Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθηµα τεκµηρίωσης και δεν δεσµεύει τα κοινοτικά όργανα

►B ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Μαρτίου 2003
για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο πρωτόκολλο για την τροποποίηση τηςδιεθνούς σύµβασης για την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων(σύµβαση του Κιότο)
(2003/231/ΕΚ)
(ΕΕ L 86 της 3.4.2003, σ. 21)

Τροποποιείται από:

Επίσηµη Εφηµερίδααριθ. σελίδα ηµεροµηνία
L 162 113 30.4.2004

B

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Μαρτίου 2003

για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο πρωτόκολλο για την τροποποίηση της διεθνούς σύµβασης για την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων (σύµβαση του Κιότο)

(2003/231/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 133, σε συνδυασµό µε το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη πρόταση,

την πρόταση της Επιτροπής,

Εκτιµώντας τα ακόλουθα:

(1) Η Κοινότητα αποτελεί συµβαλλόµενο µέρος της διεθνούς σύµβασης για την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων, εφεξής «η σύµβαση», από το 1974.

(2) Κατά τη σύνοδο της 26ης Ιουνίου 1999, το Συµβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας ενέκρινε το πρωτόκολλο τροποποίησης της σύµβασης. Το προσάρτηµα Ι του πρωτοκόλλου περιέχει το κείµενο του αναθεωρηµένου προοιµίου και άρθρων της σύµβασης, το προσάρτηµα ΙΙ του πρωτοκόλλου περιέχει το αναθεωρηµένο γενικό παράρτηµα και το προσάρτηµα ΙΙΙ του πρωτοκόλλου τροποποίησης περιέχει τα συγκεκριµένα ειδικά παραρτήµατα. Το αναθεωρηµένο προοίµιο και άρθρα της σύµβασης, µαζί µε το αναθεωρη- µένο γενικό παράρτηµα και τα αναθεωρηµένα ειδικά παραρτήµατα αποκαλούνται «αναθεωρηµένο» πρωτόκολλο του Κιότο.

(3) Η εφαρµογή των αρχών της αναθεωρηµένης σύµβασης του Κιότο θα αποδώσει σηµαντικά και µετρήσιµα αποτελέ- σµατα χάρη στη βελτίωση της αποτελεσµατικότητας και της απόδοσης των τελωνειακών διοικήσεων και, συνεπώς, της οικονοµικής ανταγωνιστικότητας των χωρών. Εξάλλου, οι διατάξεις αυτές θα ενθαρρύνουν τις επενδύσεις και τη βιοµηχανική ανάπτυξη και µπορεί να ενισχύσουν τη συµµετοχή των µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων στο διεθνές εµπόριο.

(4) Η αναθεωρηµένη σύµβαση του Κιότο αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διευκόλυνση του εµπορίου και, ως εκ τούτου, σηµαντικό κίνητρο για οικονοµική ανάπτυξη για τα συµβαλλόµενα µέρη.

(5) Τα συµβαλλόµενα µέρη στην αναθεωρηµένη σύµβαση του Κιότο αναλαµβάνουν τη δέσµευση να εφαρµόζουν σαφή, διαφανή και προσαρµοσµένα τελωνειακά καθεστώτα, που θα επιτρέπουν την επιτάχυνση του εκτελωνισµού των εµπο- ρευµάτων χάρη στη χρησιµοποίηση νέας τεχνολογίας των πληροφοριών και νέων τεχνικών τελωνειακού ελέγχου, όπως η αξιολόγηση των κινδύνων και οι λογιστικοί έλεγχοι.

(6) Το πρωτόκολλο τροποποίησης, και τα προσαρτήµατα Ι και ΙΙ αυτού, τίθενται σε ισχύ τρεις µήνες αφού σαράντα συµβαλλόµενα µέρη της σύµβασης εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους να δεσµευθούν από το πρωτόκολλο τροποποίησης, περιλαµβανοµένων και των προσαρτηµάτων Ι και ΙΙ.

(7) Αρχικά, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόκειται να προσχωρήσει στο πρωτόκολλο τροποποίησης, και στα προσαρτήµατα Ι και ΙΙ αυτού. Η προσχώρηση στα

B

αναθεωρηµένα ειδικά παραρτήµατα, που περιλαµβάνονται στο προσάρτηµα ΙΙΙ του πρωτοκόλλου τροποποίησης, θα αποφασισθεί αργότερα,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1
1.

Η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο πρωτόκολλο τροποποίησης της διεθνούς σύµβασης για την απλοποίηση και εναρµόνιση των τελωνειακών διαδικασιών, πλην του προσαρτήµατος ΙΙΙ, εγκρίνεται εξ ονόµατος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

2.

Το κείµενο του πρωτοκόλλου τροποποίησης και τα προσαρ- τήµατα Ι και ΙΙ εµφαίνονται στο παράρτηµα Ι της παρούσας απόφασης.

3.

Οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 5 στοιχείο α) και οι γνωστοποιήσεις που απαιτούνται βάσει του άρθρου 11 της αναθεωρηµένης σύµβασης του Κιότο περιλαµβάνονται, αντίστοιχα, στα παραρτήµατα ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2
1.

Η Κοινότητα εκπροσωπείται στην επιτροπή διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του προσαρτήµατος Ι του πρωτοκόλλου τροποποίησης της σύµβασης από την Επιτροπή, επικουρούµενη από αντιπροσώπους των κρατών µελών.

2.

Η θέση την οποία υιοθετεί η Κοινότητα στο πλαίσιο της επιτροπής διαχείρισης, προκειµένου για θέµατα που υπάγονται στην αρµοδιότητα της Κοινότητας, καθορίζεται από το Συµβούλιο σύµφωνα µε τους κανόνες ψηφοφορίας που απορρέουν από τις εφαρµοστέες διατάξεις της συνθήκης.

Άρθρο 3
1.

Ο πρόεδρος του Συµβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει τα πρόσωπα που είναι αρµόδια να καταθέσουν το έγγραφο προσχώρησης στο πρωτόκολλο τροποποίησης, συµπεριλαµβανο- µένων των προσαρτηµάτων Ι και ΙΙ, εξ ονόµατος της Κοινότητας. M1 Η κατάθεση λαμβάνει χώρα στις 30 Απριλίου 2004, συγχρόνως µε την κατάθεση των εγγράφων προσχώρησης από τα κράτη µέλη που θα έχουν ολοκληρώσει τις εθνικές τους διαδικασίες προσχώρησης κατά την εν λόγω ημερομηνία.

2.

Τα αρµόδια πρόσωπα ενηµερώνουν επίσης τον γενικό γραµ- µατέα του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας σχετικά µε τις πληροφορίες και τις γνωστοποιήσεις που περιλαµβάνονται, αντίστοιχα, στα παραρτήµατα ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

B

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ∆ΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ

(Βρυξέλλες, 26 Ιουνίου 1999)

«Τα συµβαλλόµενα µέρη της διεθνούς σύµβασης για την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων (που υπεγράφη στο Κιότο στις 18 Μαΐου 1973 και τέθηκε σε ισχύ στις 25 Σεπτεµβρίου 1974), εφεξήςη σύµβαση”, που καθιερώθηκε υπό την αιγίδα του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, εφεξήςτο Συµβούλιο”,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι:

εξάλειψης των διαφορών µεταξύ των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών των συµβαλλοµένων µερών που είναι δυνατό να παρεµποδί- ζουν το διεθνές εµπόριο και άλλες διεθνείς συναλλαγές,

ικανοποίησης των αναγκών του διεθνούς εµπορίου και των τελωνείων για τη διευκόλυνση, την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών,

εξασφάλισης των κατάλληλων κανόνων τελωνειακού ελέγχου και

διευκόλυνσης των τελωνείων για την αντιµετώπιση των σηµαντικών αλλαγών που έχουν επέλθει στις επιχειρηµατικές και τις διοικητικές µεθόδους και τεχνικές,

η σύµβαση πρέπει να τροποποιηθεί,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ, επίσης, ότι η τροποποιηµένη σύµβαση:

πρέπει να ορίζει ότι οι βασικές αρχές της εν λόγω απλούστευσης και εναρµόνισης καθίστανται υποχρεωτικές για τα συµβαλλόµενα µέρη της τροποποιηµένης σύµβασης,

πρέπει να διασφαλίζει ότι το τελωνείο θα διαθέτει αποτελεσµατικές διαδικασίες ελεγχόµενες µε κατάλληλες και αποτελεσµατικές µεθό- δους ελέγχου και

θα επιτρέψει την επίτευξη υψηλού βαθµού απλούστευσης και εναρµό- νισης των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών που αποτελεί ουσιαστικό στόχο του Συµβουλίου και θα συµβάλει σηµαντικά στη διευκόλυνση του διεθνούς εµπορίου,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:

Άρθρο 1

Το προοίµιο και τα άρθρα της σύµβασης τροποποιούνται σύµφωνα µε το κείµενο που περιλαµβάνεται στο προσάρτηµα Ι του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 2

Τα παραρτήµατα της σύµβασης αντικαθίστανται από το γενικό παράρτηµα που περιλαµβάνεται στο προσάρτηµα ΙΙ και από τα ειδικά παραρτήµατα που περιλαµβάνονται στο προσάρτηµα ΙΙΙ του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 3

1. Κάθε συµβαλλόµενο µέρος της σύµβασης µπορεί να δηλώσει ότι συµφωνεί να δεσµευθεί από το παρόν πρωτόκολλο, συµπεριλαµβανο- µένων των προσαρτηµάτων Ι και ΙΙ:

α) υπογράφοντάς το χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης·

β) καταθέτοντας έγγραφο επικύρωσης αφού το υπογράψει, υπό την επιφύλαξη επικύρωσης· ή

γ) προσχωρώντας σ' αυτό.

2. Το παρόν πρωτόκολλο θα µπορεί να υπογραφεί από τα συµβαλλό- µενα µέρη της σύµβασης µέχρι τις 30 Ιουνίου 2000 στην έδρα του Συµβουλίου στις Βρυξέλλες. Από την ηµεροµηνία αυτή και µετά θα είναι δυνατή η προσχώρηση σ' αυτό.

3. Το παρόν πρωτόκολλο, συµπεριλαµβανοµένων των προσαρτηµάτων Ι και ΙΙ, τίθεται σε ισχύ τρεις µήνες αφότου σαράντα συµβαλλόµενα µέρη B

το υπογράψουν χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης ή καταθέσουν τα έγγραφα επικύρωσης ή προσχώρησης.

4. Αφότου σαράντα συµβαλλόµενα µέρη δηλώσουν ότι συµφωνούν να δεσµευθούν από το παρόν πρωτόκολλο σύµφωνα µε την παράγραφο 1, οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος της σύµβασης αποδέχεται τις τροποποιήσεις της σύµβασης µόνον όταν γίνεται συµβαλλόµενο µέρος του παρόντος πρωτοκόλλου. Το παρόν πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ έναντι του εν λόγω συµβαλλόµενου µέρους τρεις µήνες αφότου αυτό το υπογράψει χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης ή καταθέσει έγγραφο επικύρωσης ή προσχώρησης.

Άρθρο 4

Οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος της σύµβασης µπορεί, όταν δηλώνει ότι συµφωνεί να δεσµευθεί από το παρόν πρωτόκολλο, να αποδεχτεί οποιαδήποτε από τα ειδικά παραρτήµατα ή τα κεφάλαιά τους που περι- λαµβάνονται στο προσάρτηµα ΙΙΙ που ακολουθεί και υποχρεούται να ενηµερώνει τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου για την εν λόγω αποδοχή και για τις συνιστώµενες πρακτικές για τις οποίες διατηρεί επιφυλάξεις.

Άρθρο 5

Μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος πρωτοκόλλου, ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου δεν αποδέχεται κανένα έγγραφο επικύρωσης ή προσχώρησης στη σύµβαση.

Άρθρο 6

Όσον αφορά τις σχέσεις µεταξύ των συµβαλλόµενων µερών του, το παρόν πρωτόκολλο και τα προσαρτήµατά του υπερισχύουν της σύµβασης.

Άρθρο 7

Ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου αποτελεί τον θεµατοφύλακα του παρόντος πρωτοκόλλου και αναλαµβάνει τις αρµοδιότητες που προβλέ- πονται στο άρθρο 19 του προσαρτήµατος Ι του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 8

Το παρόν πρωτόκολλο µπορεί να υπογραφεί από τα συµβαλλόµενα µέρη της σύµβασης από τις 26 Ιουνίου 1999 και µετά στην έδρα του Συµβου- λίου στις Βρυξέλλες.

Άρθρο 9

Σύµφωνα µε το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών, το παρόν πρωτόκολλο και τα προσαρτήµατά του καταχωρούνται στη γραµµατεία των Ηνωµένων Εθνών κατόπιν αιτήσεως του γενικού γραµµατέα του Συµβουλίου.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι έξι Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα εννέα, σε ένα µόνο αντίτυπο, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, και τα δύο κείµενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθεται στη γενική γραµµατεία του Συµβουλίου που διαβιβάζει επικυρωµένο αντίγραφο σε όλους τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8, που περιλαµβά- νεται στο προσάρτηµα Ι του παρόντος πρωτοκόλλου.»

B

Προσάρτηµα I του παραρτήµατος Ι

∆ΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ

(τροποποιηµένη)

«ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Τα συµβαλλόµενα µέρη της παρούσας σύµβασης, που θεσπίστηκε υπό την αιγίδα του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας,

ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ να εξαλείψουν τις διαφορές µεταξύ των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών των συµβαλλόµενων µερών που είναι δυνατό να παρεµποδίζουν το διεθνές εµπόριο και άλλες διεθνείς συναλλαγές,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να συµβάλουν αποτελεσµατικά στην ανάπτυξη τέτοιου είδους εµπορίου και συναλλαγών µε την απλούστευση και την εναρµό- νιση των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών και µε την ενθάρρυνση της διεθνούς συνεργασίας,

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι τα σηµαντικά οφέλη που απορρέουν από τη διευκόλυνση του διεθνούς εµπορίου µπορούν να επιτευχθούν χωρίς να θιγούν οι αποδεκτοί κανόνες τελωνειακού ελέγχου,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η εν λόγω απλούστευση και εναρµόνιση είναι δυνατό να επιτευχθούν µε εφαρµογή, ειδικότερα, των ακόλουθων αρχών:

υλοποίηση των προγραµµάτων που αποσκοπούν στο συνεχή εκσυγχ- ρονισµό των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών και στην προώθηση συνεπώς της αποδοτικότητας και της αποτελεσµατικότητάς τους,

εφαρµογή των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών κατά τρόπο προβλέψιµο, συνεπή και διαφανή,

παροχή στα ενδιαφερόµενα συµβαλλόµενα µέρη όλων των απαραίτητων πληροφοριών σχετικά µε τους νόµους, τις ρυθµίσεις, τις διοικητικές οδηγίες, τις διαδικασίες και τις πρακτικές στον τελωνειακό τοµέα,

υιοθέτηση σύγχρονων τεχνικών, όπως τα συστήµατα διαχείρισης κινδύνων και ο βάσει των λογιστικών βιβλίων έλεγχος και χρήση, στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό, της τεχνολογίας πληροφοριών,

συνεργασία, όταν κρίνεται αναγκαίο, µε άλλες εθνικές αρχές, άλλες τελωνειακές διοικήσεις και εµπορικούς φορείς,

εφαρµογή των σχετικών διεθνών προτύπων,

παροχή στα θιγόµενα συµβαλλόµενα µέρη εύχρηστων διαδικασιών διοικητικής και δικαστικής επανεξέτασης,

ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ότι κάποια διεθνής πράξη που θα περιελάµβανε τους ανωτέρω στόχους και αρχές που τα συµβαλλόµενα µέρη θα αναλάµ- βαναν την υποχρέωση να εφαρµόσουν θα οδηγούσε σε σηµαντική απλούστευση και εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών, που αποτελεί ουσιαστικό στόχο του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας και συνεπώς συµβάλλει ουσιαστικά στη διευκόλυνση του διεθνούς εµπορίου,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ EΞHΣ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Ορισµοί

Άρθρο 1

Για την εφαρµογή της παρούσας σύµβασης νοούνται ως:

α)

κανόνας”, διάταξη η εφαρµογή της οποίας θεωρείται αναγκαία για την επίτευξη της εναρµόνισης και της απλούστευσης των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών·

β)

µεταβατικός κανόνας”, κανόνας του γενικού παραρτήµατος για το οποίο επιτρέπεται µεγαλύτερη προθεσµία εφαρµογής·

γ)

συνιστώµενη πρακτική”, διάταξη ειδικού παραρτήµατος που θεωρείται ότι αποτελεί πρόοδο προς την εναρµόνιση και την απλού- στευση των τελωνειακών καθεστώτων και πρακτικών και της οποίας επιδιώκεται η ευρύτερη δυνατή εφαρµογή·

B

δ)

εθνική νοµοθεσία”, οι νόµοι, οι κανονισµοί και άλλα µέτρα που επιβάλλονται από αρµόδια αρχή συµβαλλόµενου µέρους και εφαρµό- ζονται σε ολόκληρο το έδαφος του ενδιαφερόµενου συµβαλλόµενου µέρους ή οι ισχύουσες συνθήκες από τις οποίες δεσµεύεται το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος·

ε)

γενικό παράρτηµα”, το σύνολο των διατάξεων που εφαρµόζονται σε όλα τα τελωνειακά καθεστώτα και πρακτικές που αναφέρονται στην παρούσα σύµβαση·

στ)

ειδικό παράρτηµα”, σύνολο διατάξεων που εφαρµόζονται σε ένα ή περισσότερα τελωνειακά καθεστώτα και πρακτικές που αναφέρονται στην παρούσα σύµβαση·

ζ)

οδηγίες”, ένα σύνολο επεξηγήσεων των διατάξεων του γενικού παραρτήµατος, των ειδικών παραρτηµάτων και των κεφαλαίων τους, που προτείνουν ορισµένα από τα πιθανά σχέδια δράσης για την εφαρ- µογή των κανόνων, των µεταβατικών κανόνων και των συνιστώµενων πρακτικών και, ειδικότερα, για την περιγραφή των καλύτερων πρακτικών και τη διατύπωση παραδειγµάτων για προτεινόµενες µεγα- λύτερες διευκολύνσεις·

η)

µόνιµη τεχνική επιτροπή”, η µόνιµη τεχνική επιτροπή του Συµβου- λίου·

θ)

Συµβούλιο”, ο οργανισµός που ιδρύθηκε µε τη σύµβαση για τη δηµιουργία του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, που συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 15 ∆εκεµβρίου 1950,

ι)

τελωνειακή ή Οικονοµική Ένωση”, η ένωση που συγκροτείται και αποτελείται από κράτη και που είναι αρµόδια να θεσπίζει δεσµευτι- κούς για τα εν λόγω κράτη κανονισµούς που αφορούν θέµατα τα οποία διέπονται από την παρούσα σύµβαση, καθώς και να αποφασίζει, σύµφωνα µε τις εσωτερικές διαδικασίες της, την υπογραφή, επικύρωση ή προσχώρηση στην παρούσα σύµβαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΠΕ∆ΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ∆ΟΜΗ

Πεδίο εφαρµογής της σύµβασης

Άρθρο 2

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος αναλαµβάνει την υποχρέωση να προωθήσει την απλούστευση και την εναρµόνιση των τελωνειακών καθεστώτων και, για το σκοπό αυτό, να συµµορφωθεί, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρούσας σύµβασης, µε τους κανόνες, τους µεταβατικούς κανόνες και τις συνιστώµενες πρακτικές που περιλαµβάνονται στα παραρτήµατα της παρούσας σύµβασης. Ωστόσο, τα συµβαλλόµενα µέρη έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν διευκολύνσεις µεγαλύτερες από τις προβλεπόµενες στην παρούσα σύµβαση και µάλιστα ενθαρρύνονται να παραχωρούν όσον το δυνατόν µεγαλύτερες τέτοιες διευκολύνσεις.

Άρθρο 3

Οι διατάξεις της παρούσας σύµβασης δεν αποκλείουν την εφαρµογή της εθνικής νοµοθεσίας σχετικά µε τις απαγορεύσεις ή τους περιορισµούς που αφορούν εµπορεύµατα τα οποία υποβάλλονται σε τελωνειακό έλεγχο.

∆οµή της σύµβασης

Άρθρο 4
1.

Η σύµβαση αποτελείται από το κύριο µέρος, ένα γενικό παράρτηµα και ειδικά παραρτήµατα.

2.

Το γενικό παράρτηµα και κάθε ειδικό παράρτηµα της παρούσας σύµβασης αποτελούνται από κεφάλαια που υποδιαιρούν κάθε παράρτηµα και περιλαµβάνουν:

α)

ορισµούς και

β)

κανόνες, ορισµένοι από τους οποίους στο γενικό παράρτηµα αποτελούν µεταβατικούς κανόνες.

3.

Κάθε ειδικό παράρτηµα περιέχει, επίσης, τις συνιστώµενες πρακτικές.

4.

Κάθε παράρτηµα συνοδεύεται από οδηγίες, τα κείµενα των οποίων δεν είναι δεσµευτικά για τα συµβαλλόµενα µέρη.

B

Άρθρο 5

Για την εφαρµογή της παρούσας σύµβασης, τα ειδικά παραρτήµατα και τα κεφάλαιά τους τα οποία ισχύουν έναντι κάποιου συµβαλλόµενου µέρους θεωρούνται ως αναπόσπαστο τµήµα της σύµβασης και, όσον αφορά το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος, οποιαδήποτε αναφορά στη σύµβαση θεωρείται ότι αφορά επίσης τα εν λόγω παραρτήµατα ή κεφάλαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ∆ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

∆ιαχειριστική επιτροπή

Άρθρο 6
1.

Συγκροτείται διαχειριστική επιτροπή για να εξετάζει την εφαρµογή της παρούσας σύµβασης, κάθε µέτρο για τη διασφάλιση τη οµοιοµορφίας κατά την ερµηνεία και την εφαρµογή της και οποιεσδήποτε προτεινό- µενες σχετικά τροποποιήσεις.

2.

Τα συµβαλλόµενα µέρη αποτελούν µέλη της διαχειριστικής επιτροπής.

3.

Η αρµόδια διοίκηση κάθε φορέα κατάλληλου να γίνει συµβαλλό- µενο µέρος στην παρούσα σύµβαση, βάσει των διατάξεων του άρθρου 8, ή οποιουδήποτε µέλους του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου έχει το δικαίωµα να συµµετέχει στις συνόδους της διαχειριστικής επιτροπής ως παρατηρητής. Το καθεστώς και τα δικαιώµατα των εν λόγω παρατηρητών καθορίζονται µε απόφαση του Συµβουλίου. Τα προαναφερθέντα δικαιώ- µατα δεν είναι δυνατό να ασκηθούν πριν από τη θέση της απόφασης σε ισχύ.

4.

Η διαχειριστική επιτροπή µπορεί να προσκαλεί τους αντιπροσώπους των διεθνών κυβερνητικών και µη κυβερνητικών οργανισµών να παρευρί- σκονται στις συνόδους της διαχειριστικής επιτροπής ως παρατηρητές.

5.

Η διαχειριστική επιτροπή:

α)

προτείνει στα συµβαλλόµενα µέρη:

i)

τις τροποποιήσεις του κυρίου µέρους της παρούσας σύµβασης,

ii)

τις τροποποιήσεις του γενικού παραρτήµατος, των ειδικών παραρτηµάτων και των κεφαλαίων τους και την προσθήκη νέων κεφαλαίων στο γενικό παράρτηµα και

iii)

την προσθήκη νέων ειδικών παραρτηµάτων και νέων κεφαλαίων στα ειδικά παραρτήµατα·

β)

µπορεί να αποφασίζει την τροποποίηση των συνιστώµενων πρακτικών ή την προσθήκη νέων συνιστώµενων πρακτικών στα ειδικά παραρτήµατα ή στα κεφάλαιά τους σύµφωνα µε το άρθρο 16·

γ)

εξετάζει την εφαρµογή των διατάξεων της παρούσας σύµβασης σύµφωνα µε το άρθρο 13 παράγραφος 4·

δ)

επανεξετάζει και αναπροσαρµόζει τις οδηγίες·

ε)

εξετάζει κάθε άλλο ζήτηµα που της υποβάλλεται σχετικά µε την παρούσα σύµβαση·

στ)

ενηµερώνει τη µόνιµη τεχνική επιτροπή και το Συµβούλιο για τις αποφάσεις της.

6.

Οι αρµόδιες διοικήσεις των συµβαλλοµένων µερών υποβάλλουν στον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου προτάσεις στο πλαίσιο της παραγράφου 5 στοιχεία α), β), γ) ή δ) του παρόντος άρθρου και αναφέρουν τους λόγους που οδηγούν σ' αυτές, µαζί µε οποιαδήποτε αιτήµατα για την προσθήκη θεµάτων στην ηµερήσια διάταξη των συνόδων της διαχειριστικής επιτροπής. Ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου κοινοποιεί τις προτάσεις στις αρµόδιες διοικήσεις των συµβαλλοµένων µερών και στους παρατηρητές που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

7.

Η διαχειριστική επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον µία φορά το έτος. Εκλέγει ετησίως έναν πρόεδρο και έναν αντιπρόεδρο. Ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου διαβιβάζει την πρόσκληση και το σχέδιο ηµερήσιας διάταξης στις αρµόδιες διοικήσεις των συµβαλλοµένων µερών και στους παρατηρητές που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου τουλάχιστον έξι εβδοµάδες πριν από τη σύνοδο της διαχειριστικής επιτροπής.

B

Όταν δεν µπορεί να ληφθεί απόφαση µε συναίνεση, οι αποφάσεις για τα θέµατα που εξετάζει η διαχειριστική επιτροπή λαµβάνονται µε ψηφοφορία των παρόντων συµβαλλόµενων µερών. Οι προτάσεις που υποβάλλονται στα πλαίσια της παραγράφου 5 στοιχεία α), β) ή γ) του παρόντος άρθρου εγκρίνονται µε πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψήφων. Όλα τα άλλα θέµατα αποφασίζονται από τη διαχειριστική επιτροπή µε πλειοψηφία.

9. Όταν εφαρµόζεται το άρθρο 8 παράγραφος 5 της παρούσας σύµβασης, οι τελωνειακές ή οικονοµικές ενώσεις που αποτελούν συµβαλ- λόµενα µέρη διαθέτουν, σε περίπτωση ψηφοφορίας, αριθµό ψήφων ίσο µε το σύνολο των ψήφων που αντιστοιχούν στα µέλη τους που αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη.

10. Πριν από την περάτωση της συνόδου της, η διαχειριστική επιτροπή εγκρίνει έκθεση. Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται στο Συµβούλιο και στα συµβαλλόµενα µέρη και τους παρατηρητές που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.

11. Ελλείψει ειδικών διατάξεων στο παρόν άρθρο, εφαρµόζεται ο εσωτερικός κανονισµός του Συµβουλίου, εκτός αν η διαχειριστική επιτροπή αποφασίσει διαφορετικά.

Άρθρο 7

Όσον αφορά την ψηφοφορία στη διαχειριστική επιτροπή, διενεργείται χωριστή ψηφοφορία για κάθε ειδικό παράρτηµα και για κάθε κεφάλαιο ενός ειδικού παραρτήµατος.

α)

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος έχει το δικαίωµα να ψηφίζει για θέµατα σχετικά µε την ερµηνεία, την εφαρµογή ή την τροποποίηση του κύριου µέρους και του γενικού παραρτήµατος της σύµβασης.

β)

Όταν πρόκειται για θέµατα που αφορούν ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο ειδικού παραρτήµατος που είναι ήδη σε ισχύ, δικαίωµα ψήφου έχουν εκείνα µόνο τα συµβαλλόµενα µέρη που έχουν αποδεχτεί το εν λόγω ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο.

γ)

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος έχει το δικαίωµα να ψηφίζει επί σχεδίων νέων ειδικών παραρτηµάτων ή νέων κεφαλαίων ενός ειδικού παραρτή- µατος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ

Επικύρωση της σύµβασης

Άρθρο 8

1. Κάθε µέλος του Συµβουλίου και κάθε µέλος των Οργανισµού των Ηνωµένων Εθνών ή των ειδικών οργάνων του µπορεί να γίνει συµβαλλό- µενο µέρος της παρούσας σύµβασης:

α)

υπογράφοντάς την χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης·

β)

καταθέτοντας το έγγραφο επικύρωσης όταν την έχει υπογράψει µε την επιφύλαξη της επικύρωσης ή

γ)

προσχωρώντας σ' αυτή.

2. Η παρούσα σύµβαση θα µπορεί να υπογραφεί µέχρι τις 30 Ιουνίου 1974 στην έδρα του Συµβουλίου στις Βρυξέλλες από τα συµβαλλόµενα µέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Από την ηµεροµηνία αυτή και µετά θα είναι δυνατή η προσχώρηση σ' αυτή.

3. Κάθε συµβαλλόµενο µέρος προσδιορίζει, κατά τη στιγµή της υπογραφής, επικύρωσης ή προσχώρησης στην παρούσα σύµβαση, εάν και ποια από τα ειδικά παραρτήµατα ή τα κεφάλαιά τους αποδέχεται. Μπορεί στη συνέχεια να δηλώσει στον θεµατοφύλακα ότι αποδέχεται ένα ή περισσότερα άλλα ειδικά παραρτήµατα ή κεφάλαια αυτών.

4. Τα συµβαλλόµενα µέρη που αποδέχονται οποιοδήποτε νέο ειδικό παράρτηµα ή οποιοδήποτε νέο κεφάλαιο ειδικού παραρτήµατος ενηµερώ- νουν σχετικά τον θεµατοφύλακα σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

5. α) Κάθε τελωνειακή ή οικονοµική ένωση µπορεί να γίνει, σύµφωνα µε τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, συµβαλλόµενο µέρος στην παρούσα σύµβαση. Η εν λόγω τελωνειακή ή οικονο- µική ένωση ενηµερώνει το θεµατοφύλακα για την αρµοδιότητά της όσον αφορά τα θέµατα που διέπονται από την παρούσα σύµβαση.

B

Ενηµερώνει, επίσης, τον θεµατοφύλακα για κάθε ουσιαστική τροποποίηση που εµπίπτει στο πεδίο των αρµοδιοτήτων της.

β)

Οι τελωνειακές ή οικονοµικές ενώσεις που αποτελούν συµβαλλό- µενα µέρη της παρούσας σύµβασης ασκούν, για τα θέµατα που εµπίπτουν στις αρµοδιότητές τους, επ' ονόµατί τους τα δικαιώµατα και αναλαµβάνουν τις ευθύνες τις οποίες παρέχει η παρούσα σύµβαση στα µέλη των εν λόγω ενώσεων που αποτελούν συµβαλλό- µενα µέρη της παρούσας σύµβασης. Σε αυτή την περίπτωση, τα µέλη των εν λόγω ενώσεων δεν έχουν το δικαίωµα να ασκούν χωριστά αυτά τα δικαιώµατα, συµπεριλαµβανοµένου του δικαιώ- µατος ψήφου.

Άρθρο 9
1.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που επικυρώνει την παρούσα σύµβαση ή προσχωρεί σ' αυτήν δεσµεύεται από τις τροποποιήσεις της παρούσας σύµβασης, συµπεριλαµβανοµένου του γενικού παραρτήµατος, που έχουν τεθεί σε ισχύ κατά την ηµεροµηνία κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης.

2.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που αποδέχεται ένα ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού δεσµεύεται από τις τροποποιήσεις των κανόνων που περιλαµβάνονται στο εν λόγω ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο, που έχουν τεθεί σε ισχύ την ηµεροµηνία κατά την οποία γνωστοποιεί την αποδοχή του στον θεµατοφύλακα. Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που αποδέχεται ένα ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού δεσµεύεται από τις τροποποιήσεις των συνιστώµενων πρακτικών που περιλαµβάνονται σ' αυτό και έχουν τεθεί σε ισχύ την ηµεροµηνία κατά την οποία το εν λόγω µέρος γνωστοποιεί την αποδοχή του στον θεµατοφύλακα, εκτός αν διατυπώσει επιφυλάξεις για µια ή περισσότερες από τις εν λόγω συνιστώµενες πρακτικές, σύµφωνα µε το άρθρο 12 της παρούσας σύµβασης.

Εφαρµογή της σύµβασης

Άρθρο 10
1.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος µπορεί, κατά τη στιγµή υπογραφής της παρούσας σύµβασης χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης ή κατά τη στιγµή κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης, ή οποιαδήποτε µεταγενέστερη στιγµή, να γνωστοποιήσει στον θεµατοφύλακα ότι η παρούσα σύµβαση επεκτείνεται σε όλα ή σε κάποιο από τα εδάφη για τις διεθνείς σχέσεις των οποίων αυτό είναι αρµόδιο. Η εν λόγω ανακοίνωση παράγει αποτελέσµατα τρεις µήνες µετά την ηµεροµηνία παραλαβής της από τον θεµατοφύλακα. Ωστόσο, η παρούσα σύµβαση δεν εφαρµόζεται στα εδάφη που αναφέρονται στη γνωστοποίηση, προτού η παρούσα σύµβαση τεθεί σε ισχύ για το ενδιαφερόµενο συµβαλλόµενο µέρος.

2.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που έχει γνωστοποιήσει βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου την επέκταση της εφαρµογής της παρούσας σύµβασης σε οποιοδήποτε έδαφος για τις διεθνείς σχέσεις του οποίου αυτό είναι αρµόδιο, µπορεί να γνωστοποιήσει στον θεµατοφύ- λακα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 19 της παρούσας σύµβασης, ότι το εν λόγω έδαφος δεν εφαρµόζει πλέον την παρούσα σύµβαση.

Άρθρο 11

Για την εφαρµογή της παρούσας σύµβασης, οι τελωνειακές ή οικονο- µικές ενώσεις που αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη γνωστοποιούν στον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου τα εδάφη που αποτελούν την τελω- νειακή ή οικονοµική ένωση τα οποία θεωρούνται ως ενιαίο έδαφος.

Αποδοχή των διατάξεων και διατύπωση επιφυλάξεων

Άρθρο 12
1.

Όλα τα συµβαλλόµενα µέρη δεσµεύονται από το γενικό παράρτηµα.

2.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος µπορεί να αποδέχεται ένα ή περισσότερα από τα ειδικά παραρτήµατα ή ένα ή περισσότερα από τα κεφάλαια αυτών. Συµβαλλόµενο µέρος που αποδέχεται ένα ειδικό παράρτηµα ή ένα ή περισσότερα κεφάλαια αυτού δεσµεύεται από όλους τους κανόνες που περιλαµβάνονται σε αυτό. Συµβαλλόµενο µέρος που αποδέχεται ένα ειδικό παράρτηµα ή ένα ή περισσότερα κεφάλαια αυτού δεσµεύεται από όλες τις συνιστώµενες πρακτικές που περιλαµβάνονται σε αυτό εκτός αν, κατά τη στιγµή της αποδοχής ή οποιαδήποτε µεταγενέστερη στιγµή,

B

γνωστοποιήσει στον θεµατοφύλακα τη συνιστώµενη πρακτική (ή πρακτικές) για την οποία διατυπώνει επιφυλάξεις, αναφέροντας τις διαφορές που υπάρχουν µεταξύ των διατάξεων της εθνικής νοµοθεσίας του και εκείνων της σχετικής συνιστώµενης πρακτικής (ή πρακτικών). Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που έχει διατυπώσει επιφυλάξεις µπορεί να τις ανακαλέσει, στο σύνολό τους ή εν µέρει, οποιαδήποτε στιγµή µετά τη γνωστοποίηση στον θεµατοφύλακα, διευκρινίζοντας την ηµεροµηνία κατά την οποία αρχίζει να εφαρµόζεται η εν λόγω ανάκληση.

3.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που δεσµεύεται από ειδικό παράρτηµα ή από ένα ή περισσότερα κεφάλαια αυτού, εξετάζει τη δυνατότητα ανάκλησης οποιωνδήποτε επιφυλάξεων σχετικά µε τις συνιστώµενες πρακτικές που έχει διατυπώσει βάσει της παραγράφου 2 και κοινοποιεί στον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου τα αποτελέσµατα της εν λόγω εξέτασης στο τέλος κάθε τριετούς περιόδου που αρχίζει από την ηµεροµηνία θέσης της παρούσας σύµβασης σε ισχύ για το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος, καθορίζοντας τις διατάξεις της εθνικής νοµοθεσίας του που, κατά την άποψή του, είναι αντίθετες προς την ανάκληση των επιφυλάξεων.

Εφαρµογή των διατάξεων

Άρθρο 13
1.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος εφαρµόζει τους κανόνες που περιλαµβά- νονται στο γενικό παράρτηµα και σε κάθε ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού που έχει αποδεχτεί εντός 36 µηνών µετά τη θέση σε ισχύ του σχετικού παραρτήµατος ή κεφαλαίου για το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος.

2.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος εφαρµόζει τους µεταβατικούς κανόνες που περιλαµβάνονται στο γενικό παράρτηµα εντός 60 µηνών µετά την ηµεροµηνία θέσης του γενικού παραρτήµατος σε ισχύ για το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος.

3.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος εφαρµόζει τις συνιστώµενες πρακτικές που περιλαµβάνονται στο ειδικό παράρτηµα ή σε κεφάλαιο αυτού που έχει αποδεχτεί εντός 36 µηνών αφότου το ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο τεθεί σε ισχύ για το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος, εκτός αν έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις για µια ή περισσότερες από τις εν λόγω συνιστώ- µενες πρακτικές.

4.

α) Όταν οι περίοδοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου αποδεικνύονται, στην πράξη, ανεπαρκείς για την εφαρµογή από οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος των διατάξεων του γενικού παραρτήµατος, το ενδιαφερόµενο συµβαλλόµενο µέρος µπορεί να ζητήσει από τη διαχειριστική επιτροπή, πριν από τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου, να εγκρίνει επέκταση της εν λόγω περιόδου. Κατά την υποβολή του αιτήµατος, το συµβαλλόµενο µέρος αναφέρει τη διάταξη ή τις διατάξεις του γενικού παραρτήµατος για τις οποίες ζητείται επέκταση της περιόδου, καθώς και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το εν λόγω αίτηµα.

β)

Υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η διαχειριστική επιτροπή µπορεί να αποφασίζει την έγκριση τέτοιας επέκτασης. Κάθε απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής που χορηγεί µια τέτοια επέκταση αναφέρει τις εξαιρετικές περιστάσεις που την δικαιολογούν, ενώ η επέκταση δεν υπερβαίνει σε καµία περίπτωση το ένα έτος. Κατά τη λήξη της περιόδου επέκτασης, το συµβαλλόµενο µέρος γνωστοποιεί στον θεµατοφύλακα τις διατάξεις σχετικά µε την εφαρµογή των οποίων χορηγήθηκε η επέκταση.

∆ιευθέτηση των διαφορών

Άρθρο 14
1.

Κάθε διαφορά µεταξύ δύο ή περισσότερων συµβαλλόµενων µερών σχετικά µε την ερµηνεία ή την εφαρµογή της παρούσας σύµβασης διευθετείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο µέσω διαπραγµατεύσεων µεταξύ τους.

2.

Κάθε διαφορά που δεν διευθετείται µε διαπραγµατεύσεις υποβάλλεται από τα ενδιαφερόµενα συµβαλλόµενα µέρη προς συζήτηση στη διαχειριστική επιτροπή, η οποία την εξετάζει και διατυπώνει συστάσεις για τη διευθέτησή της.

B

3.

Τα ενδιαφερόµενα συµβαλλόµενα µέρη είναι δυνατό να συµφωνούν εκ των προτέρων ότι θα δεσµεύονται από τις συστάσεις της διαχειριστικής επιτροπής.

Τροποποιήσεις της σύµβασης

Άρθρο 15
1.

Το κείµενο κάθε τροποποίησης που προτείνεται στα συµβαλλόµενα µέρη από τη διαχειριστική επιτροπή σύµφωνα µε το άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο α) σηµεία i) και ii) διαβιβάζεται από τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου σε όλα τα συµβαλλόµενα µέρη και στα µέλη του Συµβουλίου που δεν αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη.

2.

Οι τροποποιήσεις του κύριου µέρους της σύµβασης τίθενται σε ισχύ για όλα τα συµβαλλόµενα µέρη δώδεκα µήνες µετά την κατάθεση των εγγράφων αποδοχής από τα συµβαλλόµενα µέρη που συµµετέχουν στη σύνοδο της διαχειριστικής επιτροπής κατά τη διάρκεια της οποίας προτάθηκαν οι τροποποιήσεις, υπό τον όρο ότι κανένα από τα συµβαλλό- µενα µέρη δεν διατυπώνει καµία αντίρρηση εντός των δώδεκα µηνών που ακολουθούν την ηµεροµηνία διαβίβασης των εν λόγω τροποποιήσεων.

3.

Κάθε συνιστώµενη τροποποίηση του γενικού παραρτήµατος ή των ειδικών παραρτηµάτων ή των κεφαλαίων αυτών θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή έξι µήνες µετά την ηµεροµηνία κατά την οποία αυτή κοινοποιήθηκε στα συµβαλλόµενα µέρη, εκτός αν:

α)

διατυπωθεί αντίρρηση από συµβαλλόµενο µέρος ή, στην περίπτωση ενός ειδικού παραρτήµατος ή κεφαλαίου, από συµβαλλόµενο µέρος που δεσµεύεται από το εν λόγω ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο, ή

β)

συµβαλλόµενο µέρος ενηµερώσει τον γενικό γραµµατέα του Συµβου- λίου ότι, αν και σκοπεύει να αποδεχτεί τη συνιστώµενη τροποποίηση, δεν πληρούνται ακόµα οι απαραίτητοι όροι για την εν λόγω αποδοχή.

4.

Εάν κάποιο συµβαλλόµενο µέρος πραγµατοποιήσει στον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου την ενηµέρωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, µπορεί, εφόσον δεν έχει ενηµερώσει τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου για την εκ µέρους του αποδοχή της συνιστώµενης τροποποίησης, να διατυπώσει αντίρρηση για τη σχετική τροποποίηση εντός 18 µηνών µετά τη λήξη της εξάµηνης περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

5.

Εάν διατυπωθεί αντίρρηση για τη συνιστώµενη τροποποίηση σύµφωνα µε τους όρους της παραγράφου 3 στοιχείο α) ή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι η τροποποίηση δεν γίνεται αποδεκτή και δεν παράγει αποτελέσµατα.

6.

Εάν οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος έχει πραγµατοποιήσει ενηµέρωση σύµφωνα µε την παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι η τροποποίηση έγινε αποδεκτή κατά την προγενέστερη από τις δύο επόµενες ηµεροµηνίες:

α)

την ηµεροµηνία κατά την οποία όλα τα συµβαλλόµενα µέρη που πραγµατοποίησαν την ενηµέρωση γνωστοποίησαν στον γενικό γραµ- µατέα του Συµβουλίου την αποδοχή της συνιστώµενης τροποποίησης, υπό τον όρο ότι, εάν όλες οι αποδοχές γνωστοποιήθηκαν πριν από τη λήξη της περιόδου των έξι µηνών που αναφέρθηκε στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, η εν λόγω ηµεροµηνία συµπίπτει µε την ηµεροµηνία λήξης της εν λόγω περιόδου των έξι µηνών·

β)

την ηµεροµηνία λήξης της δεκαοκτάµηνης περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

7.

Κάθε τροποποίηση του γενικού παραρτήµατος ή των ειδικών παραρτηµάτων ή των κεφαλαίων αυτών που θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή τίθεται σε ισχύ είτε έξι µήνες µετά την ηµεροµηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή είτε, εφόσον καθορίζεται διαφορετική προθεσµία εφαρµογής για τη συνιστώµενη τροποποίηση, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσµίας µετά την ηµεροµηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή η τροποποίηση.

8.

Ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου ενηµερώνει, το συντοµότερο δυνατόν, τα συµβαλλόµενα µέρη της παρούσας σύµβασης για κάθε αντίρρηση σχετικά µε τη συνιστώµενη τροποποίηση που διατυπώνεται σύµφωνα µε την παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, και για κάθε γνωστοποίηση που λαµβάνεται σύµφωνα µε την παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. Ο γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου ενηµερώνει στη συνέχεια τα συµβαλλόµενα µέρη σχετικά µε το αν το συµβαλλόµενο µέρος ή τα συµβαλλόµενα µέρη που έχουν προβεί σε

B τέτοια γνωστοποίηση προβάλλουν αντίρρηση για τη συνιστώµενη τροποποίηση ή την αποδέχονται.

Άρθρο 16
1.

Κατά παρέκκλιση της διαδικασίας τροποποιήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 15 της παρούσας σύµβασης, η διαχειριστική επιτροπή µπορεί να αποφασίσει, σύµφωνα µε το άρθρο 6, να τροποποιήσει οποιαδήποτε συνιστώµενη πρακτική ή να ενσωµατώσει τις νέες συνιστώµενες πρακτικές σε οποιοδήποτε ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού. Κάθε συµβαλλόµενο µέρος καλείται από τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου να συµµετάσχει στις συζητήσεις της διαχειριστικής επιτροπής. Το κείµενο κάθε τροποποίησης ή νέας συνιστώµενης πρακτικής που αποφα- σίζεται κατ' αυτό τον τρόπο κοινοποιείται από τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου στα συµβαλλόµενα µέρη και στα µέλη του Συµβουλίου που δεν αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη της παρούσας σύµβασης.

2.

Κάθε τροποποίηση ή προσθήκη νέων συνιστώµενων πρακτικών που αποφασίζεται βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ έξι µήνες µετά την κοινοποίησή της από τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου. Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που δεσµεύεται από ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού που αποτελεί το αντικείµενο τροποποιήσεων ή προσθήκης νέων συνιστώµενων πρακτικών θεωρείται ότι αποδέχεται τις εν λόγω τροποποιήσεις ή νέες συνιστώµενες πρακτικές, εκτός αν διατυπώνει επιφυλάξεις στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 12 της παρούσας σύµβασης.

∆ιάρκεια της προσχώρησης

Άρθρο 17
1.

Η παρούσα σύµβαση έχει απεριόριστη διάρκεια αλλά οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος µπορεί να την καταγγείλει οποιαδήποτε στιγµή µετά την ηµεροµηνία της έναρξης ισχύος της σύµφωνα µε το άρθρο 18.

2.

Η καταγγελία γνωστοποιείται γραπτώς µε έγγραφο που κατατίθεται στον θεµατοφύλακα.

3.

Η καταγγελία τίθεται σε ισχύ έξι µήνες µετά την παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας από τον θεµατοφύλακα.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου ισχύουν επίσης για τα ειδικά παραρτήµατα ή τα κεφάλαια αυτών, για τα οποία κάθε συµβαλλόµενο µέρος µπορεί να αποσύρει την αποδοχή του οποιαδήποτε στιγµή µετά την ηµεροµηνία της έναρξης ισχύος τους.

5.

Κάθε συµβαλλόµενο µέρος που αποσύρει την αποδοχή του γενικού παραρτήµατος θεωρείται ότι καταγγέλλει τη σύµβαση. Σε αυτή την περίπτωση, ισχύουν επίσης οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V TEΛΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ

Έναρξη ισχύος της σύµβασης

Άρθρο 18
1.

Η παρούσα σύµβαση τίθεται σε ισχύ τρεις µήνες αφότου πέντε από τα µέρη που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 5 την υπογράψουν χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης ή καταθέσουν τα έγγραφα επικύρωσης ή προσχώρησης.

2.

Η παρούσα σύµβαση τίθεται σε ισχύ για κάθε συµβαλλόµενο µέρος τρεις µήνες µετά την απόκτηση της ιδιότητας του συµβαλλόµενου µέρους σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 8.

3.

Κάθε ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο ειδικού παραρτήµατος της παρούσας σύµβασης τίθεται σε ισχύ τρεις µήνες µετά την αποδοχή του εν λόγω ειδικού παραρτήµατος ή κεφαλαίου από πέντε συµβαλλόµενα µέρη.

4.

Μετά τη θέση σε ισχύ οποιουδήποτε ειδικού παραρτήµατος ή κεφαλαίου αυτού σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το εν λόγω ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο τίθεται σε ισχύ για οποιοδήποτε συµβαλλόµενο µέρος τρεις µήνες µετά τη γνωστοποίηση της αποδοχής του. Κανένα ειδικό παράρτηµα ή κεφάλαιο αυτού, ωστόσο, δεν τίθεται σε ισχύ για ένα συµβαλλόµενο µέρος προτού να τεθεί σε ισχύ η παρούσα σύµβαση για το εν λόγω συµβαλλόµενο µέρος.

B

Θεµατοφύλακας της σύµβασης

Άρθρο 19
1.

Η παρούσα σύµβαση, όλες οι υπογραφές µε ή χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης και όλα τα έγγραφα επικύρωσης ή προσχώρησης κατατίθενται στον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου.

2.

Ο θεµατοφύλακας:

α)

παραλαµβάνει και φυλάσσει τα πρωτότυπα της παρούσας σύµβασης·

β)

ετοιµάζει επικυρωµένα αντίγραφα των πρωτοτύπων της παρούσας σύµβασης και τα διαβιβάζει στα συµβαλλόµενα µέρη και στα µέλη του Συµβουλίου που δεν αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη καθώς και στον γενικό γραµµατέα του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών·

γ)

λαµβάνει κάθε υπογραφή µε ή χωρίς επιφύλαξη της επικύρωσης ή της προσχώρησης στην παρούσα σύµβαση και παραλαµβάνει και φυλάσσει κάθε σχετικό έγγραφο, γνωστοποίηση και ανακοίνωση·

δ)

εξετάζει εάν η υπογραφή ή κάθε έγγραφο, γνωστοποίηση ή ανακοίνωση σχετικά µε την παρούσα σύµβαση έχει τη δέουσα και κατάλληλη µορφή και, εάν χρειάζεται, ενηµερώνει το συµβαλλόµενο µέρος για το σχετικό θέµα·

ε)

ενηµερώνει τα συµβαλλόµενα µέρη, τα µέλη του Συµβουλίου που δεν αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη και τον γενικό γραµµατέα του Οργανι- σµού Ηνωµένων Εθνών σχετικά µε:

υπογραφές, επικυρώσεις, προσχωρήσεις και αποδοχές των παραρτηµάτων και των κεφαλαίων σύµφωνα µε το άρθρο 8 της παρούσας σύµβασης,

νέα κεφάλαια του γενικού παραρτήµατος και νέα ειδικά παραρτή- µατα ή κεφάλαια αυτών τα οποία η διαχειριστική επιτροπή αποφασίζει να προτείνει για προσθήκη στην παρούσα σύµβαση,

την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος της παρούσας σύµβασης, του γενικού παραρτήµατος και κάθε ειδικού παραρτήµατος ή κεφαλαίου αυτού σύµφωνα µε το άρθρο 18 της παρούσας σύµβασης,

γνωστοποιήσεις που παραλαµβάνονται σύµφωνα µε τα άρθρα 8, 10, 11, 12 και 13 της παρούσας σύµβασης,

ανακλήσεις αποδοχών των παραρτηµάτων/των κεφαλαίων από τα συµβαλλόµενα µέρη,

καταγγελίες που παραλαµβάνονται σύµφωνα µε το άρθρο 17 της παρούσας σύµβασης και

κάθε τροποποίηση που γίνεται αποδεκτή σύµφωνα µε το άρθρο 15 της παρούσας σύµβασης και την ηµεροµηνία της έναρξης ισχύος της.

3.

Σε περίπτωση οποιασδήποτε διαφοράς που γεννάται µεταξύ ενός συµβαλλόµενου µέρους και του θεµατοφύλακα ως προς την εκτέλεση των αρµοδιοτήτων του τελευταίου, ο θεµατοφύλακας ή το σχετικό συµβαλλόµενο µέρος ενηµερώνει σχετικά τα λοιπά συµβαλλόµενα µέρη και τους υπογράφοντες ή, εάν χρειαστεί, τη διαχειριστική επιτροπή ή το Συµβούλιο.

Καταχώρηση και αυθεντικά κείµενα

Άρθρο 20

Σύµφωνα µε το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών, η παρούσα σύµβαση καταχωρείται στη γραµµατεία του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών κατόπιν αιτήσεως του γενικού γραµµατέα του Συµβουλίου.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα σύµβαση.

Έγινε στο Κιότο, στις δεκαοκτώ Μαΐου χίλια εννιακόσια εβδοµήντα τρία, σε ένα µόνο αντίτυπο, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, και τα δύο κείµενα είναι εξίσου αυθεντικά· κατατίθεται στη γενική γραµµατεία του Συµβουλίου που διαβιβάζει επικυρωµένο αντίγραφο σε όλους τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας σύµβασης.»

B

Προσάρτηµα II του παραρτήµατος Ι

ΓΕΝΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Κεφάλαιο 1:

Γενικές αρχές

Κεφάλαιο

2:

Ορισµοί

Κεφάλαιο 3:

Εκτελωνισµοός και άλλες τελωνειακές διατυπώσεις

Κεφάλαιο

4:

∆ασµοί και φόροι

Α. Υπολογισµός, είσπραξη και πληρωµή δασµών και φόρων

Β. Αναβολή καταβολής δασµών και φόρων

Γ. Επιστροφή δασµών και φόρων

Κεφάλαιο 5:

Εγγύηση

Κεφάλαιο 6:

Τελωνειακός έλεγχος

Κεφάλαιο 7:

Εφαρµογή της τεχνολογίας πληροφοριών

Κεφάλαιο 8:

Σχέση µεταξύ της τελωνειακής υπηρεσίας και τρίτων

Κεφάλαιο 9:

Πληροφορίες, αποφάσεις και ρυθµίσεις που παρέχει η τελωνειακή υπηρεσία

Α. Πληροφορίες γενικής εφαρµογής

Β. Πληροφορίες ειδικού χαρακτήρα

Γ. Αποφάσεις και ρυθµίσεις

Κεφάλαιο

Άσκηση προσφυγής επί τελωνειακών θεµάτων

10:

Α. ∆ικαίωµα άσκησης προσφυγής

Β. Μορφή και λόγοι της προσφυγής

Γ. Εξέταση του αιτήµατος προσφυγής

B

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

1.1. Κανόνας

Οι ορισµοί, οι κανόνες και οι µεταβατικοί κανόνες που περιλαµβάνονται στο παρόν παράρτηµα ισχύουν για τα τελωνειακά καθεστώτα και πρακτικές που περιέχονται στο παρόν παράρτηµα και, κατά περίπτωση, για τα καθεστώτα και τις πρακτικές που περιέχονται στα ειδικά παραρτή- µατα.

1.2. Κανόνας

Οι όροι που πρέπει να πληρούνται και οι τελωνειακές διατυπώσεις, που πρέπει να διεκπεραιώνονται για τα καθεστώτα και τις πρακτικές που περιλαµβάνονται στο παρόν παράρτηµα και στα ειδικά παραρτήµατα, καθορίζονται από την εθνική νοµοθεσία και είναι όσο το δυνατόν απλούστεροι.

1.3. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία καθιερώνει και διεξάγει διαβουλεύσεις µε τις εµπορικές επιχειρήσεις µε στόχο την αύξηση της συνεργασίας και τη διευκόλυνση της συµµετοχής στην προσπάθεια καθιέρωσης των αποτελε- σµατικότερων δυνατών µεθόδων εργασίας στο πλαίσιο των εθνικών διατάξεων και των διεθνών συµφωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΟΡΙΣΜΟΙ

Για την εφαρµογή των παραρτηµάτων της παρούσας σύµβασης ως:

E1./F23.

«προσφυγή», νοείται η πράξη µε την οποία πρόσωπο που επηρεάζεται άµεσα από κάποια απόφαση ή από παράλειψη της τελωνειακής υπηρεσίας και που θεωρεί ότι θίγεται µε αυτόν τον τρόπο επιδιώκει επανόρθωση ενώπιον µιας αρµόδιας αρχής

E2./F19.

«υπολογισµός δασµών και φόρων», νοείται ο προσδιορι- σµός του καταβλητέου ποσού δασµών και φόρων

E3./F4.

«έλεγχος βάσει λογιστικής εξέτασης», νοούνται τα µέτρα µε τα οποία η τελωνειακή υπηρεσία διαπιστώνει την ακρίβεια και την εγκυρότητα των διασαφήσεων µέσω εξέτασης των σχετικών λογιστικών βιβλίων, αρχείων, επιχειρησιακών συστηµάτων και εµπορικών δεδοµένων που τηρούν τα ενδιαφερόµενα πρόσωπα

E4./F15.

«έλεγχος της διασάφησης εµπορευµάτων», νοούνται τα µέτρα που λαµβάνονται από το τελωνείο για να εξετάζεται η ορθή κατάρτιση της διασάφησης των εµπορευµάτων και η τήρηση των υφιστάµενων όρων όσον αφορά τα απαιτού- µενα δικαιολογητικά έγγραφα

E5./F9.

«εκτελωνισµός», νοείται η ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων που κρίνονται αναγκαίες για την παράδοση των εµπορευµάτων στην κατανάλωση, για την εξαγωγή τους ή την υπαγωγή τους σε άλλο τελωνειακό καθεστώς

E6./F10.

«τελωνειακή υπηρεσία», νοείται η δηµόσια υπηρεσία που είναι αρµόδια για την εφαρµογή της τελωνειακής νοµοθε- σίας και την είσπραξη των δασµών και των φόρων και που είναι επίσης υπεύθυνη για την εφαρµογή άλλων νόµων και κανονισµών σχετικά µε την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη µεταφορά ή την αποθήκευση εµπορευµάτων

E7./F3.

«τελωνειακός έλεγχος», νοούνται τα µέτρα που εφαρµόζει η τελωνειακή υπηρεσία για να εξασφαλίσει συµµόρφωση µε την τελωνειακή νοµοθεσία

E8./F11.

«δασµοί», νοούνται τα ποσά που καθορίζονται στο δασµο- λόγιο και που επιβάλλονται στα εµπορεύµατα κατά την είσοδο ή την έξοδό τους από το τελωνειακό έδαφος

B

E9./F16.

«τελωνειακές διατυπώσεις», νοούνται όλες οι ενέργειες που υποχρεούνται να φέρουν εις πέρας τα ενδιαφερόµενα πρόσωπα και η τελωνειακή υπηρεσία, ώστε να εφαρµό- ζεται η τελωνειακή νοµοθεσία

E10./F18.

«τελωνειακή νοµοθεσία», νοούνται οι νοµοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά µε την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη µεταφορά ή την αποθήκευση εµπορευµάτων, η εφαρµογή των οποίων αποτελεί ειδική αρµοδιότητα της τελωνειακής υπηρεσίας, καθώς και κάθε κανονισµός που θεσπίζει η τελωνειακή υπηρεσία στο πλαίσιο των νόµιµων αρµοδιοτήτων της

E11./F2.

«τελωνείο», νοείται η διοικητική µονάδα της τελωνειακής υπηρεσίας που είναι αρµόδια για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, και οι εγκαταστάσεις ή άλλοι χώροι που εγκρίνονται για τον σκοπό αυτό από τις αρµό- διες αρχές

E12./F25.

«τελωνειακό έδαφος», νοείται το έδαφος στο οποίο εφαρ- µόζεται η τελωνειακή νοµοθεσία συµβαλλόµενου µέρους

E13./F6.

«απόφαση», νοείται η µεµονωµένη πράξη µε την οποία η τελωνειακή υπηρεσία αποφασίζει για θέµα σχετικό µε την τελωνειακή νοµοθεσία

E14./F7.

«διασαφιστής», νοείται το πρόσωπο που καταρτίζει διασάφηση εµπορευµάτων ή στο όνοµα του οποίου καταρτίζεται τέτοια διασάφηση

E15./F5.

«ηµεροµηνία λήξης», νοείται η ηµεροµηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητό το ποσό των δασµών και των φόρων

E16./F12.

«δασµοί και φόροι», νοούνται οι εισαγωγικοί ή/και οι εξαγωγικοί δασµοί και φόροι

E17./F27.

«έλεγχος των εµπορευµάτων», νοείται η φυσική επιθεώρηση των εµπορευµάτων από την τελωνειακή υπηρεσία για να διαπιστωθεί αν η φύση, η καταγωγή, η κατάσταση, η ποσότητα και η αξία των εµπορευµάτων συµφωνούν µε τα στοιχεία που παρέχονται στη διασάφηση

E18./F13.

«εξαγωγικοί δασµοί και φόροι», νοούνται οι δασµοί και όλα τα λοιπά τέλη, οι φόροι ή επιβαρύνσεις που εισπράτ- τονται για ή σχετικά µε τα εξαγόµενα εµπορεύµατα και δεν περιλαµβάνουν επιβαρύνσεις που περιορίζονται στο κατά προσέγγιση κόστος των παρεχόµενων υπηρεσιών ή που συγκεντρώνονται από την τελωνειακή υπηρεσία εξ ονόµατος άλλης εθνικής αρχής

E19./F8.

«διασάφηση εµπορευµάτων», νοείται δήλωση που πραγµα- τοποιείται µε τον τρόπο που ορίζει το τελωνείο, µε την οποία τα ενδιαφερόµενα πρόσωπα υποδεικνύουν το τελωνειακό καθεστώς που πρέπει να εφαρµοστεί στα εµπορεύ- µατα και παρέχουν τα στοιχεία που ζητεί η τελωνειακή υπηρεσία για την εφαρµογή του

E20./F14.

«εισαγωγικοί δασµοί και φόροι», νοούνται οι δασµοί και όλα τα λοιπά τέλη, οι φόροι ή επιβαρύνσεις που εισπράτ- τονται για ή σχετικά µε τα εισαγόµενα εµπορεύµατα και δεν περιλαµβάνουν επιβαρύνσεις που περιορίζονται στο κατά προσέγγιση κόστος των παρεχόµενων υπηρεσιών ή που συγκεντρώνονται από την τελωνειακή υπηρεσία εξ ονόµατος άλλης εθνικής αρχής

E21./F1.

«αµοιβαία διοικητική συνδροµή», νοούνται οι ενέργειες τελωνειακής υπηρεσίας εξ ονόµατος ή σε συνεργασία µε µια άλλη τελωνειακή υπηρεσία για τη δέουσα εφαρµογή της τελωνειακής νοµοθεσίας και για την πρόληψη, την έρευνα και την καταστολή των παραβάσεων της εν λόγω νοµοθεσίας

B

E22./F21.

«παράλειψη», νοείται η εκ µέρους της τελωνειακής υπηρεσίας µη ανάληψη δράσης ή η µη έκδοση απόφασης που απαιτείται από την τελωνειακή νοµοθεσία εντός λογικής προθεσµίας σχετικά µε θέµα που υποβάλλεται δεόντως σ' αυτή

E23./F22.

«πρόσωπο», νοούνται τόσο τα φυσικά όσο και τα νοµικά πρόσωπα, εκτός αν σε συγκεκριµένη περίπτωση προκύπτει κάτι διαφορετικό

E24./F20.

«παράδοση των εµπορευµάτων», νοείται η εκ µέρους της τελωνειακής υπηρεσίας θέση των εµπορευµάτων που υπόκεινται σε εκτελωνισµό στη διάθεση των ενδιαφερό- µενων προσώπων

E25./F24.

«επιστροφή», νοείται η επιστροφή, εν όλω ή εν µέρει, των δασµών και των φόρων που έχουν καταβληθεί για τα εµπο- ρεύµατα και η διαγραφή, εν όλω ή εν µέρει, των δασµών και των φόρων που δεν έχουν ακόµη καταβληθεί

E26./F17.

«εγγύηση», νοείται ό,τι εξασφαλίζει κατά τρόπο ικανοποιητικό στην τελωνειακή υπηρεσία ότι θα τηρηθεί υποχρέωση προς το τελωνείο. Η εγγύηση είναι «γενική» όταν διασφαλίζει ότι θα τηρηθούν οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από διάφορες πράξεις

E27./F26.

«τρίτος», νοείται κάθε πρόσωπο που συνδιαλέγεται απευθείας µε την τελωνειακή υπηρεσία, για λογαριασµό και εξ ονόµατος άλλου προσώπου, σχετικά µε την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη µεταφορά ή την αποθήκευση εµπορευµάτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΕΣ ∆ΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ

Αρµόδια τελωνεία

3.1. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία υποδεικνύει τα τελωνεία στα οποία είναι δυνατό να προσκοµιστούν και να εκτελωνιστούν τα εµπορεύµατα. Στους παράγοντες που πρέπει να λαµβάνονται υπόψη για τον καθορισµό των αρµοδιοτήτων και της θέσης των τελωνείων, καθώς και των ωρών λειτουργίας τους, περιλαµβάνονται οπωσδήποτε οι ανάγκες του εµπορίου.

3.2. Κανόνας

Κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόµενου προσώπου και για λόγους που η τελωνειακή υπηρεσία θεωρεί βάσιµους, τα τελωνεία εκτελούν, υπό τον όρο της διαθεσιµότητας των πόρων, τις λειτουργίες που αντιστοιχούν στο εκάστοτε τελωνειακό καθεστώς και την τελωνειακή πρακτική εκτός των οριζόµενων ωρών λειτουργίας ή εκτός των τελωνείων. Οι δαπάνες που επιβάλλει ενδεχοµένως η τελωνειακή υπηρεσία περιορίζονται στο κατά προσέγγιση κόστος των παρεχόµενων υπηρεσιών.

3.3. Κανόνας

Όταν τα τελωνεία βρίσκονται σε σηµεία διέλευσης κοινών συνόρων, οι τελωνειακές διοικήσεις των κρατών συνεννοούνται για τις ώρες λειτουργίας και τις αρµοδιότητες των εν λόγω τελωνείων.

3.4. Μεταβατικός κανόνας

Σε σηµεία διέλευσης κοινών συνόρων, οι ενδιαφερόµενες τελωνειακές διοικήσεις διενεργούν, όποτε είναι δυνατόν, κοινούς ελέγχους.

3.5. Μεταβατικός κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία σκοπεύει να ιδρύσει νέο τελωνείο ή να µετατρέψει υπάρχον τελωνείο σε σηµείο διέλευσης κοινών συνόρων, συνεργάζεται, εφόσον είναι δυνατόν, µε την τελωνειακή υπηρεσία της γειτονικής χώρας για τη δηµιουργία αντίστοιχου τελωνείου στο έδαφός της ώστε να διευκολυνθεί η διενέργεια κοινών ελέγχων.

B

∆ιασαφιστής

α)

Πρόσωπα που έχουν το δικαίωµα να ενεργούν ως διασαφιστές

3.6. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα πρόσωπο έχει δικαίωµα να ενεργεί ως διασαφιστής.

3.7. Κανόνας

Κάθε πρόσωπο που έχει το δικαίωµα να διαθέτει τα εµπορεύµατα µπορεί να ενεργεί ως διασαφιστής.

β)

Ευθύνη του διασαφιστή

3.8. Κανόνας

Ο διασαφιστής θεωρείται υπεύθυνος έναντι της τελωνειακής υπηρεσίας για την ακρίβεια των στοιχείων που παρέχει στη διασάφηση των εµπο- ρευµάτων και για την πληρωµή των δασµών και των φόρων.

γ)

∆ικαιώµατα του διασαφιστή

3.9. Κανόνας

Πριν από την υποβολή της διασάφησης εµπορευµάτων, ο διασαφιστής µπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η τελωνειακή υπηρεσία:

α)

να εξετάζει τα εµπορεύµατα και

β)

να λαµβάνει δείγµατα.

3.10. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία δεν ζητεί χωριστή διασάφηση εµπορευµάτων για τα δείγµατα που επιτρέπεται να ληφθούν υπό τελωνειακή επιτήρηση, υπό τον όρο ότι τα δείγµατα αυτά περιλαµβάνονται στη διασάφηση εµπο- ρευµάτων για τη σχετική αποστολή.

∆ιασάφηση εµπορευµάτων

α)

Μορφή και περιεχόµενο της διασάφησης εµπορευµάτων

3.11. Κανόνας

Το περιεχόµενο της διασάφησης εµπορευµάτων ορίζεται από την τελω- νειακή υπηρεσία. Για τα έντυπα της διασάφησης εµπορευµάτων τηρούνται οι προδιαγραφές που ισχύουν για τα έγγραφα του ΟΗΕ.

Για τις αυτοµατοποιηµένες διαδικασίες εκτελωνισµού, οι διαστάσεις της ηλεκτρονικά υποβαλλόµενης διασάφησης εµπορευµάτων είναι σύµφωνες µε τα διεθνή πρότυπα για την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών, όπως ορίζεται στις συστάσεις του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας σχετικά µε την τεχνολογία πληροφοριών.

3.12. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία περιορίζει τα στοιχεία που απαιτούνται στη διασάφηση εµπορευµάτων µόνο σε αυτά που κρίνονται απαραίτητα για τον υπολογισµό και την είσπραξη των δασµών και των φόρων, τη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων και την εφαρµογή της τελωνειακής νοµοθεσίας.

3.13. Κανόνας

Όταν, για λόγους που κρίνονται βάσιµοι από την τελωνειακή υπηρεσία, ο διασαφιστής δεν διαθέτει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διασάφηση εµπορευµάτων, είναι δυνατό να επιτραπεί η υποβολή προσωρινής ή ελλιπούς διασάφησης, υπό τον όρο ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα από την τελωνειακή υπηρεσία και ότι ο διασαφιστής αναλαµβάνει την υποχρέωση να την συµπληρώσει εντός καθορισµένης περιόδου.

3.14. Κανόνας

Όταν το τελωνείο καταχωρεί προσωρινή ή ελλιπή διασάφηση εµπο- ρευµάτων, η δασµολογική µεταχείριση που χορηγείται στα εµπορεύµατα δεν είναι διαφορετική από αυτήν που θα είχε χορηγηθεί αν είχε υποβληθεί πλήρης και ορθή διασάφηση από την αρχή.

Η παράδοση των εµπορευµάτων δεν αναβάλλεται, υπό τον όρο ότι έχει συσταθεί κάθε εγγύηση που απαιτείται για τη διασφάλιση της είσπραξης των οφειλόµενων δασµών και φόρων.

B

3.15. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία απαιτεί την υποβολή του πρωτοτύπου της διασάφησης εµπορευµάτων και τον ελάχιστο µόνον αριθµό απαραίτητων αντιγράφων.

β)

∆ικαιολογητικά έγγραφα της διασάφησης εµπορευµάτων

3.16. Κανόνας

Προς επίρρωση της διασάφησης εµπορευµάτων, η τελωνειακή υπηρεσία απαιτεί την προσκόµιση εκείνων µόνο των εγγράφων που θεωρούνται απαραίτητα για τον έλεγχο της πράξης και για τη διασφάλιση της τήρησης όλων των όρων που έχουν σχέση µε την εφαρµογή της τελω- νειακής νοµοθεσίας.

3.17. Κανόνας

Όταν ορισµένα δικαιολογητικά έγγραφα δεν µπορούν να υποβληθούν µαζί µε τη διασάφηση εµπορευµάτων για λόγους που κρίνονται βάσιµοι από την τελωνειακή υπηρεσία, αυτή επιτρέπει την προσκόµιση των εν λόγω εγγράφων εντός καθορισµένης περιόδου.

3.18. Μεταβατικός κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιτρέπει την υποβολή των δικαιολογητικών εγγράφων µε ηλεκτρονικά µέσα.

3.19. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία απαιτεί µετάφραση των στοιχείων των δικαιο- λογητικών εγγράφων µόνον όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για την επεξεργασία της διασάφησης εµπορευµάτων.

Υποβολή, καταχώρηση και έλεγχος της διασάφησης εµπορευµάτων

3.20. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιτρέπει την υποβολή της διασάφησης εµπο- ρευµάτων σε οποιοδήποτε οριζόµενο τελωνείο.

3.21. Μεταβατικός κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιτρέπει την υποβολή της διασάφησης εµπο- ρευµάτων µε ηλεκτρονικά µέσα.

3.22. Κανόνας

Η διασάφηση εµπορευµάτων υποβάλλεται κατά τις ώρες που υποδεικνύονται από το τελωνείο.

3.23. Κανόνας

Όταν η εθνική νοµοθεσία τάσσει προθεσµία για την υποβολή της διασάφησης εµπορευµάτων, το παρεχόµενο διάστηµα πρέπει να είναι επαρκές για να επιτρέπει στον διασαφιστή να συµπληρώσει τη διασάφηση εµπορευµάτων και να συγκεντρώσει τα απαιτούµενα δικαιο- λογητικά έγγραφα.

3.24. Κανόνας

Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή και για λόγους που κρίνονται βάσιµοι από την τελωνειακή υπηρεσία, η τελευταία επεκτείνει την προθεσµία που έχει ταχθεί για την υποβολή της διασάφησης εµπορευµάτων.

3.25. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία προβλέπει τους όρους υποβολής και καταχώρησης ή ελέγχου της διασάφησης εµπορευµάτων και των δικαιολογητικών εγγράφων πριν από την άφιξη των εµπορευµάτων.

3.26. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία δεν µπορεί να καταχωρήσει τη διασάφηση εµπορευµάτων, υποχρεούται να αναφέρει στον διασαφιστή τους σχετικούς λόγους.

3.27. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιτρέπει στον διασαφιστή να τροποποιήσει τη διασάφηση εµπορευµάτων που έχει ήδη υποβληθεί, υπό τον όρο ότι όταν παραλαµβάνεται η αίτηση δεν έχει αρχίσει ο έλεγχος της διασάφησης ούτε η εξέταση των εµπορευµάτων.

B

3.28. Μεταβατικός κανόνας

Σε περίπτωση που παραλαµβάνει την αίτηση µετά την έναρξη του ελέγχου της διασάφησης εµπορευµάτων, η τελωνειακή υπηρεσία επιτρέπει στον διασαφιστή να τροποποιήσει τη διασάφηση εµπο- ρευµάτων εφόσον θεωρεί βάσιµους τους λόγους που προβάλλει ο διασαφιστής.

3.29. Μεταβατικός κανόνας

Ο διασαφιστής µπορεί να ανακαλέσει τη διασάφηση εµπορευµάτων και να ζητήσει την υπαγωγή σε άλλο τελωνειακό καθεστώς, υπό τον όρο ότι το σχετικό αίτηµα υποβάλλεται στην τελωνειακή υπηρεσία πριν από την παράδοση των εµπορευµάτων και αυτή θεωρεί βάσιµους τους σχετικούς λόγους.

3.30. Κανόνας

Ο έλεγχος της διασάφησης εµπορευµάτων πραγµατοποιείται ταυτόχρονα ή το συντοµότερο δυνατόν µετά την καταχώρησή της.

3.31. Κανόνας

Όσον αφορά τον έλεγχο της διασάφησης εµπορευµάτων, η τελωνειακή υπηρεσία λαµβάνει τα µέτρα που κρίνονται αναγκαία για τη διασφάλιση της συµµόρφωσης µε την τελωνειακή νοµοθεσία.

Ειδικές διαδικασίες για εγκεκριµένα πρόσωπα

3.32. Μεταβατικός κανόνας

Για τα εγκεκριµένα πρόσωπα που ικανοποιούν τα κριτήρια που καθορίζει η τελωνειακή υπηρεσία και που έχουν αποδείξει δεόντως τη συµµόρφωσή τους µε τις απαιτήσεις στον τελωνειακό τοµέα καθώς και την ικανοποιητική διαχείριση των εµπορικών αρχείων τους, η τελω- νειακή υπηρεσία προβλέπει:

παράδοση των εµπορευµάτων µε παροχή των ελάχιστων πληροφοριών που απαιτούνται για τον προσδιορισµό της ταυτότητας των εµπο- ρευµάτων και για την συµπλήρωση της οριστικής διασάφησης εµπορευµάτων,

εκτελωνισµό των εµπορευµάτων στις εγκαταστάσεις του διασαφιστή ή σε άλλο τόπο που εγκρίνει η τελωνειακή υπηρεσία,

και, επιπλέον, στο µέτρο του δυνατού, άλλες ειδικές διαδικασίες όπως:

άδεια για υποβολή ενιαίας διασάφησης για όλες τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές εντός συγκεκριµένης περιόδου, όταν τα εµπορεύµατα εισάγονται ή εξάγονται συχνά από το ίδιο πρόσωπο,

δυνατότητα των εγκεκριµένων προσώπων να υπολογίζουν τα ίδια τους δασµούς και φόρους βάσει των εµπορικών εγγραφών τους, τις οποίες εξετάζει, ενδεχοµένως, η τελωνειακή υπηρεσία για να βεβαιώνεται ότι υπάρχει συµµόρφωση µε τις λοιπές τελωνειακές διατάξεις,

κατάθεση διασάφησης εµπορευµάτων µέσω µνείας στις εγγραφές του εγκεκριµένου προσώπου, η οποία θα πρέπει να συµπληρώνεται µε συµπληρωµατική διασάφηση.

Έλεγχος των εµπορευµάτων

α)

Απαιτούµενος χρόνος για την εξέταση των εµπορευµάτων

3.33. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία αποφασίζει ότι τα εµπορεύµατα που διασα- φίζονται πρέπει να ελεγχθούν, ο εν λόγω έλεγχος πραγµατοποιείται το συντοµότερο δυνατόν µετά την καταχώρηση της διασάφησης εµπο- ρευµάτων.

3.34. Κανόνας

Κατά το σχεδιασµό του ελέγχου, δίδεται προτεραιότητα στον έλεγχο των ζώντων ζώων και των αναλώσιµων εµπορευµάτων και άλλων εµπο- ρευµάτων, για τον επείγοντα χαρακτήρα των οποίων έχει πεισθεί η τελωνειακή υπηρεσία.

3.35. Μεταβατικός κανόνας

Εάν τα εµπορεύµατα πρέπει να ελεγχθούν από άλλες αρµόδιες αρχές και η τελωνειακή υπηρεσία σχεδιάζει επίσης έλεγχο, αυτή εξασφαλίζει το συντονισµό των ελέγχων και, εάν είναι δυνατόν, την ταυτόχρονη διενέργειά τους.

B

β)

Παρουσία του διασαφιστή κατά τον έλεγχο των εµπορευµάτων

3.36. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία εξετάζει αιτήµατα του διασαφιστή για παρουσία ή για εκπροσώπησή του κατά τον έλεγχο των εµπορευµάτων. Τέτοια αιτήµατα ικανοποιούνται εκτός αν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις.

3.37. Κανόνας

Εάν η τελωνειακή υπηρεσία το κρίνει χρήσιµο, απαιτεί από τον διασα- φιστή να είναι παρών ή να εκπροσωπείται κατά τον έλεγχο των εµπορευµάτων για να τους παράσχει οποιαδήποτε απαραίτητη βοήθεια ικανή να διευκολύνει τον έλεγχο.

γ)

∆ειγµατοληψία από το τελωνείο

3.38. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία λαµβάνει δείγµατα µόνον όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον καθορισµό της δασµολογικής περιγραφής ή/και της δασµολογητέας αξίας των εµπορευµάτων που διασαφίζονται ή για τη διασφάλιση της εφαρµογής άλλων διατάξεων της εθνικής νοµοθεσίας. Τα δείγµατα που λαµβάνονται είναι όσο το δυνατόν µικρότερα.

Σφάλµατα

3.39. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία δεν επιβάλλει σηµαντικές κυρώσεις για σφάλµατα, όταν πείθεται ότι τέτοια σφάλµατα είναι ακούσια και ότι δεν έχει υπάρξει πρόθεση απάτης ή βαρεία αµέλεια. Όταν θεωρείται αναγκαία η αποθάρρυνση από επανάληψη τέτοιων σφαλµάτων, είναι δυνατή η επιβολή κυρώσεων, όχι όµως µεγαλύτερων από τις απολύτως αναγκαίες.

Παράδοση εµπορευµάτων

3.40. Κανόνας

Τα εµπορεύµατα που διασαφίζονται παραλαµβάνονται µόλις η τελω- νειακή υπηρεσία τα ελέγξει ή αποφασίσει να µην τα ελέγξει, υπό τον όρο ότι:

δεν έχει διαπιστωθεί καµία παράβαση,

η άδεια εισαγωγής ή εξαγωγής ή οποιαδήποτε άλλα απαιτούµενα έγγραφα έχουν υποβληθεί,

όλες οι άδειες σχετικά µε το συγκεκριµένο καθεστώς έχουν υποβληθεί και

έχει καταβληθεί κάθε δασµός και φόρος ή έχουν ληφθεί τα κατάλληλα µέτρα για τη διασφάλιση της είσπραξής τους.

3.41. Κανόνας

Εάν η τελωνειακή υπηρεσία πεισθεί ότι ο διασαφιστής θα ολοκληρώσει στη συνέχεια όλες τις διατυπώσεις για τον εκτελωνισµό παραδίδει τα εµπορεύµατα, υπό τον όρο ότι ο διασαφιστής προσκοµίζει εµπορικό ή επίσηµο έγγραφο που περιέχει τα κύρια στοιχεία της σχετικής αποστολής και γίνεται αποδεκτό από την τελωνειακή υπηρεσία και παρέχει την απαιτούµενη ενδεχοµένως εγγύηση για τη διασφάλιση της είσπραξης κάθε οφειλόµενου δασµού και φόρου.

3.42. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία αποφασίζει να ζητήσει εργαστηριακή ανάλυση των δειγµάτων, λεπτοµερή τεχνικά έγγραφα ή τις συµβουλές εµπειρογνωµόνων, παραδίδει τα εµπορεύµατα προτού να γίνουν γνωστά τα σχετικά αποτελέσµατα, υπό τον όρο ότι έχει παρασχεθεί κάθε απαι- τούµενη εγγύηση και είναι βέβαιο ότι τα εµπορεύµατα δεν υπόκεινται σε απαγορεύσεις ή περιορισµούς.

3.43. Κανόνας

Όταν αποκαλυφθεί παράβαση, η τελωνειακή υπηρεσία δεν αναµένει την ολοκλήρωση των διοικητικών ή νοµικών ενεργειών προτού παραδώσει τα εµπορεύµατα, υπό τον όρο ότι αυτά δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ούτε ενδέχεται να χρησιµοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε κάποιο µετα- γενέστερο στάδιο και ο διασαφιστής καταβάλλει τους δασµούς και τους φόρους και παρέχει εγγύηση για τη διασφάλιση της είσπραξης κάθε πρόσθετου δασµού και φόρου και κάθε κύρωσης που µπορεί να επιβληθούν.

B

Εγκατάλειψη ή καταστροφή εµπορευµάτων

3.44. Κανόνας

Όταν τα εµπορεύµατα δεν έχουν ακόµη παραδοθεί στην κατανάλωση ή έχουν υπαχθεί σε άλλο τελωνειακό καθεστώς και δεν έχει διαπιστωθεί καµία παράβαση, το ενδιαφερόµενο πρόσωπο απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής δασµών και φόρων ή έχει το δικαίωµα να ζητήσει την επιστροφή τους:

όταν, κατόπιν αιτήσεώς του, τα εν λόγω εµπορεύµατα εγκαταλεί- πονται υπέρ του ∆ηµοσίου Ταµείου ή καταστρέφονται ή µετά από τελωνειακό έλεγχο αποστερούνται κάθε εµπορικής αξίας, ανάλογα µε την απόφαση της τελωνειακής υπηρεσίας. Όλες οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν το ενδιαφερόµενο πρόσωπο,

όταν τα εν λόγω εµπορεύµατα αποτελούν το αντικείµενο καταστροφής ή ανεπανόρθωτης απώλειας λόγω τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας, υπό τον όρο ότι η εν λόγω καταστροφή ή απώλεια αποδεικνύεται δεόντως στην τελωνειακή υπηρεσία,

όταν παρατηρούνται ελλείµµατα οφειλόµενα στη φύση των εµπο- ρευµάτων, τα οποία αποδεικνύονται δεόντως στην τελωνειακή υπηρεσία.

Όλα τα απόβλητα ή απορρίµµατα που παραµένουν µετά την καταστροφή υποβάλλονται, σε περίπτωση παράδοσης στην κατανάλωση ή εξαγωγής, στους δασµούς και φόρους που θα επιβάλλονταν σε τέτοια απόβλητα ή απορρίµµατα κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή τους στο εν λόγω κράτος.

3.45. Μεταβατικός κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία πωλεί εµπορεύµατα που δεν έχουν διασαφι- στεί εντός της ταχθείσας προθεσµίας ή που δεν παραδόθηκαν στην κατανάλωση αν και δεν είχε διαπιστωθεί καµία παράβαση, οι εισπράξεις της πώλησης, µετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε δασµών και φόρων και όλων των ενδεχόµενων λοιπών επιβαρύνσεων και δαπανών, παραδίδονται στα πρόσωπα που τις δικαιούνται ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, τίθενται στη διάθεσή τους για καθορισµένη περίοδο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

∆ΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΦΟΡΟΙ

Α. Υπολογισµός, είσπραξη και πληρωµή των δασµών και των φόρων

4.1. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει τις περιστάσεις κατά τις οποίες γεννάται ευθύνη για δασµούς και φόρους.

4.2. Κανόνας

Η προθεσµία υπολογισµού των οφειλόµενων δασµών και φόρων ορίζεται από την εθνική νοµοθεσία. Ο υπολογισµός ακολουθεί το συντοµότερο δυνατόν µετά την υποβολή της διασάφησης εµπορευµάτων ή την κατ' άλλο τρόπο γέννηση της ευθύνης.

4.3. Κανόνας

Τα στοιχεία βάσει των οποίων πραγµατοποιείται ο υπολογισµός των δασµών και των φόρων και οι όροι υπό τους οποίους αυτά καθορίζονται περιλαµβάνονται στην εθνική νοµοθεσία.

4.4. Κανόνας

Οι συντελεστές δασµών και οι φόρων καθορίζονται στις επίσηµες εκδόσεις.

4.5. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία προσδιορίζει τη στιγµή που λαµβάνεται υπόψη για τον καθορισµό των συντελεστών δασµών και φόρων.

4.6. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει τις µεθόδους που µπορεί να χρησιµο- ποιούνται για την καταβολή δασµών και φόρων.

4.7. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είναι αρµόδια για την καταβολή των δασµών και φόρων.

B

4.8. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας και τον τόπο πραγµατοποίησης της πληρωµής.

4.9. Κανόνας

Όταν η εθνική νοµοθεσία ορίζει ότι η πληρωµή µπορεί να πραγµατο- ποιείται µετά την παράδοση των εµπορευµάτων, η σχετική ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας ανέρχεται σε δέκα τουλάχιστον ηµέρες µετά την παράδοση. ∆εν επιβάλλεται τόκος για την περίοδο µεταξύ της ηµεροµη- νίας παράδοσης και της ηµεροµηνίας λήξης της προθεσµίας.

4.10. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει την περίοδο εντός της οποίας η τελω- νειακή υπηρεσία µπορεί να επιδιώξει µε ένδικα µέσα την είσπραξη των δασµών και φόρων που δεν έχουν καταβληθεί κατά την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας.

4.11. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει το επιτόκιο που επιβάλλεται στα ποσά δασµών και φόρων που δεν έχουν καταβληθεί κατά την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας και τους όρους καταβολής του σχετικού τόκου.

4.12. Κανόνας

Κατά την καταβολή των δασµών και φόρων, παρέχεται στον πληρωτή απόδειξη της πληρωµής, εκτός αν υπάρχουν άλλα στοιχεία που συνι- στούν απόδειξη της πληρωµής.

4.13. Μεταβατικός κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει µια ελάχιστη αξία ή/και ένα ελάχιστο ποσό δασµών και φόρων κάτω από τα οποία δεν εισπράττεται κανένας δασµός ή φόρος.

4.14. Κανόνας

Εάν η τελωνειακή υπηρεσία διαπιστώσει ότι σφάλµατα που περιέχονται στη διασάφηση εµπορευµάτων ή που προέκυψαν κατά τον υπολογισµό των δασµών και φόρων θα προκαλέσουν ή έχουν προκαλέσει την είσπραξη ή την ανάκτηση ποσού δασµών και φόρων µικρότερου από αυτό που οφείλεται νόµιµα, διορθώνει τα σφάλµατα και εισπράττει το µη καταβληθέν ποσό. Ωστόσο, εάν το εν λόγω ποσό είναι µικρότερο από το ελάχιστο ποσό που καθορίζεται στην εθνική νοµοθεσία, η τελω- νειακή υπηρεσία δεν προβαίνει σε είσπραξή του.

Β. Αναβολή καταβολής δασµών και φόρων

4.15. Κανόνας

Όταν η εθνική νοµοθεσία προβλέπει την αναβολή της πληρωµής δασµών και φόρων, διευκρινίζει τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται αυτή η δυνατότητα.

4.16. Κανόνας

Η αναβολή πληρωµής επιτρέπεται, στο µέτρο του δυνατού, χωρίς την επιβολή τόκων.

4.17. Κανόνας

Η περίοδος για την αναβολή πληρωµής δασµών και φόρων ανέρχεται σε δεκατέσσερις τουλάχιστον ηµέρες.

Γ. Επιστροφή δασµών και φόρων

4.18. Κανόνας

Η επιστροφή πραγµατοποιείται όταν αποδεικνύεται ότι έχει καταβληθεί υπερβολικό ποσό δασµών και φόρων λόγω εσφαλµένου υπολογισµού τους.

4.19. Κανόνας

Η επιστροφή παρέχεται για τα εισαγόµενα ή εξαγόµενα εµπορεύµατα που διαπιστώνεται ότι είναι ελαττωµατικά ή ότι δεν ανταποκρίνονται στις συµφωνηθείσες προδιαγραφές κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή

B

και επιστρέφονται είτε στον προµηθευτή είτε σε ένα άλλο πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον προµηθευτή, υπό τους ακόλουθους όρους:

τα εµπορεύµατα δεν έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία, επισκευή ή χρήση στη χώρα εισαγωγής και επανεξάγονται εντός εύλογης προθε- σµίας,

τα εµπορεύµατα δεν έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία, επισκευή ή χρήση στη χώρα εξαγωγής και επανεισάγονται εντός εύλογης προθε- σµίας.

Η χρήση των εµπορευµάτων, ωστόσο, δεν εµποδίζει την επιστροφή εάν αυτή ήταν αναγκαία για την αποκάλυψη των ελαττωµάτων ή άλλων στοιχείων που προκάλεσαν την επανεξαγωγή ή την επανεισαγωγή των εµπορευµάτων.

Ως εναλλακτική λύση της επανεξαγωγής ή της επανεισαγωγής, τα εµπο- ρεύµατα µπορούν να εγκαταλειφθούν υπέρ του ∆ηµοσίου Ταµείου, να καταστραφούν ή µετά από τελωνειακό έλεγχο να αποστερηθούν κάθε εµπορικής αξίας, ανάλογα µε την απόφαση της τελωνειακής υπηρεσίας. Η εν λόγω εγκατάλειψη ή καταστροφή δεν συνεπάγεται κανένα κόστος για το ∆ηµόσιο Ταµείο.

4.20. Μεταβατικός κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει άδεια για υπαγωγή σε άλλο τελωνειακό καθεστώς εµπορευµάτων που διασαφίστηκαν αρχικά για κάποιο τελωνειακό καθεστώς µε καταβολή δασµών και φόρων, πραγµατοποιείται επιστροφή των δασµών και φόρων που καταβλήθηκαν πέραν του ποσού που οφείλεται για το νέο καθεστώς.

4.21. Κανόνας

Οι αποφάσεις σχετικά µε την αίτηση επιστροφής λαµβάνονται και κοινοποιούνται εγγράφως στα ενδιαφερόµενα πρόσωπα χωρίς καθυστέρηση, ενώ τα ποσά που εισπράχθηκαν καθ' υπέρβαση των οφειλόµενων ποσών επιστρέφονται το ταχύτερο δυνατό µετά την επαλήθευση των στοιχείων της αίτησης.

4.22. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία διαπιστώνει ότι το καθ' υπέρβαση εισπρα- χθέν ποσό οφείλεται στον εκ µέρους της εσφαλµένο υπολογισµό δασµών και φόρων, πραγµατοποιεί κατά προτεραιότητα την επιστροφή.

4.23. Κανόνας

Όταν τάσσεται προθεσµία πέραν της οποίας δεν γίνονται αποδεκτές οι αιτήσεις επιστροφής, αυτή απαιτείται να είναι επαρκής προκειµένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές περιστάσεις σχετικά µε κάθε τύπο περίπτωσης στην οποία µπορεί να χορηγηθεί επιστροφή.

4.24. Κανόνας

Η επιστροφή δεν επιτρέπεται εάν το σχετικό ποσό είναι µικρότερο από το ελάχιστο ποσό που καθορίζεται στην εθνική νοµοθεσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΕΓΓΥΗΣΗ

5.1. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία απαριθµεί τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται εγγύηση και διευκρινίζει τους τρόπους σύστασης αυτής.

5.2. Κανόνας

Το τελωνείο καθορίζει το ποσό της εγγύησης.

5.3. Κανόνας

Κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να παράσχει εγγύηση επιτρέπεται να επιλέγει οποιοδήποτε είδος εγγύησης, υπό τον όρο ότι γίνεται αποδεκτό από την τελωνειακή υπηρεσία.

5.4. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία µπορεί να προβλέπει ότι η τελωνειακή υπηρεσία δεν απαιτεί τη σύσταση εγγύησης όταν έχει τη βεβαιότητα ότι θα εκπληρωθούν οι έναντι αυτής υποχρεώσεις.

5.5. Κανόνας

Όταν απαιτείται εγγύηση για να διασφαλιστεί ότι θα εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τελωνειακό καθεστώς, η τελωνειακή

B

υπηρεσία αποδέχεται γενική εγγύηση, ειδικότερα από τους διασαφιστές που διασαφίζουν τακτικά εµπορεύµατα σε διαφορετικά τελωνεία του τελωνειακού εδάφους.

5.6. Κανόνας

Όταν απαιτείται εγγύηση, αυτή ανέρχεται σε όσο το δυνατό µικρότερο ποσό και, όσον αφορά την πληρωµή δασµών και φόρων, δεν υπερβαίνει το ποσό που δύναται να καταστεί απαιτητό.

5.7. Κανόνας

Όταν έχει συσταθεί εγγύηση, αυτή αποδεσµεύεται το συντοµότερο δυνατόν αφότου πεισθεί η τελωνειακή υπηρεσία ότι έχουν εκπληρωθεί κατάλληλα οι υποχρεώσεις για τη διασφάλιση των οποίων συστάθηκε η εγγύηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

6.1. Κανόνας

Όλα τα εµπορεύµατα, συµπεριλαµβανοµένων των µεταφορικών µέσων, που εισέρχονται ή εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος, ανεξάρτητα από το αν υποβάλλονται ή όχι σε δασµούς και φόρους, υποβάλλονται σε τελωνειακό έλεγχο.

6.2. Κανόνας

Ο τελωνειακός έλεγχος περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση της εφαρµογής της τελωνειακής νοµοθεσίας.

6.3. Κανόνας

Κατά την εφαρµογή του τελωνειακού ελέγχου, η τελωνειακή υπηρεσία κάνει χρήση της διαχείρισης κινδύνων.

6.4. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία εφαρµόζει την ανάλυση κινδύνων για να καθορίζει ποια πρόσωπα και ποια εµπορεύµατα, συµπεριλαµβανοµένων των µεταφορικών µέσων, θα πρέπει να ελέγχονται καθώς και την έκταση του ελέγχου.

6.5. Κανόνας

Προκειµένου να υποστηρίξει τη διαχείριση κινδύνων, η τελωνειακή υπηρεσία υιοθετεί στρατηγική για την εκτίµηση του βαθµού εφαρµογής της νοµοθεσίας.

6.6. Κανόνας

Τα συστήµατα τελωνειακού ελέγχου περιλαµβάνουν τους λογιστικούς ελέγχους.

6.7. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιδιώκει τη συνεργασία µε άλλες τελωνειακές διοικήσεις και τη σύναψη συµφωνιών αµοιβαίας διοικητικής συνδροµής, για να ενισχύσει τον τελωνειακό έλεγχο.

6.8. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία επιδιώκει τη συνεργασία µε τους εµπορικούς κύκλους και τη σύναψη µνηµονίων συµφωνίας για να ενισχύσει τον τελωνειακό έλεγχο.

6.9. Μεταβατικός κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία προτίθεται να κάνει χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών και του ηλεκτρονικού εµπορίου στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό για να ενισχύσει τον τελωνειακό έλεγχο.

6.10. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία αξιολογεί τα εµπορικά συστήµατα των επιχειρήσεων στις περιπτώσεις που τα εν λόγω συστήµατα ασκούν επίδραση στα τελωνειακά καθεστώτα για να εξασφαλίσει τη συµµόρφωση µε τις απαιτήσεις στον τελωνειακό τοµέα.

B

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

7.1. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία εφαρµόζει την τεχνολογία πληροφοριών για να υποστηρίξει τα τελωνειακά καθεστώτα, στις περιπτώσεις που αυτή αποδεικνύεται οικονοµικώς συµφέρουσα και αποτελεσµατική για την τελωνειακή υπηρεσία και το εµπόριο. Η τελωνειακή υπηρεσία διευκρινίζει τους όρους για την εφαρµογή της.

7.2. Κανόνας

Κατά την εισαγωγή των ηλεκτρονικών εφαρµογών, η τελωνειακή υπηρεσία χρησιµοποιεί τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα.

7.3. Κανόνας

Η εισαγωγή της τεχνολογίας πληροφοριών πραγµατοποιείται µετά από διαβουλεύσεις µε όλα τα αµέσως ενδιαφερόµενα συµβαλλόµενα µέρη, στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό.

7.4. Κανόνας

Η νέα ή αναθεωρηµένη εθνική νοµοθεσία προβλέπει:

µεθόδους ηλεκτρονικού εµπορίου ως εναλλακτική λύση των έγγραφων παραστατικών,

ηλεκτρονικές καθώς επίσης και σε χαρτί µεθόδους εξακρίβωσης της εγκυρότητας,

το δικαίωµα της τελωνειακής υπηρεσίας να συγκεντρώνει πληροφορίες για ίδια χρήση και, ανάλογα µε την περίπτωση, να ανταλλάσσει τέτοιες πληροφορίες µε άλλες τελωνειακές διοικήσεις και µε όλα τα λοιπά αναγνωρισµένα συµβαλλόµενα µέρη µέσω των τεχνικών ηλεκτρονικού εµπορίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ

8.1. Κανόνας

Τα ενδιαφερόµενα πρόσωπα έχουν την επιλογή να πραγµατοποιούν συναλλαγές µε την τελωνειακή υπηρεσία είτε απευθείας είτε µέσω τρίτου που ενεργεί εξ ονόµατός τους.

8.2. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους ένα πρόσωπο µπορεί να ενεργεί για λογαριασµό και εξ ονόµατος άλλου προσώπου όσον αφορά τις συναλλαγές µε την τελωνειακή υπηρεσία και καθορίζει την ευθύνη τρίτων για δασµούς και φόρους και για κάθε παρατυπία.

8.3. Κανόνας

Οι συναλλαγές µε την τελωνειακή υπηρεσία, στην περίπτωση που το ενδιαφερόµενο πρόσωπο επιλέγει να ενεργήσει για λογαριασµό του, δεν αντιµετωπίζονται λιγότερο ευνοϊκά ούτε υπόκεινται σε πιο αυστηρές απαιτήσεις από ό,τι οι συναλλαγές της τελωνειακής υπηρεσίας που διεκ- περαιώνονται για λογαριασµό του ενδιαφερόµενου προσώπου από τρίτο.

8.4. Κανόνας

Το πρόσωπο που υποδεικνύεται ως τρίτος έχει τα ίδια δικαιώµατα µε το πρόσωπο που το όρισε για τα θέµατα που αφορούν τις συναλλαγές µε την τελωνειακή υπηρεσία.

8.5. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία προβλέπει τη συµµετοχή τρίτων στις επίσηµες διαβουλεύσεις της µε τους εµπορικούς κύκλους.

8.6. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία διευκρινίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες δεν υπάρχει προετοιµασία για συναλλαγές µε τρίτο.

8.7. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία γνωστοποιεί στον τρίτο γραπτώς την απόφαση για µη πραγµατοποίηση συναλλαγών.

B

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ

Α. Πληροφορίες γενικής εφαρµογής

9.1. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες γενικής εφαρµογής σχετικά µε την τελωνειακή νοµοθεσία παρέχονται αµέσως σε κάθε ενδιαφερόµενο πρόσωπο.

9.2. Κανόνας

Όταν χρειάζεται να τροποποιηθούν οι παρασχεθείσες πληροφορίες λόγω µεταβολής της τελωνειακής νοµοθεσίας, των διοικητικών ρυθµίσεων ή προϋποθέσεων, η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει αµέσως τις αναθεωρη- µένες πληροφορίες αρκετά πριν από την έναρξη ισχύος των αλλαγών για να επιτρέψει στα ενδιαφερόµενα πρόσωπα να τις λάβουν υπόψη, εκτός αν αποκλείεται η προηγούµενη γνωστοποίηση.

9.3. Μεταβατικός κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία κάνει χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών για να βελτιώσει την παροχή πληροφοριών.

Β. Πληροφορίες ειδικού χαρακτήρα

9.4. Κανόνας

Κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόµενου προσώπου, η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει, το ταχύτερο δυνατό και µε τη µεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, πληροφορίες σχετικά µε τα επιµέρους θέµατα που επικαλείται το ενδιαφερόµενο πρόσωπο όσον αφορά την τελωνειακή νοµοθεσία.

9.5. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει όχι µόνο τις ζητούµενες ειδικά πληροφορίες αλλά και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που πιστεύει ότι θα ήταν χρήσιµη για το ενδιαφερόµενο πρόσωπο.

9.6. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει πληροφορίες, φροντίζει να µην αποκαλύπτει λεπτοµέρειες ιδιωτικού ή εµπιστευτικού χαρακτήρα που θίγουν την τελωνειακή υπηρεσία ή τρίτους, εκτός αν η αποκάλυψη αυτή απαιτείται ή επιτρέπεται από την εθνική νοµοθεσία.

9.7. Κανόνας

Όταν η τελωνειακή υπηρεσία δεν µπορεί να παράσχει πληροφορίες δωρεάν, οποιαδήποτε δαπάνη περιορίζεται στο κατά προσέγγιση κόστος των παρεχόµενων υπηρεσιών.

Γ. Αποφάσεις και ρυθµίσεις

9.8. Κανόνας

Μετά από γραπτή αίτηση του ενδιαφερόµενου προσώπου, η τελωνειακή υπηρεσία γνωστοποιεί εγγράφως την απόφασή της εντός περιόδου που καθορίζεται στην εθνική νοµοθεσία. Όταν η απόφαση είναι δυσµενής για το ενδιαφερόµενο πρόσωπο, απαριθµούνται οι λόγοι που οδήγησαν σ' αυτή και υπογραµµίζεται το δικαίωµα προσφυγής.

9.9. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία εκδίδει δεσµευτικές ρυθµίσεις κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόµενου προσώπου, υπό τον όρο ότι η τελωνειακή υπηρεσία διαθέτει όλες τις απαιτούµενες πληροφορίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Α. ∆ικαίωµα προσφυγής

10.1. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία προβλέπει το δικαίωµα προσφυγής για τελωνειακά θέµατα.

B

10.2. Κανόνας

Κάθε πρόσωπο αµέσως θιγόµενο από απόφαση ή παράλειψη του τελωνείου έχει το δικαίωµα προσφυγής.

10.3. Κανόνας

Το πρόσωπο που θίγεται αµέσως από απόφαση ή παράλειψη της τελω- νειακής υπηρεσίας ενηµερώνεται, µετά την υποβολή σχετικού αιτήµατος στην τελωνειακή υπηρεσία, για τους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω απόφαση ή παράλειψη εντός περιόδου που καθορίζεται από την εθνική νοµοθεσία. Το γεγονός αυτό ενδέχεται ή όχι να οδηγήσει σε προσφυγή.

10.4. Κανόνας

Η εθνική νοµοθεσία προβλέπει το δικαίωµα αρχικής προσφυγής ενώπιον της τελωνειακής υπηρεσίας.

10.5. Κανόνας

Όταν απορρίπτεται προσφυγή ενώπιον της τελωνειακής υπηρεσίας, ο ασκών την προσφυγή έχει το δικαίωµα περαιτέρω προσφυγής ενώπιον αρχής ανεξάρτητης από την τελωνειακή διοίκηση.

10.6. Κανόνας

Τέλος, ο ασκών την προσφυγή έχει το δικαίωµα προσφυγής ενώπιον δικαστικής αρχής.

Β. Μορφή και λόγοι της προσφυγής

10.7. Κανόνας

Η προσφυγή υποβάλλεται εγγράφως και περιλαµβάνει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται.

10.8. Κανόνας

Για την άσκηση προσφυγής κατά απόφασης της τελωνειακής υπηρεσίας τάσσεται προθεσµία, η οποία πρέπει να είναι επαρκής για να επιτρέπει στον ασκούντα την προσφυγή να µελετήσει την αµφισβητούµενη απόφαση και να προετοιµάσει την προσφυγή.

10.9. Κανόνας

Όταν η προσφυγή ασκείται ενώπιον της τελωνειακής αρχής, δεν απαιτείται η ταυτόχρονη υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων αλλά παρέχεται, υπό τις δέουσες περιστάσεις, εύλογη προθεσµία για την υποβολή των εν λόγω στοιχείων.

Γ. Εξέταση του αιτήµατος προσφυγής

10.10. Κανόνας

Η τελωνειακή υπηρεσία παρέχει το συντοµότερο δυνατό στον ασκούντα την προσφυγή την απόφασή της για δεδοµένη προσφυγή, καθώς και σχετική γραπτή γνωστοποίηση.

10.11. Κανόνας

Όταν απορρίπτεται προσφυγή ενώπιον της τελωνειακής υπηρεσίας, αυτή απαριθµεί εγγράφως τους λόγους που οδήγησαν στη σχετική απόφαση και ενηµερώνει τον ασκούντα την προσφυγή για το δικαίωµά του να ασκήσει περαιτέρω προσφυγή σε διοικητική ή ανεξάρτητη αρχή, καθώς και για κάθε προθεσµία σχετικά µε την άσκηση της εν λόγω προσφυγής.

10.12. Κανόνας

Όταν η προσφυγή γίνεται αποδεκτή, η τελωνειακή υπηρεσία θέτει το συντοµότερο δυνατόν την απόφασή της ή την απόφαση της ανεξάρτητης ή δικαστικής αρχής σε εφαρµογή, εκτός από περιπτώσεις κατά τις οποίες η τελωνειακή αρχή ασκεί προσφυγή κατά της απόφασης.

B

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Για τους σκοπούς του άρθρου 8 παράγραφος 5 στοιχείο α) της σύµβασης, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο τροποποίησης, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ενηµερώνει τον θεµατοφύλακα της σύµβασης ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι αρµόδια για όλα τα θέµατα που διέπονται από το κύριο µέρος της σύµβασης και το γενικό παράρτηµά της, µε εξαίρεση τα θέµατα εκείνα τα οποία δεν εµπίπτουν στη ρητή αποκλειστική αρµο- διότητα ή στις εξυπακουόµενες εξουσίες που προβλέπονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο.

B

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 της αναθεωρηµένης σύµβασης του Κιότο, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ενηµερώνει τον γενικό γραµµατέα του Συµβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, ως θεµατοφύλακα της εν λόγω σύµβασης, ότι το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να θεωρείται ως ενιαίο έδαφος που περιλαµβάνει:

το έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου,

το έδαφος του Βασιλείου της ∆ανίας, εκτός από τις Φερόες Νήσους και τη Γροιλανδία,

το έδαφος της Οµοσπονδιακής ∆ηµοκρατίας τη Γερµανίας, εκτός από τη νήσο Heligoland και το έδαφος του Buesingen (συνθήκη της 23ης Νοεµβρίου 1964 µεταξύ της Οµοσπονδιακής ∆ηµοκρατίας της Γερµα- νίας και της Ελβετικής Συνοµοσπονδίας),

το έδαφος του Βασιλείου της Ισπανίας, εκτός από Θέουτα και τη Μελίλια,

το έδαφος της Ελληνικής ∆ηµοκρατίας,

το έδαφος της Γαλλικής ∆ηµοκρατίας, εκτός από τα υπερπόντια εδάφη, το Σαιν-Πιέρ και Μικελόν και τη Mαγιότ,

το έδαφος της Ιρλανδίας,

το έδαφος της Ιταλικής ∆ηµοκρατίας, εκτός από τους δήµους Livigno και Campione d'Italia και τα εθνικά ύδατα της λίµνης Λουγκάνο που βρίσκονται µεταξύ της όχθης και των πολιτικών συνόρων της περιοχής µεταξύ Ponte Tresa και Porto Ceresio,

το έδαφος του Μεγάλου ∆ουκάτου του Λουξεµβούργου,

το έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην Ευρώπη,

το έδαφος της ∆ηµοκρατίας της Αυστρίας,

το έδαφος της Πορτογαλικής ∆ηµοκρατίας,

το έδαφος της ∆ηµοκρατίας της Φινλανδίας,

το έδαφος του Βασιλείου της Σουηδίας,

το έδαφος του Ηνωµένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, των νήσων της Μάγχης και της νήσου του Μαν.

Αν και βρίσκεται εκτός του εδάφους της Γαλλικής ∆ηµοκρατίας, το έδαφος του Πριγκιπάτου του Μονακό, όπως καθορίζεται στην τελω- νειακή σύµβαση που υπεγράφη στο Παρίσι στις 18 Μαΐου 1963 (Επίσηµη Εφηµερίδα της Γαλλικής ∆ηµοκρατίας της 27ης Σεπτεµβρίου 1963, σ. 8679), θεωρείται, δυνάµει αυτής της σύµβασης, µέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.

Το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας περιλαµβάνει τα χωρικά ύδατα, τα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και τον εναέριο χώρο των παραπάνω κρατών µελών και εδαφών, εκτός από τα χωρικά ύδατα, τα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και τον εναέριο χώρο των εδαφών που δεν αποτελούν µέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όπως αναφέρεται παραπάνω.