Άρθρο 1
Φορολογούµενος, φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που εµπίπτει στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής ∆ιαδικασίας και δε διαθέτει ταχυδροµική διεύθυνση στην Ελλάδα, υποχρεούται, από 1/1/2014 να ορίσει, φορολογικό εκπρόσωπο µε φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, στην ταχυδροµική διεύθυνση του οποίου, η Φορολογική ∆ιοίκηση, θα µπορεί να αποστέλλει κάθε είδους αλληλογραφία σχετική µε το φορολογούµενο.
Το πρόσωπο, το οποίο ορίζεται φορολογικός εκπρόσωπος, ουδεµία ευθύνη φέρει για την εκπλήρωση ή µη των φορολογικών υποχρεώσεων του φορολογούµενου.
Τα πρόσωπα της παρ.1 της παρούσας ορίζουν φορολογικό εκπρόσωπο µε την υποβολή στη Φορολογική ∆ιοίκηση, της σχετικής για τη χορήγηση ΑΦΜ δήλωσης, συνυποβάλλοντας υποχρεωτικά το έντυπο Μ7 «∆ήλωση Σχέσεων Φορολογουµένου» και απλή έγγραφη δήλωση µε βεβαιωµένο το γνήσιο της υπογραφής τους, για τον ορισµό του.
Σε περίπτωση αλλαγής φορολογικού εκπροσώπου, υποβάλλονται από το φορολογούµενο στη Φορολογική ∆ιοίκηση και εντός προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από την πραγµατοποίηση της µεταβολής, τα οριζόµενα στην παράγραφο 3 της παρούσας.
Όταν οι παραπάνω δηλώσεις, δεν υποβάλλονται από το φορολογούµενο αλλά από τρίτο πρόσωπο, προσκοµίζεται και σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση, νοµίµως θεωρηµένη.
Επίσης, µε τις ανωτέρω δηλώσεις, δηλώνεται υποχρεωτικά η πλήρης διεύθυνση κατοικίας του φορολογούµενου στην αλλοδαπή και η διεύθυνση της ηλεκτρονικής του αλληλογραφίας.
Φορολογικός εκπρόσωπος που δεν επιθυµεί τη συνέχιση της συγκεκριµένης εκπροσώπησης, υποβάλλει στην περίπτωση αυτή και μόνο, στη Φορολογική Διοίκηση το έντυπο Μ7 «∆ήλωση Σχέσεων Φορολογουµένου» όταν ο φορολογούµενος, δεν προβαίνει στην αντικατάστασή του.
Στο φορολογούµενο που δε γνωστοποιεί στη Φορολογική ∆ιοίκηση, το διορισµό φορολογικού εκπροσώπου, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής ∆ιαδικασίας.
Τα πρόσωπα που µέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας έχουν δηλωθεί αντίκλητοι, θεωρούνται, µε την έναρξη ισχύος της, φορολογικοί εκπρόσωποι.