ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΑΔΑ: ΡΗ2946ΜΠ3Ζ-9ΔΜ

Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2024

Ε. 2082

Πειραιώς 180 17778 - Ταύρος 2131410516, -518 defk @ aade.gr www.aade.gr

ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση της διοικητικής κωδικοποίησης του α.ν. 1521/1950 “περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων” (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν.1587/1950 “Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 1521/1950 Αναγκ. Νόμου «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων»” (Α΄ 294)».

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ
Α) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Η εγκύκλιος αφορά στην κοινοποίηση της διοικητικής κωδικοποίησης του α.ν. 1521/1950 “περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων” (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν.1587/1950 (Α’ 294), στο πλαίσιο υλοποίησης του Επιχειρησιακού Σχεδίου 2024 της ΑΑΔΕ.

Β) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Με την παρούσα κοινοποιείται η διοικητική κωδικοποίηση του α.ν. 1521/1950 “περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων” (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν.1587/1950 (Α΄ 294), ως εργαλείο για την εξυπηρέτηση και την διευκόλυνση των πολιτών.

Γ) ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Η εγκύκλιος αφορά φορολογουμένους (φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες), συμβολαιογράφους, δικηγόρους, Υποθηκοφύλακες/Προϊσταμένους Κτηματολογικών Γραφείων και υπηρεσίες της Φορολογικής Αρχής.

Στο πλαίσιο υλοποίησης του Επιχειρησιακού Σχεδίου 2024 της Α.Α.Δ.Ε. και ειδικότερα του ΣΜ.1.1.248 και προς διευκόλυνση της λειτουργίας των υπηρεσιών της Φορολογικής Αρχής αλλά και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών, κοινοποιούμε τη Διοικητική Κωδικοποίηση του α.ν. 1521/1950 “περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων” (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν.1587/1950 (Α΄ 294).

Κατόπιν της τελευταίας διοικητικής κωδικοποίησης της νομοθεσίας για τη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, δυνάμει της ΠΟΛ. 1053/2004 εγκυκλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, έχουν επέλθει ουσιαστικές διαδοχικές νομοθετικές τροποποιήσεις, με τελευταία την τροποποίηση που επήλθε με τον ν.5142/2024 (Α΄ 158).

Προκειμένου η κωδικοποίηση αυτή να είναι εύχρηστη και αποτελεσματική, παρατίθενται υπό μορφή υποσημειώσεων και οι αλλαγές που έχουν γίνει στη σχετική νομοθεσία, με αναφορά στο περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων των νόμων, καθώς και στην ημερομηνία έναρξης ισχύος τους.

Συνημμένα: Η Διοικητική Κωδικοποίηση του α.ν. 1521/1950 “περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων” (Α΄245), ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο ν.1587/1950 (Α΄ 294).

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΙΤΣΙΛΗΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

Ι.ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΓΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

1. Αποδέκτες Πίνακα Γ΄ (περιπτώσεις 7 και 10)

2. Διεύθυνση Στρατηγικής Τεχνολογιών Πληροφορικής (ΔΙ.Σ.ΤΕ.ΠΛ) για ανάρτηση στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ και την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη ΑΑΔΕ

ΙΙ.ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΓΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1. Γραφείο Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

2. Γραφείο Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

3. Γραφείο Γενικού Γραμματέα Φορολογικής Πολιτικής

4. Αποδέκτες Πίνακα Β΄ (περίπτωση 3)

5. Αποδέκτες Πίνακα Γ΄ (περιπτώσεις 1 έως και 6)

6. Αποδέκτες Πίνακα Ζ΄ (περιπτώσεις 1 και 7)

7. Αποδέκτες Πίνακα Η΄(περιπτώσεις 1 έως και 3, 5 έως και 9)

8. Αποδέκτες Πίνακα ΙΑ΄

III. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ

1. Γραφείο Διοικητή ΑΑΔΕ

2. Γραφεία Γενικών Διευθυντών

3. Διευθύνσεις, Αυτοτελή Τμήματα και Αυτοτελή Γραφεία της ΓΔΦ

4. Διεύθυνση Νομικής Υποστήριξης της ΑΑΔΕ

6. Διεύθυνση Εφαρμογής Φορολογίας Κεφαλαίου και Περιουσιολογίου

Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών νόμων είναι εκείνα που δημοσιεύονται σε ΦΕΚ και είναι διαθέσιμα στο et.gr.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΤΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ
1521/1950
«ΠΕΡΙ ΦΟΡΟΥ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ»
(Α΄ 245/29.10.1950),ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Νόμου 1587/1950
[Περίκυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ.
1521/1950Αναγκ. Νόμου «Περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων»] (Α΄ 294/22.12.1950)
ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝΝ.5142/2024 (Α΄ 158)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 1

Αντικείμενο του φόρου

Άρθρο 2

Ειδικές περιπτώσεις επιβολής φόρου

Άρθρο 3

Φορολογητέα αξία ακινήτου

Άρθρο 4

Φορολογικοί συντελεστές

Άρθρο 5

Υποκείμενο του φόρου

Άρθρο 6

Απαλλαγές από το φόρο

Άρθρο 7

Δήλωση

Άρθρο 8

Καταβολή του φόρου

Άρθρο 9

Πρόσθετοι φόροι

Άρθρο 10

Έλεγχος Δήλωσης

Άρθρο 11

Ένδικα μέσα – Συμβιβασμός

Άρθρο 12

Διαδικασία βεβαίωσης φόρου - Παραγραφή

Άρθρο 13

Υποχρεώσεις Συμβολαιογράφων-Υποθηκοφυλάκων

Άρθρο 14

Υποχρεώσεις Δημοσίων Αρχών

Άρθρο 15

Κυρώσεις

Άρθρο 16

Περιπτώσεις επιστροφής φόρου

Άρθρο 17

Κανονιστικές διατάξεις

Άρθρο 18

Έκταση εφαρμογής του νόμου

Άρθρο 19

Τέλη και δικαιώματα

Άρθρο 20

Ισχύς του Νόμου

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Αναγκαστικός Νόμος
1521/1950
«Περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων»(Α΄ 245/29.10.1950)

ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρ ο 2 του Νόμου 1587/1950 [Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 1521/1950 Αναγκ. Νόμου «Περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» (Α΄ 294/22.12.1950)]

Άρθρο 1 Αντικείμενο του φόρου

Αντικείμενο του φόρου

Έννοια ακινήτων

Έννοια μεταβίβασης

Φορολογητέα αξία ακινήτων

1. Σε κάθε με επαχθή αιτία μεταβίβαση ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο καθώς και σε κάθε μεταβίβαση πλοίου με ελληνική σημαία επιβάλλεται φόρος στην αξία τους.

2. Ακίνητα θεωρούνται αυτά που χαρακτηρίζονται έτσι, από τα άρθρα 948 και 953 του Αστικού Κώδικα. 3

3. Στην έννοια του όρου μεταβίβαση για την εφαρμογή του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται:

α)

η απαλλοτρίωση της πλήρους ή της ψιλής κυριότητας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται υπό αναβλητική αίρεση ή διαλυτική αίρεση ή με τον όρο της εξώνησης,

β)

η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας από αυτές που προβλέπονται από τα άρθρα 1188 ως 1191 του Α.Κ., γ) η κατά τη διάλυση ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρείας μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας στα μέλη της, δ) η παραίτηση από την κυριότητα σε ακίνητο ή από εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο ή από την κυριότητα πλοίου, ε) η απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, στ) η εναλλαγή προίκας η οποία έχει ως αντικείμενο, ακίνητο ή εμπράγματο σε ακίνητο δικαίωμα ή πλοίο,

ζ)

η διανομή ακινήτων κ.λπ. μεταξύ των συγκυρίων τους και

η)

4 η σύσταση, απόσβεση ή η μεταβίβαση μαζί με το δεσπόζον ακίνητο πραγματικής δουλείας από τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 1118 επ. του Αστικού Κώδικα.

4. Ως μεταβίβαση λογίζονται: α) η περαιτέρω, πλην της πρώτης, μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης και β) η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κύριων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου τμήματος οικοπέδου. 5

2 Η παρ. 2 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «2. Ακίνητα λογίζονται τα κατά τον Αστικόν Κώδικα χαρακτηριζόμενα ως τοιαύτα» και ίσχυσε από 29.10.1950. Τροποποιήθηκε ως άνω με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) και ισχύει από 01.01.1951.

3 Η περ. η΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄245) προστέθηκε ως άνω, με την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και ισχύει από 23.03.1990.

Επανάληψη και διόρθωση συμβολαίου

5. Ως αξία του ακινήτου ή του εμπράγματου σ’ αυτό δικαιώματος ή του πλοίου, λογίζεται η αξία (αγοραία ή αντικειμενική) την οποία έχει το ακίνητο ή το εμπράγματο στο ακίνητο δικαίωμα ή το πλοίο κατά την ημέρα της μεταβίβασής τους. 6

6. Ως πλοία λογίζονται αυτά που χαρακτηρίζονται έτσι από τον εμπορικό νόμο 7 .

7. Η επανάληψη συμβολαίου μεταξύ των αυτών προσώπων ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων τους, για το ίδιο ακίνητο, για οποιοδήποτε λόγο, καθώς και η διόρθωση συμβολαίου, εφ’ όσον δεν αναφέρεται στο όνομα του αγοραστή και πωλητή, στο τίμημα, στην έκταση ή στη θέση και στην περιγραφή του ακινήτου, δε δημιουργεί υποχρέωση καταβολής φόρου. Αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μεγαλύτερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, φόρος οφείλεται μόνο για το επιπλέον τίμημα ή για την αξία της επιπλέον έκτασης του ακινήτου αυτού. Αντίθετα, αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι, το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μικρότερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, δεν οφείλεται φόρος.

Δεν οφείλεται φόρος, όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται ή διορθώνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ 8 .

Επιφάνεια μεγαλύτερη της κτηθείσας

8. Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου ή εμπραγμάτου σ’ αυτό δικαιώματος, που συντάσσεται με οποιαδήποτε αιτία, η έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στον με επαχθή αιτία τίτλο κτήσης αυτού, εκτός του οικείου φόρου για τη σύμβαση μεταβίβασης καταβάλλεται και φόρος μεταβίβασης για την αξία της επιπλέον έκτασης, με χρόνο φορολογίας το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου που βαρύνει τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο.

Δεν οφείλεται φόρος, αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Άρθρο 2

φόρος οφείλεται μόνο για το επί πλέον τίμημα ή για την αξία της επί πλέον έκτασης του ακινήτου αυτού. Αντίθετα αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι, το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μικρότερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, δεν οφείλεται φόρος» και ισχύουν από 18.02.1997.

Στη συνέχεια στο τέλος της παρ.7 (πρώην 6) του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), με την παρ. 8 του άρθρου 14 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31), προστέθηκε τέταρτο εδάφιο, ως εξής: «Δεν οφείλεται φόρος όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται ή διορθώνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές» και ίσχυσε από 17.02.1998.

Στη συνέχεια το τέταρτο εδάφιο της παρ. 6 (και νυν 7) του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242) ως εξής: «Δεν οφείλεται φόρος όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται ή διορθώνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ » και ίσχυσε από 01.01.2002.

Από την 28.01.2004 η παρ. 6 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αναριθμήθηκε σε 7, με την παρ. 8 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15).

Τέλος το τέταρτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και ισχύει από 01.01.2006.

8 Η παρ. 8 (πρώην 7) του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 19 του ν.2459/1997 (Α΄ 17) ως εξής: «7. Αν σε μεταβιβαστικό συμβόλαιο η έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στον με επαχθή αιτία τίτλο κτήσεως αυτού, εκτός του οικείου φόρου για τη σύμβαση μεταβίβασης, καταβάλλεται και φόρος μεταβίβασης για την αξία της επιπλέον έκτασης, με χρόνο φορολογίας το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, που βαρύνει τον πωλητή του ακινήτου» και ίσχυσε από 18.02.1997.

Στη συνέχεια η παρ. 8 (πρώην 7) του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31) ως εξής: «7. Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου ή εμπραγμάτου σε αυτό δικαιώματος, που συντάσσεται με οποιαδήποτε αιτία, η έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στον με επαχθή αιτία τίτλο κτήσης αυτού, εκτός του οικείου φόρου για τη σύμβαση μεταβίβασης καταβάλλεται και φόρος μεταβίβασης για την αξία της επιπλέον έκτασης, με χρόνο φορολογίας το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου που βαρύνει τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο. Δεν οφείλεται φόρος αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές» και ίσχυσε από 17.02.1998.

Στη συνέχεια το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 (πρώην 7) του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242) ως εξής: «Δεν οφείλεται φόρος αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ» και ίσχυσε από 01.01.2002.

Από την 28.01.2004 η παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄245) αναριθμήθηκε σε 8, με την παρ. 8 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004 (Α΄15).

Τέλος το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 (Α΄245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και ισχύει από 01.01.2006.

Ειδικές περιπτώσεις επιβολής φόρου

Τεκμήριο αποπερατωμένου κτίσματος

1. Σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στο οποίο ανεγείρεται ή πρόκειται να ανεγερθεί πολυκατοικία, με σχέδιο εγκεκριμένο από την πολεοδομική υπηρεσία πριν από τη μεταβίβαση, θεωρείται κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι μαζί με το ιδανικό μερίδιο του οικοπέδου μεταβιβάζεται αποπερατωμένο διαμέρισμα της πολυκατοικίας που αντιστοιχεί σε αυτό, εφ’ όσον η πολυκατοικία πρόκειται να ανεγερθεί απ’ αυτόν τον ίδιο τον πωλητή του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου ή από τον εργολάβο ο οποίος ανέλαβε με αντιπαροχή την ανέγερση της πολυκατοικίας ή από τρίτον που ενεργεί για λογαριασμό τους.

Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, αν μέσα σε δύο χρόνια από τη μεταβίβασή του εγκριθεί ή υποβληθεί για έγκριση στην πολεοδομική υπηρεσία σχέδιο ανέγερσης πολυκατοικίας. Στην περίπτωση αυτή ο συμπληρωματικός φόρος στην αξία των προβλεπομένων κτισμάτων από το σχέδιο που εγκρίθηκε, καταβάλλεται από τον αγοραστή, βάσει δήλωσης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σ` ένα χρόνο από την έγκριση του σχεδίου της πολυκατοικίας.

Το ανωτέρω αμάχητο τεκμήριο δεν έχει εφαρμογή σε μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου οικοπέδου σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν κατ’ επάγγελμα την ανέγερση ολόκληρης της

Έννοια πολυκατοικίας

Διπλή μεταβίβαση

πολυκατοικίας με δικές τους δαπάνες. 10

Ως πολυκατοικία θεωρείται κάθε πολυώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από τρείς τουλάχιστον ορόφους κύριας χρήσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το ισόγειο ή η οικοδομή που ανεξάρτητα από αριθμό ορόφων, έχει διαμερίσματα συνολικού εμβαδού πεντακοσίων τουλάχιστον τετραγωνικών μέτρων (500 μ2), οι οποίες προορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, για πολύωρη σ’ αυτές παραμονή ανθρώπων, για διημέρευση, συναναστροφή, εργασία ή ύπνο. 11

2. Αν κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης συμβάλλεται ως αγοραστής πρόσωπο το οποίο δεν κατονομάζεται στο προσύμφωνο, θεωρείται για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ότι

λαμβάνουν χώρα δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη εκ μέρους του αρχικού πωλητή προς τον συμβληθέντα με το προσύμφωνο ως αγοραστή, η δε δεύτερη εκ μέρους του τελευταίου προς το τρίτο πρόσωπο το οποίο υποδεικνύεται απ’ αυτόν.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μεταβιβάζονται από τον οικοπεδούχο σε τρίτο σε εκτέλεση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου και καθ’ υπόδειξη του εργολάβου, διηρημένες ιδιοκτησίες υπαγόμενες σε Φ.Π.Α. σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κώδικα ΦΠΑ, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (Α΄ 248). 12

Αν το προσύμφωνο αφορά τη μεταβίβαση οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτού, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή εφαρμόζονται μόνο ως προς τη δεύτερη μεταβίβαση, το τεκμήριο όμως μεταβίβασης αποπερατωμένης οικοδομής τυγχάνει αμάχητο. 13

3 . 14 Σε μεταγραφή ή σημείωση στο βιβλίο

Φόρος κατά τη μεταγραφή

Αναγνώριση με χρησικτησία

Σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου που καταρτίζεται στο εξωτερικό

μεταγραφών ή καταχώρηση στο νηολόγιο: α) δικαστικής απόφασης η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 949 15 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης κ.λπ., β) δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται τελεσίδικα δικαίωμα

κυριότητας σε ακίνητο κ.λπ. στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω υπέρβασης εντολής του φερομένου ως εντολοδόχου αυτού,

γ)

δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται λόγω εικονικότητας συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου ή εμπράγματου σ` αυτό δικαιώματος ή πλοίου,

15 δ ) απόφασης δικαστικής, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου, στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο και

ε)

σύμβασης μεταβίβασης ακινήτου το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα ή εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο ή πλοίο, η οποία καταρτίστηκε στο εξωτερικό με οποιοδήποτε εκεί νόμιμο ισχύοντα τύπο, για την οποία

Κατακύρωση σε συγκύριο

Μεταβίβαση σε εργολάβο από αντιπαροχή

Φόρος μεταβίβασης σε επίκληση

μεταβίβαση δεν καταβλήθηκε ο φόρος του παρόντος νόμου, αυτός που ζητά τη μεταγραφή ή τη σημείωση στο περιθώριο του βιβλίου μεταγραφών ή την καταχώρηση στο νηολόγιο 16 υποχρεώνεται, πριν από την ενέργεια της μεταγραφής κλπ. να επιδώσει δήλωση στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και να καταβάλει συγχρόνως το φόρο μεταβίβασης. Στη δήλωση, για την ανωτέρω περίπτωση δ΄, 17 επισυνάπτεται, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ακριβές αντίγραφο της σύμβασης που μεταγράφεται.

4. Αν ακίνητο ή πλοίο, το οποίο εκπλειστηριάστηκε, κατακυρωθεί σε κάποιον από τους συγκυρίους κατά ιδανικά μερίδια αυτού, σε φόρο του παρόντος υπόκεινται μόνο τα μερίδια των λοιπών συνιδιοκτητών ή συμπλοιοκτητών, κατά περίπτωση που περιέρχονται στον υπερθεματιστή. 18

5. Κατά τη μεταβίβαση σε εκτέλεση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, από τον οικοπεδούχο προς τον κατά κύριο επάγγελμα εργολήπτη, ο οποίος ανέλαβε την ανέγερση οικοδομής με αντιπαροχή με δικές του δαπάνες, ο φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται μόνον επί της αγοραίας αξίας των ποσοστών του οικοπέδου έστω και αν κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου έχουν ανεγερθεί

χρησικτησίας

από τον εργολήπτη κτίσματα. 19

6. Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου ή σύστασης άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο, από οποιαδήποτε αιτία γίνεται από το μεταβιβάζοντα επίκληση της κτήσης αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπό του, εκτός από το φόρο για την μεταβιβαστική αυτή σύμβαση, οφείλεται και φόρος μεταβίβασης για την κτήση με χρησικτησία, εκτός αν στο όνομα του μεταβιβάζοντος υπάρχει τίτλος μεταγραμμένος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί ή κατά

νόμο φορολογική δήλωση ή τα οικεία βιβλία μεταγραφών έχουν καταστραφεί.

Ο φόρος μεταβίβασης για την κτήση με χρησικτησία υπολογίζεται στην αξία της κυριότητας του ακινήτου ή του εμπραγμάτου δικαιώματος του χρόνου κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου και βαρύνει το μεταβιβάζοντα, αφαιρουμένων των επωφελών δαπανών που έγιναν από το

χρησιδεσπόζοντα. 20

Άρθρο 3 Φορολογητέα αξία ακινήτου

Χρόνος υπολογισμού αξίας

1. Για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου ή του εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο ή πλοίο, λαμβάνεται υπόψη:

α)

Η ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αν το οριστικό συμβόλαιο συντάσσεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την κατάρτιση του προσυμφώνου. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου.

Σε κάθε περίπτωση σύνταξης οριστικού συμβολαίου σε εκτέλεση προσυμφώνου και

ανεξάρτητα από το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου, στην αξία του ακινήτου δεν υπολογίζονται οι προσθήκες και βελτιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τον εκ προσυμφώνου αγοραστή μετά την υπογραφή του προσυμφώνου και πριν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, με την προϋπόθεση ότι κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου το συμφωνηθέν τίμημα και παραδόθηκε στον αγοραστή η νομή και κατοχή του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν για οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης τα οποία συντάσσονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανεξάρτητα από το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου. 21

β)

22 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

γ)

η ημέρα της μεταγραφής στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του παρόντος.

δ)

η ημέρα της έκθεσης του πλειστηριασμού σε μεταβίβαση ακινήτου κ.λπ. που διενεργείται κατόπιν αναγκαστικού ή εκούσιου πλειστηριασμού και

ε)

η ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου στις λοιπές περιπτώσεις.

2.

Για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου ή του εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο ή πλοίο λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται τα στοιχεία μεταβιβάσεων παρόμοιων περιουσιακών στοιχείων τα οποία προκύπτουν από άλλα συμβόλαια ή από εκτίμηση που έγινε για την επιβολή του φόρου κληρονομιών, δωρεών και προικών ή από άλλες εκτιμήσεις.

΄

Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία ή, κατά την κρίση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., αυτά που υπάρχουν είναι ανεπαρκή ή απρόσφορα, ο προσδιορισμός της αξίας γίνεται απ` αυτόν με τη χρήση οποιουδήποτε άλλου μέσου. 23

3. 24 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

23 Η παρ. 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245 ) είχε ως εξής: «2. Δια τον προσδιορισμόν της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ή του πλοίου λαμβάνονται υπ’ όψει και συνεκτιμώνται τα στοιχεία μεταβιβάσεων παρομοίων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία προκύπτουσιν εξ ετέρων συμβολαίων ή εξ εκτιμήσεως γενομένης δια την επιβολήν του φόρου κληρονομιών, δωρεών και προικών ή εξ εκτιμήσεως της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος προς παροχήν δανείων ή εξ εκτιμήσεων των ασφαλιστικών εταιρειών προς καταβολήν αποζημιώσεων. Εν περιπτώσει καθ’ ην ελλείπουν τα στοιχεία ταύτα ή, κατά την κρίσιν του Οικον. Εφόρου, τα υπάρχοντα είναι ανεπαρκή ή απρόσφορα ενεργείται υπό τούτου προσδιορισμός της αξίας δια χρήσεως παντός άλλου μέσου» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) τροποποιήθηκε ως άνω με την παρ. 2 του άρθρου 3 του κυρωτικού ν. 1587/1950 (Α΄ 294) και ισχύει από 01.01.1951.

Στη συνέχεια στην παρ. 3 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε, δεύτερο εδάφιο με την παρ. 9 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) ως εξής: «Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων

τις διατάξεις του άρθρου 41 του νόμου 1249/1982 (Α΄ 43)» και ίσχυσε από 23.03.1990. (Α΄245) καταργήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 10 του ν

2386/1996 (Α΄43) ως εξής: «9. Από την έναρξης ισχύος του παρόντος καταργείται η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950. Η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις ακινήτων, επιχειρήσεων, οι οποίες

Άρθρο 4 Φορολογικοί συντελεστές

Φόρος που μειώνεται στο ¼ σε:

Διανομή

1. Ο φόρος μεταβίβασης στην αξία του ακινήτου ή του εμπραγμάτου επί του ακινήτου δικαιώματος υπολογίζεται: 25

Α) Σε αυτούσια διανομή ακινήτων μεταξύ συγκυρίων, βάσει των συντελεστών της περίπτωσης Γ΄ της παρούσας παραγράφου, μειώνεται στο τέταρτο. Αν κατά τη διανομή οι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τις ιδανικές τους μερίδες και καταβάλλεται προς συμπλήρωση μιας ή περισσότερων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί στην αξία του τμήματος της μερίδας για την οποία καταβάλλεται τίμημα, υπολογίζεται βάσει των συντελεστών της περίπτωσης Γ΄ της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν πρόκειται για οικόπεδο του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτη λόγω μη πλήρωσης των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τις

διατάξεις περί κανονισμού της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και συντρέχει η υποπερίπτωση (α) της περίπτωσης Β΄ της παρούσας παραγράφου οπότε ο φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην περίπτωση αυτή. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση δημιουργίας μιας ή περισσοτέρων μερικότερων κοινωνιών για τα μερίδια που απαρτίζουν τις κοινωνίες αυτές. Σε περαιτέρω αυτούσια διανομή των ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων της μερικότερης κοινωνίας, από το φόρο, που αναλογεί στη νέα αυτή διανομή, εκπίπτεται ο φόρος που καταβλήθηκε κατά τη δημιουργία της μερικότερης κοινωνίας.

Ο φόρος που προσδιορίζεται βάσει των συντελεστών της περίπτωσης Γ΄ της παρούσας παραγράφου μειώνεται επίσης στο τέταρτο και στη μεταβίβαση, κατά τη διάλυση ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της ακίνητης περιουσίας της στα μέλη της, κατά το λόγο της εταιρικής τους μερίδας, εκτός αν έχει λάβει χώρα εκχώρηση της εταιρικής μερίδας κατά το τελευταίο πριν τη διάλυση της εταιρίας έτος, οπότε μειώνεται μόνο η αξία του ακινήτου η οποία αντιστοιχεί στα μερίδια που δεν έχουν εκχωρηθεί.

Άρθρο 5 Υποκείμενο του φόρου

Βαρυνόμενος με το φόρο

1. Ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί στο τίμημα μεταβίβασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο, βαρύνει τον αγοραστή. 26 Ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί στη διαφορά μεταξύ της αξίας και του τιμήματος μεταβίβασης και οι προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος βαρύνουν τον

αγοραστή ή τον υπερθεματιστή σε μεταβιβάσεις με πλειστηριασμό. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση κατά την οποία με τη μεταβίβαση πλοίου ή μεριδίου αυτού επέρχεται ταυτόχρονα και αλλαγή της σημαίας, ο φόρος και οι προσαυξήσεις κατά τα ανωτέρω βαρύνουν τον πωλητή.41

Βαρυνόμενος σε διανομή

Σε διανομή ακινήτων μεταξύ συγκυρίων ο φόρος βαρύνει καθέναν από αυτούς σε σχέση ανάλογη με την αξία της μερίδας του.

Βαρυνόμενος σε αναγκαστική

Σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για

απαλλοτρίωση

δημόσια ωφέλεια ο φόρος μεταβίβασης βαρύνει σε κάθε περίπτωση, τον υπόχρεο προς πληρωμή της αποζημίωσης.42

Βαρυνόμενος σε διπλή μεταβίβαση

2. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος:

α)

Ο εκ προσυμφώνου αγοραστής βαρύνεται με το φόρο που αναλογεί στο τίμημα της μεταβίβασης που αναγράφεται στο προσύμφωνο και 43

β)

Ο οριστικός αγοραστής βαρύνεται με το φόρο που αναλογεί σ` ολόκληρη την αξία του

36 Η υποπερίπτωση θ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 3104/1984 (Α΄ 313) ως εξής: «7. Εις το εδάφιον Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 προστίθεται ένατη περίπτωση ως εξής: και θ) επί μεταβιβάσεων συντελουμένων επί τη βάσει προσυμφώνων συνταχθέντων προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, εφ’ όσον κατά την κατάρτισην τούτων κατεβλήθη ολόκληρον το συμφωνηθέν τίμημα» και ίσχυσε από 30.12.1954.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση θ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 καταργήθηκε με την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 1084/1971 (Α΄ 277) από της ισχύος του, 23.12.1971.

37 Η περίπτωση Γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «Γ) Εις 9% επί πάσης άλλης περιπτώσεως» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η περίπτωση Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238 ) ως εξής: «Γ) Επί πάσης άλλης περιπτώσεως εις 9% δια το μέχρι τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών τμήμα της αγοραίας αξίας και εις 11% δια το πέραν του ποσού τούτου τμήμα αυτής» και ίσχυσε από 14.10.1980.

Στη συνέχεια η περίπτωση Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 αντικαταστάθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 2 του ν.2892/2001 (Α΄ 46) ως εξής: «Γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση σε 7% για το μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών τμήμα της αξίας και σε 9% για το πέραν του ποσού αυτού τμήμα της» και ίσχυσε από 09.03.2001.

Στη συνέχεια η περίπτωση Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242) ως εξής: «Γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση σε 7% για το μέχρι δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ τμήμα της αξίας και σε 9% για το πέραν του ποσού αυτού τμήμα της» και ίσχυσε από 19.10.2001.

Στη συνέχεια η περίπτωση Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) ως εξής: «Γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση σε 8% για το μέχρι είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ τμήμα της αξίας και σε 10% για το πέραν του ποσού αυτού τμήμα της» και ίσχυσε από 23.04.2010.

Τέλος η περίπτωση Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 ( Α΄ 294) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287) και με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 4223/2013, οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για μεταβιβάσεις που διενεργούνται από την 01.01.2014.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 1 του ν.δ. 3563/1956 (Α΄ 221) είχαν ως εξής: «Ο φόρος μεταβιβάσεως επί της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ορίζεται εις 5% δια τας περιπτώσεις του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» και εις 11% δια τας περιπτώσεις του εδαφίου γ’ της αυτής παραγράφου 1 του άρθρου 4 του νόμου τούτου. 2)….3) Οι υπό της προηγούμενης παραγράφου οριζόμενοι συντελεσταί του φόρου ισχύουσι μόνο προκειμένου περί μεταβιβάσεως ακινήτων κειμένων όπου υφίσταται Πυροσβεστική Υπηρεσία» και ίσχυσε από 06.10.1956. Στη συνέχεια η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 3563/1956 αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238) ως εξής: «1. Οι υπό των διατάξεων της περιπτώσεως Γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950, ως ισχύει, προβλεπόμενοι συντελεσταί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων ορίζονται από 9% εις 11% και από 11% εις 13% αντιστοίχως» και ίσχυσε από 14.10.1980. Στη συνέχεια με την παρ. 12 του άρθρου 2 του ν. 2892/2001 (Α΄ 46) αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι συντελεστές φόρου μεταβίβασης ακινήτων που ορίζονται με τις διατάξεις της περίπτωσης Γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950, αυξάνονται από 7% σε 9% και από 9% σε 11% αντίστοιχα» και ίσχυσε από 09.03.2001. Στη συνέχεια με την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) καταργήθηκε το ν.δ. 3563/1956 (Α΄ 221) περί των πόρων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας από της ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή από 23.04.2010.

38 Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: « 2. Ο φόρος μεταβιβάσεως επί της αξίας του πλοίου ή μεριδίου αυτού ορίζεται: A) Εις 1% : α) επί πωλήσεως πλοίου, επί σκοπώ διαλύσεώς του, με αντίτιμον κατώτερον του ημίσεος της τιμής κτήσεως του και εφ’ όσον η διάλυσις ήθελε πραγματοποιηθεί εν τη ημεδαπή εντός διετίας από της ημέρας της πωλήσεως του και β) επί συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιρειών δια συστάσεως νέας ή δια συγχωνεύσεως ή εξαγοράς μιας ή πλειόνων ανωνύμων ημεδαπών εταιρειών υπό άλλης συνεπεία της οποίας συντελείται μεταβίβασις πλοίων η μεριδίου αυτών και Β) Εις 2% επί πάσης άλλης περιπτώσεως» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2246/1952 (Α΄ 282) προστέθηκε στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου

4του ν.1587/1950 εδάφιο ως εξής:

«Εξαιρετικώς απαλλάσσεται από παντός φόρου και τέλους κατά τον παρόντα Νόμον ήεις τας κατά το τρίτον εδάφιον της παραγράφου 2 του άρθρου 15

του Κώδικος των Νόμων περί τελών χαρτοσήμου,συνιστωμένας εταιρίας ή και εις οιασδήποτε άλλας συνεστημένας ναυτιλιακάς εταιρείας εισφορά πλοίων εν γένει ήμεριδίων αυτών, ως και η υπ’ αυτών αγορά τοιούτων. Η εν λόγω απαλλαγή χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι εντός24

Αλληλέγγυα ευθύνη

μεταβιβαζόμενου περιουσιακού στοιχείου την οποία είχε αυτό την ημέρα κατάρτισης της οριστικής σύμβασης μεταβίβασής του.

3. Για πέντε χρόνια από την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου ευθύνεται αλληλέγγυα μαζί με τον αγοραστή και κάθε άλλος κάτοχος του περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάζεται, για το φόρο μεταβίβασης και τις προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος.

προθεσμίας έξ μηνών από της εισφοράς το κεφάλαιον της εταιρείας θα καλύπτηται κατά τα τέσσερα πέμπτα (4/5) αυτού δια πλοίων υπό ελληνικήν σημαίαν. Ως τοιαύτα ειδικώς δια την κάλυψιν του κεφαλαίου θεωρούνται και τα υπό ναυπήγησιν εφ’ όσον το σύμφωνον ναυπηγήσεως υπεγράφη εντός της αυτής προθεσμίας. Η μη πραγματοποίησις της άνω προϋποθέσεως συνεπάγεται την καταβολήν του οφειλόμενου κατά τον παρόντα νόμο φόρου» και ίσχυσε από 07.10.1952.

Στη συνέχεια με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν.δ. 3415/1955 (Α΄ 280) η οποία είχε ως εξής: «Πάσα διάταξις του νόμου 1587/1950, ως ούτος τροποποιηθείς ισχύει σήμερον, εξαιρέσει της δια της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Ν. 2246/1952 γενομένης προσθήκης εις την παράγραφον 2 του άρθρου 4 του Ν. 1587/1950 ως και των διαδικαστικών διατάξεων, αναφερομένη εις την μεταβίβασιν πλοίων καταργείται» καταργήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 4 παραμένοντας όμως σε ισχύ η προσθήκη του εδαφίου ως άνω, από της ισχύος του, 08.10.1955.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 4 του ν.δ. 3415/1955 (Α΄ 280) ορίζονται τα εξής: «1. Ο φόρος μεταβιβάσεως πλοίων, εις περίπτωσιν εκποιήσεως ολοκλήρου ή ιδανικού μεριδίου αυτών εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθορίζεται εις έν (1) δολλάριον κατά κόρον καθαράς χωρητικότητος ή εις αντίστοιχον ποσόν χαρτίνων Αγγλικών λιρών, ή προκειμένου περί εκποιήσεως συντελουμένης εν Ελλάδι αντίστοιχον ποσόν δραχμών*, εξευρισκόμενα επί τη βάσει της ισχυούσης κατά την χρονολογίαν της καταβολής επισήμου ισοτιμίας μεταξύ των εν λόγω νομισμάτων. Εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου πλοίου ο φόρος υπολογίζεται επί της αναλογούσης εις αυτό καθαράς χωρητικότητος. ……3. Πλοία τιθέμενα υπό Ελληνικήν σημαίαν απαλλάσσονται κατά την πρώτην νηολόγησίν των ως και κατά την διάρκειαν της παραμονής των υπό την Ελληνικήν σημαίαν, εξ οιασδήποτε, εξαιρέσει του Ταμείου Συντάξεως Νομικών εισφοράς ή κρατήσεως υπέρ τρίτων ή δικαιωμάτων επί τη συντάξει συμβολαίων και λοιπών πράξεων, απαιτουμένων δια την υπαγωγήν των υπό την Ελληνικήν σημαίαν ως και δια την παραχώρησιν δικαιώματος εγγραφής ναυτικών υποθηκών και σύνταξιν υποθηκοσυμφώνων ή εγγραφήν υφισταμένων υποθηκών εις τα οικεία βιβλία και την εκ τούτων εξάλειψιν αυτών». * Επισημαίνεται δε ότι σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 28 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242), τα δραχμικά ποσά που ισχύουν την 31.12.2001, από 1.1.2002 μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την οριστική ισοτιμία 1 ευρώ = 340,750 δραχμές, για τις λοιπές μη μνημονευόμενες περιπτώσεις.

39 Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «3. Εκ του επί τη βάσει της δηλώσεως εισπραττομένου φόρου της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου αποδίδονται: α) Εις τους δήμους και κοινότητας ποσοστόν 7.50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικό λογ/σμόν υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων». β) Εις τα επαρχιακά ταμεία οδοποιίας ποσοστόν 2,50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδας εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμον υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ των Ταμείων Επαρχιακής Οδοποιίας». γ) Εις το ταμείον συντάξεως νομικών ποσοστόν 10% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμον υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Νομικών», και δ) Εις τους αμίσθους φύλακας μεταγραφών ποσοστόν επί της δηλωθείσης αξίας 0,80% δια τμήμα μέχρι δύο εκατομμυρίων δραχμών, 0,60% δια τμήμα ετέρων τριών εκατομμυρίων δρχ και 0,20% ο δια το υπέρ τα πέντε εκαταμμύρια δρχ ποσόν, κατατιθέμενον επ’ ονόματι των δικαιούχων εις την Τράπεζαν της Ελλάδος. Επί αποσβέσεως πραγματικού δικαιώματος υποκειμένης εις φόρον μεταβιβάσεως, επί διανομής, ως και επί μεταβιβάσεως διεπομένης υπό των διατάξεων του ΚΗ’ Ψηφίσματος, τα αποδιδόμενα εις τους αμίσθους φύλακας μεταγραφών ποσά μειούται εις το ήμισυ» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 3 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) ως εξής: «3. Εκ του επί τη βάσει της δηλώσεως εισπραττομένου φόρου της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου αποδίδονται: α) Εις τους δήμους και κοινότητας ποσοστόν 7.50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμόν υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων». β) Εις τα επαρχιακά ταμεία οδοποιίας ποσοστόν 2,50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδας εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμον υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ των Ταμείων Επαρχιακής Οδοποιίας» και γ) Εις το ταμείον συντάξεων νομικών ποσοστόν 10% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμον υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Νομικών» και ισχύει από 01.01.1951.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν.δ. 3033/1954 (Α΄ 258) ορίζονται τα εξής: «1. Επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων πρόσθετον ποσοστόν τρία τοις εκατόν (3 %) επί των κάτωθι δημοσίων φόρων των από του 1954-55 και εφεξής οικονομικών ετών :……. γ) του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Με τις παρ. 1 και 2 του μόνου άρθρου του ν.δ. 317/1969 (Α΄ 211) προβλέπονται τα εξής: «1. Οι βάσει των ισχυουσών διατάξεων επιβαλλόμενοι υπέρ του Δημοσίου, των Δήμων και Κοινοτήτων και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας φόροι, κατά την εξ επαχθούς αιτίας μεταβίβασιν ακινήτων ή πλοίων, θεωρούνται εφεξής ως έσοδον του Δημοσίου και βεβαιούται δι’ 25

4 44 . ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

Άρθρο 6 Απαλλαγές από το φόρο

Απαλλάσσονται από το φόρο μεταβίβασης, ο οποίος βαρύνει τον αγοραστή:

α)

η μεταβίβαση στους πρόσφυγες,

ενός ποσού. 2. Εκ των κατά τα ανωτέρω εισπραττομένων εσόδων αποδίδονται εις τους κατωτέρω δικαιούχους τα έναντι εκάστου αναγραφόμενα ποσοστά: α) Εις το Ταμείον Νομικών 7,50%, β) Εις την Πυροσβεστικήν Υπηρεσίαν 11,00% γ) Εις τα Νομαρχιακά Ταμεία Οδοποιίας 1,50% δ) Εις τους Δήμους και Κοινότητας του Κράτους 3,00%» και ισχύουν από 01.01.1970.

Με την παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4) το εδάφιο Α΄ της παρ. 2 του μόνου άρθρου του ν.δ. 317/1969 (Α΄ 211) αντικαταστάθηκε ως εξής: «α) Στο Ταμείο Νομικών 10%» και ισχύει από 01.02.1985.

Με την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) διαγράφεται η φράση «και της Πυροσβεστικής υπηρεσίας» της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του νδ 317/1969 και με την παρ. 4 καταργείται η περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του μόνου άρθρου του ν.δ. 317/1969 και οι περιπτώσεις γ’ και δ’ αναριθμούνται σε β΄ και γ’ αντίστοιχα από της δημοσιεύσεώς του από 23.04.2010.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 7 του ν. 3155/1955 (Α΄ 63) ορίζονται τα εξής: «1. Πόροι των Ταμείων Οδοποιίας είναι :……..3) Τα υπό του άρθρου 4 του Νόμου 1587/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» προβλεπόμενον έσοδον των Ειδ. Ταμείων Επαρχ. Οδοποιίας» και ισχύει από 01.07.1955.

Με τις παρ. 1 και 4 του άρθρου 7 του ν. 3620/1956 (Α΄ 279) ορίζονται τα εξής: «1. Εις το νομαρχιακόν ταμείον συγχωνεύεται δυνάμει του παρόντος το ταμείον οδοποιίας νομού 4. Αι διατάξεις του αυτού ν. 3155/1955 αι αφορώσαι εις την επιβολήν τοπικών εισφορών υπέρ της επαρχιακής οδοποιίας ισχύουσι και εφαρμόζονται προκειμένου περί των εν παρ. 1 στοιχ. β` του άρθρ. 3 του παρόντος πόρων» και ισχύουν από 16.11.1956.

Με τις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 36 του ν. 2218/1994 (Α΄ 90), οι οποίες είχαν ως εξής: «1. Τα νομαρχιακά ταμεία , τα ταμεία γεωργίας, κτηνοτροφίας και δασών και τα ταμεία προστασίας ελαιοπαραγωγής καταργούνται αυτοδικαίως, με την έναρξη της λειτουργίας της Ν.Α.. Για την κατάργηση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον αρμόδιο νομάρχη. 2. Οι Αρμοδιότητες των ταμείων αυτών περιέρχονται μετά την κατάργηση τους, στην αρμόδια κατά τόπο νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. 3. Οι πόροι των ταμείων αυτών μετά την κατάργησή τους είναι πόροι των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων» και ισχύουν από 13.07.1994.

Με την παρ. 1 του άρθρου 50 του β.δ. 24-09/20.10.1958 (Α΄ 171) ορίζονται τα εξής: «1. Επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων πρόσθετον ποσοστόν τρία τοις εκατόν (3%) επί των κάτωθι δημοσίων φόρων των από του 1954-1955 και εφεξής οικονομικών ετών: α)….β)….γ) του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» και ισχύει από 20.10.1958.

Με την παρ. 14 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 (Α΄ 85), η οποία προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 6α του ν.4393/2016 (Α΄ 106) ορίσθηκε ότι καταργούνται οι πόροι που προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 150 του ν. 3655/2008, ήτοι το 10 % επί μεταβίβασης ακινήτων υπέρ Ταμείου Νομικών.

40 Η παρ. 1 του άρθρου 5 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «Ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί του τιμήματος μεταβιβάσεως του αναγραφομένου εις το συμβόλαιο βαρύνει: α) Τον αγοραστήν, προκειμένου περί μεταβιβάσεως προς αυτόν ακινήτου ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου, υπό των προσώπων των αναγραφομένων εις την περίπτωσιν Β΄ του εδαφίου στ΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος και β) Τον πωλητήν επί πάσης άλλης περιπτώσεως. Ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της διαφοράς μεταξύ αξίας και του τιμήματος μεταβιβάσεως και αι προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος βαρύνουσι τον αγοραστήν, νοουμένου ως τοιούτου και του υπερθεματιστού επί μεταβιβάσεων δια πλειστηριασμού. Επί διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων ο φόρος βαρύνει έκαστον τούτων κατά σχέσην ανάλογον προς την αξίαν της μερίδος του» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) είχε ως εξής: «Ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί του τιμήματος μεταβιβάσεως του αναγραφομένου εις το συμβόλαιο βαρύνει: α) Τον αγοραστήν, προκειμένου περί μεταβιβάσεως προς αυτόν ακινήτου ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή πλοίου, υπό των προσώπων των αναγραφομένων εις την περίπτωσιν στ΄ του εδαφίου Β΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος και β) Τον πωλητήν επί πάσης άλλης περιπτώσεως. Ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της διαφοράς μεταξύ αξίας και του τιμήματος μεταβιβάσεως και αι προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος βαρύνουσι τον αγοραστήν, νοουμένου ως τοιούτου και του υπερθεματιστού επί μεταβιβάσεων δια πλειστηριασμού. Επί διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων ο φόρος βαρύνει έκαστον τούτων κατά σχέσην ανάλογον προς την αξία της μερίδος του» και ίσχυσε από 01.01.1951.

Στη συνέχεια το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) μέχρι και του στοιχείου (β) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και ισχύει από 23.03.1990.

41 Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) προστέθηκε ως άνω με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3104/1954 (Α΄ 313) ως εξής: «8. Εις το προτελευταίον εδάφιον της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του αυτού ως άνω Νόμου προστίθεται η ακόλουθος περίοδος: «Κατ’ εξαίρεσιν, εις περίπτωσιν καθ’ ην δια της μεταβιβάσεως

26

Απαλλαγή προσφύγων

Απαλλοτρίωση κτημάτων

Απαλλαγή Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., ιερών ναών και ιερών μονών.

σύμφωνα με τις διατάξεις του Β. Διατάγματος της 15/28 Ιουλίου 1938 «περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας» καθώς και η μεταβίβαση κλήρων που, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, ανήκουν στο Δημόσιο, 45

β ) 46 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

β)

η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγροτικού κώδικα,

δ ) 47 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

γ)

η μεταβίβαση, στην οποία αγοραστής είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., οι δήμοι, οι

πλοίου ή μεριδίου αυτού επέρχεται και ταυτόχρονος αλλαγή της σημαίας, ο κατά τα ανωτέρω φόρος και αι προσαυξήσεις βαρύνουν τον πωλητή» και ισχύει από 30.12.1954.

42 Το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 5 του α.ν. 1521/1950 προστέθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 814/1978 (Α΄ 144) ως εξής: [«1. Εις το τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Α.Ν. 1521/1950, κυρωθέντος δια του Ν. 1587/1950, ως ισχύει, προστίθεται εδάφιον, έχον ούτω: «…….»] και ισχύει από 13.09.1978.

43 Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του α.ν.1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «α) ο πωλητής βαρύνεται με τον φόρον τον αναλογούντα επί του τιμήματος της μεταβιβάσεως του αναγεγραμμένου εις το προσύμφωνον και» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του α.ν.1521/1950(Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω, με την παρ.13 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και ισχύει από 23.03.1990.

44 Η παρ. 4 του άρθρου 5 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «Ο κατά την παραγρ. 3 του άρθρου 2 του παρόντος δηλών δικαιούται, δια το τμήμα του φόρου το βαρύνον τον πωλητήν, εις παρακράτησιν τούτου εκ του τιμήματος ή εις αναγωγήν κατά του βαρυνομένου δι’ αυτού» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 5 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και ισχύει από 23.03.1990.

45 Η περίπτωση α΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «α) η μεταβίβασις εις τους πρόσφυγας, κατά τα διατάξεις του νόμου 3764, ως και η μεταβίβασις κλήρων κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Κώδικος, ακινήτων ανηκόντων εις το Δημόσιον» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η περ. α΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω, με την παρ. 2 του άρθρου 20 του ν.2246/1952 (Α΄ 282) και ισχύει από 01.01.1951.

46 Η περίπτωση β΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: « β) η μεταβίβασις ακινήτων λόγω κυρώσεως ανωμάλων δικαιοπραξιών κατά τους Νόμους 4399 και 4724» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η περίπτωση β΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1084/1971 (Α΄ 277) και ισχύει από 28.12.1971.

47 Η περίπτωση δ΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «δ) η αξία του διανεμομένου ακινήτου εις τα μέλη του υπό συνεταιρισμού μη κερδοσκοπικού δια την οποίαν κατεβλήθη υπό του συνεταιρισμού φόρος μεταβιβάσεως κατά την αγορά του διανεμομένου ακινήτου» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η περ. δ΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1587/1950 (Α΄ 294) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 20 του Ν. 2246/1952 (Α΄ 82) ως εξής: «δ) η αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου εις τα μέλη του υπό συνεταιρισμού μη κερδοσκοπικού, επί της οποίας κατεβλήθη φόρος μεταβιβάσεως κατά την υπό του συνεταιρισμού αγοράν του μεταβιβαζομένου ακινήτου» και ισχύει από 01.01.1951.

Στη συνέχεια στην περίπτωση δ΄ του άρθρου 6 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 11 του ν.4459/1965 (Α΄35) δεύτερη περίοδος ως εξής: «Κτίσματα ανεγερθέντα δαπάναις ή δια λογαριασμόν των μελών μετά την προς τον συνεταιρισμόν μεταβίβασιν δεν υπόκεινται εις φόρον» και ίσχυσε από 05.03.1965.

Στη συνέχεια η περίπτωση δ΄ του άρθρου 6 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) που κυρώθηκε με το ν. 1587/1950 (Α΄ 294) καταργήθηκε με την περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.1084/1971 (Α΄ 277) και οι μέχρι τότε περιπτώσεις γ΄, ε΄, στ΄, και ζ΄ αριθμούμενων στο εξής εις β΄, γ΄, δ΄, και ε΄, αντιστοίχως από της δημοσιεύσεώς τους, 28.12.1971.

Ανάκληση απαλλοτρίωσης

Απαλλαγή μεταλλείων

Απαλλαγή στη μεταβίβαση από συνεταιρισμό στα μέλη του

Απαλλαγή στην αναγκαστική

απαλλοτρίωση

Απαλλαγή στα ανταλλασσόμενα ακίνητα του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.

κοινότητες, οι ιεροί ναοί και οι ιερές μονές, 27

δ)

η ανάκληση απαλλοτρίωσης,

ε)

η μεταβίβαση μεταλλείου για το οποίο καταβλήθηκε ο φόρος του Νόμου 210/1973 , 28

στ)

η αξία του ακινήτου που μεταβιβάζεται από μη κερδοσκοπικό συνεταιρισμό στα μέλη του, κατά το ποσοστό που αυτή υποβλήθηκε σε φόρο μεταβίβασης κατά την αγορά του μεταβιβαζόμενου ακινήτου από το συνεταιρισμό. 29

ζ)

η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. 30

η)

η σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων μεταξύ του Δημοσίου και Νομικών Προσώπων

Δημοσίου Δικαίου. 31

θ)

ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ . 32

Άρθρο 7Δήλωση

Υπόχρεοι σε δήλωση

Αρμόδιος για τη σύνταξη της δήλωσης

1. Πριν από κάθε μεταβίβαση με επαχθή αιτία οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να υποβάλλουν κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης στη Φορολογική Διοίκηση. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δήλωση συμπληρώνεται από τον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη. Οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να προσκομίσουν στο συμβολαιογράφο όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για την ορθή σύνταξη της δήλωσης από αυτόν και στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης τα νόμιμα δικαιολογητικά 33 .

Εκπρόσωποι των υπόχρεων σε υποβολή δήλωσης

Υπόχρεος σε πλειστηριασμό

Υπόχρεος σε απαλλοτρίωση

2. Όταν οι υπόχρεοι είναι φυσικά πρόσωπα η δήλωση υποβάλλεται από τους ίδιους ή από τους πληρεξουσίους τους ή από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Όταν οι υπόχρεοι είναι νομικά πρόσωπα η δήλωση υποβάλλεται από τους αντιπροσώπους τους ή από τους πληρεξουσίους τους.

(3) . ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 34

(4) . ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 35

3. (5) Η ακρίβεια του περιεχομένου της δήλωσης βεβαιώνεται υποχρεωτικά με την υπογραφή των συμβαλλόμενων ή των πληρεξουσίων τους κ.λπ 36

4. (6) (2) Σε περιπτώσεις εκούσιων και δικαστικών πλειστηριασμών, όπως και σε περιπτώσεις αναγκαστικής λόγω χρέους μεταβίβασης ακινήτου ή πλοίου, η δήλωση επιδίδεται από τον υπερθεματιστή μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και πάντως πριν από τη σύνταξη της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

Σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για δημόσια ωφέλεια, επιδίδεται δήλωση φόρου μεταβίβασης, από τον υπόχρεο προς πληρωμή της αποζημίωσης ή από εκείνους που ενεργούν κατά το νόμο για λογαριασμό του, πριν την καταβολή της προσωρινά ή

οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης και καταβάλλεται από αυτούς ολόκληρος ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί.

Η παρακατάθεση της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά απαγορεύεται, αν δεν προσκομισθεί κυρωμένο αντίγραφο της δήλωσης που υποβλήθηκε. 37

7 (3) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 38

8 (4) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 39

9. (5) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚ Ε 40

10. (6) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 41

Δήλωση για συμβόλαια που συντάσσονται στο εξωτερικό

Τρόπος, Χρόνος και Διαδικασία υποβολής δήλωσης

5 (11) (7) Κατά τη μεταβίβαση ακινήτων ή πραγματικών δικαιωμάτων σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα ή πλοίων, που συντελείται στην αλλοδαπή ενώπιον ελληνικής προξενικής Αρχής, η δήλωση επιδίδεται στην Αρχή αυτή από την οποία διαβιβάζεται με απόδειξη, στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., ο οποίος και εκδίδει το αντίγραφο της δήλωσης. 42

12. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής της δήλωσης, η υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στην οποία υποβάλλεται, τα στοιχεία που συμπληρώνονται για την ακριβή περιγραφή του ακινήτου, τα στοιχεία που υποχρεωτικά αναγράφονται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο για την απόδειξη της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων, τα νόμιμα δικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. 43

Άρθρο 8 Καταβολή του φόρου

Καταβολή φόρου μεταβίβασης ακινήτων

1. Ο φόρος μεταβίβασης καταβάλλεται ολόκληρος με τη δήλωση. 44

Διαδικασία προεκτίμησης

2 . 45 Μέσα σε προθεσμία πέντε (5) εργασίμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης φόρου μεταβίβασης για ακίνητα, τα οποία δεν εντάσσονται στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας, ενεργείται προσωρινός προσδιορισμός της αγοραίας αξίας τους από την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται το ακίνητο, με βάση συγκριτικά στοιχεία, τα βιβλία τιμών ή και άλλα τυχόν στοιχεία.

Αποδοχή προεκτίμησης

Αν η δηλωθείσα αξία συμπίπτει με την προσωρινή, αυτή κρίνεται ειλικρινής. Αν δεν συμπίπτει, ο φορολογούμενος μέσα σε δύο (2) μήνες από τον προσδιορισμό της προσωρινής αξίας δύναται να την αποδεχθεί και να υποβάλλει τροποποιητική δήλωση, η οποία θεωρείται εμπρόθεσμη. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, καθορίζονται ο τρόπος, η διαδικασία υποβολής της δήλωσης, τα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

. 46 Εφόσον το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή για την οποία έχει εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Οικονομικών για την ανάθεση σε πιστοποιημένους εκτιμητές της σύνταξης εισήγησης για τον καθορισμό των τιμών

εκκίνησης, όπως ορίζεται στην παρ. 1Β του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α΄ 43), και δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από την έκδοσή της, δεν ενεργείται προσωρινός προσδιορισμός της αγοραίας αξίας αυτού σύμφωνα με την παρ. 2 και εκδίδεται πράξη προσδιορισμού του φόρου με βάση τη δηλωθείσα αξία. Εντός τριών (3) μηνών από την ένταξη της περιοχής στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, υποβάλλεται από τον αγοραστή νέα δήλωση με βάση την αντικειμενική αξία του ακινήτου και εκδίδεται νέα πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου με συμψηφισμό του φόρου της αρχικής δήλωσης. Αν παρέλθει το εξάμηνο από την έκδοση της απόφασης της παρ. 1Β του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 και δεν έχει εκδοθεί η απόφαση καθορισμού τιμών εκκίνησης κατά την παρ. 1Γ του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης μέσα σε έναν (1) μήνα από το τέλος του εξαμήνου ενεργεί προσωρινό προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου με ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων στην παρ. 2.

Για την εφαρμογή της παρούσας, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών για το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας ακινήτων υποχρεούται να ενημερώνει αμελλητί τη Φορολογική Διοίκηση για την έκδοση απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για την ανάθεση σε πιστοποιημένους εκτιμητές της σύνταξης εισήγησης για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης, όπως ορίζεται στην παρ. 1Β του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, για την έκδοση της απόφασης καθορισμού των τιμών στην περιοχή, καθώς και για την παρέλευση εξαμήνου χωρίς την έκδοση απόφασης καθορισμού τιμών.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

3. Σε περίπτωση που το τίμημα, σε

μεταβιβαστικό συμβόλαιο, ή το εκπλειστηρίασμα, σε αναγκαστικό ή εκούσιο πλειστηριασμό, είναι μεγαλύτερο από την αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ο φόρος επιβάλλεται στη μεγαλύτερη αξία . 47

4. Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί δήλωση μέσα στην ανωτέρω προθεσμία, ενεργείται έλεγχος σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, χωρίς η ανωτέρω προσωρινή αξία να δεσμεύει τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατόπιν ελέγχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, ούτε και κατά τη μεταβίβαση άλλων πλησιόχωρων ομοειδών ακινήτων. 48

5. Σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης με την οποία μειώνεται η φορολογητέα αξία, εκδίδεται πράξη προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 34 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022 Α΄ 206). Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται τα όργανα, οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα κριτήριά, ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την επαλήθευση της ορθότητας και πληρότητας

των υποβαλλόμενων δηλώσεων. 49

6 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚ Ε 50

Άρθρο 9 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ 51

Από την 01.01.2014 52 εφαρμόζονται στη Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ), όπως ίσχυσε αρχικά δυνάμει των ν. 4174/2013 – Α΄ 170/26.7.2013 και ν. 4987/2022 – Α΄ 206/03.11.2022 και όπως ισχύει σήμερα με τον ν. 5104/2024 – Α΄58/19.4.2024. Ειδικότερα, για την επιβολή κυρώσεων (προστίμων/τόκων) εφαρμόζονται τα άρθρα 53 και 54 του ΚΦΔ.

Άρθρο 10 Έλεγχος Δήλωσης 53

(Ο φορολογικός έλεγχος των υποθέσεων διέπεται από τον ΚΦΔ (σχετ. άρθρα 27-35 του νόμου αυτού σε συνδυασμό με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του ΚΦΔ απόφαση του Διοικητή, με αριθμ. Δ.ΟΡΓ.Α 1065199 ΕΞ/20-07-2022 -Β΄ 3866/22-07-2022), όπως ισχύει)

Ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. ενεργεί έλεγχο τηςδήλωσης του φόρου μεταβίβασης,αναθέτοντας την εκτίμηση της αξίας του

μεταβιβασθέντος ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος στο ακίνητο ή του πλοίου στους κατά την κρίση του κατάλληλους οικονομικούς ή άλλους δημοσίους υπαλλήλους ή σε υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας ή σε μηχανικούς, κ.λπ. οι οποίοι υποχρεούνται, εντός χρονικού διαστήματος όχι πέραν των 10 ημερών, να του υποβάλουν το πόρισμά τους. Από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. μπορεί να ζητηθεί και η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, από το

Στη συνέχεια το άρθρο 9 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω, με την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) και ισχύει από 01.05.1974.

Από 12.09.1997 και έως την 1.1.2014, οπότε και εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΦΔ, ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179) οι οποίες είχαν ως εξής: «Άρθρο 1.

1.

Αν ο κατά τη φορολογική νομοθεσία υπόχρεος να υποβάλει δήλωση και ανεξάρτητα από την πρόθεσή του να αποφύγει ή όχι την πληρωμή φόρου:

α)

υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του οφειλόμενου με τη δήλωση φόρου για κάθε μήνα καθυστέρησης,

β)

υποβάλει ανακριβή δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε λόγω της ανακρίβειας, για κάθε μήνα καθυστέρησης,

γ)

δεν υποβάλει δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,50%) επί του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε λόγω μη υποβολής δήλωσης, για κάθε μήνα καθυστέρησης.

2.

Στο φόρο προστιθέμενης αξίας, στο φόρο κύκλου εργασιών και στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές τα παραπάνω ποσοστά πρόσθετων φόρων ορίζονται σε ενάμισι τοις εκατό (1,50%) για την εκπρόθεσμη δήλωση, σε τρία τοις εκατό (3%) για την ανακριβή δήλωση και σε τριάμισι τοις εκατό (3,50%) για τη μη υποβολή δήλωσης.

3.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και όταν από την κείμενη νομοθεσία προβλέπεται απόδοση φόρου εντός ορισμένης προθεσμίας χωρίς την υποβολή δήλωσης, οπότε ως εκπρόθεσμη δήλωση νοείται η εκπρόθεσμη απόδοση του φόρου, ως ανακριβής δήλωση νοείται η ελλιπής απόδοση του φόρου και ως μη δήλωση θεωρείται η μη απόδοση του φόρου που οφείλεται. Εξαιρετικά, οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων που καταβάλλονται με ειδικό σήμα και το τέλος διενέργειας ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων.

4.

Ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται υφίσταται διαφορά, ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή. Στη φορολογία του ν.δ.118/1973 (202 Α΄) δεν θεωρείται ανακρίβεια της δήλωσης και δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας, όταν η διαφορά μεταξύ της αξίας ολόκληρης της κληρονομικής μερίδας ή κληροδοσίας που δηλώθηκε δεν είναι μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας τους που οριστικά καθορίσθηκε, μετά την έκπτωση του παθητικού. Όταν συνυπολογίζονται και προγενέστερες δωρεές, γονικές παροχές ή προίκες λαμβάνονται υπόψη και συγκρίνονται τα αθροίσματα των μερίδων των δωρεών, γονικών παροχών ή προικών, που δηλώθηκαν και οριστικά καθορίσθηκαν. Αν η αξία των δωρεών, γονικών παροχών και προικών, που συνυπολογίζονται δεν είναι οριστική, λαμβάνεται υπόψη αυτή που δηλώθηκε, με την επιφύλαξη της διενέργειας νέας εκκαθάρισης μετά την οριστικοποίησή της. Στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων και στο φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας δεν θεωρείται ανακρίβεια της δήλωσης όταν η διαφορά μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και αυτής που προσδιορίστηκε με βάση το σύστημα των συγκριτικών στοιχείων δεν υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%). Σε περίπτωση ανακρίβειας των περιγραφικών στοιχείων των ακινήτων στη φορολογία κεφαλαίου γενικά και ανεξάρτητα από το σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας αυτών, η δήλωση θεωρείται πάντοτε ανακριβής και επιβάλλεται πρόσθετος φόρος έστω και αν η διαφορά φόρου δεν υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%).

5.

Όταν έχει υποβληθεί εκπρόθεσμη συμπληρωματική δήλωση, ως φόρος που προκύπτει με τη δήλωση θεωρείται το συνολικό ποσό φόρου αρχικής και συμπληρωματικής δήλωσης. Σε περίπτωση καταλογισμού ποσού φόρου μετά από έλεγχο, ο πρόσθετος φόρος ανακρίβειας επιβάλλεται στη διαφορά του φόρου μεταξύ του ποσού που προκύπτει με την αρχική συν τη συμπληρωματική δήλωση και του ποσού του φόρου που από έλεγχο καταλογίζεται.

6.

Σε περίπτωση μερικής διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, για τον προσδιορισμό της ανακρίβειας επί της τυχόν επιπλέον διαφοράς που προσδιορίζεται από το δικαστήριο, λαμβάνεται υπόψη η διαφορά μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογητέα ύλη που προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο και του φόρου που αναλογεί στη φορολογητέα ύλη που προέκυψε από τη μερική διοικητική επίλυση της διαφοράς.

7.

Στη φορολογία κεφαλαίου ως παράλειψη υποβολής δήλωσης θεωρείται η μη αναγραφή περιουσιακών στοιχείων στη δήλωση που υποβλήθηκε, καθώς και η σύμβαση δωρεάς που με το συμβόλαιο χαρακτηρίσθηκε εικονικά ως αγοραπωλησία. Στην περίπτωση αυτή ο πρόσθετος φόρος υπολογίζεται επί της διαφοράς του φόρου τον οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο λόγω της εικονικότητας. Σε ανακρίβεια δηλωθέντων και παράλειψη δήλωσης άλλων περιουσιακών στοιχείων οι Πρόσθετοι φόροι ανακρίβειας και παράλειψης υποβολής της δήλωσης υπολογίζονται

39

Έκδοση αρχικού φύλλου ελέγχου

Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών.

Ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. δικαιούται να προσδιορίσει αξία μεγαλύτερη ή μικρότερη αυτής που καθορίσθηκε από τους εκτιμητές αναγράφοντας λεπτομερώς στο τέλος της έκθεσης εκτίμησης τα στοιχεία, στα οποία βασίζει την κρίση του αυτή.

2 Με βάση το πόρισμα της προηγούμενης παραγράφου καταρτίζεται φύλλο ελέγχου, το

επιμεριστικά.

8.

Πρόσθετος φόρος δεν επιβάλλεται εφόσον ο φορολογούμενος: α) ακολούθησε τις εγκυκλίους του Υπουργείου των Οικονομικών ή έγγραφες θέσεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση. Ο φορολογούμενος πάντως δεν μπορεί να επικαλεσθεί τις άνω εγκυκλίους ή έγγραφα, εφόσον δόθηκε από το Σ.τ.Ε. αντίθετη ερμηνεία στις σχετικές διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας. Στην τελευταία περίπτωση η φορολογική αρχή επιβάλλει πρόσθετο φόρο μετά την ανάκληση των πιο πάνω εγκυκλίων ή εγγράφων και β) υπέβαλε συμπληρωματική δήλωση με την οποία αποδέχεται το τεκμαρτό ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές, όπως αυτό είχε προσδιορισθεί με βάση τα στοιχεία έγγραφης πρόσκλησης του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 22 του ν. 2238/1994 (151 Α`). [Η περ. β’ της παρ. 8 καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2003, για εισοδήματα που αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή και μετά, με την παρ. 16 άρθρου 2 του ν. 3091/2002].

Άρθρο 2
1.

Τα ποσοστά πρόσθετων φόρων, που ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο υπολογίζονται κατ` αρχήν μέχρι την έκδοση της οικείας καταλογιστικής πράξης του φόρου. Ειδικά στην περίπτωση οριστικοποίησης της καταλογιστικής πράξης λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, τα ως άνω ποσοστά πρόσθετων φόρων υπολογίζονται μέχρι το χρόνο οριστικοποίησης της πράξης.

2.

Όταν εκδοθεί απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου ενεργείται, με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά από την πρωτόδικη απόφαση, νέα εκκαθάριση του οφειλόμενου κύριου και πρόσθετου φόρου με χρονικό σημείο αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης. Η αυτή διαδικασία ακολουθείται και με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά με την εφετειακή απόφαση ή την απόφαση του Σ.τ.Ε. ή την απόφαση, που εκδίδεται μετά από αναίρεση. Κατά τη διενέργεια της νέας εκκαθάρισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια, δεν υπολογίζεται πρόσθετος φόρος επί του ποσού του οφειλόμενου κύριου φόρου που τυχόν έχει ήδη βεβαιωθεί λόγω άσκησης της προσφυγής ή εκτέλεσης προηγούμενης δικαστικής απόφασης, για το διάστημα από της ημερομηνίας βεβαίωσης μέχρι της διενέργειας της νέας εκκαθάρισης, εκτός αν κατά τις κείμενες διατάξεις έχει εκδοθεί διαταγή αναστολής εκτέλεσης της πράξης βάσει τη οποίας έγινε η βεβαίωση, με αποτέλεσμα τη μη επιβολή ταμειακών προσαυξήσεων εκ του λόγου αυτού, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.

3.

Όταν δεν υποβληθεί φορολογική δήλωση χρονικό σημείο αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου είναι η επόμενη ημέρα της ημερομηνίας κατά την οποία έληξε για το φορολογούμενο η κατά νόμο προθεσμία υποβολής της δήλωσής του. Όταν δεν υποβληθεί ή υποβληθεί ανακριβής περιοδική δήλωση Φ.Π.Α., χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία υποβολής της περιοδικής δήλωσης. Κατά τον τακτικό έλεγχο σε μια διαχειριστική περίοδο από τον οποίο προκύπτει διαφορά φόρου που δεν μπορεί να ενταχθεί σε συγκεκριμένη περιοδική δήλωση, ο χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου μη υποβολής ή ανακρίβειας είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η προθεσμία υποβολής της εκκαθαριστικής δήλωσης. Χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επιστροφή του φόρου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

4.

Τα ποσοστά πρόσθετων φόρων δεν μπορούν να υπερβούν: α) το εξήντα τοις εκατό για την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης και β) το εκατόν είκοσι τοις εκατό για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολή δήλωσης, του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος ή του φόρου που έχει επιστραφεί στα πρόσωπα του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. χωρίς να τον δικαιούνται.

5.

Στη φορολογία εισοδήματος, για την επιβολή πρόσθετου φόρου ως φόρος που οφείλεται με βάση τη δήλωση θεωρείται αυτός που προκύπτει είτε από το εισόδημα που εξευρίσκεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, είτε από το εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 15 έως και 19 του ν. 2238/1994.

6.

Ο πρόσθετος φόρος λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης επιβάλλεται και συμβεβαιώνεται με το φόρο της δήλωσης, ενώ στις περιπτώσεις της ανακριβούς δήλωσης, μη υποβολής της δήλωσης ή επιστροφής φόρου προστιθέμενης αξίας στα πρόσωπα του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. χωρίς να τον δικαιούνται, επιβάλλεται με την καταλογιστική πράξη του φόρου. Εξαιρετικά, ο πρόσθετος φόρος λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης επιβάλλεται με καταλογιστική πράξη της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις που η δήλωση δεν υποβάλλεται σε δημόσια οικονομική υπηρεσία ή άλλη αρχή αρμόδια για την επιβολή πρόσθετου φόρου.

7.

Για την καταβολή των πρόσθετων φόρων ευθύνονται εις ολόκληρον με τους φορολογουμένους και: α) οι υπόχρεοι των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 61 του ν. 2238/1994, β) οι κληρονόμοι του

40

οποίο κοινοποιείται στον υπόχρεο ή στον πληρεξούσιό του, σε περίπτωση δε θανάτου του υπόχρεου κοινοποιείται στους κληρονόμους του.

Έκδοση ελέγχου

συμπληρωματικού

φύλλου

3 Ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. δε δικαιούται με νεότερο φύλλο ελέγχου να αυξήσει την αξία του ακινήτου ή του εμπράγματου δικαιώματος επί του ακινήτου ή πλοίου που καθορίσθηκε με το πρώτο φύλλο ελέγχου.

φορολογουμένου των οποίων η ευθύνη εκτείνεται μέχρι το ποσό της κληρονομικής μερίδας καθενός, γ) τα πρόσωπα του άρθρου 28 του ν. 1642/1986 και δ) τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του α.ν.1521/1950 (245 Α`), του άρθρου 83 του ν.δ. 118/1973 και της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2459/1997 (17 Α`).

8.

Όταν η διαφορά λυθεί με δικαστικό συμβιβασμό ή ολικά ή μερικά με διοικητική επίλυση, ο επιπλέον πρόσθετος φόρος υπολογίζεται για το ποσό του φόρου μέχρι το χρονικό σημείο της υπογραφής της συμβιβαστικής ή διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και ο πρόσθετος φόρος που προκύπτει συνολικά περιορίζεται στα τρία πέμπτα (3/5) αυτού. Τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και κατά την επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.»

73 Από 12.09.1997 και έως την 1.1.2014, οπότε και εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΦΔ, ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179) οι οποίες είχαν ως εξής:

«Άρθρο 1.

1. Αν ο κατά τη φορολογική νομοθεσία υπόχρεος να υποβάλει δήλωση και ανεξάρτητα από την πρόθεσή του να αποφύγει ή όχι την πληρωμή φόρου:

α) υποβάλει εκπρόθεσμη δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του οφειλόμενου με τη δήλωση φόρου για κάθε μήνα καθυστέρησης,

β) υποβάλει ανακριβή δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε λόγω της ανακρίβειας, για κάθε μήνα καθυστέρησης,

γ) δεν υποβάλει δήλωση, υπόκειται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,50%) επί του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε λόγω μη υποβολής δήλωσης, για κάθε μήνα καθυστέρησης.

2. Στο φόρο προστιθέμενης αξίας, στο φόρο κύκλου εργασιών και στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές τα παραπάνω ποσοστά πρόσθετων φόρων ορίζονται σε ενάμισι τοις εκατό (1,50%) για την εκπρόθεσμη δήλωση, σε τρία τοις εκατό (3%) για την ανακριβή δήλωση και σε τριάμισι τοις εκατό (3,50%) για τη μη υποβολή δήλωσης.

3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και όταν από την κείμενη νομοθεσία προβλέπεται απόδοση φόρου εντός ορισμένης προθεσμίας χωρίς την υποβολή δήλωσης, οπότε ως εκπρόθεσμη δήλωση νοείται η εκπρόθεσμη απόδοση του φόρου, ως ανακριβής δήλωση νοείται η ελλιπής απόδοση του φόρου και ως μη δήλωση θεωρείται η μη απόδοση του φόρου που οφείλεται. Εξαιρετικά, οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων που καταβάλλονται με ειδικό σήμα και το τέλος διενέργειας ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων.

4. Ανακριβής δήλωση θεωρείται η δήλωση στην οποία μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τα όσα δηλώθηκαν με αυτή και του φόρου που καταλογίζεται υφίσταται διαφορά, ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται αυτή. Στη φορολογία του ν.δ.118/1973 (Α΄202) δεν θεωρείται ανακρίβεια της δήλωσης και δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας, όταν η διαφορά μεταξύ της αξίας ολόκληρης της κληρονομικής μερίδας ή κληροδοσίας που δηλώθηκε δεν είναι μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας τους που οριστικά καθορίσθηκε, μετά την έκπτωση του παθητικού. Όταν συνυπολογίζονται και προγενέστερες δωρεές, γονικές παροχές ή προίκες λαμβάνονται υπόψη και συγκρίνονται τα αθροίσματα των μερίδων των δωρεών, γονικών παροχών ή προικών, που δηλώθηκαν και οριστικά καθορίσθηκαν. Αν η αξία των δωρεών, γονικών παροχών και προικών, που συνυπολογίζονται δεν είναι οριστική, λαμβάνεται υπόψη αυτή που δηλώθηκε, με την επιφύλαξη της διενέργειας νέας εκκαθάρισης μετά την οριστικοποίησή της. Στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων και στο φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας δεν θεωρείται ανακρίβεια της δήλωσης όταν η διαφορά μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και αυτής που προσδιορίστηκε με βάση το σύστημα των συγκριτικών στοιχείων δεν υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%). Σε περίπτωση ανακρίβειας των περιγραφικών στοιχείων των ακινήτων στη φορολογία κεφαλαίου γενικά και ανεξάρτητα από το σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας αυτών, η δήλωση θεωρείται πάντοτε ανακριβής και επιβάλλεται πρόσθετος φόρος έστω και αν η διαφορά φόρου δεν υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%).

5. Όταν έχει υποβληθεί εκπρόθεσμη συμπληρωματική δήλωση, ως φόρος που προκύπτει με τη δήλωση θεωρείται το συνολικό ποσό φόρου αρχικής και συμπληρωματικής δήλωσης. Σε περίπτωση καταλογισμού ποσού φόρου μετά από έλεγχο, ο πρόσθετος φόρος ανακρίβειας επιβάλλεται στη διαφορά του φόρου μεταξύ του ποσού που προκύπτει με την αρχική συν τη συμπληρωματική δήλωση και του ποσού του φόρου που από έλεγχο καταλογίζεται.

6. Σε περίπτωση μερικής διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, για τον προσδιορισμό της ανακρίβειας επί της τυχόν επιπλέον διαφοράς που προσδιορίζεται από το δικαστήριο, λαμβάνεται υπόψη η διαφορά μεταξύ του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογητέα ύλη που προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο και του φόρου που αναλογεί στη

41

Κατ’ εξαίρεση ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. μπορεί να κοινοποιήσει νέο φύλλο ελέγχου με αυξημένη αξία στις περιπτώσεις εκείνες που ο εκτιμητής ή ο Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ., με βάση την έκθεση του οποίου καταρτίσθηκε το αρχικό φύλλο ελέγχου, τιμωρήθηκε πειθαρχικά για βαριά αμέλεια ή δόλο κατά την εκτίμηση αυτή.

Άρθρο 11

Ένδικα μέσα – Συμβιβασμός 75

φορολογητέα ύλη που προέκυψε από τη μερική διοικητική επίλυση της διαφοράς.

7. Στη φορολογία κεφαλαίου ως παράλειψη υποβολής δήλωσης θεωρείται η μη αναγραφή περιουσιακών στοιχείων στη δήλωση που υποβλήθηκε, καθώς και η σύμβαση δωρεάς που με το συμβόλαιο χαρακτηρίσθηκε εικονικά ως αγοραπωλησία. Στην περίπτωση αυτή ο πρόσθετος φόρος υπολογίζεται επί της διαφοράς του φόρου τον οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο λόγω της εικονικότητας. Σε ανακρίβεια δηλωθέντων και παράλειψη δήλωσης άλλων περιουσιακών στοιχείων οι Πρόσθετοι φόροι ανακρίβειας και παράλειψης υποβολής της δήλωσης υπολογίζονται επιμεριστικά.

8. Πρόσθετος φόρος δεν επιβάλλεται εφόσον ο φορολογούμενος: α) ακολούθησε τις εγκυκλίους του Υπουργείου των Οικονομικών ή έγγραφες θέσεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση. Ο φορολογούμενος πάντως δεν μπορεί να επικαλεσθεί τις άνω εγκυκλίους ή έγγραφα, εφόσον δόθηκε από το Σ.τ.Ε. αντίθετη ερμηνεία στις σχετικές διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας. Στην τελευταία περίπτωση η φορολογική αρχή επιβάλλει πρόσθετο φόρο μετά την ανάκληση των πιο πάνω εγκυκλίων ή εγγράφων και β) υπέβαλε συμπληρωματική δήλωση με την οποία αποδέχεται το τεκμαρτό ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές, όπως αυτό είχε προσδιορισθεί με βάση τα στοιχεία έγγραφης πρόσκλησης του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 22 του ν. 2238/1994 (151 Α`). [Η περ. β’ της παρ. 8 καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2003, για εισοδήματα που αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή και μετά, με την παρ. 16 άρθρου 2 του ν. 3091/2002].

Άρθρο 2

1. Τα ποσοστά πρόσθετων φόρων, που ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο υπολογίζονται κατ` αρχήν μέχρι την έκδοση της οικείας καταλογιστικής πράξης του φόρου. Ειδικά στην περίπτωση οριστικοποίησης της καταλογιστικής πράξης λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, τα ως άνω ποσοστά πρόσθετων φόρων υπολογίζονται μέχρι το χρόνο οριστικοποίησης της πράξης.

2. Όταν εκδοθεί απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου ενεργείται, με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά από την πρωτόδικη απόφαση, νέα εκκαθάριση του οφειλόμενου κύριου και πρόσθετου φόρου με χρονικό σημείο αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης. Η αυτή διαδικασία ακολουθείται και με βάση τα όσα έχουν γίνει δεκτά με την εφετειακή απόφαση ή την απόφαση του Σ.τ.Ε. ή την απόφαση, που εκδίδεται μετά από αναίρεση. Κατά τη διενέργεια της νέας εκκαθάρισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια, δεν υπολογίζεται πρόσθετος φόρος επί του ποσού του οφειλόμενου κύριου φόρου που τυχόν έχει ήδη βεβαιωθεί λόγω άσκησης της προσφυγής ή εκτέλεσης προηγούμενης δικαστικής απόφασης, για το διάστημα από της ημερομηνίας βεβαίωσης μέχρι της διενέργειας της νέας εκκαθάρισης, εκτός αν κατά τις κείμενες διατάξεις έχει εκδοθεί διαταγή αναστολής εκτέλεσης της πράξης βάσει τη οποίας έγινε η βεβαίωση, με αποτέλεσμα τη μη επιβολή ταμειακών προσαυξήσεων εκ του λόγου αυτού, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.

3. Όταν δεν υποβληθεί φορολογική δήλωση χρονικό σημείο αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου είναι η επόμενη ημέρα της ημερομηνίας κατά την οποία έληξε για το φορολογούμενο η κατά νόμο προθεσμία υποβολής της δήλωσής του. Όταν δεν υποβληθεί ή υποβληθεί ανακριβής περιοδική δήλωση Φ.Π.Α., χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία υποβολής της περιοδικής δήλωσης. Κατά τον τακτικό έλεγχο σε μια διαχειριστική περίοδο από τον οποίο προκύπτει διαφορά φόρου που δεν μπορεί να ενταχθεί σε συγκεκριμένη περιοδική δήλωση, ο χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου μη υποβολής ή ανακρίβειας είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η προθεσμία υποβολής της εκκαθαριστικής δήλωσης. Χρόνος αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 είναι η επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επιστροφή του φόρου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

4. Τα ποσοστά πρόσθετων φόρων δεν μπορούν να υπερβούν: α) το εξήντα τοις εκατό για την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης και β) το εκατόν είκοσι τοις εκατό για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολή δήλωσης, του φόρου την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος ή του φόρου που έχει επιστραφεί στα πρόσωπα του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. χωρίς να τον δικαιούνται.

5. Στη φορολογία εισοδήματος, για την επιβολή πρόσθετου φόρου ως φόρος που οφείλεται με βάση τη δήλωση θεωρείται αυτός που προκύπτει είτε από το εισόδημα που εξευρίσκεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, είτε από το εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 15 έως και 19 του ν. 2238/1994.

6. Ο πρόσθετος φόρος λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης επιβάλλεται και συμβεβαιώνεται με το φόρο της δήλωσης, ενώ στις περιπτώσεις της ανακριβούς δήλωσης, μη υποβολής της δήλωσης ή επιστροφής φόρου

42

(Από 1/1/2024 εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΦΔ (άρθρο 72) αναφορικά με την Ειδική Διοικητική Διαδικασία-Ενδικοφανή προσφυγή)

Δικαίωμα προσφυγής

1 Κατά του φύλλου ελέγχου, εφ’ όσον με αυτό προσδιορίζεται ως αξία του ακινήτου που μεταβιβάζεται κλπ. ή ως φόρος πάνω σ’ αυτή ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δηλώθηκε κ.λπ. έχει δικαίωμα ένστασης ο υπόχρεος ή οι κληρονόμοι του..

2 Όσο διαρκεί η προθεσμία για άσκηση

Διοικητική επίλυση διαφορών

ένστασης ο υπόχρεος δικαιούται να ζητήσει από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.

Αφού επιτευχθεί η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς συντάσσεται σχετική πράξη πάνω στο φύλλο ελέγχου, η οποία υπογράφεται από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. και τον υπόχρεο, ο οποίος μέχρι και την επομένη της υπογραφής της πράξης υποχρεώνεται να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση και να καταβάλει την επί πλέον διαφορά του φόρου με την προσαύξηση που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του παρόντος.

Σε περίπτωση μη καταβολής της επί πλέον διαφοράς του φόρου κ.λπ. ματαιώνεται η συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης και συνεχίζεται περαιτέρω η τακτική διαδικασία.

3 Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση διανομής ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων κ.λπ.

προστιθέμενης αξίας στα πρόσωπα του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. χωρίς να τον δικαιούνται, επιβάλλεται με την καταλογιστική πράξη του φόρου. Εξαιρετικά, ο πρόσθετος φόρος λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης επιβάλλεται με καταλογιστική πράξη της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις που η δήλωση δεν υποβάλλεται σε δημόσια οικονομική υπηρεσία ή άλλη αρχή αρμόδια για την επιβολή πρόσθετου φόρου.

7. Για την καταβολή των πρόσθετων φόρων ευθύνονται εις ολόκληρον με τους φορολογουμένους και: α) οι υπόχρεοι των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 61 του ν. 2238/1994, β) οι κληρονόμοι του φορολογουμένου των οποίων η ευθύνη εκτείνεται μέχρι το ποσό της κληρονομικής μερίδας καθενός, γ) τα πρόσωπα του άρθρου 28 του ν. 1642/1986 και δ) τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του α.ν.1521/1950 (245 Α`), του άρθρου 83 του ν.δ. 118/1973 και της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2459/1997 (Α΄ 17).

8. Όταν η διαφορά λυθεί με δικαστικό συμβιβασμό ή ολικά ή μερικά με διοικητική επίλυση, ο επιπλέον πρόσθετος φόρος υπολογίζεται για το ποσό του φόρου μέχρι το χρονικό σημείο της υπογραφής της συμβιβαστικής ή διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και ο πρόσθετος φόρος που προκύπτει συνολικά περιορίζεται στα τρία πέμπτα (3/5) αυτού. Τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και κατά την επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.»

74 Το εν λόγω άρθρο 10 εφαρμόζεται για υποθέσεις έως την 31.12.2013.

75 Το εν λόγω άρθρο 11 εφαρμόζεται για υποθέσεις έως την 31.12.2013.

Άρθρο 1 2 54 Διαδικασία βεβαίωσης φόρου – Παραγραφή

[Η διαδικασία «βεβαίωσης» (προσδιορισμού) του φόρου ρυθμίζεται από 1/1/2014

από τονΚΦΔ. (βλ.άρθρο 36 αυτού σε συνδ. με τις οικείες αποφάσεις του Διοικητή της ΑΑΔΕ σχετικά

με τον τύπο των Πράξεων Διοικητικού και Διορθωτικού Προσδιορισμού φόρου). Οιυποθέσεις από 1/1/2014 ρυθμίζονται ως προς την παραγραφή από το άρθρο 37 του ΚΦΔ].

Διαδικασία βεβαίωσης φ.μ.α.

1 Η επαλήθευση των δηλώσεων που επιδόθηκαν, η σύνταξη των φύλλων ελέγχου και των φορολογικών καταλόγων και η κοινοποίηση αποσπασμάτων τους, οι ενστάσεις κατά των εγγραφών στους φορολογικούς καταλόγους και ότι αφορά την επίδοση και την εκδίκασή τους, οι εφέσεις κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν λόγω αίτησης ενστάσεων και ότι αφορά την επίδοση και την εκδίκαση των εφέσεων, τα παράβολα και τις δικαστικές δαπάνες, τη βεβαίωση του φόρου και γενικά η διαδικασία της βεβαίωσης του φόρου διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα φορολογίας εισοδήματος, εφ’ όσον δε ρυθμίζονται διαφορετικά με διατάξεις του παρόντος νόμου.

Για την εκδίκαση των ενστάσεων ως τρίτο ιδιωτικό μέλος συμμετέχει αυτό που έχει ορισθεί για την εκδίκαση των ενστάσεων της φορολογίας οικοδομών του Κώδικα φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου δε για μεταβίβαση πλοίου αυτό που έχει ορισθεί για την εκδίκαση των ενστάσεων φορολογίας

Ατέλεια εγγράφων

πλοίων 55

2 Η διαδικασία βεβαίωσης σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και γενικά όλα τα έγγραφα που εκδίδονται ή χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της φορολογίας αυτής,

Χρόνος παραγραφής

συντάσσονται σε απλό χαρτί.

3 Το δικαίωμα του δημοσίου για την επιβολή του φόρου του παρόντος παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε η δήλωση φόρου μεταβίβασης. 56

Άρθρο 13 Υποχρεώσεις Συμβολαιογράφων-Υποθηκοφυλάκων

Προθεσμία ισχύος δηλώσεων

1. Ο συμβολαιογράφος δεν μπορεί να συντάξει συμβόλαιο αν από την ημέρα έκδοσης του αντιγράφου της δήλωσης έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών.

Σε όσες περιοχές εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 41 του

ν. 1249/1982, συντάσσεται συμβόλαιο με βάση το αντίγραφο της δήλωσης που κατατέθηκε και πέρα από την προθεσμία που ορίζεται με το προηγούμενο εδάφιο, εφ’ όσον μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου δεν έχει δημοσιευθεί απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών που να τροποποιεί το αντικειμενικό σύστημα στη συγκεκριμένη περιοχή.79

Στοιχεία που αναγράφονται στο συμβόλαιο

2. Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται:

α)

να αναγράψει στο συμβόλαιο τον αύξοντα αριθμό της δήλωσης και τη Δ.Ο.Υ. που την παρέλαβε, τον αριθμό και την ημερομηνία του αποδεικτικού είσπραξης, το ποσό του φόρου μεταβίβασης που καταβλήθηκε και το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου είσπραξης, β) να επισυνάψει το αποδεικτικό είσπραξης στο συμβόλαιο,

γ)

να υπενθυμίσει στους συμβαλλόμενους με ρητή μνεία στο συμβόλαιο τις από τον παρόντα νόμο υποχρεώσεις τους και τις κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεών του,

δ ) 80 να αναγράψει στο συμβόλαιο αν για τη μεταβίβαση αυτή χορηγήθηκε απαλλαγή από το φόρο μεταβίβασης, λόγω απόκτησης πρώτης κατοικίας, ή όχι,

ε)

να ενημερώσει τον υπόχρεο σε φόρο και να αναγράψει στο συμβόλαιο τις υποχρεώσεις, οι οποίες πηγάζουν από την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του παρόντος, στ) εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη σύνταξη του συμβολαίου, να ενημερώσει τη φορολογική διοίκηση για τον αριθμό και την ημερομηνία σύνταξης του συμβολαιογραφικού εγγράφου και για τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος και να αποστείλει αντίγραφο αυτού 81 ,

ζ)

να αναγράψει στο συμβόλαιο τον τρόπο ως εξής: «1. Ο συμβολαιογράφος δεν δύναται να προβή εις ου αντιγράφου της δηλώσεως παρήλθε χρονικόν διάστημα

΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 11 του άρθρου

79 Η παρ. 1 του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε την σύνταξιν συμβολαίου εάν από της ημέρας εκδόσεως τ μείζον των 45 ημερών» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 1 του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 ( 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) και ισχύει από 03.01.1989.

80 Η περ. δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 13 του δια του ν. 1587/1 παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238) και ισχύει απ

950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 προστέθηκε ως άνω με την ό 14.10.1980.

81 Οι περ. ε΄ και στ’ της παρ. 2 του άρθρου 13 του δια του άνω με την παρ. Α.4 του άρθρου 47 του ν.4646/2019 (Α΄ 2 αυτού νόμου εφαρμόζεται από 30.6.2021.

Σημείωση: Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 14 του ν.46

ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 προστέθηκαν ως 01), το οποίο σύμφωνα με την παρ. 37 του άρθρου 66 του

52/2020 (Α΄ 9), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του

ν.4758/2020 (Α΄ 242) ανεστάλη μέχρι την 30ή.6.2021 η εφα με εξαίρεση τη διάταξη της Ενότητας Β’ του άρθρου 48. Μ Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) μπορεί να προβλέπεται η ηλεκτρονική υ κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από και ο χρόνος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχε

ρμογή των άρθρων 47, 48 και 49 του ν. 4646/2019 (Α΄ 201), ε απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων ποβολή των δηλώσεων φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, τυχερά παίγνια, να καθορίζονται ο τρόπος, το περιεχόμενο τικό με την εφαρμογή του παρόντος.

4

6

Άρθρο 14 Υποχρεώσεις Δη μοσ ίων Αρχών

Υποχρεώσεις Αρχών

1. Οι δημόσιες γενικά Αρχές, όπως και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υποχρεώνονται μετά από πρόσκληση του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ή των Διοικητικών Δικαστηρίων, να αποστέλλουν προς αυτά, το αργότερο εντός δέκα ημερών από την λήψη της πρόσκλησης, τα στοιχεία

Η περ. ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 13 του δια του ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 προστέθηκε ως άνω με την παρ. 2 του άρθρου 3 του ν.5073/2023 (Α΄ 204) και ισχύει από 11.12.2023.

83 Το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 13 του δια του ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 προστέθηκε ως άνω με την παρ. Α.5 του άρθρου 47 του ν.4646/2019 (Α΄ 201), το οποίο εφαρμόζεται από 30.6.2021.

Σημείωση : Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 14 του ν.4652/2020 (Α΄ 9), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν.4758/2020 (Α΄ 242) ανεστάλη μέχρι την 30ή.6.2021 η εφαρμογή των άρθρων 47, 48 και 49 του ν. 4646/2019 (Α΄ 201), με εξαίρεση τη διάταξη της Ενότητας Β` του άρθρου 48. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) μπορεί να προβλέπεται η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια, να καθορίζονται ο τρόπος, το περιεχόμενο και ο χρόνος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.

84 H παρ. 3 (και νυν 4) του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «Ο φύλαξ μεταγραφών υποχρεούται ν’ αρνηθή την μεταγραφήν συμβάσεως ή δικαστικής αποφάσεως κ.λπ. περί μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου, εφ’ όσον δεν προσάγεται εις αυτόν αντίγραφον της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως δεόντως θεωρημένον υπό του Οικον. Εφόρου. Αι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και δια την ενέργειαν των οικείων μεταβολών εις το νηολόγιον» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Με την κύρωση του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) με το ν.1587/1950 (Α΄ 294), η ήδη υπάρχουσα παρ. 3 του άρθρου 13 αναριθμήθηκε σε παρ. 4 και προστέθηκε η παρ. 3, ως άνω, και ισχύει από 01.01.1951.

85 Στην παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), με την παρ. 9 του άρθρου 20 του ν.2246/1952 (Α΄ 282), σε συνέχεια του πρώτου εδαφίου της προστίθενται τα ακόλουθα: «εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην η μεταβίβασις λαμβάνει χώραν κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτριώσεως» και ίσχυσε από 07.10.1952.

Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 47 του ν. 814/1978 (Α΄ 178) ως εξής: «4. Ο μεταγραφοφύλαξ υποχρεούται ν’ αρνηθή την μεταγραφήν συμβάσεως ή δικαστικής αποφάσεως ή οιασδήποτε ετέρας πράξεως αφορώσης εις την μεταβίβασιν της κυριότητος ή ετέρων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, πλην υποθήκης, εφ` όσον δεν προσάγεται εις αυτόν αντίγραφον της δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως, δεόντως θεωρημένου, υπό του Οικονομικού Εφόρου. Ειδικώς προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, απαγορεύεται η μεταγραφή εις τα οικεία βιβλία της αποφάσεως κηρύξεως αυτής, εάν δεν προσαχθή αντίγραφον δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, δεόντως θεωρημένον, εξ ού να προκύπτη ότι κατεβλήθη ο επί της οριστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως αναλογών φόρος ή ότι δεν οφείλεται φόρος. Αι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και δια την ενέργειαν των οικείων μεταβολών εις το νηολόγιον» και ίσχυε από 13.09.1978.

Στη συνέχεια με το άρθρο 112 του ν. 4537/2018 (Α΄ 84) στην παρ. 4 του άρθρου 13 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1587/1950 (Α΄ 294), προστέθηκε, μετά το δεύτερο εδάφιο, τρίτο εδάφιο ως εξής: «Αν η μεταγραφή γίνεται συνεπεία ενέργειας τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, με μέριμνα του υποθηκοφύλακα ενημερώνεται σχετικά, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη μεταγραφή, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών ενημερώνει τον υπόχρεο σε φόρο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4174/2013 (Α` 170), για την υποβολή της δήλωσης εντός τριάντα (30) ημερών από τη συντέλεση της κοινοποίησης» και ίσχυε από 15.05.2018.

Στη συνέχεια η παρ. 4 αντικαταστάθηκε και η παρ. 5 του άρθρου 13 του δια του ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950, τροποποιήθηκε ως άνω με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν.5073/2023 (Α΄ 204) και ισχύει από 11.12.2023.

86 Οι παρ. 5 και 6 προστέθηκαν με την παρ. Α6 του άρθρου 47 του ν.4646/2019 (Α΄ 201) το οποίο εφαρμόζεται από 30.6.2021.

Σημείωση : Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 14 του ν.4652/2020 (Α΄ 9), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν.4758/2020 (Α΄ 242) ανεστάλη μέχρι την 30ή.6.2021 η εφαρμογή των άρθρων 47, 48 και 49 του ν. 4646/2019 (Α΄ 201), με εξαίρεση τη διάταξη της Ενότητας Β’ του άρθρου 48. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) μπορεί να προβλέπεται η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια, να καθορίζονται ο τρόπος, το περιεχόμενο και ο χρόνος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.

Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων και γραμματέων δικαστηρίων

και τις πληροφορίες τα οποία διαθέτουν.

2. Το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα υποχρεώνονται ν’ αποστέλλουν με απόδειξη στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.:

α)

οι συμβολαιογράφοι αντίγραφα των προσυμφώνων [και των οριστικών συμβολαίων] 87 μεταβίβασης ακινήτων κ.λ.π. που συνετάγησαν μέσα στον αμέσως προηγούμενο μήνα,

β)

οι γραμματείς των δικαστηρίων περιλήψεις των αποφάσεων που εκδόθηκαν λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου κ.λπ., με τις οποίες επιτάσσεται η μεταβίβαση ακινήτων κ.λπ. και γ) οι προξενικές Αρχές αντίγραφα των προσωρινών ή οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων κ.λπ., που συνετάγησαν μέσα στον αμέσως προηγούμενο μήνα.

Άρθρο 15 Κυρώσεις

Επιβαλλόμενα πρόστιμ α 57

1. ……

Απαγορεύσεις σύνταξης συμβολαίων

Κυρώσεις για την κατάρτιση

του

Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης που αφορά στην μεταβίβαση με επαχθή αιτία ακινήτου ή εμπράγματου σε ακίνητο δικαιώματος:

α)

αν δεν προσαχθεί αντίγραφο δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων, και

β)

αν όλα τα προσδιοριστικά του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ή εμπράγματου σε ακίνητο δικαίωμα στοιχεία δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην ανωτέρω δήλωση.

I ………..

…………

3. Ο αγοραστής, ο οποίος θα αποκαλυφθεί

87 Η φράση «ως και των οριστικών συμβολαίων» της περ. α της παρ.2 του άρθρου 14 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) διαγράφηκε με παρ.Α.7 του άρθρου 47 του ν.4646/2019 (Α΄ 201), το οποίο εφαρμόζεται από 30.6.2021.

Σημείωση : Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 14 του ν.4652/2020 (Α΄ 9), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν.4758/2020 (Α΄ 242) ανεστάλη μέχρι την 30ή.6.2021 η εφαρμογή των άρθρων 47, 48 και 49 του ν. 4646/2019 (Α΄ 201), με εξαίρεση τη διάταξη της Ενότητας Β’ του άρθρου 48. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) μπορεί να προβλέπεται η ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από τυχερά παίγνια, να καθορίζονται ο τρόπος, το περιεχόμενο και ο χρόνος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.

αντεγγράφου

ότι υπέγραψε αντέγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι συμφώνησε ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερο από αυτό που αναγράφεται στο συμβόλαιο και στη φορολογική δήλωση, τιμωρείται με {τον πρόσθετο φόρο του άρθρου 9 του παρόντος.

Διαδικασία επιβολής κυρώσεων

4 Τα κατά τις προηγούμενες παραγράφους πρόστιμα επιβάλλονται με αιτιολογημένη πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Για την έκδοση και επίδοση της πράξης, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή προστίμου, την άσκηση προσφυγής και ενδίκων μέσων και γενικά για τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξής του, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί επιβολής προστίμου διατάξεις που ισχύουν στη

φορολογία εισοδήματος}. 58 , 59

Άρθρο 16 Περιπτώσεις επιστροφής φόρου

Ματαίωση συμβολαίου

[1. Αν μετά την επίδοση της δήλωσης, ματαιωθεί η υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης, ο φόρος που έχει καταβληθεί, επιστρέφεται 60 ].

Ατονία ή έξοδος αίρεσης

2. Αν η μεταβίβαση, υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση, ματαιωθεί λόγω ατονίας

Εξώνηση

Ακύρωση

Τεκμήριο αποπερατωμένου διαμερίσματος

της αναβλητικής ή εξόδου της διαλυτικής αίρεσης, επιστρέφεται το μισό του φόρου που έχει καταβληθεί.

3. Αν γίνει η εξώνηση του ακινήτου μέσα στην συμβατική προθεσμία που έχει ταχθεί, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης για τη νέα αυτή μεταβίβαση και επιστρέφεται ο μισός φόρος που είχε καταβληθεί κατά την κατάρτιση του συμβολαίου που είχε συνταχθεί με τον όρο της εξώνησης.

4. Αν μέσα σε τέσσερα χρόνια από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης αυτό ακυρωθεί εξ αιτίας ελαττώματος που αφορά στις νομικές σχέσεις του πωλητή προς το ακίνητο ή εξ αιτίας άλλων εξαιρετικών λόγων, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης για την ακύρωση, ο δε φόρος της αρχικής μεταβίβασης περιορίζεται στο μισό του φόρου που αναλογεί στην αξία του ακινήτου. Ο επί πλέον φόρος που τυχόν έχει καταβληθεί ή βεβαιωθεί επιστρέφεται ή εκπίπτει κατά περίπτωση. 61

5. Αν μέσα σε δυο χρόνια από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της περίπτωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος δεν πραγματοποιηθεί η ανέγερση της πολυκατοικίας ή του διαμερίσματος, ή η συμπλήρωση των ημιτελών κτισμάτων που έχουν αγορασθεί, ο φόρος μεταβίβασης περιορίζεται στην αξία του οικοπέδου και των κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι τη συμπλήρωση της διετίας, το δε επί πλέον ποσό φόρου μεταβίβασης

Αίτηση επιστροφής

Αδυναμία μεταγραφής

που τυχόν έχει καταβληθεί επιστρέφεται. 62

6. Για την επιστροφή του φόρου των παρ. 1 έως 5 απαιτείται αίτηση του δικαιούχου προς τον αρμόδιο, για τον φόρο μεταβίβασης, Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, η οποία υποβάλλεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την ημέρα:

α)

της ατονίας ή εξόδου της αίρεσης,

β)

της ενέργειας της εξώνησης,

γ)

της ακύρωσης του συμβολαίου, και

δ)

της συμπλήρωσης της προθεσμίας της παρ. 5.

Μετά την πάροδο των προθεσμιών αυτών, παραγράφεται το δικαίωμα προς επιστροφή του φόρου που έχει καταβληθεί.

7. Αν η πράξη μεταβίβασης δεν μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών εξ αιτίας νομικού κωλύματος, σχετικά με την μεταγραφή, και αυτή ακυρωθεί δικαστικά μέσα σε ένα χρόνο, από τη σύνταξή της, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης για την ακύρωση και επιστρέφεται ο φόρος μεταβίβασης που έχει καταβληθεί κατά την κατάρτιση του συμβολαίου που ακυρώνεται 63 .

Άρθρο 17 Κανονιστικές διατάξεις

Νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις

1. Με διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να καταστεί υποχρεωτική η αποστολή αντιγράφων των συμβάσεων από τους συμβολαιογράφους και τους γραμματείς των Δικαστηρίων ή κατά περίπτωση των περιλήψεων των δικαστικών αποφάσεων στο Μεταγραφοφύλακα και υποχρεωτική απ’ αυτόν μεταγραφή ή σημείωση στο βιβλίο μεταγραφών ή καταχώρηση στο νηολόγιο, συμβολαίων μεταβιβάσεων ακινήτων κ.λπ. σ’ όλη την Επικράτεια ή σε κάποια τμήματα αυτής.

Με τα αυτά Π. Διατάγματα θα καθορίζονται τα της αίτησης μεταγραφής και των δικαιωμάτων των άμισθων υποθηκοφυλάκων και γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται:

α)

το ποσό που καταβάλλεται στους συμβολαιογράφους και στους γραμματείς των Δικαστηρίων για τη κάλυψη των δαπανών τους για τα αντίγραφα τα οποία αποστέλλονται προς τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. κ.λπ.

β)

τα έξοδα κίνησης και οι αμοιβές των εκτιμητών κ.λπ., εφ’ όσον δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι,

γ)

ο τύπος της δήλωσης και το ειδικότερο περιεχόμενό της,

δ)

τα της κατάθεσης των ποσών στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέρ των νομικών προσώπων που αναφέρονται στη παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος, ε) τα στοιχεία που απαιτούνται για την επιστροφή του φόρου σε ματαίωση μεταβίβασης και στις λοιπές περιπτώσεις επιστροφής και

στ)

γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται:

α)

να ορισθεί ειδική διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου μεταβίβασης πλοίων ή μεριδίου αυτών η οποία συντελείται στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό,

β)

να ορισθούν τρόποι καθορισμού και ελέγχου της αξίας αυτών και

γ)

να ορισθούν τα της αμοιβής των ενεργούντων την εργασία αυτή, όταν αυτοί δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι.

4. Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών εγκρίνει και εντέλλεται την πληρωμή κάθε αναγκαίας δαπάνης για την εκτέλεση του παρόντος Νόμου η οποία καταλογίζεται στα έξοδα βεβαίωσης των άμεσων φόρων.

5. Η διάθεση του ποσοστού της παρ. 3 του άρθρου 4 του παρόντος σε κάθε δήμο και κοινότητα ή σε επαρχιακό ταμείο οδοποιίας και τα σχετικά με την ανάληψη του ποσού που δικαιούνται έκαστο των ανωτέρω ενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα με

αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών ή κατά περίπτωση του Υπουργού Δημοσίων Έργων.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζονται τα της αποδόσεως των δικαιωμάτων στο Ταμείο Συντάξεως Νομικών. 64

Άρθρο 18 Έκταση εφαρμογής του νόμου

1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στις από 1 Ιανουαρίου 1951 και μετέπειτα:

α)

μεταβιβάσεις ακινήτων και εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ακινήτων ή πλοίων και μεριδίου αυτών και

β)

μεταγραφές των περιπτώσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στα οριστικά συμβόλαια που συντάσσονται σε εκτέλεση προσυμφώνων, τα οποία είχαν συνταχθεί μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1950.

2. Κυρώνονται οι αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και αφορούν την απαλλαγή από την καταβολή φόρου μεταβίβασης ακινήτων και αναλογικών τελών χαρτοσήμου τόσο της συμβολαιογραφικής πράξης όσο και της μεταγραφής της, σε μεταβίβαση ακινήτων από μη κερδοσκοπικούς οικοδομικούς συνεταιρισμούς προς τα μέλη τους. Οι απαλλαγές αυτές ισχύουν και στις περιπτώσεις μεταβιβάσεων που ήδη συντελέσθηκαν ή θα συντελεσθούν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

3. Από 1η Ιανουαρίου 1951 καταργούνται και εφεξής εφαρμόζονται μόνο σε μεταβιβάσεις ακινήτων ή πραγματικών δικαιωμάτων επί των ακινήτων ή των πλοίων και μεριδίων τους, που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και την 31ηΔεκ. 1950:

α)

οι διατάξεις του νόμου 4225/1929 «περί καταργήσεως της φορολογίας αυτομάτου υπερτιμήματος της ακινήτου ιδιοκτησίας και επιβολής ειδικού φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα,

β)

οι διατάξεις που αφορούν την επιβολή προσθέτου 1% κατά την κατάρτιση των συμβολαίων μεταβιβάσεως και 0,25% κατά τη μεταγραφή τους, υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Νομικών,

γ)

κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στον παρόντα νόμο.

4. Οι διατάξεις του άρθρου 23 του Νομοθετικού Διατάγματος 1298/1949 και οι διατάξεις του Αν. Νόμου 1323/1949 διατηρούνται σε ισχύ όσον αφορά τις σχέσεις που αυτές ρυθμίζουν. 65

597. Κατά τη σύνταξη με αυτοσύμβαση

οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων με επαχθή αιτία σε εκτέλεση προσυμφώνων, που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 31η Αυγούστου 2004, επιτρέπονται η σύνταξη και η υπογραφή των οριστικών συμβολαίων χωρίς προηγούμενη πρόσκληση προς τον πωλητή ή τους καθολικούς διαδόχους αυτού και η υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων μόνο από τον αγοραστή ή τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους αυτού. Κατά τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών δεν απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού ενημερότητας του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α` 58) και αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Ειδικά για τις περιπτώσεις σύνταξης με αυτοσύμβαση οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων σε εκτέλεση εργολαβικών και προσυμφώνων πώλησης από τον εργολάβο προς τρίτο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο, δεν απαιτείται η προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ του άρθρου 60 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Για τα προσύμφωνα που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 29η Ιουνίου 1999, δεν απαιτείται η αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου του πωλητή. Αντίγραφα των οριστικών συμβολαίων, που καταρτίζονται κατά την παρούσα, αποστέλλονται, με ευθύνη του συμβολαιογράφου, και στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του πωλητή υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης. Για οριστικά συμβόλαια που έχουν συνταχθεί δυνάμει της παρούσας, το τρίτο εδάφιο ισχύει από την 1η.1.2014. Αγοραστής ή ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι αυτού σε οριστικό συμβόλαιο, το οποίο συντάσσεται σε εκτέλεση προσυμφώνου που

Στη συνέχεια με το άρθρο 14 του ν.4997/2022 (Α΄ 219) στην παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), επήλθαν τροποποιήσεις και αυτή διαμορφώθηκε ως εξής: «5. Κατά τη σύνταξη με αυτοσύμβαση οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων με επαχθή αιτία σε εκτέλεση προσυμφώνων, που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2000, επιτρέπεται η υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων μόνο από τον αγοραστή ή τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους αυτού, εφόσον συνταχθούν έως την 30ή.6.2023. Κατά τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών, εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, δεν απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού ενημερότητας του άρθρου 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022, Α΄ 206) και του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266), ούτε η προσκόμιση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Για τα προσύμφωνα που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 29η Ιουνίου 1999, δεν απαιτείται, εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου του πωλητή. Για τα προσύμφωνα που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2000, δεν απαιτείται, εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, η αναγραφή του αριθμού μητρώου κοινωνικής ασφάλισης του πωλητή. Αντίγραφα των οριστικών συμβολαίων, που καταρτίζονται κατά τα προηγούμενα, αποστέλλονται, με ευθύνη του συμβολαιογράφου, και στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του πωλητή υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης.» και ίσχυσε από 25.11.2022.

Στη συνέχεια με το άρθρο 18 του ν. 5142/2024 (Α΄ 158) η παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), περί μεταβατικών διατάξεων, αντικαταστάθηκε και ισχύει ως άνω από 4.10.2024.

57

έχει συνταχθεί υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας, δύνανται: α) να ορίζουν εξουσιοδοτημένο μηχανικό, ο οποίος συμπληρώνει τα στοιχεία της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας του Κτιρίου ή της διηρημένης ιδιοκτησίας, και β) να λαμβάνουν από τον εξουσιοδοτημένο μηχανικό τον μοναδικό ηλεκτρονικό κωδικό Πιστοποιητικού Πληρότητας Ταυτότητας Κτιρίου σύμφωνα με τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 56 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167).

Άρθρο 19 Τέλη και δικαιώματα

Συνεισπραττόμενοι φόροι και δικαιώματα τρίτων

1 . 66 Στις μεταβιβάσεις ακινήτων, πραγματικών δικαιωμάτων επί ακινήτων, πλοίων ή μεριδίου αυτών που πραγματοποιούνται από 1 Ιαν. 1951 και εφεξής δεν επιβάλλονται:

α)

αναλογικό τέλος χαρτοσήμου και κατά περίπτωση προξενικό τέλος για το

συμβόλαιο και για τη μεταγραφή αυτού και β) αναλογικά δικαιώματα εμμίσθων μεταγραφοφυλάκων για τη μεταγραφή των συμβολαίων των εν λόγω μεταβιβάσεων. ΟΙ διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται αναλόγως και στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του παρόντος.

2. 67 Εκτός

α)

του φόρου μεταβιβάσεως και του παγίου

τέλους χαρτοσήμου 68 , β) του φόρου υπέρ του ειδικού ταμείου εποικισμού του προβλεπομένου υπό του άρθρου 220 του αγροτικού κώδικος 69 , γ ) 70 του φόρου σε μεταβίβαση μεταλλείων του Νόμου ΓΦΚΔ του έτους 1910 όπως ισχύει, δ) των νομίμων δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων και

ε)

των νομίμων δικαιωμάτων των αμίσθων φυλάκων μεταγραφών, κανένας άλλος φόρος, τέλος, δικαίωμα, εισφορά υπέρ του δημοσίου ή υπέρ τρίτου επιβάλλεται στη μεταβίβαση ακινήτων ή στα πραγματικά δικαιώματα σε αυτά και στη μεταγραφή τους

Εξουσιοδότηση

για έκδοση

κοινής

καθώς και στη μεταβίβαση πλοίων ή μεριδίου

Υπουργικής Απόφασης

αυτών.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης επιτρέπεται, να ορισθεί ο τρόπος επιδίωξης της είσπραξης των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων και των άμισθων υποθηκοφυλάκων στη διαφορά που τυχόν προκύπτει μεταξύ του τιμήματος του αντικειμένου της μεταβίβασης που δηλώθηκε και της επιπλέον αξίας αυτού που οριστικοποιήθηκε. 71

Άρθρο 20 Ισχύς του Νόμου

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1951. 72

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ Φ.Μ.Α . 73

Α.Ν. 1521/1950 (Α΄ 245), Ν. 1587/1950 ( Α΄ 294), Ν. 2246/1952 (Α΄ 282), Ν.Δ. 2561/1953 (Α΄ 233), Ν. 2366/1953 (Α΄83), Ν.Δ. 3033/1954 (Α΄ 258), Ν. 3104/1954 (Α΄ 313), Ν. 3154/1955 (Α΄ 63), Ν. 3300/1955 (Α΄ 178), Ν.Δ. 3415/1955 (Α΄ 280), Ν.Δ. 3563/1956 (Α΄ 221), Ν.Δ. 3717/1957 (Α΄ 131), Ν. 3663/1957 (Α΄ 24), Β.Δ. της 24/9/1958 (Α΄ 171), Ν.Δ. 4242/1962 (Α΄ 135), Ν. 4459/1965 (Α΄ 35),Ν.Δ. 4535/1966 (Α΄ 165), Α.Ν. 63/1967 (Α΄ 122), Ν.Δ. 317/1969 (Α΄ 211), Ν.Δ. 1084/1971 (Α΄ 277), Ν.Δ. 210/1973 (Α΄ 277), Ν.Δ. 329/1974 (Α΄ 56), Ν. 12/1975 (Α΄ 34), Ν. 231/1975 (Α΄ 277), Ν. 542/1977 (Α΄ 41), Ν. 814/1978 (Α΄ 144), Ν. 820/1978 (Α΄ 174), Ν. 1041/1980 (Α΄ 75), Ν. 1078/1980 (Α΄ 238), Ν. 1249/1982 (Α΄ 43), Ν. 1326/1983 (Α΄ 19), Ν. 1473/1984 (Α΄ 127), Ν. 1512/1985 (Α΄ 4), Ν. 1563/1985 (Α΄ 151), Ν. 1731/1987 (Α΄ 161), Ν. 1828/1989 (Α΄ 2), Ν. 1882/1990 (Α΄ 43), Ν. 1914/1990 (Α΄ 178), Ν. 2065/1992 (Α΄ 113), Ν. 2214/1994 (Α΄ 75), Ν. 2386/1996 (Α΄ 43), Ν. 2459/1997 (Α΄ 17), ν. 2523/1997 (Α’179), Ν. 2579/1998 (Α΄ 31), Ν. 2648/1998 (Α΄ 238), Ν. 2873/2000 (Α΄ 285), Ν. 2892/2001 (Α΄ 46), Ν. 2948/2001 (Α΄ 242), Ν. 3091/2002 (Α΄ 330), Ν. 3220/2004 (Α΄ 15), Ν. 3427/2005 (Α΄ 312), Ν. 3522/2006 (Α΄ 276), Ν. 3842/2010 (Α΄ 58), Ν. 4174/2013 (Α΄ 170), Ν. 4223/2013 (Α΄ 287), Ν. 4254/2014 (Α΄ 85), Ν. 4537/2018 (Α΄ 84),

Ν.4646/2019 (Α΄ 201), Ν. 4808/2021 (Α΄ 101), Ν. 4949/2022 (Α΄ 126), Ν. 4987/2022 (Α΄ 206), Ν.

4997/2022 (Α΄ 219), Ν. 5073/2023 (Α΄ 204), Ν. 5104/2024 (Α΄ 58), Ν. 5142/2024 (Α΄ 158).

15 Η περ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1249/1982 (Α΄43) ως εξής: [Στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 μετά την περίπτωση γ΄ προσθέτεται νέα περίπτωση δ΄ και η μέχρι τώρα περίπτωση δ΄ αριθμίζεται ως ε΄, η οποία έχει ως εξής: «δ) απόφασης δικαστικής με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτατης χρησικτησίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο»] και ίσχυσε από 05.04.1982.

Στη συνέχεια η ανωτέρω περ. δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 14 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) διόρθ. σφαλμ. στο Α 51/1990 ως εξής: «δ) απόφασης δικαστικής, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, στο όνομα κάποιου προσώπου, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου, στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγεγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο και» και ίσχυσε από 23.03.1990.

Στη συνέχεια η περ. δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2892/2001(Α΄ 46) και ίσχυσε από 09.03.2001.

24 Η παρ. 3 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ω

έχουν τεθεί υπό το καθεστώς εξυγίανσης των άρθρων 8 και 9 του ν. 1386/1983 (Α΄107) και εφόσον για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων αυτών δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, που προβλέπεται από το άρθρο 41 του ν. 1249/1982 » και ισχύει από 07.03.1996.

25 Η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «4. Επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος, συστάσεως επικαρπίας ή οικήσεως κ.λπ. εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του νόμου 1641/1919 «περί φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» δια τον καθορισμό της αξίας αυτών» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 12/1975 (Α΄34) ως εξής: [Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αντικαθίστανται ως εξής: «4. Επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος, συστάσεως επικαρπίας ή οικήσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του Ν.Δ. 118/1973 «περί Κώδικος Φορολογίας Κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» δια τον καθορισμόν της αξίας αυτών. Κατ’ εξαίρεσιν, επί μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητος και παρακρατήσεως της επικαρπίας δι’ ωρισμένον χρόνον, η αξία της ψιλής κυριότητος εφ’ ης θα υπολογισθεί ο φόρος, δεν δύναται εν πάση περιπτώσει, να είναι κατωτέρα της αξίας της προκυπτούσης εν περιπτώσει ισοβίου παρακρατήσεως της επικαρπίας»] και ίσχυσε από 06.03.1975.

Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν.3091/2002 (Α΄ 330) ως εξής: «Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, της περιορισμένης προσωπικής δουλείας ή της πραγματικής δουλείας επί ακινήτου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 2961/2001» και ίσχυσε από 24.12.2002.

Στη συνέχεια η παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) και ισχύει από 01.01.2006.

26 Η παρ. 5 του άρθρου 3 του α.ν.1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 (Α΄ 238) ως εξής: «4. Εις το άρθρον 3 του δια του ν. 1587/1950, κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950 προστίθεται παράγραφος 5, έχουσα ως ακολούθως: « ……..» ως άνω και ισχύει από 14.10.1980.

27 Η παρ. 6 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε ως άνω με την παρ. 8 του άρθρου 14 του ν.1882/1990 (Α΄43) και ισχύει από 23.03.1990.

29 Η περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/195Β0 )(ΑΒ΄2ά4σ5ε)ιείτχωε ωνςσευξήνςτ:ε«λΑε)σΕτιώς 2ν% τ ηεπςί δπιαενροίμπήτςωασκιηνήςτων μεταξύ των συγκυρίων αυτών. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος δι’ ο καταβάλλεται τίμημα ορίζεται εις 9%» και ίσχυσε από 29.10.1950.

521/1950 (Α΄ 245) τροποποιήθηκε με την περίπτωση Α΄ της «Α) Εις 2% επί αυτουσίας διανομής ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων αυτών. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος δι’ ο καταβάλλεται τίμημα ορίζεται εις 9%, εκτός εάν πρόκειται περί οικοπέδου του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων των προβλεπομένων υπό των διατάξεων περί κανονισμού της πολεοδομικής υπηρεσίας και συντρέχει η περίπτωσις α΄ του εδαφίου β΄ της παρούσης παραγράφου ότε ο φόρος ορίζεται εις 4%» και ίσχυσε από 01.01.1951.

Στη συνέχεια στην περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. εδάφιον Α΄ του νόμου 1587/1950 προστίθενται εν συνεχεία

τα εξής: «Ο φόρος ορίζεται ωσαύτως εις 2% και επί μεταβιβάσεως κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου

εταιρείας της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αυτής κατά λόγον της εταιρικής των μερίδος, υπό την προϋπόθεσιν, ότι δεν έχει λάβει χώραν εκχώρησις της εταιρικής μερίδος κατά το τελευταίον προ της διαλύσεως της εταιρείας έτος, καθ’ όσον άλλως οφείλεται ο φόρος του εδαφ. Γ΄ της παρούσης παραγράφου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί απολήψεως μερίδων εκ της ακινήτου περιουσίας αποσυρομένων της εταιρείας εταίρων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κατά τα ανωτέρω φόρος υπολογίζεται επί της αξίας του ακινήτου ή τμήματος αυτού, του εξερχομένου της εταιρικής περιουσίας» και ίσχυσε από 07.10.1952.

Στη συνέχεια με την παρ. 9 του άρθρου 9 του ν.δ. 4535/1966 (Α΄ 165) στο άρθρο 4 παραγραφος ΙΑ΄του ν. 1587/1950, μεταξύ των δευτέρου και τρίτου εδαφίων προστέθηκε εδάφιο, ως εξής: «Τα ανωτέρω ισχύουσι και κατά την διάλυσιν Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης» και ίσχυσε από 01.01.1966.

Στη συνέχεια οι διατάξεις των πρώτης, δεύτερης και τρίτης περιόδων της περιπτώσεως Α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του δια του ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.1078/1980 (Α΄ 238) ως εξής: «… Α) Επί αυτουσίου διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων, βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το τέταρτον. Εάν κατά τη διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος, δι’ ο καταβάλλεται τίμημα, υπολογίζεται βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου, εκτός αν πρόκειται περί οικοπέδου του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων των προβλεπομένων υπό των διατάξεων περί κανονισμού της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και συντρέχει η υποπερίπτωση (α) της περιπτώσεως Β΄ της παρούσης παραγράφου, ότε ο φόρος υπολογίζεται κατά τα εν τη περιπτώσει ταύτη οριζόμενα. Ο βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ΄ της παρούσης παραγράφου προσδιοριζόμενος φόρος μειούται ωσαύτως εις το τέταρτον και επί μεταβιβάσεως κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αυτής, κατά τον λόγον της εταιρικής των μερίδος, εκτός εάν έχει λάβει χώραν εκχώρησις της εταιρικής μερίδος κατά το τελευταίον προ της διαλύσεως της εταιρίας έτος, ότε μειούται μόνον η αξία του ακινήτου ήτις αντιστοιχεί εις τα μη εκχωρηθέντα μερίδια» και ίσχυσε από 14.10.1980.

Στη συνέχεια στο τέλος της δεύτερης περιόδου της περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστέθηκε περίοδος, με την παρ.1 του άρθρου 9 του ν. 1326/1983 (Α΄19) ως εξής: «1. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση δημιουργίας περισσότερων της μιας μερικότερων κοινωνιών, για τα μερίδια που απαρτίζουν τις κοινωνίες αυτές. Σε περαιτέρω αυτούσια διανομή των ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων της μερικότερης κοινωνίας, από το φόρο, που αναλογεί στη νέα αυτή διανομή, εκπίπτεται ο φόρος που καταβλήθηκε κατά τη δημιουργία της μερικότερης κοινωνίας», και ισχύει από 04.02.1983.

Στη συνέχεια το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 αντικαταστάθηκε ως άνω, με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127), και στο τέλος της περίπτωσης Α΄ της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 1587/1950 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν.1473/1984 (Α΄ 127) εδάφιο ως εξής: «Επίσης ο φόρος που προσδιορίζεται με βάση του συντελεστές της περίπτωσης Γ΄ της παραγράφου αυτής μειώνεται στο τέταρτο στη περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 και στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του παρόντος» και ίσχυσε από 07.09.1984.

Τέλος το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 2065/1992 (Α΄ 113) και ισχύει από 30.06.1992.

30 Η πρώτη περίοδος της περ Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως: «Εις 4%», με την την περ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1078/1980 αντικαταστάθηκε ως άνω. Στο τέλος της υποπερίπτωσης β΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1587/1950 προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2246/1952 (Α΄ 282) τα ακόλουθα «ως επίσης και επί συγχωνεύσεως κ.λ.π. συνεταιρισμών ή ανων. εταιρείας μετά συνεταιρισμού» και ισχύει από 07.10.1952.

31 Η υποπερίπτωση γ΄ της περιπτώσεως Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 ως είχε «επί εισφοράς οικοδομής εις ανώνυμον εταιρείαν προς αποκλειστικήν εκμεταλλευσίν της ως ξενοδοχείου» και ίσχυσε από 29.10.1950, καταργήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 1326/1983 (Α΄ 19) από της ισχύος του, 04.02.1983. Με το δεύτερο εδάφιο της αυτής παραγράφου, άρθρου και νόμου ορίζεται: «…..Οι καταργούμενες με το προηγούμενο εδάφιο διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποθέσεις».

32 Η υποπερίπτωση δ΄ της περιπτώσεως Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «δ) επί αγοράς οικοδομής ή αγοράς ακινήτου προς ανέγερσιν οικοδομής υπό ομογενούς μονίμως εγκατεστημένου τουλάχιστον προ πενταετίας από της αγοράς, εις την αλλοδαπήν και επί μεταβιβάσεως εις αυτόν της ανεγερθείσης δια λογαριασμό του οικοδομής, υπό τον όρον, ότι εις πάσας τας περιπτώσεις ταύτας η αγορά της οικοδομής, η αγορά του ακινήτου ως και η ανοικοδόμησις γίνονται δια κεφαλαίων εισαγομένων εκ της αλλοδαπής. Εκ του φόρου επί της μεταβιβάσεως εις τον ομογενή οικοδομής ανεγερθείσης δια λογαριασμόν του εκπίπτεται ο καταβληθείς φόρος δια την αγορά του ακινήτου εφ’ ου ανηγέρθη αύτη» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση δ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1587/1950 αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3104/1954 (Α΄ 313) ως εξής: «δ) επί αγοράς ακινήτου διά κεφαλαίων εισαχθέντων αποδεδειγμένως εκ της αλλοδαπής υπό ομογενούς εγκατεστημένου εν αυτή, υπό τον όρον ότι ούτος διέμεινεν επί πενταετίαν τουλάχιστον εις την αλλοδαπήν, η δε αγορά ήθελε πραγματοποιηθή το βραδύτερον εντός διετίας από της εν Ελλάδι εγκαταστάσεως του», ίσχυσε από 30.12.1954 και καταργήθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) από της ισχύος του, 03.01.1989.

Στη συνέχεια με την παρ. 6 του άρθρου 19 του ν. 2459/1997 (Α΄ 17) προστέθηκε υποπερίπτωση δ΄ στην περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) ως εξής: «δ. Η αγορά ακινήτου κατά το ποσοστό που καλύπτεται η αγοραία αξία του με κεφάλαια που αποδεδειγμένα εισάγονται από την αλλοδαπή: ι) από Έλληνες που εργάζονται ή εργάστηκαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στο εξωτερικό για έξι (6) τουλάχιστον χρόνια. ιι) από ‘Έλληνες ναυτικούς που εργάζονται ή εργάστηκαν σε πλοία με ελληνική ή ξένη σημαία για έξι (6) τουλάχιστον χρόνια που εκτελούσαν πλόες εξωτερικού έστω και αν προσεγγίζουν και σε ελληνικά λιμάνια και ο βασικός μισθός τους προβλέπεται από το μισθολόγιο που ισχύει κάθε φορά ότι καταβάλλεται σε ξένο νόμισμα και ιιι) από ομογενείς εγκατεστημένους στο εξωτερικό τουλάχιστον έξι (6) χρόνια. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται κάθε φορά οι λεπτομέρειες διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων της υποπερίπτωσης αυτής» και ίσχυσε από 18.02.1997.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση δ΄ της περίπτωσης Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245), καταργήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν.2873/2000 (Α΄ 285) από της ισχύος του, 28.12.2000.

33 Η υποπερίπτωση στ΄ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «στ. επί των περιπτώσεων καθ’ ας ως πωλητής ή ως αγοραστής συμβάλλεται το δημόσιον, οι δήμοι, αι κοινότητες, οι Ιεροί Ναοί, αι ιεραί Μοναί, τα θρησκευτικά, εθνωφελή, κοινωφελή, φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα ή οργανισμοί ως και τα βάσει διατάξεως ειδικού νόμου απαλλασσόμενα μέχρι τούδε του φόρου μεταβιβάσεως του νόμου 4225/1929 νομικά πρόσωπα» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση στ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν.1882/1990 (Α΄ 43 και διόρθωση σφάλματος στο Α΄ 51/06.04.1990 ως προς τη σελ. 337 του Ν. 1882/1990 όπου διορθώνεται η φορολογική κλίμακα της Β΄ κατηγορίας) από της δημοσιεύσεώς του, 23.03.1990.

34Η υποπερίπτωση ζ’ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: « ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων και» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση ζ΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 τροποποιήθηκε με την υποπερίπτωση ζ’ της περ. Β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του κυρωτικού ν. 1587/1950 ( Α΄ 294) ως εξής: « ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων ίσης αξίας και» και ισχύει από 01.01.1951.

Στη συνέχεια με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν.3104/1954 (Α΄ 313) η προ της περιπτώσεως η΄ λέξη «και» διαγράφηκε από της ισχύος του, 30.12.1954.

35 Η υποπερίπτωση η΄ της περ. Β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: [η) επί των

περιπτώσεων των παραγράφων 1α του άρθρου 4 του Β. Διατάγματος «περί εκτελέσεως του άρθρου 1 του Ψηφίσματος

ΚΗ’ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν», εφ’ όσον παρεσχέθη απαλλαγή από των τελών

του χαρτοσήμου και από των τελών της μεταγραφής] και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια η υποπερίπτωση η΄ της περ. Β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) καταργήθηκε με την

54 Η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), ο οποίος κύρωσε τον α.ν. 1521/1950 είχε ως εξής: «1. Δι’ έκαστην μεταβίβασιν οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται προ της συντάξεως του συμβολαίου των, να επιδώσωσι κοινήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως, προς τον Οικον. Έφορον της περιφερείας εν η κείται το ακίνητον ή προκειμένου περί πλοίου της περιφερείας εν η είναι νηολογημένο τούτο περιέχουσαν α) το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την κατοικίαν ή την κυρίαν διαμονήν ή την έδραν των δηλούντων, β) την νομικήν σχέσιν αυτών προς το μεταβιβαζόμενον περιουσιακόν στοιχείον, γ) το είδος του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου και σύντομον περιγραφήν αυτού, δ) τον τρόπον κτήσεως αυτού υπό του μεταβιβάζοντος, ε)την αξίαν του, στ) το ποσόν του φόρου μεταβιβάσεως ο οποίος αναλογεί επ’ αυτής, ζ) το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και την διεύθυνσιν της κατοικίας των πληρεξουσίων ή αντικλήτων ή απλών εντολοδόχων των συμβαλλομένων, η) το ονοματεπώνυμον και την διέυθυνσιν του συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα καταρτισθή η σύμβασις και θ) τον τόπον και την χρονολογίαν της δηλώσεως. Η ακρίβεια του περιεχομένου της δηλώσεως βεβαιούται υποχρεωτικώς δια της υπογραφής των συμβαλλομμένων ή των πληρεξουσίων των κ.λπ.» και ίσχυσε από 01.01.1951.

Στη συνέχεια η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του δια του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε από πέντε παραγράφους, με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) ως εξής: «1. Δι` εκάστην μεταβίβασιν οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται προ της συντάξεως του συμβολαίου των, να επιδώσωσει κοινήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως, προς τον Οικον. Εφορον της περιφερείας εν η κείται το ακίνητον ή προκειμένου περί πλοίου της εν η είναι νηολογημένον τούτο. 2. Επί υποχρέων φυσικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπ` αυτών ή των πληρεξουσίων των ή των νομίμων αντιπροσώπων των. Επί υποχρέων νομικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπό των αντιπροσωπευόντων ταύτα ή του πληρεξουσίου των. 3. Η δήλωσις είναι απαράδεκτος εάν δεν περιέχη : α) την φορολογικήν Αρχήν προς ην απευθύνεται, β) το όνομα, όνομα πατρός και επώνυμον των δηλούντων, γ) το επάγγελμα των δηλούντων, δ) την κατοικίαν ή εν ελλείψει τοιαύτης την διαμονήν, ως και την επαγγελματικήν εγκατάστασιν ή την έδραν των δηλούντων, ε) την νομικήν σχέσιν αυτών προς το μεταβοβαζόμενον περιουσιακόν στοιχείον, στ) το είδος του μεταβιβαζόμενου περιουσιακού στοιχείου και σύντομον περίγραφήν αυτού, ζ) τον τρόπον κτήσεως αυτού υπό του μεταβιβάζοντος, η) την αξίαν του ακινήτου ή την καθαράν χωρητικότητα του πλοίου, θ) το ποσόν του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως, ι) τον διορισμόν αντικλήτων των δηλούντων, ια) το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και την διεύθυνσιν της κατοικίας των πληρεξουσίων ή αντικλήτων των δηλούντων, ιβ) το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα καταρτισθή η σύμβασις, και ιγ) τον τόπον και την χρονολογίαν της δηλώσεως. 4. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως καθορίζονται εκάστοτε λεπτομερώς τα αναγκαιούντα στοιχεία διά την ακριβή περιγραφήν του ακινήτου. 5. Η ακρίβεια του 29

59 Η παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: Οσάκις είναι προδήλως δυσχερής η επίδοσις της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως εις τον αρμόδιον Οικον. Εφορον, λόγω του ότι η έδρα τούτου ευρίσκεται εις πόλιν διάφορον του τόπου της καταρτίσεως της συμβάσεως, επιτρέπεται εξαιρετικώς να επιδοθή αύτη και εις αναρμόδιον Οικον. Εφορον, ο οποίος όμως, αφού ενεργήση την προσωρινην βεβαίωσιν του φόρου, υποχρεούται ν` αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Εφορον προς έλεγχον αυτής κ.λ.π. Η κατά τ` ανωτέρω δήλωσις καθίσταται απαράδεκτος αν μη περιέχη διορισμόν ειδικού αντικλήτου του αγοραστού κατοικούντος εις την έδραν της Οικον. Εφορίας προς την οποίαν μέλλει να διαβιβασθή αύτη.

Στη συνέχεια πρώτο εδάφιο της παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) το οποίο είχε ως εξής: «… αφού ενεργήση την προσωρινήν βεβαίωσιν του φόρου, υποχρεούται ν’ αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον προς έλεγχο αυτής κ.λπ.» με την παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2246/1952 (Α΄ 282) αντικαθίσταται δια της φράσεως «…αφού καταχωρίση ταύτην εις το βιβλίον δηλώσεων, υποχρεούται να αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον προς έλεγχο αυτής κ.λπ.» και ισχύει από 07.10.1952.

Στη συνέχεια με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) οι παράγραφοι 2,3,4,5,6 και 7 του άρθρου 7 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αριθμούνται εφ’ εξής ως παράγραφοι 6,7,8,9,10 και 11 και ισχύουν από 01.05.1974.

Στη συνέχεια στην παρ. 7 (πρώην 3) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) προστίθεται μετά το πρώτο εδάφιο, με την παρ. 10 του άρθρου 24 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) εδάφιο ως εξής: «Κατ΄ εξαίρεση αν στην περιφέρεια, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ο αναρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στον οποίο επιδίδεται η δήλωση του φόρου μεταβίβασης χορηγεί 31

62 Η παρ. 10 (πρώην 6) του άρθρου 7 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «Ο Οικον. Έφορος δύναται δι’ αποφάσεως του να αναθέτη εις Ειρηνοδίκην ή Συμβολαιογράφον της περιφέρειας του την παραλαβήν των δηλώσεων του φόρου μεταβιβάσεως και την χορήγησιν αντιγράφου αυτής, οίτινες υποχρεούνται όπως εντός δεκαημέρου το βραδύτερον αποστείλωσιν επί αποδείξει εις τον Οικον. Έφορον την δήλωσιν».

Στη συνέχεια με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν.δ. 329/1974 (Α΄ 56) οι παράγραφοι 2,3,4,5,6 και 7 του άρθρου 7 του δια του Ν. 1587/1950 κυρωθέντος α.ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» αριθμούνται εφ’ εξής ως παράγραφοι 6,7,8,9,10 και 11 και ισχύουν από 01.05.1974.

89 Το άρθρο 15 του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) είχε ως εξής: «1. Οι συμβολαιογράφοι και τα λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα αρνούμενα, δυστροπούντα ή αμελούντα να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή εμπρόθεσμον αποστολήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων στοιχείων ή παρέχοντα τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου από δραχ. 300.000 μέχρι τριάκοντα εκατομμυρίων δραχμών επιβαλλομένου δι’ αιτιολογημένης αποφάσεως του Οικον. Εφόρου, καθ’ ης επιτρέπονται τα υπό των άρθρων 11 και 12 του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Επί νομικών προσώπων το πρόστιμον επιβάλλεται εις βάρος των διοικούντων αυτό.

2.

Επί δημοσίων Υπηρεσιών, οι εκ των αρμοδίων αρνούμενοι, δυστροπούντες ή αμελούντες να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή αποστολήν στοιχείων ή παρέχοντες τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, διώκονται επί τω λόγω τούτω πειθαρχικώς, επί τη αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου. Η πειθαρχική αγωγή ασκείται, εκ μέρους της προϊσταμένης αυτών Αρχής υποχρεωτικώς.

3.

Οι Γραμματείς των δικαστηρίων και οι Φύλακες μεταγραφών παραβάται των διατάξεων του παρόντος, εκτός της πειθαρχικής διώξεως δύναται να τιμωρηθώσι και δια προστίμου από 100.000 μέχρι 5.000.000 δραχμών, επιβαλλομένου δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και κατόπιν προηγουμένης κλήσεως παρ’ αυτού εις απολογίαν των ως άνω προσώπων.

4.

Οι λαμβάνοντες γνώσιν επαγγελματικού μυστικού υποχρεούνται εις τήρησιν αυτού, υποκείμενοι, εν ενατία περιπτώσει, εις τα ποινάς τας προβλεπομένας υπό του Ποινικού Νόμου» και ίσχυσε από 29.10.1950.

Στη συνέχεια με την κύρωση του α.ν. 1521/1950 (Α΄ 245) με το ν. 1587/19850 (Α΄ 294) το άρθρο 15 του ν. 1587/1950 είχε ως εξής: «1. Οι συμβολαιογράφοι και τα λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα αρνούμενα, δυστροπούντα ή αμελούντα να διευκολύνωσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή εμπρόθεσμον αποστολήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων στοιχείων ή παρέχονται τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου από δραχ. 300.000 μέχρι τριάκοντα εκατομμυρίων δραχμών. Ο αγοραστής όστις θα αποκαλυφθή ότι υπέγραψεν αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνησεν ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερον του εν τω συμβολαίω και εν τη φορολογική δηλώσει αναγραφέντος, ανεξαρτήτως της προσαυξήσεως του άρθρου 9 του παρόντος, τιμωρείται και δια προστίμου ίσου προς το πενταπλάσιον του φόρου, ο οποίος αναλογεί επί του μη δηλωθέντος τμήματος του τιμήματος. Το πρόστιμον επιβάλλεται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Οικον. Εφόρου, καθ’ ης επιτρέπονται τα υπό των άρθρων 11 και 12 του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Επί νομικών προσώπων το πρόστιμον επιβάλλεται εις βάρος των διοικούντων αυτό.

2.

Επί δημοσίων Υπηρεσιών, οι εκ των αρμοδίων αρνούμενοι, δυστροπούντες ή αμελούντες να διευκολύνουσι την εξέλεγξιν και παράδοσιν ή αποστολήν στοιχείων ή παρέχοντες τα στοιχεία ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως, διώκονται επί τω λόγω τούτω πειθαρχικώς, επί τη αιτήσει του Οικονομικού Εφόρου. Η πειθαρχική αγωγή ασκείται εκ μέρους της προϊσταμένης αυτών Αρχής υποχρεωτικώς.

3.

Οι Γραμματείς των δικαστηρίων και οι Φύλακες μεταγραφών παραβάται των διατάξεων του παρόντος, εκτός της πειθαρχικής διώξεως δύναται να τιμωρηθώσι και δια προστίμου από 100.000 μέχρι 5.000.000 δραχμών, επιβαλλομένου δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και κατόπιν προηγουμένης κλήσεως παρ’ αυτού εις απολογίαν των ως άνω προσώπων.

4.

Οι λαμβάνοντες γνώσιν επαγγελματικού μυστικού υποχρεούνται εις τήρησιν αυτού, υποκείμενοι, εν ενατία περιπτώσει, εις τας ποινάς τας προβλεπόμενας υπό του Ποινικού Νόμου» και ίσχυσε από 01.01.1951.

Στη συνέχεια το άρθρο 15 του ν. 1521/1950 (Α΄ 245) αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 542/ 1977 (Α΄ 41) ως εξής: «1. Πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον αρνούμενον, δυστροπούν ή αμελούν να συμμορφωθή προς τας διατάξεις του παρόντος, ή υποχρεούμενον ή καλούμενον να παράσχη πληροφορίας ή υπηρεσίας ή στοιχεία ή παρέχον ταύτα πλημμελώς ή εσφαλμένως δια την εξακρίβωσιν της φορολογητέας ύλης τιμωρείται δια προστίμου ουχί ελάσσονος των 10.000 δραχμών, ουδέ μείζονος των 10.000 δραχμών. 2. Απαγορεύεται η σύνταξις συμβολαιογραφικής πράξεως αφορώσης εις την εξ επαχθούς αιτίας μεταβίβασιν ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος: α) εάν δεν προσαχθή αντίγραφον δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, και β) εάν άπαντα τα προσδιοριστικά του μεταβιβαζομένου ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος στοιχεία δεν ανταποκρίνεται πλήρως προς την ανωτέρω δήλωσιν. Οι παραβάται της προηγουμένης διατάξεως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ευθύνης των κατά τας κειμένας διατάξεις, τιμωρούνται δια προστίμου ουχί ελάσσονος των 25.000 δραχμών ουδέ μείζονος των 200.000 δραχμών. Το πρόστιμον τούτο επιβάλλεται και επί των παραβατών των διατάξεων των άρθρ. 13 και 14 του παρόντος. 3. Ο αγοραστής όστις θα αποκαλυφθή ότι υπέγραψεν αντίγραφον εξ ου προκύπτει, ότι συνεφώνησεν ή κατέβαλε τίμημα μεγαλύτερον του εν συμβολαίω και εν τη φορολογικώ δηλώσει αναγραφέντος, ανεξαρτήτως του προσθέτου φόρου του άρθρ. 9 του παρόντος, τιμωρείται δια προστίμου ίσου προς το πενταπλάσιον του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου, ο 50

97 Η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294) με το άρθρο 152 του ν. 4808/2021 (Α΄ 101) και είχε ως εξής: «5. Κατά τη σύνταξη με αυτοσύμβαση οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων με επαχθή αιτία σε εκτέλεση προσυμφώνων, που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2000, επιτρέπεται η υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων μόνο από τον αγοραστή ή τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους αυτού, εφόσον συνταχθούν μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση του αποδεικτικού ενημερότητας του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266).

Για τα προσύμφωνα που έχουν συνταχθεί μέχρι και την 29η Ιουνίου 1999, δεν απαιτείται, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου του πωλητή. Αντίγραφα των οριστικών συμβολαίων, που καταρτίζονται κατά τα προηγούμενα, αποστέλλονται, με ευθύνη του συμβολαιογράφου, και στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του πωλητή υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης.» και ίσχυσε από 19.06.2021.

Στη συνέχεια με το άρθρο 53 του ν. 4949/2022 (Α΄ 126) οριζόταν ότι: «Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 18 του ν. 1587/1950 (Α΄ 294), για τη σύνταξη οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων σε εκτέλεση προσυμφώνων, παρατείνεται έως την 31η.12.2022.» και ίσχυσε από 30.06.2022.