Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 ορίζεται ότι ως αρμόδιες αρχές νοούνται οι δημόσιες αρχές οι οποίες εποπτεύουν, για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοποιούμενου νόμου, τα υπόχρεα πρόσωπα.
Με τις διατάξεις της παρ. 2 ορίζονται οι κατά τα ανωτέρω αρμόδιες αρχές, οι οποίες είναι:
- α)
-
Η Τράπεζα της Ελλάδος
- β)
-
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
- γ)
-
Η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης
- δ)
-
Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων
- ε)
-
Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, νυν Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων)
- στ)
-
Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών του ν. 3229/2004
- ζ)
-
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, νυν Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
- η)
-
Το Υπουργείο Ανάπτυξης, νυν Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας
- θ)
-
Η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι ασκούν αντίστοιχες δραστηριότητες με τους αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που εγκαθιστούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, για τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή.
Ειδικότερα, το Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων) εποπτεύει τα ακόλουθα υπόχρεα πρόσωπα:
- -
-
τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών,
- -
-
τις εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου,
- -
-
τους φορολογικούς ή φοροτεχνικούς συμβούλους και τις εταιρείες παροχής φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών,
- -
-
τους λογιστές που δεν συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας και τους ιδιώτες ελεγκτές,
- -
-
τους κτηματομεσίτες και τις κτηματομεσιτικές εταιρείες,
- -
-
τους οίκους δημοπρασίας,
- -
-
τους εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας (σχετ. διάτ. περίπτ. ι΄ της παρ. 1 του άρθ. 5), σύμφωνα με την αριθ. 1077797/20542/ΔΕ-Ε/8-6-2010 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας,
- -
-
τους εκπλειστηριαστές,
- -
-
τους ενεχυροδανειστές.
Αναφορικά με τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, διευκρινίζεται ότι αυτές αποτελούν ουσιαστικά τη διάδοχο κατάσταση των εταιρειών παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου, ανεξαρτήτως αν στο άρθρο 6 του ν. 3691/2008 αναφέρονται ως ξεχωριστές κατηγορίες νομικών προσώπων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν.1775/1988 θεσμοθετήθηκαν οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου, πλην όμως με το ν. 2367/1995 οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν και όσες από τις ανωτέρω εταιρείες επιθυμούσαν τη συνέχιση της λειτουργίας τους υπήχθησαν στο νέο καθεστώς του ν. 2367/1995, το οποίο θεσμοθέτησε τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών και ουσιαστικά διεύρυνε το πεδίο επιχειρηματικής δράσης των «αρχικών» εταιρειών παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου.
Βάσει των ισχυουσών διατάξεων του ως άνω ν. 2367/1995, οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών αποτελούν ανώνυμες εταιρείες που σκοπό έχουν τη συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο και ασκούν γεωργική, βιομηχανική, εκμεταλλευτική, βιοτεχνική, ξενοδοχειακή ή εμπορική δραστηριότητα. Εξαιρούνται σε κάθε περίπτωση κτηματικές εταιρείες, επιχειρήσεις τυχερών παιχνιδιών, αθλητικά σωματεία και οργανισμοί κοινής ωφέλειας.
Η χρηματοδότηση μιας επιχείρησης από μία εταιρεία κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών γίνεται συνήθως με τη μορφή της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, κυρίως μέσω αύξησής του. Εναλλακτικά, η χρηματοδότηση μπορεί να δοθεί με τη μορφή μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου ή εγγύησης για τη χορήγηση δανείου στην υπό χρηματοδότηση επιχείρηση. Επιδίωξη των εταιρειών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών είναι να συνεισφέρουν ως στρατηγικοί εταίροι στη γρήγορη ανάπτυξη των επιχειρήσεων στις οποίες συμμετέχουν, στη βελτίωση της χρηματοοικονομικής τους δομής και στην ανάπτυξη κερδοφορίας καθώς και να παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες για την έρευνα αγοράς, την ανάλυση επενδυτικών προγραμμάτων, την κεφαλαιακή τους διάρθρωση, τη χάραξη αναπτυξιακής στρατηγικής, την επιχειρησιακή οργάνωση και γενικά για κάθε άλλη υπηρεσία πρόσφορη για την πραγματοποίηση των σκοπών τους. Τελικός στόχος των ως άνω εταιρειών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών είναι η ρευστοποίηση των επικερδών συμμετοχών τους και εν συνεχεία η επανεπένδυση των κεφαλαίων τους.
Σημειώνεται ότι οι αναφερόμενες ανωτέρω εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών και οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου εντάσσονται εννοιολογικά για την εφαρμογή του κοινοποιούμενου νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 3, περ. ιστ΄ αυτού, στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Εξάλλου, σύνολο τέτοιου είδους επιχειρήσεων με άλλες επιχειρήσεις από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 συνιστούν χρηματοπιστωτικούς ομίλους (σχετ. η παρ. 4 του άρθ. 4).
Τα παραπάνω διευκρινίζονται καθόσον για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους, κατά την παραπάνω έννοια, προβλέπονται επιμέρους ειδικές υποχρεώσεις και διαδικασίες από συγκεκριμένες διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου.
Επίσης, όσον αφορά τους εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας, που προβλέπονται με τις διατάξεις της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5, ήδη με την αριθ. 1077797/20542/ΔΕ-Ε/8-6-2010 (ΦΕΚ Β΄ 918 & B΄ 1057 – διόρθωση σφάλματος) Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών, ορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού αυτών ως υπόχρεων προσώπων του κοινοποιούμενου νόμου.
Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή των συγκεκριμένων ως άνω διατάξεων του ν. 3691/2008 και της πιο πάνω απόφασης, ως μετρητά νοούνται ιδίως τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα, ανεξάρτητα αν αυτά καταβάλλονται εφάπαξ ή τμηματικά, ή και οποιοσδήποτε άλλος τρόπος ετεροχρονισμένης πληρωμής χωρίς τη μεσολάβηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο πιστωτικού ιδρύματος (π.χ. συναλλαγματικές ή γραμμάτια που δεν μεταβιβάζονται σε τράπεζα για είσπραξη). Εξάλλου, ως προς την έννοια της συναλλαγής, του πελάτη κλπ., σχετικές αλλά και γενικότερες διευκρινίσεις παρατίθενται κατωτέρω στην ανάλυση του άρθρου 12.
Με βάση τα παραπάνω, οι επιχειρήσεις και επαγγελματίες που αναφέρονται στην πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση θεωρούνται υπόχρεα πρόσωπα του ν. 3691/2008 και έχουν τις υποχρεώσεις του εν λόγω νόμου μόνο για τις συναλλαγές τους με πελάτες τους που γίνονται σε μετρητά κατά την ανωτέρω έννοια αξίας τουλάχιστον 15.000 ευρώ και όχι για τις λοιπές εν γένει συναλλαγές τους με πελάτες τους.
Παραδείγματα:
• Εργαστήριο χρυσοχοΐας πωλεί σε κοσμηματοπώλη πελάτη του (χονδρικώς) κοσμήματα αξίας 40.000 ευρώ, εκ των οποίων 10.000 ευρώ καταβάλλονται την ώρα της αγοράς σε μετρητά (χαρτονομίσματα) και για το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ εκδίδεται από τον πελάτη σχετική επιταγή. Στην περίπτωση αυτή το συγκεκριμένο εργαστήριο χρυσοχοΐας δεν καθίσταται για τη συγκεκριμένη συναλλαγή υπόχρεο πρόσωπο του ν. 3691/2008, καθόσον τα καταβληθέντα μετρητά είναι κάτω των 15.000 ευρώ (10.000 ευρώ). Συνεπώς δεν υφίσταται για το εργαστήριο καμία υποχρέωση εκ του εν λόγω νόμου για την υπόψη συναλλαγή.
• Επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων πωλεί λιανικώς επιβατικό Ι.Χ. αυτοκίνητο αξίας 80.000 ευρώ, εκ των οποίων 5.000 ευρώ καταβάλλονται σε μετρητά άμεσα με την αγορά, 60.000 ευρώ μέσω επιταγής του πελάτη, 5.000 ευρώ θα καταβληθούν επίσης σε μετρητά εντός μηνός από της αγοράς στο πλαίσιο σχετικής διευκόλυνσης του πελάτη και τα υπόλοιπα 10.000 ευρώ θα καταβληθούν μέσω ισόποσης συναλλαγματικής που δεν θα μεταβιβασθεί σε τράπεζα προς είσπραξη. Στην περίπτωση αυτή η συγκεκριμένη επιχείρηση καθίσταται υπόχρεο πρόσωπο του ν. 3691/2008 για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, καθόσον τα συνολικά καταβληθέντα μετρητά, έστω και τμηματικά, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000 + 5.000 + 10.000 = 20.000 ευρώ) και συνεπώς για την εν λόγω συναλλαγή η υπόψη επιχείρηση έχει όλες τις προβλεπόμενες εκ του νόμου αυτού υποχρεώσεις.
Επισημαίνεται ότι ως αξία συναλλαγής γενικώς νοείται σε κάθε περίπτωση η τελική αξία, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή των οποιωνδήποτε τυχόν επιβαρύνσεων που βαρύνουν τον πελάτη (π.χ. ΦΠΑ κ.λπ.).
Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι αρμοδιότητες των ως άνω αρμόδιων αρχών.
Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η εποπτεία των υπόχρεων προσώπων για τα οποία είναι αρμόδιες ως προς τη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κοινοποιούμενος νόμος και η έκδοση των σχετικών ατομικών και κανονιστικών διοικητικών πράξεων (περ. α΄), ο καθορισμός και η αντιμετώπιση με σχετικές αποφάσεις τους επιμέρους λεπτομερειών και θεμάτων εφαρμογής του εν λόγω νόμου (περ. β΄, δ΄), η καθοδήγηση και ενημέρωση των υπόχρεων προσώπων ώστε αυτά να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή του ίδιου νόμου (περ. γ΄, ε΄, στ΄, ι΄), η διενέργεια τακτικών και έκτακτων ελέγχων, περιλαμβανομένων των επιτοπίων, στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων για τον έλεγχο της επάρκειας των μέτρων και διαδικασιών που έχουν υιοθετήσει (περ. η΄), η απαίτηση από τα υπόχρεα πρόσωπα κάθε στοιχείου ή δεδομένου απαραίτητου για την εκπλήρωση των εποπτικών και ελεγκτικών τους καθηκόντων (περ. θ΄) και η επιβολή πειθαρχικών και διοικητικών κυρώσεων για παραβάσεις των υπόχρεων προσώπων και των υπαλλήλων τους, αναφορικά με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον υπόψη νόμο, σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 52 (περ. ια΄).
Ειδικότερα, οι αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων, ως αρμόδιας αρχής, οι οποίες αφορούν στον έλεγχο των υπόχρεων προσώπων αρμοδιότητάς της και στην επιβολή κυρώσεων κατά τα ανωτέρω (περ. η΄, θ΄, ια΄), ασκούνται, παράλληλα με το Τμήμα Ε΄ της Δ/νσης Ελέγχου, και από τις ελεγκτικές φορολογικές υπηρεσίες Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (Π.Ε.Κ.), Διαπεριφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (Δ.Ε.Κ.) και Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) που είναι αρμόδιες για το φορολογικό έλεγχο των κατά περίπτωση υπόχρεων προσώπων (σχετ. άρθρο 53, παρ. 2 και 3).
Με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 παρέχεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να διαφοροποιούν, με σχετικές αποφάσεις τους, τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον κοινοποιούμενο νόμο για τα υπόχρεα πρόσωπα ή να καθορίζουν πρόσθετες ή αυστηρότερες υποχρεώσεις πέραν των προβλεπόμενων στον κοινοποιούμενο νόμο, εφόσον συντρέχει περίπτωση ή απαιτείται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα από τις εν λόγω διατάξεις.
Με τις διατάξεις της παρ. 6 προβλέπεται η υποχρέωση συγκρότησης από ορισμένες αρμόδιες αρχές, μεταξύ των οποίων και η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, ειδικής υπηρεσιακής μονάδας με σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσης των εποπτευόμενων από αυτές υπόχρεων προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους που επιβάλλονται με τον κοινοποιούμενο νόμο.
Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του εν λόγω νόμου ήδη συστάθηκε και λειτουργεί στη Διεύθυνση Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων νέο Τμήμα Ε΄.
Με τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 ρυθμίζονται θέματα υποχρεώσεων και τρόπου άσκησης αρμοδιοτήτων καθώς και λειτουργίας των ως άνω αρμόδιων αρχών.