Ενότητα Δ’, παρ. 6 του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ: Η Ενότητα Δ παρ. 6 του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ θέτει τον ορισμό του όρου «Ελέγχοντα Πρόσωπα». Αυτός ο όρος αντιστοιχεί στον όρο «πραγματικός δικαιούχος», όπως περιγράφεται στη Σύσταση 10 και στο Επεξηγηματικό Σημείωμα επί της Σύστασης 10 των Συστάσεων της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης, όπως υιοθετήθηκαν τον Φεβρουάριο 2012, και ως εκ τούτου πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συμβατό με αυτές τις Συστάσεις, που αποσκοπούν στην προστασία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος από καταστρατηγήσεις που περιλαμβάνουν αυτές που αφορούν οικονομικά εγκλήματα.
I. Ειδικότερα για μια Οντότητα που είναι νομικό πρόσωπο, ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» σημαίνει το ή τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της Οντότητας. «Έλεγχος» επί της Οντότητας γενικά ασκείται από τα φυσικά πρόσωπα που έχουν επί της ουσίας δικαίωμα ελέγχου της ιδιοκτησίας στην Οντότητα. Ένα «δικαίωμα ελέγχου της ιδιοκτησίας» εξαρτάται από τη διάρθρωση κυριότητας και του ελέγχου του νομικού προσώπου και συνήθως προσδιορίζεται με βάση ένα όριο για το οποίο εφαρμόζεται μια προσέγγιση που βασίζεται σε κινδύνους, όπως στην περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων που κατέχει μεγαλύτερο ποσοστό από ένα συγκεκριμένο ποσοστό του νομικού προσώπου, π.χ. 25%. Όπου κανένα φυσικό πρόσωπο δεν ασκεί έλεγχο μέσω δικαιωμάτων κυριότητας, το ή τα Ελέγχοντα Πρόσωπα της Οντότητας είναι το ή τα φυσικά πρόσωπα που ασκεί/ούν έλεγχο της Οντότητας μέσω άλλων μέσων. Όπου κανένα φυσικό πρόσωπο δεν προσδιορίζεται ότι ασκεί έλεγχο της Οντότητας, το ή τα Ελέγχοντα Πρόσωπα της Οντότητας είναι το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τη θέση του ανώτερου επίσημου διαχειριστή /υπεύθυνου διαχείρισής της.
II. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» σημαίνει τον ή τους καταπιστευματοπάροχους, τον ή τους καταπιστευματοδόχους, τον ή τους προστάτες (protectors), εφόσον υπάρχουν, τον ή τους δικαιούχους ή τις τάξεις των δικαιούχων, και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος. Ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο ή οι προστάτες (protectors), εφόσον υπάρχουν, και ο ή οι δικαιούχοι ή οι τάξεις των δικαιούχων πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζονται ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» ενός καταπιστεύματος, ανεξάρτητα από το εάν, ή το εάν όχι, κάποιο από αυτά ασκεί έλεγχο επί του καταπιστεύματος. Για το λόγο αυτό το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 της Ενότητας Δ’ του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ συμπληρώνει το πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου. Επιπλέον, κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που ασκεί τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου μέσω αλυσίδας ελέγχου ή ιδιοκτησίας, πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται ως Ελέγχον Πρόσωπο του καταπιστεύματος. Προκειμένου να προσδιοριστεί η πηγή των κεφαλαίων στον ή στους λογαριασμούς που τηρούνται από το
καταπίστευμα, όπου ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι ενός καταπιστεύματος είναι μια Οντότητα, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα υποχρεούνται, επιπλέον, να προσδιορίζουν το ή τα Ελέγχοντα Πρόσωπα του ή των καταπιστευματοπάροχων και να τα αναφέρουν ως Ελέγχον ή Ελέγχοντα Πρόσωπα του καταπιστεύματος. Για τον ή τους δικαιούχους των καταπιστευμάτων που καθορίζονται βάσει χαρακτηριστικών ή τάξεων, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον ή τους δικαιούχους, προκειμένου να ικανοποιήσουν ότι το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι σε θέση να διαπιστώσει την ταυτότητα του ή των δικαιούχων, κατά τη στιγμή της καταβολής, ή όταν ο ή οι δικαιούχοι προτίθενται να ασκήσουν κεκτημένα δικαιώματα. Ως εκ τούτου, η εν λόγω καταβολή ή πρόθεση άσκησης κεκτημένων δικαιωμάτων συνιστά αλλαγή στις περιστάσεις και ενεργοποιεί τις σχετικές διαδικασίες. Κατά την εφαρμογή του ΚΠΑ, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν τον ή τους δικαιούχους ενός καταπιστεύματος, που αντιμετωπίζεται ως Ελέγχον ή Ελέγχοντα Πρόσωπα ενός καταπιστεύματος, ως δικαιούχο ή δικαιούχους ενός καταπιστεύματος που αντιμετωπίζεται ως Δηλωτέο Πρόσωπο ενός καταπιστεύματος, το οποίο είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα με βάση τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 της Ενότητας Γ’ του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ.
III. Όταν ένα Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC), προκειμένου να προσδιορίσει τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού ενός Νέου Λογαριασμού Οντότητας σύμφωνα με την Ενότητα Α’, παρ. 2, στοιχ. β’ του Τμήματος VI του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ, τότε αυτές οι Διαδικασίες AML/KYC πρέπει να είναι σύμφωνες με τις Συστάσεις 10 και 25 των Συστάσεων της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), όπως υιοθετήθηκαν τον Φεβρουάριο 2012, συμπεριλαμβανομένης της πάγιας αντιμετώπισης του ή των καταπιστευματοπαρόχων ενός καταπιστεύματος ως Ελέγχοντος Προσώπου του καταπιστεύματος και του ή των ιδρυτών ενός ιδρύματος ως Ελέγχοντος Προσώπου του ιδρύματος. Προκειμένου να προσδιορίσει τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού ενός Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντότητας σύμφωνα με την Ενότητα Δ’, παρ. 2, στοιχ. β) του Τμήματος V του Παραρτήματος Ι του ΚΠΑ, ένα Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις Διαδικασίες AML/KYC.