ΤΟ ΕYΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ (4)
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 95 και 133,
την πρόταση της Επιτροπής (1),
τη γνώµη της Οικονοµικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),
τη γνώµη της Επιτροπής των Περιφερειών (3),
Αποφασίζοντας µε τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 251 της συνθήκης (4), υπό το πρίσµα του κοινού σχεδίου που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής στις 5 Απριλίου 2001,
Εκτιµώντας τα ακόλουθα:
(1) Η οδηγία 89/622/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 13ης Νοεµ- βρίου 1989, για την προσέγγιση των νοµοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών µελών σχετικά µε τη σήµανση των προϊόντων καπνού και την απαγόρευση ορισµένων καπνών που λαµβάνονται από το στόµα (5), τροποποιήθηκε σηµαντικά από την οδηγία 92/41/ΕΟΚ του Συµβουλίου (6). Επειδή πρόκειται να γίνουν περαιτέρω τροποποιήσεις στην εν λόγω οδηγία καθώς και στην οδηγία 90/239/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 17ης Μαΐου 1990, για την προσέγγιση των νοµοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών µελών σχετικά µε τη µέγιστη περιεκτικότητα των τσιγάρων σε πίσσα (7), οι εν λόγω οδηγίες θα πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας.
(2) Εξακολουθούν να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές µεταξύ των νοµοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών µελών σχετικά µε την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού, οι οποίες εµποδίζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
(3) Τα προσκόµµατα αυτά θα πρέπει να εκλείψουν και, για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να υπάρξει προσέγγιση των κανόνων που αφορούν την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού, αφήνοντας όµως τη δυνατότητα στα κράτη µέλη να επιβάλουν, υπό ορισµένους όρους, τις απαιτήσεις που θεωρούν απαραίτητες για την εξασφάλιση της προστασίας της ανθρώπινης υγείας.
Σύµφωνα µε το άρθρο 95 παράγραφος 3 της συνθήκης, θα πρέπει να ληφθεί ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας σχετικά µε την υγεία, την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των καταναλωτών, λαµβα- νοµένης ιδίως υπόψη οποιασδήποτε νέας εξέλιξης που βασίζεται σε επιστηµονικά στοιχεία. Λόγω των ιδιαίτερα επιβλαβών συνεπειών του καπνού, η προστασία της υγείας θα πρέπει να αποτελέσει κατά προτεραιότητα αντικείµενο προσοχής στο πλαίσιο αυτό.
(5) Η οδηγία 90/239/ΕΟΚ καθιέρωσε τη µέγιστη επιτρεπτή περιεκτικότητα σε πίσσα των τσιγάρων που διατίθενται στην αγορά στα κράτη µέλη από τις 31 ∆εκεµβρίου 1992. Η καρκινογόνος φύση της πίσσας καθιστά απαραίτητη την περαιτέρω µείωση των επιπέδων πίσσας στα τσιγάρα.
(6) Η οδηγία 89/622/ΕΟΚ καθιέρωσε την αναγραφή µιας γενικής προειδοποίησης στις µονάδες συσκευασίας όλων των προϊόντων καπνού, καθώς και συµπληρωµατικών προειδοποιήσεων αποκλειστικά για τα τσιγάρα, και, από το 1992, η υποχρέωση αναγραφής συµπληρωµατικών προειδοποιήσεων επεκτάθηκε και στα άλλα προϊόντα καπνού.
(7) ∆ιάφορα κράτη µέλη έχουν δηλώσει ότι, αν δεν θεσπιστούν σε κοινοτικό επίπεδο µέτρα για τη θέσπιση µέγιστης περιεκτικότητας των τσιγάρων σε µονοξείδιο του άνθρακα, θα λάβουν σχετικά µέτρα σε εθνικό επίπεδο. Οι διαφορές στους κανόνες σχετικά µε το µονοξείδιο του άνθρακα ενδέχεται να δηµιουργήσουν προσκόµµατα στο εµπόριο και να εµποδί- σουν την οµαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί ότι τα τσιγάρα παράγουν ποσότητες µονοξειδίου του άνθρακα που είναι επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία και ικανές να συµβάλλουν στην πρόκληση καρδιαγγειακών παθήσεων και άλλων ασθενειών.
(8) Μια αναθεώρηση του ρυθµιστικού πλαισίου χρειάζεται να αξιολογήσει τους τεκµηριωµένους ισχυρισµούς για τα προϊόντα καπνού που έχουν σχεδιαστεί ή/και τεθεί στο εµπόριο για τη «µείωση του κινδύνου» ή για τα οποία οι καπνοπαραγωγοί ισχυρίζονται ότι είναι λιγότερο επιβλαβή.
(1) ΕΕ C 150 E της 30.5.2000, σ. 43 και ΕΕ C 337 Ε της 28.11.2000, σ. 177.
(2) ΕΕ C 140 της 18.5.2000, σ. 24.
(3) ΕΕ C 226 της 8.8.2000, σ. 5.
(4) Γνώµη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Ιουνίου 2000 (ΕΕ C 67 της 1.3.2001, σ. 150), κοινή θέση του Συµβουλίου της 31ης Ιουλίου 2000 (ΕΕ C 300 της 20.10.2000, σ. 49) και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης ∆εκεµβρίου 2000 (δεν δηµοσιεύθηκε ακόµα στην Επίσηµη Εφηµερίδα). Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Μαΐου 2001 και απόφαση του Συµβουλίου της 14ης Μαΐου 2001.
ΕΕ L 359 της 8.12.1989, σ. 1.
ΕΕ L 158 της 11.6.1992, σ. 30.
ΕΕ L 137 της 30.5.1990, σ. 36.
(9) Υπάρχουν διαφορές µεταξύ των νοµοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών µελών σχετικά µε τη µέγιστη επιτρεπτή περιεκτικότητα νικοτίνης στα τσιγάρα. Οι διαφορές αυτές ενδέχεται να δηµιουργήσουν προσκόµµατα στο εµπόριο και να εµποδίσουν την οµαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Τα κράτη µέλη και οι επιστηµονικές αρχές έχουν θίξει συγκεκριµένα θέµατα που αφορούν τη δηµόσια υγεία σε έναν τοµέα που ήδη αποτέλεσε αντικεί- µενο προγενέστερων µέτρων εναρµόνισης, η δε Επιτροπή εξέτασε τα θέµατα αυτά.
Τα προσκόµµατα αυτά θα πρέπει συνεπώς να εκλείψουν και, για τον σκοπό αυτό, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η διάθεση στην αγορά και η παραγωγή τσιγάρων θα πρέπει να υποβληθούν σε κοινούς κανόνες, όχι µόνο όσον αφορά την πίσσα αλλά και όσον αφορά τα µέγιστα επίπεδα νικοτίνης και µονοξειδίου του άνθρακα.
(14) Για τη µέτρηση της περιεκτικότητας των τσιγάρων σε πίσσα, νικοτίνη και µονοξείδιο του άνθρακα, θα πρέπει να γίνει παραποµπή στα πρότυπα ISO 4387, ISO 10315 και ISO 8454 τα οποία είναι τα µόνα διεθνώς αναγνωρισµένα, δεδο- µένου ότι η περαιτέρω έρευνα και τεχνική πρόοδος, που πρέπει να προωθηθούν, θα πρέπει να οδηγήσουν στην ανάπτυξη και χρησιµοποίηση ακριβέστερων και πλέον αξιόπιστων µεθόδων µέτρησης της περιεκτικότητας των τσιγάρων σε τέτοιες ουσίες, καθώς και στην ανάπτυξη µεθόδων µέτρησης για τα άλλα προϊόντα καπνού.
(15) ∆εν υπάρχουν διεθνώς συµφωνηµένα πρότυπα ή δοκιµές για τον ποσοτικό προσδιορισµό και την αξιολόγηση των επιπέδων περιεκτικότητας των συστατικών στον καπνό των τσιγάρων, µε εξαίρεση την πίσσα, τη νικοτίνη και το µονοξείδιο του άνθρακα. Συνεπώς, είναι αναγκαία µια διαδικασία για την ανάπτυξη τέτοιων προτύπων, σε συνεργασία µε τον ∆ιεθνή Οργανισµό Τυποποίησης (ISO).
µένου να διευκολυνθεί η εισαγωγή των απαιτήσεων επισή- µανσης της παρούσας οδηγίας.
Η παρουσίαση των προειδοποιητικών µηνυµάτων και των περιεκτικοτήτων εξακολουθεί να διαφέρει ανάµεσα στα κράτη µέλη. Κατά συνέπεια, οι καταναλωτές σε ένα κράτος µέλος µπορούν να ενηµερώνονται καλύτερα ως προς τους κινδύνους των προϊόντων καπνού από ό,τι σε κάποιο άλλο. Οι διαφορές αυτές είναι απαράδεκτες και ενδέχεται να δηµιουργήσουν προσκόµµατα στο εµπόριο και να εµποδί- σουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα καπνού και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να εξαλει- φθούν. Είναι ανάγκη, για τον σκοπό αυτό, να ενισχυθεί και να διασαφηνιστεί η ισχύουσα νοµοθεσία, εξασφαλίζοντας ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας.
Θα πρέπει να προβλεφθεί η σήµανση των παρτίδων των προϊόντων καπνού, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η ανιχνευσιµότητα των προϊόντων, µε σκοπό τον έλεγχο της τήρησης της παρούσας οδηγίας.
Το άµεσο και έµµεσο κοινωνικοοικονοµικό κόστος της ενεργητικής και παθητικής χρήσεως καπνού θα πρέπει να αποτιµάται επί τακτικής βάσεως και να διατίθεται στο κοινό στο πλαίσιο των κατάλληλων προγραµµάτων της Κοινότητας.
Υπάρχουν διαφορές ως προς την κατάσταση που επικρατεί στο κάθε κράτος µέλος σχετικά µε τα συστατικά και τα πρόσθετα που χρησιµοποιούνται στην παραγωγή προϊόντων καπνού. Σε ορισµένα κράτη µέλη δεν υπάρχει νοµοθεσία ούτε ισχύουν εθελοντικές συµφωνίες όσον αφορά τις ουσίες αυτές. Αρκετά κράτη µέλη, στα οποία υπάρχουν τέτοιες νοµοθετικές ρυθµίσεις ή εθελοντικές συµφωνίες, δεν λαµβά- νουν καµία πληροφορία από τους καπνοβιοµηχάνους σχετικά µε τις ποσότητες αυτών των συστατικών και των προσθέτων στα συγκεκριµένα προϊόντα καπνού ανά µάρκα. Θα πρέπει να ξεκινήσει µια προσέγγιση των εφαρµοζόµενων µέτρων στον τοµέα αυτό, ώστε να υπάρξει µεγαλύτερη διαφάνεια.
Η έλλειψη πληροφοριών µαζί µε την έλλειψη τοξικολογικών δεδοµένων δεν επιτρέπει στις αρµόδιες αρχές των κρατών µελών να αξιολογούν αποτελεσµατικά την τοξικότητα και τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται η υγεία του καταναλωτή από τα προϊόντα καπνού. Αυτό είναι ασυµβίβαστο µε την υποχρέωση της Κοινότητας να εξασφαλίζει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας.
Τα κράτη µέλη θα πρέπει να µπορούν να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες σχετικά µε τα προϊόντα καπνού, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για την προστασία της δηµό- σιας υγείας, στο βαθµό που δεν θίγονται οι κανόνες της παρούσας οδηγίας και µε την επιφύλαξη των διατάξεων της συνθήκης.
Εν αναµονή της καθιέρωσης του κοινού καταλόγου συστατικών στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 12, τα κράτη µέλη µπορούν να προβλέπουν την απαγόρευση της χρήσης συστατικών που έχουν ως συνέπεια την αύξηση των ιδιοτήτων εθισµού των προϊόντων καπνού, δεδοµένου ότι η χρήση τέτοιων συστατικών µπορεί να υπονοµεύσει τα όρια νικοτίνης που καθορίζει η παρούσα οδηγία.
(26) Έχει αποδειχθεί ότι τα προϊόντα καπνού περιέχουν και εκπέ- µπουν, όταν καίγονται, πολλές επιβλαβείς ουσίες καθώς και γνωστές καρκινογόνες ουσίες επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία. Κατά τα τελευταία έτη αποδείχθηκε επίσης ότι το παθητικό κάπνισµα συνεπάγεται κινδύνους, ιδίως για τα έµβρυα και τα νεογνά, και ότι µπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει αναπνευστικά νοσήµατα στα πρόσωπα που εισπνέουν τον καπνό. Επιπλέον, το 80 % των ατόµων που αρχίζουν το κάπνισµα στην Κοινότητα είναι κάτω των 18 ετών. Θα πρέπει να εξασφαλιστεί η µεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια των πληροφοριών για τα εν λόγω προϊόντα, µε ταυτόχρονη µέριµνα ότι τα δικαιώµατα εµπορικής και πνευ- µατικής ιδιοκτησίας των καπνοβιοµηχάνων λαµβάνονται δεόντως υπόψη.
(27) Η χρησιµοποίηση επάνω στις συσκευασίες προϊόντων καπνού χαρακτηρισµών, όπως «low tar», «light», «ultra light», «mild», ονοµάτων, εικόνων και παραστατικών ή άλλων ενδείξεων, ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή δηµιουργώντας την εσφαλµένη εντύπωση ότι τα προϊόντα αυτά είναι λιγότερο βλαβερά και να προκαλέσει αλλαγές στην κατανάλωση. Τα επίπεδα των εισπνεόµενων ουσιών εξαρτώνται όχι µόνον από τις ποσότητες ορισµένων ουσιών που περιέχονται στο προϊόν πριν από την κατανάλωση, αλλά και από τη συµπεριφορά του καπνιστή και τον εθισµό. Το θέµα αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στη χρησι- µοποίηση τέτοιων όρων και έτσι µπορεί να υπονοµεύσει τις απαιτήσεις επισήµανσης οι οποίες καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Προκειµένου να διασφαλισθεί η οµαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεδοµένης της εξέλιξης των προτεινόµενων διεθνών κανόνων, θα πρέπει να προβλεφθεί η απαγόρευση αυτής της χρησιµοποίησης σε κοινοτικό επίπεδο, παρέχοντας επαρκή χρόνο για την εισαγωγή του εν λόγω κανόνα.
(28) Η οδηγία 89/622/ΕΟΚ απαγόρευσε την πώληση στα κράτη µέλη ορισµένων τύπων καπνού που λαµβάνονται από το στόµα. Το άρθρο 151 της πράξης προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας παρέχει στο Βασίλειο της Σουηδίας παρέκκλιση από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά το θέµα αυτό.
ζητηθεί από την Επιτροπή η υποβολή κατάλληλων προτάσεων.
(32) Όσον αφορά τα λοιπά συστατικά, µεταξύ των οποίων και τα πρόσθετα, θα πρέπει να εξετασθεί, ενόψει µεταγενέστερης εναρµόνισης, η δυνατότητα κατάρτισης κοινού καταλόγου.
(33) Το µέγεθος της εσωτερικής αγοράς προϊόντων καπνού και η αυξανόµενη τάση των καπνοβιοµηχάνων να συγκεντρώνουν την παραγωγή τους για το σύνολο της Κοινότητας σε έναν µικρό µόνο αριθµό παραγωγικών εγκαταστάσεων στα κράτη µέλη, οδηγούν στο συµπέρασµα ότι τα νοµοθετικά µέτρα για την επίτευξη της οµαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς των προϊόντων καπνού πρέπει να λαµβάνονται σε κοινοτικό και όχι σε εθνικό επίπεδο.
(34) Η λειτουργία κοινής οργάνωσης αγοράς ακατέργαστου καπνού θα αποτελέσει το αντικείµενο έκθεσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συµβούλιο το 2002 (1). Η Επιτροπή δήλωσε ότι η εν λόγω έκθεση θα εξετάσει επίσης το ζήτηµα της ενσωµάτωσης προβληµα- τισµών που αφορούν τη δηµόσια υγεία, συµπεριλαµβανο- µένων των προτύπων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, σε άλλες κοινοτικές πολιτικές, όπως απαιτείται δυνάµει του άρθρου 152 της συνθήκης.
(35) Για την εφαρµογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να προβλεφθεί ο καθορισµός προθεσµιών που θα επιτρέπουν, αφενός, την ολοκλήρωση µε τη µέγιστη αποτελεσµατικότητα της διαδικασίας µεταστροφής που άρχισε ήδη µε την οδηγία 90/239/ΕΟΚ και, αφετέρου, την προσαρµογή των καταναλωτών και των καπνοβιοµηχάνων σε προϊόντα µε χαµηλό- τερη περιεκτικότητα πίσσας, νικοτίνης και µονοξειδίου του άνθρακα.
(36) Τα απαιτούµενα µέτρα για την εφαρµογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύµφωνα µε την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συµβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισµό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρµοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (2).
(37) Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη των προθε- σµιών εντός των οποίων τα κράτη µέλη οφείλουν να µεταφέ- ρουν στην εθνική νοµοθεσία και να εφαρµόσουν τις οδηγίες που αναφέρονται στο παράρτηµα ΙΙ,
(29) Η τεχνική και επιστηµονική πρόοδος στον τοµέα των προϊόντων καπνού επιβάλλουν την τακτική επαναξιολόγηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και την εφαρµογή της στα κράτη µέλη. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να προβλε- φθεί διαδικασία για την εκπόνηση τακτικών εκθέσεων από την Επιτροπή, βασισµένων σε επιστηµονικά και τεχνικά δεδο- µένα. Στο πλαίσιο αυτό, ορισµένα δεδοµένα πρέπει να εξετάζονται ειδικότερα.
(30) Όσον αφορά τον καθορισµό των µέγιστων περιεκτικοτήτων, πρέπει να εξεταστούν, αφενός, η σκοπιµότητα µεταγενέ- στερης µείωσης των καθορισθεισών περιεκτικοτήτων, και ιδίως η σχέση µεταξύ των περιεκτικοτήτων αυτών, και, αφετέρου, η θέσπιση σχετικών προτύπων για τα προϊόντα εκτός των τσιγάρων, ιδίως για τον καπνό για στρίψιµο.
ΕΞΕ∆ΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ Ο∆ΗΓΙΑ: