|
Έναρξη ισχύος
|
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1951.
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ Φ.Μ.Α
.
Α.Ν. 1521/1950 (Α΄ 245), Ν. 1587/1950 ( Α΄ 294), Ν. 2246/1952 (Α΄ 282), Ν.Δ. 2561/1953 (Α΄ 233), Ν. 2366/1953 (Α΄83), Ν.Δ. 3033/1954 (Α΄ 258), Ν. 3104/1954 (Α΄ 313), Ν. 3154/1955 (Α΄ 63), Ν. 3300/1955 (Α΄ 178), Ν.Δ. 3415/1955 (Α΄ 280), Ν.Δ. 3563/1956 (Α΄ 221), Ν.Δ. 3717/1957 (Α΄ 131), Ν. 3663/1957 (Α΄ 24), Β.Δ. της 24/9/1958 (Α΄ 171), Ν.Δ. 4242/1962 (Α΄ 135), Ν. 4459/1965 (Α΄ 35),Ν.Δ. 4535/1966 (Α΄ 165), Α.Ν. 63/1967 (Α΄ 122), Ν.Δ. 317/1969 (Α΄ 211), Ν.Δ. 1084/1971 (Α΄ 277), Ν.Δ. 210/1973 (Α΄ 277), Ν.Δ. 329/1974 (Α΄ 56), Ν. 12/1975 (Α΄ 34), Ν. 231/1975 (Α΄ 277), Ν. 542/1977 (Α΄ 41), Ν. 814/1978 (Α΄ 144), Ν. 820/1978 (Α΄ 174), Ν. 1041/1980 (Α΄ 75), Ν. 1078/1980 (Α΄ 238), Ν. 1249/1982 (Α΄ 43), Ν. 1326/1983 (Α΄ 19), Ν. 1473/1984 (Α΄ 127), Ν. 1512/1985 (Α΄ 4), Ν. 1563/1985 (Α΄ 151), Ν. 1731/1987 (Α΄ 161), Ν. 1828/1989 (Α΄ 2), Ν. 1882/1990 (Α΄ 43), Ν. 1914/1990 (Α΄ 178), Ν. 2065/1992 (Α΄ 113), Ν. 2214/1994 (Α΄ 75), Ν. 2386/1996 (Α΄ 43), Ν. 2459/1997 (Α΄ 17), ν. 2523/1997 (Α’179), Ν. 2579/1998 (Α΄ 31), Ν. 2648/1998 (Α΄ 238), Ν. 2873/2000 (Α΄ 285), Ν. 2892/2001 (Α΄ 46), Ν. 2948/2001 (Α΄ 242), Ν. 3091/2002 (Α΄ 330), Ν. 3220/2004 (Α΄ 15), Ν. 3427/2005 (Α΄ 312), Ν. 3522/2006 (Α΄ 276), Ν. 3842/2010 (Α΄ 58), Ν. 4174/2013 (Α΄ 170), Ν. 4223/2013 (Α΄ 287), Ν. 4254/2014 (Α΄ 85), Ν. 4537/2018 (Α΄ 84),
Ν.4646/2019 (Α΄ 201), Ν. 4808/2021 (Α΄ 101), Ν. 4949/2022 (Α΄ 126), Ν. 4987/2022 (Α΄ 206), Ν.
4997/2022 (Α΄ 219), Ν. 5073/2023 (Α΄ 204), Ν. 5104/2024 (Α΄ 58), Ν. 5142/2024 (Α΄ 158).
15 Η περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1249/1982 (Α΄43) ως εξής: [Στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 μετά την περίπτωση γ΄ προσθέτεται
νέα περίπτωση
δ΄
και η μέχρι τώρα περίπτωση δ΄ αριθμίζεται ως ε΄, η οποία έχει ως εξής: «δ) απόφασης δικαστικής με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτατης χρησικτησίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο»] και ίσχυσε από 05.04.1982.
Στη συνέχεια η ανωτέρω περ. δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) διόρθ. σφαλμ. στο Α 51/1990 ως εξής: «δ) απόφασης δικαστικής, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου, στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγεγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο και» και ίσχυσε από 23.03.1990.
Στη συνέχεια η περ. δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2892/2001(Α΄ 46) και ίσχυσε από 09.03.2001.
24 Η παρ. 3 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ω
έχουν τεθεί υπό το καθεστώς εξυγίανσης των άρθρων
8
και
9
του ν.
1386/1983 (Α΄107)
και εφόσον για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων αυτών δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, που προβλέπεται από το άρθρο
41
του ν.
1249/1982
» και ισχύει από 07.03.1996.
25 Η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «4. Επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος, συστάσεως επικαρπίας ή οικήσεως κ.λπ. εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του νόμου 1641/1919 «περί φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» δια τον καθορισμό της αξίας αυτών» και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 12/1975 (Α΄34) ως εξής: [Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αντικαθίστανται ως εξής: «4. Επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος, συστάσεως επικαρπίας ή οικήσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του Ν.Δ. 118/1973 «περί Κώδικος Φορολογίας Κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» δια τον καθορισμόν της αξίας αυτών. Κατ’ εξαίρεσιν, επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος και παρακρατήσεως της επικαρπίας δι’ ωρισμένον χρόνον, η αξία της ψιλής κυριότητος εφ’ ης θα υπολογισθεί ο φόρος, δεν δύναται εν πάση περιπτώσει, να είναι κατωτέρα της αξίας της προκυπτούσης εν περιπτώσει ισοβίου παρακρατήσεως της επικαρπίας»] και ίσχυσε από 06.03.1975.
Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν.3091/2002 (Α΄ 330) ως εξής: «Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, της περιορισμένης προσωπικής δουλείας ή της πραγματικής δουλείας επί ακινήτου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 2961/2001» και ίσχυσε από 24.12.2002.
Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και ισχύει από 01.01.2006.
26 Η παρ. 5 του άρθρου 3 του α.ν.1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238) ως εξής: «4. Εις το άρθρον 3 του δια του ν. 1587/1950, κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950 προστίθεται παράγραφος 5, έχουσα ως ακολούθως: « ……..» ως άνω και ισχύει από 14.10.1980.
27 Η παρ. 6 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε ως άνω με την παρ. 8 του άρθρου 14 του ν.1882/1990 (Α΄43) και ισχύει από 23.03.1990.
29 Η περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/195Β0 )(ΑΒ΄2ά4σ5ε)ιείτχωε ωνςσευξήνςτ:ε«λΑε)σΕτιώς 2ν% τ ηεπςί δπιαενροίμπήτςωασκιηνήςτων μεταξύ των συγκυρίων αυτών. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος δι’ ο καταβάλλεται τίμημα ορίζεται εις 9%» και ίσχυσε από 29.10.1950.
521/1950 (Α΄ 245) τροποποιήθηκε με την περίπτωση Α΄ της «Α) Εις 2% επί αυτουσίας διανομής ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων αυτών. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος δι’ ο καταβάλλεται τίμημα ορίζεται εις 9%, εκτός εάν πρόκειται περί οικοπέδου του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων των προβλεπομένων υπό των διατάξεων περί κανονισμού της πολεοδομικής υπηρεσίας και συντρέχει η περίπτωσις α΄ του εδαφίου β΄ της παρούσης παραγράφου ότε ο φόρος ορίζεται εις 4%» και ίσχυσε από 01.01.1951.
Στη συνέχεια στην περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. εδάφιον Α΄ του νόμου 1587/1950 προστίθενται εν συνεχεία
τα εξής: «Ο φόρος ορίζεται ωσαύτως εις 2% και επί μεταβιβάσεως κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου
εταιρείας της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αυτής κατά λόγον της εταιρικής των μερίδος, υπό την προϋπόθεσιν, ότι δεν έχει λάβει χώραν εκχώρησις της εταιρικής μερίδος κατά το τελευταίον προ της διαλύσεως της εταιρείας έτος, καθ’ όσον άλλως οφείλεται ο φόρος του εδαφ. Γ΄ της παρούσης παραγράφου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί απολήψεως μερίδων εκ της ακινήτου περιουσίας αποσυρομένων της εταιρείας εταίρων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κατά τα ανωτέρω φόρος υπολογίζεται επί της αξίας του ακινήτου ή τμήματος αυτού, του εξερχομένου της εταιρικής περιουσίας» και ίσχυσε από 07.10.1952.
Στη συνέχεια με την παρ. 9 του άρθρου 9 του ν.δ. 4535/1966 (Α΄ 165) στο άρθρο 4 παραγραφος ΙΑ΄του ν. 1587/1950, μεταξύ των δευτέρου και τρίτου εδαφίων προστέθηκε εδάφιο, ως εξής: «Τα ανωτέρω ισχύουσι και κατά την διάλυσιν Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης» και ίσχυσε από 01.01.1966.
Στη συνέχεια οι διατάξεις των πρώτης, δεύτερης και τρίτης περιόδων της περιπτώσεως Α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του δια του ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.1078/1980 (Α΄ 238) ως εξής: «… Α) Επί αυτουσίου διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων, βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το τέταρτον. Εάν κατά τη διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος, δι’ ο καταβάλλεται τίμημα, υπολογίζεται βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου, εκτός αν πρόκειται περί οικοπέδου του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων των προβλεπομένων υπό των διατάξεων περί κανονισμού της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και συντρέχει η υποπερίπτωση (α) της περιπτώσεως Β΄ της παρούσης παραγράφου, ότε ο φόρος υπολογίζεται κατά τα εν τη περιπτώσει ταύτη οριζόμενα. Ο βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου προσδιοριζόμενος φόρος μειούται ωσαύτως εις το τέταρτον και επί μεταβιβάσεως κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αυτής, κατά τον λόγον της εταιρικής των μερίδος, εκτός εάν έχει λάβει χώραν εκχώρησις της εταιρικής μερίδος κατά το τελευταίον προ της διαλύσεως της εταιρίας έτος, ότε μειούται μόνον η αξία του ακινήτου ήτις αντιστοιχεί εις τα μη εκχωρηθέντα μερίδια» και ίσχυσε από 14.10.1980.
Στη συνέχεια στο τέλος της δεύτερης περιόδου της περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε περίοδος, με την παρ.1 του άρθρου 9 του ν. 1326/1983 (Α΄19) ως εξής: «1. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση δημιουργίας περισσότερων της μιας μερικότερων κοινωνιών, για τα μερίδια που απαρτίζουν τις κοινωνίες αυτές. Σε περαιτέρω αυτούσια διανομή των ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων της μερικότερης κοινωνίας, από το φόρο, που αναλογεί στη νέα αυτή διανομή, εκπίπτεται ο φόρος που καταβλήθηκε κατά τη δημιουργία της μερικότερης κοινωνίας», και ισχύει από 04.02.1983.
Στη συνέχεια το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 αντικαταστάθηκε ως άνω, με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127), και στο τέλος της περίπτωσης Α΄ της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν.1473/1984 (Α΄ 127) εδάφιο ως εξής: «Επίσης ο φόρος που προσδιορίζεται με βάση του συντελεστές της περίπτωσης Γ΄ της παραγράφου αυτής μειώνεται στο τέταρτο στη περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 και στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του παρόντος» και ίσχυσε από 07.09.1984.
Τέλος το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113) και ισχύει από 30.06.1992.
30 Η πρώτη περίοδος της περ Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως: «Εις 4%», με την την περ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 αντικαταστάθηκε ως άνω. Στο τέλος της υποπερίπτωσης β΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1587/1950 προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2246/1952 (Α΄ 282) τα ακόλουθα «ως επίσης και επί συγχωνεύσεως κ.λ.π. συνεταιρισμών ή ανων. εταιρείας μετά συνεταιρισμού» και ισχύει από 07.10.1952.
31 Η υποπερίπτωση γ΄ της περιπτώσεως Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 ως είχε «επί εισφοράς οικοδομής εις ανώνυμον εταιρείαν προς αποκλειστικήν εκμεταλλευσίν της ως ξενοδοχείου» και ίσχυσε από 29.10.1950, καταργήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 1326/1983 (Α΄ 19) από της ισχύος του, 04.02.1983. Με το δεύτερο εδάφιο της αυτής παραγράφου, άρθρου και νόμου ορίζεται: «…..Οι καταργούμενες με το προηγούμενο εδάφιο διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποθέσεις».
32 Η υποπερίπτωση δ΄ της περιπτώσεως Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «δ) επί αγοράς οικοδομής ή αγοράς ακινήτου προς ανέγερσιν οικοδομής υπό ομογενούς μονίμως εγκατεστημένου τουλάχιστον προ πενταετίας από της αγοράς, εις την αλλοδαπήν και επί μεταβιβάσεως εις αυτόν της ανεγερθείσης δια λογαριασμό του οικοδομής, υπό τον όρον, ότι εις πάσας τας περιπτώσεις ταύτας η αγορά της οικοδομής, η αγορά του ακινήτου ως και η ανοικοδόμησις γίνονται δια κεφαλαίων εισαγομένων εκ της αλλοδαπής. Εκ του φόρου επί της μεταβιβάσεως εις τον ομογενή οικοδομής ανεγερθείσης δια λογαριασμόν του εκπίπτεται ο καταβληθείς φόρος δια την αγορά του ακινήτου εφ’ ου ανηγέρθη αύτη» και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια η υποπερίπτωση δ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1587/1950 αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3104/1954 (Α΄ 313) ως εξής: «δ) επί αγοράς ακινήτου διά κεφαλαίων εισαχθέντων αποδεδειγμένως εκ της αλλοδαπής υπό ομογενούς εγκατεστημένου εν αυτή, υπό τον όρον ότι ούτος διέμεινεν επί πενταετίαν τουλάχιστον εις την αλλοδαπήν, η δε αγορά ήθελε πραγματοποιηθή το βραδύτερον εντός διετίας από της εν Ελλάδι εγκαταστάσεως του», ίσχυσε από 30.12.1954 και καταργήθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) από της ισχύος του, 03.01.1989.
Στη συνέχεια με την παρ. 6 του άρθρου 19 του ν. 2459/1997 (Α΄ 17) προστέθηκε υποπερίπτωση δ΄ στην περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) ως εξής: «δ. Η αγορά ακινήτου κατά το ποσοστό που καλύπτεται η αγοραία αξία του με κεφάλαια που αποδεδειγμένα εισάγονται από την αλλοδαπή: ι) από Έλληνες που εργάζονται ή εργάστηκαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στο εξωτερικό για έξι (6) τουλάχιστον χρόνια. ιι) από ‘Έλληνες ναυτικούς που εργάζονται ή εργάστηκαν σε πλοία με ελληνική ή ξένη σημαία για έξι (6) τουλάχιστον χρόνια που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού έστω και αν προσεγγίζουν και σε ελληνικά λιμάνια και ο βασικός μισθός τους προβλέπεται από το μισθολόγιο που ισχύει κάθε φορά ότι καταβάλλεται σε ξένο νόμισμα και ιιι) από ομογενείς εγκατεστημένους στο εξωτερικό τουλάχιστον έξι (6) χρόνια. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται κάθε φορά οι λεπτομέρειες διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων της υποπερίπτωσης αυτής» και ίσχυσε από 18.02.1997.
Στη συνέχεια η υποπερίπτωση δ΄ της περίπτωσης Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), καταργήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν.2873/2000 (Α΄ 285) από της ισχύος του, 28.12.2000.
33 Η υποπερίπτωση στ΄ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «στ. επί των περιπτώσεων καθ’ ας ως πωλητής ή ως αγοραστής συμβάλλεται το δημόσιον, οι δήμοι, αι κοινότητες, οι Ιεροί Ναοί, αι ιεραί Μοναί, τα θρησκευτικά, εθνωφελή, κοινωφελή, φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα ή οργανισμοί ως και τα βάσει διατάξεως ειδικού νόμου απαλλασσόμενα μέχρι τούδε του φόρου μεταβιβάσεως του νόμου 4225/1929 νομικά πρόσωπα» και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια η υποπερίπτωση στ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν.1882/1990 (Α΄ 43 και διόρθωση σφάλματος στο Α΄ 51/06.04.1990 ως προς τη σελ. 337 του Ν. 1882/1990 όπου διορθώνεται η φορολογική κλίμακα της Β΄ κατηγορίας) από της δημοσιεύσεώς του, 23.03.1990.
34Η υποπερίπτωση ζ’ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: « ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων και» και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια η υποπερίπτωση ζ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 τροποποιήθηκε με την υποπερίπτωση ζ’ της περ. Β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του κυρωτικού ν. 1587/1950 ( Α΄ 294) ως εξής: « ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων ίσης αξίας και» και ισχύει από 01.01.1951.
Στη συνέχεια με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν.3104/1954 (Α΄ 313) η προ της περιπτώσεως η΄ λέξη «και» διαγράφηκε από της ισχύος του, 30.12.1954.
35 Η υποπερίπτωση η΄ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: [η) επί των
περιπτώσεων των παραγράφων 1α του άρθρου 4 του Β. Διατάγματος «περί εκτελέσεως του άρθρου 1 του Ψηφίσματος
ΚΗ’ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν», εφ’ όσον παρεσχέθη απαλλαγή από των τελών
του χαρτοσήμου και από των τελών της μεταγραφής] και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια η υποπερίπτωση η΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την
54 Η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), ο οποίος κύρωσε τον α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «1. Δι’ έκαστην μεταβίβασιν οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται προ της συντάξεως του συμβολαίου των, να επιδώσωσι κοινήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως, προς τον Οικον. Έφορον της περιφερείας εν η κείται το ακίνητον ή προκειμένου περί πλοίου της περιφερείας εν η είναι νηολογημένο τούτο περιέχουσαν α) το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την κατοικίαν ή την κυρίαν διαμονήν ή την έδραν των δηλούντων, β) την νομικήν σχέσιν αυτών προς το μεταβιβαζόμενον περιουσιακόν στοιχείον, γ) το είδος του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου και σύντομον περιγραφήν αυτού, δ) τον τρόπον κτήσεως αυτού υπό του μεταβιβάζοντος, ε)την αξίαν του, στ) το ποσόν του φόρου μεταβιβάσεως ο οποίος αναλογεί επ’ αυτής, ζ) το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και την διεύθυνσιν της κατοικίας των πληρεξουσίων ή αντικλήτων ή απλών εντολοδόχων των συμβαλλομένων, η) το ονοματεπώνυμον και την διέυθυνσιν του συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα καταρτισθή η σύμβασις και θ) τον τόπον και την χρονολογίαν της δηλώσεως. Η ακρίβεια του περιεχομένου της δηλώσεως βεβαιούται υποχρεωτικώς δια της υπογραφής των συμβαλλομμένων ή των πληρεξουσίων των κ.λπ.» και ίσχυσε από 01.01.1951.
Στη συνέχεια η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του δια του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε από πέντε παραγράφους, με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) ως εξής: «1. Δι` εκάστην μεταβίβασιν οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται προ της συντάξεως του συμβολαίου των, να επιδώσωσει κοινήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως, προς τον Οικον. Εφορον της περιφερείας εν η κείται το ακίνητον ή προκειμένου περί πλοίου της εν η είναι νηολογημένον τούτο. 2. Επί υποχρέων φυσικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπ` αυτών ή των πληρεξουσίων των ή των νομίμων αντιπροσώπων των. Επί υποχρέων νομικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπό των αντιπροσωπευόντων ταύτα ή του πληρεξουσίου των. 3. Η δήλωσις είναι απαράδεκτος εάν δεν περιέχη : α) την φορολογικήν Αρχήν προς ην απευθύνεται, β) το όνομα, όνομα πατρός και επώνυμον των δηλούντων, γ) το επάγγελμα των δηλούντων, δ) την κατοικίαν ή εν ελλείψει τοιαύτης την διαμονήν, ως και την επαγγελματικήν εγκατάστασιν ή την έδραν των δηλούντων, ε) την νομικήν σχέσιν αυτών προς το μεταβοβαζόμενον περιουσιακόν στοιχείον, στ) το είδος του μεταβιβαζόμενου περιουσιακού στοιχείου και σύντομον περίγραφήν αυτού, ζ) τον τρόπον κτήσεως αυτού υπό του μεταβιβάζοντος, η) την αξίαν του ακινήτου ή την καθαράν χωρητικότητα του πλοίου, θ) το ποσόν του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως, ι) τον διορισμόν αντικλήτων των δηλούντων, ια) το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και την διεύθυνσιν της κατοικίας των πληρεξουσίων ή αντικλήτων των δηλούντων, ιβ) το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα καταρτισθή η σύμβασις, και ιγ) τον τόπον και την χρονολογίαν της δηλώσεως. 4. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως καθορίζονται εκάστοτε λεπτομερώς τα αναγκαιούντα στοιχεία διά την ακριβή περιγραφήν του ακινήτου. 5. Η ακρίβεια του 29
59 Η παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: Οσάκις είναι προδήλως δυσχερής η επίδοσις της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως εις τον αρμόδιον Οικον. Εφορον, λόγω του ότι η έδρα τούτου ευρίσκεται εις πόλιν διάφορον του τόπου της καταρτίσεως της συμβάσεως, επιτρέπεται εξαιρετικώς να επιδοθή αύτη και εις αναρμόδιον Οικον. Εφορον, ο οποίος όμως, αφού ενεργήση την προσωρινην βεβαίωσιν του φόρου, υποχρεούται ν` αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Εφορον προς έλεγχον αυτής κ.λ.π. Η κατά τ` ανωτέρω δήλωσις καθίσταται απαράδεκτος αν μη περιέχη διορισμόν ειδικού αντικλήτου του αγοραστού κατοικούντος εις την έδραν της Οικον. Εφορίας προς την οποίαν μέλλει να διαβιβασθή αύτη.
Στη συνέχεια πρώτο εδάφιο της παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) το οποίο είχε ως εξής: «… αφού ενεργήση την προσωρινήν βεβαίωσιν του φόρου, υποχρεούται ν’ αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον προς έλεγχο αυτής κ.λπ.» με την παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2246/1952 (Α΄ 282) αντικαθίσταται δια της φράσεως «…αφού καταχωρίση ταύτην εις το βιβλίον δηλώσεων, υποχρεούται να αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον προς έλεγχο αυτής κ.λπ.» και ισχύει από 07.10.1952.
Στη συνέχεια με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) οι παράγραφοι 2,3,4,5,6 και 7 του άρθρου 7 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αριθμούνται εφ’ εξής ως παράγραφοι 6,7,8,9,10 και 11 και ισχύουν από 01.05.1974.
Στη συνέχεια στην παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστίθεται μετά το πρώτο εδάφιο, με την παρ. 10 του άρθρου 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) εδάφιο ως εξής: «Κατ΄ εξαίρεση αν στην περιφέρεια, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ο αναρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στον οποίο επιδίδεται η δήλωση του φόρου μεταβίβασης χορηγεί 31
62 Η παρ. 10 (πρώην 6) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «Ο Οικον. Έφορος δύναται δι’ αποφάσεως του να αναθέτη εις Ειρηνοδίκην ή Συμβολαιογράφον της περιφέρειας του την παραλαβήν των δηλώσεων του φόρου μεταβιβάσεως και την χορήγησιν αντιγράφου αυτής, οίτινες υποχρεούνται όπως εντός δεκαημέρου το βραδύτερον αποστείλωσιν επί αποδείξει εις τον Οικον. Έφορον την δήλωσιν».
Στη συνέχεια με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) οι παράγραφοι 2,3,4,5,6 και 7 του άρθρου 7 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αριθμούνται εφ’ εξής ως παράγραφοι 6,7,8,9,10 και 11 και ισχύουν από 01.05.1974.
89 Το άρθρο 15 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «1. Οι συμβολαιογράφοι και τα λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα αρνούμενα, δυστροπούντα ή αμελούντα να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή εμπρόθεσμον αποστολήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων στοιχείων ή παρέχοντα τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου από δραχ. 300.000 μέχρι τριάκοντα εκατομμυρίων δραχμών επιβαλλομένου δι’ αιτιολογημένης αποφάσεως του Οικον. Εφόρου, καθ’ ης επιτρέπονται τα υπό των άρθρων 11 και 12 του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Επί νομικών προσώπων το πρόστιμον επιβάλλεται εις βάρος των διοικούντων αυτό.
2.
Επί δημοσίων Υπηρεσιών, οι εκ των αρμοδίων αρνούμενοι, δυστροπούντες ή αμελούντες να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή αποστολήν στοιχείων ή παρέχοντες τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, διώκονται επί τω λόγω τούτω πειθαρχικώς, επί τη αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου. Η πειθαρχική αγωγή ασκείται, εκ μέρους της προϊσταμένης αυτών Αρχής υποχρεωτικώς.
3.
Οι Γραμματείς των δικαστηρίων και οι Φύλακες μεταγραφών παραβάται των διατάξεων του παρόντος, εκτός της πειθαρχικής διώξεως δύναται να τιμωρηθώσι και δια προστίμου από 100.000 μέχρι 5.000.000 δραχμών, επιβαλλομένου δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και κατόπιν προηγουμένης κλήσεως παρ’ αυτού εις απολογίαν των ως άνω προσώπων.
4.
Οι λαμβάνοντες γνώσιν επαγγελματικού μυστικού υποχρεούνται εις τήρησιν αυτού, υποκείμενοι, εν ενατία περιπτώσει, εις τα ποινάς τας προβλεπομένας υπό του Ποινικού Νόμου» και ίσχυσε από 29.10.1950.
Στη συνέχεια με την κύρωση του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) με το ν. 1587/19850 (Α΄ 294) το άρθρο 15 του ν. 1587/1950 είχε ως εξής: «1. Οι συμβολαιογράφοι και τα λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα αρνούμενα, δυστροπούντα ή αμελούντα να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή εμπρόθεσμον αποστολήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων στοιχείων ή παρέχονται τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου από δραχ. 300.000 μέχρι τριάκοντα εκατομμυρίων δραχμών. Ο αγοραστής όστις θα αποκαλυφθή ότι υπέγραψεν αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνησεν ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερον του εν τω συμβολαίω και εν τη φορολογική δηλώσει αναγραφέντος, ανεξαρτήτως της προσαυξήσεως του άρθρου 9 του παρόντος, τιμωρείται και δια προστίμου ίσου προς το πενταπλάσιον του φόρου, ο οποίος αναλογεί επί του μη δηλωθέντος τμήματος του τιμήματος. Το πρόστιμον επιβάλλεται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Οικον. Εφόρου, καθ’ ης επιτρέπονται τα υπό των άρθρων 11 και 12 του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Επί νομικών προσώπων το πρόστιμον επιβάλλεται εις βάρος των διοικούντων αυτό.
2.
Επί δημοσίων Υπηρεσιών, οι εκ των αρμοδίων αρνούμενοι, δυστροπούντες ή αμελούντες να διευκολύνουσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή αποστολήν στοιχείων ή παρέχοντες τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, διώκονται επί τω λόγω τούτω πειθαρχικώς, επί τη αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου. Η πειθαρχική αγωγή ασκείται εκ μέρους της προϊσταμένης αυτών Αρχής υποχρεωτικώς.
3.
Οι Γραμματείς των δικαστηρίων και οι Φύλακες μεταγραφών παραβάται των διατάξεων του παρόντος, εκτός της πειθαρχικής διώξεως δύναται να τιμωρηθώσι και δια προστίμου από 100.000 μέχρι 5.000.000 δραχμών, επιβαλλομένου δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και κατόπιν προηγουμένης κλήσεως παρ’ αυτού εις απολογίαν των ως άνω προσώπων.
4.
Οι λαμβάνοντες γνώσιν επαγγελματικού μυστικού υποχρεούνται εις τήρησιν αυτού, υποκείμενοι, εν ενατία περιπτώσει, εις τας ποινάς τας προβλεπόμενας υπό του Ποινικού Νόμου» και ίσχυσε από 01.01.1951.
Στη συνέχεια το άρθρο 15 του ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 542/ 1977 (Α΄ 41) ως εξής: «1. Πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον αρνούμενον, δυστροπούν ή αμελούν να συμμορφωθή προς τας διατάξεις του παρόντος, ή υποχρεούμενον ή καλούμενον να παράσχη πληροφορίας ή υπηρεσίας ή στοιχεία ή παρέχον ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως δια την εξακρίβωσιν της φορολογητέας ύλης τιμωρείται δια προστίμου ουχί ελάσσονος των 10.000 δραχμών, ουδέ μείζονος των 10.000 δραχμών. 2. Απαγορεύεται η σύνταξις συμβολαιογραφικής πράξεως αφορώσης εις την εξ επαχθούς αιτίας μεταβίβασιν ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος: α) εάν δεν προσαχθή αντίγραφον δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, και β) εάν άπαντα τα προσδιοριστικά του μεταβιβαζομένου ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος στοιχεία δεν ανταποκρίνεται πλήρως προς την ανωτέρω δήλωσιν. Οι παραβάται της προηγουμένης διατάξεως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου ουχί ελάσσονος των 25.000 δραχμών ουδέ μείζονος των 200.000 δραχμών. Το πρόστιμον τούτο επιβάλλεται και επί των παραβατών των διατάξεων των άρθρ. 13 και 14 του παρόντος. 3. Ο αγοραστής όστις θα αποκαλυφθή ότι υπέγραψεν αντίγραφον εξ ου προκύπτει, ότι συνεφώνησεν ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερον του εν συμβολαίω και εν τη φορολογικώ δηλώσει αναγραφέντος, ανεξαρτήτως του προσθέτου φόρου του άρθρ. 9 του παρόντος, τιμωρείται δια προστίμου ίσου προς το πενταπλάσιον του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου, ο 50
97 Η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) με το άρθρο 152 του ν. 4808/2021 (Α΄ 101) και είχε ως εξής: «5. Κατά τη σύνταξη με αυτοσύμβαση οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων με επαχθή αιτία σε εκτέλεση προσυμφώνων, που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2000, επιτρέπεται η υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων μόνο από τον αγοραστή ή τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους αυτού, εφόσον συνταχθούν μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού ενημερότητας του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266).
Για τα προσύμφωνα που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 29η Ιουνίου 1999, δεν απαιτείται, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου του πωλητή. Αντίγραφα των οριστικών συμβολαίων, που καταρτίζονται κατά τα προηγούμενα, αποστέλλονται, με ευθύνη του συμβολαιογράφου, και στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του πωλητή υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης.» και ίσχυσε από 19.06.2021.
Στη συνέχεια με το άρθρο 53 του ν. 4949/2022 (Α΄ 126) οριζόταν ότι: «Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), για τη σύνταξη οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων σε εκτέλεση προσυμφώνων, παρατείνεται έως την 31η.12.2022.» και ίσχυσε από 30.06.2022.