστικής ομοδικίας δεν εφαρμόζονται.

Κατ' εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η καταλογιστική πράξη, η ισχύς της απόφασης επεκτείνεται και στο πρόσωπο που κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνο με τον προσφεύγοντα, υπό την προϋπόθεση ευμενέστερης για αυτόν πρόβλεψης, ακόμη και αν δεν άσκησε ο ίδιος προσφυγή ή άλλο ένδικο μέσο. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη προβαίνει σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια.

Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής αναστέλλει την είσπραξη του εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης και των πολλαπλών τελών που καταλογίστηκαν από την τελωνειακή αρχή. Η άσκηση αίτησης αναστολής δεν αναστέλλει την είσπραξη των προστίμων απλής τελωνειακής παράβασης ή των πολλαπλών τελών.

Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά του καταλογισμού δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων, οι οποίες είτε συμβεβαιώθηκαν με πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή με πράξεις επιβολής πολλαπλών τελών είτε επιβλήθηκαν με αυτοτελή πράξη καταλογισμού, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 27.

Μετά την έκδοση απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, με την οποία ακυρώνεται ή μεταρρυθμίζεται η καταλογιστική πράξη της τελωνειακής αρχής, ποσά που εισπράχθηκαν, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, ολικά ή μερικά, κατά περίπτωση. Η επιστροφή διενεργείται δυνάμει του άρθρου 28.

11.

Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής και μη εκούσιας καταβολής από τον υπόχρεο, τα οφειλόμενα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή πολλαπλά τέλη εισπράττονται αναγκαστικά, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190). Κατ' εξαίρεση η ως άνω πράξη της τελωνειακής αρχής είναι άμεσα εκτελεστή μετά την έκδοσή της, εφόσον λαμβάνει χώρα με αυτή καταλογισμός σε πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.

12.

Σε περίπτωση επιεικέστερης τροποποίησης των διατάξεων του παρόντος Κώδικα σχετικά με τα πρόστιμα απλής τελωνειακής παράβασης ή τα πολλαπλά τέλη και την ευθύνη των αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολή αυτών, οι επιεικέστερες αυτές διατάξεις ισχύουν και επί των παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι για τις παραβάσεις αυτές δεν έχουν επιδοθεί καταλογιστικές πράξεις ή οι καταλογιστικές πράξεις εκ-κρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και δεν έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις έως την έναρξη ισχύος των εν λόγω επιεικέστερων τροποποιήσεων.

13.

Η παραγραφή των τελωνειακών παραβάσεων επέρχεται:

α)

για τελωνειακές παραβάσεις της παρ. 1 του άρθρου 159, εάν, εντός τριών (3) ετών από την τέλεσή τους, δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής,

β)

για παραβάσεις λαθρεμπορίας της παρ. 2 του άρθρου 159, καθώς και του δικαιώματος του Δημοσίου προς βεβαίωση των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που βαρύνουν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εάν εντός επτά (7) ετών δεν κοινοποιηθεί καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.

Άρθρο 171. Ανωτέρα βία και τυχαία γεγονότα
1.

Παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας επισύρουν ποινικές κυρώσεις, εφόσον ο υπαίτιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη.

2.

Παραβάσεις που οφείλονται σε αποδεδειγμένη ανωτέρα βία ή άλλο τυχαίο γεγονός δεν επισύρουν ποινικές κυρώσεις. Το βάρος της απόδειξης των τυχαίων γεγονότων φέρουν τόσο ο πλοίαρχος και ο μεταφορέας, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί εμπορικής ναυτιλίας, όσο και οι οδηγοί, κυβερνήτες, συνοδοί μεταφορικών μέσων και οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι.

Άρθρο 172. Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1.

Όταν η τελωνειακή αρχή διαπιστώνει παραβάσεις λαθρεμπορίας ή απάτες από τις οποίες, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι διέφυγε της καταβολής και οφείλεται στο Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση ποσό άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ που αντιστοιχεί στο σύνολο σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις:

α)

οι αρμόδιες υπηρεσίες της φορολογικής διοίκησης δεν παραλαμβάνουν δηλώσεις και δεν χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται από τη νομοθεσία για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη,

β)

αίρεται υπέρ του Δημοσίου το απόρρητο των καταθέσεων των λογαριασμών συμπεριλαμβανομένων και των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου θυρίδων του παραβάτη σε τράπεζες και άλλα πιστωτικά ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα και

γ)

δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών και κατ' ανώτατο όριο το εξαπλάσιο ποσό που αντιστοιχεί σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που διέφυγαν της καταβολής κατά τα ανωτέρω.

2.

Τα μέτρα της παρ. 1 λαμβάνονται και σε βάρος των αυτουργών και συνεργών του παραβάτη του αδικήματος της λαθρεμπορίας.

Ως αυτουργοί και συνεργοί θεωρούνται:

α)

Επί νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, κατά περίπτωση:

αα)

για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και κάθε εντεταλμένο πρόσωπο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστικήαπόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και σε περίπτωση έλλειψης των προσώπων αυτών τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών,

αβ)

για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, οι διαχειριστές αυτών και σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας των προσώπων αυτών, κάθε εταίρος,

αγ)

για τις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών και σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας των προσώπων αυτών, κάθε εταίρος,

αδ)

για τους συνεταιρισμούς, οι πρόεδροι ή οι γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών,

αε)

για τις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, οι εκπρόσωποι αυτών και σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας αυτών, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών συμπεριλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα οι υποπερ. αα), αβ), αγ), αδ) και αστ),

αστ)

για αλλοδαπές επιχειρήσεις και κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες αυτών στην Ελλάδα.

β)

Όσοι δυνάμει του νόμου ή δικαστικής απόφασης, ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας, καθώς και ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλότριων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164).

γ)

Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου κάθε μορφής επιχείρησης.

δ)

Όποιος συμπράττει με οιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος, συμπεριλαμβανομένου και του ενεργούντος ως πληρεξουσίου.

ε)

Τα πρόσωπα που εν τοις πράγμασι ασκούν τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις παραπάνω αναφερόμενες ιδιότητες και θέσεις.

Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί ευθύνονται, εφόσον, κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος του παρόντος, είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τεκμαίρεται ότι γνώριζαν την τέλεση των αδικημάτων του παρόντος.

3.

Αντίγραφο της ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την αρχή που τη συνέταξε στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, η οποία

α)

ενημερώνει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη φορολογική διοίκηση, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και

β)

το κοινοποιεί στον ίδιο τον παραβάτη και τους τυχόν αυτουργούς ή συνεργούς αυτού, σε βάρος των οποίων λαμβάνονται τα μέτρα του παρόντος, στη γνωστή τους κατοικία ή στην έδρα της επιχείρησής τους, οι οποίοι δύνανται, εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή του, να ζητήσουν με αίτηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., την ολική ή μερική άρση των μέτρων του παρόντος.

Ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. αποφαίνεται εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης.

Κατά της απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να ασκηθεί προσφυγή, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97). Σε κάθε περίπτωση, η προθεσμία για την άσκηση διοικητικής προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

4.

Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στην παρ. 3, τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο παραβάτης ή ο αυτουργός ή συνεργός αυτού καταβάλει ποσό άνω του εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού που δεν αποδόθηκε, σύμφωνα με την παρ. 1 στο Δημόσιο, καθώς και των τυχόν νόμιμων προσαυξήσεων αυτών, κατόπιν υποβολής αίτησης στην τελωνειακή αρχή που διαπίστωσε την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή η καταλογιστική πράξη εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της ανωτέρω αίτησης. Η άσκηση προσφυγής κατά της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν εντός της ανωτέρω προθεσμίας δεν έχει εκδοθεί η καταλογιστική πράξη, τα μέτρα του παρόντος αίρονται αυτοδικαίως.

5.

Με την επιφύλαξη της παρ. 4, τα μέτρα της παρ. 1 παραμένουν σε ισχύ, έως τη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190), και σε περίπτωση καταβολής αίρονται αυτοδικαίως, ολικά ή κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ποσό της καταβολής.

6.

Τα μέτρα της παρ. 1 αίρονται αυτοδικαίως και σε περίπτωση που για τη διαπιστωθείσα παράβαση λαθρεμπορίας ή απάτης, εκδοθεί απαλλακτική πράξη για το φυσικό πρόσωπο, σε βάρος του οποίου λήφθηκαν, καθώς και σε κάθε περίπτωση απόσβεσης της σχετικής τελωνειακής οφειλής.

Άρθρο 173. Διοικητικές κυρώσεις
1.

Το Διοικητικό Εφετείο με την ίδια απόφαση με την οποία αποφαίνεται περί της διαφυγής δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, ποσού άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και περί της επιβολής των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις, προστίμων λαθρεμπορίας, απαγγέλλει υποχρεωτικά σε βάρος του παραβάτη την πλέον ενδεδειγμένη κατά περίπτωση και μία τουλάχιστον από τις εξής κυρώσεις:

α)

Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανισμών κοινής ωφέλειας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους,

β)

την απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της σύναψης σύμβασης με το δημόσιο ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ή φορείς,

γ)

την απώλεια για περίοδο τριών (3) ετών του δικαιώματος λήψης δανείου με την εγγύηση του δημοσίου ή δημόσιων επιχορηγήσεων ή κρατικών πιστώσεων.

2.

Αν οριστικοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής, λόγω μη άσκησης προσφυγής ή άσκησης προσφυγής η οποία κρίθηκε τελεσίδικα ως εκπρόθεσμη ή κατέστη τελεσίδικη με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου και συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής υποχρεούται να ζητήσει με αίτησή του από το Διοικητικό Εφετείο να επιβάλει τις ποινές που προβλέπει η παρ. 1. Η απόφαση που απαγγέλλει τις στερήσεις κοινοποιείται από τον γραμματέα του Διοικητικού Εφετείου στον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής.

3.

Ο προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές την καταλογιστική του πράξη ή την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 1.

4.

Οι κυρώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις καταλογιζόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και τα πρόστιμα που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις.

5.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατάργησης της δίκης.

Άρθρο 174. Έννοια λαθρεμπορίας
1.

Παράβαση λαθρεμπορίας συνιστά:

α)

η εντός του εδάφους της χώρας παραγωγή, κατοχή, αγορά, πώληση, εισαγωγή, μεταφορά από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) ή εξαγωγή από το έδαφος της χώρας εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που συνιστούν τελωνειακή οφειλή, χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο από αυτήν τόπο ή χρόνο,

β)

οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που αποσκοπεί να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ε.Ε. τους εισπρακτέους δασμούς ή φόρους ή τις εισπρακτέες στα τελωνεία λοιπές επιβαρύνσεις για εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, καθώς και για εμπορεύματα που παράγονται, κατέχονται, πωλούνται ή αγοράζονται εντός του εδάφους της χώρας ή μεταφέρονται από ή προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε, ακόμη και αν τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος,

γ)

η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το Μέρος Γ' του παρόντος Κώδικα, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται σε αυτό, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Οι παραβάσεις της παρούσας επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα ακόμα και αν κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.

2.

Στην έννοια της λαθρεμπορίας, σύμφωνα με την παρ. 1, εμπίπτουν:

α)

Η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών χρήσεων αυτών.

β)

Η εξαγωγή, η εισαγωγή, η μεταφορά, η παραλαβή ή η αποστολή εμπορευμάτων που τελούν σε απαγόρευση ή περιορισμό, κατά παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας, εκτός εάν με άδεια επιτράπηκε αυτή από την αρμόδια αρχή, κατ' εξαίρεση της απαγόρευσης ή του περιορισμού.

γ)

Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων από αποθήκες αποταμίευσης, με σκοπό να στερήσει από την Ε.Ε. ή το Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων εμπορευμάτων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159, και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 3 του άρθρου 165.

δ)

Η ύπαρξη εμπορευμάτων σε πλοία, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα οποία παραπλέουν στην ακτή και κατευθύνονται σε ελληνικό λιμάνι, χωρίς να αναφέρονται στο δηλωτικό φορτίου ή στα φορτωτικά έγγραφα.

ε)

Η ύπαρξη εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων στο δηλωτικό, σε κάθε είδους πλοίο ή πλωτό μέσο, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, το οποίο προσορμίζει, χωρίς να συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας, σε λιμάνι ή όρμο της χώρας, στο οποίο δεν επιτρέπεται η προσέγγιση.

στ)

Η κατά τον χρόνο της αναχώρησης του πλοίου έλλειψη εμπορευμάτων που φορτώθηκαν για τρίτη χώρα ή για άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή για άλλο λιμάνι της χώρας με παραστατικό διαμετακόμισης.

ζ)

Η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί, εισαχθεί ή διακινηθεί εντός του εδάφους της χώρας ή έχουν τεθεί στην κατανάλωση, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.

η)

Η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από όχημα ή η παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο όχημα, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι, συμπεριλαμβανομένου του τέλους ταξινόμησης. Στην περίπτωση αυτή, ως υπαίτιοι λαθρεμπορίας θεωρούνται τόσο οι τεχνικοί και οι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ή ο εκμεταλλευόμενος με οποιονδήποτε τρόπο το όχημα στο οποίο γίνεται χρήση του ως άνω αριθμού πλαισίου.

θ)

Η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον πληρούνται, κατά περίπτωση, τα οριζόμενα στην παρ. 1.

ι)

Η παράνομη εισαγωγή, η εξαγωγή, η επανεξαγωγή, η μεταφορά ή η αποστολή δειγμάτων και ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας που προστατεύονται από την τελωνειακή νομοθεσία ή από ενωσιακές ή διεθνείς συμβάσεις, εκτός της περίπτωσης λαθραίας εισαγωγής άγριων ζώντων ζώων, η οποία τιμωρείται με πρόστιμο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξαρτήτως των κυρώσεων που προβλέπονται από άλλες διατάξεις.

Τα άγρια ζώντα ζώα επαναπροωθούνται σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στο φυσικό τους περιβάλλον.

ια)

Η με οποιονδήποτε τρόπο θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που τελούν υπό καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης.

ιβ)

Η χωρίς άδεια εισαγωγή ή εξαγωγή ειδών πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως βάση υπολογισμού του πολλαπλού τέλους λαμβάνεται η αξία των ειδών αυτών, όπως προσδιορίζεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλης αρμόδιας αρχής.

ιγ)

Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης οχήματος.

ιδ)

Κάθε έλλειψη εμπορευμάτων, τα οποία τελούν υπό το ειδικό καθεστώς της ελεύθερης ζώνης, με σκοπό να στερήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων, εκτός αν το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και τα οφειλόμενα ποσά καταβληθούν εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη διαπίστωση του ελλείμματος, οπότε η πράξη συνιστά τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 159 και επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 9 του άρθρου 165.

3.

Η απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας, κατά περίπτωση, αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2, δεν αποκλείει τη λαθρεμπορία, όταν η άδεια αυτή εκδόθηκε, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της.

Στην περίπτωση αυτή, ως συνυπαίτιος λαθρεμπορίας θεωρείται ο δημόσιος υπάλληλος που εξέδωσε την ανωτέρω άδεια, εφόσον ενήργησε με δόλο.

Άρθρο 175. Ποινές λαθρεμπορίας
1.

Η κατά το άρθρο 174 λαθρεμπορία τιμωρείται με:

α)

Φυλάκιση έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο (1/6).

β)

Φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών εάν:

βα)

διαπράχθηκε καθ' υποτροπήν,

ββ)

διαπράχθηκε ενόπλως ή από τρεις ή περισσότερους μαζί,

βγ)

οι δασμοί, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται σε ποσό από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ και άνω,

βδ)

ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.

γ)

Κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών, εάν οι δασμοί, φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

2.

Σε περίπτωση υποτροπής, ουδέποτε δύναται να επιβληθεί ποινή ελαφρότερη αυτής που έχει προηγουμένως επιβληθεί.

3.

Υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για το αδίκημα της λαθρεμπορίας που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης.

4.

Σε περίπτωση απόπειρας επιβάλλεται η ποινή που επιβάλλεται στην τετελεσμένη λαθρεμπορία, στους δε συνεργούς δύναται να επιβληθεί η ποινή που επιβάλλεται κατά των αυτουργών.

Άρθρο 176. Άρση αξιοποίνου
1.

Το αξιόποινο του αδικήματος της λαθρεμπορίας αίρεται και δεν ασκείται ποινική δίωξη, άλλως η ποινική δίωξη που έχει ήδη ασκηθεί, αλλά δεν έχει εκδοθεί επ' αυτής οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις:

α)

οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ,

β)

οι υπόχρεοι για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, λόγω λαθρεμπορίας, έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος της άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατά της καταλογιστικής πράξης για τη λαθρεμπορία και κάθε άλλης σχετικής με το πρωτόκολλο τελωνειακής παράβασης εκτελεστής διοικητικής πράξης της τελωνειακής αρχής,

γ)

καταβάλουν το αναλογούν σε αυτούς πολλαπλό τέλος, το οποίο, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος, καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, με την επιφύλαξη τήρησης των ελαχίστων ορίων του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 168, καθώς και τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εφόσον αυτό διέφυγε της κατάσχεσης.

2.

Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, οι τυχόν επιβεβλημένες κατασχέσεις αίρονται αυτοδίκαια μετά την καταβολή των πολλαπλών τελών.

Τα εμπορεύματα των οποίων αίρεται η κατάσχεση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, λαμβάνουν, κατά περίπτωση, νόμιμο προορισμό από την τελωνειακή αρχή, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία και αποδίδονται στον δικαιούχο αυτών, κατόπιν αίτησής του με τα απαιτούμενα έγγραφα και αφού καταβάλει τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξής τους, καθώς και τις αναλογούσες στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας δασμοφορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις.

Αν ο δικαιούχος δεν τα παραλάβει εντός τριών (3) μηνών από την αυτοδίκαιη άρση της κατάσχεσης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, αυτά περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και αποσβήνεται κάθε δικαίωμα του ιδιοκτήτη σε αυτά.

Κατ' εξαίρεση των ανωτέρω δεν επέρχεται αυτοδίκαιη άρση της κατάσχεσης στα κατασχεθέντα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας, βιομηχανοποιημένα καπνά, τα οποία καταστρέφονται σύμφωνα με τις παρ. 7, 8 και 9 του άρθρου 186, καθώς και σε είδη που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 186, για τα οποία εφαρμόζονται τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.

3.

Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος παραβάσεις λαθρεμπορίας που:

α)

διαπράχθηκαν από δημοσίους υπαλλήλους ή από υπαλλήλους υπηρεσιών, αρχών και σωμάτων ασφαλείας που στο έργο τους περιλαμβάνεται η δίωξη του λαθρεμπορίου ή από τελωνειακούς αντιπροσώπους ή ασκούντες άλλο επάγγελμα ή έργο συναφές με την τελωνειακή νομοθεσία,

β)

διαπράχθηκε από πρατηριούχους ενεργειακών προϊόντων, εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, οδηγούς και ιδιοκτήτες οχημάτων μεταφοράς υγρών καυσίμων, κατέχοντες αποθηκευτικούς χώρους (δεξαμενές), πλοιάρχους και ιδιοκτήτες δεξαμενοπλοίων (σλεπίων) ή επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας ενεργειακών προϊόντων,

γ)

το αντικείμενο της λαθρεμπορίας περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου της λαθρεμπορίας με τέλεση κλοπής ή άλλου αδικήματος.

Άρθρο 177. Θέση δημοσίου υπαλλήλου σε αργία λόγω λαθρεμπορίας και παρεπόμενες ποινές λαθρεμπορίας
1.

Η άσκηση ποινικής δίωξης με την κατηγορία της λαθρεμπορίας, της συμμετοχής ή της συνέργειας σε αυτή, σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συνεπάγεται την κρίση του από το αρμόδιο όργανο για τη θέση του ή μη σε δυνητική αργία κατόπιν ακρόασής του. Η αμετάκλητη παραπομπή δημοσίου υπαλλήλου στη διαδικασία του ακροατηρίου για τα ίδια ως άνω αδικήματα, συνεπάγεται τη θέση του υπαλλήλου σε υποχρεωτική αργία. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος λαμβάνει, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης των ποινικών δικαστηρίων, το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του. Αν καταδικαστεί αμετάκλητα τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, εκπίπτει αυτοδικαίως της υπαλληλικής θέσης. Η καταδίκη σε οποιαδήποτε ποινή για λαθρεμπορία, συνεπάγεται, αυτοδικαίως, τις συνέπειες του άρθρου 60 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95). Ο δημόσιος υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία αν αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και λαμβάνει τις αποδοχές που στερήθηκε κατά τον χρόνο της εκτός υπηρεσίας παραμονής του.

2.

Πλοίαρχοι, μηχανικοί, και καθένας που ανήκει στο πλήρωμα γενικά εμπορικού πλοίου ή αεροσκάφους, οι υπάλληλοι της υπηρεσίας των πρακτορείων των πλοίων και των αεροπορικών και των οδικών συγκοινωνιών και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι παντός βαθμού καθώς και οδηγοί αυτοκινήτων, εφόσον υποπέσουν στο αδίκημα της λαθρεμπορίας στερούνται πρόσκαιρα, συνεπεία της καταδίκης τους, του διπλώματός τους ή της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους ή εκπίπτουν της θέσης την οποία κατέχουν, κατά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου.

3.

Σε περίπτωση αναστολής της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 168, το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με την παρ. 1, κρίνει για τη θέση ή μη σε δυνητική αργία του δημοσίου υπαλλήλου, κατόπιν ακρόασής του. Αν ο υπάλληλος έχει τεθεί ήδη σε υποχρεωτική αργία, το αρμόδιο όργανο κρίνει εκ νέου για τη διατήρηση ή μη της θέσης του υπαλλήλου σε αργία.

Άρθρο 178. Δήμευση λόγω λαθρεμπορίας
1.

Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται.

2.

Επίσης δημεύονται τα ζώα, οι άμαξες, τα οχήματα, τα πλοία ανεξαρτήτως χωρητικότητας, τα εφοδιαστικά πλοία που προβαίνουν σε εικονικούς εφοδιασμούς και κάθε άλλο μεταφορικό μέσο, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του αποτελούντος το αντικείμενο της λαθρεμπορίας εμπορεύματος. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών, επιπρόσθετα προς κάθε άλλη ποινή που επιβάλλεται κατά τον παρόντα Κώδικα.

3.

Η δήμευση επέρχεται ανεξαρτήτως της συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επί του πράγματος εκτός αν ο ίδιος αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης.

4.

Εξαιρείται η περίπτωση κατά την οποία ο ένοχος της λαθρεμπορίας έλαβε στην κατοχή του με αδίκημα τα υποκείμενα σε δήμευση, κατά το παρόν άρθρο, οπότε αποδίδονται μεν αυτά στον κύριο, αντί δε της δήμευσης επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF του αντικειμένου της λαθρεμπορίας, επιπρόσθετα προς κάθε άλλη ποινή που επιβάλλεται κατά τον παρόντα Κώδικα.

Εξαιρούνται επίσης από τη δήμευση αυτοκίνητα, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν διώκεται ποινικά ή απαλλάχθηκε αμετάκλητα και απέκτησε το αυτοκίνητο καλόπιστα και εν όψει του είδους, του τρόπου και των λοιπών περιστάσεων της συναλλαγής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ήταν μέσο ή αντικείμενο λαθρεμπορίας ή συναφούς με αυτή πράξης.

5.

Τα δημευόμενα, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μετά την τελεσιδικία της περί δήμευσης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου που δίκασε τη λαθρεμπορία περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και διατίθενται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και της συναφούς νομοθεσίας.

6.

Το πλειστηρίασμα των, κατά το παρόν άρθρο, δημευομένων και εκποιουμένων εισάγεται ως δημόσιο έσοδο, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί απόδοσης ιδίων πόρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ομοίως εισάγεται ως δημόσιο έσοδο, σε περίπτωση δήμευσης και μη απόδοσης των αντικειμένων τούτων στην τελωνειακή υπηρεσία, η χρηματική εγγύηση που παρεσχέθη για την απόδοση αυτών κατά την παρ. 2 του άρθρου 182.

Άρθρο 179. Κατάσχεση λόγω λαθρεμπορίας
1.

Το αντικείμενο της λαθρεμπορίας και τα υποκείμενα σε δήμευση κατά το άρθρο 178, μεταφορικά μέσα κατάσχονται:

α)

Όταν η λαθρεμπορία είναι «εν τω πράττεσθαι». Η λαθρεμπορία είναι «εν τω πράττεσθαι», όταν το αντικείμενο αυτής δεν τοποθετήθηκε ακόμη στον τόπο της οριστικής εναπόθεσής του, ήτοι στην οικία, το κατάστημα, την αποθήκη ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο προορισμένο από τον δράστη ή τον συμμέτοχο στην πράξη, για οριστική εναπόθεση του λαθρεμπορεύματος.

β)

Αρτίως, μετά τη συντέλεση της λαθρεμπορίας. Η περίπτωση αυτή υφίσταται, όταν τοποθετήθηκε μεν το αντικείμενο της πράξης στον τόπο της οριστικής του εναπόθεσης, αλλά ο δημόσιος λειτουργός που ενεργεί την κατάσχεση αντιλήφθηκε αυτό ενώ μεταφέρονταν, παρακολούθησε αυτό μέχρι τον τόπο της εναπόθεσης, στον οποίο ζήτησε να εισέλθει όταν έφθασε. Για την εφαρμογή της παρούσας είναι αδιάφορο το χρονικό διάστημα μέχρι τη στιγμή της εισόδου, εφόσον το διάστημα τούτο παρατάθηκε λόγω εμποδίων που παρεμβλήθηκαν στην είσοδο του υπαλλήλου

γ)

Όταν ο δράστης συλλαμβάνεται πλησίον του τόπου της τέλεσης της λαθρεμπορίας να κατέχει οποιαδήποτε πειστήρια ή ανευρίσκεται το αντικείμενο ή το μέσο της λαθρεμπορίας, κατόπιν άμεσης καταγγελίας, μετά από καταδίωξη, μέχρι της εβδόμης απογευματινής της επόμενης ημέρας.

δ)

Όταν έχουν τεθεί σε ανάλωση, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή έχουν διαφύγει της τελωνειακής επιτήρησης που απαιτείται από το καθεστώς, υπό το οποίο τελούν.

2.

Επιτρέπεται η δέσμευση ειδών των οποίων αμφισβητείται η κατοχή, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η έρευνα των αρμόδιων τελωνειακών αρχών προς άρση της αμφισβήτησης.

Άρθρο 180. Αρμοδιότητα κατάσχεσης
1.

Αρμοδιότητα σε ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος για επιχείρηση κατάσχεσης του αντικειμένου ή του μεταφορικού μέσου ή του προς απόκρυψη ή συγκάλυψη της λαθρεμπορίας χρησιμοποιηθέντος είδους έχουν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, και κατά λόγο αρμοδιότητας κάθε ανακριτικός και ειδικός ή γενικός προανακριτικός υπάλληλος.

2.

Σε περίπτωση απουσίας των πιο πάνω οργάνων, η κατάσχεση του λαθρεμπορεύματος δύναται να επιχειρείται και από κάθε δημόσιο υπάλληλο.

3.

Ειδικά στους τελωνειακούς περιβόλους, τις αποθήκες προσωρινής εναπόθεσης, αποταμίευσης, τις φορολογικές αποθήκες και στους λοιπούς επιτηρούμενους τελωνειακά αναγνωρισμένους χώρους, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος για τη διερεύνηση παραβάσεων λαθρεμπορίας, αρμόδια για τους ελέγχους και τις κατασχέσεις των διακινούμενων μέσω των χώρων αυτών είναι η τελωνειακή αρχή, την οποία συνεπικουρούν, εφόσον χρειαστεί και μετά από πρόσκληση του προϊσταμένου του αρμόδιου τελωνείου, οι κατά περίπτωση λοιποί προ-ανακριτικοί υπάλληλοι.

4.

Η κατάσχεση επιβάλλεται με την παρουσία δύο (2) ενήλικων μαρτύρων, Ελλήνων πολιτών, ελλείψει δε αυτών προσλαμβάνονται άλλοι έστω και αν στερούνται τις ιδιότητες αυτές. Ελλείψει και αυτών η κατάσχεση γίνεται χωρίς την παρουσία μαρτύρων.

5.

Αν το λαθρεμπόρευμα ή μεταφορικό μέσο το οποίο πρόκειται να κατασχεθεί βρεθεί κλεισμένο σε οικία, αποθήκη ή άλλο κλειστό χώρο, ο κατά την παρ. 1 υπάλληλος ή φύλακας προσκαλεί τους ευρισκόμενους εντός να ανοίξουν, εάν δε αυτοί δεν συμμορφωθούν, τότε ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται με παρουσία δικαστικού λειτουργού, ή αν δεν είναι αυτοί παρόντες με άλλο δημόσιο υπάλληλο, ή αν δεν υπάρχει άλλος δημόσιος υπάλληλος, με δύο (2) μάρτυρες και επιβάλλει την κατάσχεση.

Άρθρο 181. Έκθεση κατάσχεσης
1.

Για την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, στην οποία βεβαιώνεται με λεπτομέρεια, η ύπαρξη των κατά το άρθρο 179 όρων, με τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση, και περιγράφεται με κάθε ακρίβεια το αντικείμενο, επί του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, γίνεται δε αναφορά και της σύλληψης, σύμφωνα με το άρθρο 182, αν διενεργηθεί αυτή. Η έκθεση αυτή υπογράφεται από τον δημόσιο υπάλληλο που τη συνέταξε ή φύλακα, τους παρευρεθέντες ενδιαφερομένους και τους μάρτυρες.

2.

Εάν δεν θέλουν ή δεν δύνανται να υπογράψουν οι ενδιαφερόμενοι ή οι μάρτυρες, ή αν δεν υπάρχουν μάρτυρες, γίνεται αναφορά στην έκθεση. Ουσιώδη στοιχεία της έκθεσης, των οποίων η έλλειψη συνεπάγεται ακυρότητα αυτής, είναι μόνο η παράλειψη της αναγραφής σε αυτή των κατά το άρθρο 179 όρων, με τους οποίους επιτρέπεται η κατάσχεση.

3.

Αν συντρέχει κάποια περίπτωση από εκείνες των περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 179, συλλαμβάνεται ο δράστης από τα καθ' ύλην αρμόδια διωκτικά όργανα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 180 και προσάγεται αμέσως στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), περί άμεσης εκδίκασης των αυτόφωρων εγκλημάτων.

Άρθρο 182. Φύλαξη και διαχείριση κατασχεθέντων
1.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα της λαθρεμπορίας και τα μεταφορικά μέσα παραδίδονται αμέσως από τον δημόσιο υπάλληλο που ενήργησε την κατάσχεση στην τελωνειακή αρχή της περιφέρειας, στην οποία διαπράχθηκε η λαθρεμπορία και αν ακόμη προέρχονται από κλοπή ή τα κατέχουν οι δράστες παράνομα. Αν είναι αδύνατη ή δυσχερής η μεταφορά των κατασχεθέντων, τότε σφραγίζονται αυτά από την αρμόδια τελωνειακή αρχή ή ορίζεται φύλακας ή λαμβάνεται οποιοδήποτε άλλο μέτρο για τη διαφύλαξη αυτών.

2.

Η έκθεση κατάσχεσης μετά τη διενεργηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 184, προανάκριση, αποστέλλεται αμέσως στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αντίγραφο δε αυτής και του σχετικού πορίσματος της προανάκρισης αποστέλλονται μαζί με τα κατασχεθέντα στον Προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής. Η έκθεση κατάσχεσης κοινοποιείται στον καθ' ου ή σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον αμέσως μόλις αυτή περιέλθει στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών δύναται, μετά από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήψη από τον Εισαγγελέα της έκθεσης κατάσχεσης, να άρει την κατάσχεση, εάν αυτή ενεργήθηκε άκυρα ή παράνομα ή εάν δεν υπάρχουν τα στοιχεία της λαθρεμπορίας σύμφωνα με το άρθρο 174. Δύναται δε, μετά από αίτηση του κυρίου των κατασχεθέντων, η οποία υποβάλλεται εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, να διατάξει, την απόδοση σε αυτόν, με χρηματική εγγύηση, η οποία κατατίθεται νόμιμα και είναι ίση με την αξία τους στην Ελλάδα. Η εγγύηση αυτή επέχει θέση τιμήματος πώλησης των κατασχεθέντων και υπόκειται στη δήμευση σύμφωνα με το άρθρο 178. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνον ανακοπή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την έκδοση του βουλεύματος, χωρίς να απαιτείται η επίδοση αυτού.

3.

Όταν η κατηγορία περί λαθρεμπορίας εισαχθεί στο Πλημμελειοδικείο, με τη διαδικασία της αυτόφωρης διαδικασίας, το δικαστήριο αποφαίνεται για τη δήμευση ή την απόδοση των αναφερόμενων στο άρθρο 178 κατασχεμένων ειδών, εάν δε αναβάλλει τη συζήτηση, δύναται να διατάξει τα οριζόμενα στην παρ. 2.

4.

Κατασχεθέντα αντικείμενα για τα οποία διατάχθηκε η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, είτε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, είτε με διάταξη ανακριτή ή εισαγγελέα, τα οποία ο ιδιοκτήτης δεν παρέλαβε εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης ή την έκδοση του βουλεύματος ή της διάταξης αντίστοιχα, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και αποσβήνεται κάθε δικαίωμα του ιδιοκτήτη σε αυτά.

Άρθρο 183. Υποχρέωση συνδρομής πολιτών

Κάθε πολίτης οφείλει, εάν προσκληθεί από δημόσιο υπάλληλο που πρόκειται να ενεργήσει ή ενεργεί ή ενήργησε την κατάσχεση λαθρεμπορεύματος ή τη σύλληψη δράστη λαθρεμπορίας, να παράσχει κάθε συνδρομή και ενίσχυση που θα του ζητηθεί ανάλογα με τις δυνάμεις του προσκαλούμενου.

Άρθρο 184. Διενέργεια ανακριτικών πράξεων
1.

Οι αναφερόμενοι στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 180, αμέσως μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του δράστη, προβαίνουν στις ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να βεβαιώσουν τη λαθρεμπορία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), αποστέλλουν δε άμεσα το πόρισμα ή την έκθεση που συντάσσεται κατά τη διενέργεια της προανάκρισης στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

2.

Ο προϊστάμενος της αρμόδιας τελωνειακής αρχής αφού παραλάβει, σύμφωνα με το άρθρο 179, τα κατασχεθέντα, συντάσσει σχετική έκθεση, την όποια στέλνει άμεσα στον εισαγγελέα και μεριμνά για τη μεταφορά ή φύλαξη αυτών και ενεργεί περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 186.

Άρθρο 185. Φύλαξη και εκποίηση κατασχεθέντων
1.

Όταν η τελωνειακή αρχή παραλάβει τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 179, 180 και 181, δημοσιεύει με τοιχοκόλληση στο τελωνειακό κατάστημα, πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο να εμφανισθεί εντός πέντε (5) ημερών και να προκαταβάλει τις αναγκαίες δαπάνες για τη φύλαξη αυτών μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, η οποία θα αποφανθεί για τη δήμευση αυτών. Το ποσό των δαπανών ορίζει ο προϊστάμενος του τελωνείου με πρωτόκολλο, με το οποίο δύναται να ορισθεί και η κατά χρονικά διαστήματα προκαταβολή.

Για τα κατασχεθέντα μεταφορικά μέσα εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 192.

2.

Αν κανείς δεν προκαταβάλει τις δαπάνες αυτές κατά τον χρόνο που ορίζεται στο πρωτόκολλο, η τελωνειακή αρχή προβαίνει στην εκποίηση, με δημοπρασία, των κατασχεθέντων. Η δημοπρασία προκηρύσσεται με διακήρυξη της τελωνειακής αρχής, η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 42. Η δημοπρασία ενεργείται στο κατάστημα της τελωνειακής αρχής με παρουσία του προϊσταμένου αυτής ή του νόμιμου αναπληρωτή του, την ημέρα και ώρα που ορίστηκε με τη διακήρυξη και τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες μετά την τελευταία τοιχοκόλληση. Το αποτέλεσμα της δημοπρασίας εγκρίνεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43.

3.

Αν δεν υπάρξει αγοραστικό ενδιαφέρον ή ελλείψει τελωνειακών αποθηκευτικών χώρων ή πιστώσεων, η τελωνειακή αρχή δύναται, με έγκριση του προϊσταμένου της αρμόδιας κατά τόπον τελωνειακής περιφέρειας, να αποστείλει τα κατασχεθέντα σε άλλη τελωνειακή αρχή για φύλαξη, εκποίηση, μεταποίηση ή καταστροφή των κατασχεθέντων.

Άρθρο 186. Εκποίηση, επαναδιύλιση, εγκατάλειψη και καταστροφή ειδικών κατηγοριών κατασχεθέντων
1.

Αν τα κατασχεθέντα υπόκεινται σε φθορά ή ελάττωση αξίας για οποιονδήποτε λόγο ή η φύλαξη αυτών είναι δυσχερής και βεβαιούται αυτό με πρωτόκολλο της τελωνειακής αρχής, τότε δύναται αυτή να τα εκποιήσει σε τρεις (3) μονοήμερες διαδοχικές δημοπρασίες, και αν ακόμη προσφέρεται σε καταβολή των εξόδων της φύλαξης οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος. Η δημοπρασία ενεργείται με παρουσία του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής ή του νόμιμου αναπληρωτή του.

2.

Κατ' εξαίρεση της παρ. 1:

α)

Τα κατασχεθέντα χημικά προϊόντα, τα οποία ταξινομούνται ως επικίνδυνα σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των Οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (L 353), παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων.

β)

Τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται τρόφιμα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (L 31) και δεν εκποιούνται κατά την πρώτη μονοήμερη δημοπρασία ή δεν επιτρέπεται να τεθούν προς εκποίηση, διατίθενται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 45 ή παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή για μεταποίηση σε άλλες εγκαταστάσεις. Ειδικά τα κατασχεθέντα εύφλεκτα υλικά που θεωρούνται τρόφιμα και χαρακτηρίζονται ως μη ασφαλή, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, παραδίδονται προς καταστροφή σε αδειοδοτημένους οργανισμούς ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων ή μεταποιούνται μετά από απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2969/2001 (Α' 281), περί κατάσχεσης δήμευσης απόδοσης.

γ)

Τα κατασχεθέντα ενεργειακά προϊόντα των περ. β) έως η) της παρ. 1 του άρθρου 70, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 123 δεν τίθενται σε δημοπρασία και μεταφέρονται, φυλάσσονται και επαναδιυλίζονται από κατόχους άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 (Α' 230), με δαπάνες αυτών, κατόπιν έγγραφης υπόδειξης της αρμόδιας τελωνειακής αρχής.

3.

Για τα ως άνω προϊόντα, τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 καταβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., εύλογο τίμημα και αναλογούντες δασμούς μη ενωσιακών ειδών. Οι όροι της παραπάνω διαδικασίας και, ιδίως, ο χρόνος παραλαβής, φύλαξης και επαναδιύλισης των κατασχεθέντων ενεργειακών προϊόντων και ο τρόπος προσδιορισμού του ανωτέρου εύλογου τιμήματος καταγράφονται σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ της Α.Α.Δ.Ε. και των κατόχων άδειας διύλισης του άρθρου 5 του ν. 3054/2002.

4.

Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται η χημική ταυτοποίηση των κατασχεθέντων από τη Γενική Διεύθυνση του Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε., με λήψη και εξέταση δειγμάτων ή και εγγράφων.

5.

Αρμόδιο για την εφαρμογή της παρούσας είναι το τελωνείο στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου έγινε η κατάσχεση ή το τελωνείο στο οποίο αποστάλθηκαν, για οποιονδήποτε λόγο, τα κατασχεθέντα από άλλο τελωνείο ή από άλλη διωκτική αρχή.

6.

Για την καταστροφή, την επαναδιύλιση ή τη μεταποίηση των κατασχεθέντων συγκροτείται τριμελής επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον προϊστάμενο του αρμόδιου τελωνείου, έναν (1) υπάλληλο του ίδιου τελωνείου με ελεγκτικά καθήκοντα και έναν (1) υπάλληλο της κατά τόπον αρμόδιας χημικής υπηρεσίας της Γενικής Διεύθυνσης Γενικού Χημείου του Κράτους της Α.Α.Δ.Ε.. Για τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής εκδίδεται απόφαση του ως άνω προϊσταμένου του τελωνείου, στην οποία ορίζονται τα μέλη της, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης των κατασχεθέντων. Η τριμελής επιτροπή συντάσσει πρωτόκολλο καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης, αντιστοίχως, στο οποίο αναφέρονται τα είδη των προϊόντων ή υλικών, η δασμολογική τους διάκριση, η ποσότητα αυτών, ο χρόνος και ο τόπος καταστροφής, επαναδιύλισης ή μεταποίησης.

Αν δεν είναι εφικτή η καταστροφή εντός της χώρας, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων δύνανται να μεταφέρουν τα ανωτέρω προϊόντα ή υλικά, προς καταστροφή, εκτός αυτής, σύμφωνα με το καθεστώς διαμετακόμισης.

Ειδικά στην περίπτωση της καταστροφής, οι αδειοδοτημένοι οργανισμοί ή φορείς ή επιχειρήσεις διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων, γνωστοποιούν, εγγράφως, το αργότερο εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την καταστροφή, στην ως άνω επιτροπή, με βάση δελτίο χημικής ανάλυσης, αν από τη διαδικασία καταστροφής των κατασχεθέντων προέκυψαν ή όχι ενεργειακά προϊόντα της παρ. 1 του άρθρου 71 ή προϊόντα των παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 71, τα οποία πρόκειται να διατεθούν ή να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της χώρας, ως καύσιμα κινητήρων ή θέρμανσης ή άλλα υπολείμματα ή απορρίμματα. Αν από την καταστροφή προέκυψαν προϊόντα του προηγούμενου εδαφίου, καταβάλλονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, κατά περίπτωση, οι αναλογούντες στα προϊόντα αυτά δασμοί, Ε.Φ.Κ. και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις, κατ' εφαρμογή του τετάρτου εδαφίου της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 32 και των παρ. 1,4, 5 και 6 του άρθρου 71.

7.

Το πλειστηρίασμα κατατίθεται στο τελωνείο επί παρακαταθήκη.

8.

Τα κατασχεθέντα αντικείμενα, τα οποία για οποιονδήποτε λόγο δεν εκποιήθηκαν, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 και δεν διατάχθηκε η απόδοση με απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, που δίκασε τη λαθρεμπορία, θεωρούνται μετά από τρεις (3) μήνες από την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ως εγκαταλελειμμένα, περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και εφαρμόζονται για την εκποίησή τους οι παρ. 10 και 11 του παρόντος, καθώς και οι παρ. 3 και 5 του άρθρου 45.

9.

Βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, καταστρέφονται ως εξής:

α)

Τα προϊόντα της παρ. 2 του άρθρου 132 το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από την κατάσχεση, εφόσον έχουν διενεργηθεί και ολοκληρωθεί δειγματοληψίες της παρ. 3 του άρθρου 132 και σε κάθε περίπτωση, αμέσως μετά από τη γνωστοποίηση των εκθέσεων εξέτασης δειγμάτων της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους στην τελωνειακή αρχή που διενήργησε την κατάσχεση ή στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας διενεργήθηκε η κατάσχεση από άλλη ελεγκτική αρχή και στην εταιρεία καπνικών, αν υποβάλλεται αίτημα σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 132.

β)

Τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά και τα προϊόντα των α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 με την άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 182.

10.

Αν βιομηχανοποιημένα καπνά και προϊόντα των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 που κατάσχονται, ως αντικείμενο λαθρεμπορίας, δεν έχουν καταστραφεί, εντός των ως άνω προθεσμιών και διατάχθηκε η δήμευσή τους, καταστρέφονται το συντομότερο δυνατόν.

11.

Η καταστροφή των βιομηχανοποιημένων καπνών και προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 διενεργείται ενώπιον τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται με απόφαση του προϊσταμένου της τελωνειακής περιφέρειας, στην τοπική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η τελωνειακή αρχή που χειρίζεται την υπόθεση. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών έως χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή έως πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96, καθώς και για οποιαδήποτε ποσότητα προϊόντων των περ. α) στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από τον προϊστάμενο της ως άνω αρμόδιας τελωνειακής αρχής και τον προϊστάμενο του δικαστικού τμήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και έναν (1) υπάλληλο με ελεγκτικά καθήκοντα της ίδιας τελωνειακής αρχής και αν η αρμόδια τελωνειακή αρχή δεν είναι τελωνείο Α' Τάξης, από τον προϊστάμενο αυτής και δύο (2) υπαλλήλους της ή υπαλλήλους της πλησιέστερης αυτής τελωνειακής αρχής. Για κατασχέσεις βιομηχανοποιημένων καπνών, οι οποίες υπερβαίνουν τις ποσότητες του προηγούμενου εδαφίου, η επιτροπή καταστροφής αποτελείται από έναν (1) υπάλληλο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ως πρόεδρο, έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης αυτής αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και έναν (1) υπάλληλο της πλησιέστερης ομοίως, αυτής αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης, ως μέλη. Ως αναπληρωτής του υπαλλήλου της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης, δύναται να ορίζεται και υπάλληλος του δήμου, στον οποίο εδρεύει η αρμόδια τελωνειακή αρχή. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται, κατόπιν εισήγησης των υπηρεσιών στις οποίες υπάγονται. Είναι δυνατή η μαζική καταστροφή κατασχεθέντων βιομηχανοποιημένων καπνών από την Επιτροπή του τρίτου εδαφίου, εφόσον αυτά προέρχονται από μεμονωμένες κατασχέσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων ή τα πέντε (5) χιλιόγραμμα καθαρού βάρους για τα λοιπά βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96.

Για την καταστροφή συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο.

Η καταστροφή, σύμφωνα με την παρούσα, δεν αναιρεί τη διενέργεια διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και την επιβολή, αντίστοιχα, προβλεπόμενων κυρώσεων.

12.

Κατά του Δημοσίου δεν δύναται να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από νόμιμη κατάσχεση, εκποίηση, διάθεση, μεταποίηση, επαναδιύλιση ή καταστροφή των κατασχεθέντων, λόγω λαθρεμπορίας.

Άρθρο 187. Κατά τόπον αρμοδιότητα ποινικών δικαστηρίων και υποστήριξη της κατηγορίας από το Δημόσιο για το αδίκημα της λαθρεμπορίας
1.

Κατά τόπον αρμόδιο ποινικό δικαστήριο για εκδίκαση του αδικήματος της λαθρεμπορίας είναι εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε το αδίκημα.

2.

Το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για το αδίκημα της λαθρεμπορίας προς υποστήριξη της κατηγορίας και το πρώτον στο ακροατήριο δια των νομίμων αντιπροσώπων του ή δια του Εισαγγελέα που του ανατέθηκε με ειδική εντολή του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Η παράσταση αυτή δεν επιτρέπεται το πρώτον στο Εφετείο.

3.

Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96) εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

Άρθρο 188. Δικονομικές διατάξεις αστικά συνυπευθύνων
1.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο καλούνται από τον Εισαγγελέα κατά τις ίδιες διατυπώσεις και προθεσμίες με τον κατηγορούμενο, οι αστικά συνυπεύθυνοι κατά την παρ. 3 του άρθρου 170, οι οποίοι έχουν όλα τα δικαιώματα, τα οποία παρέχονται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), όταν τους επιδοθεί η κλήση για να εμφανισθούν στο ακροατήριο.

2.

Ο αστικά συνυπεύθυνος που παρίσταται στη συζήτηση δύναται να ασκεί όλα τα ένδικα μέσα κατά απόφασης που εκδόθηκε που δικαιούται να ασκήσει ο κατηγορούμενος, μόνο ως προς το μέρος το οποίο αναγνωρίζει την αστική ευθύνη του. 'Όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά απόφασης από τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο, που το εκδικάζει, επιλαμβάνεται και του κεφαλαίου της απόφασης του σχετικού με την ευθύνη των αστικά συνυπεύθυνων, έστω και αν δεν στρέφεται κατά αυτού το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, ακόμα και όταν δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο αστικά συνυπεύθυνος.

3.

Ο αστικά συνυπεύθυνος ακόμη και αν δεν κλητευθεί, σύμφωνα με την παρ. 1, δικαιούται να παρέμβει, εκουσίως, στην ποινική δίκη και στο Εφετείο το πρώτον έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο κλητευθείς ή εκείνος ο οποίος κάνει παρέμβαση δύναται να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, με αίτησή του ή αυτεπάγγελτα εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν φέρει την ιδιότητα του αστικά συνυπεύθυνου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 170.

Άρθρο 189. Εξέταση ανακριτικών υπαλλήλων ως μαρτύρων

Οποιοσδήποτε Οικονομικός Υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, υπάλληλος της Α.Α.Δ.Ε.), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά την ποινική διαδικασία στο ακροατήριο.

Άρθρο 190. Δήμευση κατασχεθέντων λαθρεμπορίας αγνώστων δραστών

Όταν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ή το μεταφορικό μέσο αυτής κατάσχεται χωρίς να ανακαλυφθεί ο δράστης, τα στοιχεία δε αυτού ή αυτών δεν προκύπτουν ούτε από την ανάκριση, ο Εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο Πλημμελειοδικείο, το οποίο αποφασίζει για τη δήμευση των κατασχεθέντων.

Άρθρο 191. Αξιώσεις επί δημευθέντων
1.

Καθένας που αξιώνει δικαίωμα επί των κατασχεθέντων αντικειμένων ή μεταφορικών μέσων λαθρεμπορίας, είτε ανακαλύφθηκε είτε όχι ο δράστης αυτής, αν θέλει να αμφισβητήσει τη δήμευση αυτών δύναται να υποβάλει τις αξιώσεις του με αίτησή του στον εισαγγελέα. Η αίτηση εισάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο και συζητείται με την κύρια συζήτηση στην οποία καλείται και ο ως άνω αιτών. Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αίτησης και, αν δεν αποφανθεί υπέρ της δήμευσης, διατάσσει την απόδοση των κατασχεθέντων ή του πλειστηριάσματος στο δικαιούχο, αφαιρουμένων των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων.

2.

Την απόδοση στον δικαιούχο διατάσσει το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, όταν κρίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση δήμευσης.

3.

Η απόδοση κατά τα ανωτέρω των κατασχεθέντων στο δικαιούχο από την τελωνειακή αρχή ενεργείται μετά την καταβολή ή μη, αναλόγως του αιτούμενου προορισμού, των δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Αν, με την απόφαση που αποφαίνεται για τη δήμευση, το Δικαστήριο αποφασίζει την καταδίκη του δράστη, η απόφαση για τη δήμευση καθίσταται τελεσίδικη, όταν παρέλθουν οι νόμιμες προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων ως προς τον καταδικασθέντα. Ο τρίτος, ο οποίος έχει αξιώσεις επί των δημευόμενων αντικειμένων με βάση την απόφαση, δεν δύναται να προσβάλει με ένδικα μέσα την απόφαση, δύναται όμως να παρέμβει και να υποβάλει τις αξιώσεις του σε κάθε συζήτηση της υπόθεσης και όταν ασκούνται ένδικα μέσα από τον καταδικασθέντα.

4.

Αν η αποφαινόμενη για τη δήμευση απόφαση του δικαστηρίου δεν περιέχει διάταξη που να καταδικάζει τον δράστη της λαθρεμπορίας, δύναται να ανακοπεί από οποιονδήποτε έχει αξιώσεις επί των δημευόμενων αντικειμένων, αλλά δεν κλήθηκε να παραστεί κατά τη συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της έκδοσής της. Επί της ανακοπής αποφαίνεται το Πλημμελειοδικείο. Η απόφασή αυτού είναι τελεσίδικη και δεν επιτρέπεται κατ' αυτής ένδικο μέσο.

Άρθρο 192. Διαχείριση κατασχεμένων ειδών
1.

α) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχονται χερσαία ή εναέρια μεταφορικά μέσα ή μηχανήματα έργου ή εμπορευματοκιβώτια, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας, ναρκωτικών ουσιών, μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, όπλων, εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, το υπηρεσιακό όργανο το οποίο επέβαλε την κατάσχεση ή η Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί αυτό, τα παραδίδει, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. που ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος και συντάσσεται έκθεση παράδοσης και παραλαβής. Εάν οι παραπάνω υπηρεσίες αποδεδειγμένα στερούνται χώρων και δυνατοτήτων φύλαξης, τα κατασχεθέντα αντικείμενα δύναται να παραμένουν στην παραφυλακή της υπηρεσίας που προέβη στην κατάσχεση, εάν είναι αναγκαίο και με τη συνδρομή άλλων δημοσίων υπηρεσιών, η δε αρμόδια τελωνειακή αρχή οφείλει να μεριμνήσει για την άμεση διαχείριση τους. Για τη φύλαξη των εναέριων μέσων, εφόσον είναι αδύνατη η φύλαξη τους στον χώρο της κατάσχεσης, ζητείται η συνδρομή του πλησιέστερου πολιτικού ή στρατιωτικού αεροδρομίου.

β)

Το ίδιο ως άνω όργανο ή η υπηρεσία, στην οποία αυτό υπηρετεί, επισυνάπτει τα πρωτότυπα της έκθεσης κατάσχεσης και της έκθεσης παράδοσης και παραλαβής, εφόσον αυτή έχει πραγματοποιηθεί, στα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης και κοινοποιεί υποχρεωτικά αντίγραφο του διαβιβαστικού εγγράφου της προανάκρισης στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας της Α.Α.Δ.Ε. ή στο αρμόδιο τελωνείο, κατά περίπτωση.

2.

α) Όταν κατάσχονται πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας ή ναρκωτικών ουσιών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή όπλων ή εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, η κατά τόπον αρμόδια λιμενική αρχή φυλάσσει αυτά και, αν είναι η κατάσχουσα αρχή, διαβιβάζει αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, μαζί με τα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης, στην αρμόδια τελωνειακή αρχή και στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, για τη διαχείρισή τους.

β)

Τα κατασχεθέντα πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, παραμένουν στην παραφυλακή της λιμενικής αρχής, η οποία τα φυλάσσει, μέχρις ότου παραδοθούν στον αγοραστή που θα αναδειχθεί από τις πλειοδοτικές δημοπρασίες ή διατεθούν για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου ή αποδοθούν στον ιδιοκτήτη ή δοθεί εντολή καταστροφής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

γ)

Για πλωτά μέσα αξίας άνω των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ με βάση την έκθεση κοστολόγησής τους δύναται η λιμενική αρχή, εάν τεκμηριωμένα υφίσταται πλήρης αδυναμία αυτής για την φύλαξη των κατασχεθέντων, να διορίσει ειδικό μεσεγγυούχο από τους εγγεγραμμένους στον ειδικό κατάλογο πραγματογνωμόνων. Ο ειδικός μεσεγγυούχος παραλαμβάνει το πλωτό μέσο με λεπτομερές πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά όλα τα στοιχεία αυτού και των εξαρτημάτων του. Με την ως άνω παραλαβή ο μεσεγγυούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το φυλάσσει στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε και φέρει αποκλειστικά και προσωπικά την ευθύνη για οποιαδήποτε φθορά, ζημιά ή κλοπή εξαρτημάτων που θα προκληθεί σε αυτό. Η αποζημίωση και τα σχετικά έξοδα των μεσεγγυούχων εκκαθαρίζονται από την αρχή που διέταξε τη μεσεγγύηση ή φύλαξη ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας και η εκκαθάριση διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τα σχετικά δικαιολογητικά για την πληρωμή του δικαιούχου.

3.

Η αρμόδια τελωνειακή αρχή, στην οποία παραδόθηκαν τα κατασχεθέντα ή κοινοποιήθηκε η κατάσχεση των ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, συντάσσει, εφόσον αυτά προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκθεση επαλήθευσης με την οποία προσδιορίζει τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στην εισαγωγή τους και αποστέλλει αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα μέσα σε έναν (1) μήνα από την παράδοση των κατασχεθέντων ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης.

Για τα πλωτά και εναέρια μέσα αντίγραφο της έκθεσης επαλήθευσης διαβιβάζεται και στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας.

4.

α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, εάν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεθέντων σύμφωνα με το άρθρο 311 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), την παρ. 4 του άρθρου 178 του παρόντος Κώδικα ή άλλες διατάξεις, δύναται να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη.

β)

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δύναται επίσης, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των κατασχεθέντων σε αυτόν, ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση δήμευσης των κατασχεθέντων, υπό τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης ισόποσης με την αξία τους, όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση κοστολόγησης, προκειμένου να επέχει τη θέση των κατασχεθέντων που υπόκεινται σε δήμευση.

γ)

Κάθε βούλευμα ή απόφαση σχετικά με άρση της κατάσχεσης και απόδοση των μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 στον ρητά κατονομαζόμενο ιδιοκτήτη, καθώς και κάθε απόφαση για δήμευσή τους κοινοποιείται αμελλητί από τον Εισαγγελέα στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο τελωνείο μαζί με βεβαίωση από την οποία προκύπτει η ημερομηνία του αμετακλήτου αυτών.

δ)

Η παραλαβή από τον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων και κατά τα ανωτέρω αποδοθέντων ειδών ή μέσων πραγματοποιείται μετά από αίτησή του, συνοδευόμενη από όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Ο ιδιοκτήτης, πριν από την παραλαβή, υποχρεούται στην καταβολή των εξόδων μεταφοράς και φύλαξης, καθώς και δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στα ως άνω είδη ή μέσα.

5.

α) Με την επιφύλαξη έγγραφης γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης των κατασχεμένων στον ιδιοκτήτη, η Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή το αρμόδιο τελωνείο, προβαίνουν στην εκποίηση ή διάθεση των κατασχεμένων ειδών ή μεταφορικών μέσων των παρ. 1 και 2, άμεσα μετά την παραλαβή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης.

β)

Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστησαν αμετάκλητα η απόφαση ή το βούλευμα ή η εισαγγελική διάταξη για άρση της κατάσχεσης και απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήτη, αυτά δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, τα κατασχεθέντα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ο ιδιοκτήτης αποστερείται παντός δικαιώματος παραλαβής ή αποζημίωσης.

γ)

Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητο το βούλευμα περί απόδοσης στον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων με τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης, δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική του υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα μπορεί να εκποιούνται ή να διατίθενται.

6.

α) Η εκποίηση των κατασχεθέντων ειδών των παρ. 1 και 2 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 και τους όρους πώλησης που ισχύουν για τις δημοπρασίες που διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης δημόσιου υλικού.

β)

Η τελωνειακή αρχή, η οποία έχει την αρμοδιότητα και ευθύνη της διαχείρισης των κατασχεθέντων ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, συντάσσει έκθεση κοστολόγησης.

γ)

Κατασχεθέντα είδη της περ. α) της παρ. 2, τα οποία είναι σε κακή κατάσταση και χωρίς εμπορική αξία, καταστρέφονται άμεσα μετά την κατάσχεση, κατ' εξαίρεση της περ. α) της παρούσας. Η καταστροφή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της ιδίας αρχής και τον προϊστάμενο της λιμενικής αρχής.

Η γνωμοδότηση της επιτροπής διαβιβάζεται με μέριμνα της λιμενικής αρχής προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή των πλωτών μέσων, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.

Με πρόταση της ίδιας γνωμοδοτικής επιτροπής είναι δυνατή η διάθεση των ως άνω ειδών για ειδικές χρήσεις σε δημόσιες υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

δ)

Τα πλωτά μέσα δύναται να εκποιούνται για διάλυση. Για όσα εξ αυτών ανήκουν στην κατηγορία των φουσκωτών σκαφών με εξωλέμβιους κινητήρες είναι δυνατή η εκποίηση των κινητήρων και των σκαφών μεμονωμένα.

ε)

Για τα πλωτά μέσα των οποίων οι δημοπρασίες απέβησαν άγονες, εκ των οποίων οι τρεις με την ίδια τιμή εκκίνησης, η Λιμενική Αρχή φύλαξης αυτών προβαίνει, μετά από σχετική βεβαίωση της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, σε πρόταση προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή τους, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.

7.

α) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών τα κατασχεμένα οχήματα της παρ. 1, άμεσα μετά την παράδοσή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος προς κυκλοφορία σε δημόσιες υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

β)

Με όμοια απόφαση, οχήματα τέλους κύκλου ζωής δύναται να διατίθενται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ένοπλες Δυνάμεις, αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς λόγους. Τα ανωτέρω οχήματα, μετά τη χρησιμοποίησή τους, παραδίδονται σε αδειοδοτημένους φορείς διαχείρισης τέτοιων οχημάτων.

γ)

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα πλωτά μέσα της παρ. 2 και τα κατασχεθέντα είδη της παρ. 1, εκτός των οχημάτων, άμεσα, μετά την παράδοσή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος σε δημόσιες υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.

δ)

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύναται να διατίθενται, κατ' εξαίρεση των περ. α) και γ) και κατά προτεραιότητα, ένα (1) ή περισσότερα κατασχεθέντα από οποιαδήποτε αιτία χερσαία, ανεξαρτήτως κυβισμού και τύπου των οχημάτων, ή πλωτά μεταφορικά μέσα, άμεσα μετά την παράδοσή τους ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή ή στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας, σε τελωνειακές και φορολογικές υπηρεσίες για τις ανάγκες της δίωξης λαθρεμπορίου και φοροδιαφυγής.

ε)

Για τα οχήματα που δεν προέρχονται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η υπηρεσία, στην οποία διατίθενται προς κυκλοφορία, αναλαμβάνει την έκδοση της κατά περίπτωση απαιτούμενης έγκρισης τύπου για την κυκλοφορία τους με δικές της ενέργειες και έξοδα.

στ)

Για τα κατασχεθέντα είδη που δεν προέρχονται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα οποία διατίθενται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, καταβάλλονται από τις υπηρεσίες στις οποίες διατίθενται οι αναλογούντες δασμοί.

8.

Αν μετά την εκποίηση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση από την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και μετά από αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία εκποίησης, ως εξής:

α)

Όταν το εκποιηθέν είδος έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή, ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..

β)

Όταν το εκποιηθέν είδος δεν έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή και το εκπλειστηρίασμα εισπράττεται με άτοκες δόσεις, ο ιδιοκτήτης του κατασχεθέντος δύναται να επιλέξει είτε την είσπραξη ποσού ίσου με τις εισπραχθείσες κάθε φορά δόσεις αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α., είτε ποσού ίσου με το εκπλειστηρίασμα μειωμένο κατά την προβλεπόμενη έκπτωση, εάν αυτό καταβαλλόταν εφάπαξ, αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..

9.

Αν μετά τη διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση ως εξής:

α)

Όταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται δωρεάν, ποσό ίσο με την τιμή κοστολόγησης αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α.. Υπόχρεη για την καταβολή του ποσού αυτού στον ιδιοκτήτη είναι η Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε αρχικά το κατασχεθέν είδος, ανεξάρτητα εάν κατά τον χρόνο γένεσης της υποχρέωσης καταβολής της αποζημίωσης αυτό δεν βρίσκεται στην κατοχή της.

β)

Όταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται έναντι τιμήματος, καταβάλλεται από μεν την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α. από δε την Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε αυτό, ποσό ίσο με τη διαφορά της τιμής κοστολόγησης και του τιμήματος που κατεβλήθη, αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α..

10.

Τα αναφερόμενα στις παρ. 8 και 9 ποσά καταβάλλονται έντοκα από την ημερομηνία που οι αρμόδιες υπηρεσίες προς αποζημίωση λάβουν αίτημα με όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά του δικαιωθέντος ιδιοκτήτη μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού εντάλματος πληρωμής. Για την καταβολή της αποζημίωσης εφαρμόζονται το άρθρο 75 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190) και το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58).

11.

α) Τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που έχουν κατασχεθεί ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα λαθρεμπορευμάτων ή ναρκωτικών ουσιών ή όπλων ή εκρηκτικών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή λόγω διάπραξης οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, καθώς και τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που ανακαλύπτονται κατά τους ελέγχους ή έρευνες από τα Τελωνεία ή τις διωκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε. και του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος, παραδίδονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο Τελωνείο, κατά περίπτωση, μαζί με αντίγραφα της έκθεσης κατάσχεσης και των εγγράφων αναζήτησης και ειδοποίησης των ιδιοκτητών και συντάσσεται έκθεση παράδοσης - παραλαβής.

Τα κατασχεθέντα παραλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη μετά από άδεια παραλαβής από την αρμόδια αρχή ή με αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, αφού προηγουμένως καταβληθούν τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξης.

β)

Αν μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής τους, η Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή το αρμόδιο Τελωνείο δεν έχουν λάβει έγγραφη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη ή από το αμετάκλητο δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον δικαιούχο η άδεια της αρμόδιας Αρχής για την παραλαβή του οχήματος, δεν έχουν παραληφθεί από αυτόν, τότε τα κατασχεθέντα δύναται να διατίθενται στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ένοπλες Δυνάμεις αποκλειστικά για τις ανάγκες τους στο εσωτερικό της χώρας.

γ)

Μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, τα κατασχεθέντα δύναται να εκποιούνται ή να διατίθενται και σε άλλες υπηρεσίες εκτός των ανωτέρω, εφόσον δεν είναι καταχωρημένα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS II).

δ)

Αν μετά την εκποίηση ή την διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 8, 9 και 10.

12.

Όλα τα είδη, (α) χερσαίων και εναέριων μεταφορικών μέσων, εμπορευματοκιβωτίων και μηχανημάτων έργου, που για οποιαδήποτε αιτία έχουν δεσμευτεί ή ακινητοποιηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή και φυλάσσονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο τελωνείο, (β) πλωτών μέσων που για οποιαδήποτε αιτία έχουν δεσμευτεί ή ακινητοποιηθεί από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή και φυλάσσονται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2, διατίθενται ή εκποιούνται, εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από την ημερομηνία δέσμευσης ή ακινητοποίησης. Οι υπηρεσίες που επέβαλαν τη δέσμευση ή την ακινητοποίηση είναι αποκλειστικά αρμόδιες για την εκκαθάριση και καταβολή δαπανών φύλαξης και μεταφοράς που γεννώνται σε προγενέστερο χρόνο της παράδοσης προς φύλαξη στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο τελωνείο. Εάν μετά την εκποίηση ή διάθεση των ανωτέρω αρθεί η δέσμευση ή διαταχθεί αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται αποζημίωση κατ' αντιστοιχία με τα οριζόμενα στις παρ. 8, 9 και 10.

13.

Είδη εξαιρουμένων αυτών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, τα οποία έχουν κατασχεθεί στο πλαίσιο τέλεσης οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος από τις αρμόδιες αρχές και φυλάσσονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας ή στο αρμόδιο τελωνείο, δύνανται:

α)

μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατάσχεσης, με την επιφύλαξη έγγραφης γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη, να εκποιούνται ή να διατίθενται, δωρεάν ή έναντι τιμήματος. Εάν μετά την εκποίηση ή τη διάθεση αυτών διαταχθεί, είτε με εισαγγελική διάταξη, είτε με αμετάκλητο βούλευμα ή δικαστική απόφαση, η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα κατά περίπτωση στις παρ. 8, 9 και 10.

β)

Να εκποιούνται ή να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος, μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, ή βουλεύματος, ή εισαγγελικής διάταξης, με τις οποίες διατάχθηκε η άρση της κατάσχεσης και η απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήτη τους, εφόσον αυτός δεν τα παρέλαβε εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, με αποκλειστική υπαιτιότητά του. Στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης αποστερείται παντός δικαιώματος επί των κατασχεθέντων και δεν διατηρεί αξίωση αποζημίωσης.

γ)

Να εκποιούνται ή να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος, μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή εισαγγελικής διάταξης, εφόσον δεν διατάχθηκε με αυτές η απόδοση των ειδών αυτών στον ιδιοκτήτη τους.

Στις περ. β) και γ), τα ως άνω είδη θεωρούνται εγκαταλελειμμένα και περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου.

14.

Οχήματα που δεσμεύονται από το Υπουργείο Εσωτερικών, προκειμένου να διατεθούν σε υπηρεσίες, αποδεσμεύονται αυτομάτως και δεν δύναται να δεσμευθούν στο μέλλον για τις ίδιες υπηρεσίες, εάν μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την δέσμευσή τους δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις διάθεσης.

Άρθρο 193. Απόδοση ποσών κατόπιν εκποίησης υλικών και τροχοφόρων

Ποσά τα οποία εισπράττονται από τη Διεύθυνση Διαχείρισης και Εκμετάλλευσης Περιουσίας και από τις τελωνειακές αρχές, ως προϊόν εκποίησης υλικών και τροχοφόρων κυριότητας του δημοσίου τομέα όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), για λογαριασμό τους, αποδίδονται στους δικαιούχους άτοκα σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του εισπραχθέντος τιμήματος.

Άρθρο 194. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Α' Ενότητας Ι
1.

Με απόφαση του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής που εγκρίνεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Τελωνειακής Περιφέρειας, καθορίζονται τα όρια του τελωνειακού περιβόλου για κάθε τελωνειακή αρχή, σε συγκεκριμένους χώρους, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του οργάνου διαχείρισης, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με την περ. 22 του άρθρου 4.

2.

α) Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) συστήνονται, συγχωνεύονται, καταργούνται, τίθενται σε αναστολή λειτουργίας οι τελωνειακές αρχές ή ανακαθορίζεται το επίπεδο/τάξη τους, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5.

β)

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Προστασίας του Πολίτη, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και κατά περίπτωση των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι αερολιμένες, οι λιμένες και τα χερσαία σημεία στα σύνορα της χώρας, στα οποία λειτουργούν τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 5, μέσω των οποίων επιτρέπονται η είσοδος και η έξοδος προσώπων και εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της χώρας.

3.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία ελέγχου εισόδου - εξόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση των συνοδευομένων και ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων, το είδος και ο τρόπος υποβολής της δήλωσης συνοδευομένων ρευστών διαθεσίμων και γνωστοποίησης ασυνόδευτων ρευστών διαθεσίμων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια και ειδικότερη διαδικασία εφαρμογής του Κανονισμού 2018/1672, σύμφωνα με την περ. στ) της παρ. 3 του άρθρου 5.

4.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η κατά τόπον και η καθ' ύλην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 5.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις οπλοφορίας, οι περιπτώσεις οπλοχρησίας, ο τρόπος εκπαίδευσης και προμήθειας του αναγκαίου οπλισμού, καθώς και κάθε άλλο συναφές με την οπλοφορία ζήτημα, σύμφωνα με το άρθρο 6. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τις μεθόδους και τον τρόπο αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος στον τομέα του λαθρεμπορίου και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και όπλων.

6.

α) Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η έναρξη ισχύος, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ψηφιοποιημένης ιδιόχειρης υπογραφής της παρ. 5 του άρθρου 6.

β)

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., που εκδίδεται μετά από μελέτη εκτίμησης αντικτύπου, δύναται να ορίζονται η θέση εγκατάστασης των συστημάτων επιτήρησης, τα χαρακτηριστικά τους, ο χρόνος ενεργοποίησης, η εμβέλεια και η διάρκεια λειτουργίας τους, κατά τρόπο, που διασφαλίζονται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα του μέτρου, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας των δεδομένων και μείωσης των επιπτώσεων στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στην επεξεργασία των δεδομένων, κατόπιν ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης, τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας, ο χρόνος επεξεργασίας αυτών, ο έλεγχος πρόσβασης και επεξεργασίας των δεδομένων, τα μέσα ενημέρωσης του κοινού για τη λειτουργία συστημάτων επιτήρησης και την επεξεργασία των δεδομένων στον χώρο που εισέρχονται, και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 6.

7.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.: 

α)

καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία καταβολής και είσπραξης των οικονομικών επιβαρύνσεων και εξόδων και το ποσό αυτών για την παροχή τελωνειακών εργασιών, εκτός του ωραρίου λειτουργίας ή εκτός του τελωνειακού καταστήματος, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 7 και 

β)

δύναται να ανακαθορίζεται το ωράριο λειτουργίας των τελωνειακών αρχών, για τις ανάγκες και τη διευκόλυνση του εμπορίου, σύμφωνα με το άρθρο 7.

8.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να ρυθμίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εγκατάσταση και λειτουργία του Συστήματος Παρακολούθησης Επαγγελματικών Οχημάτων και Εμπορευματοκιβωτίων του άρθρου 8.

Άρθρο 195. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β' Ενότητας Ι
1.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότερες διαδικασίες και

διατυπώσεις που αφορούν στην υποβολή δηλωτικού φορτίου, σύμφωνα με το άρθρο 15, για: 

α)

πλοία που προσεγγίζουν σε Ελεύθερες Ζώνες, 

β)

ειδικά πλοία, 

γ)

πλοία αναψυχής ή ναυτικών αθλήσεων,

δ)

πλοία που μεταφέρουν στρατιωτικά εφόδια και 

ε)

πλοία που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία.

2.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., κατά το μέρος που δεν ρυθμίζεται στην ενωσιακή νομοθεσία, και εμπίπτει στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ε.Ε., δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις, τις απαιτούμενες διαδικασίες και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 18.

3.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του άρθρου 19 σχετικά με:

α)

τη διαδικασία του ελέγχου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 19, από την αρμόδια τελωνειακή αρχή,

β)

την επίβλεψη και τον έλεγχο της κίνησης των πλοίων αναψυχής ή ναυτικών αθλήσεων και τις υποχρεώσεις των κυβερνητών και ιδιοκτητών αυτών,

γ)

τη διαδικασία ελέγχου των αεροσκαφών των ενόπλων δυνάμεων της χώρας ή άλλων δημόσιων υπηρεσιών,

δ)

τις απαιτούμενες δηλώσεις και διατυπώσεις σχετικά με τα καύσιμα κίνησης του πλοίου κατά τον κατάπλου και απόπλου,

ε)

τις απαιτούμενες τελωνειακές διατυπώσεις για τα πολεμικά πλοία και αεροσκάφη άλλων κρατών.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το μέρος που δεν καθορίζεται στην ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτει στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθορίζονται ειδικότερα θέματα, ως προς τις τελωνειακές διαδικασίες για τα είδη που διακινούνται μέσω του Φορέα Παροχής Καθολικής Υπηρεσίας και υπόκεινται σε έλεγχο από τις τελωνειακές αρχές.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το μέρος που δεν καθορίζεται στην ενωσιακή νομοθεσία, και εμπίπτει στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις, τις απαιτούμενες διαδικασίες και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 21.

6.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να καθορίζονται οι αρμοδιότητες και η έδρα των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (Π.Ε.Τ.Α.) και της Ανώτατης Επιτροπής Τελωνειακών Αμφισβητήσεων (Α.Ε.Τ.Α.), η συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία αυτών, κάθε απαιτούμενη διαδικασία και δαπάνη σχετικά με την αμφισβήτηση, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 24.

7.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία έκδοσης και ανάκλησης της άδειας, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 25.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να ορίζονται ενδεικτικά περιπτώσεις, στις οποίες ελλείπει η υπαιτιότητα προσώπων, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 25.

9.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύνανται να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ο τρόπος και η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για τη διαγραφή της τελωνειακής οφειλής που έχει υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 25.

10.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται στην ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία σχετικά με τη σύσταση και την αποδέσμευση της εγγύησης, το είδος αυτής, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 26.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών το ποσό της παρ. 5 του άρθρου 27 μπορεί να αυξομειώνεται, χωρίς να υπερβαίνει το αντίστοιχο για τους δασμούς ποσό που προβλέπεται από τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα.

12.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την επιστροφή, ο τρόπος επιστροφής, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 28.

13.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών το ποσό της παρ. 6 του άρθρου 28 μπορεί να αυξομειώνεται, δεν μπορεί όμως να υπερβεί το αντίστοιχο για τους δασμούς ποσό, που προβλέπεται από τις ισχύουσες συναφείς διατάξεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας.

14.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 

α)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία υπαγωγής των εμπορευμάτων σε κάθε τελωνειακό καθεστώς, 

β)

ο τρόπος συμπλήρωσης και υποβολής της διασάφησης, επαλήθευσης της ακρίβειας των στοιχείων αυτής, δειγματοληψίας των εμπορευμάτων, υπολογισμού, βεβαίωσης και είσπραξης των αναλογουσών επιβαρύνσεων, καθώς και ο τύπος των σχετικών εντύπων και αποδεικτικών είσπραξης,

γ)

ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος φύλαξης των εγγράφων και άλλων πληροφοριών που προσκομίζονται ή υποβάλλονται ψηφιακά στις τελωνειακές αρχές, και

δ)

η λογιστική τακτοποίηση τελωνειακών παραστατικών. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται συγκεκριμένες τελωνειακές αρχές της επικράτειας για τον τελωνισμό συγκεκριμένων εμπορευμάτων, όταν αυτό επιβάλλεται από τη φύση τους ή τον τρόπο διακίνησής τους. Με όμοια απόφαση δύναται να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τις διαδικασίες, τους όρους και τις προϋποθέσεις υπαγωγής των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς ή λήψης άλλου τελωνειακού προορισμού, ζητήματα σχετικά με τη συμπλήρωση και κατάθεση της διασάφησης, την εξέταση και δειγματοληψία των εμπορευμάτων, τον υπολογισμό, τη βεβαίωση, τη συμπληρωματική βεβαίωση και την είσπραξη των επιβαρύνσεων και κάθε άλλο αναγκαίο τεχνικό ή άλλο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 29.

15.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, ο έλεγχος και η εφαρμογή των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 29.

16.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 

α)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία έγκρισης της υπαγωγής σε απλουστευμένη διαδικασία και 

β)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του αναλογούντος Φ.Π.Α., κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, στο πλαίσιο εφαρμογής του κεντρικού τελωνισμού, σύμφωνα με τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 30.

17.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών - εκροών στις αποθήκες αποταμίευσης ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 71, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 31.

18.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταστροφής, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 32.

19.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την υπαγωγή στο καθεστώς της διαμετακόμισης, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 33.

20.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται η διαδικασία εφοδιασμού πλοίων και αεροσκαφών, η ψηφιοποίηση της διαδικασίας αυτής, οι όροι, οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας απλουστευμένης διαδικασίας εφοδιασμού, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της παράδοσης των εφοδίων, η διαδικασία εφοδιασμού των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 36 στην παροχή υπηρεσιών εστίασης ή ψυχαγωγίας επί των πλοίων που εμπίπτουν στην περ. θ) της παρ. 2 του άρθρου 36, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 35.

21.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η αύξηση ή η μείωση του δικαιώματος υπερημερίας και του διοικητικού κόστους υπερημερίας του άρθρου 37.

22.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η αύξηση ή μείωση έως κατά πενήντα τοις εκατό (50%) των ποινών του άρθρου 38.

23.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για τη διαδικασία είσπραξης του πλειστηριάσματος σε εφαρμογή του άρθρου 44.

24.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία διάθεσης, εκποίησης, καταστροφής, τα κριτήρια για τη δωρεάν ή με τίμημα διάθεση, ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας των επιτροπών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 45.

25.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι όροι και οι διατυπώσεις, σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται κατ' εξαίρεση να εκποιούνται ή να διατίθενται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 45, εμπορεύματα για τα οποία προβλέπονται απαγορεύσεις ή περιορισμοί κατά την εισαγωγή τους, όταν κηρυχθούν αζήτητα και περιέλθουν στην κυριότητα του Δημοσίου.

26.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της χώρας, ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά έγγραφα και η διαδικασία εισαγωγής, εξαγωγής, διέλευσης ή διακίνησης επικίνδυνων εμπορευμάτων και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 48.

Άρθρο 196. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ' Ενότητας Ι
1.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται: 

α)

οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας φορολογικής αποθήκης και εγκεκριμένου αποθηκευτή των προϊόντων, οι διαδικασίες επιβολής του φόρου κατανάλωσης, η παρακολούθηση και ο έλεγχος των προϊόντων του παρόντος, 

β)

οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά, οι ανώτατες χορηγούμενες ποσότητες και η διαδικασία χορήγησης των απαλλαγών της παρ. 8 του άρθρου 50, 

γ)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την επιστροφή του φόρου κατανάλωσης της παρ. 13 του ίδιου άρθρου, καθώς και 

δ)

κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 50.

2.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., δύναται να καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για τον χρόνο και τον τόπο, όπου καθίσταται απαιτητός ο φόρος και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 53.

3.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διατυπώσεις, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία εγγραφής σε Μητρώο του πιστοποιημένου αποστολέα και του πιστοποιημένου παραλήπτη προϊόντων υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. που έχουν τεθεί σε ανάλωση, η αρμόδια αρχή για την εγγραφή και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 54.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται το είδος, η παροχή και η ισχύς της εγγύησης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εγγραφή στο Μητρώο του περιστασιακά πιστοποιημένου αποστολέα και του περιστασιακά πιστοποιημένου παραλήπτη της παρ. 6 του άρθρου 55, το είδος, η παροχή και η ισχύς της εγγύησης της περ. α) της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την επιστροφή του Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με την παρ. 15 του ιδίου άρθρου, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 55.

5.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τις εφεδρικές διαδικασίες και έγγραφα και τις εναλλακτικές αποδείξεις παραλαβής προϊόντων που υπόκεινται σε Ε.Φ.Κ. και που έχουν τεθεί σε ανάλωση, εάν το μηχανοργανωμένο σύστημα δεν είναι διαθέσιμο καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 56.

6.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διατυπώσεις, οι προϋποθέσεις, οι όροι, η διαδικασία και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 59.

7.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται: 

α)

οι προϋποθέσεις με τις οποίες χορηγείται η άδεια σύστασης και λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών, 

β)

ο ανώτατος χρόνος παραμονής των προϊόντων κατά κατηγορία, στη φορολογική αποθήκη, 

γ)

η διαδικασία παραλαβής ή αποστολής των προϊόντων, 

δ)

οι όροι αποθήκευσης και λογιστικής διαχείρισης των προϊόντων, 

ε)

ο τρόπος παρακολούθησης των προϊόντων και της άσκησης του ελέγχου αυτών,

στ)

ο χρόνος διάρκειας της λειτουργίας των αποθηκών αυτών και οι λόγοι ανάκλησης της άδειας αυτής πριν από τον χρόνο λήξης, και

ζ)

κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την αναγνώριση ή λειτουργία των φορολογικών αποθηκών, σύμφωνα με το άρθρο 62.

8.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εποπτεία και τον έλεγχο των φορολογικών αποθηκών των βιομηχανοποιημένων καπνών με διαρκή παρουσία υπαλλήλων των αρμόδιων τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 62.

9.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι διαδικασίες και οι προδιαγραφές εγκατάστασης και ελέγχου των ολοκληρωμένων συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής αποστολής δεδομένων εισροών-εκροών στις φορολογικές αποθήκες ενεργειακών προϊόντων της παρ. 1 του άρθρου 71, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 62.

10.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία χορήγησης της άδειας εγκεκριμένου αποθηκευτή υποκείμενων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων, το ύψος και το είδος της εγγύησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 63.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται τα προϊόντα που υπόκεινται σε φυσική απομείωση, τα ποσοστά της απομείωσης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των απωλειών αυτών στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 64.

12.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταστροφής, ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 111, των βιομηχανοποιημένων καπνών που βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη, υπό καθεστώς αναστολής των αναλογουσών φορολογικών επιβαρύνσεων και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την καταστροφή των βιομηχανοποιημένων καπνών κατ' εφαρμογή του άρθρου 64.

13.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιστρέφεται ή διαγράφεται ο Ε.Φ.Κ. σύμφωνα με το άρθρο 65, οι αρμόδιες για την επιστροφή ή διαγραφή αρχές, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 65.

14.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση απαλλαγής από την καταβολή του Ε.Φ.Κ. για τα υποκείμενα σε Ε.Φ.Κ. προϊόντα, τα οποία διατίθενται από τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών, για την εφαρμογή του άρθρου 66.

15.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, οι χορηγούμενες ποσότητες και η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής της παρ. 1 του άρθρου 67, καθώς και της απαλλαγής από δασμό και λοιπές επιβαρύνσεις των ειδών που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με την παρ. 1του ως άνω άρθρου, με την επιφύλαξη ειδικότερων οριζομένων στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 67.

16.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις, η διαδικασία σχετικά με τις πωλήσεις υποκειμένων σε Ε.Φ.Κ. προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση από καταστήματα πλοίων και αεροσκαφών και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 68.

17.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότερες διατυπώσεις και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 69.

18.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες ένταξης των ενδιαφερόμενων επιτηδευματιών στο Μητρώο Δια-κινητών Πετρελαίου Θέρμανσης, ο τρόπος ελέγχου μέσω πληροφοριακού συστήματος της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου θέρμανσης, οι υπηρεσίες ελέγχου, καθώς και η διαδικασία για την παραλαβή πετρελαίου θέρμανσης από πρόσωπα που δεν είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτονται από Αυτόνομους Σταθμούς Ενέργειας, σύμφωνα με τις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 71.

19.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται η διαδικασία χρωματισμού και ιχνηθέτησης των προϊόντων της παρ. 3 του άρθρου 71, τεχνικά ζητήματα που αφορούν στον ιχνηθέτη, η μέθοδος και ο εξοπλισμός για τους ελέγχους προσδιορισμού του ιχνηθέτη, η διαδικασία ελέγχου των ιχνηθετημένων καυσίμων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 71.

20.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η διαδικασία για την εφαρμογή των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 71. Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την παρακολούθηση της διάθεσης ενεργειακών προϊόντων με διαφοροποιημένους συντελεστές Ε.Φ.Κ., αναλόγως της χρήσης τους, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 71.

21.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ε.Φ.Κ. της ηλεκτρικής ενέργειας, οι υποχρεώσεις των διανομέων, οι έλεγχοι από τις αρμόδιες ελεγκτικές τελωνειακές υπηρεσίες καθώς και κάθε άλλο σχετικό αναγκαίο θέμα, σύμφωνα με την περ. κα) της παρ. 1 και την παρ. 8 του άρθρου 71.

22.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζονται τα στοιχεία που διαβιβάζονται στις αρμόδιες ελεγκτικές τελωνειακές υπηρεσίες, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους στο πλαίσιο επιβολής Ε.Φ.Κ. στην ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με την περ. κα) της παρ. 1 και την παρ. 8 του άρθρου 71.

23.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ε.Φ.Κ. του φυσικού αερίου, οι υποχρεώσεις των διανομέων ή αναδιανομέων, οι έλεγχοι από τις αρμόδιες ελεγκτικές τελωνειακές υπηρεσίες, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα, σύμφωνα με τις περ. ιστ), ιζ) και ιη) της παρ. 1 και την παρ. 9 του άρθρου 71.

24.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζονται τα στοιχεία που διαβιβάζονται στις αρμόδιες ελεγκτικές τελωνειακές υπηρεσίες, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους, στο πλαίσιο επιβολής Ε.Φ.Κ. στο φυσικό αέριο, σύμφωνα με τις περ. ιστ), ιζ) και ιη) της παρ. 1 και την παρ. 9 του άρθρου 71.

25.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 72, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ιδίου άρθρου.

26.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την επανεισαγωγή στη φορολογική αποθήκη ενεργειακών προϊόντων που έχουν καταστεί ακατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό που προορίζονταν, για ανακύκλωση, και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 75.

27.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδίδεται κάθε έτος, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της επιστροφής του Ε.Φ.Κ., ο χρόνος επιστροφής, τα δικαιούχα επιστροφής πρόσωπα, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ποσοτήτων πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για τις οποίες υπολογίζεται η επιστροφή του Ε.Φ.Κ., η αρμόδια για την επιστροφή του Ε.Φ.Κ. αρχή, ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων για το οποίο χορηγείται επιστροφή του φόρου, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 76.

28.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται τα νησιά που υπάγονται στην παρ. 5 του άρθρου 76, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του ποσού της προκαταβολής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 76.

29.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά, οι αρμόδιες αρχές και η διαδικασία επιστροφής και ελέγχου χορήγησης αυτής και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 76.

30.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά, η διαδικασία επιστροφής του Ε.Φ.Κ. του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κίνησης, το οποίο χρησιμοποιείται από τις βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά και προνοιακά ιδρύματα, ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρησιμοποίησης αυτού και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 76.

31.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία απαλλαγής από τον Ε.Φ.Κ. των ενεργειακών προϊόντων στο πλαίσιο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 76, εκτός των περ. α) και β) και της περ. στ) για το φυσικό αέριο, ο τρόπος ελέγχου της νόμιμης χρησιμοποίησης των απαλλασσόμενων προϊόντων και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 76.

32.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι απαιτούμενοι έλεγχοι, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με την περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 76.

33.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα είδη των πλωτών μέσων του άρθρου 77, οι διαδικασίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας λειτουργίας των πλωτών μέσων του άρθρου 77, οι αρμόδιες αρχές για την έκδοση και τον έλεγχο της άδειας λειτουργίας, οι περιπτώσεις ανάκλησης ή προσωρινής αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου.

34.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τρόπος διαπίστωσης των παραβάσεων της παρ. 3 του άρθρου 78, το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης της περ. β) της παρ. 2, η διαδικασία, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., ο χρόνος, ο τρόπος, οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των παραβατών, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 78.

35.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ε.Φ.Κ. που αναλογεί στο προϊόν απόσταξης των διήμερων μικρών αποσταγματοποιών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 82.

36.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι ποσότητες, οι όροι και οι διατυπώσεις για τη χορήγηση των απαλλαγών από τον Ε.Φ.Κ. αιθυλικής αλκοόλης των παρ. 1 και 2 του άρθρου 83, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 83. Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες ενωσιακές διατάξεις, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται το είδος και το ποσοστό των χρησιμοποιούμενων μετουσιωτικών της αιθυλικής αλκοόλης, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 83.

37.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα προϊόντα για τα οποία υφίσταται δυνατότητα επικόλλησης ενσήμων ταινιών φορολογίας, σύμφωνα με το άρθρο 84.

38.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται η αξία (κόστος), ο τύπος και οι προδιαγραφές των ενσήμων ταινιών φορολογίας, η διαδικασία χορήγησης, η ημερομηνία έναρξης επικόλλησης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 84. Με όμοια απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η επιτροπή της παρ. 5 του άρθρου 84, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταστροφής των ενσήμων ταινιών φορολογίας, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 84.

39.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι μέθοδοι προσδιορισμού των βαθμών Plato, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 86.

40.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χαρακτηρισμού των ανεξάρτητων μικρών ζυθοποιείων και καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 86.

41.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για τη χορήγηση της απαλλαγής από τον Ε.Φ.Κ. για τα προϊόντα του άρθρου 91, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 92.

42.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες για τον έλεγχο και την εποπτεία των μονάδων παραγωγής, εμφιάλωσης και εμπορίας των προϊόντων του άρθρου 91 για φορολογικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 92.

43.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι επιμέρους κατηγορίες αλκοολούχων ποτών, για τις οποίες, όταν ασκείται επιτήδευμα της παρ. 1 του άρθρου 93, είναι υποχρεωτική η εγγραφή στο μητρώο, τα ειδικότερα στοιχεία που καταχωρούνται σε αυτό, ο χρόνος καταχώρησης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του ως άνω άρθρου. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία που καταχωρούνται στο μητρώο της παρ. 2 του άρθρου 93, ο χρόνος καταχώρησης, ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του μητρώου, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της ως άνω παραγράφου.

44.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι συναλλαγές της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι επιμέρους κατηγορίες έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και τα ειδικότερα στοιχεία που καταχωρούνται υποχρεωτικά στο ηλεκτρονικό μητρώο, ο χρόνος καταχώρησης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 94. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να προβλεφθεί η ταυτοποίηση μέσω ηλεκτρονικού μητρώου και σε άλλα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας έτοιμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.

45.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις και διαδικασίες για την πιστοποίηση των παρ. 2 και 4 του άρθρου 95, οι κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης αυτών και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 95.

46.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία για την πιστοποίηση της παρ. 3 του άρθρου 95, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

47.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύνανται να καθορίζονται οι διαδικασίες ή οι ειδικότερες προϋποθέσεις αναγνώρισης στη χώρα των πιστοποιητικών που εκδίδονται σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. για παραγωγούς των προϊόντων των άρθρων 80, 85, 87, 89 και 91, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε αυτά και πληρούν κατά περίπτωση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 95.

48.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων, βάσει των δεδομένων που αφορούν στις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1ης και 31ης Ιανουαρίου κάθε έτους, σύμφωνα με το άρθρο 99.

49.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα πούρα και πουράκια βάσει των οποίων υπολογίζεται ο Ε.Φ.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 100. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, για αποκλειστική χρήση των παραληπτών τους και σε ποσότητες μέχρι αυτές που αναγράφονται στην απόφαση του πρώτου εδαφίου.

50.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η μέση σταθμισμένη τιμή λιανικής πώλησης κάθε έτους, η οποία εκδίδεται εντός του Ιανουαρίου κάθε έτους και εφαρμόζεται για όλο το έτος, σύμφωνα με το άρθρο 101.

51.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την έκδοση της άδειας και την ανανέωση αυτής, κατ' εφαρμογή των παρ. 1 και 3 του άρθρου 104.

52.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις παραγωγής εκτός καθεστώτος, η αρμόδια αρχή χορήγησης της έγκρισης, το ποσό της παρεχόμενης εγγύησης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 104.

53.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και η διαδικασία για τη χορήγηση, την τροποποίηση, την ανάκληση και τον χρόνο ισχύος της άδειας, την αδειοδότηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με κρίσιμες πρώτες ύλες για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 104.

54.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Υγείας και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές για τη διαχείριση, την ενημέρωση και την παρακολούθηση της ορθής λειτουργίας του Ενιαίου Κεντρικού Μητρώου Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών (Ε.Κ.Μ.Ε.Α.), τα ζητήματα της ανταλλαγής πληροφοριών και διασταύρωσης στοιχείων για τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών, τσιγαρόχαρτου και λοιπών κρίσιμων υλών για την παραγωγή αυτών, καθώς και ηλεκτρονικών τσιγάρων, ηλεκτρικά θερμαινόμενων προϊόντων και νικοτινούχων ή μη προϊόντων, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) και του ν. 4624/2019 (Α' 137), η ημερομηνία έναρξης λειτουργίας των εφαρμογών καταχώρησης των αδειών, εγκρίσεων, δηλώσεων γνωστοποιήσεων ή κοινοποιήσεων των προϊόντων των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α., ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης καταχώρησης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 στο Ε.Κ.Μ.Ε.Α., καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 105.

55.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας επιχειρήσεων της εφοδιαστικής αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών του άρθρου 106.

56.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των απαλλαγών του άρθρου 108.

57.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται:

α)

οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διατυπώσεις χορήγησης της πίστωσης, οι απαιτούμενες εγγυήσεις, 

β)

ο τρόπος αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που δίδονται ως εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 110. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών συγκροτείται Επιτροπή αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της περ. β) του πρώτου εδαφίου.

58.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συγκρότησης και λειτουργίας της Επιτροπής καταστροφής βιομηχανοποιημένων καπνών του άρθρου 111. Με όμοια απόφαση συγκροτείται η Επιτροπή του άρθρου 111.

59.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τον συμψηφισμό ή την επιστροφή των φόρων κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 111.

60.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η αξία (κόστος), οι διαστάσεις, ο χρωματισμός, οι ενδείξεις και τα λοιπά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ενσήμων ταινιών του άρθρου 112.

61.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τρόπος εφοδιασμού των δικαιούμενων προσώπων με ένσημες ταινίες, η διαδικασία αποστολής αυτών στα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ή σε τρίτες χώρες, προκειμένου να επικολληθούν στα κουτιά συσκευασίας των βιομηχανοποιημένων καπνών που παράγονται και προορίζονται για κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και η διαδικασία για την επικόλληση των ταινιών του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 112.

62.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του συστήματος ιχνηλασιμότητας προϊόντων καπνού του άρθρου 113. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και των, κατά περίπτωση, αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πρόσβασης των αρμοδίων αρχών στη μονάδα αποθήκευσης δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 113.

63.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των χαρακτηριστικών ασφαλείας επί των μονάδων συσκευασίας προϊόντων καπνού που διατίθενται στην αγορά του άρθρου 114.

64.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο, το οποίο αναγράφεται στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσης των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 115. Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι ενδείξεις που αναγράφονται στα παραπάνω προϊόντα, τα οποία προορίζονται για τις ξένες πρεσβείες και διπλωματικές αποστολές ή για τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών ή για εφοδιασμό των πλοίων και αεροσκαφών που αναχωρούν για το εξωτερικό ή πραγματοποιούν ενδοενωσιακή θαλάσσια διαδρομή ή με άλλο τρόπο διατίθενται αφορολόγητα.

65.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία καταστροφής, ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 111, της καπνόσκονης, των λοιπών υπολειμμάτων βιομηχανοποίησης καπνού, του τσιγαρόχαρτου, του εξοπλισμού και των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιομηχανοποιημένων καπνών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 116.

66.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών, ο τρόπος υποβολής αυτής και των υποστηρικτικών δικαιολογητικών εγγράφων και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 117. Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η ακύρωση ή διόρθωση της Δήλωσης Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών και οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις και η διαδικασία για την ακύρωση ή διόρθωση αυτής.

67.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ορίζονται ο τύπος της αναλυτικής κατάστασης, τα στοιχεία που αυτή περιλαμβάνει και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 119.

68.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για τον υπολογισμό, τη βεβαίωση και είσπραξη του Ε.Φ.Κ. βιομηχανοποιημένων καπνών κατά την εφαρμογή του άρθρου 120.

69.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται: 

α)

οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η άμεση παράδοση στο εσωτερικό της χώρας σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 121, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή πραγματοποιείται, 

β)

το είδος της παρεχόμενης εγγύησης της παρ. 7 του ως άνω άρθρου, 

γ)

οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή εγγύησης από τα πρόσωπα της παρ. 8 του ίδιου άρθρου.

70.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου τήρησης της παρ. 1 του άρθρου 122, τα σημεία σφράγισης, τα χαρακτηριστικά των σφραγίδων, τα συνοδευτικά έγγραφα τα οποία φέρουν υποχρεωτικά τα στοιχεία των σφραγίδων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 122.

71.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται:

α)

οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου τήρησης όσων ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 123,

β)

το περιεχόμενο της δήλωσης γνωστοποίησης παραλαβής των προϊόντων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, 

γ)

οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, στις οποίες υποβάλλεται η δήλωση γνωστοποίησης,

δ)

ο τρόπος υποβολής της,

ε)

οι υποχρεώσεις των παραληπτών και των μεταφορέων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., είναι δυνατό να ορίζονται και άλλα προϊόντα, πλέον όσων ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 123, τα οποία υπάγονται σε έλεγχο στη διακίνηση και την παραλαβή, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο.

72.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις με τις οποίες χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές η άδεια του εγγεγραμμένου παραλήπτη και του περιστασιακά εγγεγραμμένου παραλήπτη, καθώς και οι διατυπώσεις και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των παρ. 2 έως και 4 του άρθρου 124.

73.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η άδεια του εγγεγραμμένου αποστολέα από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι διατυπώσεις και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 124.

74.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες που τηρούνται αν το μηχανοργανωμένο σύστημα είναι μη διαθέσιμο, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 126.

75.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την προσκόμιση εναλλακτικής απόδειξης παραλαβής για τη λήξη της διακίνησης υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 127.

76.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του Ε.Τ.Ε.Π.Π.Α.Α. και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 128.

77.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ελάχιστα όρια του προστίμου που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 131. Με όμοια απόφαση μπορεί οι απλές τελωνειακές παραβάσεις να κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και να προσδιορίζεται ειδικότερα το ύψος του προστίμου μέσα στα όρια που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο.

78.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος, ο χρόνος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης των εγκαταστάσεων κατόχου άδειας εμπορίας ή λιανικής εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, στις οποίες διαπιστώνονται οι παραβάσεις της παρούσας και δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και των κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του ν. 4624/2019, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 131.

79.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται η έννοια της εγκατάστασης, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων βαρύτητας της παράβασης, οι ειδικότεροι όροι, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης των εγκαταστάσεων, καθώς και η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των εγκαταστάσεων, των παραβάσεων, των επιβαλλόμενων κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 131.

80.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας της δειγματοληψίας, της διαδικασίας της χημικής εξέτασης των δειγμάτων, της οριστικοποίησης των αποτελεσμάτων της χημικής εξέτασης και κάθε άλλης αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή του άρθρου 132.

81.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εξειδικεύονται οι παραβάσεις του άρθρου 133, ορίζεται το ποσό των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση εντός των ορίων της περ. α. της παρ. 2 του άρθρου 133, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης ή της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης των υποπερ. αβ) και αγ) της περ. α. της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με όμοια απόφαση δύναται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (Σ.Ε.Κ.) του άρθρου 6 του ν. 4410/2016 (Α' 141), καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του ν. 4624/2019.

Άρθρο 197. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Δ' Ενότητας Ι
1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία υπαγωγής των επιβατικών αυτοκινήτων στις ρυθμίσεις της παρ. 8 του άρθρου 136, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 136.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Υποδομών και Μεταφορών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται, στις ειδικές περιπτώσεις οχημάτων που δεν διαθέτουν τα δικαιολογητικά έγγραφα του πρώτου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 136, για την υπαγωγή του οχήματος στον αντίστοιχο συντελεστή τέλους ταξινόμησης, οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά έγγραφα που υποβάλλονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για τον χαρακτηρισμό του οχήματος ως αντιρρυπαντικής τεχνολογίας και τη διαπίστωση των προδιαγραφών της οδηγίας αντιρρυπαντικής τεχνολογίας που αυτό πληροί εκ κατασκευής, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 136.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα έντυπα, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία υπαγωγής των επιβατικών αυτοκινήτων στις ρυθμίσεις του άρθρου 137 με αναλογική καταβολή ή επιστροφή του τέλους ταξινόμησης, τα απαιτούμενα παράβολα, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 137.

4.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία υπαγωγής των επιβατικών αυτοκινήτων στις ρυθμίσεις του άρθρου 138, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία για την αναστολή της βεβαίωσης του τέλους ταξινόμησης, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 139, σε οχήματα των δασμολογικών κλάσεων 87.02, 87.04 και 87.05 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Υποδομών και Μεταφορών δύναται να καθορίζονται οι διαδικασίες και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τη διαπίστωση του προτύπου εκπομπών ρύπων (Euro), για την εφαρμογή του άρθρου 139.

7.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 139, τα δικαιολογητικά στοιχεία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των φορτηγών οχημάτων ανεξαρτήτως προέλευσης ή των εγχωρίως παραγομένων, καθώς και οι όροι, προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης με την ειδική δήλωση του άρθρου 146.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα ποσοστά της παρ. 1 του άρθρου 142 ανά εξάμηνο και έτος ηλικίας του αυτοκινήτου και ανά κατηγορία αμαξώματος.

9.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 142, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των ποσοστών απομείωσης των μεταχειρισμένων επιβατικών οχημάτων και ο τρόπος προσδιορισμού των ποσοστών των ενδιάμεσων μηνών, καθώς και τα απαραίτητα ή πρόσφορα για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας ή του κυλινδρισμού του κινητήρα των επιβατικών αυτοκινήτων, δικαιολογητικά στοιχεία, καθώς και η σχετική διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό θέμα, για την εφαρμογή του άρθρου 142, καθώς και οι όροι, προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης των οχημάτων με την ειδική δήλωση του άρθρου 146.

10.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης για τη μεταφορά, άφιξη και αποστολή των ενωσιακών οχημάτων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 145.

11.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης, του αποδεικτικού είσπραξης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 146.

12.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ταξινόμησης και ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στην ψηφιοποίησή του, τη διακίνηση, τη διαχείριση, την καταχώριση, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με την έκδοση του πιστοποιητικού ταξινόμησης θέμα σύμφωνα με το άρθρο 146.

13.

Με την απόφαση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 66 του άρθρου 196 δύναται να καθορίζονται οι περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η ακύρωση ή διόρθωση της Ειδικής Δήλωσης και οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις και η διαδικασία για την ακύρωση ή διόρθωση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 146.

14.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται εθνικές αρχές, ως εθνικά σημεία επαφής, αρμόδια για την επεξεργασία εισερχόμενων και εξερχόμενων αιτημάτων για δεδομένα ταξινόμησης οχημάτων, καθώς και λοιπά θέματα που αφορούν στους όρους λειτουργίας της αυτοματοποιημένης διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών ταξινόμησης οχημάτων με χρήση της εφαρμογής λογισμικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για Οχήματα και Άδειες Οδήγησης (ΕυθΑθΙ5), για τους σκοπούς του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), όπως προβλέπεται στο άρθρο 21α του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2010 για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (Ε 268), σύμφωνα με το άρθρο 146.

15.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την επιστροφή του τέλους ταξινόμησης, για την εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 146.

16.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζονται τα πρόσωπα της παρ. 12 του άρθρου 148, με εξαίρεση το προσωπικό που προσλαμβάνεται τοπικά, που μπορούν να παραλαμβάνουν ατελώς τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα ή να τα αντικαθιστούν ατελώς, με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται για κάθε έναν εκ των οργανισμών της ανωτέρω παραγράφου.

17.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία χορήγησης της ολικής ή μερικής απαλλαγής από το τέλος ταξινόμησης των οχημάτων που παραλαμβάνονται από τα δικαιούχα πρόσωπα του άρθρου 148, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 148.

18.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να καθορίζονται η διαδικασία χορήγησης της απαλλαγής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 149.

19.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 1477/1984 (Α' 144) για τα ενωσιακά επιβατικά αυτοκίνητα.

20.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται: 

α)

οι προϋποθέσεις με τις οποίες χορηγείται η άδεια λειτουργίας των φορολογικών αποθηκών, 

β)

η διαδικασία παραλαβής ή αποστολής των οχημάτων από τις φορολογικές αποθήκες, 

γ)

οι όροι αποθήκευσης και λογιστικής διαχείρισης των οχημάτων, 

δ)

ο τρόπος παρακολούθησης των οχημάτων και της άσκησης του ελέγχου αυτών, 

ε)

ο χρόνος διάρκειας της λειτουργίας των αποθηκών αυτών και οι λόγοι ανάκλησης της άδειας αυτής πριν από τον χρόνο λήξης, και 

στ)

κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 151.

21.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας εγκεκριμένου αποθηκευτή, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 152.

22.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται πρόσθετα μέτρα ελέγχου στο εσωτερικό της χώρας που κρίνονται αναγκαία σύμφωνα με το άρθρο 154 για την εφαρμογή του Κεφαλαίου Δ' του Μέρους Δ' του παρόντος.

23.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται ο τύπος των ελληνικών προσωρινών αδειών κυκλοφορίας, ο τύπος και το σχήμα των πινακίδων, το αντίτιμο της διάθεσης αυτών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 156.

24.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να καθορίζονται η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση της απαλλαγής δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω μεταφοράς συνήθους κατοικίας, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 157.

25.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζονται τα κράτη στα οποία χορηγείται απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης για καινούριο ή μεταχειρισμένο επιβατικό αυτοκίνητο ή αυτοκινούμενο τροχόσπιτο ιδιωτικής χρήσης της παρ. 3 του άρθρου 157.

Άρθρο 198. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Ε' Ενότητας Ι
1.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δύναται να εξειδικεύονται οι παραβάσεις της παρ. 5 του άρθρου 165 και να ρυθμίζεται το ποσό των προστίμων για κάθε παράβαση στα όρια που προ-βλέπονται στο άρθρο 165.

2.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., δύνανται να καθορίζονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, ο τρόπος και η ειδικότερη διαδικασία για την εφαρμογή της ψηφιακής κοινοποίησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 170.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται: 

α)

οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών σε όσους παρέχουν πληροφορίες, οι οποίοι συμβάλλουν: 

αα)

στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή λαθρεμπορικών πράξεων του άρθρου 174 ή 

αβ)

στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων, 

β)

οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης αμοιβών στους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε., οι οποίες χορηγούνται για την επίτευξη εξαιρετικών επιδόσεων, πέραν των συνήθων καθηκόντων τους, που συμβάλλουν: 

βα)

στη διευκόλυνση της έρευνας για τη διαπίστωση και καταστολή σημαντικών υποθέσεων λαθρεμπορικών πράξεων του άρθρου 174 ή 

ββ)

στην κατάσχεση λαθραίων ειδών και εμπορευμάτων, και 

γ)

το ύψος και το είδος των αμοιβών που δίδονται ως αντάλλαγμα στα πρόσωπα των περ. α' και β, οι οποίες μπορεί να είναι υλικές, χρηματικές ή άλλες. Οι χρηματικές αμοιβές που καταβάλλονται είναι κατ' αποκοπή ποσά ή και ποσοστιαίες, έως είκοσι τοις εκατό (20%) επί των εισπραχθέντων πολλαπλών τελών ή του εκπλειστηριάσματος των κατασχεθέντων λαθραίων ειδών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα μέτρα προστασίας για τα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων.

4.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης δύναται να καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης της χρηματικής ποινής που έχει επιδικασθεί, σύμφωνα με το άρθρο 178.

5.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζεται ο τρόπος διαχείρισης των κατασχεθέντων ενεργειακών προϊόντων της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 186, για τα οποία δεν επιτρέπεται η επαναδιύλιση, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 2.

Άρθρο 199. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους ΣΤ' Ενότητας Ι
1.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζονται:

α)

η διαδικασία εκποίησης, ο τρόπος καθορισμού του τιμήματος και οι όροι πώλησης των ειδών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 192,

β)

οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., η διαδικασία εκποίησης, ο τρόπος καθορισμού του τιμήματος και οι όροι πώλησης ειδών, πέραν των περιλαμβανομένων στο άρθρο 192, τα οποία περιέρχονται στη διαχείριση των ως άνω Υπηρεσιών,

γ)

το ημερήσιο κόστος φύλαξης, ο χρόνος υπολογισμού του, το κόστος μεταφοράς όλων των ειδών που περιέρχονται στη διαχείριση των αρμοδίων Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και οποιαδήποτε άλλη δαπάνη βαρύνει τα είδη κατά την απόδοσή τους,

δ)

οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια της δωρεάν ή έναντι τιμήματος διάθεσης των ειδών της περ. γ) της παρ. 7 και της παρ. 13 του άρθρου 192, ο τρόπος καθορισμού του ποσού του τιμήματος και η διαδικασία διάθεσης, και

ε)

κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 192.

2.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της διαδικασίας απόδοσης των σχετικών ποσών στους δικαιούχους, καθώς και η αναπροσαρμογή του ποσοστού απόδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 193.

Άρθρο 200. Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Η' Ενότητας Ι

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία, οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαίο θέμα για την εναρμόνιση των εθνικών τελωνειακών διαδικασιών με τις αντίστοιχες ενωσιακές.

Άρθρο 201. Τελικές διατάξεις
1.

Οι δικονομικές προβλέψεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις της τέλεσης εγκλημάτων λαθρεμπορίας πριν από την ισχύ αυτού, εφόσον δεν εκδικάστηκαν οριστικά.

2.

Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού ή αναγκαστικού μέτρου σε εκτέλεση απόφασης ή διάταξης πολιτικού δικαστηρίου και από οποιαδήποτε αιτία, για εμπορεύματα που εναποτίθενται ή αποθηκεύονται στις αποθήκες ή τους χώρους προσωρινής εναπόθεσης ή αποταμίευσης που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα.

3.

α) Σε όσες περιπτώσεις έχει ασκηθεί νόμιμα προσφυγή κατά καταλογιστικής πράξης με την οποία επιβάλλονται πολλαπλά τέλη και η δικαστική απόφαση επί της προσφυγής κατέστη τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα, με αποτέλεσμα να έχουν επιδικαστεί κατ' εφαρμογή του ν. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος» (Α' 59 και 73) και του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α' 265), αλλά να μην έχουν ακόμα εισπραχθεί, εν μέρει ή εν όλω, πολλαπλά τέλη, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το ποσό των πολλαπλών τελών πέραν του τριπλασίου διαγράφεται, ανεξαρτήτως ταμειακής βεβαιώσεως αυτών από το αρμόδιο Τελωνείο. Η είσπραξη των ανωτέρω πολλαπλών τελών περιορίζεται συνολικά, κατόπιν συμψηφισμού των ήδη εισπραχθέντων, στο τριπλάσιο των ανωτέρω επιβαρύνσεων.

β)

Τυχόν νόμιμες προσαυξήσεις, τέλη εκπρόθεσμης καταβολής και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ανωτέρω πολλαπλών τελών περιορίζονται και εισπράττονται με βάση το ύψος των συνολικώς καταβαλλόμενων πολλαπλών τελών, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά την εφαρμογή της περ. α). Οι προσαυξήσεις πέραν του ανωτέρω ύψους διαγράφονται.

γ)

Αν το ήδη εισπραχθέν ποσό υπερβαίνει το τριπλάσιο των προβλεπόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, το ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται σε επιστροφή του υπερβάλλοντος.

δ)

Η απαλλαγή χορηγείται μετά από αίτηση του οφειλέτη στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης που είναι αρμόδια για την είσπραξη των προστίμων ή πολλαπλών τελών.

ε)

Οι περ. α) έως δ) ισχύουν και για όσες περιπτώσεις οι καταλογιζόμενοι δεν έχουν ασκήσει προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης ή η ασκηθείσα προσφυγή τους έχει απορριφθεί για τυπικούς λόγους. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο για καταλογιστικές πράξεις οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

4.

Όπου στον παρόντα Κώδικα και σε άλλες διατάξεις αναφέρεται ο όρος «πετρελαιοειδή προϊόντα» για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας θεωρείται ότι αφορά στα ενεργειακά προϊόντα του άρθρου 70.

5.

Όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή ή αναφορά σε άρθρο του ν. 2960/2001 ή του ν. 1165/1918 ή στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, εφεξής νοείται η αντίστοιχη πρόβλεψη του παρόντος Κώδικα ή ο παρών Κώδικας.

6.

Μετά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα, κανονιστικές αποφάσεις ή άλλες διοικητικές πράξεις που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αποφάσεις ή πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2960/2001 ή του ν. 1165/1918, εκδίδονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα.

7.

Κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1165/1918, του ν. 2127/1993 (Α' 48), περί εναρμόνισης προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις, του ν. 2682/1999 (Α' 16), περί διαρρυθμίσεων στη φορολογία των αυτοκινήτων οχημάτων και του ν. 2960/2001 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την αντικατάστασή τους, εφόσον σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις συμπεριλαμβάνονται και στον παρόντα Κώδικα.

8.

Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα δεν θίγουν τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Γενικού Χημείου του Κράτους σε θέματα:

α)

ελέγχου της ασφάλειας και της ποιότητας των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών και παραγόμενων έτοιμων προϊόντων, καθώς και των όρων διάθεσης στους καταναλωτές των έτοιμων παραγόμενων προϊόντων,

β)

καθορισμού συντελεστή απόδοσης πρώτων υλών σε προϊόντα, όπου απαιτείται,

γ)

προσδιορισμού νόμιμης φύρας,

δ)

καθορισμού μετουσιωτικών υλών, όπου απαιτείται, 

ε)

δειγματοληπτικών ελέγχων και χημικών αναλύσεων για τον προσδιορισμό του αλκοολικού τίτλου και των βαθμών PLATO, και

στ)

παρακολούθησης της παραγωγικής διαδικασίας από ποιοτικής πλευράς.

9.

Οι υπηρεσίες του Γενικού Χημείου του Κράτους συμμετέχουν, από κοινού με λοιπές αρμόδιες αρχές, σε επιτροπές για τη διενέργεια ελέγχων των ογκομετρήσεων δεξαμενών και άλλων περιεκτών, για τον προσδιορισμό της ποσότητας των παραγόμενων προϊόντων, καθώς και για τον έλεγχο της νόμιμης χρησιμοποίησης των παραλαμβανόμενων προϊόντων με μερική ή ολική απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. προϊόντων για ορισμένες χρήσεις

10.

Από τον παρόντα Κώδικα δεν θίγεται ο ν. 3054/2002 (Α' 230) «Οργάνωση της αγοράς πετρελαιοειδών και άλλες διατάξεις».

Άρθρο 202. Μεταβατικές διατάξεις
1.

Τα άρθρα 113 και 114 του π.δ. 284/1988 (Α' 128 και διόρθ. σφαλμ. Α' 165), τα άρθρα 10 έως 18 του Κεφαλαίου Β' «περί τελωνειακών αμφισβητήσεων» του β.δ. της 25ης Ιουλίου 1920 «περί κώδικος των νόμων περί τελωνειακού δασμολογίου» (Α' 170), το άρθρο 8 του ν. 5200/1931 (Α'232) και οι παρ. 10 και 11 του άρθρου 2 της υπ' αρ. 0.208/181/26.4.1982 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών «Αναμόρφωση Συλλογικών Οργάνων Γνωμοδοτικής και Αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών» (Β' 214) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης της παρ. 6 του άρθρου 195 του παρόντος Κώδικα.

2.

Από την έναρξη ισχύος του άρθρου 50 και μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 196 εφαρμόζονται: 

α)

για τα προϊόντα της περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 50, η υπό στοιχεία ΔΕΦΚΦ1119744ΕΞ2017/8.8.2017 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων για την παραγωγή, την κατοχή, την παραλαβή, την αποστολή, την εισαγωγή και εξαγωγή από εγκεκριμένους αποθηκευτές βιομηχανοποιημένων καπνών, του προϊόντος της περίπτωσης στ) της παρ. 1 του άρθρου 53Α του ν. 2960/2001, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, την επιβολή Φόρου Κατανάλωσης και ΥΠΑ, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτού» (Β' 2889) και β) για τα προϊόντα της περ. η) της παρ. 1 του άρθρου 50, η υπό στοιχεία ΔΕΦΚΦ Β 1182030 ΕΞ 14-12-2016/13.12.2016 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας φορολογικής αποθήκης στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες, προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα της περίπτωσης α) της παρ. 1 του άρθρου 53Α του ν. 2960/2001, των διαδικασιών παραγωγής εκτός καθεστώτος αναστολής, παραλαβής από άλλα κράτη μέλη, επιβολής του Φόρου Κατανάλωσης και Φ.Π.Α., παρακολούθησης και ελέγχου αυτών» (Β' 4173).

3.

Τα οριζόμενα στην υπό στοιχεία Δ 33Α 5055143 ΕΞ 2010/31.12.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός των όρων, των προϋποθέσεων, των διαδικασιών ένταξης των ενδιαφερομένων επιτηδευματιών στο μητρώο Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙΠΕΘΕ), του τρόπου ελέγχου της νόμιμης χρήσης του πετρελαίου θέρμανσης, υπηρεσίες ελέγχου, καθώς και διαδικασία για την παραλαβή πετρελαίου θέρμανσης από πρόσωπα που δεν είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο της ΔΕΗ και οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτονται από Αυτόνομους Σταθμούς Ενέργειας» (Β' 2047) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης της παρ. 18 του άρθρου 196.

4.

Η περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 53 Α του ν. 2960/2001 (Α' 265) εξακολουθεί να ισχύει έως την έναρξη ισχύος της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 50 του παρόντος Κώδικα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 275 του παρόντος.

5.

Το «Ενιαίο Κεντρικό Μητρώο Εφοδιαστικής Αλυσίδας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών» του άρθρου 100Β του ν. 2960/2001 εξακολουθεί να λειτουργεί με τους όρους του άρθρου αυτού έως την έναρξη ισχύος του άρθρου 105 του παρόντος Κώδικα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 275 του παρόντος.

6.

Εξακολουθούν να ισχύουν οι παρ. 4 και 4β του άρθρου 78 του ν. 2960/2001, περί απαλλαγής από τον Ε.Φ.Κ. του πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) κινητήρων που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία για τα έτη 2023 και 2024.

7.

Δεν θίγεται από την εφαρμογή του παρόντος η παρ. 2 του άρθρου 67 του ν. 2960/2001, περί απαλλαγής από την καταβολή του Ε.Φ.Κ., όπως ισχύει έως τις 31.12.2025 δυνάμει του άρθρου 55 του ν. 4447/2016 (Α' 241) και του άρθρου 56 του ν. 5073/2023 (Α' 204).

Άρθρο 203. Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται:

1.

Ο ν. 2960/2001 (Α' 265), περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα με την επιφύλαξη των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 202 του παρόντος.

2.

Το άρθρο 10 του ν. 438/1976 (Α' 256), περί δασμών, ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φόρων.

3.

Η υπό στοιχεία Δ.245/11/1.3.1988 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών «Δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές που εφαρμόζονται στις οριστικές εισαγωγές προσωπικών ειδών που ανήκουν σε ιδιώτες» (Β' 195), η οποία κυρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 1839/1989 (Α' 90).

4.

Το άρθρο 37 του ν. 1402/1983 (Α' 167), περί διάθεσης στην εσωτερική κατανάλωση.

5.

Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 3 του ν. 1684/1987 (Α' 18), περί ορισμού της «ιδίας χρήσης».

6.

Τα άρθρα 113 και 114 του π.δ. 284/1988 (Α' 128 και διόρθ. σφαλμ. Α' 165), τα άρθρα 10 έως 18 του Κεφαλαίου Β' «περί τελωνειακών αμφισβητήσεων» του β.δ. της 25ης Ιουλίου 1920 «περί κώδικος των νόμων περί τελωνειακού δασμολογίου» (Α' 170), το άρθρο 8 του ν. 5200/1931 (Α' 232) και οι παρ. 10 και 11 του άρθρου 2 της υπ' αρ. 0.208/181/26.4.1982 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών «Αναμόρφωση Συλλογικών Οργάνων Γνωμοδοτικής και Αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών» (Β' 214), με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 202 του παρόντος.

7.

Το άρθρο 36 του ν. 1563/1985 (Α' 151), περί απαλλαγής από το τέλος ταξινόμησης, και η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006 (Α' 75), περί απαλλαγής από το τέλος ταξινόμησης.

8.

Το άρθρο 36 του ν. 1676/1986 (Α' 204), περί εξασφάλισης είσπραξης επιβαρύνσεων.

Άρθρο 204. Σκοπός

Με την παρούσα Ενότητα επιδιώκονται η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων, η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, η αντιμετώπιση φαινομένων φοροδιαφυγής, η εμπέδωση φορολογικής δικαιοσύνης, η διευκόλυνση των φορολογούμενων και των φορολογικών αρχών και η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης των φορολογούμενων, καθώς και η επίτευξη στόχων, όπως η απογραφή της δημόσιας περιουσίας και η αναβάθμιση των υφιστάμενων διαδικασιών πληρωμών των ενωσιακών ενισχύσεων που χορηγούνται στον γεωργικό τομέα, μέσα από την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών.

Άρθρο 205. Αντικείμενο

Αντικείμενο της παρούσας Ενότητας είναι:

α)

ρυθμίσεις που άπτονται του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως η θέσπιση υποχρεωτικής καταβολής μισθωμάτων μέσω τραπεζικού λογαριασμού, σε περίπτωση εκμίσθωσης κατοικίας που δεν προορίζεται για επαγγελματική δραστηριότητα, η εξαίρεση των δαπανών νοσηλείας που καταβάλει ο εργοδότης σε εργαζόμενο ή σε μέλη της οικογένειάς του από τον υπολογισμό του εισοδήματος και τον φόρο δωρεάς, η φορολογική αντιμετώπιση του εισοδήματος από μισθωτή εργασία των ναυτικών που υπηρετούν σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής και των πλανόδιων λαχειοπωλών,

β)

ρυθμίσεις που άπτονται του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως η πρόβλεψη για τη χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας σε αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο για οφειλές νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου ή σύστασης εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτού, η σύσταση Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η υποχρεωτική αποδοχή άμεσων πληρωμών από λογαριασμό σε λογαριασμό μέσω διασυνδεδεμένων τερματικών EFT/POS στις λιανικές συναλλαγές και η πρόβλεψη προστίμων για τη μη συμμόρφωση,

γ)

η ενσωμάτωση στην έννομη τάξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2020, «για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τις μικρές επιχειρήσεις και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 όσον αφορά τη διοικητική συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος για τις μικρές επιχειρήσεις» (L 62) και της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/542 του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2022 «για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/112/ΕΚ και (ΕΕ) 2020/285 όσον αφορά τους συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας (L107), δια τροποποίησης ήδη υφιστάμενων και προσθήκης νέων διατάξεων στον ν. 4308/2014 (Α' 251) και στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162),

δ)

ρυθμίσεις που άπτονται του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130),

ε)

η πρόσβαση της Α.Α.Δ.Ε. στα δεδομένα του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.),

στ)

η διευκόλυνση αποπληρωμής των βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση οφειλών, ρυθμισμένων και μη, για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή είσπραξης ή παράταση καταβολής στο πλαίσιο αντιμετώπισης των έκτακτων αναγκών που έχουν προκύψει από την εκδήλωση της κακοκαιρίας «Daniel» και της θαλάσσιας ρύπανσης στον Παγασητικό Κόλπο μέσω της παροχής δυνατότητας ένταξης σε ρύθμιση οφειλής εβδομήντα δύο (72) δόσεων.

ζ)

η ενσωμάτωση στην έννομη τάξη του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2864 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για την τροποποίηση ορισμένων οδηγιών όσον αφορά τη θέσπιση και τη λειτουργία του ευρωπαϊκού ενιαίου σημείου πρόσβασης (Σειρά L),

η)

η στελέχωση και η λειτουργία της Μόνιμης Εθνικής Αντιπροσωπείας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Άρθρο 206. Εναλλακτική φορολόγηση εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα -Τροποποίηση παρ. 2, 3, 4 και 8 άρθρου 5Α, παρ. 3 άρθρου 5Β και παρ. 3 και 6 άρθρου 5Γ Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
1.

Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί εναλλακτικής φορολόγησης εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, μετά από τις λέξεις «έχει τη δυνατότητα να ζητήσει» προστίθενται οι λέξεις «, είτε κατά την υπαγωγή είτε σε μεταγενέστερο της αρχικής υπαγωγής χρόνο, για όσα έτη υπολείπονται έως τη συμπλήρωση των φορολογικών ετών που προβλέπονται στην παρ. 4,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Εφόσον γίνει δεκτή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 3, η υπαγωγή του φορολογούμενου σε εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης για το εισόδημα που προκύπτει στην αλλοδαπή, το φυσικό πρόσωπο καταβάλλει κάθε φορολογικό έτος φόρο κατ' αποκοπή, ανεξαρτήτως του ύψους εισοδήματος που αποκτήθηκε στην αλλοδαπή, ποσού εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Το φυσικό πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ζητήσει, είτε κατά την υπαγωγή είτε σε μεταγενέστερο της αρχικής υπαγωγής χρόνο, για όσα έτη υπολείπονται έως τη συμπλήρωση των φορολογικών ετών που προβλέπονται στην παρ. 4, την επέκταση της εφαρμογής του άρθρου αυτού σε συγγενικό του πρόσωπο, κατά την έννοια της περ. στ' του άρθρου 2, και στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ποσό φόρου ίσο με είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ για κάθε συγγενικό πρόσωπο και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της φορολογίας δωρεών, κληρονομιών και γονικών παροχών. Ο φόρος της παραγράφου αυτής καταβάλλεται κάθε φορολογικό έτος σε μία (1) δόση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουλίου και δεν συμψηφίζεται με άλλες φορολογικές υποχρεώσεις ή τυχόν πιστωτικά υπόλοιπα των προσώπων που έχουν υπαχθεί στον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης. Τυχόν φόρος που έχει καταβληθεί από τα ίδια αυτά πρόσωπα στην αλλοδαπή για τα εισοδήματα που καλύπτονται από τον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης δεν συμψηφίζεται έναντι οποιασδήποτε φορολογικής τους υποχρέωσης στην Ελλάδα.

Για το πρώτο έτος υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος το φυσικό πρόσωπο οφείλει να αποδώσει το κατ' αποκοπή ποσό φόρου εντός τριάντα (30) ημερών από την έγκριση της αίτησής του κατά την παρ. 3.»

2.

Η παρ. 2 του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος καταλαμβάνει και τα φυσικά πρόσωπα, που έχουν υπαχθεί στην εναλλακτική φορολόγηση εισοδήματος, από την έναρξη ισχύος του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

3.

Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

μετά από τις λέξεις «Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει,» προστίθενται οι λέξεις «υπό τον όρο της αμοιβαιότητας,», 

β)

στο τέλος διαγράφονται οι λέξεις «όπως αυτές ισχύουν» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Η αίτηση μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας με υπαγωγή στον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή κατά το παρόν άρθρο υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση από το φυσικό πρόσωπο μέχρι την 31η Μαρτίου του εκάστοτε φορολογικού έτους και συνοδεύεται από αποδεικτικό για τη μεταφορά του ελάχιστου ποσού της επένδυσης της περ. β' της παρ. 1 σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην Ελλάδα. Εντός της ίδιας προθεσμίας δύνανται να υποβάλουν αίτηση υπαγωγής στον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή κατά το παρόν άρθρο και φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 και έχουν ήδη μεταφέρει τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα εντός του προηγούμενου φορολογικού έτους. Η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει την αίτηση και εκδίδει απόφαση, με την οποία την εγκρίνει ή την απορρίπτει, έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιουνίου του έτους υποβολής της αίτησης. Με την έγκριση της αίτησης του φορολογούμενου εκδίδεται για το πρώτο έτος υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του ΚΦΔ, για τον φορολογούμενο και για κάθε συγγενικό του πρόσωπο κατά την έννοια της περ. στ' του άρθρου 2 για το οποίο επεκτείνεται η εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Το φυσικό πρόσωπο δηλώνει στην αίτησή του το κράτος στο οποίο είχε την τελευταία φορολογική κατοικία του μέχρι την υποβολή της αίτησής του. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, τις φορολογικές αρχές του κράτους αυτού σχετικά με τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διεθνούς διοικητικής συνεργασίας.»

4.

Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται νέο εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος αρχίζει από το πρώτο φορολογικό έτος για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση του φυσικού προσώπου για την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και λήγει μετά το πέρας δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών. Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να παραταθεί πέραν των δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος για τα συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της περ. στ' του άρθρου 2, για τα οποία ζητήθηκε επέκταση σε μεταγενέστερο της αρχικής υπαγωγής χρόνο, αρχίζει από το πρώτο φορολογικό έτος για το οποίο εγκρίθηκε η επέκταση και ισχύει για τόσα έτη όσα υπολείπονται μέχρι την συμπλήρωση των δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών.»

5.

Στην παρ. 8 του άρθρου 5Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

οι λέξεις «και το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από φόρο κληρονομιών ή δωρεών περιουσίας που βρίσκεται στην αλλοδαπή» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από τον φόρο κληρονομιάς ή δωρεάς για την κείμενη στην αλλοδαπή κινητή περιουσία που του περιέρχεται αιτία θανάτου ή δωρεάς αντίστοιχα», 

β)

προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και η παρ. 8 διαμορφώνεται ως εξής:

«8. Με την καταβολή του κατ' αποκοπή ποσού φόρου της παρ. 2 εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του φυσικού προσώπου που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος για εισόδημα που προκύπτει στην αλλοδαπή και το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από τον φόρο κληρονομιάς ή δωρεάς για την κείμενη στην αλλοδαπή κινητή περιουσία που του περιέρχεται αιτία θανάτου ή δωρεάς αντίστοιχα. Από τον φόρο κληρονομιάς ή δωρεάς στην Ελλάδα απαλλάσσεται η κείμενη στην αλλοδαπή κινητή περιουσία του, η οποία περιέρχεται σε τρίτον αιτία θανάτου ή δωρεάς. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κληρονομίες θανόντων από 1.1.2020.»

6.

Στο δεύτερο εδάφιο της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 5Β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί εναλλακτικής φορολόγησης εισοδήματος φυσικών προσώπων, δικαιούχων εισοδήματος από συντάξεις που προκύπτουν στην αλλοδαπή, τα οποία μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, μετά τις λέξεις «Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει» προστίθενται οι λέξεις «, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας,» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. α) Η αίτηση μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας με υπαγωγή στον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή κατά το παρόν άρθρο υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση από το φυσικό πρόσωπο συνταξιούχο μέχρι τις 31 Μαρτίου του εκάστοτε φορολογικού έτους. Εντός της ίδιας προθεσμίας δύνανται να υποβάλουν αίτηση υπαγωγής στον εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή κατά το παρόν και φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 και έχουν ήδη μεταφέρει τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα εντός του προηγούμενου φορολογικού έτους.

β) Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της αίτησης, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει την αίτηση και εκδίδει απόφαση, με την οποία την εγκρίνει ή την απορρίπτει, αναλόγως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της παρ. 1.

γ) Το φυσικό πρόσωπο δηλώνει στην αίτησή του το κράτος στο οποίο είχε την τελευταία φορολογική κατοικία του μέχρι την υποβολή της αίτησής του. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, τις φορολογικές αρχές του κράτους αυτού σχετικά με τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διεθνούς διοικητικής συνεργασίας.»

7.

Στο άρθρο 5Γ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί ειδικού τρόπου φορολόγησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα που προκύπτει στην ημεδαπή, φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3: 

αα)

μετά από τις λέξεις «Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει,» προστίθενται οι λέξεις «υπό τον όρο της αμοιβαιότητας,», 

αβ)

στο τέλος διαγράφονται οι λέξεις «όπως αυτές ισχύουν», 

β)

η παρ. 6 καταργείται, 

γ)

στην παρ. 8 προστίθεται δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 5Γ διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 5Γ

Ειδικός τρόπος φορολόγησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα που προκύπτει στην ημεδαπή, φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα

1. Ο φορολογούμενος, φυσικό πρόσωπο, που μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπάγεται σε φορολόγηση, όπως ορίζεται στην παρ. 2, για το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα κατά την έννοια της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 5, εφόσον σωρευτικά:

α) δεν ήταν φορολογικός κάτοικος της Ελλάδος τα προηγούμενα πέντε (5) από τα έξι (6) έτη πριν από τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του στην Ελλάδα, 

β) μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από κράτος μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή από κράτος με το οποίο είναι σε ισχύ συμφωνία διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της φορολογίας με την Ελλάδα, 

γ) παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 12, που ασκείται είτε σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είτε σε μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα και 

δ) δηλώνει ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα τουλάχιστον για μία διετία.

2. Εφόσον η αίτηση του φορολογούμενου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 3 γίνει δεκτή, το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α για το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός του από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος, επιφυλασσομένων των παρ. 60 και 61 του άρθρου 72. Για την υποβολή της δήλωσης και την καταβολή του φόρου του φυσικού προσώπου έχει εφαρμογή το άρθρο 67.

3. Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μέχρι και τη 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το έτος ανάληψης υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού. Η αίτηση δύναται να υποβάλλεται και εντός του επόμενου από την ανάληψη υπηρεσίας έτους και κρίνεται για υπαγωγή στο έτος αυτό. Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μετά την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το επόμενο έτος από την ανάληψη υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού. Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της αίτησης η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει την αίτηση και εκδίδει απόφαση, με την οποία την εγκρίνει ή την απορρίπτει, αναλόγως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της παρ. 1.

Εάν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομισθούν μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου από την υποβολή του αιτήματος έτους, η απόφαση απόρριψης της αίτησης λόγω μη προσκόμισης των απαιτούμενων δικαιολογητικών ανακαλείται, η αίτηση επανεξετάζεται και εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση νέα απόφαση εντός εξήντα (60) ημερών από την προσκόμιση των δικαιολογητικών. Ειδικά για το έτος 2022 τα δικαιολογητικά του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται να προσκομισθούν μέχρι και την 29η Απριλίου 2022. Το φυσικό πρόσωπο δηλώνει στην αίτησή του το κράτος στο οποίο είχε την τελευταία φορολογική κατοικία του μέχρι την υποβολή της αίτησής του. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, τις φορολογικές αρχές του κράτους αυτού σχετικά με τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διεθνούς διοικητικής συνεργασίας.

4. Οι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση του φυσικού προσώπου σύμφωνα με την παρ. 3 και λήγει μετά το πέρας επτά (7) συνολικά φορολογικών ετών. Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος δεν δύναται να παραταθεί πέραν των επτά (7) φορολογικών ετών.

5. Το φυσικό πρόσωπο που εντάσσεται στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον σε κάποιο φορολογικό έτος δεν πληροί τις προϋποθέσεις των περ. γ' και δ' της παρ. 1, παύει να υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου από το οικείο φορολογικό έτος και εφεξής φορολογείται για το σύνολο του εισοδήματός του από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα.

6. Καταργείται.

7. Οι παρ. 1 έως και 5 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, με σκοπό να ασκήσουν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός τους από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α για επτά (7) συναπτά φορολογικά έτη. Η αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 3 και ως ανάληψη υπηρεσίας νοείται η έναρξη εργασιών.

8. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύνανται να παρατείνονται οι προθεσμίες υποβολής των αιτήσεων των παρ. 3 και 7, να καθορίζονται η διαδικασία υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας, η αρμόδια υπηρεσία για την υποβολή, εξέταση και έγκριση της αίτησης, τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση, τα δικαιολογητικά για την απόδειξη συνδρομής των προϋποθέσεων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα ή λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με όμοια απόφαση δύναται να προβλέπεται διαδικασία βάσει της οποίας η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει προκαταρκτικά τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 1 και προβαίνει σε προέγκριση της αίτησης.»

8.

Η κατάργηση της παρ. 6 του άρθρου 5Γ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, σύμφωνα με την παρ. 7 του παρόντος, περί της εναλλακτικής φορολόγησης του εισοδήματος που προκύπτει στην αλλοδαπή φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, καταλαμβάνει και τις αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, των οποίων η εξέταση εκκρεμεί ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης κατά τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 207. Εξαιρέσεις από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία - Προσθήκη περ. κβ) στην παρ. 1 του άρθρου 14 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί απαλλαγών εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, προστίθεται περ. κβ) ως εξής:

«κβ) Η παροχή του εργοδότη προς τον εργαζόμενο για την κάλυψη δαπανών νοσηλείας του εργαζομένου ή συγγενικού του προσώπου κατά την έννοια της περ. στ) του άρθρου 2, εφόσον η παροχή:

α) καταβάλλεται απευθείας από τον εργοδότη στον τρίτο πάροχο των υπηρεσιών ή

β) καταβάλλεται σε χρήμα στον εργαζόμενο, εφόσον αυτός καταβάλλει το ποσό στον τρίτο που παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες και στη συνέχεια προσκομίσει το οικείο φορολογικό στοιχείο στον εργοδότη.»

Άρθρο 208. Φορολογική αντιμετώπιση αμοιβών ναυτικών - Τροποποίηση περ. α) και β) παρ. 2 άρθρου 15 και παρ. 2 άρθρου 60 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
1.

Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί φορολογικού συντελεστή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στην περ. α) μετά από τις λέξεις «του ν. 4555/2018 (Α' 133) και» προστίθενται οι λέξεις «σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, και», 

β)

στην περ. β) μετά τις λέξεις «του ν. 4555/2018 και» προστίθενται οι λέξεις «σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, και» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται για το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτούν:

α) οι αξιωματικοί που υπηρετούν σε πλοία του Εμπορικού Ναυτικού, σε πλωτά ναυπηγήματα του άρθρου 267 του ν. 4555/2018 (Α' 133) και σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, και το οποίο φορολογείται με φορολογικό συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) και

β) το κατώτερο πλήρωμα που υπηρετεί σε πλοία του Εμπορικού Ναυτικού, σε πλωτά ναυπηγήματα του άρθρου 267 του ν. 4555/2018 και σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, και το οποίο φορολογείται με φορολογικό συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%),

γ) οι κυβερνήτες, οι συγκυβερνήτες και οι μηχανικοί αεροσκαφών αεροπορικών εταιρειών με φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας για τη μηναία αποζημίωση που λαμβάνουν και η οποία φορολογείται με φορολογικό συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

δ) τα μέλη των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 5 του ν. 4375/2016 (Α' 51) για τη μηνιαία αποζημίωση που λαμβάνουν και η οποία φορολογείται με φορολογικό συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

ε) το ιατρικό προσωπικό που υπάγεται στο άρθρο 45 του ν. 3205/2003 (Α' 293) για την αμοιβή που λαμβάνει για εφημερίες και η οποία φορολογείται με φορολογικό συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%). Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται και για τα ωρομίσθια εφημεριών της υπό στοιχεία 15993/Ζ2/14.2.2022 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας (Β' 686), περί καθορισμού του ύψους αμοιβής εφημεριών των μελών Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και ακαδημαϊκών υποτρόφων, στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Αρεταίειο και Αιγινήτειο.

Τα ως άνω εισοδήματα φορολογούνται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων τους μόνο για αυτά.»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 60 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί φορολογικού συντελεστή, μετά από τις λέξεις «σε πλοία του εμπορικού ναυτικού,» προστίθενται οι λέξεις «σε πλωτά ναυπηγήματα του άρθρου 267 του ν. 4555/2018 (Α' 133), καθώς και σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής,» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Με την επιφύλαξη της παρ. 1, το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα που υπηρετεί σε πλοία του εμπορικού ναυτικού, σε πλωτά ναυπηγήματα του άρθρου 267 του ν. 4555/2018 (Α' 133), καθώς και σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, οι κυβερνήτες, οι συγκυβερνήτες και οι μηχανικοί αεροσκαφών αεροπορικών εταιρειών με φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, τα μέλη των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 5 του ν. 4375/2016, καθώς και το ιατρικό προσωπικό και τα λοιπά πρόσωπα της περ. ε) της παρ. 2 του άρθρου 15 του παρόντος για την αμοιβή που λαμβάνουν για εφημερίες, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με τους συντελεστές της παρ. 2 του άρθρου 15 του παρόντος.»

Άρθρο 209. Φορολογική αντιμετώπιση της προμήθειας που λαμβάνουν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες - Τροποποίηση άρθρων 28Α, 29, 62, 64, 69 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
1.

Στην παρ. 6 του άρθρου 28Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, προστίθεται περ. στ) ως εξής:

«στ) στους πλανόδιους λαχειοπώλες.»

2.

Στο άρθρο 29 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί φορολογικού συντελεστή, προστίθεται παρ. 7, ως εξής:

«7. Η προμήθεια που λαμβάνουν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες από τον προμηθευτή τους φορολογείται αυτοτελώς με φορολογικό συντελεστή ένα τοις εκατό (1%). Ο φόρος αυτός υπολογίζεται κάθε τρίμηνο κατά τον χρόνο της εκκαθάρισης των συναλλαγών μεταξύ των λαχειοπωλών και των προμηθευτών τους και αποδίδεται με δήλωση από τους προμηθευτές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της προμήθειας. Με την παρακράτηση του φόρου εξαντλείται κάθε άλλη φορολογική υποχρέωση για το εισόδημα αυτό.»

3.

Στην παρ. 1 του άρθρου 62 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται περ. ζ), ως εξής: «ζ) προμήθεια που λαμβάνουν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες από τον προμηθευτή τους.»

4.

Στην παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί συντελεστών παρακράτησης φόρου, προστίθεται περ. ζ), ως εξής:

«ζ) για την προμήθεια που λαμβάνουν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες από τον προμηθευτή τους ένα τοις εκατό (1%)»

5.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, μετά από τις λέξεις «τους συμβολαιογράφους» προστίθενται οι λέξεις «και τον φόρο της περ. ζ) της παρ. 1» και το πρώτο εδάφιο διαμορφώνεται ως εξής:

«Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής εκτός από τους φόρους που παρακρατούνται από τους συμβολαιογράφους και τον φόρο της περ. ζ) της παρ. 1.»

6.

Στην παρ. 2 του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περί προκαταβολής του φόρου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν φυσικά πρόσωπα, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Το πρώτο και το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται όταν το ποσό που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30) ευρώ.

Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στο εισόδημα των πλανόδιων λαχειοπωλών για την προμήθεια που λαμβάνουν από την πώληση λαχείων και η οποία φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%), με εξάντληση κάθε άλλης φορολογικής υποχρέωσης.»

Άρθρο 210. Πληρωμή μισθωμάτων μέσω τραπεζικού λογαριασμού - Προσθήκη περ. ιζ) στο άρθρο 23, προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
1.

Μετά την περ. ιστ) του άρθρου 23 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), προστίθεται περ. ιζ) ως εξής:

«ιζ) οι επιχειρηματικές δαπάνες που πραγματοποιούνται από εκμισθωτή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και αφορούν ακίνητο για το οποίο η καταβολή του μισθώματος δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 39.»

2.

Στο άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται παρ. 5 ως εξής:

«5. Σε περίπτωση εκμίσθωσης ή υπεκμίσθωσης ακινήτου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η εξόφληση του μισθώματος, το οποίο δεν αποτελεί επιχειρηματική δαπάνη πραγματοποιείται υποχρεωτικά σε τραπεζικό λογαριασμό του εκμισθωτή, ο οποίος γνωστοποιείται στην Α.Α.Δ.Ε..

Σε περίπτωση μη καταβολής του μισθώματος κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται η περ. α) της παρ. 3 για το εισόδημα που αποκτά ο εκμισθωτής.»

3.

Σε περίπτωση μη καταβολής του μισθώματος κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ο μισθωτής αποκλείεται για τη μίσθωση αυτή από κάθε ευεργέτημα, ενίσχυση ή επίδομα που παρέχεται από το κράτος για μισθώσεις.

4.

α) Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., δύναται να καθορίζονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή των κυρώσεων της παρ. 5 του άρθρου 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

β)

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η διαδικασία συγκέντρωσης των απαραίτητων δεδομένων από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 211. Φορολογικά κίνητρα για εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας - Τροποποίηση άρθρου 71Η Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στο άρθρο 71Η του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), περί κινήτρων για εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στην παρ. 2 προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, 

β)

στην περ. β) της παρ. 3 οι λέξεις «ενός εκατομμυρίου (1.000.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πεντακοσίων χιλιάδων (500.000)», 

γ)

προστίθεται παρ. 6, και το άρθρο 71Η διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 71Η

Κίνητρα για εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας

1. Η διαχείριση των χρηματικών ροών και της οικογενειακής περιουσίας φυσικών προσώπων με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον παρόντα, δύναται να πραγματοποιείται από εταιρείες ειδικού σκοπού οι οποίες λειτουργούν με οποιαδήποτε από τις νομικές μορφές του άρθρου 45, πλην αυτής των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της περ. γ' του άρθρου 45.

2. Αποκλειστικός σκοπός των εταιρειών ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας είναι η διοίκηση και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων, που κατέχουν είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 και τα μέλη των οικογενειών τους, καθώς και η διαχείριση των δαπανών, που πραγματοποιούνται από τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 και τα μέλη των οικογενειών τους για την κάλυψη των αναγκών τους και του κόστους της εν γένει διαβίωσής τους και των φιλανθρωπικών και πολιτιστικών δράσεών τους. Οι εταιρείες ειδικού σκοπού δύνανται επίσης να παρέχουν και υπηρεσίες συμβούλου προς εμπιστευματοδόχους (Trustees), αναφορικά με εμπιστεύματα (Trust) που έχουν ιδρύσει (Settlor), ή στα οποία είναι δικαιούχοι (Beneficiaries) φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 και τα μέλη της οικογένειάς τους.

Στις εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας μπορούν να συμμετέχουν μέλη της οικογένειας, καθώς και νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες στις οποίες συμμετέχουν κατά πλειοψηφία τα φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 ή/και μέλη της οικογένειας αυτών.

Για την παροχή των υπηρεσιών των εταιρειών ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας απασχολούνται εργαζόμενοι διαφόρων ειδικοτήτων ή αυτές δύναται να ανατίθενται σε τρίτα πρόσωπα, ανεξάρτητα από το κράτος στο οποίο είναι εγκατεστημένα, υπό την επιφύλαξη της περ. ιγ) του άρθρου 23. Φυσικά πρόσωπα μέλη της εταιρείας ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας δεν μπορεί να είναι και εργαζόμενοι σε αυτή.

3. Για την εφαρμογή του παρόντος, η εταιρεία ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) απασχολεί στην Ελλάδα προσωπικό τουλάχιστον πέντε (5) ατόμων εντός δώδεκα (12) μηνών από την ίδρυσή της και εφεξής και

β) πραγματοποιεί στην Ελλάδα δαπάνες λειτουργίας τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ ετησίως.

4. Για την εφαρμογή του παρόντος, ως μέλη της οικογενείας νοούνται:

α) ο έτερος των συζύγων/μέρος συμφώνου συμβίωσης (Μ.Σ.Σ.),

β) τα άγαμα τέκνα των συζύγων/Μ.Σ.Σ.,

γ) τα άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του ετέρου των συζύγων/Μ.Σ.Σ., εφόσον η επιμέλεια έχει νομίμως ανατεθεί για μεν τα τέκνα του/της συντηρούντος σε αυτόν/αυτήν, για δε τα τέκνα του/της ετέρου των συζύγων/Μ.Σ.Σ. σε αυτόν/αυτήν,

δ) οι απευθείας ανιόντες των συζύγων/Μ.Σ.Σ..

5. Τα ακαθάριστα έσοδα από τις παρεχόμενες υπηρεσίες των εταιρειών ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας, τα οποία εισπράττονται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικών εμβασμάτων, προσδιορίζονται με την προσθήκη ποσοστού κέρδους στο σύνολο των πάσης φύσεως εξόδων και αποσβέσεών τους, πλην του φόρου εισοδήματος (μέθοδος κόστους πλέον περιθώριο κέρδους). Το ποσοστό κέρδους ορίζεται σε επτά τοις εκατό (7%).

Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της εταιρείας, τα έξοδα επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό κέρδους, εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά της, εφόσον τεκμηριώνονται από αντίστοιχα παραστατικά στοιχεία που πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 4308/2014 (Α' 251).

Αν για οποιονδήποτε λόγο τα έσοδα της εταιρείας, όπως προκύπτουν από τα βιβλία που τηρεί, είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα, όπως προσδιορίζονται με τη μέθοδο της παρούσας, λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα που προκύπτουν από τα βιβλία.

Ο φόρος εισοδήματος υπολογίζεται με τον συντελεστή της παρ. 1 του άρθρου 58. Για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και την καταβολή του φόρου των εταιρειών ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 68 και 71. Οι διατάξεις του Μέρους Τέταρτου «Παρακράτηση Φόρου» έχουν εφαρμογή και για τις πληρωμές που πραγματοποιούν οι εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας.

6. Η παροχή των υπηρεσιών του παρόντος άρθρου από εταιρείες ειδικού σκοπού διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας προς αλλοδαπές εταιρείες που ανήκουν, άμεσα ή έμμεσα, σε φυσικά πρόσωπα της παρ. 1 ή σε μέλη των οικογενειών τους δεν συνιστά άσκηση πραγματικής διοίκησής τους στην Ελλάδα κατά την παρ. 4 του άρθρου 4, περί φορολογικής κατοικίας, και οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 4 δεν εφαρμόζονται.»

Άρθρο 212. Κίνητρα σε οντότητες για την πρόωρη εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης - Προσθήκη άρθρου 71Θ στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α' 167), προστίθεται άρθρο 71Θ ως εξής:

«Άρθρο 71Θ

Κίνητρα σε οντότητες για την πρόωρη εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης

1. Για τις οντότητες, που διενεργούν συναλλαγές, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί ηλεκτρονικού τιμολογίου, και οι οποίες επιλέγουν την ηλεκτρονική τιμολόγηση για την αποκλειστική έκδοση των παραστατικών τους, πριν από την υποχρεωτική εφαρμογή της σύμφωνα με την κοινή απόφαση της παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 4308/2014, παρέχονται τα εξής κίνητρα:

α) η δαπάνη για την αρχική προμήθεια τεχνικού εξοπλισμού και λογισμικού που απαιτείται για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, αποσβέννυται πλήρως για τους σκοπούς του παρόντος Κώδικα στο έτος πραγματοποίησής της, προσαυξημένη κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) και

β) η δαπάνη για την παραγωγή, τη διαβίβαση και την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση ηλεκτρονικών τιμολογίων για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες έκδοσης των παραστατικών πώλησης μέσω ηλεκτρονικής τιμολόγησης που αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 22, προσαυξάνεται κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) κατά το έτος πραγματοποίησής της.

2. Τα κίνητρα της παρ. 1 παρέχονται στις οντότητες επί δαπανών που διενεργούνται από το φορολογικό έτος 2025 και επόμενα, εφόσον: 

α) έχει υποβληθεί δήλωση για τη χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω Υπηρεσιών Παρόχου για την Ηλεκτρονική Έκδοση Στοιχείων (Υ.ΠΑ.Η.Ε.Σ.). ή της Εφαρμογής Έκδοσης και Διαβίβασης Παραστατικών της Α.Α.Δ.Ε. σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. που εκδίδεται βάσει της παρ. 6, το αργότερο δύο (2) μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης για πωλήσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4308/2014, σύμφωνα με την κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 4308/2014, και 

β) η έναρξη χρήσης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης πραγματοποιείται μέσα στο ίδιο διάστημα.

3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις οντότητες που έκαναν χρήση των ευεργετημάτων του άρθρου 71ΣΤ.

4. Σε περίπτωση ανάκλησης της δήλωσης της παρ. 2 ή έκδοσης τιμολογίου άνευ χρήσης των τρόπων των περ. γ) και ε) της παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4308/2014 πριν από την έναρξη της υποχρεωτικής ισχύος της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, παρά τη σχετική δήλωση, δεν χορηγούνται ή αίρονται τα ευεργετήματα της παρ. 1, αντίστοιχα.

5. Για την εφαρμογή του παρόντος, οι πάροχοι τηρούν τα αναγκαία αρχεία για τα στοιχεία που εκδίδουν και διαβιβάζουν στη φορολογική διοίκηση, καθώς και κάθε αναγκαία πληροφορία για τον έλεγχο της πλήρωσης των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των κινήτρων του παρόντος, από τους εκδότες των ηλεκτρονικών παραστατικών πωλήσεων αγαθών και παροχής υπηρεσιών.

6. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται η διαδικασία και ο τρόπος υποβολής των δηλώσεων χρήσης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω Υπηρεσιών Παρόχου για την Ηλεκτρονική Έκδοση Στοιχείων (Υ.ΠΑ.Η.Ε.Σ.) ή της Εφαρμογής Έκδοσης και Διαβίβασης Παραστατικών της Α.Α.Δ.Ε., καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.»

Άρθρο 213. Κυρώσεις για παράλειψη υποβολής ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα και παράλειψη χορήγησης στοιχείων που ζητούνται από τη φορολογική διοίκηση - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 53 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

Στην παρ. 2 του άρθρου 53 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), περί των κυρώσεων για παράλειψη υποβολής ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα και παράλειψη χορήγησης στοιχείων που ζητούνται από τη Φορολογική Διοίκηση, μετά από τις λέξεις «με εξαίρεση» προστίθενται οι λέξεις «τις δηλώσεις που υποβάλλονται στη φορολογία κεφαλαίου και» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Ειδικά σε φορολογούμενους που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση, με εξαίρεση τις δηλώσεις που υποβάλλονται στη φορολογία κεφαλαίου και τις δηλώσεις πληροφοριακού χαρακτήρα, δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου ή δεν ανταποκρίνονται σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ ανά παράβαση αν είναι υπόχρεοι τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και πεντακοσίων (500) ευρώ ανά παράβαση αν είναι υπόχρεοι τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.»

Άρθρο 214. Παραβάσεις σχετικές με την απεικόνιση των οικονομικών συναλλαγών - Τροποποίηση παρ. 13 άρθρου 57 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

Στην παρ. 13 του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), περί παραβάσεων σχετικών με την απεικόνιση των οικονομικών συναλλαγών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α)

στο πρώτο εδάφιο 

αα)

οι λέξεις «πεντακοσίων (500) ευρώ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ», 

αβ)

οι λέξεις «χιλίων (1.000) ευρώ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ», 

β)

προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και η παρ. 13 διαμορφώνεται ως εξής:

«13. Σε φορολογούμενο που διακινεί αγαθά χωρίς την ύπαρξη παραστατικών στοιχείων διακίνησης, επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ανά φορολογικό έλεγχο, αν είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση υποτροπής εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 67.»

Άρθρο 215. Αποδοχή άμεσων πληρωμών στις λιανικές συναλλαγές είτε μέσω χρήσης διασυνδεδεμένου τερματικού πληρωμής είτε μέσω Υπηρεσιών Παρόχου Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων - Τροποποίηση άρθρου 17, παρ. 1,4 και 5 άρθρου 63 και παρ. 17 άρθρου 83 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας
1.

Στο άρθρο 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), περί υποχρεωτικής διασύνδεσης των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α)

στην παρ. 1, 

αα)

τα υφιστάμενα εδάφια, πρώτο και δεύτερο, αριθμούνται ως περ. α), 

αβ)

στο πρώτο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «ν. 4308/2014 (Α' 251) που», προστίθενται οι λέξεις «έχουν υποχρέωση χρήσης ή», 

αγ)

προστίθεται περ. β),

β)

στην παρ. 2, 

βα)

στο πρώτο εδάφιο, 

i)

μετά από τις λέξεις «διαδικασίες αναβάθμισης», οι λέξεις «και διασύνδεσης» διαγράφονται, 

ii)

μετά από τη λέξη «τιμολόγησης», προστίθενται οι λέξεις «και της κατά περίπτωση διασύνδεσης», 

iii)

μετά από τη λέξη «χρηστών», προστίθενται οι λέξεις «ή τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ),», 

γ)

το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαθίσταται και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 17 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 17

Υποχρεωτική διασύνδεση των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση

1. α) Οντότητες του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α' 251) που έχουν υποχρέωση χρήσης ή χρησιμοποιούν τερματικά «Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS)», ημεδαπών ή αλλοδαπών παρόχων, διασυνδέονται και παρέχουν στη Φορολογική Διοίκηση πληροφορίες για τις συναλλαγές που εκτελούνται μέσω αυτών είτε μέσω διασύνδεσης των τερματικών με Φορολογικούς Ηλεκτρονικούς Μηχανισμούς (Φ.Η.Μ.) είτε απευθείας με τα πληροφοριακά συστήματα της Φορολογικής Διοίκησης. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του πρώτου εδαφίου, οι οντότητες χρησιμοποιούν τερματικά Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης («Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS») που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 18.

β) Οι οντότητες της περ. α) που είναι υπόχρεες σε αποδοχή πληρωμών μέσω υπηρεσιών άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό, όπως η υπηρεσία IRIS online payments, αποδέχονται τις σχετικές πληρωμές στο Σημείο Πώλησης είτε μέσω διασυνδεδεμένων τερματικών «Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS)», είτε μέσω Υπηρεσιών Παρόχου Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του πρώτου εδαφίου, οι οντότητες χρησιμοποιούν είτε τερματικά Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης («Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS») που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 18, είτε αξιοποιούν διασυνδέσεις που δύνανται να επιτευχθούν με χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ) μεταξύ των Παρόχων Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων και των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 (Α' 84), που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Α.Α.Δ.Ε..

2. Οι οντότητες του άρθρου 1 του ν. 4308/2014, που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης Φ.Η.Μ. ή εμπορικών/λογιστικών προγραμμάτων διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP»), ολοκληρώνουν τις διαδικασίες αναβάθμισης των Φ.Η.Μ. ή του λογισμικού ηλεκτρονικής τιμολόγησης και της κατά περίπτωση διασύνδεσης με τα τερματικά «EFT/POS» των χρηστών ή τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), εντός των προθεσμιών που εκάστοτε ορίζονται με τις σχετικές αποφάσεις του Διοικητή.

Ως «εμπορικό/λογιστικό πρόγραμμα διαχείρισης» για τις ανάγκες εφαρμογής του Κώδικα νοείται κάθε λογισμικό που επιτρέπει σε οντότητες του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 να διαχειρίζονται και να ενσωματώνουν σε ένα σύστημα τις επιχειρηματικές λειτουργίες τους και σε κάθε περίπτωση, την παρακολούθηση των δεδομένων πωλήσεων.

3. Οντότητες του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 με έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή, κατασκευή και εμπορία Φ.Η.Μ. που έχουν λάβει άδεια καταλληλότητας, μεριμνούν ώστε οι τύποι Φ.Η.Μ. που έχουν ή πρόκειται να λάβουν άδεια καταλληλότητας να είναι συμβατοί με τους τύπους τερματικών «EFT/POS» που συμπεριλαμβάνονται στις δηλώσεις συμμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 18. Μετά την εγκατάσταση ή αναβάθμιση λογισμικού προς τον σκοπό αυτόν και τις σχετικές δοκιμές, οι οντότητες του πρώτου εδαφίου συντάσσουν δήλωση συμβατότητας για τους αντίστοιχους τύπους Φ.Η.Μ.. Όμοια υποχρέωση, συμπεριλαμβανομένης της συμβατότητας με τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), έχουν και οι οντότητες που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια στον τομέα της ανάπτυξης Εμπορικών/Λογιστικών Προγραμμάτων Διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP») και της τεχνικής υποστήριξης αυτών, ως προς τα αντίστοιχα προγράμματα. Η δήλωση συμβατότητας της παρούσας δημοσιοποιείται στον ιστότοπο της Α.Α.Δ.Ε. και αποτελεί προϋπόθεση για τη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ της άδειας καταλληλότητας εκάστοτε τύπου Φ.Η.Μ. και για τη νόμιμη χρήση των «ERP» για διεπαφή με τη Φορολογική Διοίκηση.»

2.

Στην παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί παραβάσεων σχετικών με τη διασύνδεση των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται, 

β)

στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «χρήστες τερματικών «EFT/POS» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οντότητες του πρώτου εδαφίου» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Σε οντότητες του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 (Α' 251) που έχουν υποχρέωση χρήσης ή χρησιμοποιούν τερματικά «Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS)» και δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις λειτουργίας και διασύνδεσης αυτών με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ή έχουν υποχρέωση αποδοχής πληρωμών μέσω υπηρεσιών άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό, όπως η υπηρεσία IRIS online payments και δεν αποδέχονται τις σχετικές πληρωμές στο Σημείο Πώλησης, είτε μέσω διασυνδεδεμένων τερματικών «Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (Electronic Funds Transfer at the point of sale, EFT/POS)», είτε μέσω αξιοποίησης διασυνδέσεων που δύνανται να επιτευχθούν και με χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), μεταξύ των Παρόχων Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων και των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 (Α' 84), που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος ή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, εφόσον πρόκειται για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), όταν επιβάλλεται σε οντότητες του πρώτου εδαφίου που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε οικισμούς με πληθυσμό έως πεντακόσιους (500) κατοίκους και σε νησιά με πληθυσμό κάτω των τριών χιλιάδων εκατό (3.100) κατοίκων, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, πλην των τόπων που έχουν ανακηρυχθεί ως τουριστικοί με το π.δ. 899/1976 (Α' 329) και το π.δ. 664/1977 (Α' 222).»

3.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

οι λέξεις «περ. β)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περ. α)», 

β)

μετά από τις λέξεις «άρθρου 18», προστίθενται οι λέξεις «ή Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ)» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Σε οντότητες του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 17 που έχουν υποβάλει δήλωση συμβατότητας του άρθρου 17 και δεν έχουν ολοκληρώσει, εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην απόφαση της περ. α) της παρ. 17 του άρθρου 83, τις απαραίτητες ενέργειες και τους τεχνικούς ελέγχους, ώστε να διασφαλίσουν τη διασύνδεση των Εμπορικών/Λογιστικών Προγραμμάτων Διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP») που διαθέτουν στην ελληνική επικράτεια, με Φ.Η.Μ. ή λογισμικά Παρόχων Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης και τύπους τερματικών «EFT/POS» που συμπεριλαμβάνονται στις δηλώσεις συμμόρφωσης της παρ. 2 του άρθρου 18 ή Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), επιβάλλεται πρόστιμο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Παραστατικά πωλήσεων, τα οποία εκδίδονται μέσω Φ.Η.Μ. ή Παρόχου Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης που διασυνδέονται με Εμπορικά/Λογιστικά Προγράμματα Διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP»), που δεν πληρούν τις ως άνω απαιτήσεις διασύνδεσης, θεωρούνται ότι εκδόθηκαν από μη εγκεκριμένο Φ.Η.Μ. ή μη αδειοδοτημένο Πάροχο Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης.»

4.

Στην παρ. 5 του άρθρου 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

το εισαγωγικό εδάφιο αντικαθίσταται, 

β)

στην περ. β), οι λέξεις «περ. β)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «περ. α)», και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Στις οντότητες της παρ. 2 του άρθρου 17 που δεν προβαίνουν στις διαδικασίες αναβάθμισης των Φ.Η.Μ. ή του λογισμικού ηλεκτρονικής τιμολόγησης και της κατά περίπτωση διασύνδεσης με τα τερματικά «EFT/POS» των χρηστών ή τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), εντός των προθεσμιών που εκάστοτε ορίζονται με τις αποφάσεις της περ. α) της παρ. 17 του άρθρου 83, επιβάλλονται οι παρακάτω κυρώσεις, με απόφαση του Διοικητή:

α) για οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης Φ.Η.Μ. ανακαλούνται η «άδεια τεχνικής υποστήριξης» ή η «άδεια καταλληλότητας» κατά το μέρος της τεχνικής υποστήριξης, η ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου τεχνικού τόσο της οντότητας όσο και του δικτύου εξουσιοδοτημένων τεχνικών, καθώς και η δυνατότητα νόμιμης σφράγισης και υπογραφής του Βιβλιαρίου Συντήρησης Φ.Η.Μ. ή υποβολής δήλωσης διάγνωσης οριστικής βλάβης για τους Φ.Η.Μ. στο Πληροφοριακό Σύστημα Φ.Η.Μ.,

β) για οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες εγκατάστασης και τεχνικής υποστήριξης Εμπορικού/Λογιστικού Προγραμμάτων Διαχείρισης (Enterprise Resource Planning, «ERP»), το εν λόγω λογισμικό θεωρείται μη νόμιμο και οι οντότητες που το χρησιμοποιούν υποχρεούνται να το αντικαταστήσουν με νόμιμο λογισμικό «ERP» εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην απόφαση της περ. α) της παρ. 17 του άρθρου 83.»

5.

Η περ. α) της παρ. 17 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, αντικαθίσταται και η παρ. 17 διαμορφώνεται ως εξής:

«17. Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται:

α) ο τρόπος, ο χρόνος, η έκταση εφαρμογής, η διαδικασία, οι υπόχρεοι, οι όροι και οι προϋποθέσεις διασύνδεσης των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (EFT/POS) ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση ή του λογισμικού Παρόχου Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων με τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 (Α' 84) που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ), καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 17 περί υποχρεωτικής διασύνδεσης των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση ή του λογισμικού Παρόχου Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων με τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 που παρέχουν υπηρεσίες άμεσης πληρωμής από λογαριασμό σε λογαριασμό στο Σημείο Πώλησης με δυνητική χρήση του εθνικού κόμβου αυτοματοποιημένης διεκπεραίωσης διαδικασιών είσπραξης (ΔΙΑΣ) και

β) ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής των δηλώσεων συμβατότητας της παρ. 3 του άρθρου 17, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.»

Άρθρο 216. Αποδεικτικό ενημερότητας - Προσθήκη παρ. 8 στο άρθρο 12 και περ. στ) στην παρ. 9 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας
1.

Στο τέλος του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), περί αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής, προστίθεται παρ. 8 ως εξής:

«8. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτού, δεν λαμβάνονται υπόψη οι βεβαιωμένες στη φορολογική διοίκηση και τακτοποιημένες κατά νόμιμο τρόπο οφειλές νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας για το αλληλεγγύως ευθυνόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 49, πρόσωπο που αιτείται το αποδεικτικό, με την προϋπόθεση ότι κατά τα δύο (2) τελευταία έτη της θητείας του δεν μετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη μετοχική ή εταιρική σύνθεση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας με ποσοστό που υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) ή το μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%) σε περίπτωση νομικού προσώπου εισηγμένου σε ρυθμιζόμενη χρηματιστηριακή αγορά. Εάν η συμμετοχή του αιτούντος στη μετοχική ή εταιρική σύνθεση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) ή το μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό (0,5%), κατά περίπτωση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, το ποσοστό παρακράτησης του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παρ. 4 περιορίζεται μέχρι το επτά τοις εκατό (7%) επί του τιμήματος, υπό την επιφύλαξη του έκτου εδαφίου της παρ. 4 και με την προϋπόθεση ότι οι εναπομείνασες οφειλές του πρώτου εδαφίου που αντιστοιχούν στη διαφορά του ποσού που παρακρατείται και του ποσού που αντιστοιχεί στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) του τιμήματος, εφόσον οι οφειλές τελούν σε ρύθμιση ή στο πενήντα τοις εκατό (50%) του τιμήματος, εφόσον οι οφειλές τελούν σε αναστολή είσπραξης, διασφαλίζονται από εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες, όπως παραχώρηση ακινήτου ελεύθερου βαρών για εγγραφή πρώτης υποθήκης. Για τον υπολογισμό της εμπράγματης ασφάλειας λαμβάνεται υπόψη το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του προσφερόμενου προς παροχή διασφάλισης ακινήτου. Γ ια τους σκοπούς της παρούσας, ως με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή στη μετοχική ή εταιρική σύνθεση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας θεωρείται και η άμεση ή έμμεση συμμετοχή συζύγου, μέλους συμφώνου συμβίωσης ή συγγενή α' και β' βαθμού του αλληλεγγύως ευθυνόμενου προσώπου.

Σε περίπτωση που, μετά τη χορήγηση του αποδεικτικού ενημερότητας σύμφωνα με τους όρους της παρούσας, οι βεβαιωμένες οφειλές του νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας παύσουν να είναι τακτοποιημένες, η Φορολογική Διοίκηση επιδιώκει αμελλητί και κατά προτεραιότητα την είσπραξή τους από το αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο που έλαβε την ενημερότητα.»

2.

Στην παρ. 9 του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων προστίθεται περ. στ) ως εξής:

«στ) ορίζονται η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για τη χορήγηση του αποδεικτικού ενημερότητας στο αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 12.»

Άρθρο 217. Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (Μ.Ι.Δ.Α.) - Προσθήκη άρθρου 15Β, παρ. 58 και 59 στο άρθρο 83 και παρ. 3 στο άρθρο 84 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας
1.

Στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), προστίθεται άρθρο 15Β, ως εξής:

«Άρθρο 15Β

Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (Μ.Ι.Δ.Α.)

1. Συνιστάται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) «Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων» (Μ.Ι.Δ.Α.), το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών και δεδομένων για την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των ακινήτων.

2. Στο Μ.Ι.Δ.Α. συγκεντρώνονται τα δεδομένα που τηρούνται στα πληροφοριακά συστήματα της Α.Α.Δ.Ε. και αφορούν το είδος και την περιγραφή του ακινήτου, τα δικαιώματα επί του ακινήτου, τη χρήση του ακινήτου, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σχετική με το ακίνητο. Το Μ.Ι.Δ.Α. ενημερώνεται: 

α) μέσω δηλώσεων που υποβάλλονται στην Α.Α.Δ.Ε. και περιλαμβάνουν τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου που αφορούν το ακίνητο, καθώς και 

β) μέσω πληροφοριών που χορηγούν τρίτοι στην Α.Α.Δ.Ε..

3. Το Μ.Ι.Δ.Α. δύναται να συνδέεται μέσω διαλειτουργικότητας με το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων (Ε.Μ.Α.) -Εregistries του Ελληνικού Κτηματολογίου και με ψηφιακά συστήματα, τα οποία τηρούν φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και αφορούν πληροφορίες σχετικές με τα ακίνητα, που δεν περιέχονται στο Ε.Μ.Α.»

2.

Στο άρθρο 83 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθενται παρ. 58 και 59 ως εξής:

«58. Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται οι συγκεκριμένες κατηγορίες δεδομένων, που συγκεντρώνονται και τηρούνται στο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (Μ.Ι.Δ.Α.) του άρθρου 15Β, ο τρόπος συλλογής των δεδομένων και ενημέρωσης του Μ.Ι.Δ.Α., η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την υποβολή δηλώσεων από τους υπόχρεους και για τη χορήγηση πληροφοριών από τρίτους στην Α.Α.Δ.Ε. για τους σκοπούς ενημέρωσης του Μ.Ι.Δ.Α., οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες με άλλα πληροφοριακά συστήματα και ψηφιακές εφαρμογές της Α.Α.Δ.Ε., καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για τη λειτουργία του Μ.Ι.Δ.Α..

59. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., εξειδικεύονται τα δεδομένα που αντλεί το Μ.Ι.Δ.Α. του άρθρου 15Β από το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων (Ε.Μ.Α.), ιδίως για ζητήματα αρμοδιότητας της Α.Α.Δ.Ε., ο τρόπος συλλογής των δεδομένων, οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθορίζονται οι κατηγορίες δεδομένων που συλλέγονται από φορείς του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα για την ενημέρωση του Μ.Ι.Δ.Α. του άρθρου 15Β, που δεν περιέχονται στο Ε.Μ.Α., ο τρόπος συλλογής των δεδομένων, οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες με άλλα πληροφοριακά συστήματα φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

3.

Στο άρθρο 84 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, περί μεταβατικών διατάξεων, προστίθεται παρ. 6 ως εξής:

«6. Μέχρι την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας του Ενιαίου Μητρώου Ακινήτων (Ε.Μ.Α.) - Εregistries του Ελληνικού Κτηματολογίου, η άντληση των δεδομένων για την ενημέρωση του Μ.Ι.Δ.Α. του άρθρου 15Β μπορεί να γίνεται και από άλλα ψηφιακά συστήματα τα οποία τηρούν φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και αφορούν πληροφορίες σχετικές με τα ακίνητα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., αμέσως μετά την έναρξη λειτουργίας του Ε.Μ.Α., η οποία διαπιστώνεται με απόφαση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, επικαιροποιούνται όλες οι αναγκαίες διαλειτουργικότητες για την εφαρμογή του παρόντος.»

Άρθρο 218. Περιουσιολόγιο Ακινήτων και Δήλωση Στοιχείων ακινήτων (Ε9) - Προσθήκη περίπτωσης στο Παράρτημα Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

Στο τέλος του Παραρτήματος Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), προστίθεται περ. 56 ως εξής:

«56. Περιουσιολόγιο Ακινήτων του άρθρου 1 και δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130).»

Άρθρο 219. Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, επιβολή ειδικής χρηματικής κύρωσης και ειδικού προστίμου - Τροποποίηση παρ. 1, 6 και 11 άρθρου 13Α ν. 2523/1997
1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 13Α του ν. 2523/1997 (Α' 179), περί αναστολής λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, επιβολής ειδικής χρηματικής κύρωσης και ειδικού προστίμου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται, 

β)

στο τρίτο εδάφιο οι λέξεις «εντός δύο (2) φορολογικών ετών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Εφόσον, από τον ίδιο μερικό επιτόπιο φορολογικό έλεγχο διαπιστώνεται είτε (α) η μη έκδοση ή η κατά την έννοια του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ανακριβής έκδοση πλέον των δέκα (10) προβλεπόμενων παραστατικών πώλησης, ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, ότι η αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών για τα οποία δεν εκδόθηκε παραστατικό πώλησης ή αυτό εκδόθηκε ανακριβώς υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ είτε (β) η μη διαβίβαση στο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (ΦΗΜ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), πλέον των δέκα (10) στοιχείων λιανικής πώλησης που έχουν εκδοθεί μέσω Φορολογικού Ηλεκτρονικού Μηχανισμού (ΦΗΜ), ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, ότι η μη διαβιβασθείσα αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ, αναστέλλεται άμεσα για σαράντα οκτώ (48) ώρες, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος. Εάν, εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους από τη διαπίστωση των ως άνω παραβάσεων, διαπιστωθεί εκ νέου, από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο στην ίδια ή σε άλλη επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, είτε

α) η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση τουλάχιστον τριών (3) παραστατικών πώλησης ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, ότι η αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών για τα οποία δεν εκδόθηκε παραστατικό πώλησης ή αυτό εκδόθηκε ανακριβώς υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ είτε

β) η μη διαβίβαση στο Πληροφοριακό Σύστημα των Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (ΦΗΜ) της Α.Α.Δ.Ε. τουλάχιστον τριών (3) στοιχείων λιανικής πώλησης που έχουν εκδοθεί μέσω ΦΗΜ, ή, ανεξαρτήτως του πλήθους αυτών, ότι η μη διαβιβασθείσα αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος αναστέλλεται αμελλητί για ενενήντα έξι (96) ώρες. Σε κάθε επόμενη διαπίστωση από τον ίδιο μερικό επιτόπιο έλεγχο των παραβάσεων του προηγούμενου εδαφίου, εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους από τη διαπίστωσή τους, σε οποιαδήποτε επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου, η λειτουργία της επαγγελματικής εγκατάστασης στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος αναστέλλεται αμελλητί για δέκα (10) ημέρες.»

2.

Στην παρ. 6 του άρθρου 13Α του ν. 2523/1997, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

πριν από τις λέξεις «Η τυχόν αλλαγή» προστίθενται οι λέξεις «Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου», 

β)

προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφιο και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, η τυχόν αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης ή η διακοπή της επιχείρησης από τον χρόνο διαπίστωσης μέχρι τον χρόνο της εκτέλεσης της απόφασης των προηγούμενων παραγράφων, δεν κωλύει την επιβολή και την εκτέλεση της απόφασης (ή πράξης) αναστολής, εφόσον στον ίδιο χώρο δραστηριοποιείται επιχείρηση με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών ή σε αυτήν συμμετέχουν ένα ή περισσότερα από τα αρχικά μέλη του φορέα ή συνδεόμενα με αυτούς πρόσωπα.

Στις περιπτώσεις αναστολής των περ. α) και γ) της παρ. 3, η αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης ή η διακοπή της επιχείρησης από τον χρόνο διαπίστωσης μέχρι τον χρόνο της εκτέλεσης της απόφασης δεν κωλύει την επιβολή και την εκτέλεση της απόφασης αναστολής είτε στην εγκατάσταση, στην οποία αφορά ο έλεγχος, εφόσον στον ίδιο χώρο δραστηριοποιείται επιχείρηση με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών ή σε αυτήν συμμετέχουν ένα ή περισσότερα από τα αρχικά μέλη του φορέα ή συνδεόμενα με αυτούς πρόσωπα, είτε, εφόσον δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις για την εν λόγω εγκατάσταση, σε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική εγκατάσταση δραστηριοποιείται ο ελεγχόμενος.

Εφόσον δεν δύναται να επιβληθεί ή να εκτελεστεί η απόφαση ή η πράξη αναστολής λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο κατόπιν διαπίστωσης των παραβάσεων της παρ. 1 ή των περ. α) και γ) της παρ. 3, επιβάλλεται η ειδική χρηματική κύρωση της παρ. 8, κατά περίπτωση.»

3.

Στην παρ. 11 του άρθρου 13Α του ν. 2523/1997, περί αναστολής λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, επιβολής ειδικής χρηματικής κύρωσης και ειδικού προστίμου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

οι λέξεις «του ν. 4174/2013» αντικαθίστανται από το αρκτικόλεξο «Κ.Φ.Δ.», 

β)

προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 11 διαμορφώνεται ως εξής:

«11. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου είναι ανεξάρτητη από την εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Φ.Δ. ή άλλων διατάξεων με τις οποίες επιβάλλονται διοικητικές ή λοιπές φορολογικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις του παρόντος άρθρου δεν επιβάλλονται όταν οι διαπιστωθείσες παραβάσεις αφορούν στα ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών εκροών σε πρατήρια υγρών καυσίμων και εγκαταστάσεις πωλητών πετρελαίου θέρμανσης για τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 31 του ν. 3784/2009 (Α' 137).»

4.

Οι παρ. 1, 2 και 3 ισχύουν για διαπιστώσεις που λαμβάνουν χώρα από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 220. Τόπος παροχής υπηρεσιών - Τροποποίηση παρ. 8 και 9 άρθρου 18 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Οδηγίας (ΕΕ) 2022/542)
1.

Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 18 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικα Φ.Π.Α., ν. 5144/2024, Α' 162), περί τόπου παροχής υπηρεσιών, προστίθεται νέο εδάφιο και η παρ. 8 διαμορφώνεται ως εξής:

«8. Δικαίωμα πρόσβασης σε πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, αθλητικές, επιστημονικές, εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές και παρόμοιες εκδηλώσεις προς υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα.

Ο τόπος παροχής υπηρεσιών που αφορούν στο δικαίωμα πρόσβασης σε πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, αθλητικές, επιστημονικές, εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές ή παρόμοιες εκδηλώσεις, όπως οι εμπορικές και άλλες εκθέσεις, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών σχετικά με την πρόσβαση, που παρέχονται σε υποκείμενους στον φόρο:

α) είναι το εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι εκδηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας,

β) δεν είναι το εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι εκδηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται εκτός του εσωτερικού της χώρας.

Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται στην πρόσβαση στις εκδηλώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, όταν η συμμετοχή είναι εικονική.»

2.

Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 18 του Κώδικα Φ.Π.Α., προστίθεται νέο εδάφιο και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής:

«9. Παροχή πολιτιστικών, καλλιτεχνικών, αθλητικών, επιστημονικών, εκπαιδευτικών, ψυχαγωγικών και παρόμοιων υπηρεσιών προς μη υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα.

Ο τόπος παροχής υπηρεσιών οι οποίες αφορούν σε πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, αθλητικές, επιστημονικές, εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές ή παρόμοιες δραστηριότητες, όπως εμπορικές και άλλες εκθέσεις, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών των διοργανωτών τέτοιων δραστηριοτήτων, καθώς και της παροχής παρεπόμενων προς τις υπηρεσίες αυτές υπηρεσιών που παρέχονται σε μη υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα:

α) είναι το εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι εκδηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας,

β) δεν είναι το εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι εκδηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται εκτός του εσωτερικού της χώρας.

Όταν οι υπηρεσίες και οι παρεπόμενες υπηρεσίες αφορούν δραστηριότητες σε μετάδοση συνεχούς ροής ή που διατίθενται εικονικά με άλλον τρόπο, τόπος παροχής των υπηρεσιών είναι ο τόπος στον οποίο ο μη υποκείμενος στον φόρο είναι εγκατεστημένος, έχει τη μόνιμη κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του.»

Άρθρο 221. Συντελεστές - Υπολογισμός του φόρου -Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 26 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 5 και 7 Οδηγίας (ΕΕ) 2022/542)
1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 26 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικα Φ.Π.Α., ν. 5144/2024, Α' 162), περί συντελεστών - υπολογισμού του φόρου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο τέταρτο εδάφιο οι λέξεις «παρ. 8 του Κεφαλαίου Β» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παρ. 11 του Κεφαλαίου Β», 

β)

στο τέλος της παρ. 1 προστίθεται νέο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Ο συντελεστής του Φ.Π.Α. ορίζεται σε είκοσι τέσσερα τοις εκατό (24%) στη φορολογητέα αξία. Για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα III του παρόντος Κώδικα, ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε δεκατρία τοις εκατό (13%). Για τα αγαθά και τις υπηρεσίες για τα οποία υπάρχει ειδική πρόβλεψη στο Παράρτημα III του παρόντος Κώδικα, ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%) και σε τέσσερα τοις εκατό (4%) κατά περίπτωση. Ο συντελεστής Φ.Π.Α. που ορίζεται για τα αγαθά και τις υπηρεσίες του Παραρτήματος ΙΙΙ δεν εφαρμόζεται στις ηλεκτρονικά παρεχόμενες υπηρεσίες, με την εξαίρεση εκείνων που εμπίπτουν στην παρ. 11 του Κεφαλαίου Β. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ του Παραρτήματος ΙΙΙ.

Κατ' εξαίρεση, για τα εμβόλια της ΔΚ ΕΧ 3002 κατά του κορωνοϊού COVID-19, που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από τα κράτη μέλη, ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε μηδέν τοις εκατό (0%).

Οι μειωμένοι συντελεστές που αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν εφαρμόζονται στις παραδόσεις αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, στις οποίες εφαρμόζεται το ειδικό καθεστώς των άρθρων 52 και 53.»

2.

Στην παρ. 3 του άρθρου 26 του Κώδικα Φ.Π.Α., περί συντελεστών - υπολογισμού του φόρου, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για τα εισαγόμενα αγαθά εφαρμόζονται οι συντελεστές που ισχύουν κατά τον χρόνο που ο φόρος γίνεται απαιτητός, σύμφωνα με το άρθρο 22. Ο συντελεστής που εφαρμόζεται στα εισαγόμενα αγαθά είναι ο συντελεστής που ισχύει στο εσωτερικό της χώρας για την παράδοση του ίδιου αγαθού.»

Άρθρο 222. Ειδικές απαλλαγές - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 1 άρθρου 32 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Η περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 32 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί ειδικών απαλλαγών, αντικαθίσταται ως εξής:

«γ) η παράδοση και η εισαγωγή καυσίμων, λιπαντικών, τροφοεφοδίων και λοιπών αγαθών που προορίζονται για τον εφοδιασμό:

γα) των πλοίων και των αεροσκαφών, τα οποία απαλλάσσονται σύμφωνα με τις περ. α) και β),

γβ) των πολεμικών πλοίων άλλων χωρών που υπάγονται στον κωδικό συνδυασμένης ονοματολογίας (ΣΟ) 8906 10 00, τα οποία εγκαταλείπουν το έδαφος της χώρας με προορισμό λιμάνι ή όρμο εκτός Ελλάδας,

γγ) των πλοίων με σημαία τρίτης χώρας που διενεργούν περιηγητικά ταξίδια (κρουαζιέρες) σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3872/2010 (Α' 148) και των αντίστοιχων πλοίων με ελληνική ή ενωσιακή σημαία που διενεργούν περιηγητικά ταξίδια, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 165 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973, Α' 261), και χρησιμοποιούνται στη ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων προορισμών σε ελληνικούς λιμένες και ανεξαρτήτως λιμένα εφοδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ένας προορισμός είναι σε τρίτη χώρα.

Η εισαγωγή τροφοεφοδίων από ή η παράδοση προς επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών εστίασης ή ψυχαγωγίας επί των πλοίων του προηγούμενου εδαφίου και τα οποία πωλούνται και αναλώνονται επί του πλοίου, απαλλάσσεται από Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Από την απαλλαγή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας εξαιρούνται τα λοιπά είδη προς κατανάλωση επί του πλοίου της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 36 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, τα βιομηχανοποιημένα καπνά του άρθρου 96 και τα προϊόντα των περ. α), στ), ζ) και η) της παρ. 1 του άρθρου 50 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.

Προκειμένου για πλοία και πλωτά μέσα της εμπορικής ναυσιπλοΐας εσωτερικού ή άλλης εκμετάλλευσης εσωτερικού, που δεν εμπίπτουν στην παρούσα υποπερίπτωση, καθώς και για αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν στα ελληνικά χωρικά ύδατα, η απαλλαγή περιορίζεται στα καύσιμα και λιπαντικά.»

Άρθρο 223. Απαλλαγές στην παράδοση αγαθών σε άλλο κράτος μέλος - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 33 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 2 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στην παρ. 3 του άρθρου 33 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί απαλλαγών στην παράδοση αγαθών σε άλλο κράτος μέλος, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις «με τα άρθρα 44, 52 και 53» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με τα άρθρα 52 και 53», 

β)

προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 3 του άρθρου 33 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται από υποκείμενους στον φόρο, σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 53. Η απαλλαγή που προβλέπεται στην περ. α) και στην υποπερ. ββ) της περ. β) της παρ. 1, δεν εφαρμόζεται στις παραδόσεις αγαθών και στις παραδόσεις προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, αντίστοιχα, που πραγματοποιούνται από υποκείμενους στον φόρο οι οποίοι, στο κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιούνται οι παραδόσεις, υπάγονται στην απαλλαγή των μικρών επιχειρήσεων των άρθρων 44 έως 44ζ.»

Άρθρο 224. Δικαίωμα έκπτωσης του φόρου - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 35 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 4 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 35 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί δικαιώματος έκπτωσης του φόρου, μετά από τις λέξεις «του άρθρου 4,» προστίθενται οι λέξεις «εκτός από εκείνες που απαλλάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 44 έως 44ζ,» και η περ. α) διαμορφώνεται ως εξής:

«α) για την πραγματοποίηση στο εξωτερικό των δραστηριοτήτων του άρθρου 4, εκτός από εκείνες που απαλλάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 44 έως 44ζ, εφόσον αυτές θα παρείχαν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου, αν είχαν πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό της χώρας,».

Άρθρο 225. Επιστροφή του φόρου - Τροποποίηση άρθρου 39 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στην υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 39 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί επιστροφής του φόρου, α) μετά τη λέξη «αντίστοιχο», διαγράφονται οι λέξεις «του άρθρου 44» και β) μετά τη λέξη «επιχειρήσεις» προστίθενται οι λέξεις «των άρθρων 44 έως 44ζ του παρόντος» και η υποπερ. αγ) διαμορφώνεται ως εξής:

«αγ) υπάγεται στο αντίστοιχο καθεστώς απαλλαγής για μικρές επιχειρήσεις των άρθρων 44 έως 44ζ του παρόντος,».

Άρθρο 226. Ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων -Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής - Αντικατάσταση άρθρου 44 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 8, 10, 11, 12, 15, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 της Οδηγίας 2022/542, 19 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Το άρθρο 44 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί ειδικού καθεστώτος μικρών επιχειρήσεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 44

Ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων

1. Η απαλλαγή του ειδικού καθεστώτος μικρών επιχειρήσεων εφαρμόζεται σε πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών, οι οποίες πραγματοποιούνται από μικρές επιχειρήσεις υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 44α έως 44στ.

Για τους σκοπούς των άρθρων 44 έως 44ζ ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) Ως «απαλλασσόμενη μικρή επιχείρηση» νοείται κάθε υποκείμενος στον φόρο, εγκατεστημένος ή μη, που επιλέγει να ωφεληθεί από την απαλλαγή των άρθρων 44α και 44β για πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας,

β) ως «ετήσιος κύκλος εργασιών εντός του εσωτερικού της χώρας» ορίζεται η ετήσια συνολική αξία των παραδόσεων αγαθών και των παροχών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στην παρ. 2, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), που πραγματοποιούνται από υποκείμενο στον φόρο κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους,

γ) ως «ετήσιος κύκλος εργασιών εντός της Ένωσης» ορίζεται η ετήσια συνολική αξία των παραδόσεων αγαθών και των παροχών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στην παρ. 3, χωρίς Φ.Π.Α., που πραγματοποιούνται από υποκείμενο στον φόρο εντός του εδάφους της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου κύκλου εργασιών εντός του εσωτερικού της χώρας, κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους.

2. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας, αποτελείται από τις ακόλουθες αξίες, χωρίς Φ.Π.Α.:

α) την αξία των παραδόσεων αγαθών και των παροχών υπηρεσιών, κατά το μέτρο που θα φορολογούνταν εάν είχαν πραγματοποιηθεί από μη απαλλασσόμενο υποκείμενο στον φόρο,

β) την αξία των πράξεων που απαλλάσσονται με δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. που καταβλήθηκε στο προηγούμενο στάδιο, σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 26,

γ) την αξία των απαλλασσόμενων πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 32,

δ) την αξία των απαλλασσόμενων πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 33 όταν εφαρμόζεται η απαλλαγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, και

ε) την αξία των πράξεων επί ακινήτων, των χρηματοοικονομικών πράξεων των περ. ιθ) έως κδ) της παρ. 1 του άρθρου 27 και των υπηρεσιών ασφάλισης και αντασφάλισης, εκτός εάν οι πράξεις αυτές έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα.

Οι μεταβιβάσεις ενσώματων ή άυλων αγαθών επένδυσης ενός υποκειμένου στον φόρο δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του κύκλου εργασιών.

3. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ενωσιακού ορίου απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων, αποτελείται από τις αξίες των πράξεων της παρ. 2, χωρίς Φ.Π.Α., και τις αξίες των αντίστοιχων πράξεων της παρ. 2, χωρίς Φ.Π.Α., που πραγματοποιούνται σε άλλο κράτος μέλος.

4. Το ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες πράξεις:

α) παραδόσεις ακινήτων του άρθρου 8 που πραγματοποιούνται ευκαιριακά,

β) παραδόσεις καινούργιων μεταφορικών μέσων σύμφωνα με την υποπερ. βα) της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 33.

5. Το ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων εφαρμόζεται για υποκείμενους με έδρα της οικονομικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Άρθρο 227. Χορήγηση απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε υποκείμενους στον φόρο εγκατεστημένους στο εσωτερικό - Προσθήκη άρθρου 44α στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 12, 16 και 19 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44α ως εξής:

«Άρθρο 44α

Χορήγηση απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε υποκείμενους στον φόρο εγκατεστημένους στο εσωτερικό

1. Δύνανται να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών, που αναφέρεται σε πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου και του τρέχοντος φορολογικού έτους κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 44, χωρίς Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

Οι υποκείμενοι δύνανται να απαλλάσσονται και κατά τον χρόνο έναρξης των εργασιών τους.

2. Οι διατάξεις της παρ. 1 δεν έχουν εφαρμογή:

α) στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος,

β) στην παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου, σύμφωνα με την υποπερ. βα) της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 33,

γ) στις παραδόσεις ακινήτων του άρθρου 8 που πραγματοποιούνται ευκαιριακά.

3. Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, ο υποκείμενος στον φόρο εφαρμόζει υποχρεωτικά το κανονικό καθεστώς, αρχής γενομένης από την πράξη παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής.

4. Οι υποκείμενοι που απαλλάσσονται μπορούν να μεταταχθούν προαιρετικά στο κανονικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους υποβάλλοντας σχετικά δήλωση μεταβολών. Σε περίπτωση προαιρετικής μετάταξης, ο υποκείμενος στον φόρο δύναται να υπαχθεί εκ νέου στο καθεστώς του παρόντος άρθρου εντός του επόμενου φορολογικού έτους.

5. Αν υποκείμενος μετατάσσεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, από το ένα καθεστώς στο άλλο, τα αποθέματα των εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα πριν από τη μετάταξη, απογράφονται υποχρεωτικά ανά ισχύοντα συντελεστή φόρου, αποτιμώνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του φόρου που έχει εκπέσει για τα αποθέματα, όταν ο υποκείμενος μετατάσσεται από το κανονικό καθεστώς στο απαλλασσόμενο και δικαίωμα έκπτωσης, αντίστοιχα, όταν μετατάσσεται από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς.

6. Σε κάθε περίπτωση μετάταξης, ο υποκείμενος υποχρεούται να συντάσσει απογραφή των αγαθών επένδυσης, για τα οποία δεν έχει παρέλθει ο χρόνος διακανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 38.

Τα εν λόγω αγαθά αποτιμώνται στην αξία κτήσης τους, η οποία προσαυξάνεται με τις δαπάνες βελτίωσης και επέκτασης, εκτός από τις δαπάνες επισκευής και συντήρησης. Οι μετατασσόμενοι υποκείμενοι, για τον εναπομένοντα χρόνο του διακανονισμού, έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου ή, κατά περίπτωση, υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του φόρου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για μετάταξη από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς ή αντίστροφα.

7. Για τα απογραφόμενα αγαθά των παρ. 5 και 6, υποβάλλεται, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη μετάταξη, δήλωση που περιλαμβάνει την αξία των αποθεμάτων κατά συντελεστή φόρου και τον φόρο που αναλογεί.

Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο κανονικό καθεστώς ο φόρος αυτός εκπίπτει με την προβλεπόμενη από το άρθρο 43 δήλωση Φ.Π.Α. της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων. Για τους υποκείμενους που μετατάσσονται στο απαλλασσόμενο καθεστώς, η δήλωση για την απόδοση του φόρου υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της δήλωσης αποθεμάτων μετάταξης του πρώτου εδαφίου.

8. Οι υποκείμενοι της παρ. 1, στις περιπτώσεις που έχουν υποχρέωση έκδοσης παραστατικών πωλήσεων (φορολογικών στοιχείων), αναγράφουν σε αυτά την ένδειξη «χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας-απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων» και δεν δικαιούνται να εκπέσουν τον φόρο των εισροών τους.»

Άρθρο 228. Χορήγηση απαλλαγής σε υποκείμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος - Προσθήκη άρθρου 44β στον ν. 5144/2024 (άρθρο 1 παρ. 12 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44β ως εξής:

«Άρθρο 44β

Χορήγηση απαλλαγής σε υποκείμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος

1. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, των οποίων, κατά το τρέχον και το προηγούμενο φορολογικό έτος, ο ετήσιος κύκλος εργασιών εντός του εσωτερικού της χώρας δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ και ο ετήσιος κύκλος εργασιών εντός της Ένωσης δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, μπορούν να κάνουν χρήση της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον έχουν προβεί σε προηγούμενη κοινοποίηση της πρόθεσής τους αυτής στο κράτος μέλος εγκατάστασής τους και έχουν λάβει από το κράτος μέλος αυτό ατομικό αριθμό ταυτοποίησης με το επίθημα «ΕΧ» για τον σκοπό αυτό.

2. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως φορολογική αρχή του κράτους μέλους απαλλαγής, αφού λάβει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την τυχόν μετέπειτα επικαιροποίηση αυτής από το κράτος μέλος εγκατάστασης, επαληθεύει την ύπαρξη τυχόν Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. στο εσωτερικό και την τήρηση του ορίου του ετήσιου κύκλου εργασιών των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και επιβεβαιώνει την απαλλαγή εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37β του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010.

Σε ειδικές περιπτώσεις που αφορούν σε πρόληψη της φοροδιαφυγής ή της φοροαποφυγής, η Α.Α.Δ.Ε. γνωστοποιεί αμελλητί στο κράτος μέλος εγκατάστασης την ανάγκη μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος για τη διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων ή επαληθεύσεων.

3. Κατόπιν της γνωστοποίησης από το κράτος μέλος εγκατάστασης της ταυτοποίησης του υποκειμένου με τον ατομικό αριθμό ταυτοποίησης με επίθημα «ΕΧ», ή της επιβεβαίωσης της προσθήκης της Ελλάδας στα κράτη μέλη στα οποία αυτός απαλλάσσεται, η Α.Α.Δ.Ε. μεριμνά για τη μη δυνατότητα χρήσης του τυχόν Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. που έχει ήδη ο υποκείμενος για πράξεις που πραγματοποιεί ως απαλλασσόμενη μικρή επιχείρηση.

4. Σε περίπτωση οικειοθελούς παύσης, ο υποκείμενος στον φόρο δύναται να υπαχθεί εκ νέου στο καθεστώς του παρόντος άρθρου εντός του επόμενου φορολογικού έτους.»

Άρθρο 229. Χορήγηση απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη σε υποκείμενους εγκατεστημένους στο εσωτερικό - Προσθήκη άρθρου 44γ στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 12 και 13 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44γ ως εξής:

«Άρθρο 44γ

Χορήγηση απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων από άλλα κράτη μέλη σε υποκείμενους εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας

1. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας μπορούν να κάνουν χρήση απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη στα οποία δεν είναι εγκατεστημένοι, εφόσον πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) ο ετήσιος κύκλος εργασιών του υποκείμενου εντός της Ε.Ε. δεν υπερβαίνει κατά το προηγούμενο και το τρέχον ημερολογιακό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ,

β) ο υποκείμενος υποβάλλει στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) προηγούμενη κοινοποίηση, με ηλεκτρονικά μέσα, η οποία περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

βα) ονοματεπώνυμο, δραστηριότητα, νομική μορφή και διεύθυνση του υποκειμένου στον φόρο,

ββ) κράτος μέλος ή κράτη μέλη στα οποία ο υποκείμενος προτίθεται να κάνει χρήση της απαλλαγής,

βγ) συνολική αξία των παραδόσεων αγαθών ή/και παροχών υπηρεσιών που έχουν πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό της χώρας και σε καθένα από τα άλλα κράτη μέλη, κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Στην περίπτωση κρατών μελών που εφαρμόζουν τομεακά όρια απαλλαγής, οι παραπάνω αξίες δηλώνονται ανά τομέα,

βδ) συνολική αξία των παραδόσεων αγαθών ή/και παροχών υπηρεσιών που έχουν πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό της χώρας και σε καθένα από τα άλλα κράτη μέλη κατά το τρέχον ημερολογιακό έτος πριν από την κοινοποίηση. Στην περίπτωση κρατών μελών που εφαρμόζουν τομεακά όρια απαλλαγής, οι παραπάνω αξίες δηλώνονται ανά τομέα,

βε) τυχόν Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. που ήδη διαθέτουν σε άλλα κράτη μέλη.

γ) Η Α.Α.Δ.Ε., ως φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης, λαμβάνοντας την προηγούμενη κοινοποίηση, επαληθεύει εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών το ύψος του κύκλου εργασιών που έχει δηλωθεί από τον υποκείμενο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 37β του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (L 268) και, εφόσον δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου του ετησίου κύκλου εργασιών κατά το τρέχον και το προηγούμενο ημερολογιακό έτος εντός της Ένωσης, διαβιβάζει με ηλεκτρονικά μέσα τις πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών απαλλαγής σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 37α του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010 και αναμένει την επιβεβαίωση από τα κράτη μέλη απαλλαγής εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37β του ανωτέρω Κανονισμού, προκειμένου να ταυτοποιήσει τον υποκείμενο με τον Α.Φ.Μ. ταυτοποίησης που φέρει το επίθημα «ΕΧ» και να το γνωστοποιήσει σε αυτόν.

Η απαλλαγή στο άλλο κράτος μέλος ισχύει από την ημερομηνία γνωστοποίησης από την Α.Α.Δ.Ε. προς τον υποκείμενο του Α.Φ..Μ. ταυτοποίησής του με το επίθημα «ΕΧ», η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της προηγούμενης κοινοποίησης, εκτός από ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, για την πρόληψη της φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής, τα κράτη μέλη για τη χορήγηση της απαλλαγής ενδέχεται να χρειάζονται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων και έχουν γνωστοποιήσει την αναγκαιότητα αυτή στην Α.Α.Δ.Ε. ως φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην υποπερ. βγ) της περ. β) παρέχονται και για καθένα από τα δύο προηγούμενα ημερολογιακά έτη για εκείνα τα κράτη μέλη που χορηγούν την απαλλαγή, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών των δύο τελευταίων ημερολογιακών ετών.

Οι αξίες των υποπερ. βγ) και βδ) της περ. β) εκφράζονται σε ευρώ ή στο εθνικό νόμισμα των κρατών μελών που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ, εφόσον τα κράτη μέλη απαιτούν να εκφράζονται οι αξίες στο δικό τους νόμισμα. Εάν οι παραδόσεις ή οι παροχές έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλα νομίσματα, ο υποκείμενος χρησιμοποιεί τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού έτους. Η μετατροπή γίνεται σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την ημέρα εκείνη ή, εάν δεν υπήρξε δημοσίευση τη συγκεκριμένη ημέρα, τις ισοτιμίες της επόμενης ημέρας δημοσίευσης.

2. Οι υποκείμενοι ενημερώνουν την Α.Α.Δ.Ε. με ηλεκτρονικά μέσα εκ των προτέρων, με επικαιροποίηση της προηγούμενης κοινοποίησης της παρ. 1, που περιλαμβάνει τον ΑΦΜ ταυτοποίησης με επίθημα «ΕΧ» που τους έχει χορηγηθεί, αν επέρχονται αλλαγές στις πληροφορίες που είχαν παρασχεθεί με την προηγούμενη κοινοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της πρόθεσής τους να κάνουν χρήση της απαλλαγής σε κράτος μέλος ή κράτη μέλη διαφορετικά από αυτά που υποδεικνύονται στην προηγούμενη κοινοποίηση και της απόφασής τους να παύσουν να εφαρμόζουν το καθεστώς απαλλαγής σε κράτος μέλος ή κράτη μέλη στα οποία δεν είναι εγκατεστημένοι. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παύση τίθεται σε ισχύ από την πρώτη μέρα του επόμενου ημερολογιακού τριμήνου μετά την παραλαβή των πληροφοριών από την Α.Α.Δ.Ε. ή, αν αυτές παραλαμβάνονται τον τελευταίο μήνα του ημερολογιακού τριμήνου, από την πρώτη μέρα του δεύτερου μήνα του επόμενου ημερολογιακού τριμήνου.

Η επικαιροποίηση της προηγούμενης κοινοποίησης ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία η Α.Α.Δ.Ε., αφού προβεί στις ενέργειες της περ. γ) της παρ. 1, επιβεβαιώνει τον Α.Φ.Μ. ταυτοποίησης με το επίθημα «ΕΧ» στον υποκείμενο μέσω γνωστοποίησης, η οποία δεν υπερβαίνει τις τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της επικαιροποίησης της προηγούμενης κοινοποίησης, εκτός από ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, για την πρόληψη της φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής, τα κράτη μέλη για τη χορήγηση της απαλλαγής ενδέχεται να χρειάζονται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων και έχουν γνωστοποιήσει την αναγκαιότητα αυτή στην Α.Α.Δ.Ε. ως φορολογική αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης.

Όταν ο υποκείμενος ενημερώνει την Α.Α.Δ.Ε. ότι προτίθεται να κάνει χρήση της απαλλαγής σε κράτος μέλος ή κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην προηγούμενη κοινοποίηση ή την επικαιροποίηση της προηγούμενης κοινοποίησης, δεν υποχρεούται να παράσχει τις πληροφορίες της περ. β) της παρ. 1, εφόσον αυτές έχουν συμπεριληφθεί ήδη σε αναφορές στοιχείων που έχουν υποβληθεί σε προηγούμενο χρόνο σύμφωνα με την παρ. 1 και την παρούσα παράγραφο.

3. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό που κάνουν χρήση της απαλλαγής σε άλλα κράτη μέλη, έχουν υποχρέωση υποβολής στην Α.Α.Δ.Ε., για κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, αναφοράς που περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Α.Φ.Μ. ταυτοποίησής τους με το επίθημα «ΕΧ»:

α) τη συνολική αξία των παραδόσεων ή παροχών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού τριμήνου στο εσωτερικό της χώρας ή την ένδειξη «0» εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί παραδόσεις ή παροχές,

β) τη συνολική αξία των παραδόσεων ή παροχών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού τριμήνου σε καθένα από τα κράτη μέλη, εκτός του εσωτερικού της χώρας ή την ένδειξη «0» εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί παραδόσεις ή παροχές. Στην περίπτωση κρατών μελών που εφαρμόζουν τομεακά όρια απαλλαγής, οι παραπάνω αξίες δηλώνονται ανά τομέα.

Η αναφορά υποβάλλεται στην Α.Α.Δ.Ε. εντός ενός μηνός από το τέλος του ημερολογιακού τριμήνου με ηλεκτρονικά μέσα και αποτελεί δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα.

Οι αξίες εκφράζονται σε ευρώ ή στο εθνικό νόμισμα των κρατών μελών που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ, εφόσον τα κράτη μέλη απαιτούν να εκφράζονται οι αξίες στο δικό τους νόμισμα. Εάν οι παραδόσεις ή οι παροχές έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλα νομίσματα, ο υποκείμενος χρησιμοποιεί τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού έτους. Η μετατροπή γίνεται σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ημέρα εκείνη ή, εάν δεν υπήρξε δημοσίευση τη συγκεκριμένη ημέρα, τις ισοτιμίες της επόμενης ημέρας δημοσίευσης.

4. Αν ο ετήσιος κύκλος εργασιών εντός της Ένωσης υπερβεί τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, οι υποκείμενοι ενημερώνουν εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών την Α.Α.Δ.Ε.. Παράλληλα, εντός της ίδιας προθεσμίας, υποβάλλουν τα στοιχεία της παρ. 3 για την αξία παραδόσεων αγαθών και παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από την έναρξη του τρέχοντος ημερολογιακού τριμήνου εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η υπέρβαση έως την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η υπέρβαση.»

Άρθρο 230. Υπέρβαση του ενωσιακού ή/και του εσωτερικού ορίου κύκλου εργασιών - Προσθήκη άρθρου 44δ στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 16 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44δ ως εξής:

«Άρθρο 44δ

Υπέρβαση του ενωσιακού ή/και του εσωτερικού ορίου κύκλου εργασιών

1. Υποκείμενοι που απαλλάσσονται λόγω κύκλου εργασιών στο εσωτερικό της χώρας, είτε είναι εγκατεστημένοι είτε όχι, οι οποίοι υπερέβησαν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος το εθνικό όριο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, δεν δύνανται να κάνουν χρήση της απαλλαγής για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους.

Όταν η υπέρβαση πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, η ισχύς της απαλλαγής παύει από τη στιγμή της υπέρβασης του ορίου.

2. Οι μη εγκατεστημένοι στο εσωτερικό υποκείμενοι δεν μπορούν να υπαχθούν, ούτε να συνεχίσουν να υπάγονται στο απαλλασσόμενο καθεστώς στο εσωτερικό, εάν, κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, υπερέβησαν το όριο του ετήσιου κύκλου εργασιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. 'Όταν η υπέρβαση του ορίου αυτού πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, η ισχύς της απαλλαγής παύει από την στιγμή της υπέρβασης του ορίου.

3. Οι υποκείμενοι που είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας, οι οποίοι υπερβαίνουν, στη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, το όριο του ετήσιου κύκλου εργασιών εντός της Ε.Ε., αλλά δεν έχουν υπερβεί το εσωτερικό όριο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, μπορούν να συνεχίσουν να διενεργούν απαλλασσόμενες πράξεις στο εσωτερικό μέχρι τη συμπλήρωση του εθνικού ορίου.»

Άρθρο 231. Απαλλαγή από ορισμένες υποχρεώσεις των υποκειμένων που κάνουν χρήση της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε κράτος μέλος στο οποίο δεν είναι εγκατεστημένοι - Προσθήκη άρθρου 44ε στον ν. 5144/2024 (άρθρο 1 παρ. 13 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44ε ως εξής:

«Άρθρο 44ε

Απαλλαγή από ορισμένες υποχρεώσεις των υποκειμένων που κάνουν χρήση της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε κράτος μέλος στο οποίο δεν είναι εγκατεστημένοι

1. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της απαλλαγής στο εσωτερικό της χώρας δεν έχουν υποχρέωση να αποκτήσουν Α.Φ.Μ./ Φ.Π.Α. ούτε να υποβάλουν δηλώσεις Φ.Π.Α. για τις πράξεις που πραγματοποιούν ως απαλλασσόμενες μικρές επιχειρήσεις.

2. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι κάνουν χρήση της απαλλαγής στο εσωτερικό της χώρας και δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση υποβολής, στο κράτος μέλος εγκατάστασής τους, των αντίστοιχων με τις οριζόμενες στην παρ. 3 του άρθρου 44γ προβλεπόμενων τριμηνιαίων αναφορών, υποχρεούνται να αποκτήσουν Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. και να υποβάλλουν δηλώσεις ΦΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 41.»

Άρθρο 232. Απενεργοποίηση ατομικού αριθμού ταυτοποίησης και προσαρμογή στοιχείων υποκειμένων σε ενδοενωσιακή απαλλαγή - Προσθήκη άρθρου 44στ στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 13 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44στ ως εξής:

«Άρθρο 44στ

Λοιπές ενέργειες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων

Πέραν των ενεργειών στις οποίες προβαίνει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 44γ, προβαίνει, επίσης, αμελλητί σε απενεργοποίηση του ατομικού αριθμού ταυτοποίησης με το επίθημα «ΕΧ» που έχει χορηγήσει σε υποκείμενους εγκατεστημένους στο εσωτερικό, προκειμένου οι τελευταίοι να κάνουν χρήση της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων σε άλλο κράτος μέλος ή άλλα κράτη μέλη, ή, αν ο υποκείμενος εξακολουθεί να κάνει χρήση της απαλλαγής σε άλλο κράτος μέλος ή άλλα κράτη μέλη, προσαρμόζει τα στοιχεία που έχει παραλάβει στο πλαίσιο προηγούμενης κοινοποίησης ή επικαιροποίησης της κοινοποίησης, στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) αν η συνολική αξία των παραδόσεων και παροχών εντός της Ένωσης που δηλώθηκε από τον υποκείμενο υπερβαίνει το όριο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, 

β) αν το κράτος μέλος που χορηγεί την απαλλαγή έχει κοινοποιήσει ότι ο υποκείμενος δεν δικαιούται να κάνει χρήση της απαλλαγής ή η απαλλαγή έχει παύσει να ισχύει στο εν λόγω κράτος μέλος,

γ) αν ο υποκείμενος στον φόρο έχει γνωστοποιήσει την απόφασή του να παύσει να εφαρμόζει την απαλλαγή ή

δ) αν ο υποκείμενος στον φόρο έχει ενημερώσει, ή μπορεί να συναχθεί με άλλον τρόπο, ότι οι δραστηριότητές του έχουν παύσει.»

Άρθρο 233. Εξουσιοδοτική διάταξη - Προσθήκη άρθρου 44ζ στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στον Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162) προστίθεται άρθρο 44ζ ως εξής:

«Άρθρο 44ζ

Εξουσιοδοτική διάταξη

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζονται οι διαδικασίες και οι λεπτομέρειες εγγραφής στο καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων, της παύσης και της εξαίρεσης από αυτό, οι λεπτομέρειες εφαρμογής των τριμηνιαίων αναφορών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των άρθρων 44, 44α, 44β, 44γ, 44δ, 44ε και 44στ.»

Άρθρο 234. Ειδικό καθεστώς φορολογίας των υποκειμένων στον φόρο μεταπωλητών που παραδίδουν μεταχειρισμένα αγαθά και αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας - Τροποποίηση παρ. 2 και 4 άρθρου 52 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (άρθρο 1 παρ. 20 Οδηγίας (ΕΕ) 2022/542 και άρθρο 1 παρ. 21 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)
1.

Στην παρ. 2 του άρθρου 52 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Κώδικα Φ.Π.Α. ν. 5144/2024, Α' 162), περί ειδικού καθεστώτος φορολογίας των υποκειμένων στον φόρο μεταπωλητών που παραδίδουν μεταχειρισμένα αγαθά και αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, οι λέξεις «του άρθρου 44» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των άρθρων 44 έως 44ζ» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Για την εφαρμογή της παρ. 1, ως παράδοση αγαθών που εμπίπτει στο ειδικό καθεστώς θεωρείται η παράδοση των αγαθών αυτών, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, κατά την έννοια της περ. β) της παρ. 8 του άρθρου 53, εφόσον τα αγαθά αυτά του παραδόθηκαν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από:

πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο, ή 

πρόσωπο υποκείμενο στον φόρο, εφόσον πρόκειται για παράδοση η οποία απαλλάσσεται από τον φόρο, σύμφωνα με την περ. κη) της παρ. 1 του άρθρου 27 ή αντίστοιχη διάταξη άλλου κράτους μέλους, ή 

πρόσωπο υποκείμενο στον φόρο, το οποίο υπάγεται στο ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων των άρθρων 44 έως 44ζ, εφόσον πρόκειται για αγαθά που αποτελούσαν γι' αυτόν αγαθά επένδυσης, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 38, ή αντίστοιχης διάταξης άλλου κράτους μέλους, ή άλλον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, εφόσον η παράδοση του αγαθού από αυτόν έχει υπαχθεί στον φόρο, σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του περιθωρίου κέρδους του παρόντος άρθρου ή αντίστοιχη διάταξη άλλου κράτους μέλους.».

2.

Στην παρ. 4 του άρθρου 52 Κώδικα Φ.Π.Α., περί ειδικού καθεστώτος φορολογίας των υποκειμένων στον φόρο μεταπωλητών που παραδίδουν μεταχειρισμένα αγαθά και αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στην περ. γ) διαγράφονται οι λέξεις «, εφόσον η παράδοση από το άλλο αυτό πρόσωπο φορολογήθηκε με τον μειωμένο συντελεστή που προβλέπεται για τα αγαθά αυτά ή παρασχέθηκε στον υποκείμενο πλήρες δικαίωμα έκπτωσης του φόρου», 

β)

προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, 

γ)

πριν από τη λέξη «επιλογή» προστίθεται η λέξη «Η παραπάνω» και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής μπορεί να επιλέξει την εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος του παρόντος άρθρου και στις παρακάτω παραδόσεις:

α) αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, τα οποία εισήγαγε ο ίδιος, σύμφωνα με το άρθρο 13,

β) αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας που του παραδόθηκαν από τον ίδιο τον δημιουργό τους ή τους διαδόχους του, 

γ) αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας που του παραδόθηκαν από άλλο υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο, εκτός από τον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει εφαρμοστεί μειωμένος συντελεστής στα σχετικά αντικείμενα καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας που παραδίδονται σε υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή ή εισάγονται από υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή.

Η παραπάνω επιλογή γίνεται με υποβολή δήλωσης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους για το οποίο υποβάλλεται.

Η δήλωση αυτή ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) πλήρη φορολογικά έτη μετά την πάροδο των οποίων μπορεί να ανακληθεί. Η ανάκληση ισχύει από το επόμενο φορολογικό έτος.

Σε περίπτωση άσκησης της επιλογής της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να υπολογιστεί το περιθώριο κέρδους, κατά την έννοια της παραγράφου 3, ως τιμή αγοράς λαμβάνεται η φορολογητέα αξία κατά την εισαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 25, ή η φορολογητέα αξία της παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 24, κατά περίπτωση, προσαυξημένη με τον ΦΠΑ με τον οποίο επιβαρύνθηκαν οι πράξεις αυτές.»

Άρθρο 235. Ειδικό καθεστώς για εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών που εισάγονται από τρίτες χώρες ή τρίτα εδάφη - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 3 άρθρου 58 Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στο τελευταίο εδάφιο της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 58 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), περί ειδικού καθεστώτος για εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών που ισάγονται από τρίτες χώρες ή τρίτα εδάφη, οι λέξεις «του άρθρου 44» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των άρθρων 44 έως 44ζ» και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) Κάθε υποκείμενος στον φόρο που έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος επιλέγει για την εγγραφή του στο παρόν ειδικό καθεστώς την Ελλάδα και εκπροσωπείται από μεσάζοντα. Ο μεσάζων έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας στη χώρα ή έχει την έδρα της οικονομικής του δραστηριότητας εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα.

Σε περίπτωση που ο μεσάζων διαθέτει μόνιμες εγκαταστάσεις και σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον επιλέξει την Ελλάδα για την εγγραφή του υποκείμενου στον φόρο που εκπροσωπεί στο παρόν ειδικό καθεστώς, δεσμεύεται από την απόφαση αυτή για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος και για τα δύο (2) επόμενα ημερολογιακά έτη.

Ο υποκείμενος στον φόρο που είναι εγκατεστημένος σε χώρα εκτός Ε.Ε., με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει συμφωνία περί αμοιβαίας συνδρομής ανάλογης έκτασης με εκείνη που προβλέπεται από την Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου της 16ης Μαρτίου 2010 (Ε 84), όπως έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με τον ν. 4072/2012 (Α' 86), και από τον Κανονισμό (ΕΕ) 904/2010 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2010 (Ε 268) και ο οποίος πραγματοποιεί εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών από την εν λόγω τρίτη χώρα, δεν υποχρεούται σε εκπροσώπηση από μεσάζοντα.

Οι ανωτέρω υποκείμενοι στον φόρο εφαρμόζουν το ειδικό καθεστώς του παρόντος σε όλες τις εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών της παρ. 1 που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτες χώρες ή τρίτα εδάφη.

Για τους σκοπούς της παρούσας, ουδείς υποκείμενος στον φόρο μπορεί να ορίσει συγχρόνως περισσότερους του ενός μεσάζοντες.

Δεν επιτρέπεται η εγγραφή στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου είτε απευθείας είτε διαμέσου μεσάζοντα υποκείμενων στον φόρο που είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων των άρθρων 44 έως 44ζ.»

Άρθρο 236. Μείωση εφαρμοστέου συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στις εισαγωγές και τις παραδόσεις αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας - Τροποποίηση Παραρτήματος ΙΙΙ Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας

Στο Τμήμα Α, περί αγαθών, του Παραρτήματος ΙΙΙ του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ν. 5144/2024, Α' 162), επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στην παρ. 52 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, 

β)

στην παρ. 53 προστίθεται δεύτερο εδάφιο και οι παρ. 52 και 53 διαμορφώνονται ως εξής:

«52. Η εισαγωγή αντικειμένων τέχνης, συλλογών ή αρχαιοτήτων (ΔΚ 9701, 9702, 9703, 9704, 9705 και 9706). Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).

53. Η παράδοση αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας των παρ. 1, 2 και 3 του Κεφαλαίου Α' του Παραρτήματος V του παρόντος Κώδικα, εφόσον πραγματοποιείται από τον ίδιο τον δημιουργό τους ή τους διαδόχους του. Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).»

Άρθρο 237. Απλοποιημένο τιμολόγιο και συγκεντρωτικό τιμολόγιο - Τροποποίηση άρθρου 10 ν. 4308/2014 (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285)
1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί απλοποιημένου τιμολογίου και συγκεντρωτικού τιμολογίου, προστίθεται περ. γ) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Επιτρέπεται η έκδοση απλοποιημένου τιμολογίου σε καθεμία από τις παρακάτω περιπτώσεις:

α) όταν το ποσό του τιμολογίου δεν υπερβαίνει το ποσό των 100 ευρώ, ή β) όταν το εκδιδόμενο τιμολόγιο είναι έγγραφο της παρ. 3 του άρθρου 8, ή γ) όταν ο πωλητής των αγαθών ή ο παρέχων τις υπηρεσίες είναι απαλλασσόμενη μικρή επιχείρηση κατά την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας περί Φ.Π.Α. και της σχετικής Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.»

2.

Στην παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 4308/2014, περί του απλοποιημένου τιμολογίου και του συγκεντρωτικού τιμολογίου, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Το απλοποιημένο τιμολόγιο φέρει υποχρεωτικά τις ακόλουθες ενδείξεις:

α) Την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου.

β) Προσδιορισμό της οντότητας που πωλεί τα αγαθά ή τις υπηρεσίες.

γ) Τον προσδιορισμό των αγαθών ή των υπηρεσιών που προσφέρονται.

δ) Το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλεται ή τις απαιτούμενες πληροφορίες για τον υπολογισμό του.

ε) Στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 8, αναφορά στο αρχικό τιμολόγιο και τις συγκεκριμένες ενδείξεις (δεδομένα) που τροποποιούνται.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύναται να καθίσταται υποχρεωτική η αναγραφή πρόσθετων στοιχείων στα εκδιδόμενα απλοποιημένα τιμολόγια ορισμένων κατηγοριών υπηρεσιών ή αγαθών από τα περιοριστικά αναφερόμενα στο άρθρο 9.»

Άρθρο 238. Εκδιδόμενα στοιχεία για λιανική πώληση αγαθών ή υπηρεσιών - Τροποποίηση παρ. 3, 4 και αντικατάσταση παρ. 11 άρθρου 12 ν. 4308/2014
1.

Στην παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί εκδιδομένων στοιχείων για λιανική πώληση αγαθών ή υπηρεσιών, διαγράφονται οι λέξεις «, ύστερα από δημοσίευση αξιολόγησης των διοικητικών βαρών για τις υποκείμενες οντότητες σε σχέση με το αναμενόμενο φορολογικό όφελος», και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για σκοπούς ευχερούς ταυτοποίησης των σχετικών συναλλαγών, δύναται να καθίσταται υποχρεωτική η αναγραφή πρόσθετων στοιχείων στα εκδιδόμενα στοιχεία λιανικής πώλησης ορισμένων κατηγοριών υπηρεσιών ή αγαθών, με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).»

2.

Στην παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014, διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Στην περίπτωση εκπτώσεων ή επιστροφών εκδίδεται πιστωτικό στοιχείο λιανικής πώλησης.»

3.

Η παρ. 11 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014, αντικαθίσταται ως εξής:

«11. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να απαλλάσσονται ορισμένες κατηγορίες οντοτήτων ή συναλλαγών από την υποχρέωση της παρ. 8 και να ορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος αυτής. Στις περιπτώσεις αυτές οι οντότητες εκδίδουν στοιχεία λιανικής πώλησης είτε μέσω της Εφαρμογής Έκδοσης και Διαβίβασης Παραστατικών που είναι προσβάσιμη στον διαδικτυακό τόπο της Α.Α.Δ.Ε. ή μέσω Υπηρεσιών Παρόχου για την Ηλεκτρονική Έκδοση Στοιχείων (Υ.ΠΑ.Η.Ε.Σ.) ή άλλου τεχνικού μέσου που ορίζεται στην απόφαση.»

Άρθρο 239. Ηλεκτρονικό τιμολόγιο - Τροποποίηση άρθρου 14 ν. 4308/2014 (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/516)

Στο άρθρο 14 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί ηλεκτρονικού τιμολογίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

οι παρ. 1, 2, 3 και 5 αντικαθίστανται, 

β)

προστίθενται παρ. 6 και 7, και το άρθρο 14 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 14

Ηλεκτρονικό τιμολόγιο

1. Το τιμολόγιο μπορεί να εκδίδεται σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή. Για κάθε πώληση αγαθών και παροχή υπηρεσιών από οντότητα που υπόκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών κατά την έννοια των παρ. 10, 11 και 12 του άρθρου 8:

α) εντός της χώρας, προς οντότητα που υπόκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου ή

β) προς αλλοδαπή οντότητα, σε άλλη χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην συναλλαγών λιανικής ή

γ) για συναλλαγές που αφορούν στην εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων, καθώς και στην τιμολόγηση λοιπών δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, το τιμολόγιο ή κάθε άλλο έγγραφο που περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για να θεωρείται τιμολόγιο, εκδίδεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά και σύμφωνα με την απόφαση της περ. α) της παρ. 5, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων και την τιμολόγηση λοιπών δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

2. Ηλεκτρονικό τιμολόγιο, συμπεριλαμβανομένου του στοιχείου λιανικής πώλησης είναι:

α) στην περίπτωση πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών για συναλλαγές των περ. α), β) και γ) της παρ. 1, οποιοδήποτε τιμολόγιο ή κάθε άλλο έγγραφο που περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για να θεωρείται τιμολόγιο και το οποίο εκδίδεται σύμφωνα με την απόφαση της περ. α) της παρ. 5,

β) στις λοιπές συναλλαγές οποιοδήποτε τιμολόγιο περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα και το οποίο έχει εκδοθεί και ληφθεί σε ηλεκτρονική μορφή.

3. Η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου για τις συναλλαγές των περ. α) και γ) της παρ. 1, γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τον λήπτη των αγαθών ή υπηρεσιών, που υπόκειται σε τιμολόγηση, με την επιφύλαξη όσων ειδικότερα ορίζονται στις διατάξεις για την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων και την τιμολόγηση λοιπών δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Στις περιπτώσεις πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών από οντότητα που υπόκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου προς χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι υποχρεωτική η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1, είναι ωστόσο δυνατό αυτό να αποστέλλεται με οιονδήποτε εναλλακτικό τρόπο υποδείξει η αλλοδαπή οντότητα-λήπτρια των αγαθών ή υπηρεσιών. Για τις λοιπές συναλλαγές, η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου υπόκειται στην αποδοχή του, με έντυπο ή ηλεκτρονικό τρόπο, εκ μέρους του λήπτη των αγαθών ή υπηρεσιών που υπόκεινται σε τιμολόγηση.

4. Στην περίπτωση που πλήθος ηλεκτρονικών τιμολογίων αποστέλλονται ή τίθενται συγκεντρωτικά στη διάθεση του ίδιου προσώπου που αποκτά αγαθά ή λαμβάνει υπηρεσίες, οι επαναλαμβανόμενες ενδείξεις στα διάφορα τιμολόγια είναι δυνατόν να παρατίθενται μία μόνο φορά, όταν είναι δυνατή η πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών κάθε τιμολογίου.

5. α) Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μετά από εισήγηση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., προβλέπεται η μορφή του πρότυπου έκδοσης ηλεκτρονικού τιμολογίου σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο έκδοσης ηλεκτρονικών τιμολογίων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 149 του ν. 4601/2019 (Α' 44).

β) Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι διαδικασίες παραλαβής και επεξεργασίας του ηλεκτρονικού τιμολογίου, οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας και διασύνδεσης αυτού με τα ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα της Α.Α.Δ.Ε., καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο τεχνικό και ειδικό θέμα σχετικά με το πρότυπο έκδοσης του ηλεκτρονικού τιμολογίου. Για το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού τιμολογίου εφαρμόζονται τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου. Το πρότυπο έκδοσης ηλεκτρονικού τιμολογίου χρησιμοποιείται σε όλες τις συναλλαγές των οντοτήτων, με την εξαίρεση των δημοσίων συμβάσεων, για τις οποίες ισχύουν τα οριζόμενα στα άρθρα 148 έως 154 του ν. 4601/2019.

6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εξειδικεύονται η έκταση εφαρμογής, η έναρξη ισχύος, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 1.

7. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Παρόχων Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης, καθώς και οι διαδικασίες ελέγχου των τιμολογίων και των στοιχείων λιανικής πώλησης που εκδίδονται και αυθεντικοποιούνται με τη χρήση υπηρεσιών των Παρόχων Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης ή της Εφαρμογής Έκδοσης και Διαβίβασης Παραστατικών που είναι προσβάσιμη μέσω του διαδικτυακού τόπου της Α.Α.Δ.Ε..»

Άρθρο 240. Αυθεντικότητα του τιμολογίου - Τροποποίηση παρ. 3 και προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 15 του ν. 4308/2014

Στο άρθρο 15 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί αυθεντικότητας του τιμολογίου, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στην παρ. 3 προστίθεται περ. ε), 

β)

προστίθεται παρ. 4 και οι παρ. 3 και 4 διαμορφώνονται ως εξής:

«3. Η αυθεντικότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιεχομένου ενός ηλεκτρονικού τιμολογίου μπορεί να διασφαλίζεται με τους πιο κάτω ενδεικτικά αναφερόμενους τρόπους: 

α) Χρήση προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής που έχει δημιουργηθεί από έναν μηχανισμό δημιουργίας ασφαλών ηλεκτρονικών υπογραφών και στηρίζεται σε πιστοποιητικό εγκεκριμένου φορέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 150/2001 (Α' 125). 

β) Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων (ΕDΙ), όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της σύστασης 1994/820/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 1994 (Επίσημη Εφημερίδα Ε.Κ. ΕΕ 388/28.12.1994), εφόσον η συμφωνία σχετικά με αυτήν την ανταλλαγή προβλέπει τη χρησιμοποίηση διαδικασιών που εγγυώνται τη γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα των δεδομένων.

γ) Μέσω Υπηρεσιών Παρόχου για την Ηλεκτρονική Έκδοση Στοιχείων (Υ.ΠΑ.Η.Ε.Σ.).

δ) Χρήση των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών, σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 12.

ε) Μέσω της Εφαρμογής Έκδοσης και Διαβίβασης Παραστατικών που είναι προσβάσιμη στον διαδικτυακό τόπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

4. Στην περίπτωση συναλλαγών των περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 14, η αυθεντικότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιεχομένου ενός ηλεκτρονικού τιμολογίου ή κάθε άλλου εγγράφου, που περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για να θεωρείται τιμολόγιο, διασφαλίζεται αποκλειστικά με τους τρόπους των περ. γ) και ε) της παρ. 3.»

Άρθρο 241. Απαλλαγές από τον φόρο - Τροποποίηση περ. γ) παρ. 2 άρθρου 75 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας
1.

Στο πρώτο εδάφιο της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 75 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130), περί γενικών απαλλαγών από τον φόρο, οι λέξεις «για δέκα (10)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «για πέντε (5)» και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) Η κινητή περιουσία στην αλλοδαπή Έλληνα υπηκόου που είναι εγκατεστημένος σε αυτή για πέντε (5) τουλάχιστον συναπτά έτη. Η απαλλαγή αυτή δεν εφαρμόζεται για περιουσίες δημοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών και υπαλλήλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εγκαταστάθηκαν στην αλλοδαπή λόγω της ιδιότητάς τους.»

2.

Η παρ. 1 καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις επαγωγής κινητής περιουσίας στην αλλοδαπή που έλαβαν χώρα από 1ης.1.2020.

Άρθρο 242. Εξαιρέσεις από τις δωρεές και την επιβολή του φόρου δωρεάς - Προσθήκη παρ. 7 στην Ενότητα Α' του άρθρου 88 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας

Στην Ενότητα Α του άρθρου 88 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130), περί της έννοιας και του περιεχομένου της κτήσης αιτία δωρεάς και γονικής παροχής, προστίθεται παρ. 7 ως εξής:

«7. Δεν θεωρούνται δωρεές, για την επιβολή του φόρου, οι παροχές με τη μορφή καταβολής από τον εργοδότη των δαπανών νοσηλείας του εργαζομένου ή συγγενικού του προσώπου κατά την έννοια της περ. στ) του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α' 167) και με τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις της περ. κβ) της παρ. 1 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Ε..»

Άρθρο 243. Ειδικός φόρος επί των ακινήτων - Τροποποίηση περ. στ' παρ. 2 άρθρου 18 Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας
1.

Στην περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130), περί αντικειμένου, υποκειμένου και προσδιορισμού του φόρου επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

οι λέξεις «τα οποία» αντικαθίστανται από τη λέξη «που»,

β)

οι λέξεις «και οι εταιρείες των οποίων κατέχουν το σύνολο των μετοχών:» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και οι εταιρείες των οποίων κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, το σύνολο των μετοχών, μεριδίων ή μερίδων:», 

γ)

στην υποπερ. (στβ) διαγράφονται οι λέξεις «, εφόσον το προϊόν της εκμετάλλευσης διατίθεται» και η περ. στ) διαμορφώνεται ως εξής:

«στ) Νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που αποδεδειγμένα επιδιώκουν κοινωφελείς, εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς στην Ελλάδα, καθώς και οι εταιρείες των οποίων κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, το σύνολο των μετοχών, μεριδίων ή μερίδων: 

στα) για τα ακίνητα που ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά και αποδεδειγμένα για τους προαναφερόμενους σκοπούς, 

στβ) για τα ακίνητα που εκμεταλλεύονται αποδεδειγμένα για την εκπλήρωση των ίδιων σκοπών, καθώς και 

στγ) για τα ακίνητα που αποδεδειγμένα είναι κενά ή δεν αποφέρουν εισόδημα.»

2.

Η παρ. 1 καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης και της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση.

Άρθρο 244. Έγκριση εταιρικών μετασχηματισμών νομικών προσώπων - Προσθήκη άρθρου 16Α στον ν. 2515/1997, προσθήκη περ. ιδ) στο άρθρο 78 του ν. 1969/1991, τροποποίηση άρθρου 28 ν. 4002/2011
1.

Στον ν. 2515/1997 (Α' 154) μετά από το άρθρο 16 προστίθεται νέο άρθρο 16Α, ως εξής:

«Άρθρο16Α

Έγκριση εταιρικών μετασχηματισμών νομικών προσώπων που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια για την έγκριση του εταιρικού μετασχηματισμού, σύμφωνα με τον παρόντα, για τα ακόλουθα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα

α) εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1665/1986 (Α' 194),

β) εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1905/1990 (Α' 147),

γ) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Μέρους Δεύτερου του ν. 4021/2011 (Α' 218),

δ) τρίτους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Μέρους Δεύτερου του ν. 4021/2011 και του ν. 4537/2018 (Α' 84), ε) ιδρύματα πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4537/2018,

στ) εταιρείες παροχής πιστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 153 του ν. 4261/2014 (Α' 107),

ζ) εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (servicers), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5072/2023 (Α' 198),

η) ανταλλακτήρια συναλλάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2515/1997 (Α' 154) και

θ) ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4701/2020 (Α' 128).

2. Ο εταιρικός μετασχηματισμός είναι έγκυρος μόνο μετά από έγγραφη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.»

2.

Στην παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 (Α' 167) περί αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προστίθεται νέα περ. ιδ), ως εξής:

«ιδ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την έγκριση του εταιρικού μετασχηματισμού για τα ακόλουθα νομικά πρόσωπα:

α) Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης, σύμφωνα με τον ν. 4514/2018 (Α' 14),

β) Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με τον ν. 4514/2018,

γ) Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, σύμφωνα με τον ν. 4099/2012 (Α' 250),

δ) Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων, σύμφωνα με τον ν. 4209/2013 (Α' 253).

Ο εταιρικός μετασχηματισμός είναι έγκυρος μόνο μετά τη λήψη γραπτής άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

3.

Στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 (Α' 180), περί της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, προστίθεται περ. ιβ) ως εξής:

«ιβ) Την έγκριση εταιρικού μετασχηματισμού, σύμφωνα με τον ν. 4601/2019 (Α' 44), οποιασδήποτε εταιρείας που κατέχει άδεια διεξαγωγής ή/και δικαίωμα εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων στην ελληνική επικράτεια, ανεξαρτήτως αν η άδεια ή/και το δικαίωμα χαρακτηρίζονται στην οικεία νομοθεσία ή διοικητική άδεια ή/και σύμβαση ως αποκλειστικά, προσωποπαγή ή αμεταβίβαστα. Ο εταιρικός μετασχηματισμός εταιρείας κατέχουσας άδεια διεξαγωγής ή/και δικαίωμα εκμετάλλευσης τυχερών παιγνίων στην ελληνική επικράτεια είναι έγκυρος μόνο μετά από έγγραφη άδεια της Ε.Ε.Ε.Π..»

Άρθρο 245. Ερμηνευτική διάταξη για την πτωχευτική περιουσία

Κατά την αληθή έννοια του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 92 του ν. 4738/2020 (Α' 207), περί πτωχευτικής περιουσίας, η παρ. 2 του άρθρου 192, περί απαλλαγής του οφειλέτη, που ορίζει ως προθεσμία απαλλαγής το ένα (1) έτος, εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση που έχει εκδοθεί η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, με την οποία τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 92 του ν. 4738/2020.

Άρθρο 246. Έκτακτη ενίσχυση του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία»
1.

Κατά το έτος 2025 είναι δυνατή η έκτακτη ενίσχυση του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία», αποκλειστικά προς τον σκοπό κάλυψης των υποχρεώσεών του που προκύπτουν από τον από 16.6.2025 εξωδικαστικό συμβιβασμό.

2.

Για την εκπλήρωση του σκοπού της παρ. 1 το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία» επιχορηγείται νομίμως, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, με το ποσό των πέντε εκατομμυρίων πενήντα έξι χιλιάδων ευρώ (5.056.000,00 €) από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολιτισμού οικονομικού έτους 2025, στον οποίο εγγράφεται ισόποση πρόσθετη πίστωση.

Άρθρο 247. Απαλλαγή εκπροσώπων νομικού προσώπου - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 195 ν. 4738/2020

Στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 195 του ν. 4738/2020 (Α' 207), περί απαλλαγής εκπροσώπων νομικού προσώπου, η λέξη «απόφαση» αντικαθίσταται από τη λέξη «απαλλαγή» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφαίνεται υπέρ της απαλλαγής, εάν το φυσικό πρόσωπο επιδεικνύει καλή πίστη τόσο κατά την κήρυξη της πτώχευσης όσο και κατά τη διάρκειά της, είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, δεν ευθύνεται για πράξη ή παράλειψη του άρθρου 127 και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειές του. Δεν απαλλάσσονται πλήρως αυτοί που καταδικάστηκαν για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου του παρόντος ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα. Αν υπάρχει εκκρεμής ποινική δίωξη ή αστική αγωγή για κάποια από αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την απόφασή του μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της διαδικασίας. Η απαλλαγή ανακαλείται, αν επέλθει μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογεί την ανάκληση εντός τριετίας από την επέλευση της απαλλαγής.»

Άρθρο 248. Βεβαίωση - Είσπραξη και επιστροφή εσόδων - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 18 ν. 3522/2006
1.

Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006 (Α' 276), περί βεβαίωσης, είσπραξης και επιστροφής εσόδων, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Τίτλοι επιστροφής με επιστρεπτέο ποσό έως και πέντε (5) ευρώ εξοφλούνται κεντρικά μέσω αυτοματοποιημένης διαδικασίας από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»

2.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται και στους τίτλους επιστροφής που εκδόθηκαν ή θα εκδοθούν και δεν έχουν διεκπεραιωθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ειδικά για επιστροφές φόρου που προκύπτουν από δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, η παρ. 1 εφαρμόζεται για τις δηλώσεις φορολογικού έτους 2025 και των επομένων.

Άρθρο 249. Τέλος επιτηδεύματος - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 31 ν. 3986/2011

Στην παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 (Α' 152), περί επιβολής τέλους επιτηδεύματος, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος ως εξής:

α) νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε οκτακόσια (800) ευρώ ετησίως,

β) αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες της περ. ε) του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α' 167) που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε τετρακόσια (400) ευρώ ετησίως,

γ) νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες, κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε χίλια (1.000) ευρώ ετησίως,

δ) αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες της περ. ε) του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως,

ε) για κάθε υποκατάστημα που συνιστάται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα των περ. α) και

γ) σε εξακόσια (600) ευρώ ετησίως και για κάθε υποκατάστημα που συστήνεται από αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία των περ. β) και δ), σε τριακόσια (300) ευρώ ετησίως.

Ως υποκατάστημα στην ημεδαπή, για την εφαρμογή του παρόντος, εκτός της έδρας της επιχείρησης, νοείται κάθε:

α) επαγγελματική εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, στην οποία ενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα,

β) ακίνητο, που μισθώνεται ή υπεκμισθώνεται για βραχυχρόνια μίσθωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 111 του ν. 4446/2016 (Α' 240).

Δεν λογίζονται ως υποκαταστήματα, για την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος, οι προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι και οι πρόσκαιρες επαγγελματικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούν για χρονικό διάστημα μέχρι τριάντα (30) ημέρες, οι επαγγελματικές εγκαταστάσεις που στεγάζονται σε διαφορετικούς ορόφους, συνεχόμενους ή μη, του ίδιου κτιριακού συγκροτήματος, οι εγκαταστάσεις τουριστικών καταλυμάτων εντός παραδοσιακών κτισμάτων, σύμφωνα με το π.δ. 33/1979 (Α' 10), που λειτουργούν σε ξεχωριστά κτίρια, αλλά με ενιαία άδεια λειτουργίας, η οποία εντάσσεται ως ενιαία εγκατάσταση στην ίδια τουριστική μονάδα, καθώς και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις της περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3874/2010 (Α' 151).»

Άρθρο 250. Κοινοποίηση προγράμματος πλειστηρια-σμού - Τροποποίηση άρθρων 56 και 73 Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων
1.

Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 56 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α' 190), περί ανακοινώσεων πλειστηριασμών από επισπεύδοντες τρίτους, οι λέξεις «στον Προϊστάμενο του Τελωνείου Α' Τάξης του τόπου της εκτέλεσης και στην Τελωνειακή Περιφέρεια στην οποία υπάγεται το Τελωνείο αυτό» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και στην Τελωνειακή Περιφέρεια στην οποία υπάγεται το Τελωνείο Α' Τάξης του τόπου της εκτέλεσης» και το άρθρο 56 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 56

Ανακοινώσεις πλειστηριασμών από επισπεύδοντες τρίτους

Κάθε τρίτος που επισπεύδει πλειστηριασμό υποχρεούται, με ποινή ακυρότητας αυτού, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του οφειλέτη και στην Τελωνειακή Περιφέρεια στην οποία υπάγεται το Τελωνείο Α' Τάξης του τόπου της εκτέλεσης, αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού ή του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης ή της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού δέκα (10) ημέρες πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά, και είκοσι (20) ημέρες, αν πρόκειται για ακίνητα. Τα αντίγραφα του προηγούμενου εδαφίου δεν κοινοποιούνται στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..»

2.

Στο άρθρο 73 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, περί διάκρισης ληξιπρόθεσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

η παρ. 1 αντικαθίσταται, 

β)

μετά την παρ. 1 προστίθεται παρ. 1Α, 

γ)

στην παρ. 3: 

γα)

οι λέξεις «του άρθρου 46 του Κ.Φ.Δ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 45 του Κ.Φ.Δ.», 

γβ)

προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 73 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 73

Διάκριση ληξιπροθέσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης

1. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:

α) Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης και από τις έρευνες αυτές δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων ή διαπιστώθηκε η καθ' οιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκεινται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 έως 946 του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων κατά των ανωτέρω ευθυνόμενων προσώπων με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον έχει λάβει χώρα κήρυξη των ευθυνόμενων προσώπων σε πτώχευση, η οποία δεν έχει περατωθεί. Η εκμίσθωση τραπεζικής θυρίδας από οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο δεν κωλύει τον χαρακτηρισμό των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, ακόμα και πριν λάβει χώρα η διάρρηξη αυτής, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί κατάσχεση στα χέρια τρίτου,

β) έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43) σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής,

γ) έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά ορισμένο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περ. α' και β' και είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών.

Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση εφαρμογής της περ. α' ή της υποπερ. βα' της περ. β' της παρ. 1Α, με την έκθεση ελέγχου πιστοποιείται, αντί της συνδρομής της περ. α' της παρούσας, η συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών, κατά περίπτωση. Αν ο οφειλέτης ή συνυπόχρεος έχει αποβιώσει και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υποπερ. ββ' της περ. β' της παρ. 1Α, ειδικά ως προς τον αποβιώσαντα οφειλέτη ή συνυπόχρεο πιστοποιείται μόνο η συνδρομή της περίπτωσης αυτής.

Για εταιρείες που τελούν υπό κρατικό έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση απαιτείται η αναγγελία του Δημοσίου στις διαδικασίες αυτές και η συνδρομή των περ. β' και γ'. Γ ια οφειλές που αφορούν κοινότητες ομογενειακών οργανώσεων που έχουν στην κυριότητά τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η συνδρομή της περ. γ'

1Α. α) Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην περ. α' της παρ. 1, χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές, παρά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή συνυπόχρεου προσώπου, αν για τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

αα) Η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή, όπου υπάρχει, ή από το ποσό του αθροίσματος της φορολογητέας αξίας των δικαιωμάτων αυτών για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α' 287), όπως αυτό προκύπτει από την τελευταία συντεθείσα πράξη προσδιορισμού φόρου, ή από την έκθεση κατάσχεσης. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου αλλά η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων.

αβ) Η συνολική αξία της κινητής περιουσίας του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, ακόμα και αν η κατάσχεση αυτής δεν κατέστη δυνατόν να επιβληθεί παρά την έγγραφη παραγγελία της αρμόδιας φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με το ύψος της συνολικής βασικής ληξιπρόθεσμης οφειλής και δεν υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, όπως η αξία αυτή προκύπτει, κατά σειρά, από εκτίμηση πιστοποιημένου εκτιμητή ή από την έκθεση κατάσχεσης ή από άλλο πρόσφορο για τον σκοπό αυτό στοιχείο. Αν η συνολική αξία της κυριότητας και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί κινητών του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρησης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων.

β) Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην περ. α' της παρ. 1, ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται οφειλές και στις ακόλουθες περιπτώσεις:

βα) Αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την υπαγωγή της επιχείρησης του οφειλέτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης ή από τη λύση του νομικού προσώπου και η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, η οποία δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της υποπερ. αα' της περ. α' της παρούσας. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων, ο υπολογισμός της αξίας του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας γίνεται με βάση βεβαίωση του εκκαθαριστή, ενώ για τα συνυπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζεται η περ. α' της παρούσας.

Αν δεν χορηγείται βεβαίωση του εκκαθαριστή για τον υπολογισμό της αξίας του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας, για τον χαρακτηρισμό της οφειλής ως ανεπίδεκτης, κατ' εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρούσας υποπερίπτωσης και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται σε αυτό, δύναται να ληφθεί υπόψη μόνο η τρέχουσα αξία της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων. Μετά τη χορήγηση της βεβαίωσης του προηγούμενου εδαφίου και εφόσον η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ύψος που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας υποπερίπτωσης, η οφειλή επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, ολικά ή μερικά. Η παρ. 4 εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Η παρούσα υποπερίπτωση εφαρμόζεται μόνο για οφειλές που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο έως την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους, και έχουν αναγγελθεί σε αυτή.

ββ) Αν ο οφειλέτης ή συνυπόχρεο πρόσωπο απεβίωσε χωρίς να καταλείπει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και ο επιζών σύζυγος ή μέρος συμφώνου συμβίωσης, τα τέκνα του οφειλέτη καθώς και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά.

Στην περίπτωση αυτή, για τον χαρακτηρισμό οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης, δεν απαιτείται έρευνα και επίσπευση της διαδικασίας είσπραξης σε βάρος των λοιπών κληρονόμων του αποβιώσαντος. Αν στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία, για την εφαρμογή των υποπερ. αα' και αβ' της περ. α' λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα της αξίας αυτών και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των κληρονόμων, με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων του κληρονομικού δικαίου.

2. Οι πράξεις του χαρακτηρισμού των επιδεκτικών ή ανεπίδεκτων είσπραξης και της καταχώρισης των απαιτήσεων σε ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης γίνονται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις που τη διέπουν. Εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω του ενός και ημίσεος εκατομμυρίου (1.500.000) ευρώ, οι πράξεις αυτές κοινοποιούνται στην υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των δημόσιων εσόδων, από την οποία και ελέγχονται. Αν κρίνεται αναγκαίο, έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί και στις πράξεις της παρούσας που αφορούν συνολική βασική οφειλή κατώτερη του ως άνω ποσού.

3. Από την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση: 

α) αναστέλλεται αυτοδικαίως η παραγραφή της, 

β) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. για οποιαδήποτε αιτία ούτε άλλο νομίμως προβλεπόμενο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Δημοσίου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, 

γ) δεσμεύονται στο σύνολό τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα των παραπάνω προσώπων κατ' ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας των παρ. 5 και 6 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Δ. Το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμό και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.

Κατ' εξαίρεση, η περ. γ' της παρούσας δεν εφαρμόζεται σε οφειλέτες για τους οποίους εκκρεμεί διαδικασία εκκαθάρισης ή πτώχευσης σύμφωνα με την υποπερ. βα' της περ. β' της παρ. 1Α και οι περ. β' και γ 'της παρούσας δεν εφαρμόζονται σε κληρονόμους του αποβιώσαντος της υποπερ. ββ' της περ. β' της παρ. 1Α.

4. Οφειλή που έχει καταχωρισθεί, κατά τα ανωτέρω, ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν πριν από την παραγραφή της, διαπιστωθεί ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής ικανοποίησής της είτε από τον οφειλέτη είτε από συνυπόχρεο πρόσωπο.

5. Με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. μπορεί να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4389/2016 (Α' 94) και να ρυθμίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της πλήρους Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα ζητήματα της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4820/2021 (Α' 130), μπορεί να μεταβάλλονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και του επαναχαρακτηρισμού τους ως εισπράξιμων και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών της καταχώρισης.»

Άρθρο 251. Δυνατότητα παράτασης διάρκειας συμβάσεων προσληφθέντος προσωπικού στη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων - Τροποποίηση άρθρου 24 ν. 4778/2021

Στο άρθρο 24 του ν. 4778/2021 (Α' 26), περί πρόσληψης προσωπικού στη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, προστίθεται παρ. 3 ως εξής:

«3. Οι συμβάσεις εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν δυνάμει του παρόντος, δύνανται, πριν από τη λήξη τους, να παραταθούν με τους ίδιους όρους έως την 31 Δεκεμβρίου 2026, τηρουμένης της απαγόρευσης της παρ. 2. Για την παράταση, η οποία συντελείται κατά παρέκκλιση των άρθρων 5, περί διαδοχικών συμβάσεων, και 6, περί ανώτατης διάρκειας συμβάσεων, του π.δ. 164/2004 (Α' 134), απαιτείται απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη του προσωπικού οργάνου.»

Άρθρο 252. Πρόσβαση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων στα δεδομένα του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων
1.

Τα όργανα διοίκησης και οι υπάλληλοι του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., εφεξής Οργανισμός), οι κάθε είδους συνεργαζόμενοι με τον Οργανισμό δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, τα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, καθώς και οι ανάδοχοι συναφθεισών συμβάσεων με τον Οργανισμό παρέχουν στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) άμεση, πλήρη και απρόσκοπτη πρόσβαση σε κάθε κτιριακή υποδομή και υποδομή πληροφορικής, ηλεκτρονική εφαρμογή και πληροφοριακό σύστημα, καθώς και σε κάθε διαθέσιμη πληροφορία, δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, σύμβαση, δικαιολογητικό, δεδομένο και άλλο στοιχείο που βρίσκεται στην κατοχή τους και αφορά τη λειτουργία του Οργανισμού όπως ενδεικτικά:

α)

τη διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Ε.), του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Γ.Τ.Α.Α.), του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου (Ε.Α.Τ.) και λοιπών πόρων του Οργανισμού, καθώς και την τήρηση όλων των σχετικών με τις πιστώσεις λογαριασμών,

β)

τη στελέχωση του Οργανισμού, ιδίως τη σχέση εργασίας του προσωπικού του, την κατανομή των υπαλλήλων ανά κατηγορία και κλάδο, τη στελέχωση ανά ηλικία, γεωγραφική περιοχή και υπηρεσία, καθώς και το σύνολο των οργανικών θέσεων, την οργανωτική δομή, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και τη διάρθρωση των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών του Οργανισμού,

γ)

την ανάληψη, τον έλεγχο, τη διαχείριση και τις διαδικασίες πληρωμής των οικονομικών υποχρεώσεων, τον έλεγχο και την εκκαθάριση των πάσης φύσεως δαπανών, την εκτέλεση των προμηθειών, τη διαχείριση των πόρων αυτού, καθώς και κάθε άλλο οικονομικό στοιχείο ή κατάσταση που σχετίζεται με την κατάρτιση και εκτέλεση του Προϋπολογισμού του Οργανισμού, τον Απολογισμό του καθώς και την εν γένει λειτουργία του.

Η Α.Α.Δ.Ε. επεξεργάζεται και διαχειρίζεται το σύνολο των ως άνω πληροφοριών και στοιχείων για την εκπλήρωση των σκοπών του Οργανισμού.

2.

Η μη εκπλήρωση ή πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων της παρ. 1, πέραν των πειθαρχικών κυρώσεων, όπου αυτές εφαρμόζονται, επισύρει σε βάρος των υπόχρεων την επιβολή προστίμου από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά παράβαση, με πράξη του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

Άρθρο 253. Επίδομα απομακρυσμένων - παραμεθορίων περιοχών υπαλλήλων Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 9 και παρ. 2β άρθρου 47 ν. 4778/2021
1.

Στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4778/2021 (Α' 26), περί του επιδόματος απομακρυσμένων - παραμεθορίων περιοχών υπαλλήλων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «τουλάχιστον δύο (2) ετών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τουλάχιστον έξι (6) μηνών», 

β)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η χορήγηση του επιδόματος της παρ. 1 συνδέεται με την πραγματική άσκηση καθηκόντων στις υπηρεσίες των περιοχών αυτών. Ειδικότερα, η προσαύξηση σύμφωνα με την απόφαση της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 47, χορηγείται υπό την προϋπόθεση της υποχρεωτικής παραμονής στην ίδια υπηρεσία για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών και όχι περισσότερο από έξι (6) έτη, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα υποχρεωτικής παραμονής στην ίδια υπηρεσία. Σε περίπτωση παραμονής για διάστημα μικρότερο των έξι (6) μηνών ή για διάστημα μικρότερο του οριζομένου με την απόφαση της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 47, τα ποσά που χορηγήθηκαν σύμφωνα με την απόφαση της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 47, αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.»

2.

Η περ. β της παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 4778/2021, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται: 

α) ο χρόνος έναρξης των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 9,

β) οι προϋποθέσεις και ο χρόνος σύντμησης του διαστήματος ελάχιστης υποχρεωτικής παραμονής και παράτασης του διαστήματος μέγιστης παραμονής προς τον σκοπό της κάλυψης έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών που σχετίζονται με την στελέχωση των υπηρεσιών, την χιλιομετρική απόσταση του τόπου παροχής της υπηρεσίας ή τις αυξημένες ανάγκες κατά τους θερινούς μήνες, 

γ) οι προϋποθέσεις αναζήτησης ή μη μέρους του ποσού του επιδόματος των απομακρυσμένων-παραμεθόριων περιοχών ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις απρόβλεπτης ανάγκης αποχώρησης από την υπηρεσία, θανάτου του υπαλλήλου, αναστολής λειτουργίας ή κατάργησης της υπηρεσίας, 

δ) οι περιπτώσεις μετάθεσης σε υπηρεσία ίδιας βαρύτητας, 

ε) καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 9.»

Άρθρο 254. Μεταφορά της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) στην Α.Α.Δ.Ε.

Η Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που συστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2343/1995 (Α' 211) σε συνδυασμό με το άρθρο 88 του ν. 3842/2010 (Α' 58) και το άρθρο 1 του π.δ. 84/2019 (Α' 123) σε συνδυασμό με το άρθρο 111του ν. 4622/2019 (Α' 133), μεταφέρεται την 6η.10.2025 ως σύνολο αρμοδιοτήτων, υπηρεσιακών μονάδων, θέσεων, προσωπικού, αρχείων, περιουσιακών στοιχείων και υλικοτεχνικού εξοπλισμού στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

Οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. των οποίων οι οργανικές θέσεις και οι αρμοδιότητες περιέρχονται στην Α.Α.Δ.Ε., διατηρούν την ιδιότητα του ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου και λαμβάνουν παραγγελίες προκαταρκτικών εξετάσεων, τελώντας σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.- ν. 4620/2019, Α' 96) υπό την εποπτεία, καθοδήγηση και τον συντονισμό των ενεργειών τους, από τον Προϊστάμενο Εισαγγελέα του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, χωρίς να εφαρμόζεται σε αυτούς η παρ. 3 του άρθρου 35 του Κ.Π.Δ.. Οι εκκρεμείς παραγγελίες προκαταρκτικών εξετάσεων που έχουν αναλάβει οι ως άνω υπάλληλοι μεταφέρονται χωρίς άλλη διαδικασία στην Α.Α.Δ.Ε..

Το σύνολο των προκαταρκτικών εξετάσεων που εκ-κρεμούν, κατά τον χρόνο μεταφοράς τους στην Α.Α.Δ.Ε., στα χέρια του προσωπικού του Σ.Δ.Ο.Ε., που ασκεί ελεγκτικά καθήκοντα μεταφέρεται χωρίς άλλη διαδικασία στην Α.Α.Δ.Ε. και ολοκληρώνεται από τους υπαλλήλους στους οποίους έχει ήδη χρεωθεί κατά τον χρόνο μεταφοράς τους. Την ευθύνη για τον χειρισμό και την ολοκλήρωση των εν λόγω υποθέσεων φέρουν αποκλειστικά οι ως άνω υπάλληλοι, στα χέρια των οποίων εκκρεμούν οι προκαταρκτικές εξετάσεις κατά τον χρόνο μεταφοράς τους στην Α.Α.Δ.Ε., ανεξάρτητα από την οργανωτική δομή στην οποία θα ενταχθούν εντός της Α.Α.Δ.Ε..

Άρθρο 255. Επαναλειτουργία Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών - Τροποποίηση παρ. 3 και 6 άρθρου 16 ν. 4714/2020
1.

Στην παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 (Α' 148), περί της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «30 Ιουνίου 2024» αντικαθίστανται από τις λέξεις «24 Ιουλίου 2026» και 

β)

στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «29 Ιουνίου 2024» αντικαθίστανται από τις λέξεις «23 Ιουλίου 2026» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Ο διάδικος φορολογούμενος σε εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων διαφορές από πράξη επιβολής φόρου ή προστίμων κατά τη φορολογική νομοθεσία μπορεί να υποβάλει αίτηση ενώπιον της Επιτροπής της παρ. 1 με αίτημα την εξώδικη επίλυση της διαφοράς, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκκινήσει ο ίδιος τη διαδικασία ενώπιον των ανωτέρω αρμόδιων δικαστηρίων ή όχι. Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά έως τις 24 Ιουλίου 2026. Το αίτημα μπορεί να αφορά μόνο σε υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έως τις 23 Ιουλίου 2026. Το προηγούμενο εδάφιο καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον της Επιτροπής της παρ. 1. Σε υποθέσεις για τις οποίες είχε υποβληθεί αίτηση και απορρίφθηκαν από την Επιτροπή για τυπικούς λόγους, καθώς και σε υποθέσεις ματαιωθείσες ή απορριφθείσες για τις οποίες έχουν προκύψει νέα στοιχεία ή νομολογία ή έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης εντός της ως άνω προθεσμίας.»

2.

Στην παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 4714/2020 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο πρώτο εδάφιο, 

αα)

οι λέξεις «31η Ιουλίου 2025» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Δεκεμβρίου 2026» και 

αβ)

οι λέξεις «30ή Σεπτεμβρίου 2025» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Μαρτίου 2027», 

β)

στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «31η Ιουλίου 2025» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Δεκεμβρίου 2026» και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Η εξέταση των αιτήσεων εξώδικης επίλυσης ολοκληρώνεται το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2026 και τα πρακτικά εξώδικης επίλυσης εκδίδονται έως την 31η Μαρτίου 2027, ημερομηνία κατά την οποία λήγει η θητεία του Γενικού Προϊσταμένου, των μελών των Τμημάτων της Επιτροπής και των Γραμματέων. Αιτήσεις που δεν εξετάστηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026, θεωρείται ότι απορρίφθηκαν σιωπηρά. Για όσο διάστημα η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των Επιτροπών, η δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αρμοδίου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου αναστέλλεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο με πράξη του Προέδρου του δικαστηρίου. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία.»

Άρθρο 256. Ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών για τις οποίες έχει χορηγηθεί παράταση καταβολής και αναστολή είσπραξης για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών λόγω της κακοκαιρίας «Daniel»
1.

Οφειλές φυσικών και νομικών προσώπων και οντοτήτων, βεβαιωμένες στις Δ.Ο.Υ./Κ.Ε.ΜΕ.Φ./ΚΕ.Β.ΕΙΣ., για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή είσπραξης και παράταση καταβολής, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 5184/2025 (Α' 34) στο πλαίσιο αντιμετώπισης των έκτακτων αναγκών που προέκυψαν από την εκδήλωση της κακοκαιρίας «Daniel», δύναται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις με την επιφύλαξη του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παρ. 6.

2.

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση από τις 8 Αυγού-στου 2025 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025. Αν υφίσταται τεχνική αδυναμία ηλεκτρονικής υποβολής της αίτησης, αυτή υποβάλλεται στην υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

3.

Βασικές οφειλές της παρ. 1 από την ημερομηνία υπαγωγής τους στη ρύθμιση και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής δεν επιβαρύνονται με τόκο. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης της ρύθμισης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση πέντε τοις εκατό (5%).

4.

Με την υπαγωγή στο πρόγραμμα ρύθμισης και υπό την προϋπόθεση της τήρησης αυτού, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 6 του ν. δ. 356/1974 (Α' 90) και 57 του ν. 4174/2013 (Α' 170), τα οποία αφορούν οφειλές που έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι και τις 20 Μαρτίου 2015.

5.

Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση συντελείται με την καταβολή της πρώτης δόσης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επομένων μηνών. Με την υποβολή από τον οφειλέτη αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, τα αποδιδόμενα ποσά από συμψηφισμούς του άρθρου 75 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν. 4978/2022, Α' 190), από παρακρατήσεις αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 5104/2024, Α' 58) και από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης δύνανται να καλύπτουν την πρώτη δόση, εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσμίας του δευτέρου εδαφίου και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

6.

Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ.

7.

Η ρύθμιση απόλλυται με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου των οφειλών σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης, αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.

8.

Σε όποιον τηρεί τους όρους της ρύθμισης της παρ. 1: 

α)

Χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ..

β)

Αναστέλλεται ή παύει η ποινική δίωξη και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43), περί ποινικού αδικήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.

Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95) και αυτή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από τη λήξη της αναστολής.

γ)

Αναστέλλεται η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο οφειλές που ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν. Η αναστολή της παρούσας περίπτωσης δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, πριν από την υπαγωγή στη ρύθμιση, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απωλέσει τη ρύθμιση σύμφωνα με την παρ. 7, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

9.

Το Δημόσιο και μετά από την υπαγωγή και συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση δύναται:

α)

να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των συνυπόχρεων προσώπων, ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β)

να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για τη μεταβίβαση ακινήτου ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτού στα πρόσωπα της περ. α) ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι διασφαλισμένη σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,

γ)

να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών του, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κ.Ε.Δ.Ε..

10.

Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθμισης από την παρακράτηση απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. ή κατόπιν συμψηφισμού του άρθρου 75 του Κ.Ε.Δ.Ε. ή μετά από αναγκαστικά μέτρα, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

11.

Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της.

12.

Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος άρθρου:

α)

οφειλές που αφορούν σε ανάκτηση κρατικής ενίσχυσης βάσει απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 31του ν. 5000/2022 (Α' 226), περί διαδικασίας υλοποίησης της απόφασης ανάκτησης,

β)

οφειλές που δεν δύνανται να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σύμφωνα με άλλες διατάξεις, με εξαίρεση τις οφειλές που προκύπτουν από την επιστροφή της ενίσχυσης της επιστρεπτέας προκαταβολής σύμφωνα με το άρθρο τρίτο της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α' 86), καθώς και από αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά σύμφωνα με αυτήν, 

γ)

οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής βάσει δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής ή κατ' εφαρμογή του ν. 4469/2017 (Α' 62), περί εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων ή του Κεφαλαίου Α' του ν. 4738/2020 (Α' 207), περί εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ.

Άρθρο 257. Ρύθμιση ασφαλιστικών οφειλών για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών λόγω της κακοκαιρίας «Daniel»
1.

Πάσης φύσεως ασφαλιστικές εισφορές, τρέχουσες και καθυστερούμενες, φυσικών και νομικών προσώπων και οντοτήτων, οι οποίες, στο πλαίσιο αντιμετώπισης των έκτακτων αναγκών που προέκυψαν από την εκδήλωση της κακοκαιρίας «Daniel», τελούν σε αναστολή καταβολής μέχρι την 31η Ιουλίου 2025, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 5184/2025 (Α' 34), δύνανται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, να υπαχθούν σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως και εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις, με την επιφύλαξη του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παρ. 5.

2.

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται στις υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών από την 8η Αυγούστου 2025 έως τη 30ή Σεπτεμβρίου 2025.

3.

Από την ημερομηνία υπαγωγής τους στη ρύθμιση της παρ. 1 και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, οι οφειλές δεν επιβαρύνονται με τόκους ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης της ρύθμισης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση που ανέρχεται σε πέντε τοις εκατό (5%).

4.

Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση της παρ. 1 διενεργείται με την καταβολή της πρώτης δόσης. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία ημέρα του μήνα υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.

5.

Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης της παρ. 1 ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ.

6.

Η ρύθμιση της παρ. 1 απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου των οφειλών σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης, με τη μη καταβολή δύο (2) συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων της ρύθμισης ή με τη βεβαίωση νέας οφειλής.

7.

Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, παρέχονται στον οφειλέτη τα εξής ευεργετήματα:

α)

χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας ισχύος,

β)

στις επιχειρήσεις της περ. ε' της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, εφόσον για το έργο, για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό, δεν υφίστανται τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές, και σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής, χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας με παρακράτηση ποσού ίσου με την οφειλή,

γ)

αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Ειδικά για κατασχέσεις στα χέρια τρίτων που έχουν επιβληθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος, το μέτρο της κατάσχεσης αίρεται με την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση, κατόπιν σχετικού αιτήματος, και αποδιδόμενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πριν από την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη τρεχουσών δόσεων της ρύθμισης,

δ)

αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136), και αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α' 95),

ε)

αναστέλλεται η εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακόπτεται.

Αν ο οφειλέτης απωλέσει τη ρύθμιση, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

8.

Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις ακόλουθες συνέπειες:

α)

την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,

β)

τη μετατροπή ως άμεσα απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων τόκων, πρόσθετων τελών και προσαυξήσεων,

γ)

την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέσα.

9.

Ο Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και μετά από την υπαγωγή και συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 17 και 18 του ν. 4331/2015 (Α' 69), περί των δικαιωμάτων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης μετά την υπαγωγή οφειλετών σε ρύθμιση και συμμόρφωση.

10.

Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση της παρ. 1, αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της.

11.

Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση της παρ. 1 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής βάσει δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής ή κατ' εφαρμογή του ν. 4469/2017 (Α' 62), περί του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, ή του Κεφαλαίου Α' του ν. 4738/2020 (Α' 207), περί εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ.

Άρθρο 258. Στελέχωση και λειτουργία Μόνιμης Εθνικής Αντιπροσωπείας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης - Τροποποίηση άρθρων 209, 210 και 211 ν. 4920/2022
1.

Στην περ. ε) του άρθρου 209 του ν. 4920/2022 (Α' 74), περί θέσεων προσωπικού της Μόνιμης Εθνικής Αντιπροσωπείας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, μετά τη λέξη «υποστήριξης» προστίθενται οι λέξεις «και συντονισμού θεμάτων αρμοδιότητας Μονίμου Αντιπροσώπου» και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής:

«ε) Μία (1) θέση υπαλλήλου γραμματειακής υποστήριξης και συντονισμού θεμάτων αρμοδιότητας Μονίμου Αντιπροσώπου.»

2.

Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 210 του ν. 4920/2022, περί προσόντων κάλυψης θέσεων, προστίθενται οι λέξεις «ή άδεια οδήγησης οχήματος μεταφοράς προσώπων σύμφωνα με το ισχύον στη χώρα σύστημα αδειών οδήγησης» και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Για τη θέση του οδηγού επιμελητή της περ. στ) του άρθρου 209, απαιτείται κατοχή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, καλή γνώση της ελληνικής και της γαλλικής γλώσσας και άδεια οδήγησης επαγγελματικής κατηγορίας ή άδεια οδήγησης οχήματος μεταφοράς προσώπων σύμφωνα με το ισχύον στη χώρα σύστημα αδειών οδήγησης.»

3.

Στο άρθρο 211 του ν. 4920/2022, περί του τρόπου και της διαδικασίας κάλυψης θέσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο έβδομο εδάφιο της παρ. 2: 

αα)

οι λέξεις «του Υπουργού Οικονομικών» αντικαθίσταται από τις λέξεις «του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή κοινή απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου οργάνου σύμφωνα με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παρούσας» και 

αβ)

οι λέξεις «τους έξι (6) μήνες» αντικαθίσταται από τις λέξεις «τους δώδεκα (12) μήνες», 

β)

η παρ. 3 αντικαθίσταται, 

γ)

προστίθεται παρ. 4 και το άρθρο 211 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 211

Τρόπος - Διαδικασία κάλυψης θέσεων

1. α) Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος και ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος διορίζονται με τριετή θητεία, που δύναται να ανανεωθεί για μία ακόμη φορά και για ίσο χρονικό διάστημα.

β) Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος και ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος διορίζονται και παύονται από τα καθήκοντά τους με Προεδρικό Διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών. Αν η θητεία του Μονίμου και του Αναπληρωτή Μονίμου Αντιπροσώπου δεν ανανεωθεί ή δεν διοριστεί νέος Μόνιμος Αντιπρόσωπος και Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος, η θητεία των υπηρετούντων Αντιπροσώπων παρατείνεται αυτοδικαίως έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανανέωσής της ή του νέου διορισμού, για χρονικό διάστημα που δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.

γ) Στις θέσεις των περ. α) και β) του άρθρου 209 διορίζονται μόνιμοι ή με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143), ή που προέρχονται από διεθνείς οργανισμούς ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή ερευνητικά κέντρα, οι οποίοι διαθέτουν τα προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 210 για τη θέση αυτή.

Για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία στις θέσεις των περ. α) και β) του άρθρου 209, οι οργανικές θέσεις των υπαλλήλων που διορίζονται παραμένουν κενές, μετά δε τη λήξη της θητείας, επανέρχονται αυτοδικαίως στις οργανικές τους θέσεις.

Για τα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) που αναλαμβάνουν καθήκοντα στις θέσεις των περ. α) και β) του άρθρου 209, εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 160 του ν. 4957/2022 (Α' 141).

2. Τέσσερις (4) θέσεις της περ. γ) και η θέση της περ. δ) του άρθρου 209 καλύπτονται με αποσπάσεις μονίμων ή με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). Τρεις (3) θέσεις της περ. γ) του άρθρου 209 καλύπτονται από υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014. Οι ως άνω αποσπάσεις πραγματοποιούνται έπειτα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, κατά παρέκκλιση του ν. 4440/2016 (Α' 224), με μόνη απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εάν πρόκειται για απόσπαση υπαλλήλου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και με κοινή απόφαση του οργάνου αυτού και του αρμοδίου οργάνου του υπουργείου προέλευσης του υπαλλήλου σε κάθε άλλη περίπτωση. Σε περίπτωση υπαλλήλου που προέρχεται από εποπτευόμενο φορέα, η απόσπαση πραγματοποιείται με κοινή απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμοδίου οργάνου που εποπτεύει τον φορέα προέλευσης του υπαλλήλου. Επί απόσπασης υπαλλήλου της Α.Α.Δ.Ε. εφαρμόζεται το άρθρο 25 του ν. 4389/2016 (Α' 94). Η απόσπαση πραγματοποιείται για χρονικό διάστημα έως τρία (3) έτη από την ανάληψη της υπηρεσίας και μπορεί να παραταθεί για τρία (3) επιπλέον έτη, για μία μόνο φορά. Αν συντρέχουν ειδικοί υπηρεσιακοί λόγοι επιτρέπεται, μετά από πρόταση του Μονίμου Αντιπροσώπου ή, αν αυτός κωλύεται, του Αναπληρωτή Μονίμου Αντιπροσώπου και απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή κοινή απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου οργάνου σύμφωνα με το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, η περαιτέρω παράταση της απόσπασης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. Η ανάληψη υπηρεσίας πραγματοποιείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης απόσπασης. Μετά τη λήξη της απόσπασής τους, οι υπάλληλοι επιστρέφουν στις οργανικές τους θέσεις. Ο χρόνος υπηρεσίας στις ανωτέρω θέσεις λογίζεται ως χρόνος δημόσιας υπηρεσίας.

3. Το προσωπικό των περ. ε) και στ) του άρθρου 209 προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. και ύστερα από εισήγηση του Μονίμου Αντιπροσώπου, τηρουμένης της διαδικασίας του ετήσιου προγραμματισμού προσλήψεων του άρθρου 25 του ν. 4829/2021 (Α' 166). Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας των προσλαμβανομένων, ύστερα από εισήγηση του Μονίμου Αντιπροσώπου και αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου διαρκείας τριών (3) ετών, η οποία καταρτίζεται από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο και η οποία δύναται να ανανεώνεται για ίση χρονική διάρκεια, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων. Με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου κατά την ανανέωση της σύμβασης του προσωπικού των περ. ε) και στ) του άρθρου 209, κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης του Μονίμου Αντιπροσώπου, είναι δυνατή η αναπροσαρμογή της αντιμισθίας.

4. α) Το παρόν άρθρο δεν θίγει το υπηρεσιακό καθεστώς των ήδη υπηρετούντων στις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209, μέχρι τη λήξη της σύμβασής τους.

β) Κατά τη διάρκεια της ισχύουσας σύμβασης των ήδη υπηρετούντων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209 είναι δυνατή άπαξ η αναπροσαρμογή της αντιμισθίας τους, με τεκμηριωμένη εισήγηση του Μονίμου Αντιπροσώπου και απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, με ισχύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος.

γ) Η παρ. 3 καταλαμβάνει και τους ήδη υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στις θέσεις των περ. γ) και δ) του άρθρου 209.»

Άρθρο 259. Λειτουργία Μητρώου Ακίνητης Περιουσίας στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 20 ν. 3965/2011

Στην παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3965/2011 (Α' 113), περί σύστασης της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, 

β)

προστίθεται νέο τελευταίο εδάφιο και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2 . Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας εποπτεύει, συντονίζει και ελέγχει την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής από τις συναρμόδιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα για τη διοίκηση, διαχείριση, αξιοποίηση και προστασία της δημόσιας περιουσίας, της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, καθώς και της κοινωφελούς περιουσίας και κατευθύνει, παρακολουθεί, συντονίζει και ελέγχει τη λειτουργία και το έργο των υπηρεσιών και των συλλογικών οργάνων και επιτροπών, που υπάγονται σε αυτήν, με σκοπό την καλύτερη διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας και κοινωφελούς περιουσίας.

Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας είναι αρμόδια για την καταγραφή, σε ενιαίο Μητρώο, όλης της ακίνητης περιουσίας φορέων του Δημόσιου Τομέα και ειδικότερα των Υπουργείων, των Δημοσίων Επιχειρήσεων στις οποίες το Δημόσιο κατέχει το σύνολο του μετοχικού τους κεφαλαίου, των Δημοσίων Οργανισμών και των Ν.Π.Δ.Δ. (Μητρώο Ακίνητης Περιουσίας, Μ.Α.Π.). Στο Μ.Α.Π. καταχωρούνται όλα τα εμπράγματα δικαιώματα των φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143). Οι ανωτέρω φορείς υποχρεούνται να διαβιβάσουν στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας κάθε στοιχείο και δεδομένο που αφορά στην ακίνητη περιουσία τους και να την ενημερώνουν άμεσα για κάθε αλλαγή και τροποποίηση, προκειμένου να επικαιροποιείται αντίστοιχα το Μ.Α.Π.. Επίσης, οφείλουν να παρέχουν κάθε είδους συνδρομή που θα τους ζητηθεί από τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας για την οργάνωση, συστηματοποίηση και αξιοποίηση του ανωτέρω Μητρώου. Για τον ίδιο σκοπό, επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας από φορείς του, κατά το άρθρο 1 του ν. 1256/1982, δημοσίου τομέα, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών που μπορεί να παρατείνεται μέχρι τρία (3) ακόμη έτη. Η απόσπαση διενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, χωρίς να απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του φορέα από τον οποίο αποσπάται ο υπάλληλος, ύστερα από δημοσιοποίηση σχετικής πρόσκλησης της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας στην οποία καθορίζονται τα ζητούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του προσωπικού.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας μπορεί να ανατίθεται στην ΕΤΑΔ Α.Ε. η διαχείριση και αξιοποίηση ακινήτων εγγεγραμμένων στο Μ.Α.Π. επιπλέον των όσων ήδη έχουνε περιέλθει στην αρμοδιότητά της δυνάμει των διατάξεων των νόμων 2636/1998 και 3878/2010 και της υπ' αρ. Δ6Α1162069 ΕΞ2011 (Β' 2779/2011) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Τουρισμού και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 4009/2011 (Α' 195).

Η εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επί της ΕΤΑΔ Α.Ε. όσον αφορά το συντονισμό και τον έλεγχο της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής για τη διαχείριση και την αξιοποίηση των ακινήτων αρμοδιότητάς της ασκείται μέσω της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δύναται να ορίζονται το ελάχιστο περιεχόμενο του Μ.Α.Π. ανά πεδίο, όπως είδος δικαιώματος επί του ακινήτου, Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου του ακινήτου, λοιπά στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του ακινήτου, ειδικά και λεπτομερειακά τεχνικά ζητήματα σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του Μ.Α.Π. με το Εθνικό Κτηματολόγιο και με άλλα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου και την αυτόματη άντληση πληροφοριών από αυτά, τα δικαιώματα πρόσβασης στο Μ.Α.Π., η διαδικασία ενημέρωσης και επικαιροποίησης των στοιχείων του και η προσθήκη άλλων πεδίων σε αυτό, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.»

Άρθρο 260. Παραχώρηση δημοσίου ακινήτου για τη στέγαση του Τμήματος Γ.Α.Κ. Λευκάδας - Προσθήκη παρ. 8Α στο άρθρο 26 του ν. 4484/2017
1.

Στο άρθρο 26 του ν. 4484/2017 (Α' 110), περί παραχωρήσεων δημοσίων ακινήτων, μετά την παρ. 8 προστίθεται παρ. 8Α ως εξής:

«8Α. Παραχωρείται χωρίς αντάλλαγμα στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού η χρήση του υπό στοιχεία (4, 5, 6, 7, 8, 17, 18, 4), τμήματος, εμβαδού επιφανείας τριακοσίων ογδόντα ενός τετραγωνικών μέτρων και πενήντα έξι εκατοστών (381,56), με τα εντός αυτού κτίρια (διώροφο και ισόγειο) του δημόσιου ακινήτου ιδιοκτησίας ελληνικού Δημοσίου με ΑΒΚ 30 και συνολικού εμβαδού χιλίων εκατόν ογδόντα επτά τετραγωνικών μέτρων και πενήντα πέντε εκατοστών (1.187,55), καταγεγραμμένου στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιονίων Νήσων, με ΚΑΕΚ 340260106019, εντός των εγκεκριμένων ορίων του πολεοδομικού σχεδίου του οικισμού Λευκάδας, που προϋφίσταται του έτους 1923, και συγκεκριμένα στον Τομέα Ι, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μάρτιο 2025 τοπογραφικό διάγραμμα, που επισυνάπτεται στο παρόν ως Παράρτημα, για τη στέγαση των αρχείων του Τμήματος Γ.Α.Κ. Λευκάδας.»

2.

Στον ν. 4484/2017, προστίθεται ως Παράρτημα VIΙΑ, το Παράρτημα του παρόντος.

Άρθρο 261. Εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης των προσώπων που αποκτούν κινητές αξίες - Τροποποίηση περ. γ) άρθρου 8 ν. 3461/2006

Στο τέλος της περ. γ) του άρθρου 8 του ν. 3461/2006 (Α' 106) περί εξαιρέσεων από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης, προστίθενται οι λέξεις «ή τοποθέτησης σε εμπίστευμα εγκύρως συσταθέν στην αλλοδαπή, εφόσον, επί μεν τοποθέτησης εν ζωή, δικαιούχοι του εμπιστεύματος είναι ο εμπιστευματοπάροχος ή τα τέκνα του ή αμφότεροι, επί δε τοποθέτησης δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, δικαιούχοι του εμπιστεύματος είναι οι κληρονόμοι του εμπιστευματοπαρόχου» και η περ.γ) διαμορφώνεται ως εξής:

«γ) Η απόκτηση κινητών αξιών είναι αποτέλεσμα μεταβίβασης λόγω γονικής παροχής ή κληρονομικής διαδοχής ή τοποθέτησης σε εμπίστευμα εγκύρως συσταθέν στην αλλοδαπή, εφόσον, επί μεν τοποθέτησης εν ζωή, δικαιούχοι του εμπιστεύματος είναι ο εμπιστευματοπάροχος ή τα τέκνα του ή αμφότεροι, επί δε τοποθέτησης δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, δικαιούχοι του εμπιστεύματος είναι οι κληρονόμοι του εμπιστευματοπαρόχου.»

Άρθρο 262. Προσβασιμότητα πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Ενιαίο Σημείο Πρόσβασης - Προσθήκη άρθρου 21α στον ν. 3556/2007 (παρ. 2 άρθρου 3 Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2864)

Στον ν. 3556/2007 (Α' 91) μετά το άρθρο 21 προστίθεται άρθρο 21α ως εξής:

«Άρθρο 21α

Προσβασιμότητα πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Ενιαίο Σημείο Πρόσβασης

1. Κατά τη γνωστοποίηση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 21, ο εκδότης ή το πρόσωπο το οποίο ζήτησε την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη υποβάλλει τις εν λόγω πληροφορίες ταυτόχρονα στον φορέα συλλογής που αναφέρεται στην παρ. 3 προκειμένου να καταστούν προσβάσιμες στο Ευρωπαϊκό Ενιαίο Σημείο Πρόσβασης (ΕΕΣΠ) που θεσπίστηκε δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού ενιαίου σημείου πρόσβασης το οποίο παρέχει κεντρική πρόσβαση σε πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις κεφαλαιαγορές και τη βιωσιμότητα (Σειρά L).

Οι ρυθμιζόμενες πληροφορίες συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) υποβάλλονται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων, όπως ορίζεται στην περ. 3) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 ή, όταν απαιτείται από το δίκαιο της Ένωσης ή το εθνικό δίκαιο, σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο όπως ορίζεται στην περ. 4) του άρθρου 2 του ως άνω κανονισμού·

β) συνοδεύονται από τα ακόλουθα μεταδεδομένα:

βα) όλες τις επωνυμίες του εκδότη τον οποίο αφορούν οι πληροφορίες·

ββ) τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας του εκδότη, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

βγ) το μέγεθος του εκδότη ανά κατηγορία, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 7 του ως άνω κανονισμού·

βδ) τον βιομηχανικό κλάδο ή τους βιομηχανικούς κλάδους των οικονομικών δραστηριοτήτων του εκδότη, όπως καθορίζονται σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 4 του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού·

βε) το είδος των πληροφοριών, όπως ταξινομούνται σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού·

βστ) ένδειξη του κατά πόσον οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2. Οι εκδότες οφείλουν να λάβουν αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας για τους σκοπούς της υποπερ. ββ) της περ. β) της παρ. 1.

3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1, καθώς και ο φορέας συλλογής, όπως ορίζεται στην περ. 2 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 είναι ο επίσημα καθορισμένος μηχανισμός, που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21, προκειμένου να καταστούν προσβάσιμες στο ΕΕΣΠ.

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 26α πρέπει να είναι προσβάσιμες στο ΕΕΣΠ. Προς τον σκοπό αυτόν, ο φορέας συλλογής που ορίζεται στην περ. 2) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι πληροφορίες συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) υποβάλλονται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων όπως ορίζεται στην περ. 3) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

β) συνοδεύονται από τα ακόλουθα μεταδεδομένα:

βα) όλες τις επωνυμίες του φυσικού προσώπου ή της νομικής οντότητας την οποία αφορούν οι πληροφορίες·

ββ) κατά περίπτωση, τον αναγνωριστικό κωδικό της νομικής οντότητας, όπως ορίζεται σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

βγ) το είδος των πληροφοριών, όπως ταξινομούνται σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 7 του εν λόγω Κανονισμού·

βδ) ένδειξη του κατά πόσον οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

5. Οι ρυθμιζόμενες πληροφορίες της παρ. 1 ακολουθούν τυχόν εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και τυχόν σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών.»

Άρθρο 263. Υποκείμενο του φόρου και χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης - Τροποποίηση των άρθρων 5 και 6 του ν. 2969/2001
1.

Η περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2969/2001 (Α' 281), περί διάκρισης οινοπνευματοποιών, ποτοποιών και λοιπών επιτηδευματιών και κατεργαζόμενων πρώτων υλών αντικαθίσταται ως εξής:

«γ) Τα βιομηχανικά εργοστάσια και βιοτεχνίες, τα οποία χρησιμοποιούν, ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους, αιθυλική αλκοόλη ή αλκοολούχα υγρά κάθε είδους ή άλλες πρώτες ύλες που δεν υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, εφόσον χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αυτό αποστακτικά μηχανήματα οποιουδήποτε είδους.»

2.

Στο άρθρο 6 του ν. 2969/2001, περί αδειών ασκήσεως επαγγέλματος προστίθεται παρ. 5Α, ως εξής:

«5Α. Ειδικά για την περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 5, στις περιπτώσεις που από τα βιομηχανικά εργοστάσια ή τις βιοτεχνίες:

α. χρησιμοποιείται, ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους, αιθυλική αλκοόλη ή αλκοολούχα υγρά κάθε είδους, χορηγείται, κατά παρέκκλιση της παρ. 5, άδεια λειτουργίας των αποστακτικών μηχανημάτων διάρκειας έξι (6) μηνών, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα δοχεία συλλογής των αποστακτικών μηχανημάτων παραμένουν ασφράγιστα, κατά παρέκκλιση του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 4, εφόσον σωρευτικά, η διαδικασία πραγματοποιείται σε καθεστώς φορολογικής αποθήκης και τα προϊόντα που προκύπτουν από τη διαδικασία της απόσταξης δεν υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης,

β. χρησιμοποιούνται, ως πρώτη ή βοηθητική ύλη για την παραγωγή των προϊόντων τους, άλλες πρώτες ύλες που δεν υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, χορηγείται, κατά παρέκκλιση της παρ. 5, άδεια λειτουργίας των αποστακτικών μηχανημάτων διάρκειας έξι (6) μηνών, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα δοχεία συλλογής των αποστακτικών μηχανημάτων παραμένουν ασφράγιστα κατά παρέκκλιση του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 4.

Κλιμάκιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Προϊσταμένου της κατά τόπον αρμόδιας Τελωνειακής Υπηρεσίας και αποτελείται από έναν τουλάχιστον υπάλληλο της κατά τόπον αρμόδιας Τελωνειακής Υπηρεσίας και έναν υπάλληλο της κατά τόπον αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας, διενεργεί ελέγχους για την τήρηση των προϋποθέσεων των ανωτέρω περιπτώσεων, ειδικά για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα δοχεία συλλογής των αποστακτικών μηχανημάτων παραμένουν ασφράγιστα, κατά παρέκκλιση του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 4.»

Άρθρο 264. Παράταση της προθεσμίας κατάρτισης νέου καταστατικού και Ενιαίου Εσωτερικού Κανονισμού της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας -Αντικατάσταση παρ. 1 άρθρου 34 ν. 5131/2024

Η παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 5131/2024 (Α' 128) περί μεταβατικών διατάξεων αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Έως τις 31.12.2025 η γενική συνέλευση της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας (Ε.Ε.ΣΥ.Π.) καταρτίζει νέο καταστατικό και ενιαίο Εσωτερικό Κανονισμό προσαρμοσμένο στον παρόντα, τηρώντας τη διαδικασία των άρθρων 189, 191 και 192 του ν. 4389/2016 (Α' 94).»

Άρθρο 265. Έγγραφή του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο -Τροποποίηση περ. ζ) παρ. 1 άρθρου 21 ν. 4583/2018, τροποποίηση περ. ζ) παρ. 1 άρθρου 22 ν. 4583/2018, αντικατάσταση άρθρου 23 ν. 4583/2018 (παρ. 6 άρθρου 3 Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, εδάφιο όγδοο παρ. 4 άρθρου 3, παρ. 2, 3, 4 και 5 άρθρου 10 Οδηγίας 2016/97/ΕΕ)
1.

Στην περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4583/2018 (Α' 212), περί των δικαιολογητικών για την εγγραφή του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η περ. ζ) διαμορφώνεται ως εξής:

«ζ) Υπεύθυνη δήλωση του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή με τις εξής πληροφορίες:

ζα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή, και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους,

ζβ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή,

ζγ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Μετά από την εγγραφή τους στο ειδικό μητρώο, οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ενημερώνουν το ειδικό μητρώο για κάθε μεταβολή των στοιχείων της περ. ζ).».

2.

Στην περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4583/2018, περί των δικαιολογητικών για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η περ. ζ) διαμορφώνεται ως εξής:

«ζ) υπεύθυνη δήλωση του διαμεσολαβητή με τις εξής πληροφορίες:

ζα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής,

ζβ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με το διαμεσολαβητή,

ζγ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Μετά από την εγγραφή τους στο ειδικό μητρώο, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ενημερώνουν το ειδικό μητρώο για κάθε μεταβολή των στοιχείων της περ. ζ).»

3.

Το άρθρο 23 του ν. 4583/2018, περί διατήρησης εγγραφής στο ειδικό μητρώο και διαγραφής, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 23

Διατήρηση εγγραφής στο ειδικό μητρώο και διαγραφή

(Άρθρο 3 παρ. 4 εδάφιο όγδοο, άρθρο 10 παρ. 2, 3, 4 και 5 της Οδηγίας)

1. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση για να διατηρήσουν την εγγραφή τους στο ειδικό μητρώο της παρ. 1 του άρθρου 19, οφείλουν να:

α) διαθέτουν αδιαλείπτως κάλυψη της επαγγελματικής αστικής τους ευθύνης, σύμφωνα με την περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 21 και την περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 22, κατά περίπτωση,

β) διαθέτουν βεβαίωση μητρώου που εκδίδεται αυτοματοποιημένα από το πληροφοριακό σύστημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, από την οποία να προκύπτει ότι δεν έχουν δηλώσει διακοπή της δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων,

γ) διαθέτουν τα πιστοποιητικά που προβλέπονται στην απόφαση της εποπτικής αρχής της παρ. 4 του άρθρου 20,

δ) μην τελούν σε πτώχευση ή σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης και να μην έχουν τεθεί σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,

ε) διαθέτουν πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 21 και την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 22, κατά περίπτωση.

Οι υποχρεώσεις των περ. α), γ), δ) και ε) της παρούσας αφορούν τα πρόσωπα των παρ. 3 και 4 του άρθρου 21 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22, κατά περίπτωση.

2. Για την εφαρμογή της παρ. 1:

α) Τα στοιχεία των περ. α) και γ) της παρ. 1 υποβάλλονται ηλεκτρονικά από τους φορείς που τα εκδίδουν στο Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης που τηρεί η Κ.Ε.Ε.Ε. (Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος), το οποίο είναι προσβάσιμο από το αρμόδιο κατά περίπτωση επιμελητήριο. Οι εκδίδοντες φορείς ενημερώνουν ηλεκτρονικά το Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης για κάθε μεταβολή των στοιχείων.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται η διαδικασία και κάθε ζήτημα τεχνικής φύσεως για την εφαρμογή της παρούσας, ιδίως αναφορικά με τα αναγκαία προς διαβίβαση στοιχεία, το μέσο για τη διαβίβασή τους, καθώς και την ύπαρξη αυτόματων ειδοποιήσεων των αρμοδίων επιμελητηρίων για τη (μη) υποβολή των στοιχείων. Με την ίδια απόφαση προβλέπεται και η προθεσμία για την ηλεκτρονική διαβίβαση των στοιχείων από τους εκδίδοντες φορείς στο Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης της Κ.Ε.Ε.Ε..

β) Η βεβαίωση της περ. β) της παρ. 1 και η υπεύθυνη δήλωση για την πλήρωση της περ. δ) της παρ. 1 υποβάλλονται από τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής τους.

γ) Το πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης της περ. ε) της παρ. 1 αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο (2) έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου.

3. Επιπλέον όσων ορίζονται στην παρ. 2, ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων υποβάλλει στο αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους, με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής του, την κατανομή των δραστηριοτήτων του ανά ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη.

4. Αν ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της παρ. 1, της περ. β) της παρ. 2 και της παρ. 3, καθώς και αν το αρμόδιο επιμελητήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 21 και 22 και του παρόντος άρθρου, το επιμελητήριο διαγράφει, αμελλητί, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο από το ειδικό μητρώο και κοινοποιεί αντίγραφο της απόφασης διαγραφής στην εποπτική αρχή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοσή της. Η εποπτική αρχή ενημερώνει για τη διαγραφή αυτή το κράτος μέλος υποδοχής του διαμεσολαβητή.»

Άρθρο 266. Εξαίρεση από το σύστημα διασφάλισης ποιότητας για ελεγκτές τρίτων χωρών με ισοδύναμο έλεγχο - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 49 ν. 4449/2017 (παρ. 3 του άρθρου 45 και παρ. 1, εδάφια τρίτο και τέταρτο της παρ. 2 και παρ. 3 του άρθρου 46 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ)

Στην παρ. 3 του άρθρου 49 του ν. 4449/2017 (Α' 7) περί εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο και εποπτείας ελεγκτών και ελεγκτικών εταιρειών τρίτων χωρών, προστίθενται τέσσερα νέα εδάφια, και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Οι ελεγκτές και οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών, που εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο, υπόκεινται στο σύστημα εποπτείας, στο σύστημα διασφάλισης της ποιότητας και στο σύστημα πειθαρχικής διαδικασίας του παρόντος νόμου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 33, 34, 35 και 38.

Η Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, να μην εφαρμόσει ή να τροποποιήσει τις απαιτήσεις της παρ. 1 και του προηγούμενου εδαφίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εγγεγραμμένοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες από τρίτες χώρες υπόκεινται σε συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων της οικείας τρίτης χώρας, που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 33, 34, 35 και 38.

Οι εγγεγραμμένοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών εξαιρούνται από την υπαγωγή στο σύστημα διασφάλισης ποιότητας του παρόντος νόμου, εάν ένα σύστημα διασφάλισης ποιότητας κράτους: 

α) έχει εκτιμηθεί ως ισοδύναμο και 

β) έχει ήδη διενεργήσει έλεγχο ποιότητας του ελεγκτή ή της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας κατά τη διάρκεια των τριών προηγηθέντων ετών.

Η ισοδυναμία που αναφέρεται στο δεύτερο και στο τρίτο εδάφιο αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν αξιολόγησης σε συνεργασία με τα κράτη μέλη δυνάμει των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 46 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Η Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να αξιολογεί την ισοδυναμία του δευτέρου και του τρίτου εδαφίου ή να βασίζεται στις αξιολογήσεις που διενήργησαν άλλα κράτη μέλη, εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση. Αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει λάβει απόφαση, η Ε.Λ.Τ.Ε. συμμορφώνεται με αυτήν.

Η Ε.Λ.Τ.Ε. κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

α) τις αξιολογήσεις της για την ισοδυναμία, και

β) τα κύρια στοιχεία των συμφωνιών συνεργασίας της με τα συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων τρίτων χωρών.»

Άρθρο 267. Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, δύναται να διαπιστώνεται ότι συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα της περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α' 130) επιδιώκει στην Ελλάδα κοινωφελείς, εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς.

2.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται τα πρόσωπα και οι οργανικές μονάδες, στα οποία οι υπόχρεοι της παρ. 1 του άρθρου 252 παρέχουν τα οριζόμενα σε αυτήν, η διαδικασία με την οποία τα δεδομένα παρέχονται στην Α.Α.Δ.Ε., τα κριτήρια και η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

3.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.:

α)

δύναται να τροποποιείται η ημερομηνία μεταφοράς του άρθρου 254, περί μεταφοράς της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) στην Α.Α.Δ.Ε,

β)

ρυθμίζεται η διαδικασία και όλα τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην μεταφορά στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) των υπηρεσιών, αρμοδιοτήτων, πιστώσεων, οργανικών θέσεων, προσωπικού, αρχείων καθώς και πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων και υλικοτεχνικού εξοπλισμού της πρώην Γενικής Διεύθυνσης του άρθρου 254.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, δύναται να παρατείνεται η προθεσμία υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση και να καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 256, περί ρύθμισης βεβαιωμένων οφειλών για τις οποίες έχει χορηγηθεί παράταση καταβολής και αναστολή είσπραξης για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών λόγω της κακοκαιρίας «Daniel».

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να παρατείνεται η προθεσμία υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση και να καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 257, περί ρύθμισης ασφαλιστικών οφειλών για τις οποίες έχει χορηγηθεί αναστολή για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών λόγω της κακοκαιρίας «Daniel».

Άρθρο 268. Καταργούμενες διατάξεις
1.

Η παρ. 8 του άρθρου 21 του ν. 3556/2007 (Α' 91), περί πρόσβασης σε ρυθμιζόμενες πληροφορίες, καταργείται.

2.

Οι παρ. 12 και 16 του άρθρου 12 του ν. 4308/2014 (Α' 251), περί εκδιδόμενων στοιχείων για λιανική πώληση αγαθών ή υπηρεσιών, καταργούνται.

3.

Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρ. 1 του άρθρου 254, περί μεταφοράς της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) στην Α.Α.Δ.Ε καταργούνται: 

α)

το άρθρο 88 του ν. 3842/2010 (Α' 58) και 

β)

η περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 111 του ν. 4622/2019 (Α' 133).

Άρθρο 269. Αποζημίωση και σύνταξη γονέων άτεκνου και άγαμου ή εν χηρεία ή διαζευγμένου στρατιωτικού, θανόντος μετά την 1η Ιανουαρίου 2023 σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής - Προσθήκη παρ. 17Α στο άρθρο 8 του ν. 2592/1998

Στο άρθρο 8 του ν. 2592/1998 (Α' 57), περί του εφάπαξ οικονομικού βοηθήματος που παρέχεται στους γονείς υπαλλήλου ή στρατιωτικού σε περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία, προστίθεται παρ. 17Α, ως εξής:

«17Α. Οι γονείς του άγαμου ή εν χηρεία ή διαζευγμένου χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο οποίος έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός, αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31η Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής, μπορούν, σε περίπτωση που δικαιούνται το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17, να επιλέξουν αντί αυτού τη σύνταξη του δεύτερου εδαφίου.

Από την επομένη του θανάτου του προσώπου του πρώτου εδαφίου, οι γονείς του δικαιούνται μηνιαία σύνταξη από το Δημόσιο, η οποία ανέρχεται στα πέντε δέκατα (5/10) εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί βάσει της παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 2084/1992 (Α' 165), κατά περίπτωση, σε αυτόν που έχει αποβιώσει.

Η σύνταξη του δεύτερου εδαφίου καταβάλλεται σε ίσα μερίδια μεταξύ των γονέων.

Σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα, το μερίδιό του προσαυξάνει το μερίδιο του εναπομείναντος.

Η σύνταξη είναι αμεταβίβαστη και καταβάλλεται ανεξαρτήτως της καταβολής κάθε άλλης σύνταξης ή μισθού.

Η επιλογή γίνεται με ταυτόχρονη και αμετάκλητη υπεύθυνη δήλωση που κατατίθεται στη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και στην υπηρεσία στην οποία υπηρετούσε ο θανών.

Σε περίπτωση διαφορετικής επιλογής μεταξύ των δύο γονέων, το ποσό του οικονομικού βοηθήματος καταβάλλεται μειωμένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%) και η σύνταξη ανέρχεται στα δυόμισι δέκατα (2,5/10) εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί σε αυτόν που έχει αποβιώσει.

Εάν οι γονείς του αποβιώσαντος του πρώτου εδαφίου έχουν αποβιώσει, το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 καταβάλλεται ισομερώς στα αδέρφια του θανόντος, εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το εικοστό τέταρτο (24ο) έτος της ηλικίας τους.

Εάν μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου έχει ήδη καταβληθεί η αποζημίωση της παρ. 17 και οι γονείς επιλέξουν την καταβολή της σύνταξης, παρακρατείται το είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού αυτής μέχρι την εξόφληση της σχετικής οφειλής.»

Άρθρο 270. Μη αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σύνταξης - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 10 ν. 2084/1992

Στη παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2084/1992 (Α' 165), περί σύνταξης στρατιωτικών, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Η σύνταξη, που παρέχεται κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού στους αξιωματικούς και οπλίτες οποιουδήποτε βαθμού, μονίμους και εφέδρους, οι οποίοι εξέρχονται της υπηρεσίας λόγω τραύματος ή νοσήματος, που προήλθε προδήλως και αναμφισβητήτως εξαιτίας της υπηρεσίας τους σε ειρηνική περίοδο, δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ογδονταπέντε τοις εκατό (85%) της μηνιαίας σύνταξης, που ανήκει σε ομοιόβαθμό τους στρατιωτικό, που έχει υποστεί την ίδια ανικανότητα εξαιτίας της υπηρεσίας τους σε πόλεμο. Ποσά συντάξεων που καταβλήθηκαν μέχρι τις 31.12.2022 σε ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, δεν αναζητούνται.»

Άρθρο 271. Περιορισμός των προμηθειών και λοιπών χρεώσεων των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ) - Τροποποίηση άρθρου 48 ν. 5167/2024
1.

Στο άρθρο 48 του ν. 5167/2024 (Α' 207), περί περιορισμού των προμηθειών και λοιπών χρεώσεων των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται, 

β)

στην παρ. 1, 

βα)

στο εισαγωγικό εδάφιο, 

i)

οι λέξεις «που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «με έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα ή από επιχειρήσεις ή νομικές οντότητες που εκμεταλλεύονται αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ)», 

ββ)

στην περ. β), 

i)

οι λέξεις «ΑΤΜ άλλου πιστωτικού ιδρύματος από αυτό στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός χρέωσης, σε δημοτικές ενότητες στις οποίες υπάρχει ΑΤΜ μόνο ενός (1) πιστωτικού ιδρύματος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ΑΤΜ επιχείρησης ή νομικής οντότητας που εκμεταλλεύεται ΑΤΜ στις δημοτικές κοινότητες, στις οποίες υπάρχει μόνο ένα (1) ΑΤΜ», ii) προστίθεται τελευταίο εδάφιο, 

βγ)

προστίθενται υποπερ. βα) και ββ), 

βδ)

στην περ. γ), οι λέξεις «άλλου πιστωτικού ιδρύματος από αυτό στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός χρέωσης,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή σε ATM επιχειρήσεων ή νομικών οντοτήτων που εκμεταλλεύονται ΑΤΜ», 

γ)

στην παρ. 2, οι λέξεις «υπηρεσιών πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 και του άρθρου 4 του ν. 4537/2018 που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των επιχειρήσεων ή νομικών οντοτήτων που εκμεταλλεύονται ΑΤΜ της παρ. 1,», 

δ)

η παρ. 3 καταργείται, 

ε)

προστίθεται παρ. 4 και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 48 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 48

Περιορισμός των προμηθειών και λοιπών χρεώσεων των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ)

1. Δεν επιβάλλεται προμήθεια ή οποιουδήποτε είδους χρέωση από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 1 και του άρθρου 4 του ν. 4537/2018 (Α' 84) με έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα, ή από επιχειρήσεις ή νομικές οντότητες που εκμεταλλεύονται αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ), στις εξής συναλλαγές φυσικών προσώπων, ιδιωτών, ατομικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών:

α) Εντολές πληρωμής, εφόσον διενεργούνται μέσω ψηφιακών δικτύων πληρωμής (web/mobile/internet banking), καθώς και πάγιες εντολές πληρωμής, οφειλών και εξόφλησης λογαριασμών προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπούς φορείς γενικής κυβέρνησης, τις εταιρείες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ύδρευσης, τηλεπικοινωνιών και τις ασφαλιστικές εταιρείες.

β) Συναλλαγές με χρήση ΑΤΜ για ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ επιχείρησης ή νομικής οντότητας που εκμεταλλεύεται ΑΤΜ, στις δημοτικές κοινότητες, στις οποίες υπάρχει μόνο ένα (1) ΑΤΜ. Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται και για δήμους που αποτελούνται μόνο από δημοτικές ενότητες.

βα) Συναλλαγές με χρήση ΑΤΜ για ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ, το οποίο εκμεταλλεύεται πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, με τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας που έχει εκδώσει πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, που είναι μέλος της εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΑΣ -Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε.».

ββ) Συναλλαγές με χρήση ΑΤΜ για ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ, το οποίο εκμεταλλεύεται επιχείρηση ή νομική οντότητα, με τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας που έχει εκδώσει πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση ή στο κεφάλαιο της επιχείρησης ή νομικής οντότητας που εκμεταλλεύεται το συγκεκριμένο ΑΤΜ.

γ) Ερωτήσεις υπολοίπου λογαριασμού ή κάρτας ή δανείου ή κινήσεων λογαριασμών σε ATM παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή σε ATM επιχειρήσεων ή νομικών οντοτήτων που εκμεταλλεύονται ΑΤΜ.

δ) Φορτίσεις και αποφορτίσεις προπληρωμένων καρτών για ποσό φόρτισης έως εκατό (100) ευρώ ημερησίως, εφόσον διενεργούνται μέσω ψηφιακών δικτύων πληρωμής (web/mobile/internet banking), καθώς και πάγιες εντολές πληρωμής τους.

2. Οι προμήθειες και οι κάθε είδους χρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των επιχειρήσεων ή νομικών οντοτήτων που εκμεταλλεύονται ΑΤΜ της παρ. 1, για τις ακόλουθες συναλλαγές δεν υπερβαίνουν, ανά συναλλαγή, το ποσό:

α) των πενήντα λεπτών (0,50) του ευρώ για αποστολή χρημάτων (εξερχόμενο έμβασμα),

β) των πενήντα λεπτών (0,50) του ευρώ για λήψη χρημάτων (εισερχόμενο έμβασμα).

Οι περ. α) και β) ισχύουν για φυσικά πρόσωπα, ιδιώτες, ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, για ποσά έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ ημερησίως και αφορούν στην απλή μεταφορά πίστωσης, καθώς και στην άμεση μεταφορά πίστωσης (SEPA/άμεσος διακανονισμός), από μία τράπεζα σε άλλη τράπεζα του εσωτερικού μέσω ψηφιακών δικτύων πληρωμής (web/mobile/internet banking).

3. Καταργείται.

4. Οι προμήθειες και οι κάθε είδους χρεώσεις των επιχειρήσεων ή νομικών οντοτήτων που εκμεταλλεύονται ΑΤΜ της παρ. 1, δεν υπερβαίνουν, ανά συναλλαγή, το ποσό του ενός ευρώ και πενήντα λεπτών του ευρώ (1,50 €) για ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ με τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας, που έχει εκδώσει πάροχος υπηρεσιών πληρωμών της παρ. 1, με την επιφύλαξη των περ. β) έως γ) της παρ. 1.»

2.

Η εφαρμογή της παρ. 1 εκκινεί στις 11 Αυγούστου 2025.

Άρθρο 272. Λειτουργική αυτονομία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για προμήθεια κεντρικού εξοπλισμού πληροφορικής, συστημικού λογισμικού πληροφορικής και υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται στην εκάστοτε ισχύουσα Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης - Τροποποίηση άρθρων 2, 37 και 41 ν. 4389/2016
1.

Στην περ. ιστ) της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4389/2016 (Α' 94), περί αρμοδιοτήτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο πρώτο εδάφιο, 

αα)

πριν από τις λέξεις «συστημικού λογισμικού πληροφορικής» οι λέξεις «και του» διαγράφονται, 

αβ)

οι λέξεις «που εκτελείται» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, όταν αυτή εκτελείται», 

αγ)

οι λέξεις «του Υπουργείου Οικονομικών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης», 

β)

προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο, 

γ)

στο υφιστάμενο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών και δύναται να διενεργείται από αυτήν κατόπιν αιτήματος του Διοικητή της Αρχής,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης» και η περ. ιστ) διαμορφώνεται ως εξής:

«ιστ) την κατάρτιση και εκτέλεση προγράμματος προμηθειών για την ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών της, εξαιρουμένης της προμήθειας κεντρικού εξοπλισμού πληροφορικής, συστημικού λογισμικού πληροφορικής που απαιτείται για τη χρήση του και υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, όταν αυτή εκτελείται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται στην εκάστοτε ισχύουσα Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης. Η προμήθεια κεντρικού εξοπλισμού πληροφορικής, συστημικού λογισμικού πληροφορικής που απαιτείται για τη χρήση του και υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους δύναται να εκτελείται από την αρμόδια υπηρεσία της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 37. Η προμήθεια περιφερειακού τερματικού εξοπλισμού και του λογισμικού που τον συνοδεύει γίνεται από την Αρχή σύμφωνα με τις ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζει η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.»

2.

Στο άρθρο 37 του ν. 4389/2016, περί διαχείρισης δεδομένων και συστημάτων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 

α)

στο όγδοο εδάφιο, 

αα)

οι λέξεις «Οι πληροφορίες και» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Για τις πληροφορίες», 

αβ)

μετά από τις λέξεις «σε υπολογιστικές υποδομές» προστίθενται οι λέξεις «που διατίθενται από», 

αγ)

οι λέξεις «Διοικητικής Υποστήριξης (Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.) του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ψηφιακής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.)», 

β)

προστίθεται νέο δέκατο εδάφιο, 

γ)

το υφιστάμενο δέκατο εδάφιο αντικαθίσταται από τέσσερα νέα εδάφια, 

δ)

τα υφιστάμενα εδάφια δέκατο έκτο έως δέκατο όγδοο αντικαθίστανται και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 37 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 37

Διαχείριση δεδομένων και συστημάτων

Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, στην Αρχή μεταφέρονται όλες οι αρμοδιότητες και οι πόροι που αφορούν σε δεδομένα και Πληροφοριακά Συστήματα Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, που προβλέπονται:

α) στην υποπερ. α' της περίπτωσης 3 της υποπαρ. Ε2 της παρ. Ε' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α'222),

β) στα άρθρα 63, 66 και 67 του π.δ. 111/2014 (Α' 178), όπως ισχύουν, μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου,

γ) στις αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, που εκδόθηκαν:

αα) κατ' εξουσιοδότηση του δεύτερου εδαφίου της υποπαρ. γ' της παρ. 5 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α' 180) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της υποπαρ. δ' της παρ. 6 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 (Α' 174), της περ. δ' της παρ. 7 του άρθρου 34 του ν. 4141/2013 (Α' 81) και

ββ) σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 54 του π.δ. 111/2014 (Α' 178) και

δ) στην υπ' αρ. Δ6Α 1117082ΕΞ2013 (Β' 1779) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Μεταφορά αρμοδιοτήτων, προσωπικού και διαθέσιμων πόρων οργανικών μονάδων της Γενικής Διεύθυνσης ΚΕ.Π.Υ.Ο. της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και καθορισμός οργανικών θέσεων προσωπικού αυτής», όπως ισχύει.

Το λογισμικό εφαρμογών των Πληροφοριακών Συστημάτων και υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνηση που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Αρχής σχεδιάζεται και αναπτύσσεται μόνο από την Αρχή και τίθεται σε παραγωγική λειτουργία κατ' εντολή της.

Η Αρχή έχει την αποκλειστική διαχείριση των δεδομένων και του λογισμικού εφαρμογών των Πληροφοριακών Συστημάτων της και των υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησής της. Τα δεδομένα που διαχειρίζεται η Αρχή ανήκουν στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι διαδικασίες τήρησης, πρόσβασης, διάθεσης, χορήγησης και δημοσιοποίησης των δεδομένων διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α' 58), του άρθρου 13 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 5222/2025, Α' 134), καθώς και από τις διατάξεις περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Η Αρχή έχει την αποκλειστική διαχείριση των δικτυακών τόπων που χρησιμοποιεί για την παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της. Το λογισμικό εφαρμογών των Πληροφοριακών συστημάτων, οι υπηρεσίες Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και οποιοδήποτε άλλο θέμα αρμοδιότητας της Αρχής που παρέχονται μέσω δικτυακών τόπων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης (Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.) ή άλλων υπηρεσιών μεταφέρονται σε δικτυακούς τόπους της Αρχής το αργότερο μέχρι τις 31.3.2017.

Για τις πληροφορίες, τα δεδομένα, τον πηγαίο και εκτελέσιμο κώδικα του λογισμικού εφαρμογών των Πληροφοριακών Συστημάτων, των δικτυακών τόπων και των υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Αρχής, που φιλοξενούνται, φυλάσσονται, εγκαθίστανται και λειτουργούν σε υπολογιστικές υποδομές που διατίθενται από την Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) υποχρεούται να λαμβάνει τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα για: 

(α) την αδιάλειπτη και αποτελεσματική λειτουργία των υπολογιστικών υποδομών, 

(β) την αποκλειστικά κατά λόγο αρμοδιότητας προσπέλαση και πρόσβαση σύμφωνα με την άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας της Αρχής, 

(γ) την τήρηση των αντιγράφων ασφαλείας και 

(δ) την προστασία τους από κάθε παραβίαση, καθώς και από σκόπιμη ή τυχαία απειλή.

Η Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης εγκαθιστά, διαχειρίζεται και παραμετροποιεί τις κεντρικές και δικτυακές υπολογιστικές υποδομές της Αρχής και το συστημικό λογισμικό (λειτουργικό σύστημα, πακέτα λογισμικού υπολογιστικής υποδομής), μεριμνά για την αδειοδότησή του και ευθύνεται έναντι της Αρχής για οποιαδήποτε παραβίαση των υποχρεώσεων αυτών. Από το προηγούμενο εδάφιο εξαιρούνται οι ψηφιακές υποδομές, το συστημικό λογισμικό και οι βάσεις δεδομένων που προμηθεύεται η Α.Α.Δ.Ε. ή αναλαμβάνει εφεξής την παραγωγική λειτουργία ή/και διαχείρισή τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο επόμενο εδάφιο.

Η Α.Α.Δ.Ε. δύναται να αναλαμβάνει την προμήθεια, παραγωγική λειτουργία και διαχείριση ψηφιακών υποδομών, συστημικού λογισμικού και βάσεων δεδομένων που χρησιμοποιούν τα πληροφοριακά συστήματά της. Προς τον σκοπό αυτόν ενημερώνει τη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης της περ. 11 του άρθρου 41. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει μέχρι την πλήρη μετάβαση των πληροφοριακών συστημάτων της Αρχής στις υποδομές ή/και στο συστημικό λογισμικό και στις βάσεις δεδομένων δικής της ευθύνης ή την πλήρη ανάληψη διαχείρισης των υποδομών ή/και του συστημικού λογισμικού και των βάσεων δεδομένων που φιλοξενούνται στις υποδομές της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ., κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης της περ. 11 του άρθρου 41. Εφόσον απαιτείται διασύνδεση συστημάτων που φιλοξενούνται στη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. με τις ψηφιακές υποδομές της Α.Α.Δ.Ε., οι δύο φορείς συνεργάζονται ώστε να επιτευχθεί η διασύνδεση ανεξαρτήτως των υποδομών που φιλοξενούν τα πληροφοριακά συστήματα αρμοδιότητας Α.Α.Δ.Ε..

Η Αρχή οφείλει να ακολουθεί τις προδιαγραφές και συστάσεις της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. όσον αφορά θέματα διασυνδέσεων του περιφερειακού υπολογιστικού και δικτυακού εξοπλισμού με τον κεντρικό υπολογιστικό και δικτυακό εξοπλισμό που διαχειρίζεται η Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ..

Για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, παρέχεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους αυτών απευθείας πρόσβαση ή πρόσβαση κατόπιν αιτήματος, εφόσον δεν είναι δυνατή η απευθείας πρόσβαση, στα συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία που τηρούνται, σε επίπεδο Α.Φ.Μ. (μικρο-δεδομένα), στο Σύστημα Διοικητικής Πληροφόρησης της Αρχής (Management Information System - MIS) ή σε οποιοδήποτε άλλο πληροφοριακό σύστημα σε επίπεδο εφαρμογής, μετά από διαδικασία ψευδωνυμοποίησής τους. Η Αρχή είναι υπεύθυνη για την ομαλή λειτουργία, τη συντήρηση, την αναβάθμιση, καθώς και την έγκαιρη και διαρκή ενημέρωση, έως και την τελευταία εργάσιμη μέρα κάθε μήνα με τα δεδομένα του προηγούμενου μήνα, του Συστήματος Διοικητικής Πληροφόρησης της Αρχής (Management Information System - MIS) ή οποιουδήποτε άλλου πληροφοριακού συστήματος, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη παροχή των παραπάνω συγκεντρωτικών και αναλυτικών στοιχείων, σε συνεργασία με τη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.. Η παρούσα διάταξη ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2017.

Σε περίπτωση που απαιτούνται περαιτέρω ή διαφορετικά στοιχεία, αυτά χορηγούνται από την Αρχή κατά προτεραιότητα.

Η Αρχή παρέχει εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και ανάλογη υποστήριξη στη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. στα δεδομένα του MIS που δεν άπτονται των αρμοδιοτήτων της Αρχής.

Το πλαίσιο και η πολιτική ασφάλειας που εφαρμόζονται σε όλες τις συνεργασίες, διαδικασίες και λειτουργίες της Αρχής καταρτίζονται και επικαιροποιούνται από την Α.Α.Δ.Ε. σε συνεργασία με τη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.. Η Α.Α.Δ.Ε. ενημερώνεται από τη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. για απειλές και κινδύνους που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια των πληροφοριακών αγαθών της και, στο πλαίσιο διερεύνησης των περιστατικών παραβίασης ή απειλής της ασφάλειας που σχετίζονται με τα δεδομένα και τις διαδικασίες της, λαμβάνει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και δεδομένα, όπως αρχεία καταγραφής ή προσβάσεων, που τηρεί η Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.. Αντίστοιχα, η Αρχή ενημερώνει τη Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ. για απειλές και κινδύνους που επηρεάζουν την ασφάλεια πληροφοριακών πόρων της Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ..»

3.

Στην παρ. 11 του άρθρου 41 του ν. 4389/2016, περί λοιπών μεταβατικών διατάξεων, προστίθεται περ. ιε) και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις η παρ. 11 διαμορφώνεται ως εξής:

«11. Για την εξασφάλιση της αδιάλειπτης και αποτελεσματικής λειτουργίας των Πληροφοριακών Συστημάτων της Αρχής και την προστασία των δεδομένων της, μεταξύ του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Ψ.Δ.) και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), υπογράφεται Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης (Service LeveL Agreement - SLA). Στη Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης συμφωνούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μεταξύ άλλων για:

α) την υποστήριξη της παραγωγικής λειτουργίας, το επίπεδο διαθεσιμότητας των υποδομών και την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών,

β) τη διαδικασία εγκατάστασης νέων Πληροφοριακών Συστημάτων ή επικαιροποίησης υπαρχόντων,

γ) τη διαδικασία υποβολής αιτήματος μεταβολής των διατιθέμενων υπολογιστικών πόρων,

δ) τη διαδικασία εξυπηρέτησης αιτημάτων εγκατάστασης ή αναβάθμισης περιφερειακών υπολογιστικών υποδομών,

ε) τους χρονικούς περιορισμούς ικανοποίησης αιτημάτων εξυπηρέτησης,

στ) θέματα φυσικής ασφάλειας και ασφάλειας των Πληροφοριακών Συστημάτων και των Δεδομένων,

ζ) θέματα εξοπλισμού (hardware) και λογισμικού (software),

η) θέματα διαθεσιμότητας ανθρωπίνων πόρων,

θ) χωροταξικά ζητήματα που προκύπτουν από την παρούσα εγκατάσταση υπηρεσιών της Γ.Γ.Δ.Ε. στο κτήριο που διαχειρίζεται η Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ.,

ι) θέματα διαχείρισης προμηθειών κεντρικού εξοπλισμού και του συστημικού λογισμικού πληροφορικής που απαιτείται για τη χρήση του, ή/και παροχής υπηρεσιών πληροφορικής εφόσον αυτές ζητηθούν από την Αρχή,

ια) θέματα διαχείρισης δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται το φορολογικό απόρρητο και ειδικότερα η ασφάλεια των συστημάτων και των δεδομένων,

ιβ) θέματα παροχής υπηρεσιών εκτύπωσης,

ιγ) θέματα παροχής υπηρεσιών υποστήριξης στους συναλλασσομένους μέσω σύγχρονων μεθόδων επικοινωνίας, εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα και με τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητή της Αρχής,

ιδ) τις αμοιβαίες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών και τις συνέπειες παραβίασης των όρων της Συμφωνίας Επιπέδου Εξυπηρέτησης,

ιε) τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τη διαχείριση κοινών υποδομών ή/και συστημικού λογισμικού και βάσεων δεδομένων που χρησιμοποιούνται από πληροφοριακά συστήματα της Αρχής.

Η ως άνω Συμφωνία Επιπέδου Εξυπηρέτησης υπογράφεται έως 31.6.2016 και τίθεται σε εφαρμογή το αργότερο έως την 31η.12.2016.»

Άρθρο 273. Εξουσιοδοτική διάταξη για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της παρ. 4 του άρθρου 27β του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου - Προσθήκη άρθρου 101Α στον ν. 4209/2013 και άρθρου 24Α στον ν. 4569/2018
1.

Στον ν. 4209/2013 (Α' 253) προστίθεται άρθρο 101Α ως εξής:

«Άρθρο 101Α

Εξουσιοδοτική διάταξη για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καταρτίζεται, εξειδικεύεται και δημοσιοποιείται ο κατάλογος της παρ. 4 του άρθρου 32 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201). Στον κατάλογο του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνονται οι αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης κατά τη διαδικασία κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 31 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, καθώς και κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τον τρόπο παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών και στοιχείων.»

2.

Στον ν. 4569/2018 (Α' 179) προστίθεται άρθρο 24Α ως εξής:

«Άρθρο 24Α

Εξουσιοδοτική διάταξη για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 27β του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καταρτίζεται, εξειδικεύεται και δημοσιοποιείται ο κατάλογος της παρ. 4 του άρθρου 27β του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 236/2012 (Ε 257). Στον κατάλογο του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνονται οι αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης κατά τη διαδικασία κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 27α του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014, καθώς και κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τον τρόπο παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών και στοιχείων.»

Άρθρο 274. Πηγές χρηματοδότησης Επιτροπών Ελέγχου Επιχειρηματικών Πάρκων - Τροποποίηση περ. β) παρ. 15 άρθρου 46 ν. 4982/2022
1.

Στην περ. β) της παρ. 15 του άρθρου 46 του ν. 4982/2022 (Α' 195), περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η περ. β) διαμορφώνεται ως εξής:

«β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση των μελών των Επιτροπών Ελέγχου για τη διενέργεια των ελέγχων. Κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176), περί των αμοιβών συλλογικών οργάνων, οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης.»

2.

Η παρ. 1 ισχύει από την έναρξη ισχύος της υπ' αρ. 25386/28.3.2025 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης «Εποπτεία και έλεγχοι στη λειτουργία των Επιχειρηματικών Πάρκων, κλιμάκωση και κριτήρια επιμέτρησης των κυρώσεων που επιβάλλονται σε παραβάσεις του ν. 4982/2022, διαδικασία επιβολής κυρώσεων, κατ' εφαρμογή της περ. α' της παρ. 15 του άρθρου 46 του ν. 4982/2022 (Α' 195)» (Β' 2213).

Άρθρο 275. Έναρξη ισχύος
1.

Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

2.

Η ισχύς της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 50 αρχίζει από την 1η.10.2025.

3.

Η ισχύς της παρ. 2 του άρθρου 93 αρχίζει από την ψηφιακή υλοποίηση του μητρώου κατόχων αποστακτικών μηχανημάτων της παρ. Ε1 του άρθρου 7 του ν. 2969/2001 (Α' 281) και διήμερων μικρών αποσταγματοποιών της παρ. 5 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, η ημερομηνία έναρξης της οποίας καθορίζεται με την απόφαση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 43 του άρθρου 196.

4.

Η ισχύς του άρθρου 105 αρχίζει από την ψηφιακή υλοποίηση του μητρώου ΕΚΜΕΑ, η ημερομηνία έναρξης της οποίας καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 54 του άρθρου 196.

5.

Η παρ. 1 του άρθρου 207, περί εξαιρέσεων από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, ισχύει από το φορολογικό έτος 2025 και εφεξής.

6.

Η παρ. 1 του άρθρου 208, περί της φορολογικής αντιμετώπισης των αμοιβών ναυτικών που υπηρετούν σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής, ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2025 και εφεξής και η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ως προς την παρακράτηση φόρου για τα εισοδήματα αυτά, ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.10.2025 και εφεξής.

7.

Το άρθρο 209, περί της φορολογικής αντιμετώπισης της προμήθειας που λαμβάνουν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες, ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2025 και εφεξής. Ειδικά, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 29 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ως προς την παρακράτηση φόρου για την προμήθεια αυτή, όπως προστίθεται με την παρ. 2 του άρθρου 209 του παρόντος, ισχύει από 1ης.10.2025.

8.

Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 210, περί της πληρωμής μισθωμάτων μέσω τραπεζικού λογαριασμού, ισχύουν για μισθώματα του φορολογικού έτους 2026 και εφεξής.

9.

Το άρθρο 213, περί κυρώσεων για παράλειψη υποβολής ή εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα και παράλειψη χορήγησης στοιχείων που ζητούνται από τη φορολογική διοίκηση, ισχύει από τη 19η.4.2024.

10.

Το άρθρο 218, περί δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9) και Περιουσιολογίου Ακινήτων και προσθήκης περίπτωσης στο Παράρτημα Α' του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εφαρμόζεται από τη 19η.4.2024.

11.

Τα άρθρα 220, 221, 223 έως 235 και παρ. 1 του άρθρου 237 (άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/285 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2020 για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας όσον αφορά το ειδικό καθεστώς για τις μικρές επιχειρήσεις και του Κανονισμού (ΕΕ) 904/2010, όσον αφορά τη διοικητική συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος για τις μικρές επιχειρήσεις και άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/542 του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 2022 για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/112/ΕΚ και (ΕΕ) 2020/285 όσον αφορά τους συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας) εφαρμόζονται από 1ης.1.2025.

12.

Το άρθρο 242, περί εξαιρέσεων από τις δωρεές και την επιβολή του φόρου δωρεάς, ισχύει για παροχές που καταβάλλονται από την 1η.1.2025 και εφεξής.

13.

Η παρ. 1 του άρθρου 249, περί του τέλους επιτηδεύματος, ισχύει από το φορολογικό έτος 2024 και εφεξής.

14.

Το άρθρο 262, περί προσβασιμότητας πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Ενιαίο Σημείο Πρόσβασης ισχύει από τη 10η.7.2026.

15.

Η ισχύς των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 265 αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

16.

Το άρθρο 269, περί αποζημίωσης και σύνταξης γονέων άτεκνου και άγαμου στρατιωτικού, θανόντος μετά την 1η Ιανουαρίου 2023 σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής, ισχύει για συμβάντα που έλαβαν χώρα από 1ης Ιανουαρίου 2023 και εφεξής.

Παράρτημα

Άρθρου 260.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 28 Ιουλίου 2025

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ

Οι Υπουργοί

Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ

Εξωτερικών

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ

Εθνικής Άμυνας

ΝΙΚΟΛΑΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ

Εσωτερικών

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΙΒΑΝΙΟΣ

Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Αναπληρωτής Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

Υγείας

ΣΠΥΡΙΔΩΝ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Προστασίας του Πολίτη

ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ

Υποδομών και Μεταφορών

ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΗΜΑΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΥΡΑΝΑΚΗΣ

Περιβάλλοντος και Ενέργειας

ΣΤΑΥΡΟΣ Ν. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ

Ανάπτυξης

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΙΚΑΚΟΣ

Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

ΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΕΩΣ

Δικαιοσύνης

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ

Πολιτισμού

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΕΝΔΩΝΗ

Μετανάστευσης και Ασύλου

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΛΕΥΡΗΣ

Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας

ΔΟΜΝΑ - ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΑΡΑΣ

Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ

Τουρισμού

ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ

Ψηφιακής Διακυβέρνησης

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Επικρατείας

ΧΡΗΣΤΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΕΡΤΣΟΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 28 Ιουλίου 2025

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ