<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<akomaNtoso xmlns="http://docs.oasis-open.org/legaldocml/ns/akn/3.0"
            xmlns:aade="http://data.aade.gr/eli/ontology#">
   <act contains="originalVersion"
        name="">
      <meta>
         <identification source="#aade">
            <FRBRWork>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#author"
                           href="#aade"/>
               <FRBRcountry value=""/>
            </FRBRWork>
            <FRBRExpression>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRlanguage language=""/>
            </FRBRExpression>
            <FRBRManifestation>
               <FRBRthis value=""/>
               <FRBRuri value=""/>
               <FRBRdate date="2999-01-01"
                         name=""/>
               <FRBRauthor as="#editor"
                           href="#aade"/>
               <FRBRformat value="xml"
                           aade:generator="2026-q1-rel-0.6.2"/>
            </FRBRManifestation>
         </identification>
         <proprietary source="">
            <aade:diagnostics type="target-char"
                              value="44550"/>
            <aade:diagnostics type="source-char"
                              value="43796"/>
         </proprietary>
      </meta>
      <preface>
         <longTitle>
            <p>
               <b>ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ</b>
            </p>
         </longTitle>
      </preface>
      <preamble>
         <container name="preamble">
            <p>
               <b>ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ (Γ.Δ.Φ.)</b>
            </p>
            <p>1. <b>ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ</b>
            </p>
            <p>
               <b>(ΔΙ.ΕΛ.ΔΙ.)</b>
            </p>
         </container>
      </preamble>
      <body>
         <section eId="sec_3">
            <num>
               <b>ΤΜΗΜΑ Γ΄</b>
            </num>
            <heading>
               <b>Ταχ. Δ/νση : Χανδρή 1 &amp; Θεσσαλονίκης</b>
            </heading>
            <p>
               <b>Ταχ. Κώδικας : 18346 Μοσχάτο</b>
            </p>
            <p>
               <b>Τηλέφωνα : 210-4802275</b>
            </p>
            <p>
               <b>Email : </b>
               <ref href="mailto:dieldi@aade.gr">
                  <b>dieldi@aade.gr</b>
               </ref>
            </p>
            <p>2. <b>ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ (ΔΙ.Δ.ΕΙΣ.ΕΠ.)</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΤΜΗΜΑTA Α΄, Β΄, Γ΄</b>
            </p>
            <p>
               <b>Πανεπιστημίου 20</b>
            </p>
            <p>
               <b>10184 Αθήνα 2103375433</b>
            </p>
            <p>
               <b>E-Mail : </b>
               <ref href="mailto:dideisep@aade.gr">
                  <b>dideisep@aade.gr</b>
               </ref>
            </p>
            <p>
               <b>ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των άρθρων 3, 5-7, 9-11, 18-21, 23, 24, 27, 28 και 36 του ν. 5119/2024 «Τροποποίηση του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α’ 8) - Μεταφορά διαφορών στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Ρυθμίσεις για πιλοτική ή κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας - Άλλες διατάξεις» (Α΄103/05.07.2024).</b>
            </p>
            <p>
               <b>ΠΕΡΙΛΗΨΗ</b>
            </p>
            <p>
               <b>Α) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ</b>
            </p>
            <p>
               <b>Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 3, 5-7, 9-11, 18-21 και 23 του Μέρους Β΄, των άρθρων 24 και 27 του Μέρους Γ΄, του άρθρου 28 του Μέρους Δ΄και του άρθρου 36 του Μέρους Ε΄του ν. 5119/2024 (Α΄103).</b>
            </p>
            <p>
               <b>Β) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ</b>
            </p>
            <p>
               <b>Κοινοποίηση των διατάξεων των κάτωθι άρθρων του ν. 5119/2024 (Α΄103):</b>
            </p>
            <p>
               <b>Ι. ΜΕΡΟΣ Β΄ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Π.Δ. 18/1989 «ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ» (Α΄8)</b>
            </p>
            <blockList>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>Του άρθρου 3 «Ένδικα βοηθήματα και μέσα - Αντικατάσταση του τίτλου του Μέρους Τρίτου και τροποποίηση άρθρου 17 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>
                        <u>του άρθρου 5 «Επείγουσα διαδικασία - Ειδικές διαδικασίες - Προσθήκη άρθρου 20Α στο</u>
                     </b>
                     <b> π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 6 «Επιδόσεις - Αντικατάσταση άρθρου 21 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 7 «Ηλεκτρονικές επιδόσεις - Προσθήκη άρθρο 21Α στο π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 9 «Απόψεις της Διοίκησης και φάκελος της υπόθεσης - Στοιχεία των διαδίκων - Αντικατάσταση άρθρου 23 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 10 «Συνέπειες μη αποστολής φακέλου - Αντικατάσταση άρθρου 24 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 11 «Πρόσθετοι λόγοι - Υπομνήματα - Αντικατάσταση άρθρου 25 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 18 «Παρέμβαση - Τροποποίηση άρθρου 49 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 19 «Τριτανακοπή - Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 51 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 20 «Αναστολή εκτέλεσης - Αντικατάσταση άρθρου 52 π.δ. 18/1989»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 21 «Πρόσθετοι λόγοι έφεσης – Αντικατάσταση άρθρου 62 π.δ. 18/1989» και</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 23 «Μεταβατικές διατάξεις».</b>
                  </p>
               </item>
            </blockList>
            <p>
               <b>ΙΙ. ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΤΑ ΤΑΚΤΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΙΛΟΤΙΚΗ Ή ΚΑΤΟΠΙΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ Ν. 1406/1983, Ν. 702/1977 ΚΑΙ Ν. 3900/2010</b>
            </p>
            <blockList>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 24 «Υπαγωγή διοικητικών διαφορών ουσίας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια - Τροποποίηση παρ. 2 και 4 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 1 του ν. 1406/1983»,</b>
                  </p>
               </item>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 27 «Μεταβατικές διατάξεις».</b>
                  </p>
               </item>
            </blockList>
            <p>
               <b>ΙΙΙ. ΜΕΡΟΣ Δ΄«ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»</b>
            </p>
            <blockList>
               <item>
                  <num>-</num>
                  <p>
                     <b>του άρθρου 28 «Αλλαγή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων επί διοικητικών διαφορών ουσίας - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 6 και παρ. 1 άρθρου 218 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας», και</b>
                  </p>
               </item>
            </blockList>
            <p>
               <b>IV. ΜΕΡΟΣ Ε΄«ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ»</b>
            </p>
            <p>
               <b>-του άρθρου 36 «Έναρξη ισχύος».</b>
            </p>
            <p>
               <b>Γ) ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ</b>
            </p>
            <p>
               <b>Ο κοινοποιούμενος νόμος αφορά στη διαδικασία εκδίκασης των υποθέσεων ενώπιων του Συμβουλίου Επικρατείας και την κατανομή της δικαστηριακής ύλης εντός της διοικητικής δικαιοσύνης.</b>
            </p>
            <p>
               <b>Κοινοποιούμε ως συνημμένα, για ενημέρωση και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 3, 5-7, 9-11, 18-21, 23 του Μέρους Β΄, των άρθρων 24 και 27 του Μέρους Γ΄, του άρθρου 28 του Μέρους Δ΄και του άρθρου 36 του Μέρους Ε΄του ν. 5119/2024 (Α΄103), ως εξής:</b>
            </p>
            <p>
               <b>Ι. ΜΕΡΟΣ Β΄ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Π.Δ. 18/1989 «ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ» (Α΄8)</b>
            </p>
            <article eId="art_3">
               <num>
                  <b>Άρθρο 3 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Ένδικα βοηθήματα και μέσα - Αντικατάσταση του τίτλου του Μέρους Τρίτου και τροποποίηση άρθρου 17 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 1 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι ο τίτλος «ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ» του Μέρους Τρίτου (άρθρα 17 - 69) του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί κωδικοποίησης των διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας, αντικαθίσταται από τον τίτλο «ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ».</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 2 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι στο άρθρο 17 του π.δ. 18/1989, περί της άσκησης ενδίκων μέσων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο, μετά τη λέξη «ενδίκων», προστίθενται οι λέξεις «βοηθημάτων και», β) στην παρ. 1, μετά τη λέξη «ένδικα», προστίθενται οι λέξεις «βοηθήματα και», γ) στην παρ. 2, γα) μετά από τις λέξεις «που ασκεί το ένδικο», προστίθενται οι λέξεις «βοήθημα ή» και γβ) μετά από τις λέξεις «στους οποίους στηρίζεται το ένδικο», προστίθενται οι λέξεις «βοήθημα ή», δ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4, δα) μετά από τις λέξεις «των ενδίκων αυτών», προστίθενται οι λέξεις «βοηθημάτων και» και δβ) οι λέξεις «νομικό σύμβουλο, πάρεδρο, δικαστικό αντιπρόσωπο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους», ε) η παρ. 6 αντικαθίσταται, στ) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 17 διαμορφώνεται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 17</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα ενώπιον του Συμβουλίου ασκούνται δια καταθέσεως δικογράφου.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τη διεύθυνση της κατοικίας του, τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο, χρονολογία και υπογραφή.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Η αόριστη μνεία στα δικόγραφα ως προσβαλλόμενης και κάθε συναφούς πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει από την άποψη αυτή την υπόθεση.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>Τα δικόγραφα της αίτησης ακυρώσεως, της προσφυγής και της αίτησης αναιρέσεως, που ασκούνται από ιδιώτη, υπογράφονται μόνο από δικηγόρο. Τα δικόγραφα των ενδίκων αυτών βοηθημάτων και μέσων, όταν ασκούνται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπογράφονται από τον οικείο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή δικηγόρο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή, την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">5. <b>Όταν η προσφυγή ασκείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το δικόγραφο υπογράφεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή και την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">6. <b>Τα δικόγραφα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων και παρεμβάσεων δεν υπερβαίνουν τις τριάντα (30) σελίδες. Σε περίπτωση υπέρβασης του αριθμού αυτού, η Γραμματεία, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Πρόεδρο του αρμόδιου σχηματισμού, καλεί πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια τον πληρεξούσιο δικηγόρο να περιορίσει την έκταση του δικογράφου στους ανωτέρω αριθμούς σελίδων εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. Η πρόσκληση του δικηγόρου, η οποία μπορεί να γίνει με κάθε τρόπο από τον αρμόδιο γραμματέα, βεβαιώνεται από τον ίδιο με καταχώριση σχετικής σημείωσης στον φάκελο της δικογραφίας, την οποία χρονολογεί και υπογράφει. Τα ως άνω προσαρμοσμένα δικόγραφα είναι τα μόνα που λαμβάνονται υπόψη για την εκδίκαση της υπόθεσης και επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Εμπρόθεσμη επίδοση του αρχικού (μη προσαρμοσμένου) δικογράφου, πριν από την κατά τα ανωτέρω προσαρμογή του, θεωρείται έγκυρη. Στην περίπτωση αυτή, το προσαρμοσμένο δικόγραφο δεν επιδίδεται και ο αρμόδιος γραμματέας γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο στους διαδίκους την κατάθεσή του και καταχωρίζει σχετική βεβαίωση σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο. Ως άσκηση του οικείου δικονομικού δικαιώματος νοείται σε κάθε περίπτωση η κατάθεση του αρχικού δικογράφου. Άλλα δικόγραφα, καθώς και τα υπομνήματα των διαδίκων, τα οποία υπερβαίνουν τις είκοσι (20) σελίδες, απορρίπτονται ως απαράδεκτα στο σύνολό τους με τη δικαστική απόφαση που εκδίδεται για το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Με τον Κανονισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας θεσπίζονται ειδικότερες ρυθμίσεις για τη μορφή και το περιεχόμενο των δικογράφων.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">7. <b>Εντός ενός (1) μηνός από τη λήξη της προθεσμίας που τέθηκε για την προσαρμογή του αρχικού δικογράφου ο διάδικος που δεν υπέβαλε καθόλου το προσαρμοσμένο δικόγραφο ή το υπέβαλε κατά τρόπο μη σύμφωνο με την παρ. 6, έχει δικαίωμα να καταθέσει νέο προσαρμοσμένο δικόγραφο, τηρώντας το όριο σελίδων της παρ. 6, αφού καταβάλει παράβολο ίσο προς το τριπλάσιο του παραβόλου που προβλέπεται για το οικείο ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμοζόμενης κατά τα λοιπά της παρ. 6. Αν δεν προβλέπεται παράβολο για συγκεκριμένο δικόγραφο (πρόσθετοι λόγοι, παρέμβαση), για την κατάθεση του προσαρμοσμένου δικογράφου κατατίθεται παράβολο ίσο προς το τριπλάσιο του παράβολου που προβλέπεται για το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Αν το δικαίωμα αυτό του διαδίκου δεν ασκηθεί σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται με απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο του άρθρου 34Γ που εκδίδεται κατά το άρθρο 34Α και διατάσσεται η κατάπτωση του κατατεθέντος παράβολου. Κάθε άλλο δικόγραφο, εκτός από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, απορρίπτεται ως απαράδεκτο με τη δικαστική απόφαση που εκδίδεται για το ένδικο βοήθημα ή μέσο».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_5">
               <num>
                  <b>Άρθρο 5 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Επείγουσα διαδικασία - Ειδικές διαδικασίες - Προσθήκη άρθρου 20Α στο π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται μετά από το άρθρο 20 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) άρθρο 20Α ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 20Α</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Επείγουσα διαδικασία - Ειδικές διαδικασίες</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Σε περιπτώσεις επείγοντος ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, καθώς και σε ειδικές διαδικασίες, στις οποίες προβλέπεται ρητά απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκδίδεται αμέσως πράξη ορισμού εισηγητή και δικασίμου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20. Το πρώτο εδάφιο μπορεί να εφαρμόζεται και μετά από αίτηση διαδίκου, για την οποία αποφαίνεται ο Πρόεδρος του οικείου σχηματισμού με σημείωση που καταχωρίζεται στην αίτηση.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Προηγούμενη ανάθεση της υπόθεσης σε Πάρεδρο ή Εισηγητή για την εισαγωγή της σε συμβούλιο, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 20, δεν κωλύει την εφαρμογή του παρόντος».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_6">
               <num>
                  <b>Άρθρο 6 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Επιδόσεις - Αντικατάσταση άρθρου 21 π.δ. 18/1989».</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 21 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί κοινοποίησης δικογράφων, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 21</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Επιδόσεις</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>α. Αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης επιδίδεται, με επιμέλεια του διαδίκου που το ασκεί, στον διάδικο κατά του οποίου στρέφεται το εισαγωγικό δικόγραφο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τις επιδόσεις και με όσα ειδικότερα ορίζονται στο παρόν. Η επίδοση διενεργείται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου και τα αποδεικτικά επιδόσεως προσκομίζονται το ταχύτερο δυνατό και επισυνάπτονται στον φάκελο της δικογραφίας. Η επίδοση ενδίκου βοηθήματος, που κατατίθεται σε αναρμόδιο δικαστήριο και παραπέμπεται στο αρμόδιο, διενεργείται ή, αν είχε διενεργηθεί, επαναλαμβάνεται σε κάθε περίπτωση από τον υπόχρεο διάδικο εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση σε αυτόν της παραπεμπτικής απόφασης ή πράξης, η οποία μπορεί να γίνει με επιμέλεια και της γραμματείας του δικαστηρίου στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία των προηγούμενων εδαφίων για την επίδοση του δικογράφου, το ένδικο βοήθημα ή μέσο λογίζεται ως μη ασκηθέν και τίθεται στο αρχείο με απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο του άρθρου 34Γ, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 34Α, το δε καταβληθέν παράβολο καταπίπτει με την ίδια πράξη υπέρ του Δημοσίου.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>β. Αντίγραφα της πράξης της παρ. 3 του άρθρου 20 για τον ορισμό εισηγητή και δικασίμου και του πρακτικού που εκδίδει το συμβούλιο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 22, επιδίδονται με επιμέλεια της Γραμματείας τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος, καθώς και στον διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Σε περίπτωση κατεπείγοντος, ο Πρόεδρος του οικείου σχηματισμού μπορεί να κάνει σύντμηση της ανωτέρω προθεσμίας.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>γ. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 20Α, η επίδοση αντιγράφου του εισαγωγικού δικογράφου και της πράξης ορισμού εισηγητή και δικασίμου γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας, σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται και στον διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Για τις προθεσμίες επίδοσης ισχύουν όσα ορίζονται στην περ. β΄.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>α. Σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης κατά πράξης διοικητικής αρχής, η επίδοση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>β. Σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Επίδοση γίνεται, επίσης, στον υπουργό που εποπτεύει το νομικό πρόσωπο, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης είτε υπέρ είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>γ. Σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η οποία εγκρίθηκε με πράξη του οργάνου που ασκεί εποπτεία, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο και προς τον αρμόδιο υπουργό σύμφωνα με την περ. α’. Κύριοι διάδικοι καθίστανται και οι δύο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>δ. Σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης κατά πράξης υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι όργανο της κρατικής διοίκησης, η επίδοση γίνεται προς τον υπουργό στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το συμβούλιο αυτό, καθώς και προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος που άσκησε την αίτηση.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>ε. Αντίγραφο της αίτησης ακύρωσης με μνεία και της δικασίμου, εφόσον έχει ορισθεί, επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος και προς κάθε τρίτο, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει παρέμβαση. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής από τον υπόχρεο διάδικο λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης υπέρ ή σε βάρος του. Η επίδοση προς τρίτο, η οποία έχει παραλειφθεί από τον υπόχρεο διάδικο, μπορεί να γίνει και με επιμέλεια της Γραμματείας τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή στην προθεσμία που ορίζεται μετά από σύντμηση σύμφωνα με την περ. β΄ της παρ. 1.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>στ. Σε περίπτωση έφεσης, η επίδοση προς τον εφεσίβλητο ιδιώτη γίνεται είτε προς τον ίδιο τον εφεσίβλητο είτε προς τον αντίκλητό του είτε προς τον δικηγόρο ο οποίος υπέγραψε την αίτηση ακύρωσης ή παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση ο δικηγόρος θεωρείται αντίκλητος του εφεσίβλητου και για τις επιδόσεις μεταγενέστερων της οριστικής απόφασης εγγράφων, εκτός αν ο εφεσίβλητος γνωστοποίησε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από την κατάθεση της έφεσης, τον διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος υποχρεούνται να παραδώσουν αμελλητί τα έγγραφα στον εφεσίβλητο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>α. Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η επίδοση προς την αρμόδια αρχή και προς την αρχή που υπηρετεί ο υπάλληλος γίνεται σύμφωνα με την παρ. 2.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>β. Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης η επίδοση γίνεται προς τον υπάλληλο και προς την αρχή που αυτός υπηρετεί, αν είναι διαφορετική.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>γ. Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου η επίδοση γίνεται προς τον υπάλληλο και προς την αρχή που αυτός υπηρετεί, αν είναι διαφορετική. Αν συντρέχει εφαρμογή της περ. δ΄ της παρ. 2, η επίδοση γίνεται και προς τον υπουργό.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>α. Σε περίπτωση αίτησης αναιρέσεως, η επίδοση προς τον αναιρεσίβλητο ιδιώτη μπορεί να γίνει και στον δικηγόρο που τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο ή στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, στη διεύθυνση που δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος παραδίδει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η επίδοση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>β. Σε περίπτωση αίτησης αναιρέσεως κατά απόφασης που εκδίδεται επί των εκλογικών διαφορών των άρθρων 244 έως 272 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση σύμφωνα με το άρθρο 20Α του παρόντος και η επίδοση της αίτησης και της πράξης ορισμού εισηγητή και δικασίμου διενεργείται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">5. <b>Αν η επίδοση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου σύμφωνα με την περ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος γίνει εμπροθέσμως αλλά όχι νομοτύπως, ο υπόχρεος διάδικος καλείται μέσω της Γραμματείας από τον Πάρεδρο ή τον Εισηγητή που ορίσθηκε, σύμφωνα με την παρ. 1 ή την παρ. 2 του άρθρου 20, να επαναλάβει νομοτύπως την επίδοση, σύμφωνα με τις οδηγίες που του δίνονται, εντός εύλογης προθεσμίας που τάσσεται με την πρόσκληση. Για την πρόσκληση αυτή και την τασσόμενη προθεσμία καταχωρίζεται βεβαίωση στον φάκελο της δικογραφίας, η οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο γραμματέα. Αν και η νέα επίδοση δεν διενεργηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, το ένδικο βοήθημα τίθεται στο αρχείο σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 1.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">6. <b>Σε περίπτωση νέας συζήτησης ή περαιτέρω συζήτησης της υπόθεσης, η κατά την παρ. 3 του άρθρου 20 πράξη του Προέδρου ή η απόφαση του Δικαστηρίου, με τις οποίες ορίζεται νέα δικάσιμος, επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους με επιμέλεια της Γραμματείας. Όταν η συζήτηση ματαιώνεται λόγω έκτακτων περιστατικών, οι επιδόσεις που έγιναν νόμιμα από τους διαδίκους ή το Δικαστήριο δεν επαναλαμβάνονται. Στην περίπτωση αυτή οι διάδικοι υποχρεούνται να ενημερωθούν από τη Γραμματεία για τη νέα δικάσιμο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">7. <b>Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην περ. α΄ της παρ. 1 και στην παρ. 5 για τη θέση στο αρχείο ενδίκου βοηθήματος ή μέσου το οποίο δεν επιδόθηκε με τον τρόπο που προβλέπεται στις διατάξεις αυτές, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του παρόντος για τις επιδόσεις.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">8. <b>Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος «κοινοποίηση», για τις επιδόσεις που προβλέπονται για τις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διαδικασίες, νοείται ο όρος «επίδοση».</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Άρθρο 7 «Ηλεκτρονικές επιδόσεις - Προσθήκη άρθρο 21Α στο π.δ. 18/1989»</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κοινοποιούμενου νόμου μετά από το άρθρο 21 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) προστίθεται άρθρο 21Α ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true"
                     modification-restarting="true">
                     <b>«Άρθρο 21Α</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Ηλεκτρονικές επιδόσεις</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Οι επιδόσεις των διαδίκων και του δικαστηρίου μπορεί να γίνονται και με ηλεκτρονικά μέσα. Για τα ηλεκτρονικά έγγραφα του δικαστηρίου και των διαδίκων εφαρμόζεται αναλόγως ο ν. 4727/2020 (Α΄184) για τα ιδιωτικά και τα δημόσια ηλεκτρονικά έγγραφα. Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι έγινε, εφόσον επιστραφεί από τον παραλήπτη στον διενεργούντα την επίδοση ηλεκτρονική απόδειξη, η οποία πρέπει επίσης να πληροί τις προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου. Η ηλεκτρονική απόδειξη ισχύει ως έκθεση επίδοσης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Ειδικά προς το Δημόσιο, οι επιδόσεις του δικαστηρίου με ηλεκτρονικά μέσα γίνονται μέσω διαλειτουργικότητας μεταξύ του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Διοικητικών Δικαστηρίων (Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ.) και του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ.). Η επίδοση προς το Δημόσιο των εγγράφων που αποστέλλονται με ηλεκτρονικά μέσα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, θεωρείται ότι συντελείται μετά την παρέλευση δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επιτυχή αποστολή τους στο Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ. Η επίδοση πιστοποιείται από έκθεση ηλεκτρονικής αποστολής του προς επίδοση εγγράφου στο Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ., η οποία παράγεται αυτοματοποιημένα από το Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ. και φέρει: α) προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια των περ. 20 και 49 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 ή β) προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα κατά την έννοια των περ. 18 και 48 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020. Μετά από την παρέλευση δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επιτυχή αποστολή των εγγράφων στο Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ., για την πιστοποίηση της επίδοσης επισημειώνεται με αυτοματοποιημένο τρόπο από το Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ. στην έκθεση ηλεκτρονικής αποστολής η ημερομηνία συντέλεσης της επίδοσης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Οι επιδόσεις του δικαστηρίου προς τους διαδίκους γίνονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256). Το έγγραφο που έχει διαβιβαστεί με ηλεκτρονικά μέσα στη δηλωθείσα με το δικόγραφο ηλεκτρονική διεύθυνση θεωρείται ότι επιδόθηκε μετά την παρέλευση τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ηλεκτρονική αποστολή του. Η παραγόμενη αυτόματα από το πληροφοριακό σύστημα του Δικαστηρίου έκθεση για την ηλεκτρονική αποστολή φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Αν η χρήση ηλεκτρονικών μέσων είναι τεχνικά αδύνατη και εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους επείγοντος, οι επιδόσεις διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 21. Μόλις καταστεί εκ νέου τεχνικά δυνατή η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων, ακολουθεί και η επίδοση με τα μέσα αυτά.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>Η παρ. 7 του άρθρου 21 ισχύει και για τις επιδόσεις του παρόντος.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">5. <b>Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας ηλεκτρονικής αποστολής των εγγράφων προς επίδοση μέσω διαλειτουργικότητας μεταξύ του Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ. και του Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ., οι κατηγορίες των εγγράφων που επιδίδονται με τη διαδικασία αυτή, ο τύπος, το περιεχόμενο, τα στοιχεία της έκθεσης ηλεκτρονικής αποστολής και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 2. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται περιπτώσεις πλημμελών ηλεκτρονικών αποστολών εγγράφων προς επίδοση στο Ο.Π.Σ.Ν.Σ.Κ. και ρυθμίζονται τα ζητήματα που αφορούν στον τρόπο διαχείρισής τους».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_9">
               <num>
                  <b>Άρθρο 9 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Απόψεις της Διοίκησης και φάκελος της υπόθεσης - Στοιχεία των διαδίκων - Αντικατάσταση άρθρου 23 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 9 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 23 του π.δ. 18/1989 περί των απόψεων της Διοίκησης, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 23</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Απόψεις της Διοίκησης και φάκελος της υπόθεσης - Στοιχεία των διαδίκων</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Το καθ’ ού η αίτηση ακύρωσης ή η προσφυγή Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να εκθέσει τις απόψεις του για καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές με κάθε λόγο πραγματικό μέρος.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος της υπόθεσης αποστέλλονται στο Δικαστήριο εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση του ενδίκου βοηθήματος σύμφωνα με την περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 21. Εντός της ίδιας προθεσμίας προσκομίζουν και οι λοιποί διάδικοι κάθε στοιχείο για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος και των πραγματικών ισχυρισμών τους. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 20Α, η έκθεση και ο φάκελος αποστέλλονται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίζεται με την πράξη της παρ. 3 του άρθρου 20, εφόσον η επίδοση του ενδίκου βοηθήματος και της πράξης ορισμού δικασίμου γίνει τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν από τη δικάσιμο. Σε διαφορετική περίπτωση η έκθεση και ο φάκελος αποστέλλονται σε εύλογο χρόνο πριν από τη δικάσιμο. Αν υποβληθούν πρόσθετοι λόγοι, η Διοίκηση μπορεί πάντοτε να συμπληρώνει τις απόψεις της εντός εύλογου χρόνου από την επίδοσή τους. Η παρ. 2 του άρθρου 25 και η παρ. 2 του άρθρου 33 εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Την έκθεση απόψεων της Διοίκησης προσυπογράφουν ο νομικός σύμβουλος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου που έχει εντολή να υποστηρίζει τα συμφέροντά τους καθώς και οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές πράξεις και με την ευθύνη που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>Η έκθεση των απόψεων της Διοίκησης και ο φάκελος που τη συνοδεύει υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256). Η έκθεση απόψεων και το διαβιβαστικό έγγραφο, αν υπάρχει, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 4727/2020 (Α΄ 184). Στην έκθεση απόψεων επισημαίνονται διακριτά τα έγγραφα που αποτελούν περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που αποστέλλεται και περιέχουν στοιχεία στα οποία η Διοίκηση ζητεί να μην επιτραπεί η πρόσβαση των λοιπών διαδίκων για τον λόγο ότι παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_10">
               <num>
                  <b>Άρθρο 10 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Συνέπειες μη αποστολής φακέλου - Αντικατάσταση άρθρου 24 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 24 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί των συνεπειών της μη αποστολής του φακέλου της υπόθεσης από τη Διοίκηση, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 24</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Συνέπειες μη αποστολής φακέλου</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Αν ο φάκελος της υπόθεσης δεν αποσταλεί ή ο φάκελος που απεστάλη έχει ουσιώδεις ελλείψεις, το Δικαστήριο μπορεί κατ' εκτίμηση των περιστάσεων να συναγάγει τεκμήριο ομολογίας για την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος ή του προσφεύγοντος. Η συναγωγή του τεκμηρίου είναι δυνατή και για την έκδοση απόφασης σε συμβούλιο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 22. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 20Α, η δυνατότητα συναγωγής του τεκμηρίου ομολογίας παρέχεται, εφόσον η συζήτηση στο ακροατήριο αναβληθεί μία (1) φορά λόγω μη αποστολής των στοιχείων του φακέλου ή λόγω διαπίστωσης ουσιωδών ελλείψεων.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Η παράλειψη της έγκαιρης αποστολής των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται στα άρθρα 22 και 23, καθώς και της έκθεσης, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμοδίων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Η πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση που εκδίδεται κοινοποιείται αμελλητί και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_11">
               <num>
                  <b>Άρθρο 11 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Πρόσθετοι λόγοι – Υπομνήματα – Αντικατάσταση άρθρου 25 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 25 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί των πρόσθετων λόγων και των υπομνημάτων, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 25 Πρόσθετοι λόγοι, υπομνήματα</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Επιτρέπεται η υποβολή πρόσθετων λόγων ακύρωσης ή προσφυγής με δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19 και επιδίδεται με επιμέλεια του διαδίκου, επί ποινή απαραδέκτου, εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας για την αποστολή του φακέλου της υπόθεσης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 23 και σε περίπτωση άσκησης ενδίκων μέσων εντός είκοσι (20) ημερών από την παρέλευση τριμήνου, το οποίο αρχίζει από την επίδοση του ενδίκου μέσου σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 21. Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 20Α, καθώς και αν δεν τηρηθεί η τρίμηνη προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 23 για την αποστολή του φακέλου από τη Διοίκηση ή περιέλθουν στο Δικαστήριο νέα κρίσιμα στοιχεία μετά από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής ή μετά από την παρέλευση τριμήνου από την επίδοση του ενδίκου μέσου, το δικόγραφο πρόσθετων λόγων κατατίθεται και επιδίδεται τουλάχιστον είκοσι (20) πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση σύντμησης της προθεσμίας της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 21, το δικόγραφο πρόσθετων λόγων κατατίθεται και επιδίδεται έως την παραμονή της δικασίμου. Αντίγραφο του δικογράφου πρόσθετων λόγων επιδίδεται σε όσους επιδίδεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο σύμφωνα με το άρθρο 21 και σε εκείνους που έχουν ήδη ασκήσει παρέμβαση. Η παρ. 7 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και για τις επιδόσεις της παρούσας.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Υπομνήματα των διαδίκων, καθώς και στοιχεία του φακέλου ή στοιχεία για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος και των ισχυρισμών των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία προαποδεικτικώς το αργότερο δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Αν η προθεσμία αυτή δεν είναι δυνατό να τηρηθεί λόγω σύντμησης προθεσμιών ή για λόγους που κρίνονται δικαιολογημένοι, τα υπομνήματα και τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου υποβάλλονται έως την παραμονή της δικασίμου. Με τα υπομνήματα δεν είναι επιτρεπτή η προβολή για πρώτη φορά αυτοτελών λόγων.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και τα υπομνήματα των διαδίκων υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256) και πληρούν τις προϋποθέσεις για τα δημόσια και τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά έγγραφα, κατά περίπτωση, του ν. 4727/2020 (Α΄ 184), ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_18">
               <num>
                  <b>Άρθρο 18 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Παρέμβαση – Τροποποίηση άρθρου 49 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 18 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), περί της παρέμβασης, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 49 Παρέμβαση</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αίτησης ακύρωσης μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με κατάθεση δικογράφου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19, εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση της αίτησης ακύρωσης που γίνεται από τον αιτούντα σύμφωνα με την περ. ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 21, και σε κάθε άλλη περίπτωση τουλάχιστον δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αντίγραφο της παρέμβασης επιδίδεται στους διαδίκους με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος εντός των ίδιων προθεσμιών. Σε περίπτωση σύντμησης της προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 21, η παρέμβαση μπορεί να κατατεθεί και να επιδοθεί έως την παραμονή της δικασίμου.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Το άρθρο 18 και η παρ. 7 του άρθρου 21 εφαρμόζονται και στην παρέμβαση.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>Το δικόγραφο της παρέμβασης υποβάλλεται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256), εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις για τα δημόσια και τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά έγγραφα, κατά περίπτωση, του ν. 4727/2020 (Α΄ 184), ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_19">
               <num>
                  <b>Άρθρο 19 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Τριτανακοπή – Αντικατάσταση παρ. 2 άρθρου 51 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 19 του κοινοποιούμενου νόμου η παρ. 2 του άρθρου 51 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), περί της τριτανακοπής, αντικαθίσταται και το άρθρο 51 διαμορφώνεται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 51</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Τριτανακοπή</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Τρίτος, που βλάπτεται από την ακυρωτική απόφαση δικαιούται να την ανακόψει μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης προς αυτόν ή αφότου έλαβε γνώση της απόφασης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Στερείται του δικαιώματος ανακοπής ο τρίτος στον οποίο επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης ακύρωσης, σύμφωνα με την περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 21, καθώς και οποιοσδήποτε άσκησε παρέμβαση.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν την προδικασία, τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για την τριτανακοπή».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_20">
               <num>
                  <b>Άρθρο 20 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Αναστολή εκτέλεσης – Αντικατάσταση άρθρου 52 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 20 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), περί της αναστολής εκτέλεσης, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 52</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Αναστολή εκτέλεσης</b>
                  </p>
                  <p modification="true">1. <b>Αν υποβληθεί αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αρμόδια αρχή μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση ακύρωσης, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">2. <b>Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον Πάρεδρο ή τον Εισηγητή που ορίζεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 20 ή τον εισηγητή της υπόθεσης που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20, και έναν (1) Σύμβουλο, μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακύρωσης, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση, η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί να εισαγάγει την αίτηση, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που ανακύπτουν, σε Επιτροπή με πενταμελή σύνθεση. Αν η Επιτροπή Τμήματος διαπιστώνει αντίθετη νομολογία, παραπέμπει με πρακτικό την αίτηση στην Επιτροπή της Ολομέλειας με πενταμελή σύνθεση. Στις Επιτροπές με πενταμελή σύνθεση, εκτός από τα μέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μετέχουν Σύμβουλοι. Σε περίπτωση παραπομπής στην Επιτροπή της Ολομέλειας, εισηγητής παραμένει εκείνος που είχε οριστεί αρχικά, εφόσον είναι Σύμβουλος ή Πάρεδρος, άλλως ως εισηγητής ορίζεται με την παραπεμπτική απόφαση Σύμβουλος, επικουρούμενος από τον Εισηγητή που μετείχε στην ίδια Επιτροπή. Οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές συμμετέχουν στις ανωτέρω επιτροπές με αποφασιστική ψήφο.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">3. <b>Με πράξη που συντάσσεται επάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος τάσσει προθεσμία στην αρμόδια αρχή, για να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τον φάκελο της υπόθεσης και τις απόψεις της Διοίκησης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 20. Η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση, με επιμέλεια του αιτούντος, στην αρμόδια αρχή αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναστολής με την πράξη του Προέδρου. Με το δικόγραφο αυτό επιδίδεται και αντίγραφο του κυρίου δικογράφου. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">4. <b>Αντίγραφο της αίτησης αναστολής επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος και σε οποιονδήποτε έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">5. <b>Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή του αρμοδίου Τμήματος μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά από την κατάθεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής αποφαίνεται ο Πρόεδρος το ταχύτερο δυνατόν μετά από την προσκόμιση του αποδεικτικού επίδοσης στην αρμόδια αρχή της αίτησης αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αίτησης αναστολής και της αυτοτελούς αίτησης για τη χορήγηση προσωρινής διαταγής. Η αρμόδια αρχή μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις της μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος αποφαίνεται και χωρίς τις πιο πάνω επιδόσεις, οι οποίες, σε περίπτωση έκδοσης προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και μπορεί να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Η αίτηση για ανάκληση προσωρινής διαταγής επιδίδεται με επιμέλεια αυτού που την υπέβαλε σε εκείνον που άσκησε την αίτηση αναστολής, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την επίδοση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, η ανάκληση της προσωρινής διαταγής μπορεί να γίνεται και πριν από την επίδοση της σχετικής αίτησης στον αιτούντα.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">6. <b>Η αίτηση διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αίτηση γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ακύρωσης. Η αίτηση, όμως, μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αναστολή της εκτέλεσης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">7. <b>Αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η Επιτροπή, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να ασκεί ταυτόχρονα τις αρμοδιότητες του συμβουλίου του άρθρου 34Γ για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των άρθρων 34Α και 34Β.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">8. <b>Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">9. <b>Η απόφαση της Επιτροπής για την αίτηση αναστολής μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασής της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">10. <b>Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής, επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 9, που εφαρμόζεται αναλόγως.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">11. <b>Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής, συντάσσεται πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα. Μετά από την έκδοση οριστικής απόφασης για το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο η εκκρεμής αίτηση αναστολής τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Γραμματέα, με την οποία αποδίδεται και το παράβολο στον αιτούντα.</b>
                  </p>
                  <p modification="true">12. <b>Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 39».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_21">
               <num>
                  <b>Άρθρο 21 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Πρόσθετοι λόγοι έφεσης – Αντικατάσταση άρθρου 62 π.δ. 18/1989»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με το άρθρο 21 του κοινοποιούμενου νόμου το άρθρο 62 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), περί των πρόσθετων λόγων της έφεσης, αντικαθίσταται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«Άρθρο 62</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Πρόσθετοι λόγοι έφεσης</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>Πρόσθετοι λόγοι έφεσης υποβάλλονται με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται και επιδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 25. Η παρ. 7 του άρθρου 21 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_23">
               <num>
                  <b>Άρθρο 23 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Μεταβατικές διατάξεις»</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>Με το άρθρο 23 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις του Μέρους Β΄, ως εξής:</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_23.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Για τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που έχουν κατατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας έως τη 15η.9.2024 εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (Α΄8) που ισχύουν πριν από τη 16η.9.2024.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Για τις υποθέσεις ακυρωτικής αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 που ισχύουν πριν από τη 16η.9.2024.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_23.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Ένδικα βοηθήματα και μέσα που έχουν κατατεθεί έως και τη 15η.9.2024 δύνανται να εισάγονται σε κάθε περίπτωση με πράξη του Προέδρου στον δικαστικό σχηματισμό του άρθρου 34Γ του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) και να εκδικάζονται από αυτόν σύμφωνα με τα άρθρα 34Α και 34Β του π.δ. 18/1989, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά από την αντικατάστασή τους με τον παρόντα νόμο. Αν η υπόθεση έχει ήδη εισαχθεί στο ακροατήριο, ο αρμόδιος Γραμματέας ενημερώνει τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου για την εισαγωγή της υπόθεσης σε συμβούλιο.</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>ΙΙ. ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΤΑ ΤΑΚΤΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΙΛΟΤΙΚΗ Ή ΚΑΤΟΠΙΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ Ν. 1406/1983, Ν. 702/1977 ΚΑΙ Ν. 3900/2010</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
            <article eId="art_24">
               <num>
                  <b>Άρθρο 24 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Υπαγωγή διοικητικών διαφορών ουσίας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια – Τροποποίηση παρ. 2 και 4 και προσθήκη παρ. 7 στο άρθρο 1 του ν. 1406/1983»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 2 του άρθρου 24 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι στην περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983, περί των διαφορών που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και εκδικάζονται ως διοικητικές διαφορές ουσίας, οι λέξεις «κατά τις οικείες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «καθώς και από πράξεις των φορολογικών αρχών σχετικές με τη φορολογική κατοικία, την εγγραφή, διαγραφή ή μεταβολή στοιχείων στο φορολογικό μητρώο, τον κλειδάριθμο, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον κωδικό αριθμό δραστηριότητας,» και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«γ) από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και από πράξεις των φορολογικών αρχών σχετικές με τη φορολογική κατοικία, την εγγραφή, διαγραφή ή μεταβολή στοιχείων στο φορολογικό μητρώο, τον κλειδάριθμο, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον κωδικό αριθμό δραστηριότητας,».</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_27">
               <num>
                  <b>Άρθρο 27 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Μεταβατικές διατάξεις»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 1 του άρθρου 27 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις του Μέρους Γ΄, μεταξύ άλλων, ως εξής :</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«1. Η περ. ιβ) της παρ. 2 και η περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α’ 182), όπως διαμορφώνονται με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του παρόντος, εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς (μη συζητηθείσες). Οι υποθέσεις αυτές παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο με πράξη του Προέδρου του δικαστικού σχηματισμού στον οποίο εκκρεμούν».</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>ΙΙΙ. ΜΕΡΟΣ Δ΄«ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_28">
               <num>
                  <b>Άρθρο 28 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>«Αλλαγή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων επί διοικητικών διαφορών ουσίας – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 6 και παρ. 1 άρθρου 218 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας»</b>
               </heading>
               <content>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 1 του άρθρου 28 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι στην παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97), περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο της περ. β), οι λέξεις «εξήντα χιλιάδες (60.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα χιλιάδες (40.000)», β) στο δεύτερο εδάφιο της περ. β), οι λέξεις «εξήντα χιλιάδων (60.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα χιλιάδων (40.000)», γ) στην περ. γ), οι λέξεις «εξήντα χιλιάδων (60.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα χιλιάδων (40.000)» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«2. Η εκδίκαση: α) των διαφορών από δημόσιες συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο τριμελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο τριμελές εφετείο, γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο, δ) των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (Α` 179), των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 (Α` 170), του άρθρου 153 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265) και των περιπτώσεων γ`, δ` και ε` της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), η οποία προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (A` 213), εφαρμόζονται για την εκδίκαση των προσφυγών αυτών. Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β` και γ` η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου.».</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Με την παρ. 2 του άρθρου 28 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, περί της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εκδικάζει τις διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, οι λέξεις «εξήντα χιλιάδων (60.000)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σαράντα χιλιάδων (40.000)» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:</b>
                  </p>
                  <p modification="true">
                     <b>«1. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, ενώ στο δεύτερο βαθμό το τριμελές εφετείο. Εφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, αρμόδιο στο δεύτερο βαθμό καθίσταται το μονομελές εφετείο.».</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του κοινοποιούμενου νόμου οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί ακόμη πρώτη δικάσιμος.</b>
                  </p>
                  <p>
                     <b>ΙV. ΜΕΡΟΣ Ε΄«ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ»</b>
                  </p>
               </content>
            </article>
            <article eId="art_36">
               <num>
                  <b>Άρθρο 36 </b>
               </num>
               <heading>
                  <b>« Έναρξη ισχύος»</b>
               </heading>
               <p>
                  <b>Με το άρθρο 36 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται η έναρξη ισχύος του, ως εξής:</b>
               </p>
               <paragraph eId="art_36.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη της παρ. 2.</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Η ισχύς του Μέρους Β΄αρχίζει από τη 16η.9.2024.</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Συνημμένο: Απόσπασμα του ΦΕΚ Α΄103/05-07-2024: άρθρα 3, 5-7, 9-11, 18-21, 23, 24, 27, 28 και 36 του ν. 5119/2024.</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΑΔΕ</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>Ι. ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΠΡΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αποδέκτες Πίνακα Γ΄</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διεύθυνση Στρατηγικής Τεχνολογιών Πληροφορικής (με την παράκληση να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ)</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διεύθυνση Επικοινωνίας</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>ΙΙ. ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΓΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αποδέκτες Πίνακα Α΄ (πλην των αποδεκτών προς ενέργεια)</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αποδέκτες Πίνακα Β΄</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Αποδέκτες Πίνακα Δ΄</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Γραφείο Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Γραφείο Γενικού Γραμματέα Φορολογικής Πολιτικής</b>
                     </p>
                     <p>
                        <b>III. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_1">
                  <num>1.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Γραφείο Διοικητή Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_2">
                  <num>2.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Γραφείο Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_3">
                  <num>3.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διεύθυνση Νομικής Υποστήριξης</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_4">
                  <num>4.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διεύθυνση Διαδικασιών Εισπράξεων και Επιστροφών</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
               <paragraph eId="art_36.para_5">
                  <num>5.</num>
                  <content>
                     <p>
                        <b>Διευθυνση Ελεγκτικων Διαδικασιων</b>
                     </p>
                  </content>
               </paragraph>
            </article>
         </section>
      </body>
   </act>
</akomaNtoso>